Pages

28.1.14

ΤΕΛΙΚΩΣ ΠΟΙΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ;



(Εισήγησή μου σε συνέδριο με θέμα ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ, ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΚΑΙ Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΝΕΑΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ του Πανεπιστημίου Frederick Κύπρου, τον Ιούνιο του 2013)



 Όνειρο, γέλιο, εξέγερση –όλα αυτά στο ίδιο το βιβλίο και γραμμένα από το ίδιο άτομο; Αν ναι, τότε εγώ αναρωτιέμαι – Τελικώς, ποιος γράφει το βιβλίο;-ερώτηση μάλλον ρητορική, θα πείτε. Αλλά μήπως δεν είναι; Υπάρχει –το ξέρω- η θεωρία πως ο αναγνώστης είναι εκείνος που τελικά δίνει με την δική του προσωπική και εντελώς υποκειμενική ανάγνωση την μορφή που το έργο θα αποκτήσει. Αλλά όσο κι αν αποδεχτώ μια τέτοια άποψη, μένει πάντα μια άποψη που αναφέρεται κάθε φορά σε διαφορετικές αναγνώσεις, άρα εν τέλει δε μιλάμε για ένα συγκεκριμένο έργο, αλλά για πολλά, τόσα όσα θα είναι και οι αναγνώστες εκείνου που κάποια στιγμή βγήκε από το γραφείο αυτού που το δημιούργησε. Όμως η ερώτηση δεν έχει διατυπωθεί με πληθυντικό αριθμό –Τελικά ποιος γράφει τα βιβλία; Αλλά με ενικό – το βιβλίο. Ωραία, αποδέχομαι πως η πρώτη και ίσως και μοναδική απάντηση είναι –ο συγγραφέας. Αλλά μήπως δεν είναι έτσι τα πράγματα; Ή τουλάχιστον δεν είναι πάντα έτσι… Πολύ υποκειμενικά είναι όλα αυτά, και όσα τώρα σκέφτομαι και μοιράζομαι μαζί σας. Μα είπαμε,  το υποκειμενικό είναι το βασίλειο της κάθε τέχνης, άρα κι αυτής του λόγου.
Ο συγγραφέας θεωρούμε πως είναι το άτομο που γεννά την ιδέα και από αυτήν στη συνέχεια συνθέτει το έργο –μυθιστόρημα, διήγημα, παραμύθι… Αλλά κάθε γέννα προϋποθέτει μια σύλληψη, μια γονιμοποίηση. Και για κάτι τέτοιο απαιτούνται πάντα δυο άτομα. Αυτό που θα γονιμοποιήσει και εκείνο που θα καρποφορήσει. Αν ο συγγραφέας είναι αυτός που θα θρέψει τον καρπό, ποιος είναι αυτός που τον γονιμοποιεί; Με άλλα λόγια, ποιος είναι ή τι –αν θέλετε- είναι αυτό που κάνει ένα συγγραφέα να ασχοληθεί με κάποιο θέμα και όχι με ένα άλλο, τι είναι αυτό που τον κάνει να το αναπτύξει με τον έναν ή με κάποιον άλλον τρόπο; Την έμπνευση, δηλαδή, ποιος την δωρίζει στον συγγραφέα;
Φαντάζομαι πως υπάρχουν κάμποσες απαντήσεις –η ψυχοσύνθεση του δημιουργού, το περιβάλλον ή η ιστορική στιγμή μέσα στην οποία ζει, τα γεγονότα που του έχουν συμβεί, η διάθεσή του να εκφράσει την προσωπική του άποψη και θέση απέναντι σε κάποιο ζήτημα. Εν τέλει να καταθέσει τον υποκειμενικό του λόγο μπροστά σε ένα κοινό λίγο ή πολύ συνομηλίκων του. Κι έτσι δημιουργούνται έργα που άλλοτε περιγράφουν ένα όνειρο, άλλοτε χρησιμοποιούν την εκτόνωση ενός γέλιο, άλλοτε καταφεύγουν στην μαχητική έκφραση μιας εξέγερσης. Αυτά –και άλλα πολλά, ίσως και σε διάφορες μίξεις - τα αναγνωρίζουμε και τα μελετάμε όταν πρόκειται για λογοτεχνικά έργα που αφορούν τους ενήλικες. Αλλά για τα έργα της παιδικής λογοτεχνίας μπορούμε να ισχυριστούμε πως συμβαίνει κάτι παρόμοιο; Ως συγγραφέας, λοιπόν, σας μιλώ και μάλιστα πολλών, πάρα πολλών βιβλίων. Και βιβλίων που ανήκουν σε διάφορα είδη –παραμύθια, μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, θεατρικά… Άλλα από αυτά για παιδιά, άλλα για νέους, άλλα για ενήλικες. Όλα τα βιβλία –οι τίτλοι πιο σωστά- που έχουν κυκλοφορήσει με την υπογραφή μου, δεν έχουν συμβάλει με την ίδια δυναμική στη δημιουργία του συγγραφικού μου προφίλ. Λογικό και αναμενόμενο για ένα τόσο πληθωρικό συγγραφέα.
Υπάρχουν κάποια βιβλία μου που σηματοδοτούν κεντρικά σημεία μιας πορείας που άλλοτε στρεφότανε στα παιδιά, άλλοτε στους έφηβους, άλλοτε σε ενήλικες. Και τα περισσότερα από αυτά κατά κάποιο ονειρικό τρόπο δεν τα έγραψα εγώ, αλλά μου τα υπαγόρευσαν οι πρωταγωνιστές τους. Ξαφνιαστήκατε; Το δημιούργημα γίνεται να είναι ο δημιουργός; Ναι, γιατί όχι; Άλλωστε μπορεί οι περισσότεροι να πιστεύουν πως ο θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, αλλά υπάρχουν και άλλοι που ισχυρίζονται πως ο άνθρωπος είναι που δημιούργησε τον θεό του. Αλλά… Ας μην προχωρήσουμε σ’ ένα τέτοιο δρόμο. Ας παραμείνουμε στις περιοχές της λογοτεχνικής πράξης και θέλω να σας θυμίσω πως κάποτε υπήρχαν, μα και τώρα υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που μπαίνουν στη δούλεψη ενός άλλου συγγραφέα και είναι αυτός που τους καθοδηγεί στο τι θα γράψουν και στο πώς. Αυτός με άλλα λόγια δημιουργεί ή συνθέτει και εκείνοι καταγράφουν τις δημιουργίες και τις συνθέσεις. Αυτούς τους αφανείς συγγραφείς τους λέμε negroes. Θέλετε να σας αποκαλύψω εκείνους τους ήρωές μου που χρησιμοποίησαν εμένα ως ένα… negro ; Δεν είναι η στιγμή να μιλήσω σχετικά για τους ήρωες –αφέντες βιβλίων μου της ενήλικης ή της εφηβικής λογοτεχνίας.
Αλλά τον ήρωα - αφέντη των βιβλίων μου για παιδιά,… μπορώ να πω πως είναι  Ο αδελφός της Ασπασίας (Πατάκης, Αθήνα 1993). Και για να σας μιλήσω για όνειρο και χιούμορ και εξέγερση, θα ζητήσω να γνωρίσετε καλύτερα αυτόν τον αδελφό ενός κοριτσιού που το λένε Ασπασία. Να γνωρίσετε τον αληθινό Δαμιανό. Όχι δηλαδή μόνο τον πρωταγωνιστή του έργου, μα και τον εμπνευστή του.
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι από τα πιο αγαπημένα στους αναγνώστες μου –μικρούς και μεγάλους. Και βέβαια –αυτό ελάχιστοι το ξέρουν- ήταν ένα έργο που γράφτηκε μετά από παραγγελία. Πολύ συχνά η συγγραφή κατόπιν παραγγελίας θεωρείται από τους καθαρούς λάτρεις της λογοτεχνίας ως πράξη ανίερη εκ μέρους του συγγραφέα που υποκύπτει και την εκτελεί. Επιτρέψτε μου, όμως, να σας ξεναγήσω για λίγο στο παρελθόν αυτού του βιβλίου. Πρέπει να ήταν αρχές, αρχές της δεκαετίας του ’90. Ένας γαλλικός εκδοτικός οίκος αποφασίζει να ενεργοποιηθεί και στην ελληνική αγορά και μέσω του έλληνα εκπροσώπου του επιλέγει δυο ή τρεις έλληνες συγγραφείς για να του δώσουν έργα τους να εκδοθούν ταυτόχρονα εδώ και στη Γαλλία. Εγώ είχα ήδη κλείσει πάνω από δέκα χρόνια παρουσίας στην παιδική λογοτεχνία και ήμουνα πολύ καλά ενημερωμένος στο τι ακριβώς γράφεται στην Ελλάδα. Μα οι συγγραφικές μου ανησυχίες με είχαν κάνει να ψάχνω παρόμοια ενημέρωση και σε χώρες της Ευρώπης.
Είχα ήδη, λοιπόν, αρχίσει να παρακολουθώ την ευρωπαϊκή παιδική λογοτεχνία και κυρίως την αγγλική και γαλλική και διαπίστωνα διαφορές και ομοιότητες με τη δική μας. Άρα ήξερα το ύφος των παιδικών μυθιστορημάτων που οι γάλλοι εκδότες και μάλιστα ο συγκεκριμένος που σχεδίαζε την είσοδό του στην Ελλάδα, εκδίδανε. Από τα πλέον δημοφιλή στο γαλλικό αναγνωστικό κοινό, μα και πολύ αγαπητά σε μένα, ήταν εκείνα τα έργα που στηριζόντουσαν πάνω σε οικογένειες κάπως προοδευτικών αντιλήψεων, αντισυμβατικών συμπεριφορών, με καλλιτεχνικές αναζητήσεις. Τα γεγονότα της καθημερινότητάς τους τα παρουσιάζανε με ένα διακριτικό χιούμορ και παράλληλα σχολίαζαν κοινωνικά φαινόμενα και ενδο-οικογενειακές σχέσεις.
Τα υλικά της συνταγής, λοιπόν, τα γνώριζα. Αλλά ποιος θα ήταν αυτός που θα με μάθαινε δοσολογίες και τρόπους μαγειρέματος; Κάθε συγγραφέας –το έχω ψάξει, έτσι είναι!- έχει τη δική του τεχνική. Εγώ είμαι από τους συγγραφείς που συχνά χρησιμοποιούν πρόσωπα του οικείου περιβάλλοντός τους για να στηρίξουν ήρωες και καταστάσεις των μυθιστορημάτων τους. Λογικό ήταν κάτι παρόμοιο να επιχειρούσα και σε εκείνη την περίπτωση. Ναι, τα υλικά μπορούσε να μου τα προσφέρει η δική μου οικογένεια –προοδευτικές αντιλήψεις, αντισυμβατικότητα, καλλιτεχνικές δημιουργίες. Αλλά στη λογοτεχνία σημασία δεν έχει το τι γράφεις και περιγράφεις, αλλά το πώς το γράφεις και το περιγράφεις –οι δοσολογίες και οι τρόποι μαγειρέματος που μόλις προ ολίγου ανέφερα.
Και τότε ήταν που παρουσιάστηκε αυτός που θα αναλάμβανε να γράψει και να πρωταγωνιστήσει στο βιβλίο –ο Δαμιανός. Ο ήρωας του έργου είχε το πρότυπό του στην αληθινή ζωή – ο γιος μου ο Δομήνικος ήταν. Αλλά ο Δομήνικος υπήρξε ένα αγόρι, ίσως κάπως ασυνήθιστο, αλλά σίγουρα ένα αγόρι σαν πολλά άλλα αγόρια οχτώ μ’ εννιά περίπου χρονών. Και εδώ –θυμηθείτε, αυτό το «Τελικώς ποιος γράφει το βιβλίο;»- μπαίνει το ζήτημα αν αυτός που διάλεξε τον Δομήνικο ως πρόπλασμα του κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος ήμουνα εγώ ή ο ίδιος ο πρωταγωνιστής του έργου. Λοιπόν, σας διαβεβαιώνω πως το χιούμορ που διαπερνά το όλο μυθιστόρημα δεν είναι δικό μου. Εγώ ποτέ μου δεν μπόρεσα να γελάσω, μήτε καν να χαμογελάσω με τα όσα ζούσα εκείνα τα χρόνια. Έβλεπα τα παιδιά μου, την οικογένειά μου γενικότερα με πολύ σοβαρότητα, με μεγάλη ευθύνη… Πώς θα μπορούσα να την περιγράψω άλλοτε με σατιρική διάθεση κι άλλοτε και με ανάλαφρο χιούμορ; Όχι! –τον Αδελφό της Ασπασίας ένας άλλος τον υπαγόρευε. Κι εγώ απλώς τον άκουγα και κατέγραφα τις δικές του ημερολογιακές σημειώσεις.
Ο Δαμιανός, λοιπόν, ήταν αυτός που στάθηκε απέναντι στον γιο και την κόρη μου, σε μένα και στην Κώστια και με βάση τους δικούς μας σωματότυπους και τις δικές μας ιδιοσυγκρασίες, έστησε τον δικό του χαρακτήρα, και αυτόν της Ασπασίας, και του μπαμπά και της μαμάς τους. Γιατί το έκανε; Γιατί, με άλλα λόγια, θέλησε να φύγει από το ασαφές σύμπαν των ηρώων που ποτέ δεν θα χωθούνε  στις σελίδες ενός βιβλίου και να βρεθεί ανάμεσα στα πορτραίτα – χαρακτήρες των έργων της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας του τέλους του 20ου αιώνα; Τότε δεν το είχα καν σκεφτεί αυτό. Πολύ αργότερα οι προθέσεις του νεαρού Δαμιανού φανερωθήκανε. Και λίγο αργότερα θα τις φανερώσω εγώ πλέον σε σας. Τελικά, ώσπου να τελειώσει το έργο, ο γαλλικός εκδοτικός οίκος είχε αλλάξει σχέδια, εγώ είχα εδραιώσει της σχέση μου με τις Εκδόσεις Πατάκη κι έτσι Ο αδελφός της Ασπασίας κυκλοφόρησε από αυτόν τον ελληνικό εκδοτικό οίκο. Ευρωπαϊκή καριέρα ο Δαμιανός  δεν έκανε ποτέ –τουλάχιστον μέχρι τώρα…
Είχε πάντως την τύχη να εικονογραφηθεί από τον θαυμάσιο γελοιογράφο μας και στενό μου φίλο Αντώνη Καλαμάρα. Ο Αντώνης υπέκυψε κι αυτός στην κυριαρχία του Δαμιανού κι έτσι είδε πίσω από τις περσόνες των κεντρικών προσώπων τα πραγματικά πρόσωπα κι έτσι όσοι έτυχε να γνωρίζουν  την οικογένεια μου εκεί γύρω στα 1993, εύκολα θα δούνε την ομοιότητα μας με τα σκίτσα που περιγράφουν τα μέλη της οικογένειας του Δαμιανού. Αμέσως σχεδόν το βιβλίο είχε επιτυχία. Αποσπάσματά του μάλιστα μπήκαν και σε ανθολόγια του δημοτικού. Κι εγώ είχα μείνει να απορώ πώς βρέθηκα να έχω γράψει ένα μυθιστόρημα με τόσο χιούμορ!
Τα χρόνια περνούσαν και Ο Αδελφός της Ασπασίας κρατιότανε σταθερά πρώτος στις προτιμήσεις των παιδιών. Λογικό ήταν πολλοί να μου προτείνουν την ιδέα να γράψω ένα δεύτερο βιβλίο. Εγώ όμως έλεγα πως μιας και ο Αντώνης Καλαμάρας είχε πια φύγει από κοντά μας, δεν θα μπορούσα να συνεχίσω κάτι που μαζί του το είχα ολοκληρώσει. Ξεγελούσα τον εαυτό μου. Ξεγελούσα το κοινό μου!... Και το ήξερα. Να, λοιπόν, μια ακόμα στάση στο ερώτημα -Τελικώς ποιος γράφει το βιβλίο; Συγγραφέας υπήρχε, ήρωας υπήρχε, άνθρωποι που το ζητούσαν υπήρχανε… Κι όμως το βιβλίο δεν γραφότανε.
Ο λόγος που δεν μπορούσα να γράψω τη συνέχεια του Αδελφού της Ασπασίας –κάποια στιγμή το κατάλαβα- ήταν γιατί αυτός που το είχε στην πραγματικότητα γράψει – ο Δαμιανός- είχε μείνει χωρίς την αντανάκλασή του στον πραγματικό κόσμο. Ο Δομήνικος δεν ήταν πια δέκα χρονών, δεν ήταν πλέον μήτε έφηβος. Νέος άντρας είχε γίνει και σε τίποτε δε θύμιζε αυτό που ο Δαμιανός εξακολουθούσε να είναι… Έτσι, λοιπόν, ο Δαμιανός προσπαθούσε μόνος του πλέον να αρθρώσει τη νέα και εντελώς ανεξάρτητη προσωπικότητα που με βάση αυτή θα συνεχιζόντουσαν οι περιπέτειές του. Αλλά λες και οι προσπάθειές του πέφτανε στο κενό –εγώ δεν τον άκουγα. Όσο κι αν ήμουνα διαθέσιμος να γίνω για μια ακόμα φορά ο negro του, δεν κατάφερνα να τον ξεχωρίσω. Ας ψάξω λίγο το γιατί. Τους ήρωες που υπάρχουν σε πέραν του ενός μυθιστορήματα μπορούμε να τους διακρίνουμε σε δυο κατηγορίες. Σε αυτούς που από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα μεγαλώνουν και σε εκείνους που λες και δεν αλλάζουν καθόλου, που λες και στη δικιά τους περίπτωση ο χρόνος έχει συμπιεστεί. Παράδειγμα της πρώτης περίπτωσης ο Χάρυ Πότερ. Παράδειγμα της δεύτερης ο Μικρός Νικόλας. Προσπαθώντας να ανταποκριθώ στην απαίτηση «γράψε τη συνέχεια του Δαμιανού» σκεφτόμουνα την πρώτη λύση. Αναζητούσα τον … αφέντη μου, έτσι όπως τον είχα αφήσει. Γιατί, βέβαια, αδυνατούσα να συλλάβω το πώς ένα αγόρι δέκα περίπου χρόνων με τις ιδιαιτερότητες του Δαμιανού θα είχε γίνει έφηβος.
Μα τι, όμως, να έγραφα –δηλαδή τι θα ήταν, άραγε, αυτό που θα μου υπαγόρευε ο ήρωάς μου και συγγραφέας του έργου μου που παρέμενε πάντα στη ίδια ηλικία; Πώς, δηλαδή, αφού ο Δαμιανός έμενε πάντα ένα παιδί, θα μου έλεγε κάτι το νέο; Έπρεπε να περάσουν κοντά είκοσι χρόνια και να πάρω στα χέρια μου το χειρόγραφο του μυθιστορήματος της κόρης μου της Άννας, Οι επτά ζωές του Κόμπου  για να μπορέσω να ακούσω ξανά τον δικό μου ήρωα και να καταγράψω για μια ακόμα φορά τη δική του φωνή. Αλλά με πόσο διαφορετικό τρόπο! Εκεί που εγώ είχα ακούσει τον ρεαλισμό και το χιούμορ του Δαμιανού, η Άννα άκουσε –μέσα από τον δικό της ήρωα, τον γάτο Κόμπο- τον σουρεαλισμό και την ανατροπή… Την εξέγερση, αν προτιμάτε… Αλλά τόσο ο Αδελφός της Ασπασίας, όσο και το Οι επτά ζωές του Κόμπου βασιζόντουσαν στα ίδια αληθινά πρόσωπα για να στήσουν τις μυθιστορηματικές περσόνες τους. Δηλαδή, για να το πω με άλλα λόγια ο Δαμιανός είχε βρει τον τρόπο να τον ακούσω –είχε μπει σε ένα άλλο βιβλίο και από εκεί κατάφερε να μου μιλήσει. Όχι, ο ίδιος δεν υπάρχει στο βιβλίο του γάτου Κόμπου. Υπάρχει όμως η οικογένεια την οποία επέλεξε να τον φιλοξενεί.
Όσοι έχουν την τύχη να έχουν διαβάσει την περίφημη Τριλογία του Κόσμου του Φίλιπ Πούλμαν, θα γνωρίζουν την ύπαρξη των παράλληλων συμπάντων. Και ακόμα θα ξέρουν πως για κάποια άτομα το να κυκλοφορούν από το ένα σύμπαν στα άλλα είναι τρόπος ζωής και τρόπος έκφρασης. Ε, έτσι κι Δαμιανός για να μπορέσει να ολοκληρωθεί, κινήθηκε στα παράλληλα σύμπαντα δύο βιβλίων… Ίσως και να πρέπει στο σημείο αυτό να τονίσω πως αυτή η επιστροφή του Δαμιανού στη συγγραφική μου δημιουργία μέσω του μυθιστορήματος ενός άλλου συγγραφέα δεν έγινε με γνώση αυτού του άλλου δημιουργού –στην περίπτωσή μας της Άννας Κοντολέων. Ο ίδιος ο Δαμιανός, με εκείνη τη δική του ικανότητα να ελίσσεται, είχε διεισδύσει στο έργο μιας άλλης δημιουργού, που όμως ήξερε πόσο αγαπητή και πολύτιμη μου ήταν και έτσι μπόρεσε να με εξαναγκάσει και να τον προσέξω και να του υποταχτώ ξανά. Να γίνω και πάλι ο negro του. Και εγώ τον άκουσα πλέον να μου ζητά να καταγράψω αυτά που ζούσε όχι με ρεαλισμό και χιούμορ, αλλά με σουρεαλισμό και με ανατροπές. Εκείνος ως μυθιστορηματικός ήρωας και εγώ ως καταγραφέας της ζωής του είχαμε και πάλι συναντηθεί.
Και βέβαια το πρόβλημα του χρόνου αμέσως επίσης λύθηκε. Όπως ο Μικρός Νικόλας που συνέχεια τόσο αυτός, όσο και οι φίλοι του παραμένουν στην ίδια ηλικία, έτσι και ο Δαμιανός και οι δικοί του δεν έχουν μεγάλες αλλαγές. Βλέπετε ο σουρεαλισμός έχει τη δική του δυναμική. Και ανοίγει νέους δρόμους. Μέσα από τη δικιά του οπτική γωνία ένα αγόρι μπορεί και κερδίζει ένα Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας και μετατρέπεται σε πρόσωπο της επικαιρότητας. Φτάνει ακόμα στο σημείο να δίνει συμβουλές σε μελλοντικούς συγγραφείς και βέβαια να ενορχηστρώνει τρόπους εξέγερσης σε κατεστημένες καταστάσεις. Όλα αυτά στο μυθιστόρημα μου Ο αδελφός της Ασπασίας 2 – Μεγάλο Βραβείο, Μεγάλοι Μπελάδες
Αλλά νομίζω πως ήρθε η στιγμή να ξεκαθαρίσω αυτό που λίγο πιο πριν σας υποσχέθηκα πως θα κάνω –το γιατί, δηλαδή, ο Δαμιανός κάποια στιγμή θέλησε να φύγει από το ασαφές σύμπαν των ηρώων που ποτέ δεν θα χωθούνε  στις σελίδες ενός βιβλίου και να βρεθεί ανάμεσα στα πορτραίτα – χαρακτήρες των έργων της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας του τέλους του 20ου αιώνα. Απλά γιατί είναι άτομο που του αρέσει από τη μια η δημοσιότητα και από την άλλη δεν δέχεται την αδικία. Βέβαια, το ίδια γούστα και διαθέσεις έχω κι εγώ. Μόνο που εγώ αν και μου αρέσει η δημοσιότητα δεν ξέρω πώς να την κατακτήσω και την αδικία όσο κι αν την πολεμώ δεν καταφέρνω και ολότελα να την εξουδετερώνω. Όμως, όταν πια η νέα μας συνάντηση άρχισε να δίνει τους καρπούς της, ήταν αυτός που μέσα από τη σουρεαλιστική ματιά του με βοήθησε να δω και τα δυο νέα πρόσωπα που είχαν εισβάλει στη ζωή… μας. Τον Αστέριο Αστερά και τη θεία Ζωζώ.
Ο πρώτος, πολύ γρήγορα κι εγώ ο ίδιος κατάλαβα, πως θα μπορούσε να έχει  το πραγματικό του αντίστοιχο στη συγγραφική κοινωνία του τόπου μας. Είναι το άτομο –στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συγγραφέας- που μόνο για τον εαυτό του ενδιαφέρεται, που οι πάντες θέλει γι αυτόν να εργάζονται και που μόνο η δική του προβολή τον ενδιαφέρει. Όταν ο Δαμιανός μου τον γνώρισε, χάρηκα που θα μπορούσα, έστω και ως negro να συνεισφέρω στο ξεσκέπασμα αυτού του ανεκδιήγητου τύπου. Ο ίδιος ως άτομο μάλλον άτολμα εκφράζω την αντίθεσή μου στους κατά καιρούς Αστεράδες που συναντώ, Ο Δαμιανός θέλησε αυτόν τον αριβίστα συγγραφέα να τον εμπλέξει μέσα στη ζωή του από τη μια για να τονίσει περισσότερο τις δικές του ηθικές αξίες και από την άλλη για να κάνει τους μελλοντικούς αναγνώστες του δεύτερου βιβλίου του να πειστούν πως, όπως πίσω από τον Αστερά μπορεί να κρύβεται ένα πραγματικό πρόσωπο, έτσι και πίσω από τον ίδιο τον Δαμιανό μπορεί να κρύβεται επίσης ένα αληθινό αγόρι. Ναι –μπορεί ο αγαπητός Δαμιανός να μάχεται για το δίκιο, αλλά δεν ξεχνά – κι αυτός- και την προβολή του.
Η θεία Ζωζώ –αν έχω καλά καταλάβει- είναι μια καθαρά δική του συγγραφική δημιουργία. Με τη γνώση και την εμπειρία ενός ταλαντούχου δημιουργού, σκέφτηκε πως έπρεπε να εφεύρει ένα πρόσωπο που ανανέωνε το ενδιαφέρον των αναγνωστών του πρώτου τόμου. Και παράλληλα θα άνοιγε διόδους στη συγγραφή και επόμενων βιβλίων. Η θεία Ζωζώ αναπάντεχα γίνεται το άλλο σημείο αντιστοίχισης με τον Αστερά. Και οι δυο φλερτάρουν με το παράδοξο, μα την ίδια στιγμή αξιοποιούν το ρεαλιστικό. Και ενώ ο Αστεράς είναι ο αρνητικός πόλος, η θεία Ζωζώ είναι θετικός. Ο Αστεράς έχει στοιχεία από πρόσωπο ή πρόσωπα της πραγματικής ζωής – ο Δαμιανός απλώς τόλμησε να τον ή τα φωτίσει. Η θεία Ζωζώ είναι ένα πλάσμα που φτιάχτηκε μέσα στο νου του συγγραφέα Δαμιανού.
Με άλλα λόγια το αγόρι που έχει μια αδελφή με το όνομα Ασπασία, από δημιούργημα απέδειξε πως είναι δημιουργός. Ο Αστεράς από τον πραγματικό κόσμο μπήκε στο κόσμο της λογοτεχνίας και η θεία Ζωζώ από λογοτεχνική περσόνα εισήλθε στην αληθινή ζωή –«Μα υπάρχει! Την είδα  στο Σύνταγμα!» μου τηλεφώνησε καταχαρούμενη η Τέτη Σώλου, τις προάλλες, «… Τα ίδια ξανθιά μαλλιά, το ίδιο μαύρο δέρμα… Μόνο ο ποπός της ήταν πιο μεγάλος από αυτόν της θείας Ζωζώ!». Μα καθώς η ροή της αφήγησής μου με έκανε να αναφερθώ στην Τέτη Σώλου, είναι ευκαιρία τώρα να φανερώσω άλλη μια κρυφή απόφαση του Δαμιανού.
Το δεύτερο βιβλίο του το είχα καταγράψει και είχε έρθει η ώρα να προχωρήσουμε στην εικονογράφηση. Ο Αντώνης Καλαμάρας δεν ήταν πια μαζί μας και θα έπρεπε ένας άλλος εικονογράφος να αναλάβει τις εικόνες του δεύτερου τόμου. Η πιο σωστή εμπορική απόφαση θα ήταν να γίνει ξανά από την αρχή η εικονογράφηση και του πρώτου μυθιστορήματος. Μα κάτι τέτοιο ο Δαμιανός ούτε να το ακούσει ήθελε –και σε αυτό συμφωνούσα κι εγώ μαζί του. Ζήτησε να του φέρω την Τέτη Σώλου και της εξήγησε πως αυτούς που αγαπούμε ποτέ δεν θα πρέπει να τους ξεχνάμε, ακόμα και αν δεν είναι ανάμεσά μας και στη συνέχεια την παρακάλεσε να εικονογραφήσει η ίδια τόσο αυτόν όσο και τους δικούς του συγγενείς και φίλους  με τον τρόπο που θα το έκανε ο Καλαμάρας αν ζούσε.
Κανείς –πιστέψτε με το ξέρω από προσωπική πείρα- κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στον Δαμιανό. Δεν είναι που σου ζητά κάτι με τον δικό του πειστικό τρόπο, είναι και πως αυτό που σου ζητά είναι και το σωστό. Κι έτσι εκτός από ένα negro συγγραφέα, κατάφερε να έχει κι ένα negro εικονογράφο. Αυτά, λοιπόν… Και στον κόσμο των βιβλίων –πέστε μου τώρα εσείς- πού τελειώνει το πραγματικό και πού αρχίζει η φαντασία. Όλα αυτά εγώ –πιστέψτε με- τα έζησα και τα περισσότερα από αυτά τα έχω καταγράψει… Τα έζησα, τα κατέγραψα. Μα δεν ήμουνα αυτός που τα σχεδίασε. Και όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο με ξαφνιάζουνε όσο και τους αναγνώστες.
Η… Ιστορία να την πω; Περιπέτεια; Όνειρο;… Ότι κι αν είναι συνεχίζεται. Έχει πια κυκλοφορήσει και το τρίτο βιβλίο του Δαμιανού , Ο αδελφός της Ασπασίας 3-Κατασκήνωση κάτω από τα… ζώδια . Και σε αυτό, το όνομά μου φιγουράρει στη θέση του συγγραφέα. Αλλά εσείς πια ξέρετε την αλήθεια. Και σε αυτό ασφαλώς και κυριαρχεί πάντα ο σουρεαλισμός, αλλά παράλληλα ολοκληρώνεται και η αλλαγή της προσωπικότητας του κεντρικού ήρωα. Το αγόρι που προσπαθούσε να πάρει τις απλές καθημερινές μεγάλες αποφάσεις του, τις περίφημες Μ.Α. του, έπεσε μέσα στη ζάλη της δημοσιότητας, αφέθηκε στη γοητεία της, αλλά έτσι όπως κρατούσε βαθιές σχέσεις με οικογενειακές αξίες, δεν υπέκυψε στην όποια αλλοτρίωση.
Μα από την άλλη να ’τον που με χαριτωμένη ανεμελιά αποφασίζει να πει με τον δικό του τρόπο ιστορίες της μυθολογίας μας και να τις συνδέσει με τη δική του σημερινή πραγματικότητα. Δεν αμύνεται πια απέναντι στους Αστεράδες και τα τσιράκια τους, μα ενορχηστρώνει επιθέσεις. Και αν στο δεύτερο βιβλίο του είχε πάρει έναν εγωιστή συγγραφέα και τον είχε βάλει μέσα στην χάρτινη ζωή του, τώρα φωνάζει άλλους συγγραφείς που όμως αυτοί πιστεύουν στα ίδια ιδανικά και όλοι πια μαζί σώζουν το ένα και μόνο μήνυμα της Παιδικής Λογοτεχνίας –την Αγάπη. Τα παράλληλα σύμπαντα συνεχώς αυξάνονται. Το σύμπαν των αναγνωστών, το σύμπαν των συγγραφέων, το σύμπαν των ηρώων, το σύμπαν της μυθολογίας… Και κάποιοι –αναγνώστες, συγγραφείς και ήρωες- πηγαινοέρχονται από το ένα στα άλλα. Κι έτσι κι ο Δαμιανός –από το σύμπαν του ενός βιβλίου, στα σύμπαντα των άλλων- τελικά ολοκληρώνεται, και μάλιστα με απόλυτη δική του ευθύνη. Στην πραγματικότητα αυτό-ολοκληρώνεται και έτσι μπορεί να απαντήσει στο –Τελικώς ποιος γράφει το βιβλίο;
Να, λοιπόν, που φτάσαμε στην τελευταία στάση της ερώτησης αυτής και έτσι καταλαβαίνεται πως αν ο Φλομπέρ είχε πει «Η μαντάμ Μποβαρύ είμαι εγώ», ο Κοντολέων –αναγκαστικά- λέει «Εγώ δεν είμαι ο Δαμιανός». Αν έλεγα το αντίθετο –φανταστείτε το –«Ο Δαμιανός είμαι εγώ!», θα ήταν σα να μιλούσα για ένα όνειρο, μια πλάνη. Αν –για φανταστείτε και τούτο!- ο Δαμιανός έλεγε πως «Ο Μάνος Κοντολέων είμαι εγώ!» θα σας έκανε να γελάσετε. Μα τώρα που ευθαρσώς δηλώνει «Ο Δαμιανός είναι ο Δαμιανός!», μη μου πείτε πως δεν βλέπετε -εν σπέρματι, έστω- μια εξέγερση. Ένας χάρτινος χαρακτήρας ισχυρίζεται, διεκδικεί και τελικά κερδίζει την απόλυτη εξουσία που λίγο πιο πριν κατείχε ο δημιουργός του. Η απόλυτη επανάσταση!
Αλλά «Σε ποιο βαθμό» διερωτάται ο Γερμανός δραματουργός Χέμπελ, «τα πλάσματα ενός συγγραφέα είναι αντικειμενικά» Και απαντά ο ίδιος: «Στο μέτρο που στη σχέση του με το Θεό, ο άνθρωπος είναι ελεύθερος». Ποιος, λοιπόν,  είναι τελικά ο ήρωας και ποιος ο συγγραφέας; Προσωπικά δεν έχω κάτι άλλο πέρα απ’ όσα μέχρι τώρα είπα, να προσθέσω. Σας αφήνω κι εσάς να το σκεφτείτε… Και σας ευχαριστώ που με υπομείνατε


ΜΕΛΕΤΕΣ

Γκεόργκυ Λούκατς, Η θεωρία του Μυθιστορήματος, μτφρ. Ξανθίππη Τσελέντη, Αθήνα, Πολύτροπον 2004.
Ντενίζ Εσκαρπί, Η παιδική και νεανική λογοτεχνία στην Ευρώπη, μτφρ. Στέση Αθήνη, Αθήνα, Καστανιώτης, 1995.
Ντέιβιντ Λοτζ, «Ο μυθιστοριογράφος σε δίλημμα». Στο Χριστίνα Γιατζόγλου (επιμ.), Δοκίμια για τη λογοτεχνία και την κριτική, μτφρ. Σπύρος Τσακνιάς, Αθήνα Καστανιώτης, 1984.
Εισηγήσεις στο Α’ Σεμινάριο του «Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου», Το παιδικό λογοτεχνικό βιβλίο- Έργο τέχνης; Μέσο αγωγής;, Αθήνα, Πατ



19.1.14

Ο Μανολίτο ερωτά, ο Μανόλο απαντά

ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ ΕΙΚ/ΣΗ: ΙΡΙΣ ΣΑΜΑΡΤΖΗ Μανόλο & Μανολίτο Εκδόσεις Πατάκη Σελ.: 117 Τιμή: 7,50  ευρώ


Στο νέο του μυθιστόρημα μυστηρίου και φαντασίας σε δύο μέρη για μεγάλα παιδιά και εφήβους, ο Μάνος Κοντολέων, πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος αγαπημένος συγγραφέας μικρών και μεγάλων, εστιάζει με τρυφερότητα στη σχέση ανάμεσα σε δύο γενιές, στη σχέση του «Μανόλο & Μανολίτο» που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο.

Ο Μανόλο, φιγούρα πατρική και προστατευτική, και ο Μανολίτο, ένα μικρό αγόρι που αντιλαμβάνεται τα πάντα, διψά να γνωρίσει τον κόσμο και συχνά φαίνεται να κατανοεί περισσότερα και να εκπλήσσει το μεγάλο του φίλο.

Πλάι στην ακροποταμιά, οι δύο ήρωες θα συναντήσουν τη Φύση που θα τους διηγηθεί με αγάπη τέσσερις ιστορίες, για τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Οι δύο φίλοι μαγεύονται κάθε φορά από την ομορφιά της αφήγησης και από τα ξεχωριστά μηνύματα που αυτή τους μεταδίδει.

Μια μέρα θα βρεθούν περπατώντας μπροστά σε ένα κτήμα με 36 αμυγδαλιές που δεν έχουν ούτε φύλλα, ούτε άνθη, ούτε καρπούς. Γιατί άραγε δεν έχουν ανθίσει ποτέ; Η ιστορία ξετυλίγεται με τρόπο μοναδικό και συγκινητικό από το συγγραφέα και μας αποκαλύπτει τη δύναμη και το θαύμα της αγάπης.

Το μυθιστόρημα διαπνέεται από έντονο λυρισμό. Η ομορφιά και το μεγαλείο της φύσης, η ζεστή και τρυφερή σχέση ανάμεσα στους δύο ήρωες, η αναζήτηση της έμπνευσης από τον ήρωα-συγγραφέα και το αλληγορικό μήνυμα για την αγάπη που μας στέλνουν οι 36 αμυγδαλιές συνθέτουν ένα μεστό ανάγνωσμα, που θα κερδίσει μικρούς και μεγάλους.

Ο Μάνος Κοντολέων ασχολείται με όλα τα είδη του πεζού λόγου: Είναι τακτικός συνεργάτης εφημερίδων και περιοδικών, όπου δημοσιεύει κριτικές και άρθρα του. Εργα του έχουν διασκευαστεί για το θέατρο και την τηλεόραση, ενώ κείμενά του περιλαμβάνονται σε διάφορες ανθολογίες πεζογραφίας και δοκιμίου. Διοργανώνει συχνά ομάδες δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής. Ζει κι αυτός σε μια γειτονιά δίπλα σε ένα ποτάμι και έχει κι αυτός ένα σκυλί, που το λένε όμως Σοκολάτα.

Ελευθεροτυπία, Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

17.1.14

Η κατάρα των Ελλήνων



Η κατάρα των Ελλήνων Ιστορικό μυθιστόρημα Γεωργία Γαλάνη Πατάκης

Το ιστορικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος λογοτεχνικό με κάποιες δικές του –και μάλιστα δύσκολες– απαιτήσεις.
Πρώτα απ' όλα, ο συγγραφέας του πρέπει να αφιερώσει χρόνο για τη συλλογή των αναγκαίων ιστορικών στοιχείων. Πρέπει ακόμα να μπορέσει να κατανοήσει τον τρόπο ζωής της περιόδου όπου τα γεγονότα του έργου του λαμβάνουν χώρα, έτσι ώστε να μπορέσει να τη μεταφέρει με επάρκεια και ζωντάνια μέσα στο κείμενο. Τον τρόπο σκέψης και, το κυριότερο, τον τρόπο συναισθηματικών και ψυχολογικών αντιδράσεων των ανθρώπων που έζησαν την ιστορική περίοδο που ο συγγραφέας θα καταγράψει, θα πρέπει επίσης απόλυτα να έχει κατανοήσει.
Όλα αυτά πριν ακόμα ξεκινήσει η κυρίως συγγραφή.
Μα όλα αυτά απαιτούν χρόνο και κόπο, και ίσως γι' αυτό όχι μόνο δεν είναι ιδιαιτέρως πολλά τα ιστορικά έργα που γράφονται από τους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, αλλά και αρκετά από αυτά τα οποία έχουν δει το φως της δημοσιότητας μοιάζουν να μην έχουν ψυχή, να μην είναι μυθιστορήματα ολοκληρωμένα, μα περισσότερο να θυμίζουν λογοτεχνικές ενσαρκώσεις ιστορικών εγχειριδίων. Και ακόμα κάτι που τα πιο πολλά χαρακτηρίζει και το οποίο όταν ανιχνεύεται στη λογοτεχνία δεν είναι προς όφελός της – μια συντηρητική ματιά στον τρόπο που το ιστορικό γεγονός αναπλάθεται. Συντηρητική με την έννοια της αναπαραγωγής στερεοτυπικών εθνικών, κυρίως, προτύπων.
Ασφαλώς και υπάρχουν σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς που έχουν γράψει ουσιαστικά και άψογα ιστορικά μυθιστορήματα. Πρόχειρα να θυμίσω τον Ισίδωρο Ζουργό, τη Λεία Βιτάλη, την Αθηνά Κακούρη κ.ά.
Ανάμεσα στους πλέον σύγχρονους και πρόσφατους συγγραφείς ιστορικών μυθιστορημάτων, θεωρώ πως πρέπει να εντάξουμε και τη Γεωργία Γαλάνη.
Η Γεωργία Γαλάνη γεννήθηκε το 1991 στην Καβάλα. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με ειδίκευση στην αρχαιολογία. Το 2010 δημοσίευσε το πρώτο της ιστορικό μυθιστόρημα, Ο ήλιος δύο κόσμων (Εκδόσεις Πατάκη). Και εφέτος μας χαρίζει ένα ακόμα – Η κατάρα των Ελλήνων. Αν στο πρώτο το θέμα της είχε να κάνει με τον Μέγα Αλέξανδρο, στο δεύτερο πάει λίγο πιο πίσω και μας αφηγείται τους Περσικούς Πολέμους.
Δύο βιβλία –γύρω στις 500 σελίδες το καθένα– γραμμένα από μια νέα γυναίκα (22 χρονών είναι σήμερα η Γαλάνη) είναι κάτι σπάνιο στα ελληνικά συγγραφικά μας δεδομένα. Απορώ πώς η περίπτωση αυτής της νεαράς λογοτέχνιδας δεν έτυχε μιας ευρύτερης προσοχής από ειδικούς και μη του χώρου του βιβλίου και των ΜΜΕ. Κι εγώ ο ίδιος εντελώς τυχαία έπεσα πάνω στο δεύτερο μυθιστόρημά της. Κι ενώ σκοπεύω να αναζητήσω και το πρώτο για να το διαβάσω, σπεύδω να καταγράψω τη χαρά που αισθάνθηκα από την ανάγνωση του δεύτερου.
Δεν είμαι ο ειδικός ιστορικός για να μπορώ απόλυτα να κρίνω την επιστημονική τεκμηρίωση των όσων η Γαλάνη χρησιμοποιεί για να ζωντανέψει τα χρόνια που βασίλευε ο Ξέρξης και ο Λεωνίδας μαζί με τους τριακόσιους τους εισέρχετο στην αθανασία – απλώς δηλώνω πως ως αναγνώστης πείστηκα. Μα αυτό που μπορώ απόλυτα να κρίνω έχει να κάνει με την ολοζώντανη γραφή και το πολύπλευρο των χαρακτήρων των ηρώων του μυθιστορήματος. Και ακόμα –αυτό ιδιαιτέρως το εκτιμώ– πως ο κεντρικός αφηγητής είναι ένας Πέρσης. Σημαντικό θεωρώ πάντα η λογοτεχνία να φωτίζει με έστω και μικρές αστραπές μια άλλη άποψη των γνωστών απόψεων.
Η Γεωργία Γαλάνη με το θάρρος του δημιουργού, αλλά και τη σύνεση του επιστήμονα, μας ξεναγεί σε μια εποχή και σε γεγονότα που λίγο ή πολύ κάπως διαφορετικά είχαν περάσει στη γνώση μας. Μα προχωρεί ακόμα πιο πέρα και κάνει αυτό που εντέλει το όποιο άξιο του ονόματός του ιστορικό μυθιστόρημα πρέπει να επιχειρεί – ερμηνεύει το μέλλον.
Ο ήρωας της Γαλάνη, από ένας εγωκεντρικός νεαρός Πέρσης αυλικός, στο τέλος –και καθώς θα έχει όχι απλώς λάβει μέρος στην περσική εκστρατεία, αλλά θα έχει γνωρίσει από κοντά και με ουσία τον τρόπο σκέψης των εχθρών– θα μπορέσει να σκεφτεί διαφορετικά, πλέον κυκλικά, και θα σταθεί μια από τις αφορμές, ύστερα από χρόνια ο Ηρόδοτος να γράψει την Ιστορία του έτσι όπως την έγραψε – παγκόσμια.

Πρώτη δημοσίευση:
http://www.diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/2035-i-katara-ton-ellinon

12.1.14

Συνέντευξη στο ΕΘΝΟΣ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ (12/1/2013)

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22768&subid=2&pubid=63946652

1) Κύριε Κοντολέων, φέτος, «Πέτρινα καθίσματα», «Οι δυο τους κι άλλοι δυο», «Μέλι κόλλησε στα χείλη», «Μανόλο και Μανολίτο», λογοτεχνία εναντίον κρίση; Εκτός από τρόπο ζωής, τρόπο θέασης, είναι και τρόπος αντίστασης;
-Εφέτος με δυο βιβλία προσπάθησα να επικοινωνήσω με τους αναγνώστες μου. Μ' ένα μυθιστόρημα για ενήλικες –το «Μέλι κόλλησε στα χείλη»-  και ένα για παιδιά  -το «Μανόλο και Μανολίτο». Επανεκδόθηκαν και μερικά ακόμα.
Και ναι, για μένα η γραφή και η ανάγνωση είναι μια μορφή αντίστασης. Αντιστέκομαι στην ισοπέδωση σκέψης και πράξεων. Γι αυτό και πέρα από τη συγγραφή και τις προσωπικές αναγνώσεις μου, διοργανώνω ομάδες δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής. Στην ουσία μέσω της λογοτεχνίας ενδοσκοπούμαστε. Άρα αντιστεκόμαστε στην ισοπέδωση που προσπαθούν να μας επιβάλουν.

2) Το καινούργιο σας βιβλίο «Μανόλο και Μανολίτο», Κύριε Κοντολέων, μάλλον είναι κάτι ιδιαίτερο για σας. Ένας συγγραφέας -ο Μανόλο- που του αρέσει να περπατά στην ακροποταμιά. Ένα αγόρι -ο Μανολίτο- που όλο θέλει να ρωτά. Κι ένα λευκό σκυλί που το φωνάζουνε Νύχτα. Εσείς; Ο εγγονός σας; Η νύχτα μας;
-Όχι… Δεν αυτοβιογραφούμαι ακριβώς. Μα αναζητώ τρόπους επαφής δυο γενεών και χρησιμοποίησης μέσα στην καθημερινότητα μας της φαντασίας που θα την ανατρέψει ή αν θέλετε θα την φωτίσει. Και προσπαθώ στηριγμένος σε δικά μου πρόσωπα να δημιουργήσω νέα –τους ήρωές μου.

3) Και οι 35 αμυγδαλιές; Μου θυμίζουν εκείνο το υπέροχο θαύμα στα «Όνειρα» του Κουροσάβα, με τον χορό που ανασταίνει τις ψυχές στις νεκρές ροδακινιές.
-Η αγάπη ανασταίνει όταν παρουσιάζεται, όπως και νεκρώνει όταν απουσιάζει.  Την αμυγδαλιά την είδα ως σύμβολο αγνότητας και αγάπης. Γι αυτό και τόσο τολμηρή, όσο και πανέμορφη.

4) Αλλά και στο μυθιστόρημά σας «Μέλι  κόλλησε στα χείλη», η απόδραση και το αίνιγμα της ζωής, το μυστήριο και μια Ελλάδα ακριβώς στο μεταίχμιο, επίσης, κυριαρχούν. Θα πρέπει να επανεξετάσουμε, τελικά, τη ζωή μας;
-Σε ατομικό μα και σε συλλογικό επίπεδο. Για το πρώτο η ευθύνη είναι του καθένα από εμάς. Για το δεύτερο … Εδώ διακρίνω αυτούς που σχεδιάζουν από αυτούς που σχεδιάζονται… Στους πρώτους εδώ η ευθύνη. Μα και η τιμωρία.

5) Στα βιβλία σας, ακόμα και στα παιδικά, έχετε τολμήσει τα δύσκολα, ειδικά όσον αφορά τη θεματολογία. Σήμερα τι είναι εκείνο που αισθάνεστε ότι οφείλετε να πείτε στα παιδιά;
-Αυτό που πάντα τους έλεγα. Πριν αποδεχτούν μια στάση ζωής, να την εξετάσουν έως και την αμφισβήτησή της ακόμα.

6) Τι σας ρωτούν στα σχολεία;
-Πολλά και πάντα όλα τους έχουν ενδιαφέρον. Και κάτι η κάθε ερώτηση εκφράζει.  Να, θυμάμαι τώρα δυο χαρακτηριστικές ερωτήσεις . Η μια είχε να κάνει με τα πόσα χρήματα κερδίζω ως συγγραφέας. Και η άλλη… Αν αυτά που ζω επηρεάζουν όσα γράφω ή αν αυτά που γράφω επηρεάζουν όσα ζω… Καταλαβαίνετε, φαντάζομαι, τους δυο διαφορετικούς τρόπους σκέψης που εκφράζουν αυτές οι ερωτήσεις.

7) Στο «Μανόλο και Μανολίτο» θίγετε τόσα πολλά, ας πούμε τον συγγραφέα – αφηγητή για την διαχείριση της ήττας, θα πρέπει να επανεξετάσουμε στις μέρες μας τους ηττημένους [έτσι ή αλλιώς] αυτής της ζωής;
-Χωρίς το πικρό δεν θα ξέραμε τι σημαίνει γλυκό. Χωρίς το μαύρο, το λευκό. Χωρίς τον θάνατο, τη ζωή… Χωρίς την ήττα, την νίκη… Αλλά ας μην ξεχνάμε πως υπάρχουν και νίκες που μάλλον ήττες είναι.

8) Κι η συνταγή της Φύσης, το μεγάλο μυστήριο. Στην Ιστορία και στην Φύση βρίσκεται  η λύση;
-Δεν ξέρω αν μπορώ να ισχυριστώ πως γνωρίζω την απάντηση σε αυτήν την ερώτηση… Πάντα και για πάντα θα την αναζητώ. Όπως και ο καθένας μας… στο δικό του το βασίλειο.

9) Αλλά και όλο το βιβλίο αποτελεί ένα σχόλιο όσον αφορά την διαδικασία της δημιουργίας, την έμπνευση. Η λογοτεχνία είναι αντίσταση; Έχει την λύση; Μπορεί να είναι εκτός από παρηγορία, μια καινούργια πρόταση αισιόδοξα επαναστατική;
-Μα πάντα η Τέχνη  υπήρξε και είναι επαναστατική.

10) Κύριε Κοντολέων, είστε χρόνια συγγραφέας, με πολλά βιβλία, πολλά βραβεία, πολλά παιδιά που σας διαβάζουν και που έχετε συναντήσει στα σχολεία, πώς έφτασαν νέα παιδιά στην Χρυσή Αυγή;
-Μα και τα παιδιά μέλη της κοινωνίας μας είναι. Και μάλιστα μέλη που οι ενήλικες τα εκπαιδεύουν. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Πώς η κοινωνία μας γέννα τέτοια φαινόμενα;

11) Κι ο εχθρός στις ιστορίες ή στα παραμύθια είναι ο ίδιος, ή άλλος με αυτόν της ζωής;
-Λέμε πως εχθρός μας είναι ο άλλος, γιατί δεν εμπιστευόμαστε το άγνωστο.  Στην ουσία δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας.

12) Έχει αλλάξει η θεματολογία στις μέρες μας, όσον αφορά την λογοτεχνία και το παραμύθι;
-Μπορεί… Οι νέοι συγγραφείς προσέχουν περισσότερο το περιτύλιγμα και αδιαφορούν για το περιεχόμενο

13) Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Τέχνη, η λογοτεχνία, είναι οι ωφελημένες της κρίσης;
-Αν το πίστευα αυτό, θα ντρεπόμουνα που είμαι συγγραφέας.

14) Κύριε Κοντολέων, σήμερα, τι είναι αυτό που σας κάνει να είστε αισιόδοξος; Για να βγούμε στο φως που θα πρέπει κανείς και πώς να σταθεί;
-Και ποιος σας είπε πως είμαι αισιόδοξος; … Πιστεύω πως κάποια μέρα η τωρινή κρίση θα περάσει. Μα αναρωτιέμαι  για το που θα είμαι εγώ, εσείς, οι δικοί και οι φίλοι, εκείνη τη μέρα. Πού και πως…

15) Τα παιδιά που συναντάτε έχουν αντιληφθεί και πώς αυτή την κρίση;
-Τα παιδιά αντιλαμβάνονται τα πάντα. Και έτσι όχι μόνο την κρίση έχουν αντιληφθεί, μα και τον τρόπο που οι δικοί τους ενήλικες αντιδρούν επίσης γνωρίζουν. Και κάποια στιγμή θα τον κρίνουν.

16) Ο «Μανόλο και Μανολίτο» είναι η δική σας πρόταση για την σημερινή δύσκολη και σκοτεινή εποχή;
-Ένα από τα βιβλία μου είναι. Το πιο πρόσφατο που όμως γραφότανε εδώ και δυο χρόνια. Αν έχω μια πρόταση για τη σημερινή κρίση… θα φανεί σε αυτό που τώρα ξεκινώ να γράφω… Και που έχει να κάνει… Όχι. Ας μου επιτρέψετε να μη σας φανερώσω το θέμα, άρα μήτε και την πρότασή μου.

11.1.14

Μια παρουσίαση - συνέντευξη


http://www.weshootpeople.gr/site/index.php/blog/142-2014-01-11-10-13-06.html



ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ

 Γνωστός από πολλούς ως συγγραφέας νεανικών βιβλίων. (Μα είναι «το 33» και ο «αδελφός της Ασπασίας» παιδικά-εφηβικά, άραγε;). Με μια ιδιαίτερη έφεση, πάντως, στην παραμυθία δια μέσου του λόγου. Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας και το 1997 και το 2009.


1) Θα μπορούσε η Ποίηση να διατελέσει κάποιον κοινωνικό ρόλο, εν γένει; Και ποιά η θέση της στη σύγχρονη εποχή, εν είδει;

Δεν μπορώ να φανταστώ την ποίηση να παίζει κάποιο κοινωνικό ρόλο. Η ποίηση αφορά το άτομο. Και ποτέ δεν υπήρξαν –ούτε και θα υπάρξουν- τόσα πολλά άτομα που τα επηρέασε η ποίηση ώστε να αποτελέσουν ομάδα κοινωνική.


2) Ποιό βιβλίο θα διάλεγες να πάρεις μαζί σου, αν έμπαινες στην κιβωτό του Νώε;

Τόσα πολλά τα βιβλία που έχω διαβάσει, τόσα πολλά κι αυτό που πολύ αγάπησα. Κανένα δε θα διάλεγα. Θα είχα μαζί μου, μέσα στο νου μου, όλα τους.


3) Αλκοόλ και έμπνευση. Ποιά η σχέση τους;

Δεν ξέρω για άλλους, αλλά εγώ αλλού ανακαλύπτω την έμπνευση.


4) Θα έγραφες έργο συνεργατικά με κάποιον συγγραφέα, και αν ναι, με ποιόν;

Το έχω κάνει δυο φορές στο παρελθόν. Τρίτη δε θα υπάρξει.



5) Ποιόν τρόπο θα επέλεγες να φύγεις από τη ζωή, αν υποθέσουμε ότι είχες την εν λόγω δυνατότητα επιλογής και ως τί θα ήθελες να επιστρέψεις στον κόσμο;

Πάντα ονειρευόμουνα να «πεθάνω ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι» όπως έχει γράψει ο Ουράνης. Το πώς , δεν το έχω σκεφτεί. Και ασφαλώς μου είναι αδιάφορο αν θα επιστρέψω ξανά και με ποια μορφή.


6) Τί ρόλο διαδραματίζει ο μύθος στη σύγχρονη εποχή, (ή αλλιώς) χωράει η σύγχρονη πραγματικότητα μύθους; Ποιος ο αγαπημένος σου ήρωας παραμυθιού;

Μια εποχή δίχως μύθους και θρύλους είναι η δική μας. Μα με ψευδαισθήσεις. Από τους ήρωες των παραμυθιών π΄ αγάπησα, πιο κοντινά μου αισθάνομαι  το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα.



7) Ποιά η γνώμη σου για την αναρχία;

Των δρόμων ή του νου; Την πρώτη την απεχθάνομαι. Τη δεύτερη τη ζηλεύω.



8) Χωράει η Τέχνη στο καλούπι κομματικών σχηματισμών;

Όσο χωρούσαν τα πόδια των αδελφών της Σταχτοπούτας στο γυάλινο γοβάκι.



9) Ποιός μπορεί να είναι ο Θεός ενός συγγραφέα;

Μα ο συγγραφέας αισθάνεται πως ο ίδιος είναι θεός.


10) Σε τί βαθμό μπορεί να συμμετέχει το σώμα σε έναν ιδεατό έρωτα;

Πιστεύω μόνο στον έρωτα των σωμάτων.