Pages

29.3.18

Ο έτερος εχθρός


«Ο έτερος εχθρός»
Ελισάβετ Χρονοπούλου
Πόλις 2017
          
 
Τα ιστορικά γεγονότα τόσο την εποχή που συμβαίνουν, όσο και τα αμέσως επόμενα χρόνια συνήθως καταγράφονται στη συλλογική μνήμη με τον τρόπο που η πολιτειακή βούληση θέλει να τα χρησιμοποιήσει.
Η γενιά που έζησε ένα γεγονός, όπως και οι δυο ή και τρεις επόμενες της,  αντιμετωπίζουν αυτό το συμβάν, στοχάζονται πάνω σε αυτό με την ψευδαίσθηση πως το έχουν αντικειμενικά γνωρίσει.
Αλλά συνήθως η Ιστορία δεν γράφεται χωρίς προγραμματισμό και κάθε τι ατομικό που ξεφεύγει από το όρια του συλλογικού που έχει επιβληθεί, παραμένει αφανές, συχνά και ως ενοχή αποκρύπτεται.
Καθώς ο 21ος αιώνας πλησιάζει στο τέλος του πρώτου τέταρτου του και το μισό το 20ου φτάνει να απέχει από τους σημερινούς ανθρώπους κοντά ένα αιώνα, η λογοτεχνία αποκτά εκείνους τους συγγραφείς που θα θελήσουν με τη δική της ευαισθησία να επαναπροσδιορίσουν συναισθήματα, να επανατοποθετήσουν αποφάσεις και να αναζητήσουν νέα όρια ανάμεσα στις θέσεις και τις αντιθέσεις όσων έζησαν μέσα σε εκείνα τα παλαιά-πλέον- γεγονότα.
Κι αυτή η αναζήτηση δεν έχει στόχο της να καταδικάσει, μήτε και να αγιοποιήσει. Αντίθετα ψάχνει τα ανθρώπινα πάθη σε όλη τους της γκάμα –από τα πλέον θετικά έως τα πλέον αρνητικά.  Γιατί αυτός ήταν και είναι πάντα ο λόγος ύπαρξης της κάθε Τέχνης και ασφαλώς της λογοτεχνίας.
Αυτή η λογοτεχνική τάση –εστιασμένη σε μια πολυσήμαντη ανίχνευση των χρόνων από το 1935 έως το 1945 περίπου-  δείχνει να  απλώνεται σε όλη την Ευρώπη. Λογικό μιας και η Γηραιά Ήπειρος είναι ο χώρος όπου το μέγιστο γεγονός του 20ου αιώνα –ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος- έδειξε τα όρια μέσα στα οποία μπορεί να εκφρασθεί ο άνθρωπος – από κτήνος έως ήρωας.
Αλλά ανάμεσα στα δυο αυτά άκρα είναι που οι περισσότεροι ευρωπαίοι κινήθηκαν. Και οι θέσεις τους, εκείνες οι πλέον εσωτερικές θέσεις σπάνια σχολιάστηκαν, σπανίως φωτίστηκαν με μια διάθεση όχι τόσο αυτοκριτικής, όσο αυτοκατανόησης.
Στη Ελλάδα δεν υπάρχουν πολλές τέτοιες λογοτεχνικές προσπάθειες. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής μόνο μια  αυτή την ώρα μπορώ να σκεφτώ –είναι το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου. Αλλά σε εκείνη τη συλλογή διηγημάτων, η άλλη μάτια αφορούσε μια ακόμα παλαιότερη ιστορική περίοδο -το ’22. Προσωπικά θεώρησα πως εκείνη η τόσο ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων, μάλλον είχε αργήσει να γραφτεί. Η στάση των ελλήνων στρατιωτών στην Μικρασιατική Εκστρατεία μπορεί να μην ήταν ευρέως γνωστή, σίγουρα όμως ήταν καταγεγραμμένη στις μνήμες και εκείνων που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμμετείχαν στα γεγονότα, όσο και των απογόνων τους. Η επίσημη αποσιώπηση έπρεπε  να περάσουν πάνω από ενενήντα χρόνια για να αμφισβητηθεί λογοτεχνικά. Και έτσι η έκδοση του «Γκιακ» απετέλεσε ένα συγγραφικό γεγονός λόγω ποιότητας γλώσσας και ρεαλισμού περιγραφών, αλλά δεν θα μπορούσε να ενεργοποιήσει αντιδράσεις πάνω στα όσα ο έλληνας του 21ου αιώνα βιώνει.
Όμως επανέρχομαι στην άποψη πως λογοτεχνικές προσπάθειες νέων ελλήνων συγγραφέων με άξονα τα γεγονότα της Κατοχής και κυρίως των χρόνων ’40 –‘ 43, δεν έχω συναντήσει.
Οπότε και με μέγιστο ενδιαφέρον διάβασα τα διηγήματα της συλλογής «Ο έτερος εχθρός» της Ελισάβετ Χρονοπούλου.
Κινηματογραφίστρια η Χρονοπούλου, μόλις πριν τέσσερα χρόνια είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της λογοτεχνικό έργο –συλλογή διηγημάτων κι εκείνο- και ιδιαιτέρως προσέχτηκε από την κριτική.
Ως καλλιτέχνης που έχει μάθει να εκφράζεται με την εικόνα και να χρησιμοποιεί τη δομή μιας σεναριακής ανάπτυξης του αφηγούμενου μύθου, δίνει ιδιαίτερη σημασία στον κεντρικό χαρακτήρα της κάθε ιστορίας της.
Ο χρόνος που όλα τα διηγήματα περιγράφουν είναι τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής κυρίως αλλά και του Εμφύλιου* χώρος η Αθήνα. Όλα τα πρόσωπα απολύτως αντιηρωικά και όλα τους αντιμέτωπα με τον… έτερο εχθρό. Ποιος είναι αυτός;
Αν αποδεχτούμε πως σε μια περίοδο κατοχής από εχθρικά στρατεύματα ο εχθρός έχει συγκεκριμένο πρόσωπο, αν αποφασίσουμε πως σε μια εμπόλεμη περίοδο  ο απέναντι μας άλλος είναι ο εχθρός, τότε αν κάποιον θα πρέπει να τον χαρακτηρίσουμε ως έτερο εχθρό, αυτός δεν είναι παρά  ο ίδιος μας ο εαυτός.
Ο εαυτός μπροστά το φόβο του θανάτου* μπροστά στην πάση θυσία επιβίωση* ενώπιον της ίδια της ανάγκης μας να συνεχίσουμε να ζούμε. Αλλά και εκείνος που μας εξαναγκάζει σε συμβιβασμούς, εξευτελισμούς, σε αποσιωπήσεις, σε υπεκφυγές.
Ο έτερος εχθρός είμαστε εμείς σε μια στιγμή αδύναμη. Που όμως… Ναι, ο έτερος εχθρός, ο εαυτός μας δηλαδή, πάντα μας ακολουθεί, δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτόν. Μήτε –πόσο μάλλον- να τον καταγγείλουμε. Κι έτσι όχι μόνο αποδεχόμαστε, αλλά και με όλη μας τη δύναμη συντηρούμε την μνήμη του άλλου –του πρώτου εχθρού που γέννησε το έτερό του ήμισυ.
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου καθώς με γρήγορους κινηματογραφικούς ρυθμούς ‘τρέχει’ πάνω στα πρόσωπα  -ήρωες των διηγημάτων της, καταφέρνει να μας παρασύρει και έτσι να αποδεχτούμε πως εν τέλει αυτά τα πρόσωπα που εκεί γύρω στα μέσα του 20ου υπέκυψαν στον έτερο εχθρό τους, ακόμα και αν τα ίδια μπορεί πλέον να μη ζούνε, οι άμεσοι, πρώτοι  και δεύτεροι απόγονοί τους  - οι σημερινοί κάτοικοι αυτής της πόλης που με ανάλογο  τρόπο ζει σε συνθήκες μιας άλλης κατοχής- μπορεί να αντιμετωπίζουν το δικό τους έτερο εχθρό… Σαφώς με άλλα ενδύματα, κάτω από άλλες  -φαινομενικά- συνθήκες, αλλά πάντα ο έτερος… Αυτός που δεν θέλουμε να δεχτούμε πως συγκατοικεί με τον άλλον.
Αισθαντικά, αυθεντικά, πρωτότυπα κείμενα.

Πρώτη ανάρτηση: https://www.literature.gr/o-eteros-echthros-elisavet-chronopoyloy/


27.3.18

Με αφορμή δυο διασκευές...







Εκδήλωση
για τον Μάνο Κοντολέων με αφορμή τις διασκευές δύο κλασικών βιβλίων με την εικονογράφηση του Βαγγέλη  Παυλίδη,
Νεστορίδειο 15/3/2018
Πέτρος Σπανός, Σχολικός Σύμβουλος Α/θμιας Εκπαίδευσης Δωδεκανήσου, Πρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ρόδου
Ο Μάνος Κοντολέων και το έργο του μέσα από προσωπικά βιώματα.
Η πρώτη μου γνωριμία με το συγγραφικό έργο του Μάνου Κοντολέων ήταν η έκδοση του βιβλίου “Εε από άστρα” 1981, (Βραβείο Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών). Ίσως είναι το μοναδικό βιβλίο που έχει γραφτεί από ιδέες παιδιών.  Είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε από τον συγγραφέα σε συνεργασία με τα παιδιά - αναγνώστες του περιοδικού «Γεια χαρά, παιδιά». Στο βιβλίο “Εέ από τα’ άστρα” αποτυπώνεται ένα σχολείο της επιστημονικής φαντασίας με αξίες και έννοιες, θα έλεγα, ζητούμενες και από το σημερινό σχολείο όπως η ομορφιά, η χαρά, η αλληλοβοήθεια, το χρώμα, η ευτυχία. Προσέξτε μια  ιδιότυπη φιλαναγνωστική συμπεριφοράς που αναδύεται από το συγκεκριμένο μυθιστόρημα: «εκεί τα βιβλία είναι φτιαγμένα από λουλούδια όπου το διάβασμα είναι συνυφασμένο με τη μυρωδιά τους. Όταν δε κάποιος ανακαλύψει ένα βιβλίο με σπάνια μυρωδιά και θέλει να το χαρίσει και σε άλλους ζητάει από τα λουλούδια πέταλα, για να κάνει πολλά αντίτυπα να τα μοιράσει». ¨Ήταν το βιβλίο που ενέπνευσε τους μαθητές μου στο Δημοτικό Σχολείο Κερατσινίου στο οποίο υπηρετούσα ως νεοδιόριστος δάσκαλος, στην υλοποίηση περιβαλλοντικής δραστηριότητας για ένα σχολείο των «χρωμάτων και της φύσης», όπως το περιγράφαμε, βιώνοντας τη ρυπογόνα παρουσία του «φουγάρου» της Δ.Ε.Η…
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 είχα την ευκαιρία να γνωρίσω το «Δομήνικο», μυθιστόρημα του 1992(Τιμητικός πίνακας Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για παιδιά (ΙΒΒΥ) όταν ο  Κώστας Μιχαλάς, δάσκαλος  που υπηρετούσε στο 5ο Δημοτικό Σχολείο Καλλιθέας, είχε συμβάλλει στην παρουσίαση του βιβλίου, αξιοποιώντας τις ζωγραφιές της τάξης του και μιλώντας και  ο ίδιος για το φανταστικό στη λογοτεχνία. Στο «Δομήνικο» ενυπάρχουν στοιχεία τόσο του φανταστικού όσο και του πραγματικού κόσμου, όπου κατά τη διάρκεια της ιστορίας το ένα συνδυάζεται και διαδέχονται το άλλο. Το υπερφυσικό συνυπάρχει με την καθημερινή πραγματικότητα. Πρόκειται για τον λογοτεχνικό τρόπο του μαγικού ρεαλισμού, ένα υπέροχο αλληγορικό μυθιστόρημα για παιδιά των μεγάλων τάξεων του Δημοτικού και για εφήβους. Η Οδύσσεια ενός παιδιού, του Δομήνικου, που ταξιδεύει για να ανακαλύψει τον εαυτό του, τη ζωή και τη σχέση του με τον κόσμο.. Ακολούθησαν πολλά ακόμη για μικρούς και μεγάλους, περίπου 60 βιβλία συγγραφικής παραγωγής.  Έχω διαβάσει αρκετά-δεν τα έχω διαβάσει όλα-υπάρχει καιρός ακόμη..
Τα τελευταία χρόνια είχα την τύχη να συναντήσω τον Μάνο Κοντολέων, υπηρετώντας ως Σχολικός Σύμβουλος στα Δωδεκάνησα, στις επισκέψεις του σε διάφορα σχολεία της Α/θμιας Εκπαίδευσης, προσκεκλημένος μέσω του προγράμματος Φιλαναγνωσίας -του πάλαι ποτέ ΕΚΕΒΙ- αλλά και ως συντονιστής της «Φιλομύθου Λέσχης Ανάγνωσης Παιδικής και Εφηβικής Λογοτεχνίας». Ο Μάνος Κοντολέων ως υποστηρικτής των Λεσχών Ανάγνωσης ανταποκρίνεται με προθυμία σε σχετικές προσκλήσεις (ΙΑΝΟΣ), Ίδρυμα Λασκαρίδη. Υποστηρίζει με πάθος δραστηριότητες Φιλαναγνωσίας. Άλλωστε το βραβείο Φιλαναγνωσίας που δίνεται κάθε χρόνο σε δάσκαλο  ήταν ιδέα και πρόταση  από τον Μάνου Κοντολέων. Ο πρώτος που του απονεμήθηκε  ήταν ο  Γιάννης Παπαδάτος, δάσκαλος  σε δημοτικό σχολείο των Αθηνών, πανεπιστημιακός δάσκαλος σήμερα, συγγραφέας και ο ίδιος βιβλίων για την Παιδική Λογοτεχνία και συνταξιδιώτης στο φιλαναγνωστικό μας ταξιδιού μέσα από τη Λέσχη που προαναφέρθηκε. Η Λέσχη πριν λίγο καιρό επέλεξε να διαβάσει την «Αμαρτωλή πόλη», πρωτοπόρο και ανατρεπτικό βιβλίο  που διαβάστηκε τελευταία από τα 14 μέλη της Φιλομύθου Λέσχης μας. Ένα «Μυθιστόρημα ενηλικίωσης, ένα καθαρόαιμο crossover μυθιστόρημα γραμμένο μέσα στην επώδυνη γνώση αυτών των πρώτων χρόνων του νέου αιώνα.», όπως ο ίδιος ο συγγραφέας λέει σε σχετική συνέντευξή του. Στη σχετική συζήτηση  της Λέσχης είχαμε την ευκαιρία να επικοινωνήσουμε  μαζί του διαδικτυακά.
Κυρίες, κύριοι, φίλες, φίλοι,
Η σύντομη εισήγηση που ακολουθεί αξιοποιεί την έντυπη-«Απόψεις για την Παιδική Λογοτεχνία» και ηλεκτρονική βιβλιογραφία-πλούσιο και με συνεχή ενημέρωση του προσωπικού του ιστολογίου, άλλες διαδικτυακές πηγές και αναφορές στην πολυσχιδή δράση του, αλλά και την προσωπική μου οπτική ως αναγνώστη και εκπαιδευτικού. Επιλέγω  να αναφερθώ σε λιγοστούς, ενδεικτικούς άξονες που αφορούν τη σχέση του συγγραφέα και διανοούμενου Μ.Κ. με το βιβλίο, το παιδί και την ανάγνωση, τη Φιλαναγνωσία και το σχολείο ευρύτερα.
1
Το συγγραφικό έργο του: «Λογοτεχνία για παιδιά» ή «Λογοτεχνία και για παιδιά»
Η λογοτεχνία, ως μορφή τέχνης, μεταπλάθει την αντικειμενική πραγματικότητα με την αισθητική αξία που της προσδίδει. Η πρόκληση συγκίνησης, πρωταρχικό γνώρισμα της λειτουργίας της τέχνης του λόγου, όπως και κάθε τέχνης, είναι απόρροια της αισθητικής της αξίας. Ποικίλα συναισθήματα, πάθη, καημοί, διαλογισμοί του ανθρώπου, κοινωνικά προβλήματα μετατρέπονται από το δημιουργό σε αισθητική εποπτεία. Έτσι το ατομικό γίνεται γενικό. Το έργο κάθε λογοτέχνη αντανακλά, δημιουργικά, έναν ολόκληρο κόσμο ιδεών και πεποιθήσεων, που ενώνουν το συγγραφέα με την εποχή του ή τον αντιπαραθέτουν σ' αυτήν. Έτσι κάθε λογοτέχνημα μέσα από την αισθητική ανασύνθεση του κόσμου της ανάγκης, μας οδηγεί στην εσωτερική ελευθερία και συμβάλλει γενικότερα στη συγκρότηση της πνευματικής μας ζωής.
Ο  Μάνος Κοντολέων(Μ.Κ.) πρωταγωνιστεί τα τελευταία σαράντα χρόνια στην ποιοτική νεοελληνική λογοτεχνία. Και δεν λέω μόνο στη λεγόμενη παιδική και εφηβική, επειδή η προσφορά του στη λογοτεχνία για ενήλικες είναι εξίσου σημαντική. Κι είναι επίτευγμα νομίζω, από τα ελάχιστα στη λογοτεχνία, την ελληνική και όχι μόνο, αυτό, το τρισυπόστατο του έργου του να είναι ενιαίο και ισοδύναμο, με το ένα μέρος του να εισχωρεί διαλεκτικά στο άλλο. Εννοώ ότι ο ίδιος με τη γραφή του έχει αποδείξει ότι τα βιβλία του στη συντριπτική τους πλειονότητα  μπορούν να διαβαστούν και από διαφορετικές ηλικίες. Επίσης είναι ένας συγγραφέας που πειραματίζεται αφηγηματικά, και δε διστάζει να διευρύνει τα λογοτεχνικά του όρια και παρότι έχει ταυτιστεί με την παιδική και νεανική λογοτεχνία πετυχαίνει με την πολυσημία των θεματολογικών του κατηγοριών στα περισσότερα έργα, μορφοποιώντας ήρωες και καταστάσεις, να «γεφυρώνει» αναγνωστικά διαφορετικές ηλικίες, γιατί διακατέχονται από μια αιώνια  παιδικότητα. Μια παιδικότητα η οποία με στοιχεία την αυθορμησία, τη δυναμικότητα της παιδικής ηλικίας, την οραματική της διάθεση ενέχει ως αυθεντικά λογοτεχνικά όπλα δύο κύρια στοιχεία θαυμαστά και ιδιαιτέρως προσωπικά: το μαγικό ρεαλισμό και την ποίηση.
Ο Μ.Κ. ιδιαίτερα στη λεγόμενη παιδική και εφηβική λογοτεχνία είναι από τους πρώτους Έλληνες συγγραφείς που εντρύφησε υποδειγματικά και ανέδειξε αυτό που ονομάζουμε μαγικό ρεαλισμό, ως σύζευξη του ατομικού με το συλλογικό, «.. Ο μαγικός ρεαλισμός και η ποίηση ως υφολογικό στοιχείο στο έργο του Μ.Κ. λειτουργούν με έναν τρόπο ζώσας, αεικίνητης δημιουργίας. Μέσω μιας αιώνιας παιδικότητας μεταμορφωμένης σε κάθε ηλικιακή περίοδο των ηρώων του η φαντασία και η μαγεία εισχωρούν στην πραγματικότητα την οποία αλλάζουν δημιουργώντας στον αναγνώστη τη διάθεση μόνο μέσω αυτής να αλλάξει τον εαυτό του και τον κόσμο..», υποστηρίζει ο Γιάννης Παπαδάτος σε σχετική του ομιλία για το έργο του συγγραφέα. Τα βιβλία του Μάνου Κοντολέων,  γράφει η Αλεξάνδρα Ζερβού καθηγήτρια Παιδικής Λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο της Κρήτης, σήμερα, είναι «σαν ένα χτύπημα στον ώμο αφυπνιστικό και συνθηματικό, κάτι σαν επιδέξιο, αποφασιστικό και μετρημένο σπρώξιμο στο κατώφλι της ζωής, ή μάλλον στον σκοτεινό και δαιδαλώδη διάδρομο της εφηβείας, όπου παραμονεύουν εμπειρίες τραυματικές, σκιές και φαντάσματα».
Σχετικά με το ερώτημα, υπάρχει διαφορά μεταξύ συγγραφής για ενήλικες και συγγραφής για παιδιά; Αν ναι, που την  εντοπίζετε;  Ο Μ.Κ. απαντά: « Από τεχνικής πλευράς, ναι, υπάρχει. Όπως ακριβώς υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο μυθιστόρημα και στο διήγημα. Από πλευράς συγγραφικής ευθύνης καμία. Ότι κι αν γράφει κανείς και απ΄ όποιους κι αν αυτό διαβαστεί, είναι ακριβώς το ίδιο ζητούμενο –η ποιότητα.  Η λογοτεχνία για παιδιά (ως μια μορφή ελεύθερης καλλιτεχνικής έκφρασης) όχι μόνο διατηρεί το δικαίωμα να εκφράζεται κάθε φορά με κανόνες εντελώς υποκειμενικής συγγραφικής σύλληψης, αλλά και επιζητά τη διάδοσή της όχι τόσο ποσοτικά όσο ποιοτικά. Η λογοτεχνία για παιδιά θέλει αναγνώστες και όχι καταναλωτές…»
Για αυτό το «επίδικο» κατά κάποιο τρόπο στο χώρο των συγγραφέων, και των εκδόσεων θέμα, ο  Μ.Κ. και όχι μόνο αυτός, είναι κριτικός και επικριτικός στην κρατούσα κατάσταση στον τομέα της συγγραφής και εν γένει των  προγραμμάτων Φιλαναγνωσίας. Ο Μ.Κ. μιλώντας για τους  νέους τρόπους υλοποίησης προγραμμάτων Φιλαναγνωσίας υποστηρίζει πως κάποια  από αυτά-τα περισσότερα προσθέτω εγώ- στοχεύουν  απλώς στη δημιουργία μιας «συναισθηματικής» σχέσης του παιδιού με τη λογοτεχνία, και στις πιο πολλές περιπτώσεις  προσπαθούν να κερδίσουν το ενδιαφέρον των παιδιών με τη διοργάνωση διαφόρων διαγωνιστικών δραστηριοτήτων. Εκείνο, όμως που παρατηρείται συχνά, συμφωνώντας από προσωπικό βίωμα με το συγγραφέα  είναι πως οι  διοργανωτές όλων αυτών των βιβλιοδρομιών ή βιβλιομαραθωνίων (με τέτοια ονόματα συνήθως χαρακτηρίζονται τα προγράμματα Φιλαναγνωσίας) είναι  πως στην  προσπάθεια τόνωσης της αγάπης ενός παιδιού προς το βιβλίο οδηγεί τελικά στη μετατροπή της «λογοτεχνίας για παιδιά» σε «βιβλίο για παιδιά. Φαίνεται, συνάγεται από την εμπειρία και τη δική μου, πως στο πλαίσιο αυτό, δεν ενδιαφέρει τόσο  η προώθηση του βιβλίου με ποιοτικά κριτήρια συγγραφής του, όσο  στοχευμένη κυρίως επιδίωξη για συγγραφή και προώθηση  βιβλίων  με θέματα  που βρίσκονται στην επικαιρότητα και προφανώς  «πουλάνε», με σκοπό το  εμπορικό κέρδος, προϊόντα, δηλαδή προς κατανάλωση… Έτσι, τίθεται ως επιλογή και προτεραιότητα η συγγραφή ολιγοσέλιδων ιστοριών,  για να διαβάσει ένα παιδί όσο περισσότερα βιβλία γίνεται, να τα διαβάσει εύκολα και γρήγορα. Να είναι γραμμένα με τρόπο λίγο πολύ επιφανειακό και να μην κουράζουν με το πλήθος των σελίδων τους…
Κάτω από αυτές τις συνθήκες η κυκλοφορία των τίτλων που θέλουν (αρέσκονται, μάλλον) να θεωρούν πως ανήκουν στον χώρο της λογοτεχνίας αυξάνεται. Και η αύξησή τους ευνοεί   όσους ζούνε από τον κύκλο έκδοσης και πώλησης βιβλίων για παιδιά. Έτσι, συναντάμε στα ράφια των βιβλιοπωλείων και στους καταλόγους των εκδοτών τίτλους βιβλίων για παιδιά με μονοθεματικό χαρακτήρα και άρα με διάθεση να εξυπηρετήσουν έναν νεοδιδακτισμό και όχι μια νέα λογοτεχνική φόρμα.




2
Η «Ανάγνωση της Λογοτεχνίας ως πολιτική πράξη» ή «λογοτεχνία για παιδιά και πολιτικοποίηση»
Είναι δυο τίτλοι που τις συναντά κανείς σε συνέντευξη του συγγραφέα στο διαδίκτυο (ο πρώτος) και στις «Απόψεις για την Παιδική Λογοτεχνία» (ο δεύτερος) έκδοση του 1988, ένα βιβλίο σημαντικό για τον λογοτεχνικό μου εγγραμματισμό,   στο ξεκίνημα της δασκαλικής μου πορείας.
Σε σχετική συνέντευξή του σε ιστότοπο, ο Μ.Κ. υποστηρίζει  πως η ανάγνωση λογοτεχνικών έργων είναι μια πράξη πολιτική. «Τις πολιτικές θέσεις τις σχεδιάζουν άνθρωποι και άνθρωποι είναι εκείνοι που τις εφαρμόζουν ή τις αντιμάχονται. Η πολιτική πράξη δεν ξεκινά μήτε τελειώνει στο δικαίωμα του εκλέγει και εκλέγεσθαι, μήτε πόσο μάλλον από την ενεργό συμμετοχή σε κόμματα, συνδικάτα και ομάδες.. «..Αρχίζει από τον τρόπο που αντιμετωπίζεις την ίδια του την πλέον προσωπική ταυτότητα, το φύλο σου. Έχει να κάνει με το πώς στέκεσαι απέναντι στα άτομα της ίδια σου της οικογένειας, προχωρά στο πως εκφράζεις τον έρωτα, τη φιλία, το επάγγελμα σου, τις καθημερινές κοινωνικές σου σχέσεις. Και διεισδύει στη στάση που κρατάς απέναντι σε όσα πληροφορείσαι, σε όσα υποψιάζεσαι, σ΄ εκείνα που διαισθάνεσαι. Και βέβαια έχει άμεση σχέση με τον τρόπο που συμπεριφέρεσαι όχι μόνο ως άτομο, αλλά και ως κάτοικος του πλανήτη και γενικότερα του σύμπαντος. Η πολιτική στάση απαιτεί γνώση του παρελθόντος, βίωμα του παρόντος και όραμα του μέλλοντος. Η πολιτική στάση απαιτεί ενδοσκόπηση και ευελιξία. Λογική όσο και συναίσθημα. Ρεαλισμό όσο και φαντασία. Τόλμη μα και σύνεση. Επανάσταση και συντήρηση. Δεν ξέρω τίποτε περισσότερο αποτελεσματικό ως προς την εφαρμογή όλων αυτών, από την ανάγνωση της λογοτεχνίας. Γιατί μέσα στα λογοτεχνικά κείμενα όλα αυτά υπάρχουν, αλληλοσυμπληρώνονται ή αυτοαναιρούνται, συνδυάζονται μα και πλαταίνουν. Μου έμαθαν πως η αναγνωστική πράξη είναι μια πράξη συμμετοχής στα κοινά. Πράξη πολιτικής παρέμβασης, εν τέλει…»
 Στο ερώτημα γιατί θα πρέπει να πολιτικοποιήσουμε τα παιδιά, ο συγγραφέας είναι απόλυτα σαφής και κατηγορηματικός. Στο βιβλίο του «Απόψεις για την Παιδική Λογοτεχνία», έκδοση του 1988, όπως ανέφερα πριν, αν και οι θέσεις του διατυπώθηκαν  30 χρόνια πριν- διατηρούν την επικαιρότητά τους, υποστηρίζει πως «..Τα παιδιά είναι πολίτες του κόσμου μας. Και ως τέτοιοι δέχονται τα μηνύματά του, επηρεάζονται από τις συνθήκες του, δημιουργούν κι αυτά, είτε το θέλουμε είτε όχι, τις απόψεις τους και τις κρίσεις τους. Και πώς να το κάνουμε και η πιο απλή ιστοριούλα που θα τους διηγηθούμε τα πολιτικοποιεί. Όπως τα μπάζει μέσα στην πολιτικοποίηση η καθημερινή ζωή..» Ας μην κρυβόμαστε: μη πολιτικοποιημένο κείμενο δεν υπάρχει. Ακόμη κι αυτό που θέλει να κρατηθεί σε μια ουδετερότητα έχει, λόγω αυτής της ουδετερότητας τη θέση του. Το βιβλίο από τη στιγμή της απόφασης συγγραφής του είναι μια πράξη καθαρά πολιτική. Τα βιβλία του συγγραφέα δεν αντιγράφουν απλώς  τη ζωή: ως έργα μιας πηγαίας και εμπνευσμένης λογοτεχνικής δημιουργίας, ανασυνθέτουν και ξαναπλάθουν μία κοινωνική πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που είναι ανάγκη κατά την προτροπή του συγγραφέα να αποκτήσει κάτι από τη χαμένη της φαντασία, έναν γόνιμο ιδεολογικό προσανατολισμό και συσφίγγοντας ακόμη περισσότερο την αμφίδρομη σχέση της με τη λογοτεχνία.
 3
Τρόποι επαφής των παιδιών με τα βιβλία
Επειδή στο ακροατήριο, εξ όσων βλέπω και γνωρίζω, υπάρχουν αρκετοί εκπαιδευτικοί αλλά και γονείς των μαθητών μας, επιλέγω να θίξω ακροθιγώς το παραπάνω θέμα σε αναφορά με τις απόψεις του συγγραφέα αλλά και την πρακτική και τις επιλογές που  έχει επιλέξει στις πολυάριθμες επισκέψεις του στα σχολεία  και ως προσκεκλημένος από συλλόγους για γονέων και φορείς για την προώθηση της Φιλαναγνωσίας στο σχολείο και στο σπίτι. Η προσέγγιση στο θέμα αυτό έχει την πρακτική του σημασία  για πολλές και πολλούς από το ακροατήριο και για το λόγο αυτό αναμένουμε με ενδιαφέρον μια πλούσια συζήτηση.
Είναι πια απόλυτα αναγνωρισμένη η σημασία που έχει στη σωστή ανάπτυξη της προσωπικότητας η ανάγνωση καλών λογοτεχνικών βιβλίων. Μέσα απ΄αυτά το παιδί εμπλουτίζει τις γνώσεις του και ταυτόχρονα καλλιεργεί τις προσωπικές του και κοινωνικές δεξιότητες αναπτύσσοντας  και τη συναισθηματική του νοημοσύνη. Η Λογοτεχνία εξοπλίζει τον άνθρωπο με ευαισθησία, φαντασία, ανθρωπιά, αλληλέγγυα ενσυναίσθηση, προβληματισμό. Μέσα από ένα λογοτεχνικό κείμενο το παιδί μπορεί να προσεγγίσει μια ιστορική εποχή του παρελθόντος κριτικά, να γνωρίσει έναν άλλο πολιτισμό, να κατανοήσει τα προβλήματα των συνανθρώπων του, να ευαισθητοποιηθεί σε περιβαλλοντικά  και οικουμενικά προβλήματα. Να αναπτύξει συναισθηματικές δεξιότητες, μέσα από την περισυλλογή, τον προβληματισμό  τη συνεργασία, την κοινή δράση για το καλό της κοινωνίας και του πολιτισμού μας. Κέρδη και μόνο κέρδη αποκομίζει από την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων. Το θέμα είναι πώς θα υπάρξει η πρώτη γνωριμία που θα μετατραπεί σε σχέση ..παντοτινής αγάπης στο βιβλίο. Ο Μ.Κ. με τη συσσωρευμένη πείρα ετών, πιστεύει πως τον κυρίαρχο λόγο σε αυτή την αγαπητική σχέση παιδιού βιβλίου παίζουν η οικογένεια και το σχολείο, με κύριο συντονιστή και αρωγό το κράτος με το θεσμό της εκπαίδευσης, πρώτα από όλα. Με τη δική του μέριμνα θα δημιουργηθούν οι απαραίτητες υποδομές και τη χάραξη στρατηγικού σχεδίου για το βιβλίο, προσθέτω εγώ.  Με σχολικές και δημοτικές βιβλιοθήκες, εκπαιδευτικά προγράμματα, υλικά και ηθικά κίνητρα Όμως, από ένα σημείο και έπειτα ο γονιός και ο δάσκαλος παίζουν το δικό τους ρόλο, όμως, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Ας δούμε μαζί κάποιους πρακτικούς τρόπους εφαρμογής αυτής της κοινής προσπάθειας, δασκάλου και γονιού, σχολείου και οικογένειας.
  • Να παροτρύνουμε το παιδί να αφηγηθεί με δικά του λόγια μια ιστορία που έχει διαβάσει.
  • Αφού διαβάσει το βιβλίο, μπορεί να κρατήσει ένα ημερολόγιο των σκέψεων και των πράξεων των ηρώων του συγκεκριμένου βιβλίου.
  • Να το προτρέψουμε να επικοινωνήσει με το συγγραφέα με γράμμα ή με συνάντηση. Έτσι θα κουβεντιάσει τις απόψεις του, θα γνωρίσει το δημιουργό. Μια ομάδα παιδιών στο σχολείο, αφού διαβάσει ένα βιβλίο μπορεί να το παρουσιάσει σε θεατρική μορφή.
  • Ο μικρός αναγνώστης/η μικρή αναγνώστρια να ζωγραφίσει ένα καινούριο εξώφυλλο με τα δικά του ζωγραφικά σχέδια.
Ο κατάλογος δεν έχει τέλος, μπορεί να εμπλουτιστεί με πολλές άλλες Φιλαναγνωστικές Διαδρομές, όπως τις 46 διαδρομές του ΕΚΕΒΙ ή  τις προτεινόμενες  δραστηριότητες Φιλαναγνωσίας της ΔΚΒΡ με συντάκτη τον αντιπρόεδρο του Ε.Σ. Δ. Κόκκινο οι οποίες έχουν αποσταλεί στις σχολικές μονάδες Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης για αξιοποίηση από τους/τις εκπαιδευτικούς. Όλες αυτές οι ιδέες και άλλες πολλές που η δημιουργική σκέψη και πρωτοβουλία του Σχολείου και της Οικογένειας  έχουν ως στόχο να φέρουν το βιβλίο από το απόμακρο και σκονισμένο ράφι της βιβλιοθήκης  στην καθημερινή ζωή του παιδιού Από τον ενήλικο εμψυχωτή το μόνο που απαιτούν είναι ελάχιστος ποιοτικός χρόνος, κέφι και πολλή πίστη στην αξία του λογοτεχνικού βιβλίου.
Κυρίες, κύριοι, φίλες και φίλοι,
Στη συνέχεια έχουμε την ευκαιρία, μας τη δίνει η  δραστήρια Ομάδα του  Διεθνούς  Κέντρου Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου με την οργάνωση αυτής της εκδήλωσης, να συμμετέχουμε στην παρουσίαση από τον εκλεκτό συνάδελφο Δημήτρη  Κόκκινο και να συζητήσουμε για δύο υπέροχες διασκευές κλασικών έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας από τον πολυγραφότατο συγγραφέα μας Μ.Κ. με την εικονογράφηση του συντοπίτη μας Βαγγέλη Παυλίδη. Ενός κατά τη γνώμη μου εκ των σημαντικότερων Ελλήνων και όχι μόνο, εικονογράφων, που  η συγκεκριμένη εικονογράφηση αποτελεί κατά την άποψή μου την καλύτερη ως τώρα εικονογράφηση των συγκεκριμένων έργων σε διεθνές επίπεδο.

23.3.18

Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο - 22/3/2018


Έψαχνα  πάντα τις λέξεις.
Πρώτα εκείνες που θα πείθανε… Τους άλλους.
Μετά όσες θα μπορούνε να παρηγορήσουνε…  Εμένα.
Πάντα λέξεις έψαχνα.
Λέξεις που μου κρυβόντουσαν…
Κι έτσι μήτε για τους άλλους δεν κατάφερνα να τις βρω, μήτε  και για τον ίδιο μου τον εαυτό δεν αξιώθηκα ποτέ  να τις ανακαλύψω.
Κι άφηνα τον καιρό να αποφασίζει…
Και τώρα κι εγώ πεθαίνω…
Η Κασσάνδρα εγώ είμαι.

             *******************************************
Η Κασσάνδρα… Μετά.
Μετά από μια πτώση. Και ακόμα πιο πολύ μετά… Ίσως ως το σήμερα.
Την καταστροφή μιας ομαδικής παράκρουσης και το αδιέξοδο ενός ατομικού πάθους μέσα από την αφήγηση μιας γυναίκας που τα χνάρια της από το τότε φτάνουν  ως τις μέρες μας.
Το μυθιστόρημα «Κασσάνδρα» ανασκαλεύει τους μύθους, αναζητά στιγμές από αρχαίες τραγωδίες και με μια απροσδόκητη  αυθαιρεσία δημιουργεί το πορτραίτο ενός ατόμου που επιλέγει  τη μοίρα του, την ώρα που ένας ολάκαιρος κόσμος χάνεται και στη θέση του γεννιέται  ένα νέος.
Ένας πολιτικός και ερωτικός προβληματισμός του χτες έτσι όπως αντανακλάται στο σήμερα.

22.3.18

Γιατί να διαβάζουμε -και να ξαναγράφουμε- τους κλασικούς









του Δημήτρη Κόκκινου, ΕΔΙΠ Παιδαγωγικού Τμήματος Παν/μίου Αιγαίου 

Αφού συγχαρώ το Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών για την αποψινή εκδήλωση και ευχαριστήσω τα μέλη του για την ευγενική τους πρόκληση, θα ξεκινήσω, χωρίς περιστροφές, από μια διαπίστωση: είναι μια ευτυχής συγκυρία για το χώρο του παιδικού βιβλίου στην Ελλάδα όταν συγγραφείς όπως ο Μάνος Κοντολέων και εικονογράφοι όπως ο Βαγγέλης Παυλίδης συναντιούνται δημιουργικά με αφορμή κάποιο έργο. Κι απόψε έχουμε τη χαρά να παρουσιάζουμε δυο τέτοια έργα. Για την ακρίβεια τις διασκευές δυο βιβλίων που συνιστούν την επιτομή του κλασικού στο χώρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας: Του Δον Κιχώτη και του Γαργαντούα.
Ο Ίταλο Καλβίνο στο γνωστό του δοκίμιο: «Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς» παίζει -όπως συνήθιζε- με τη γραφή παραθέτοντας και σχολιάζοντας κάποιους ορισμούς του κλασικού στη λογοτεχνία. Εκεί, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει: «κλασικά είναι εκείνα τα βιβλία που φτάνουν στα χέρια μας κουβαλώντας τα ίχνη των αναγνώσεων που έχουν προηγηθεί της δικής μας και σέρνουν πίσω τους τα ίχνη που άφησαν στην κουλτούρα ή στις κουλτούρες που διέτρεξαν». Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι υπάρχουν επιμέρους διαφοροποιήσεις στην αίσθηση του κλασικού, ανάλογα με τον τόπο και τον χρόνο. Ωστόσο, καθοριστικά κριτήρια παραμένουν η καταξίωση και η επιδραστικότητα ενός κειμένου στο αναγνωστικό κοινό μέσα στον χρόνο, η διάδοση του σε διαφορετικούς τόπους και πολιτισμούς και οι εξωκειμενικές διαστάσεις που προσλαμβάνει. Κοντολογίς, κλασικό είναι ένα κείμενο που γονιμοποιεί ως ιδέα, ως αναφορά, ως απόσπασμα ή ως σχόλιο μεταγενέστερα κείμενα καθώς και άλλες πολιτισμικές εκφάνσεις όπως για παράδειγμα το θέατρο, τον κινηματογράφο, τον χορό ή ακόμη και την pop κουλτούρα. Ένα κλασικό βιβλίο συνομιλεί αδιάκοπα μέσω των αναγνωστών του με όσα κείμενα προηγήθηκαν και με όσα θα το ακολουθήσουν. Αυτή την ώσμωση στη θεωρία της λογοτεχνίας την ονομάζουμε διακειμενικότητα. Πέρα όμως από αυτήν την αλληλεπίδραση, διαπερνώντας τα στεγανά που θέλουν την τέχνη ως μια αποστειρωμένη πνευματική λειτουργία για λίγους εκλεκτούς, τα κείμενα, με τους χαρακτήρες, τις ιστορίες και τις ιδέες τους επηρεάζουν όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής ζωής και της έκφρασης του ανθρώπου.  
Τα παραπάνω ισχύουν και για τα δυο βιβλία που επέλεξε να διασκευάσει ο Μάνος Κοντολέων. Πιο συγκεκριμένα, ο Δον Κιχώτης θεωρείται, όπως τονίζει ο θεωρητικός Χάρολντ Μπλουμ, η απαρχή της τέχνης του μυθιστορήματος στην ιστορία της λογοτεχνίας. Και οι περιπέτειες του Ιππότη της Ελεεινής Μορφής από τη Μάντσα, εδώ και τετρακόσια και πλέον χρόνια, έχουν επηρεάσει όσο ελάχιστα κείμενα τη σκέψη και το έργο μεταγενεστέρων στοχαστών. Αναφέρουμε επιγραμματικά ανάμεσά τους: τον Ουγκώ, τον Φλωμπέρ, τον Ντοστογιέφσκι, τον Φρόυντ, τον Κάφκα και τον Μπόρχες.  
Στην γλώσσα μας η εμφάνιση του Δον Κιχώτη γίνεται με σημαντική καθυστέρηση, εξελίσσεται με αργό ρυθμό και είναι διαμεσολαβημένη. Η πρώτη μετάφραση του κειμένου στα ελληνικά προέρχεται από κύκλους λογίων Φαναριωτών  στην περιοχή της Μολδοβλαχίας,  γύρω στο 1730, είναι σε αποσπασματική και χειρόγραφη μορφή, ενώ δεν βασίζεται στο ισπανικό πρωτότυπο αλλά σε ιταλική μετάφραση[1]. Ακολουθεί το 1852 η πρώτη έντυπη μετάφραση του κειμένου στα ελληνικά που τυπώνεται σε τυπογραφείο της Σμύρνης και στηρίζεται αυτή τη φορά σε μια γαλλική διασκευή του κειμένου[2]. Λίγα χρόνια μετά, το 1860 εκδίδεται στην Αθήνα η πρώτη ελληνική διασκευή από άγνωστους δημιουργούς. Υπάγεται στη σειρά «Βιβλιοθήκη των παίδων», γεγονός που συνδέει για πρώτη φορά το έργο με το χώρο των παιδικών αναγνωσμάτων. Ακολουθούν οι δυο μεταφράσεις που γνώρισαν στους Έλληνες τον Δον Κιχώτη. Εκείνη του Σκυλίσση το 1864, βασισμένη πάλι σε γαλλική διασκευή, ενώ το 1921, για πρώτη φορά από το ισπανικό πρωτότυπο, κυκλοφορεί η αυθεντική μετάφραση του Καρθαίου, η οποία κυριάρχησε στις προθήκες των ελληνικών βιβλιοπωλείων κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.
Η Αλεξάνδρα Σαμουήλ στην εξαιρετική μελέτη της με τίτλο «Ιδαλγός της Ιδέας» μελετά με μεγάλη εμβρίθεια την περιπλάνηση του βιβλίου του Θερβάντες στην ελληνική λογοτεχνία και τις μεταφραστικές του περιπέτειες. Από τα στοιχεία που συνήγαγε προκύπτει ότι μετά τον Καρθαίο έχουμε έξι μεταφραστές[3] που ανέλαβαν το εγχείρημα να αποδώσουν τα δύο βιβλία είτε μέρος αυτών στα ελληνικά. Την ίδια περίπου χρονική περίοδο έχουμε τουλάχιστον δεκαοκτώ παιδικές διασκευές του. Με σημαντικότερες αυτες του Γρηγορίου Ξενόπουλου (1912),  του Κώστα Βάρναλη (1956), της Γεωργίας Δεληγιάννη-Αναστασιάδη (1968), της Μαρίας Αγγελίδου (2003), της Αγαθής Δημητρούκα (2005) και φυσικά του Μάνου Κοντολέοντος (2017) που παρουσιάζουμε απόψε. Πέρα από τον εντυπωσιακό αριθμό των παιδικών διασκευών που επιβεβαιώνουν τον κλασικό χαρακτήρα του έργου, μια δεύτερη διαπίστωση που μπορεί να κάνει κάποιος, είναι η διεισδυτικότητα που παρουσιάζουν τα κείμενα αυτά στον χώρο του παιδικού βιβλίου, πολλές φορές προτού καν ακόμη μεταφραστεί αυτούσιο το πρωτότυπο κείμενο.
Με ανάλογη λογοτεχνική βαρύτητα, τα βιβλία του Ραμπελαί και ιδιαίτερα τα δυο πρώτα ο Πανταγκριέλ και ο Γαργαντούας δημιούργησαν μεγάλη αίσθηση (και τις συνακόλουθες αντιδράσεις) ήδη από τα πρώτα χρόνια της κυκλοφορίας τους καλλιεργώντας με ανατρεπτικό πνεύμα τις αξίες της Αναγέννησης και του Ανθρωπισμού. Πολλοί ήταν οι δημιουργοί που επηρεάστηκαν από το έργο του μεταξύ των οποίων ο Βολταίρος, ο Ντιντερό, ο Λώρενς Στερν, και ο Μπαλζακ. Και όπως συνέβη και με τον Δον Κιχώτη, η ζωή των αφηγηματικών ηρώων  του Φρανσουά Ραμπελαί μεταλαμπαδεύτηκε στους χώρους του θεάτρου, της όπερας, της μουσικής, του κινηματογράφου και των εικαστικών τεχνών. Ενώ η πραγματεία με τον τίτλο «Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του» που έγραψε για το έργο του ο Ρώσος θεωρητικός Μιχαήλ Μπαχτίν -και που μόλις πρόσφατα αποδόθηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά- αποτελεί ένα από τα κείμενα που καθόρισαν τη θεωρητική σκέψη του 20ου αιώνα μέσα από την ανάλυση του περίφημου καρναβαλικού πνεύματος που υπονομεύει και ανατρέπει την καθεστηκυία τάξη, το φόβο και τη σοβαροφάνεια.   
Όπως φαίνεται και από διάφορες μελέτες[4], σχετικά με τα παιδικά αναγνώσματα στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα, το έργο του Ραμπελαί στη χώρα μας το τυλίγε για αιώνες ένα μεγάλο πέπλο σιωπής. Η πρώτη διστακτική απόπειρα μετάφρασης κάποιων αποσπασμάτων από το πρωτότυπο γίνεται το 1950 από τον Σπ. Σκιαδαρέση. Ωστόσο το πλήρες κείμενο του Γαργαντούα αποδόθηκε για πρώτη φορά ολόκληρο στη γλώσσα μας από τον Φίλιππο Δρακονταειδή μέσα από έναν μεταφραστικό άθλο το 1988[5], δηλαδή με καθυστέρηση περίπου 450 χρόνων. Πως εξηγείται όμως αυτή η μακραίωνη σιωπή;
Κατά τη Σεσιλ Ιγγλέση Μαργέλου βασίζεται σε δυο κυρίως στοιχεία: Το πρώτο σχετίζεται με τη γλώσσα, με το δυσνόητο και δυσμετάφραστο λογοτεχνικό ιδίωμα του Ραμπελαί που αναμειγνύει τη λόγια και τη δημοτική γλώσσα της εποχής του με στοιχεία από «ντοπιολαλιές, επαγγελματικά ιδιόλεκτα, λογοπαίγνια, νεολογισμούς, λατινισμούς κι ελληνισμούς». Αυτή η πολυγλωσσία καθιστά τη μετάφραση του κειμένου ένα εγχείρημα σχεδόν ακατόρθωτο. Το δεύτερο συνδέεται με ένα πηγαίο πνεύμα υπερβολής και ελευθεριότητας συνοδευόμενο από μια «χυμώδη αθυροστομία» που απενοχοποιεί το ανθρώπινο σώμα και τις ανάγκες του μέσα από ένα καλοκάγαθο και γάργαρο απελευθερωτικό γέλιο. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά εξηγούν -νομίζω ξεκάθαρα- για ποιον λόγο απέναντι στις 19 συνολικά εκδόσεις αυθεντικών μεταφράσεων του Δον Κιχώτη στην ελληνική γλώσσα μπορούμε να αντιτάξουμε μία μονάχα πλήρη μετάφραση του Γαργαντούα. Και παράλληλα σε σχέση με τις επίσης 19 παιδικές διασκευές του βιβλίου του Θερβάντες έχουμε μόνο τέσσερις του βιβλίου του Ραμπελαί: του Γιάννη Σφακιανάκη (1948), της Αργυρώς Κοκορέλη (2003), του Χάρη Σακελλαρίου (2004) και του Μάνου Κοντολέοντος (2017). Γεγονός που εξηγείται εύλογα από την φήμη που συνοδεύει αιώνες τώρα τη γραφή του ως αιρετική και ακατάλληλη για παιδιά.    
Μιλήσαμε πρωτύτερα για την έννοια του κλασικού στη λογοτεχνία. Τι είναι όμως αυτό που κάνει ένα κείμενο να ζει ανά τους αιώνες και να διασπείρεται σε διαφορετικούς τόπους και πολιτισμούς επιδρώντας πάνω τους με πολλαπλούς τρόπους; Στην μαθητεία της όποιας τέχνης είναι κοινό μυστικό ότι το μονοπάτι που οδηγεί στην αυθεντική έκφραση και την πνευματική δημιουργία είναι βαθύτατα προσωπικό. Πρόκειται λοιπόν για ένα σύνθετο ερώτημα που αγγίζει ποικίλες πτυχές της θεωρίας και της ιστορίας της λογοτεχνίας. Κι ακόμη συνδέεται άμεσα με θέματα που άπτονται των ερευνητικών τομέων της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας. Θα μπορούσαμε, παραφράζοντας τον ορισμό του Καλβίνο, να αναφέρουμε ότι κλασικό είναι ένα αφήγημα του οποίου γνωρίζει κάποιος τους ήρωες ή την ιστορία προτού ακόμη το διαβάσει. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στον χώρο του παιδικού βιβλίου, όπου, εκτός από τα παιδιά-μαθητεύομενους αναγνώστες, έχουμε και τους ενήλικους συναναγνώστες τους, συνήθως τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς, που τους μυούν σε αυτό. Έτσι ένα σημαντικό μέρος των παιδιών και των ενηλίκων του πλανήτη μας,  γνωρίζει τον Πινόκιο και κάποιες από τις περιπέτειες του χωρίς να έχει διαβάσει -ακόμη τουλάχιστον- το βιβλίο του Κάρλο Κολόντι. Εστιάζοντας λοιπόν σε αμιγώς ενδοκειμενικά στοιχεία -γιατί για την τύχη ενός βιβλίου παίζουν παράλληλα ρόλο και εξωκειμενικοί παράγοντες- θα μπορούσαμε να πούμε τα εξής: Στις περισσότερες περιπτώσεις δυο αναγκαίες συνθήκες συναρτώνται: Ένας αφηγηματικός χαρακτήρας με αρχετυπικό υπόβαθρο και συμβολικές προεκτάσεις συνδυάζεται με μια ιστορία που έχει πρωτότυπη κι ενδιαφέρουσα πλοκή.
Ο Ουμπέρτο Έκο στο δοκίμιό του «Σχετικά με ορισμένες λειτουργίες της λογοτεχνίας» αναφέρει ότι οι λογοτεχνικοί ήρωες των κλασικών κειμένων «βρίσκονται ανάμεσά μας. […] κομμάτι της συλλογικής μνήμης […] Πλάστηκαν από τη λογοτεχνία και τράφηκαν από τα δικά μας πάθη, είναι πια εκεί και πρέπει να λογαριαστούμε μαζί τους. […] Μετακινούνται από κείμενο σε κείμενο (και μέσα από προσαρμογές σε ποικίλες μορφές, από το βιβλίο στο φιλμ ή στο μπαλέτο, από την προφορική παράδοση στο βιβλίο).
Στην περίπτωση των βιβλίων που παρουσιάζουμε απόψε οι δυο πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες συνιστούν σύμβολα που ενσαρκώνουν ψυχικές ποιότητες και συγκρούσεις που ενυπάρχουν σε κάθε ανθρώπινο όν. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: Στην περίπτωση του Δον Κιχώτη έχουμε το αρχέτυπο του ιδεαλιστή και ονειροπόλου ανθρώπου που συγκρούεται με την ωμή πραγματικότητα και αυτή τον τσακίζει κυριολεκτικά και μεταφορικά, ώσπου να ξανασταθεί στα πόδια του και να ριχτεί και πάλι σε νέες περιπέτειες. Ένας ήρωας κωμικός όπως τον έβλεπαν οι αναγνώστες κατά τον 16 και 18 αιώνα αλλά και τραγικός όπως τον αντιλήφθηκαν οι αναγνώστες του 19 και του 20 αιώνα. Στην περίπτωση του Γαργαντούα έχουμε το αρχέτυπο του ανθρώπου που ζει καθ’υπερβολη, συμφιλιωμένος με το σώμα του και τις αισθήσεις του, απολαμβάνοντας τις χαρές της ζωής και της γνώσης, ικανοποιώντας τις ανάγκες και τις επιθυμίες του, απελευθερωμένος από φόβους κι ενοχές. Κατά πόσο οι συγκεκριμένοι λογοτεχνικοί χαρακτήρες, που θέλησε να ξαναζωντανέψει μέσα από το δικό του λόγο ο Μάνος Κοντολέων και μέσα από τις δίκες του εικόνες ο Βαγγέλης Παυλίδης, μπορούν να μιλήσουν στο σύγχρονο ελληνικό αναγνωστικό κοινό -παιδικό ή ενήλικο- και να του προσφέρουν ένα όραμα ζωής στα χρόνια της κρίσης που ζούμε είναι κάτι που μπορεί καθεμία και καθένας εύκολα να το αντιληφθεί.
Και στο σημείο αυτό προκύπτει το ακόλουθο εύλογο ερώτημα: Γιατί άραγε αντί να ανατρέξουμε στο πρωτότυπο ή σε κάποια από τις γνήσιες μεταφράσεις του εμείς και τα παιδιά μας να προτιμήσουμε να διαβάσουμε μια διασκευή; Ας ξεκινήσουμε από μια θεμελιώδη διαπίστωση: η διαδικασία του να παίρνει κάποιος ένα πρωτότυπο κείμενο και να το μεταμορφώνει ξαναγράφοντας το είναι μια πάγια πρακτική στην ιστορία της παιδικής λογοτεχνίας -και όχι μόνο- όπως δείχνουν σχετικές μελέτες σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε τι αποσκοπεί; Συνήθως στο να γίνει πιο προσιτό, πιο ελκυστικό, πιο σύγχρονο για κάποιο συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό. Ωστόσο η επέμβαση αυτή στο πρωτότυπο κειμενικό σώμα δεν γίνεται χωρίς ρίσκο και χωρίς τίμημα.
Η Αλεξάνδρα Ζερβού στο βιβλίο της «Στη χώρα των θαυμάτων», τονίζει τους κινδύνους που ενέχει το εγχείρημα της διασκευής ενός κλασικού κειμένου. Άλλοτε αφαιρώντας κι άλλοτε πάλι προσθέτοντας στοιχεία, η ευθύνη που αναλαμβάνει ο διασκευαστής είναι μεγάλη και δυστυχώς είτε στο όνομα του κέρδους είτε στο όνομα μιας ηθικοπλαστικής και διδακτικής αντίληψης της λογοτεχνικής εμπειρίας πολλά και σημαντικά βιβλία έχουν κυριολεκτικά κατακρεουργηθεί από τις βίαιες επεμβάσεις και τις αλλοιώσεις που δέχτηκαν στο κειμενικό τους σώμα. Βιβλία που, χάνοντας το ύφος και το πνεύμα τους, απέμειναν με ένα άψυχο και άνευρο κέλυφος, αυτό της στεγνής παράθεσης μιας διαδοχής περιπετειών σε μια απρόσωπη γλώσσα, όπως διαπιστώνει ο Γάλλος θεωρητικός Ζεράρ Ζενέτ, ο οποίος υποστηρίζει ότι σε πολλές περιπτώσεις έχουμε μια ξεκάθαρη λογοκρισία που επενεργεί σε οτιδήποτε κρίνεται ότι μπορεί να δυσκολέψει, να κουράσει, να ξενίσει και να ταράξει ένα παιδί.
Είναι όμως πάντοτε ζημιογόνες οι διασκευές του αυθεντικού κειμένου; Μάλλον όχι. Στην περίπτωση ενός υπεύθυνου και επαρκούς συγγραφέα παρέχουν τη δυνατότητα να δουλέψει κανείς πάνω σε ένα υπάρχον αφηγηματικό μοτίβο όπου μπορεί να χτίσει κάτι νέο και ολοκληρωμένο με τα υλικά της δικής του γλώσσας και του δικού του ψυχισμού, ανανεώνοντας έτσι τον λογοτεχνικό χαρακτήρα και τις περιπέτειές του. Κατά τον ίδιο τρόπο που πάνω σε ένα γνωστό μουσικό θέμα κάποιος νεότερος δημιουργός χτίζει μια δική του σύνθεση με τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Βασική προϋπόθεση, να έχεις μελετήσει καλά το αυθεντικό κείμενο, οι χαρακτήρες του να αντλήσουν από μέσα σου το απαιτούμενο ψυχικό υλικό, τις εμπειρίες της ζωής σου για να τραφούνε και να ζωντανέψουν. Κι ακόμη, να μην αφήσεις να σε απορροφήσει το πρωτότυπο, να μην είσαι ένας αδιάφορος μιμητής αλλά αυθεντικός δημιουργός που κρατώντας ζωντανό το πνεύμα του κειμένου να καταφέρεις να το αποδώσεις με τα δικά σου σύγχρονα μέσα και με το δικό σου ύφος προσαρμοσμένα στις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του δικού σου καιρού.
Και τούτο το μεγάλο στοίχημα, μπροστά στο οποίο οι περισσότερες διασκευές καταποντίζονται, οι δυο δημιουργοί που μας τιμούν απόψε με την παρουσία τους το έχουν ξεκάθαρα κερδίσει. Ο Βαγγέλης ο Παυλίδης με το βαθιά προσωπικό του στυλ και με μια λιτή στο πνεύμα αλλά εξαιρετικής ποιότητας εικονογράφηση συνομιλεί με τη δουλειά του αυτή με τις εικονογραφήσεις ξακουστών δημιουργών της ζωγραφικής τέχνης όπως ο Γκυστάβ Ντορέ, ο Φρανσίσκο Γκόγια, ο Σαλβαντόρ Νταλί και ο Πάμπλο Πικάσο. Με ανάλογο τρόπο ο Μάνος Κοντολέων, στο μετερίζι της δικής του τέχνης, επέλεξε να αναμετρηθεί με δυο ιερά τέρατα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και κατόρθωσε να αναστήσει με τα δικά του πνευματικά και αφηγηματικά υλικά δυο τόσο εμβληματικές αφηγηματικές περσόνες όπως ο Δον Κιχώτης και ο Γαργαντούας αποδίδοντας τες στο εδώ και στο τώρα. Στην περίπτωση του, διακρίνει κανείς έναν συγγραφέα κυρίαρχο των τεχνικών του μέσων ο οποίος παρέχει στον εαυτό του την απαιτούμενη απόσταση, τις απαραίτητες ελευθερίες ώστε να δημιουργήσει από το παλιό κάτι νέο. Με αυτή την λογική τον βλέπουμε και να μεταθέτει την αφηγηματική φωνή, στα δυο βιβλία, σε πρόσωπα που δεν υπάρχουν στα πρωτότυπα βιβλία: Στη διασκευή του Γαργαντούα αφηγητής είναι ένα επινοημένο πρόσωπο που αφιερώνει τη ζωή του στην ανατροφή και την φροντίδα του χαρούμενου γίγαντα. Ενώ στη διασκευή του Δον Κιχώτη, αφηγητής είναι ένας πανέξυπνος και λαλίστατος σκύλος, ο Τριστάνος που ακολουθεί τον ήρωα σε όλες του τις περιπέτειες και τον καταλαβαίνει καλύτερα από ότι όλοι οι άνθρωποι γύρω του. Ο Τριστάνος δεν είναι παρά ένα αφηγηματικό προσωπείο του Μάνου Κοντολέοντος που αποτίει ένα φόρο τιμής στον πιο αρχετυπικό ονειροπόλο, ο οποίος «ότι φαντάστηκε το έζησε σαν αλήθεια και ότι ονειρεύτηκε το αφήνει κληρονομιά στους άλλους». Με αυτό τον τρόπο ξαναδιαβάζει με σεβασμό τον αρχικό λογοτεχνικό μύθο και τον επανερμηνεύει μέσα από τη δική του ματιά διεκδικώντας το σημαντικότερο στοιχείο σε κάθε δημιουργία: την αυθεντικότητα. Διατηρώντας ζωντανό το πνεύμα του πρωτότυπου κειμένου και ακολουθώντας το προσωπικό του ύφος γραφής, τη δική του ζωντανή και ρέουσα γλώσσα κατορθώνει να ζωντανέψει τους δυο κλασικούς λογοτεχνικούς ήρωες και τις περιπέτειές τους αναβαπτίζοντας τους στα ταραγμένα νερά της δικής μας εποχής με τους δικούς της αναγνώστες και τα δικά της χαρακτηριστικά.
Επέλεξα να μην φορτώσω την αποψινή παρουσίαση με αφηγηματικές αναλύσεις. Σας προτρέπω να ανακαλύψετε τους αναγνωστικούς θησαυρούς που κρύβουν τα βιβλία διαβάζοντας τα εσείς και τα παιδιά σας. Τότε είναι πολύ πιθανόν και να συμβεί αυτό που μας δείχνει, σε τελική ανάλυση, πότε μια διασκευή είναι επιτυχημένη: να σας αγγίξουν τόσο, που να νιώσετε την ανάγκη να ανατρέξετε κάποια στιγμή και στην ανάγνωση των ίδιων των κλασσικών κειμένων του Ραμπελαί και του Θερβάντες. Κλείνοντας, θα μου επιτρέψετε να μοιραστώ μαζί σας μια προσωπική εντύπωση. Διαβάζοντας τα δυο βιβλία που διασκεύασε ο Μάνος Κοντολέων και εικονογράφησε με τόση μαεστρία ο Βαγγέλης Παυλίδης αισθάνεσαι ότι διαπνέονται από μια ιδιαίτερη αφηγηματική πνοή, έναν άνεμο ξεσηκωτικό, απελευθερωτικό που παρακινεί τον αναγνώστη να ζήσει την μοναδική ζωή που του δόθηκε με ελευθερία, αξιοπρέπεια, χαρά και όνειρο. Να απελευθερωθεί από τα συντηρητικά στερεότυπα, τις αναστολές και τους φόβους που τον καταδικάζουν σε μια σκυμμένη και θλιμμένη ζωή. Και μόνο για αυτή τους την προσφορά, εδώ και δεκαετίες, γενιές και γενιές παιδιών τους οφείλουν πολλά. Για αυτό το ανεκτίμητο δώρο σε ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει μια κοινωνία: των μυαλά των μελλοντικών γενεών, τους ευχαριστούμε μέσα από την καρδιά μας κι ευχόμαστε να είναι καλά και να συνεχίζουν να μας χαρίζουν απλόχερα την ομορφιά, την μαγεία και την ελευθερία της δημιουργίας, που τόσο έχουμε ανάγκη στις μέρες μας.

Ρόδος, 16 Μαρτίου 2018



[1] Του Λορέντσο Φραντσοζίνι, (1677).
[2] Ζαν Πιερ ντε Φλοριάν, σε μετάφραση Θεόδωρου Κατραμίζ (1798).
[3] Ιουλία Ιατρίδη, Κώστα Κουλουφάκος, Ηλίας Ματθαίου, Δημήτρης Ρήσος, Αγαθή Δημητρούκα, Μελίνα Παναγιωτίδου.
[4] Βλ. Ντενίση, Ντελόπουλος
[5] Ενώ επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις της Εστίας το 2004 συμπληρωμένο από το πρώτο βιβλίο, εκείνο του Πανταγκρυέλ.

Τέσσερα καλά βιβλία για παιδιά και νέους



 Τέσσερα πανέμορφα σε μορφή, και ουσιαστικά ως προ το περιεχόμενό τους βιβλία -για παιδιά, για εφήβους, για κάθε ηλικίας αναγνώστη- έφτασαν στα χέρια μου τις τελευταίες μέρες κι έτσι όπως έχουμε πλέον εισέλθει στην περίοδο όπου πολλές εκδηλώσεις και αφιερώματα γύρω από τα βιβλία θα γίνονται στα σχολεία, σκέφτηκα να μοιραστώ και με άλλους αναγνώστες βιβλίων αυτής της κατηγορίας, τη χαρά μου  και την ικανοποίησή μου από το διάβασμά τους.
                                         ********************
Και ξεκινώ με το «Η μικρή πολύχρωμη γιαγιά μου» της Λότης Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου.
Οι ολόφρεσκες (τόσο ανοιξιάτικα τα χρώματά τους!) εικόνες είναι της Ελίζας  Βαβούρη.
Η Πέτροβιτς είναι μια συγγραφέας που όλοι αναγνωρίζουμε ως μία από τις σημαντικότερες παρουσίες της λογοτεχνίας για παιδιά και εφήβους, ως ένα τα τέσσερα, πέντε μεγάλα ονόματα της παιδικής λογοτεχνίας που άνθισε στα μεταπολιτευτικά μας χρόνια και που συνεχίζει να δίνει καλά κείμενα μέχρι τις μέρες μας.
Κι αν με τα εφηβικά της μυθιστορήματα έχει περιγράψει σχεδόν όλες τις καίριες ιστορικές περιόδους της νεώτερης ιστορίας, με τα εικονογραφημένα βιβλία της για μικρότερης ηλικίας αναγνώστες έχει χαρίσει σελίδες όπου άλλοτε η φαντασία  κι άλλοτε ο ρεαλισμός περιγράφουν συναισθήματα, ιδέες και σχέσεις.
Μια σχέση πρωταγωνιστεί κα σε αυτό το πρόσφατο βιβλίο της που έχει εκδοθεί από τον πατρινό εκδοτικό οίκο «Κόκκινη Κλωστή Δεμένη» και έχει εικονογραφηθεί με ολόφρεσκες εικόνες από την Ελίζα Βαβούρη.
Οι  καθημερινές στιγμές μιας γιαγιάς και μιας εγγονής αποτελούν τον άξονα της αφήγησης.
Οι δυο πρωταγωνίστριες συναγωνίζονται με νεανική ευρηματικότητα στο να ανακαλύπτουν τρόπους για να γεφυρώνουν ηλικίες και να αμφισβητούν διαχωρισμούς.
Δυο – γιατί το δύο είναι πιο όμορφο από το ένα- φιλενάδες αχώριστες, με τη μια να δίνει το κέφι της και με την άλλη να προσφέρει την εφευρετικότητά της.
                                        **********************
Αλλά και η Μαρία Παπαγιάννη το ίδιο φαίνεται πως πιστεύει –πως, δηλαδή, το δύο είναι πιο όμορφο από το ένα- κι έτσι ζήτησε τη συντροφιά της Έφης Λαδά και μαζί φτιάξανε ένα πανέμορφο βιβλίο –το «Τουλάχιστον δύο»- που έχει την σφραγίδα της συνέπειας των Εκδόσεων Πατάκη.
Πανέμορφο, αληθινά, βιβλίο που δείχνει με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο το πως πρέπει να συνεργάζονται οι λέξεις με τα χρώματα και το πως τα χρώματα να υπηρετούν τις λέξεις. Τόσο η Παπαγιάννη όσο και η Λαδά είναι γνωστές για τον ποιητικό τρόπο που τους αρέσει να εκφράζονται.
Εδώ απολαμβάνουμε μια χαμηλόφωνη εξιστόρηση της πορείας του μικρού φεγγαριού στις γειτονιές της γης όπου και αναζητά μια συντροφιά. Κι όταν η μοναξιά θα το κουράσει, όταν ακόμα και θα τον φοβίσει, τότε μια πυγολαμπίδα θα σταθεί δίπλα του και να που το ένα φως γίνονται δύο και τότε ο φόβος εξαφανίζεται, αλλά βρίσκεται και ο τρόπος επιστροφής του μικρού φεγγαριού στην δική του γειτονιά.
Εκεί που η θάλασσα ενώνεται με τον ουρανό –διαχρονική διπλή σχέση- το φεγγαράκι θα ανακαλύψει το πως οι φόβοι του θα εξαφανιστούν.
Γιατί στη ζωή πάντα το δύο είναι πιο ουσιαστικό από το ένα
                                              ***********************
Μα και στη Γη το ένα στην ουσία δεν υπάρχει. Αναζητά συνέχεια να συνομιλήσει με κάποιο άλλο ένα –να γίνουν δύο και τρία και να γίνουν ο κόσμος όλος.
Ένας κόσμος όπου τα όνειρα διεκδικούν την ενσάρκωσή τους και η αλήθεια θέλει να ντυθεί με τα σχήματα των ονείρων.
Η Χριστίνα Φραγκεσκάκη –από τις σχετικά νεώτερες φωνές της λογοτεχνίας εκείνης που αρνείται να την περιορίσουν με ενδείξεις του τύπου ‘για παιδιά’ ή ‘για νέους’ – αποφάσισε να δώσει στο φως της δημοσιότητας την καταγραφή μια σειράς ονειρικών εμπειριών ενός κοριτσιού που διαμόρφωσαν την ενήλικη  ψυχοσύνθεση της.
Μέσα στο κλίμα ενός καλοκαιριού σε κάποιο νησί, με τη θάλασσα να στέλνει το αλάτι της και ένα ηφαίστειο να αφήνει να ξεφεύγουν από τα σπλάχνα του τα βογκητά του πάθους του, η Φραγκεσκάκη αφήνεται να γίνει το χαρτί όπου πάνω του θα χαραχτούν πλάσματα από άλλη διάσταση –νεράιδες ή όντα από άλλους πλανήτες.
Η εφηβεία ξυπνά μαζί με τη Φύση, οι φυλετική ταυτότητα αναγνωρίζεται από τον τρόπο που την περιγράφει άλλοτε το νερό κι άλλοτε η λάβα.
«Στο Ηφαίστειο» - Κείμενο εσωτερικών ανασκαφών, αλλά και περίτεχνων περιγραφών του φυσικού περιβάλλοντος.  Που βέβαια είχε την τύχη –τη μεγάλη τύχη- να το συνοδεύουν πίνακες ζωγραφικής  εμπνευσμένοι από τις δικές του εσωτερικές ανάσες. Η Μαρία Μπαχά υπογράφει όλες εκείνες τις εικόνες που αναζητούν και τελικά συλλαμβάνουν τους εφηβικούς παλμούς ενός κοριτσιού καθώς αντιμετωπίζει την ενηλικίωση.
Κι όλα αυτά μέσα σε αιγαιοπελαγίτικα απομεσήμερα.
Η έκδοση –από τις πλέον υψηλού αισθητικού επιπέδου- διαθέτει τόλμη στη σύνθεση του εξωφύλλου και ακόμα την αξιοπιστία των Εκδόσεων Καλειδοσκόπιου.
                                ************************

Το τέταρτο βιβλίο αυτού του σημειώματος  μπορεί να μην έχει την εντυπωσιακή μορφή των άλλων τριών, αλλά μας αναπτύσσει κι αυτό ένα ιδιαιτέρως ουσιαστικό θέμα.
Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Τ΄ άλλο μισό του κόσμου» που το έγραψε η Τούλα Τίγκα και κυκλοφορεί  κι αυτό από τις Εκδόσεις Πατάκη, στη σειρά Σύγχρονη Λογοτεχνία για Νέους.
Αυτού του είδους τα λογοτεχνικά κείμενα δεν έχουν αποκτήσει την προσοχή που θα τους άξιζε εκ μέρους των αναγνωστών στους οποίους απευθύνονται.
Την εφηβεία είναι δύσκολο να τη διαχειριστεί ένα κοινωνικό status που αποφεύγει από την μια την αμφισβήτησή του και  από την άλλη διακρίνεται από μια συντηρητικότητα.
Την ίδια στιγμή και οι ίδιοι οι έφηβοι έχουν εγκλωβιστεί σε μια κατά μεγάλο βαθμό στείρα αναζήτηση συγκεκριμένων γνώσεων και έτσι δεν μαθαίνουν να αγαπούν τους ελεύθερους δρόμους που η λογοτεχνία συνήθως προτείνει.
Κι όμως υπάρχουν πολύ αξιόλογα κείμενα που φωτίζουν τις στιγμές μετάβασης από την εφηβεία στη νεανικότητα και παράλληλα είναι κείμενα ολοζώντανα καθώς διαθέτουν αληθινούς νέους και νέες ως ήρωές των αφηγουμένων ιστοριών τους.
Η Τούλα Τίγκα είναι μια από τις πλέον αξιόλογες και συνεπείς παρουσίες στο χώρο αυτό της λογοτεχνίας μας. Τα νεανικά της μυθιστορήματα έχουν διακριθεί για τη γνησιότητα των ψυχολογικών τους επισημάνσεων και για την ευθύτητα με την οποία καταγράφουν τα προβλήματα των νέων.
Το είδος αυτό της συγγραφής απαιτεί τόλμη  την ίδια στιγμή που χρειάζεται και σύνεση. Η Τίγκα και σε αυτό το τελευταίο της μυθιστόρημα αποδεικνύει πως γνωρίζει να κρατά ισορροπίες. Επιλέγει ένα από θέματα που ακόμα σε ένα μεγάλο ποσοστό είναι κοινωνικό ταμπού –το αυτοπροσδιορισμό της φυλετικής ταυτότητας και μάλιστα σε μια μικρή επαρχιακή πόλη- και το διαχειρίζεται με αξιοθαύμαστη δεξιοτεχνία. Και πέρα από τη ολότελα σύγχρονης άποψης λύση που καταθέτει, παίρνει και το ρίσκο να χρησιμοποιήσει μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση (ο ήρωάς της είναι ένας έφηβος). Και το θεωρώ ρίσκο κάτι τέτοιο γιατί είναι αληθινά παρακινδυνευμένο να μπορέσεις να κρατήσεις από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα όλη εκείνη τη δομή μιας προφορικής  αφήγησης ενός νεαρού αγοριού. Η Τούλα Τίγκα το πέτυχε. Κι έτσι μας πρόσφερε ένα δυνατό, σύγχρονό, καθαρόαιμο μυθιστόρημα για νέους.

Πρώτη ανάρτηση :  https://iporta.gr/%CF%84%CE%AD%CF%83%CF%83%CE%B5%CF%81%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AC-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%AC-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BD%CE%AD%CE%BF/