Pages

17.10.20

Γιόζεφ Ροτ "Ο Τσίπερ και ο πατέρας του"

 

Joseph Roth

«Ο Τσίπερ κι ο πατέρας του»

Μετάφραση – Επίμετρο: Πελαγία Τσινάρη

Εκδόσεις Ροές

 

     


    

 Ο εβραϊκής καταγωγής γερμανόφωνος συγγραφέας Joseph Roth (1894 – 1939) έζησε μια πολυτάραχη ζωή και μεταξύ των άλλων (αφηγήματα, άρθρα κλπ) έγραψε κάποια ιδιαιτέρως καλά μυθιστορήματα με τα οποία κατάφερε να αποτυπώσει όλο το κλίμα της εποχής της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων στο κέντρο της Ευρώπης.

Τα μυθιστορήματά του, την εποχή που ζούσε, προσέχθηκαν και από το πλατύ κοινό και από τους συγχρόνους του συγγραφείς και κριτικούς -ο ίδιος ο Στέφαν Τσβάιχ είχε θετικά εκφραστεί γι αυτόν.

Πρόλαβε να αφήσει τη Γερμανία αρκετά πριν την επικράτηση του Ναζισμού, μα πέθανε σε απόλυτη ένδεια και σχεδόν ξεχασμένος στο Παρίσι.

Τα τελευταία χρόνια και σε παγκόσμιο επίπεδο τα μυθιστορήματά του επανέρχονται στην επικαιρότητα και είναι αλήθεια περίεργο κάτι τέτοιο μιας και ο Joseph Roth περιγράφει ένα κόσμο που δεν υπάρχει πλέον. Όμως αν αναλογιστούμε πως οι ήρωες του είναι στην ουσία πρόγονοι αυτών που και σήμερα κυριαρχούν στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Ευρώπης, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε αυτό που ακριβώς ανακαλύπτει ένας σύγχρονος αναγνώστης στις ζωές ατόμων που έζησαν τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα.

Υπάρχει όμως και μια ακόμα διάσταση στα έργα του Roth που έρχεται να ενεργοποιήσει τη συναισθηματική (και όχι μόνο) ταύτιση του σημερινού αναγνώστη με τους ήρωές του.

Ο Roth από τη μια εκφράζει την αγάπη του προς  εκείνο τον κόσμο που μέσα του ανδρώθηκε, μα αμέσως μετά απέναντι στον ίδιο αυτόν κόσμο δείχνει να είναι θυμωμένος ή πικραμένος, σίγουρα να του καταλογίζει μια προδοσία.

Ο κόσμος που μας άνδρωσε και στη συνέχεια μας πρόσδωσε -αυτός είναι ο κόσμος του Roth και σαφέστατα δείχνει όμοιος  με μια πολύ πιο σύγχρονη, κοντινή μας εποχή.

Στην Ελλάδα νομίζω πως έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν αν όχι ακόμα όλα , πάντως τα περισσότερο από τα έργα του. Ανάμεσά τους ξεχωριστή θέση κατέχει «Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ».

Στην ίδια ενότητα με αυτό μπορεί κανείς να εντάξει και το «Ο Τσίπερ και ο πατέρας του», αν και αυτό το τελευταίο ο ίδιος ο Roth τον θεωρούσε νουβέλα.

Σίγουρα χαμηλότερης μυθιστορηματικής  έντασης, αλλά έτσι δυναμώνει την άποψη πως τα μικρότερα έργα ενός συγγραφέα είναι αυτά που επιβεβαιώνουν το μέγεθος του ταλέντου του.

Η πλοκή του έργου είναι μάλλον απλή. Οι διάφορες φάσεις που ενώνουν  μα και χωρίζουν ένα  πατέρα -τυπικό εκπρόσωπο ενός κόσμου που φεύγει- με τον γιο του -εκφραστή της νέας γενιάς που κληρονομεί την ήττα και το αδιέξοδο. Γύρω τους μια καθημερινότητα που πνίγει και σχέσεις (οικογενειακές, ερωτικές, κοινωνικές) που μονίμως φυτοζωούν ή και προδίδουν.

Και εδώ ακριβώς είναι αυτό που σε συναρπάζει στο έργο. Οι ψυχογραφικές επισημάνσεις που ενώ δίνουν ζωντάνια στους πρωταγωνιστές, παράλληλα είναι και καταγραφές των κοινωνικών συνθηκών που οδήγησαν τον 20ο αιώνα να γίνει ο αιώνας της απόλυτης φρίκης.

Ο ίδιος ο Roth ασφαλώς και δεν έζησε το δράμα που το γερμανικό όραμα του Γ’ Ράιχ για παγκόσμια επικράτηση οδήγησε την ανθρωπότητα. Μα μπόρεσε να το υποψιαστεί και μάλιστα αρκετά χρόνια πιο πριν (τη  συγκεκριμένη νουβέλα τη γράφει το 1927).

Ασφαλώς και πρόκειται για ένα καθαρό και κλασικό εκπρόσωπο του τρόπου συγγραφής των μυθιστορημάτων της γερμανόφωνης λογοτεχνίας. Αλλά ειδικά στο «Ο Τσίπερ και ο πατέρας του» υπάρχει και μια δομή που προαναγγέλλει τις νέες τεχνικές αφήγησης που θα ακολουθήσουν.

Το γενικό, το κοινωνικό στοιχείο δεν φωτίζεται εις βάρος του ατομικού. Αντίθετα, οι προσωπικές στιγμές και αντιδράσεις ενώ σκιαγραφούν με επάρκεια και ζωντάνια τους χαρακτήρες, την ίδια ώρα καταγράφουν τις πολιτισμικές και πολιτικές συνθήκες που τις έχουν δημιουργήσει.

Με άλλα λόγια μυθιστόρημα (ή έστω νουβέλα) που γέρνει προς το ψυχογράφημα.

Ακόμα ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το πως ο συγγραφέας (η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο) κρατά το ρόλο του αφηγητή  και κλείνει το μάτι στον αναγνώστη  του καθώς παίζει μαζί του κάνοντας τον να υποψιαστεί πως υπάρχουν έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Τέλος -και πάντα διατηρώντας τις ισορροπίες ανάμεσα στην προσωπική άποψη και στην εξ αποστάσεως αποτίμηση- πολύ συχνά γίνεται κριτική τόσο ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού όσο και μιας  -νέας για την εποχή εκείνη- μεθόδου προώθησης της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Όλα αυτά νομίζω πως ερμηνεύουν την επιστροφή στις αναγνωστικές προτιμήσεις μας προς τα έργα ενός συγγραφέα που χωρίς να είναι από τους μεγάλους μυθιστοριογράφους της εποχής του, έδωσε έργα ικανά να αναπνέουν τόσο χρόνια μετά τη γέννησή τους.

Ιδιαίτερα κατατοπιστικό το επίμετρο της Πελαγίας Τσινάρη που υπογράφει και τη συνετή μετάφραση του έργου.

(Βιβλιοδρόμιο Νέων 17/10/2020)