Pages
▼
11.2.26
Θαύματα
Βιόλα Αρντόνε
‘Θαύματα»
Μετάφραση: Φωτεινή Ζερβού
Εκδόσεις Πατάκη
Το μυθιστόρημα ‘Θαύματα’ (Grande Meraviglia) της Βιόλα Αρντόνε επιβεβαιώνει με εντυπωσιακή σαφήνεια τη συγγραφική της ταυτότητα: μια λογοτεχνία βαθιά κοινωνική, ιστορικά τεκμηριωμένη και ταυτόχρονα εμποτισμένη από έντονη ηθική και συναισθηματική ευαισθησία. Όπως και στα προηγούμενα έργα της (‘Το τρένο των παιδιών’ και ‘Η ατίθαση καρδιά της Ολίβα Νενάριο’ -κυκλοφορούν κι αυτά από τις Εκδόσεις Πατάκη), η Αρντόνε στρέφει το βλέμμα της σε πρόσωπα και θεσμούς που βρίσκονται στο περιθώριο της επίσημης ιστορίας, αποκαλύπτοντας τις σιωπές, τις βίαιες κανονικότητες και τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας που συχνά κρύβεται πίσω από τον μανδύα της προόδου.
Το μυθιστόρημα ως κεντρικό σημείο ενεργοποίησής του έχει ένα νόμο του Ιταλικού Κράτους του 1978 σύμφωνα με τον οποίο τα ψυχιατρεία ξεκινούν να κλείνουν σταδιακά, απαγορεύεται η ίδρυση νέων ψυχιατρικών ασύλων και η φροντίδα ψυχικής υγείας μετατοπίζεται σε κοινοτικές δομές και νοσοκομεία. Παράλληλα περιορίζεται δραστικά ο ακούσιος εγκλεισμός σε ψυχιατρικές μονάδες.
Κεντρικά πρόσωπα ένας γιατρός -από τους πρωτεργάτες εφαρμογής του σχετικού νόμου- και μια νεαρή τρόφιμος ψυχιατρικής κλινικής η οποία είχε εκεί εγκλειστεί ακούσια.
Ανάμεσα στα δυο αυτά πρόσωπα η Αρντόνε αναζητά να καταγράψει το όρια ανάμεσα στην βοήθεια και στην καταπίεση* στην επιστημονική έρευνα και στην άμεση εμπειρία.
Ο γιατρός δεν παρουσιάζεται ως καρικατούρα εξουσίας ούτε ως ψυχρός γραφειοκράτης της επιστήμης. Αντίθετα, σκιαγραφείται ως άνθρωπος βαθιά πεπεισμένος ότι μπορεί —και οφείλει— να θεραπεύσει, να επαναφέρει στην «κανονικότητα», να διορθώσει. Η γνωριμία του με τη νεαρή ‘ασθενή’ του λειτουργεί ως θεμέλιο σε αυτή τη βεβαιότητα του. Από την άλλη όμως και η κοπέλα δεν είναι απλώς ένα περιστατικό· γίνεται πρόσωπο που αντιστέκεται, άλλοτε σιωπηλά και άλλοτε ενεργά, στην ερμηνεία που της επιβάλλεται.
Η σχέση τους δομείται πάνω σε μια αντιθετική κατάσταση: εκείνος έχει τον λόγο, τη διάγνωση, την εξουσία της απόφασης· εκείνη έχει το σώμα, τη σιωπή, τις εκρήξεις, τα συναισθήματα. Ο γιατρός ερμηνεύει —και συχνά παρερμηνεύει— τη στάση της ως ένδειξη προόδου ή παθολογίας, χωρίς να αντιλαμβάνεται πόσο η ίδια κατασκευάζει ρόλους για να επιβιώσει μέσα στο ίδρυμα, αλλά και στην όποια και εκτός ιδρύματος χειραγώγησή της. Η «σωτηρία» που εκείνος πιστεύει ότι της προσφέρει είναι, στην πραγματικότητα, μια νέα μορφή εξάρτησης.
Η Αρντόνε αναζητά το όρια που μπορεί να υπάρχουν στον τρόπο επέμβασης του άλλου είτε εντός μιας ψυχιατρικής δομής είτε εντός ενός οικογενειακού ή και κοινωνικού περιβάλλοντος.
Οι καλές επιστημονικές και πολιτικές προθέσεις από μόνες τους δεν αρκούν, αν δεν συνοδεύονται από μια αναλυτική προσέγγιση και κατανόηση της ελευθερίας και εκείνου που αποφασίζει και εκείνου που υφίσταται τις αποφάσεις.
Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η στάση της συγγραφέως απέναντι στις αντιδράσεις της οικογένειας του γιατρού. Η γυναίκα και το οικείο του περιβάλλον λειτουργούν ως καθρέφτης: βλέπουν την εμμονή του, τη μετατόπιση της φροντίδας του από το σπίτι στο ίδρυμα, και κυρίως την αδυναμία του να διακρίνει τα όρια ανάμεσα στο επαγγελματικό καθήκον και την προσωπική προβολή. Η οικογενειακή ένταση δεν είναι δευτερεύουσα· αποκαλύπτει πως η επιθυμία να «σώσεις» κάποιον μπορεί να συνυπάρχει με τη συναισθηματική τύφλωση απέναντι στους πιο κοντινούς σου ανθρώπους.
Από την άλλη πλευρά, η στάση της ασθενούς απέναντι στον «γιατρό-σωτήρα» είναι ίσως το πιο λεπτό αφηγηματικό επίτευγμα του βιβλίου. Η Αρντόνε αποφεύγει τόσο τον εύκολο ρομαντισμό όσο και τη σχηματική καταγγελία. Η κοπέλα άλλοτε αποδέχεται τον ρόλο που της αποδίδεται, άλλοτε τον υπονομεύει· άλλοτε φαίνεται να προσκολλάται στον γιατρό, άλλοτε τον απογυμνώνει από τη σημασία του. Δεν τον βλέπει μόνο ως εξουσία, αλλά ούτε και ως απελευθερωτή. Τον βλέπει —και αυτό είναι το πιο οδυνηρό— ως έναν ακόμη άνθρωπο που χρειάζεται να πιστέψει σε κάτι για να αντέξει τον εαυτό του.
Έτσι, το μυθιστόρημα αποκτά τη βαθύτερη ψυχογραφική του διάσταση όχι μέσα από γενικές καταγγελίες, αλλά μέσα από μια σχέση που αποτυγχάνει να είναι ισότιμη, ακόμη κι όταν διακηρύσσει την πρόοδο και την ανθρωπιά. Το μυθιστόρημα δείχνει με ακρίβεια πως η βία των θεσμών δεν ασκείται μόνο με καταναγκασμούς, αλλά και με καλοπροαίρετες αφηγήσεις σωτηρίας.
Κάτω από αυτήν την ανάγνωση, «Ο μεγάλος θαυμασμός» του ιταλικού τίτλου –«Grande meraviglia»- αποκτά ειρωνικό βάθος: δεν είναι το θαύμα της ίασης, αλλά η αποκάλυψη των ορίων της επιστημονικής και ηθικής αυταρέσκειας. Και ακριβώς εδώ το βιβλίο της Αρντόνε πρωτοτυπεί και γίνεται ένα ουσιαστικό, ανήσυχο μυθιστόρημα για την εξουσία που κρύβεται μέσα στη φροντίδα.
Η απόδοση στου έργου στα ελληνικά άρτια και γι αυτό συγχαρητήρια αξίζουν στη μεταφράστρια Φωτεινή Ζερβού.
(713 λέξεις)
https://www.fractalart.gr/fractal256/
