Pages

2.7.26

Ο Απόστολος Πάππος στο Elniplex

Τρίποντο και πιρουέτα, του Μάνου Κοντολέων Μια δεξαμενή των ονείρων μας και αυτή των διαψευσμένων σχέσεων. […] Όταν επιτρέπεις στον εαυτό σου με κάποιον να συγκριθεί, αυτό ίσως και να σημαίνει πως θες να ανιχνεύσεις μια ενοχή σου […] Το όνομα που άλλοι μας δίνουνε γίνεται τελικά και η ταυτότητά μας. Γι’ αυτό και κάποιοι το παραλλάσσουν… Ο Άλεκ, μαθητής τρίτης γυμνασίου, ζει με τη μητέρα και τη γιαγιά του και θέλει να γίνει αστέρι του μπάσκετ. Στον προσφυγικό συνοικισμό που ζει γνωρίζει τον συνομήλικό του, Κλείτο, που θέλει να γίνει χορευτής και έχει ένα διαφορετικό οικογενειακό υπόβαθρο. Ο Άλεκ του συστήνεται ως Αλέξανδρος, ο Κλείτος έχει ένα μάτι γαλανό και ένα καστανό και τα δυο αγόρια έρχονται κοντά, ως σώματα και ψυχισμοί, υπερβαίνοντας φωνές, στερεότυπα, προσδοκίες άλλων. Ο συγγραφέας κάνει εναλλασσόμενη αφήγηση από την πλευρά κάθε αγοριού, παρεμβάλλοντας και μια τρίτη αφήγηση σε πλαγιογράμματη γραμματοσειρά, που μπορεί να είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, κάποιος ανώνυμος ετεροδιηγητικός αφηγητής που στοχάζεται, το υπερβατικό πνεύμα της ήβης που μιλά πάνω απ’ όλους ή η συλλογική φωνή ενός αφυπνιστικού χορού που σχολιάζει με διατυπώσεις και λυρισμό χορικού, και εξυψώνει τη σκέψη από μια θέση προνομιακού στοχασμού. Ο Κοντολέων, πρωτοπόρος πάντα, βρίσκει ξανά έναν τρόπο να μιλήσει στους εφήβους τη γλώσσα της αλήθειας, διατηρώντας τη φλόγα της νιότης που τον οδηγεί να γράφει πάντα με τρόπο σύγχρονο. Η γλώσσα του έχει απλότητα, είναι σχεδόν ασθμαίνουσα, εμπνευσμένη από των μαινόμενων εφήβων τα σωθικά, μιας λίμπιντο σε καταιγίδα. Το Τρίποντο και πιρουέτα, τίτλος ευρηματικά συμπυκνωτικός, είναι ένας νέος, Κοντολεόντειος τόπος ευκαιριών και ταύτισης, τόπος μελέτης των φίλων μας, των εαυτών μας, των παιδιών μας. Περί τίνος πρόκειται Ο Άλεκ, μαθητής τρίτης γυμνασίου, βλέπει ένα αγόρι να κάνει πιρουέτες. Τι παράξενο! Τι όμορφο! Γνωρίζονται. Ο Άλεκ μεγαλώνει με τη μητέρα και τη γιαγιά του. Θέλει να γίνει αστέρι του μπάσκετ, παρότι η μάνα του, φυσικοθεραπεύτρια και απείρως πιο ρεαλίστρια, δεν συμμερίζεται τα όνειρά του. Ο τόπος τους είναι ένας παραθαλάσσιος προσφυγικός συνοικισμός σε μια μικρή κωμόπολη. Οι χωρισμένοι γονείς του δεν έχουν και τις καλύτερες σχέσεις. Ο πατέρας του έχει κάνει νέα οικογένεια, ζει σε άλλη πόλη, απουσιάζει γενικώς αλλά στις απαιτήσεις του να ανταποκριθεί ο γιος του στο αντρικό πρότυπο που ξέρει, είναι παρών. Τέλος Αυγούστου. Σε μια παραλία. Γνωρίζονται. Είναι συνομήλικοι. Ο Κλείτος ζει με τη μητέρα και τον παππού του. Ο πατέρας του, άνθρωπος της τέχνης, μουσικός, βρέθηκε νεκρός σε ένα πάρκινγκ, προδομένος μάλλον από την καρδιά του, ο επί τριάντα έτη σαξοφωνίστας παππούς μετακόμισε μαζί τους, προσφέροντας κάποια ασφάλεια, το ωδείο όπου ήταν διευθυντής ο μπαμπάς έκλεισε και η μαμά αποφάσισε να κάνει ιδιαίτερα κιθάρας. Ε, και άλλαξαν και σπίτι, ένα πιο οικονομικό, στον συνοικισμό. «Θέλω να γίνω χορευτής!» Και ο πατέρας τον είχε κοιτάξει ξαφνιασμένος. – «Είσαι βέβαιος;» Και η μητέρα μισόκλεισε τα μάτια, πήρε βαθιά ανάσα- «Για όσο το θες, εμείς θα είμαστε δίπλα σου!» είπε. Ο Άλεκ του συστήνεται ως Αλέξανδρος, παρότι δεν τον φώναζε κανείς έτσι. Ο Κλείτος παραμένει Κλείτος, αυτός έχει ένα μάτι γαλανό και ένα καστανό, έχει μια διπλή ματιά. Τα δυο αγόρια έχουν διαφορετικό οικογενειακό υπόβαθρο, με περισσότερες αποκλίσεις παρά συγκλίσεις, κι αυτό θα εκφραστεί σε διάφορες προσεγγίσεις τους. Ο συγγραφέας επιλέγει να τους μοιράσει στα δύο την αφήγηση, σε μια εναλλασσόμενη εστίαση, πότε κοιτάζοντας την ιστορία από τη ματιά του ενός, πότε του άλλου, καταργώντας έτσι την αλήθεια της μίας οπτικής και συμπληρώνοντας τις ρωγμές του ενός με τις μονωτικές ύλες του άλλου. Αυτή η διπλή εστίαση, λειτουργεί ως ένας καθρεφτισμός του ενός στον άλλο, όπου η διαδοχή συναισθημάτων και πτυχών προωθεί στρατηγικά τη μεταξύ τους γνωριμία, την αυτογνωσία του καθενός και κυρίως την ωρίμανση που κατακτάται, στο μέτρο του καθενός, μέσα από την αναπόφευκτη αναζήτηση της ταυτότητας. Κι αυτή είναι μια αφηγηματική στρατηγική που λειτουργεί άρτια για τον καρδιακό και συναισθηματικό παλμό της ίδιας της ιστορίας. Εστιάζοντας Ο Κλείτος παραμένει Κλείτος. Ο Άλεξ γίνεται Αλέξανδρος, ένα όνομα που ήδη αναζητεί την μετέωρη ταυτότητα του κατόχου του, που αποπειράται να αντλήσει ταυτότητα ξεκινώντας από κάπου. Ίσως η έμπνευση της ονοματοδοσίας να έρχεται από τον Μέγα Αλέξανδρο και τον αξιωματικό του, τον Κλείτο, όπου τα αυτά δύο ονόματα των αγοριών έχουν την πιο ιστορική τους συνύπαρξη, σε μια σχέση αφοσίωσης και τελικά ρήξης. Κλείτος εκ του κλέος (δόξα, φήμη), Αλέξανδρος εκ του αλέξω και άνδρας/ανήρ (προστατεύει τους άντρες). Ίσως έτσι ο Κοντολέων να μεταφορτώνει κάποιες προγραμμένες κοινωνικές προσδοκίες που πηγάζουν εκ των ονομάτων, ίσως απλά να παραπέμπει σε δύο εμβληματικούς άντρες. Πάμε στις φωνές. Μία Άλεκ/Αλέξανδρος που θα γίνει σκέτο Αλέξανδρος, μία Κλείτος. Και εκείνος ο τρίτος, με την πλαγιογράμματη γραμματοσειρά, που παρεμβάλλεται και ξεφυτρώνει παντού, σε μικρές συνήθως προτάσεις, ποιος είναι; Είναι ο ίδιος ο συγγραφέας; Είναι ένας ανώνυμος ετεροδιηγητικός αφηγητής, που παρεμβαίνει για να σχολιάζει, να προσθέτει, να στοχάζεται; Είναι μια εσωτερική φωνή που υπερβαίνει τα δύο παιδιά και ενώνει τους κόσμους τους σαν συγκολλητική ουσία; Είναι το υπερβατικό πνεύμα της ήβης που μιλά πάνω απ’ όλους; Είναι η συλλογική φωνή ενός αφυπνιστικού χορού σαν από τραγωδία ή σατυρικό δράμα, που σχολιάζει με διατυπώσεις και λυρισμό χορικού, και εξυψώνει τη σκέψη από μια θέση προνομιακού στοχασμού; Είναι όλα μαζί και κάτι πέρα από αυτά; Δεν έχει σημασία τι είχε στο μυαλό του ο συγγραφέας (αυτό εκείνος το γνωρίζει μόνο), αλλά τι μπορεί να πάρει και πού μπορεί να οδηγηθεί κάθε αναγνώστης. Σε κάθε περίπτωση, η τυπογραφική διαφοροποίηση με τα italics δείχνει ότι ο συγγραφέας θέλει να την ξεχωρίσει από την υπόλοιπη αφήγηση, σαν ένα παράλληλο κείμενο που άλλοτε συνδιαλέγεται και άλλοτε αυτονομείται. Οι δυο έφηβοι θα πλησιάσουν ο ένας τον άλλο. Θα κοιτάξουν τον κόσμο του άλλου. Ο ένας στο παρκέ, ο άλλος στον χορό. Οι γύρω, αυτή οι απέξω, η δημοσία γνώμη (κατά Ίψεν), οι μεγάλοι κριτές των πάντων, βρίσκουν ευκαιρίες να πετάξουν τις ανόητες παρόλες τους, να ειρωνευτούν, να εκφοβίσουν, να λογοκρίνουν. Πρέπει να το παλέψεις το στερεότυπο. Να το κοιτάξεις και να το νικήσεις. Η κοινωνία συνεχίζει να χειροκροτά και να αποδοκιμάζει, κατά το δοκούν. Εσύ, ο Κλείτος ή ο Άλεκ/Αλέξανδρος, πρέπει να συνεχίζεις να γλιστράς στο δικό σου όνειρο. Ειδικά ως αγόρια, έχουν μια κοινωνική συνθήκη πολύ σκληρή, ακόμα και σήμερα. Και για να αντέξουν, πρέπει να έχουν στηρίγματα, έστω ο ένας τον άλλον, σαν καθρέφτης που θέλεις επιτέλους να κοιτάξεις κι όχι να αποφύγεις. Τα δυο αγόρια έλκονται. Δεν έλκεται μόνο το σώμα τους, αυτή άλλωστε είναι μια κυρίαρχη ταυτότητα, η σεξουαλική, θα την ψάξεις κάπου, θα αποφασίσουν τα γονίδιά σου για αυτά. Έλκονται και ως ψυχισμοί, ο ένας για τον άλλον, για τον τρόπο που προσπαθεί ο άλλος να αντέξει τους κλυδωνισμούς, τις ηθικές συμπληγάδες και τις βολές. «Τα προσφυγάκια», τους λένε καθώς είναι οι μόνοι που έρχονται με λεωφορείο από τον συνοικισμό. Ένα ακόμα όνομα με πολλαπλούς συμβολισμούς. Πρόσφυγες σε τόπους, σε σώματα, σε ιδέες, ξένοι και ξενάκια παντού. Οι έφηβοι, ομοφυλόφιλοι ή όχι (τι σημασία έχει) ξένοι παντού, ψάχνουν να βάλουν παπούτσι κάτω να πάρει βήμα και βηματισμό, να βρουν ταυτότητα και πλαίσιο, να ανήκουν, να βρουν αποδοχή. Κάθε σπίτι κρύβει λίγη αγάπη στη σιωπή / μα ένα αγόρι έχει την αγάπη για ντροπή… (Οδός Ονείρων, Μάνος Χατζιδάκις, αξέχαστη ερμηνεία Γιώργου Μαρίνου) Ο Κοντολέων, πρωτοπόρος πάντα, βρίσκει ξανά έναν τρόπο να μιλήσει στους εφήβους τη γλώσσα της αλήθειας, κρατώντας αυτήν της αφήγησης στα δικά του χωράφια, στον λυρισμό, στο όνειρο, στην ποίηση, δίχως να την εκποιεί στον προφορικό λόγο της σύγχρονης ή αλλοτινής εφηβείας για να γίνει τάχα μοντέρνος. Καίτοι στην όγδοη δεκαετία της ζωής του, δεν μασκαρεύεται τον έφηβο, καθώς ακόμα διατηρεί μια φλόγα νιότης που τον οδηγεί να γράφει πάντα με τρόπο σύγχρονο για όσα στην κοινωνία συμβαίνουν. Κι αυτό, δεν αποτελεί κάποια ανούσια φιλοφρόνηση, αλλά μια πραγματικότητα, αφού οι συγγραφείς που γράφουν εντός συνόρων για ομοφυλοφιλικούς έρωτες είναι στο μισό χέρι ήδη μετρημένοι. Αυτή η γλώσσα έχει απλότητα, είναι σχεδόν ασθμαίνουσα, εμπνευσμένη από των μαινόμενων εφήβων τα σωθικά, μιας λίμπιντο σε καταιγίδα, και βρίσκει ρυθμό συνεχώς που τον μεταφέρει εγκάρσια σε όλη την ιστορία. Το Τρίποντο και πιρουέτα, τίτλος ευρηματικά συμπυκνωτικός της ουσίας των δύο ηρώων και του τόπου διεκδίκησης των ονείρων τους, είναι ένας νέος, Κοντολεόντειος τόπος ευκαιριών και ταύτισης, θερμού φωτός πάνω στην εφηβεία, τόπος μελέτης των φίλων μας, των εαυτών μας, των παιδιών μας, που οφείλουμε να κατανοούμε, να αποδεχόμαστε και να συμπλέουμε. Τόπος, λοιπόν, σύμπλευσης και με το παρόν. Τέλος, το ροζ εξώφυλλο λειτουργεί ως ένα δυνατό παρακειμενικό σημείο που ενεργοποιεί τον διάχυτο κοινωνικό συνειρμό περί του χρώματος, την ώρα που ο συγγραφέας εντός χτυπά αυτές τις κοινωνικές κατασκευές. Έτσι, ήδη από το ράφι του βιβλιοπωλείου, το βιβλίο έχει ήδη ξεκινήσει τη λειτουργία της ανάγνωσης, δίχως όμως να υπονοεί τίποτε περισσότερο από ένα στερεότυπο που ο συγγραφέας θα χτυπήσει μετωπικά. Απόστολος Πάππος 01/07/2026 https://www.elniplex.com/%cf%84%cf%81%ce%af%cf%80%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%bf-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%80%ce%b9%cf%81%ce%bf%cf%85%ce%ad%cf%84%ce%b1-%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ad%cf%89/?fbclid=IwY2xjawSzcXJleHRuA2FlbQIxMABicmlkETFYcHY0RnpmV29oY1Jqa0NSc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHsryBkV5QRCQZZLmMKP-k_keAKnZC99vD8U73WqBRXCGICkcZXjRlYzPXqNG_aem_l-sLOyzClF9kjphko2N89A

Ζαμαρία, Δημητριάδου, Αρτζανίδου για το 'Τρίποντο και πιρουέτα'

Ο Μάνος Κοντολέων ανήκει στους πρωτοπόρους της ελληνικής ρεαλιστικής εφηβικής λογοτεχνίας, καθώς αγγίζει θεμελιώδη και «δύσκολα» κοινωνικά ζητήματα, που συχνά αποτελούν ταμπού. Στον ίδιο δρόμο και το νέο του βιβλίο, Τρίποντο και πιρουέτα, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη. Στην crossover λογοτεχνία, παρακολουθούμε τη μεταμόρφωση του παιδιού σε ενήλικα. Ο ήρωας βιώνει μια συγκρουσιακή κατάσταση που τον φέρνει αντιμέτωπο με την οικογένεια, την κοινωνία και τον εαυτό του, για να οδηγηθεί τελικά στην ωριμότητα μέσα από τις επιλογές του. Ο Κοντολέων, στο νέο του βιβλίο, στρέφεται σε μια πρωτίστως –αλλά όχι μόνο– εσωτερική, υπαρξιακή μάχη. Είναι ένα έργο που μιλάει με απόλυτα σύγχρονους όρους για τη σεξουαλική αφύπνιση, τη συμπερίληψη, την ελευθερία αυτοδιάθεσης, το δικαίωμα της προσωπικής επιλογής και της κοινωνικής αποδοχής. Η ιστορία ακολουθεί δύο έφηβους, τον Άλεκ –που λατρεύει το μπάσκετ– και τον Κλείτο –που ονειρεύεται να γίνει χορευτής–, οι οποίοι μέσα από τη γνωριμία τους ξεπερνούν τα κυρίαρχα στερεότυπα. Κατά τη διάρκεια μιας σχολικής χρονιάς, ανακαλύπτουν κοινά σημεία μέσα από τις αντιθέσεις τους. Ο Κοντολέων χτίζει ένα εφηβικό μυθιστόρημα που επιβάλλεται να διαβαστεί και από ενήλικες. Όχι μόνο γιατί, με τη συγγραφική ωριμότητα που διαθέτει, εστιάζει στις εμπειρίες, τις προκλήσεις και τις ανησυχίες της εφηβείας. Αλλά γιατί αποτελεί σπουδή στη διεκδίκηση της προσωπικής ελευθερίας και τη σύγκρουση με τα κοινωνικά στερεότυπα. Ο Άλεκ και ο Κλείτος, που προέρχονται από διαφορετικά οικογενειακά περιβάλλοντα, θα συναντηθούν στα περίχωρα μιας μικρής επαρχιακής πόλης, στην άκρη του παραθαλάσσιου προσφυγικού συνοικισμού, εκεί που τώρα είναι το σπίτι τους. Ήδη ο αναγνώστης έχει στα χέρια του το πρώτο πετραδάκι ανάγνωσης… το «εκτός» αρχίζει να διαφαίνεται. Η επιλογή του σκηνικού είναι καίρια, καθώς ο συγγραφέας στήνει έναν μικρόκοσμο-καθρέφτη. Ένα εφηβικό μυθιστόρημα που επιβάλλεται να διαβαστεί και από ενήλικες. Ο Άλεκ μεγαλώνει με τη μητέρα και τη γιαγιά του. Ο πατέρας του –που τώρα ζει σε μια χώρα του Βορρά με τη νέα του οικογένεια– είναι απών στις συναισθηματικές του ανάγκες, μολονότι απαιτεί από τον γιο του να ανταποκριθεί στο κυρίαρχο αντρικό πρότυπο. Ο Κλείτος μεγαλώνει με τη μητέρα και τον παππού του. Ο δικός του πατέρας, διευθυντής ωδείου και λάτρης της τέχνης, πέθανε. Στην ιστορία, ο Κοντολέων παίζει με τις ομοιότητες και τις διαφορές των δυο εφήβων. Σε κάθε κεφάλαιο, η αφηγηματική φωνή άλλοτε υιοθετεί τη ματιά του Άλεκ κι άλλοτε του Κλείτου. Κι ενώ οι δύο πρωταγωνιστές φαίνεται να εκφράζουν δύο αντίθετους κόσμους, η πρώτη τους επαφή δε φέρνει σύγκρουση, αλλά μια βαθιά περιέργεια και γοητεία: «Να βρεις το θάρρος να πλησιάσεις εκείνον που σου αποκαλύπτει ποιος είσαι». Κι εκεί, στην παραλία, σούρουπο, τέλος Αυγούστου, θα πρωτοσυστηθούν. Ο Κλείτος, με τα παράξενα μάτια, αφού το ένα είναι γαλανό και το άλλο ολοκάστανο, και ο Άλεκ (όλοι έτσι τον φωνάζουν) που τώρα θα συστηθεί ως Αλέξανδρος. Ένα ακόμα αναγνωστικό πετραδάκι… «Το όνομα, που άλλοι μάς δίνουν, γίνεται τελικά και η ταυτότητά μας. Γι’ αυτό και κάποιοι το παραλλάσσουν». Μόνο το όνομα μας δίνουν οι άλλοι; Πόσες από τις, ορατές ή αόρατες, ταυτότητες δε μας θέτουν «εκτός»; Η ανάγκη τους να εκφραστούν μέσα από το σώμα τους θα τους φέρει κοντά. Με την ένταση, τον αθλητισμό και τον ανταγωνισμό, για τον Άλεκ, που αντιπροσωπεύει το πιο παραδοσιακό και κοινωνικά αποδεκτό πρότυπο για ένα αγόρι. Που, όμως, βαθιά μέσα του ταλαντεύεται… που νιώθει πως το «Αλέξανδρος» τον εκφράζει περισσότερο. Με την πλαστικότητα στις κινήσεις, την κουλτούρα, την ευαισθησία, για τον Κλείτο. Που το όνειρό του να γίνει χορευτής δε χωρά στο μυαλό του κοινωνικού του μικρόκοσμου. Η σχέση τους γίνεται το καταφύγιο όπου μπορούν να είναι ο εαυτός τους, χωρίς λογοκρισία. Ο ένας αρχίζει να έλκεται από τον τρόπο που ο άλλος διεκδικεί την ελευθερία του. Αυτή η αμοιβαία κατανόηση τους φέρνει σταδιακά πολύ κοντά. Μέσα από τη συνύπαρξή τους, η σχέση περνά στο στάδιο της συναισθηματικής και σεξουαλικής αφύπνισης. Ο ένας γίνεται ο καθρέφτης του άλλου στην προσπάθειά τους να ανακαλύψουν και, κυρίως, να αποδεχτούν τη σεξουαλική τους ταυτότητα, διεκδικώντας το δικαίωμα να ζουν αυθεντικά. Ο Κοντολέων με τον δικό του, ιδιαίτερο τρόπο κατευθύνει τον αναγνώστη να δει το δάσος κι όχι το δέντρο. Όχι γιατί μιλά ανοιχτά για τη σεξουαλική αφύπνιση, χωρίς ταμπού και ντροπή, αλλά με ειλικρίνεια και χωρίς να εκπίπτει σε φτηνά τεχνάσματα και τεχνικές κλειδαρότρυπας, προκειμένου να γαργαλήσει τα ένστικτα του αναγνώστη. Η αναζήτηση της ταυτότητας είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της εφηβείας. Και η συγκρότηση αυτής της ταυτότητας δεν είναι απλό ζήτημα. Γιατί δεν έχει να κάνει μόνο με την ταυτότητα φύλου. Έχει να κάνει με τις προσδοκίες που απορρέουν από αυτή, από τα βαθιά ριζωμένα έμφυλα στερεότυπα, από την αποδοχή, από το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό και την ορατότητα. Θα ήταν λάθος, λοιπόν, να διαβαστεί το βιβλίο μόνο ως μια ιστορία αγάπης ανάμεσα σε δύο αγόρια. Γιατί δεν είναι μόνο αυτό. Είναι μια ιστορία μέσα από την οποία ο αναγνώστης καλείται να κατανοήσει την πορεία ενός εφήβου, τη συχνά επώδυνη, για την ανακάλυψη του ποιος είναι. Τα πολλαπλά πεδία σύγκρουσης με τα οποία πρέπει να αναμετρηθεί. Κατ’ αρχάς με τον ίδιο του τον εαυτό, που καλείται να γνωρίσει ή να επαναπροσδιορίσει. Αλλά και με τον φόβο της απόρριψης ή της απογοήτευσης των γονιών ή των φίλων, γεγονός που εντείνει την εσωτερική του μοναξιά. Καλείται να προβληματιστεί για το πώς οι έφηβοι διεκδικούν –ή πόσο τους επιτρέπεται ή βοηθιούνται να διεκδικήσουν– τα θέλω, τα όνειρά τους, την ταυτότητά τους. Σε αυτή την ιστορία ενηλικίωσης ο Κοντολέων χτίζει περίτεχνα τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών του, που ακόμα και η ονοματοδοσία τους κουβαλά τον δικό της συμβολισμό. Η ανασφάλεια, ο φόβος, η εσωτερική ταλάντευση που γεννά αυτό που, πριν καλά-καλά το αντιληφθούν και το ονοματοδοτήσουν, το νιώθουν. Εξίσου δομημένοι και οι χαρακτήρες των συμπρωταγωνιστών. Των συμμαθητών (που, αν και έφηβοι, κανιβαλίζουν τη διαφορετικότητα χειρότερα από τους ενήλικες), της καθηγήτριας (που έμπρακτα δείχνει την ουσία της αποδοχής και της συμπερίληψης) και, κυρίως, των προσώπων της οικογένειας. Στα πρόσωπά τους εγκιβωτίζονται οι διαφορετικές στάσεις που υιοθετούνται απέναντι σε ό,τι με ευκολία χαρακτηρίζεται ως «διαφορετικό», ως «εκτός». Ειδικά στο πρόσωπο του παππού, ο Κοντολέων δίνει ένα σπουδαίο μήνυμα: ο συντηρητισμός δεν είναι θέμα ηλικίας και η πραγματική αγάπη δε θέτει προϋποθέσεις ούτε ζητά «ταυτότητες». Μια πρόταση για το πώς η λογοτεχνία για εφήβους, χωρίς να φωνασκεί, μπορεί να απενοχοποιεί και να βοηθά στην κατανόηση και τον σεβασμό του Άλλου. Δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη η επιλογή, που αποτυπώνεται με πλαγιογράμματη γραφή στο κείμενο, ενός τριτοπρόσωπου αφηγητή, μιας φωνής που είναι… ποια είναι, άραγε; Είναι η φωνή που μεταφέρει τις εσωτερικές σκέψεις του Κλείτου και του Αλέξανδρου; Ή, μήπως, είναι η φωνή ενός άτυπου Χορού που, όπως και στην τραγωδία, αποτελεί την «ιδανική συλλογικότητα», σχολιάζει τα δρώμενα, εκπροσωπεί την κοινή ηθική, σοκάρεται, συμπάσχει ή εκφράζει τα συναισθήματα του κοινού; Θα μπορούσε, ίσως, να είναι η εσωτερική φωνή του κάθε –διαφορετικού– αναγνώστη, που δίνει λόγο στα δικά του άρρητα μυστικά; Ευρηματικό! Η ροή του λόγου είναι γρήγορη, με άμεσες και κοφτές προτάσεις που ταιριάζουν με την ένταση της εφηβείας, αλλά και με την εσωτερική ταλάντευση των πρωταγωνιστών. Παρά τον ρεαλισμό της, η γραφή διατηρεί μια βαθιά ποιητικότητα και συναισθηματική ειλικρίνεια. Η χρήση του πρώτου προσώπου δίνει στο κείμενο τον χαρακτήρα της εσωτερικής εξομολόγησης, ενώ η τριτοπρόσωπη αφήγηση δημιουργεί την απαραίτητη απόσταση για να κατανοήσει ο αναγνώστης όσα βιώνουν οι ήρωες. Σε αυτά να προστεθεί και η υιοθέτηση μιας «σωματικής» γλώσσας, μιας γλώσσας έντονα οπτικής και κινητικής, όπου οι λέξεις περιγράφουν την κίνηση, την προσπάθεια, την ένταση και τη συναισθηματική απελευθέρωση που προσφέρει η σωματική έκφραση, κάνοντας τον αναγνώστη να νιώθει τον παλμό των ηρώων. Ο Κοντολέων, με τολμηρό και ειλικρινή τρόπο, σπάει τα στερεότυπα, προσφέροντας στους εφήβους μια ιστορία για την αποδοχή της σεξουαλικής τους ταυτότητας και τη διεκδίκηση της προσωπικής τους ελευθερίας. Και σε όλους μας, μια πρόταση για το πώς η λογοτεχνία για εφήβους, χωρίς να φωνασκεί, μπορεί να απενοχοποιεί και να βοηθά στην κατανόηση και τον σεβασμό του Άλλου. Κατερίνα Ζαμαρία 24 Ιουνίου 2026 www.diastixo.gr ........................................................................ «Τρίποντα και πιρουέτες» του Μάνου Κοντολέων (κριτική) – Αναζητώντας επιλογές και ισορροπίες, σε ένα μυθιστόρημα για εφήβους και νέους 26 Ιουνίου 2026 236 Γράφει η Διώνη Δημητριάδου Εσωτερικός δισταγμός ή υποταγή στους κανόνες των άλλων; Ένα ερώτημα που διατυπώνεται κάποια στιγμή στο βιβλίο Τρίποντο και πιρουάτα, που όμως το διατρέχει από άκρη σε άκρη, με τα δύο σκέλη του –αν και διαφορετικά στην ποιότητά τους– να συγκλίνουν σε έναν κοινό τόπο, να γίνονται στην ουσία ένα, αν δεχθούμε πως ο εσωτερικός δισταγμός υπαγορεύεται συχνά κι αυτός από τη διάθεση υποταγής στις κυρίαρχες, στερεότυπες αντιλήψεις. Οι δύο ήρωες του βιβλίου, ο Άλεκ/Αλέξανδρος και ο Κλείτος, κάτω από διαφορετικές συνθήκες δεν θα είχαν συναντηθεί ποτέ. Όμως η ζωή του καθενός τούς φέρνει απρόσμενα κοντά, στον παραθαλάσσιο επαρχιακό οικισμό, και μάλιστα στην άκρη του. Δύο έφηβοι, συνομήλικοι, με ένα οικογενειακό πλαίσιο τελείως διαφορετικό, (με την αρσενική παρουσία να εκπροσωπείται, λόγω απουσίας της πατρικής φιγούρας, από την ακόμη προηγούμενη γενιά, τον παππού), που τους οδηγεί σε διαφορετικά όνειρα (ο Άλεκ αγαπά το μπάσκετ, ο Κλείτος τον χορό), που ως κοινωνικές «καταγραφές» αποκλίνουν μεταξύ τους. Ωστόσο, μια εσωτερική διάθεση επαφής, μια έλξη του ενός για τον άλλον, αμφίδρομη, μοιάζει αρχικά να καταργεί τα τυποποιημένα σύνορα των δύο κόσμων. Ο Άλεκ γίνεται Αλέξανδρος με δική του επιλογή, όνομα που αμέσως υιοθετεί ο Κλείτος, και εκεί που όλοι οι άλλοι βλέπουν το ταλαντούχο αστέρι του μπάσκετ, αυτός βλέπει ένα αγόρι που τον ελκύει. Ο Άλεκ/Αλέξανδρος, από την άλλη, νιώθει την ανάγκη να τον υπερασπιστεί απέναντι σε όσους τον ωθούν στο περιθώριο για τα φερσίματά του, γι’ αυτούς καθόλου αντρικά. Ανάμεσά τους η Νίνα, που βρίσκει τον τρόπο να τους συνδυάσει, να γίνει φίλη και των δύο, να γεφυρώσει το φαινομενικό χάσμα. Γύρω τους όλοι οι «άλλοι», της οικογένειας ή του ευρύτερου χώρου, να βλέπουν, να διακρίνουν, να ξεχωρίζουν τον Κλείτο από την εικόνα του εφήβου που «οφείλει» να ακολουθήσει το πρότυπο της αρρενωπότητας, να τους φοβίζει η προσέγγιση του αρρενωπού Άλεκ με τη «μαζορέτα» Κλείτο, να τους αποτρέπουν από ό,τι φαίνεται γι’ αυτούς φυσικό όσο και αναπόφευκτο. Εξαιρέσεις συνιστούν η καθηγήτρια της μουσικής και ο παππούς του Κλείτου. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο ενθαρρύνει τη διαφορετικότητα. Ο Κοντολέων χειρίζεται το λεπτό αυτό θέμα με την ευθύνη που τον βαρύνει ως συγγραφέα που απευθύνεται εδώ σε νεανικό κοινό. Επιλέγει μια ανάλογη γλώσσα, με εκφράσεις κατανοητές για έναν έφηβο, χωρίς επιτήδευση, με μικρές εμβόλιμες «προτάσεις» για μουσικά ακούσματα και αναγνώσματα (που μακάρι να πιάσουν τόπο), εισχωρεί στον νοητικό και συναισθηματικό κόσμο των ηρώων του, προκειμένου να τους αγγίξει αποτελεσματικά· δεν είναι ο ενήλικας ειδήμων, ο έμπειρος που επιθυμεί να «διδάξει», δεν βλέπει από τα επάνω, βρίσκεται μέσα στην ιστορία, δίπλα και μέσα στους δύο ήρωές του. Χωρίζει τα κεφάλαια εστιάζοντας στην περίπτωση εναλλάξ του ενός και του άλλου, ισορροπώντας έτσι τις σκέψεις, τις αντιδράσεις, τις επιλογές τους, διαφορετικές και όμως συγκλίνουσες στη συναισθηματική γειτνίαση και, κυρίως, στη σωματική έλξη που νιώθουν. Σε κρίσιμα σημεία της πλοκής, όταν οι δύο έφηβοι νιώθουν μέσα τους τις διακυμάνσεις των επιλογών τους, όταν αμφιταλαντεύονται ανάμεσα σ’ αυτό που διαισθάνονται ως τη βαθύτερη επιθυμία τους και σ’ αυτό που από τους κοινωνικούς κανόνες επιβάλλεται, έχουμε σε διακριτή γραφή, πλαγιογράμματη, παρεμβάσεις που ισορροπούν στο μέσα και στο έξω της ιστορίας. Ο Κοντολέων, ως αφηγητής εξωκειμενικός, σχολιάζει, ενδυναμώνει την ιστορία του, άρα τα κομμάτια αυτά θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ευρύτερα κοινωνικά σχόλια που άλλοτε προτρέπουν σε μια διαφορετική διαδρομή φυσική και αυθόρμητη, και άλλοτε επισημαίνουν τον κίνδυνο που αυτή επιφυλάσσει. Βρισκόμενος, από την άλλη, στη θέση ως συγγραφέας να καθοδηγεί τους ήρωές του (ή ίσως να τον καθοδηγούν αυτοί), προβάλλει την ενδόμυχη σκέψη τους, να φανεί ό,τι υποκρύπτεται πίσω από όσα λένε και δεν τολμούν να ολοκληρώσουν. Αυτό, πιστεύω, που κατεξοχήν κατορθώνει ο Κοντολέων, με τον τρόπο που χειρίζεται τη θεματική του, είναι να δείξει πως στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν αποκλίσεις, κι ας έχουν καθιερωθεί ως κοινωνικός όρος σκόπιμα φορτισμένος ιδεολογικά. Η ανθρώπινη φύση εμπεριέχει όλα τα διαφορετικά στοιχεία που συγκροτούν από κοινού την ανθρώπινη ύπαρξη, είτε εννοούμε την εσωτερική προδιάθεση, τον τρόπο σκέψης, την κοινωνική παρουσία, τον πολύμορφο κόσμο μας. Πολύμορφο και ενδιαφέροντα, αρκεί να αποσείσουμε από πάνω μας τις ιδεοληψίες, τις ασφυκτικές επιταγές, αρκεί να αποδεχθούμε την όποια εκδήλωση του διαφορετικού ως απόδειξη αυτής ακριβώς της πολύμορφης συνθήκης. Διαβάζοντάς την ιστορία του, προσπάθησα να μπω στη συνείδηση ενός έφηβου αναγνώστη (αναρωτιέμαι αν θα φτάσει στα χέρια του) και σκέφτηκα πως, αν ήμουν στη θέση του Άλεκ ή του Κλείτου, θα ήθελα κάποιος να γράφει έτσι για μένα, ή αν δεν ήμουν στη θέση τους, θα με βοηθούσε να κατανοήσω κάποιους φίλους, συμμαθητές που μου φαίνονταν παράξενοι. Και, μακάρι, να κατανοούσα και την επιλογή των ονομάτων τους: Αλέξανδρος (όχι το εκποιημένο και ανούσιο Άλεκ), δηλαδή ο υπερασπιστής των ανθρώπων (ρόλο που επιλέγει ο Αλέξανδρος απέναντι στον Κλείτο), και Κλείτος, δηλαδή ο ευκλεής, ο φημισμένος, μια υπόμνηση πως συχνά όποιος ωθείται στο περιθώριο κρύβει μέσα του τη δύναμη να διακριθεί· μια διακριτή ομορφιά που λίγοι βλέπουν. Η γραφή του Κοντολέων, είτε γράφει για ενήλικες είτε για νέους, χρησιμοποιεί συχνά την προοικονομία, ένα σχήμα που δομείται μέσα από γεγονότα, ή τον προϊδεασμό, ένα σχήμα που εστιάζει σε λέξη ή φράση, με τα δύο αυτά να δομούν την πλοκή προετοιμάζοντας τον αναγνώστη να συλλάβει τις νοηματικές απολήξεις της ιστορίας. Όπως εδώ που προσεγμένη και η παραμικρή λέξη, σωστά τοποθετημένα στη θέση τους τα γεγονότα, οδήγησαν στην τελική πρόσληψη εν συνόλω. 26 Ιουνίου 2026 www.bookpress.gr ....................................................................... Ένας εκ των κορυφαίων συγγραφέων, για μένα ο πρώτος όλων, είναι ο Μάνος Κοντολέων. Είναι ο συγγραφέας που έχει δοκιμαστεί σε όλες τις φόρμες της λογοτεχνίας. Είναι ο συγγραφέας που όπως αβίαστα και επιτυχημένα συνομιλεί με το νήπιο, με το παιδί του Δημοτικού, άλλο τόσο αβίαστα γράφει και επικοινωνεί με τις μοναδικές του ιστορίες με τους εφήβους ενώ συγκλονιστικές είναι και οι ιστορίες,τα μυθιστορήματα του που απευθύνονται στον ενήλικα. Πολυβραβευμένος, με σπουδαίο λογοτεχνικό έργο. Ένας συγγραφέας που τολμά να πάρει θέση, όταν πρέπει, σε θέματα που είτε αφορούν τη λογοτεχνία, είτε την κοινωνία. Η εργογραφία του τεράστια που αποτελεί σπουδαίο κεφάλαιο για την ελληνική λογοτεχνία. Είναι ο συγγραφέας που του οφείλουμε αναγνώστες, αναγνώστριες αλλά και νέοι συγγραφείς τα μέγιστα. Πολύ πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε το εφηβικό του βιβλίο, Τρίποντο και πιρουέτα, με τις εκδόσεις Πατάκη. Δύο νέοι, δύο αγόρια, βρίσκονται σε εξαιρετικές δύσκολες συνθήκες κάπου σε έναν τόπο δίπλα στη θάλασσα. Και οι δύο φτάνουν στο νέο περιβάλλον μόνοι με τις μητέρες τους, ενώ στο ένα οικογενειακό περιβάλλον υπάρχει ο παππούς και στο άλλο η γιαγιά. Δύο νέοι με όνειρα. Τρίποντο και πιρουέτα και η ανακάλυψη της ταυτότητας, της αποδοχής, της σύγκρουσης μαζί με πολλά συναισθήματα ξετυλίγονται με την μοναδική γραφή του Μάνου Κοντολέων. Ένα βιβλίο ανάμεσα στα πολλά διαμάντια της συλλογής του Μάνου Κοντολέων. Αναζητήστε το. Καλοτάξιδο, αγαπημένε μου Δάσκαλε. Έλενα Αρτζανίδου, Ιούνιος 2026