29.5.09

Από το μυθιστόρημα εφηβείας σε εκείνα για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες και τώρα στα cross over



Διάλεξα αυτόν τον τίτλο για την εισήγησή μου θέλοντας να κάνω ξεκάθαρο από την αρχή πως ένα από τα θέματα που θα με απασχολήσουν θα έχει να κάνει με το πώς συνδέεται η εκδοτική ταξινόμηση της συγγραφικής δημιουργίας με τις γενικότερες κοινωνικές συνθήκες που σε κάθε εποχή επικρατούν. Αλλά και με το δεύτερο θέμα –αυτό της συγγραφής λογοτεχνικών βιβλίων για νέους- ο τίτλος θα μας συνδέσει.
Αυτά που θα καταθέσω συνδέονται άμεσα τόσο με τη συγγραφική μου ιδιότητα, όσο και με την εμπειρία που απέκτησα επιλέγοντας βιβλία –ελλήνων και ξένων συγγραφέων- για να εμπλουτίσουν μια σειρά λογοτεχνίας για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες.
****************
Ανάμεσα στους ορισμούς «Λογοτεχνία για νέους» ή «Εφηβική Λογοτεχνία», που συχνά συνυπάρχουν ή εμπεριέχονται στους διάφορους ορισμούς της «Παιδικής και Νεανικής Λογοτεχνίας» , προτιμώ την ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά του Literature for Young Adults ως «Λογοτεχνία για Νεαρούς Ενήλικες Αναγνώστες».
Σε μια τέτοια κατηγορία εντάσσω λογοτεχνικά κείμενα που στοχεύουν σε ένα αναγνωστικό κοινό από 14 χρονών και άνω – και αυτό το άνω, τονίζω πως δεν έχει όριο.
Όταν γύρω στο 1992, ανέλαβα να εμπλουτίσω και να επαυξήσω τις σειρές λογοτεχνικών βιβλίων των Εκδόσεων Πατάκη, ως συγγραφέας είχα γράψει αρκετά βιβλία τόσο για παιδιά όσο και για ενήλικες. Και μόλις είχαν δει το φως της δημοσιότητας οι πρώτες μου προσπάθειες σύνθεσης μυθιστορημάτων που θα απευθυνόντουσαν σε ένα κοινό –κυρίως, αν όχι και μόνο- εφηβικό. Αναφέρομαι στα μυθιστορήματά μου «Το ταξίδι που σκοτώνει» και «Το 33».
Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να ανοίξω μια παρένθεση και να επισημάνω πως για μένα το καλό λογοτεχνικό βιβλίο για παιδιά δεν θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αγαπηθεί μόνο από παιδιά, αλλά να μπορεί να συγκινήσει και αναγνώστες ενήλικες.
Αλλά, άλλο ο ενήλικος αναγνώστης και άλλο ο έφηβος. Ο τελευταίος με τίποτε δεν αποδέχεται –με την αδικία που το πάθος για το πρωτόγνωρο υποδαυλίζει- κάτι που εκπέμπει ‘μυρωδιά’ της ηλικίας που μόλις εγκατέλειψε.
Είχα, λοιπόν, κι εγώ ξεκινήσει να γράφω βιβλία που θα απευθυνόντουσαν κυρίως σε εφήβους. Μα αν η παιδικότητα μπορεί να ξυπνήσει το παιδί που κρύβει μέσα του κάθε ενήλικος και άρα το παιδικό βιβλίο μπορεί να συνομιλήσει και με έναν μεγάλης ηλικίας αναγνώστη, κάτι αντίστοιχο δεν συμβαίνει με την εφηβικότητα, αν αυτή ο συγγραφέας θελήσει να την αναπτύξει μέσα στα πλαίσια των ίδιων προδιαγραφών συγγραφής.
Ο έφηβος διακρίνεται από μια συνεχή μετακίνηση, μια ρευστότητα, μια τάση φυγής και ανασφάλειας.
Όλα αυτά τα στοιχεία δεν μπορούν να αποδοθούν μέσα από τις αυτοελεγχόμενες –και βέβαια όχι αυτολογοκρινόμενες- τεχνικές συγγραφής βιβλίων για παιδιά.
Αλλά είναι παράλληλα τόσο ενδιαφέρουσες καταστάσεις και τόσο συγγραφικά ριψοκίνδυνες.
Πώς μπορούν να αποδοθούν μέσα σε ένα λογοτεχνικό κείμενο, κι αν αυτό γίνει, τότε σε ποια κατηγορία θα το εντάξει κανείς;
Θέλω, με άλλα λόγια να σας πω, πως τα δυο εκείνα πρώτα μου «εφηβικά» βιβλία δεν αισθανόμουνα πως ήταν και τόσο εφηβικά… Λες και δεν τολμούσαν να εγκαταλείψουν τον ασφαλή και ασφαλισμένο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας, που όμως και από την άλλη τα έκανε να ασφυκτιούν.
Και τότε, καθώς μελετούσα το ποιες μπορεί να ήταν οι νέες σειρές στις Εκδόσεις Πατάκη, άρχισα να γνωρίζω συγγραφείς και κείμενα από το εξωτερικό που οι εκδότες τους τα είχαν εκδώσει κάτω από τον τίτλο Literature for Young Adults.
Ο Κόρμιερ με τον «Πόλεμο της Σοκολάτας» (μυθιστόρημα που είχε κυκλοφορήσει κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 70 και που στην Ελλάδα είχε τη φήμη του πολύ άγριου για να εκδοθεί) μου άνοιξε το δρόμο τόσο για τη δημιουργία της σειράς «Παρουσίες», όσο και για τα δικά μου συγγραφικά τολμήματα.
Καθώς, από τη μια, λοιπόν, εμπλούτιζα τις «Παρουσίες» και από την άλλη έγραφα το πρώτο μου μυθιστόρημα που θα το έβαζα κι αυτό στη σειρά αυτή, άρχισα να συνειδητοποιώ πως αυτό που παρουσιαζότανε ως Literature for Young Adults, δεν ήταν τίποτε άλλο από μια μετεξέλιξη αυτού που στο παρελθόν είχαμε γνωρίσει και διαβάσει ως μυθιστόρημα εφηβείας.
Δίχως να θέλω να εισέλθω σε αυστηρά και αρκούντως περιοριστικά πεδία φιλολογικών ορισμών, απλώς υπενθυμίζω πως το μυθιστόρημα εφηβείας, όπως και τα απολύτως συγγενικά είδη της ανάπτυξης, της μαθητείας κ. α., είναι είδη αφηγηματικού λόγου που παρουσιάστηκαν πρώτα στη Γερμανία από τον 18ο αιώνα. Αλλά θα έλεγα πως άνθισαν προς το τέλος του 19ου αιώνα και εκεί στις αρχές έως τα μέσα του 20ου. Στο επίκεντρό τους δεν βρίσκεται γενικώς η εφηβεία, αλλά η διαδικασία της ενηλικίωσης και της ωρίμασης. Πολύ συχνά και στα πρώτα δείγματα του είδους, επικρατούσε μάλιστα η αντίληψη, ότι κατ’ εξοχήν στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος οι συγγραφείς χρησιμοποιούν στοιχεία της βιογραφίας τους.
Πολλές ίσως οι -λογοτεχνικές και μη- διαφορές που χωρίζανε τον «Πόλεμο της Σοκολάτας» από τον «Μεγάλο Μωλν», αλλά είχαν τον ίδιο στόχο και την ίδια εσωτερική πορεία ο ήρωας του καθενός ακολουθούσε. Στόχος η αναζήτηση της εφηβικής ψυχοσύνθεσης και η πορεία αυτής προς την αυτογνωσία και την ωρίμανση.
Και βέβαια την ίδια λογοτεχνική αρτιότητα.
Αν κάτι ήταν διαφορετικό στα δυο αυτά βιβλία, ήταν ο τρόπος αφήγησης. Το ένδυμα, δηλαδή. Το σώμα, το εφηβικό σώμα, παρέμενε ίδιο.
Κάποια στιγμή, μάλιστα, πέρασε από τη σκέψη μου η ερεθιστική ιδέα να συμπεριλάβω στην ίδια αυτή σειρά, μυθιστορήματα του Κόρμιερ και του Μπέρτζες, με έργα όπως ο «Ντέμιαν» του Έσσε και ο «Λεωνής» του Θεοτοκά και ακόμα με τα νέα μυθιστορήματα που είχαν δώσει η Λίτσα Ψαραύτη, η Τούλα Τίγκα κι εγώ.
Αλλά οι νόμοι της αγοράς δεν αφήνουν και τόση ελευθερία σε ερεθιστικές, μεν, συγγραφικά, αλλά και παράτολμες, δε, οικονομικά ιδέες.
Και έτσι άρχισα πια να βλέπω το πως από τα μυθιστορήματα εφηβείας / ανάπτυξης / μαθητείας του 19ου αιώνα και του πρώτου μισού του 20ου , βρεθήκαμε στα έργα για Νεαρούς Ενήλικες Αναγνώστες των δεκαετιών από το 1970 έως περίπου το 2000 τόσο.
**********
Η εφηβεία άρχισε να αντιμετωπίζεται με άλλον τρόπο από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά.
Πιο πριν –από τα τέλη του 19ου αιώνα, έως τα μέσα περίπου του 20ου -οι ενήλικοι συγγραφείς (και οι συγγραφείς σχεδόν πάντα είναι ενήλικοι) έγραφαν στηριγμένοι σε έφηβους ήρωες αναζητώντας την πορεία προς την αυτογνωσία απευθυνόμενοι σε συνομηλίκους τους.
Μέσα στα πλαίσια των παιδαγωγικών αντιλήψεων εκείνων των καιρών, οι έφηβοι δεν μπορούσαν να έχουν μια αυτόνομη αναγνωστική σχέση με έργα που μιλούσαν για τους ίδιους δίχως να συνοδεύονται από περιοριστικούς όρους παιδαγωγικών απόψεων. Η λογοτεχνία που τους δινότανε ήταν στεγνή και δίχως επικίνδυνες αναζητήσεις.
Αν ένας έφηβος γινότανε η έμπνευση ενός συγγραφέα, αυτός ο συγγραφέας ήξερε πως με συνομηλίκους του αναγνώστες θα συνομιλούσε και σε αυτούς θα κατέγραφε την πορεία προς την αυτογνωσία που και οι ίδιοι οι αναγνώστες του σε κάποια φάση της εφηβικής ζωής τους θα είχαν ίσως ζήσει.
Αλλά στο δεύτερο, περίπου, μισό του 20ου αιώνα, η παιδαγωγική και η ψυχολογία αντιμετωπίζουν με άλλες προϋποθέσεις τον έφηβο. Και οδηγούν την κοινωνία να στραφεί προς αυτούς με άλλες παραμέτρους προσέγγισης. Μια από αυτές έχει να κάνει και με την εμπορικότητα.
Ο έφηβος «Επαναστάτης χωρίς αιτία» του Νίκολας Ρέι, προσφέρει ένα πολύ συγκεκριμένο πρότυπο –αυτό του Τζέημς Ντην. Και η αγορά δεν διστάζει να το μετατρέψει και αυτή (και για τους δικούς της λόγους) σε εμπορικό σύμβολο. Μόλις τέσσερα χρόνια πιο πριν, το 1951, έχει κυκλοφορήσει ο περίφημος «Φύλακας της Σίκαλης» του Σάλινγκερ, έχοντας καταθέσει την νέα άποψη του μυθιστορήματος εφηβείας, που όμως δειλά, δειλά στην αρχή, αρχίζει πλέον να ονομάζεται Μυθιστόρημα για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες.
Ο δρόμος έχει ανοίξει και εκεί προς τα χρόνια του ‘70 εκδότες, συγγραφείς, κριτικοί ανακαλύπτουν και αναλύουν αυτό το είδος της λογοτεχνίας.
Στη συνέχεια –πρέπει να είμαστε κάπου στα μέσα στης δεκαετίας του ’90- η βιομηχανία του θεάματος –κι όταν στην εποχή μας λέμε θέαμα, εννοούμε βασικά κινηματογράφο- η βιομηχανία του θεάματος, λοιπόν, ανακαλύπτει την χρυσοφόρο πηγή της λογοτεχνίας. Ο νεοφερμένος Χάρυ Πότερ από τη μια και ο επανακάμψας Άρχοντας των Δαχτυλιδιών από την άλλη, οδηγούν ένα πλατύ ηλικιακά κοινό προς τα βιβλιοπωλεία. Και με συνετή συνέπεια ο εκδότες προσφέρουν σε αυτό το ευρύ ηλικιακά κοινό νέους τίτλους –πχ την περίφημη Τριλογία του Πούλμαν.
Αλλά αν η τάση αυτή ξεκίνησε και στηρίχτηκε στην αρχή με μυθιστορήματα φαντασίας, δεν μπορούσε μόνο σε αυτά να συνεχίσει να υπάρχει. Κι έτσι τα κείμενα εκείνα που φυσιολογικά θα είχαν χαρακτηρισθεί ως for young adults, βαφτίστηκαν ως cross over, υπονοώντας πως είναι έργα που διαπερνούν τις ηλικίες των αναγνωστών.
Να σημειώσω στο σημείο αυτό, πως ο όρος cross over, αρχικά αναφερόταν σε λογοτεχνικά έργα που ήρωες από άλλα κείμενα άλλων συγγραφέων υπεισέρχονται μέσα στην πλοκή τους.
Αλλά τώρα έχει επικρατήσει μια άλλη ερμηνεία το ορισμού.
Σημασία πάντως έχει, πως αυτή η εμπορική και εκδοτική τάση, βοήθησε τους συγγραφείς να αναζητήσουν ακόμα πιο προχωρημένες προεκτάσεις των θεμάτων τους (πχ «Λίγο πριν πεθάνω» της Ντάουναμ, «Το πρόσωπο της Σάρας» του Μπέτζες) ή και ακόμα πιο προχωρημένες τεχνικές αφήγησης (πχ «Η κλέφτρα των βιβλίων» του Ζούσακ)
Κι έτσι τα έργα που απευθύνονται σε νεαρούς ενήλικες αναγνώστες κατοχύρωσαν απόλυτα την άμεση κληρονομική σχέση που έχουν με τα εκείνα τα παλιά μυθιστορήματα εφηβείας.
Συνοψίζοντας τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των τριών αυτών γενεών μυθιστορηματικής ανασύνθεσης της εφηβείας, θα έλεγα πως:
-στα μυθιστορήματα εφηβείας έχουμε μια εξιστόρηση ενήλικου συγγραφέα προς ενήλικες αναγνώστες, άρα τα όσα περιγράφονται δεν απευθύνονται σε αναγνώστες αντίστοιχης ηλικίας με τους ήρωες του έργου, μα αντιθέτως αναπτύσσουν σκέψεις και συναισθήματα ατόμων που έχουν πλέον φύγει από την εφηβική περίοδο της ζωής τους
-στα έργα για Νεαρούς Ενήλικες Αναγνώστες, ο ενήλικος συγγραφέας ενδύεται κατά κάποιο τρόπο της ψυχοσύνθεση του εφήβου και αυτόν στην ουσία «κοιτά» καθώς γράφει το κείμενό του. Με αυτόν πρωτίστως επιζητά να συνομιλήσει.
Και ίσως ακόμα θέλει να κρυφοκοιτάξει το όποιον άλλον ενήλικο αναγνώστη που θέλει να διατηρεί μέσα στη ματιά του, το νεανικό στοιχείο.
-στα Cross Over, τέλος παρατηρούμε μια συγγραφική τάση να συνυπάρχουν γωνίες όρασης και δομές αφηγηματικές, έτσι ώστε το αναγνωστικό κοινό να μην ταξινομείται κατά ηλικίες.
Άρα, από την πλευρά του συγγραφέα αν δω μόνο το θέμα, θεωρώ πως οι συγγραφείς απελευθερώνονται από τις όποιες δεσμεύσεις και αφήνονται σε μια ευρύτερη ανάπτυξη των εμπνεύσεών τους.
******
Θέλω και πάλι να σας υπενθυμίζω πως μιλώ και ως συγγραφέας που κάποια από τα έργα του απευθύνονται σε νεαρούς ενήλικες αναγνώστες και ως δντης σειράς που τέτοια έργα μέχρι τώρα περιλαμβάνει.
Και με αυτές τις δυο μου ιδιότητες θα προσπαθήσω να εξηγήσω το πώς γράφω και επιλέγω βιβλία αυτού του είδους. Και με αυτές τις δυο ιδιότητες θα σας εκφράσω μελλοντικούς σχεδιασμούς μου για μυθιστορήματα της κατηγορίας των cross over.
Για να γίνω στην αρχή τουλάχιστον πιο σαφής, θα ήθελα να χρησιμοποιήσω ως παραδείγματα τα δικά μου έργα.
Λοιπόν, από τα μυθιστορήματά μου εκείνα που εντάσσω στον χώρο «για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες» είναι τα «Γεύση Πικραμύγδαλου», «Μάσκα στο φεγγάρι», «Ροκ Ρεφρέν» και τη συλλογή διηγημάτων «Μαγική Μητέρα»
Ενώ στην κατηγορία για εφήβους τα : «Το 33». «Το ταξίδι που σκοτώνει», «Μια ιστορία του Φιοντόρ» και με κάποιες προϋποθέσεις τον «Δομήνικο»
Κι αυτό γιατί τα κείμενα που κατά την άποψή μου εντάσσονται στην κατηγορία «για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες» θα πρέπει να διαθέτουν και μια προχωρημένη τεχνική αφήγησης και μια όσο πιο βαθιά γίνεται ανάπτυξη του θέματός τους.
Η ύπαρξη μόνο ενός από τα δυο αυτά στοιχεία δεν είναι ικανή για να ενταχθεί το έργο στην κατηγορία αυτή.
Να, γιατί «Το 33» αν και με πολύ προχωρημένη τεχνική (για παιδικό / εφηβικό βιβλίο) δεν το θεωρώ για νεαρούς ενήλικες, όπως και λόγω μη βαθιάς και πολυπρισματικής ανάπτυξης του θέματός του, «Το ταξίδι που σκοτώνει» επίσης δεν το εντάσσω.
Αν σταθώ τώρα, στη σειρά που διευθύνω, θα ήθελα να υπενθυμίσω πως με το όνομα «Παρουσίες» δεν υπάρχει πλέον. Έχει αντικατασταθεί με τη σειρά «Σύγχρονη Λογοτεχνία για Νέους»
Ο λόγος της αλλαγής της ονομασίας ήταν απόφαση του εκδότη στην προσπάθειά του να βοηθήσει τη σειρά να αναπτυχθεί εμπορικά.
Και να, που αγγίζω πλέον και μια άλλη παράμετρο της λογοτεχνίας για νέους ή για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες έτσι όπως εμφανίζεται στην Ελλάδα. Είναι αυτή που έχει να κάνει με την περιορισμένη αποδοχή της εκ μέρους του ελληνικού κοινού.
Χαρακτηριστικό είναι πως τα βιβλία της σειράς «Παρουσίες» οι βιβλιοπώλες δεν ήξεραν σε ποια μεριά –εκείνης της ενήλικης λογοτεχνίας ή στην άλλη την παιδική- να τα τοποθετήσουν. Και γι αυτό προτιμούσαν κάπου σε θέση ουδέτερη να τα καταχωνιάσουν.
Γιατί στην Ελλάδα δεν έχει εδραιωθεί η λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες;
Γιατί είναι και λίγοι οι συγγραφείς μας που γράφουν αυτού του είδους έργα, αλλά και όσα γράφονται γιατί δεν έχουν την θεματική ποικιλία, μα και νέες προτάσεις τεχνικών αφήγησης;
Γιατί το κοινό αυτών των βιβλίων είναι σε αναλογία με άλλα λογοτεχνικά είδη, περιορισμένο;
Αντιμετώπισα τούτα τα ερωτήματα από τον πρώτο καιρό που ασχολήθηκα με το είδος αυτό, τόσο ως δημιουργός όσο και ως εκδοτικός σύμβουλος.
Και πολύ γρήγορα διαπίστωσα την άμεση σχέση που έχει το κοινωνικό προφίλ με τις συγγραφικές εκφράσεις και τις αναγνωστικές συνήθειες.
Σε προηγούμενο άρθρο μου είχα επισημάνει… – ναι, θα ήθελα να σας το μεταφέρω γιατί αν και έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που γράφτηκε, δυστυχώς οι επισημάνσεις του, εξακολουθούν να ισχύουν
Έγραφα, λοιπόν, πως «Συχνά τίθεται το ερώτημα, γιατί ένας ενήλικος γράφει λογοτεχνικά κείμενα με στόχο να απευθυνθεί στο παιδί. Νομίζω πως η απάντηση περιλαμβάνει δυο κατηγορίες συγγραφέων για παιδιά. Εκείνους που θέλουν μέσα από τα έργα τους να «διδάξουν» τον αναγνώστη τους πάνω σε θέματα κοινωνικών αξιών ή ιδεολογικών απόψεων και σε εκείνους που γράφουν ωθούμενοι από το δικό τους εσωτερικό κόσμο, ένα κόσμο που δεν έχει τελειώσει τη υπαρξιακή σχέση του με την παιδική ηλικία. Παρακάμπτω την όποια ποιοτική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των δυο τάσεων και απλώς τονίζω πως η πρώτη κατηγορία είναι αδύνατον να γράψει άρτια λογοτεχνικά έργα για εφήβους ή αν θέλετε να διατυπώσω διαφορετικά την άποψή μου, πιστεύω πως το όποιο έργο που θέλει να απευθυνθεί σε έφηβο και το οποίο διακατέχεται από κάποιο έστω και ελάχιστο διδακτισμό, είναι εκ των προτέρων καταδικασμένο σε μια μη επικοινωνία με τον αναγνώστη του. Ο έφηβος αμφισβητεί ακόμα και την πιο απλή συμβουλή, πόσο μάλλον το κείμενο που βάζει σαν στόχο του να τον διδάξει.
Οι συγγραφείς της δεύτερης κατηγορίας και εφ' όσον κρατούν σε εγρήγορση τις ατομικές τους ανησυχίες που είχαν τα χρόνια της δικιάς τους εφηβείας, μπορούν να μεταγγίσουν μέσω του έργου τους, μηνύματα και στάσεις μιας προσωπικής εμπειρίας, σε άτομα που τώρα αυτά διανύουν την ίδια περίοδο, που τώρα αυτά βιώνουν τα ίδια συναισθήματα.
Αλλά αν κάποτε , τον καιρό της εφηβείας μας, τολμούσαμε την επανάσταση και την αμφισβήτηση, αν εκείνο τον καιρό είχαμε την τόλμη να ζητάμε τα πράγματα να λέγονται με το όνομα τους, τώρα που μεγαλώσαμε έχουμε την ίδια στάση, τολμάμε να διατυπώσουμε τις ίδιες αμφισβητήσεις; Το κοινωνικό status μάλλον ορθώνεται και εμποδίζει μια τέτοια τολμηρότητα. Και είναι εύκολο να κατηγορηθούμε πως οδηγούμε τη νεολαία σε ακρότητες. Θέσεις μια κοινωνίας που δεν έχει απαλλαγεί από τα κατάλοιπα μιας πολυδύναμης ηθικής συντηρητικότητας.
'Έτσι και οι λογοτέχνες που έχουν ως βάσει ενός έργου τους την εφηβεία, προτιμούν να δώσουν τέτοια μορφή στο δημιούργημά τους ώστε αυτό να απευθύνεται κυρίως σε άλλους ενήλικες (που τέλος πάντων δεν πρόκειται να κληθούν να υλοποιήσουν την ανατροπή, απλώς και μόνο να την αναγνωρίσουν ως μια εκ των προτέρων μη υλοποιούμενη καταγγελία) και όχι σε εφήβους του σήμερα, οι οποίοι ίσως αποδειχτούν ΄επικίνδυνοι΄ μύστες μιας εφηβικής τελετουργίας.
Θέμα λοιπόν καθαρά κοινωνικό είναι το αν δημιουργούνται η όχι λογοτεχνικά βιβλία για εφήβους. Και είναι χαρακτηριστικό το ότι αυτό το είδος των βιβλίων όπου σήμερα ανθεί, η ανθοφορία του συντελέστηκε μετά από μια αρκετά μακριά πορεία μέσα από τους χώρους της παιδικής λογοτεχνίας στην αρχή, της νεανικής μετέπειτα και παράλληλα μέσα στην αγκαλιά μιας κοινωνίας που ολοένα και πιο πολύ αποδεχόταν ή και δημιουργούσε τις κοινωνικές πρωτοπορίες.
Η δικιά μας κοινωνία, μα και η δικιά μας παιδική-νεανική λογοτεχνία δεν έχουν φτάσει σε τόσο προχωρημένα στάδια»
Αυτά σημείωνα πριν από μερικά χρόνια και νομίζω πως ακόμα τα ίδια ισχύουν.
Ας είμαστε ειλικρινείς. Η ελληνική κοινωνία ποτέ δεν θέλησε να συνομιλήσει με ό,τι μπορεί να συμβολίζει η περίοδος της εφηβείας. Κι όταν το έκανε ή το κάνει, αυτό είναι αν όχι περιστασιακό, πάντως εκτός κανόνα.
Έτσι λοιπόν, παρατηρούμε πως:
-τα ελληνικά μυθιστορήματα εφηβείας υπάρχουν ως αναφορές στο γενικότερο έργο των συγγραφέων που τα δημιούργησαν και ποτέ δεν αποτέλεσαν ένα διακριτό είδος στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
-τα μυθιστορήματα για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες γράφονται από ελάχιστους έλληνες συγγραφείς και προς το παρόν, τουλάχιστον, εξετάζονται μέσα στα ασαφή πλαίσια της λογοτεχνίας για μεγάλα παιδιά ή εφήβους και ούτε καν αναφέρονται σε μια ιστορία λογοτεχνίας ως συνεχιστές των πάλαι ποτέ μυθιστορημάτων εφηβείας.
-και βέβαια, μυθιστορήματα που θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε ως cross over ακόμα δεν έχουμε γράψει.
Την εφηβεία μπορεί να την υφίσταται η κοινωνία μας, να την μελετά η ψυχολογία και η παιδαγωγική, να την εκμαυλίζουν τα ΜΜΕ, πάνω της να στηρίζεται μεγάλο μέρος της οικονομίας, αλλά η πιο βαθιά, η πιο γνήσια, η πιο τολμηρή ανάλυσή της δεν έχει γίνει από εκείνους που εξ αντικειμένου το μπορούν –ίσως και να το οφείλουν. Τους συγγραφείς εννοώ.

(Εισήγηση μου στο Συνέδριο για την Εφηβική Λογοτεχνία που έγινε 22 και 23 Μαϊου, 2009, στο Τμήμα Παιδαγωγικών Σπουδών του Α. Π. Θ.)

12.5.09

http://www.parallaximag.gr

Η συζήτηση του http://www.6daysbog.blogspot.com/ τώρα δημοσιεύτηκε και στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Παράλλαξη -τόσο στην έντυπη όσο και στην ηλεκτρονική μορφή του (http://www.parallaximag.gr).

8.5.09

Τελετές Ενηλικίωσεις



Κώστας Ακρίβος

«Τελετές ενηλικίωσης»

Μια ζωή σε δεκαεπτά επεισόδια

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές των νεώτερων ελλήνων λογοτεχνών, είναι ο εκ Βόλου και καθηγητής Κώστας Ακρίβος. Από τις πιο ενδιαφέρουσες, αλλά και τις πλέον δυναμικές.
Αναζητά συνεχώς νέα θέματα και πειραματίζεται με διάφορες φόρμες αφήγησης. Αν και δεν έχει μέχρι σήμερα ασχοληθεί με μια ιδιαιτέρως πλατιά μυθιστορηματική σύνθεση, τα διηγήματά του, οι νουβέλες του και τα φυσιολογικού μεγέθους μυθιστορήματά του έχουν ανιχνεύσει και σύγχρονα θέματα, και ιστορικά και ερωτικά και ενδοσκοπικά.
Παράλληλα –αξίζει κι αυτό να επισημανθεί- χαρακτηρίζεται από μια αξιέπαινη εργατικότητα. Από το 1993 που κάνει την πρώτη του εμφάνιση, μέχρι τη χρονιά αυτή έχει γράψει δέκα λογοτεχνικά βιβλία, δύο ανθολογίες, ενώ έχει συμμετάσχει σε αρκετές συλλογικές εκδόσεις, σε σχολικά βιβλία και ακόμα διευθύνει τη σειρά «Μια πόλη στη λογοτεχνία» των Εκδόσεων Μεταίχμιο.
Έχοντας πια εισέλθει στην έκτη δεκαετία της ζωής του, διατηρεί ακμαίες τις δυνάμεις του και τη φρεσκάδα μιας ματιάς που θέλει να ανακαλύπτει το νέο και να το προβάλλει το τολμηρό.
Στο τελευταίο του βιβλίο, με τίτλο «Τελετές ενηλικίωσης», ο ίδιος έχει προσθέσει τον υπότιτλο Μια ζωή σε δεκαεπτά επεισόδια. Στην ουσία πρόκειται για μια συλλογή δεκαεπτά μικρών κειμένων που αν και άνετα κανείς τα τοποθετεί στο είδος του σύντομου διηγήματος, μπορεί να θεωρηθούν –ο ίδιος ο συγγραφέας μάλλον αυτό προτιμά- και ως υβριδικά κεφάλαια μιας σπονδυλωτής μυθιστορηματικής σύνθεσης.
Προσωπικά όμως τοποθετώ το βιβλίο αυτό στον χώρο του διηγήματος -μια συλλογή διηγημάτων με ενιαίο θεματικό άξονα. Κι αυτό γιατί ακόμα και το σπονδυλωτό μυθιστόρημα απαιτεί μια έστω και υποτυπωδώς σχεδιασμένη μορφή κεντρικού προσώπου και μια έστω και άναρχη αλληλουχία δράσεων και αντιδράσεων. Αυτά τα στοιχεία δεν υπάρχουν στις ‘Τελετές ενηλικίωσης’.
Υπάρχουν όμως άλλα, που συνηγορούν στο να θεωρηθεί το συγκεκριμένο βιβλίο ως μια συλλογή διηγημάτων με ενιαίο θέμα.
Ο τίτλος υποδηλώνει το ενιαίο θέμα. Η ενηλικίωση. Αλλά αμέσως ας διευκρινίσω πως πρόκειται για ενηλικίωση ατόμου που ανήκει στο ισχυρό φύλο.
Ισχυρό φύλο; Λοιπόν, ο Κώστας Ακρίβος με το έργο του αυτό, φωτίζει την αδύναμη πλευρά του αρσενικού τόσο στην περίοδο που ανακαλύπτει την φυλετική του ταυτότητα, όσο και αργότερα που αυτήν την ταυτότητα συνεχώς θέλει να την επιβεβαιώνει. Κρυφή πλευρά των αρσενικών, ίσως πιο σωστά την αδύναμη πλευρά. Την υγρή.
Ποια είναι αυτή; Μα η συνειδητοποίηση και η έκφραση της σεξουαλικότητάς –γι αυτό και υγρή.
Ο Ακρίβος γράφει για τα υγρά του αγοριού, τα υγρά του νέου άντρα, τα υγρά του ηλικιωμένου. Υγρά που άλλοτε αναβλύζουν με δύναμη κι άλλοτε μόνο στάζουν ή και έχουν πια στερέψει..
Μέσα σε μια ρευστή, λοιπόν, υπόσταση ο αγόρι ανακαλύπτει τον ανδρισμό του, μέσα σε μια καταρρακτώδη έκκριση ο ενήλικος άντρας τον επιβεβαιώνει, μέσα σε μια σταδιακή σωματική ξηρασία ο ενήλικος τον υπερασπίζεται.
Κι όλα αυτά εντός μιας κοινωνίας που έχει μοιράσει ρόλους και έχει σκηνοθετήσει τα δρώμενα. Τα αρσενικά του Ακρίβου, άλλοτε είναι τρυφερά, άλλοτε φτηνά και χυδαία. Άλλοτε νικούνε κι άλλοτε χάνουν. Και προσπαθούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Επικοινωνίες που κρύβουν την ουσιαστική τους ταυτότητα και γαντζώνονται πάνω σε προκατασκευασμένες συμπεριφορές.
Τα περισσότερα από τα κείμενα έχουν μια αναφορά σε ένα αγόρι, το ίδιο που αργότερα θα γίνει άντρας, που θα βλέπει το μέλλον του στις συμπεριφορές των μεγαλυτέρων του, που θα αναζητά τις ρίζες του στις πράξεις των προγόνων του.
Το γυναικείο στοιχείο δεν απουσιάζει. Αλλά με διακριτική μαστοριά κινεί τα νήματα συχνά από το περιθώριο της καθημερινότητας του άντρα.
Ερωτικό, λοιπόν, βιβλίο θα το χαρακτήριζα. Και μάλιστα από εκείνα που σπάνια κανείς διαβάζει καθώς η εσωτερική ανίχνευση των ερωτικών ανασφαλειών των αρσενικών μήτε από γυναίκες συγγραφείς μπορούν να αποδοθούνε, μήτε και οι άντρες συνάδελφοί τους έχουν την τόλμη να το επιχειρήσουν.
Θα ήθελα ακόμα να επισημάνω τη γλώσσα των διηγημάτων αυτών. Ο Ακρίβος, με τη φιλολογική του κατάρτιση, ξέρει να χρησιμοποιεί λέξεις που άλλοτε είναι καθημερινές κι άλλοτε πιο σπάνιες. Και μαζί με αυτές να ολοκληρώνει προτάσεις ευφάνταστες και να περιγράφει αποτελεσματικά συναισθήματα –κι όλα αυτά να διατηρούν πάντα την αψιά έκφραση ενός άντρα.
Σύμφωνα με μια σημείωση του ίδιου του συγγραφέα, στο τέλος του βιβλίου, αρκετά από τα κείμενα της συλλογής έχουν κατά καιρούς δημοσιευθεί σε διάφορα περιοδικά, ενώ δυο άλλα είχαν δει το φως της δημοσιότητας σε προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα.
Αυτό σημαίνει πως υφολογικά ίσως να έχουν κάποιες διαφορές, μπορεί ακόμα και να μην έχουν όλα την ίδια ευστοχία ως προς την ανάπτυξη του κυρίως θέματος. Αλλά η συνύπαρξή τους τελικά είναι επιτυχημένη και το καθένα –άλλο εντονότερα, κάποιο ίσως και πολύ ασθενικά- προσφέρει την δική ποικιλία στην απεικόνιση των αποτυπωμάτων των υγρών που κάθε αρσενικό έχει.
Μια παρατήρηση –τέλος- για το εξώφυλλο. Η φωτογραφία του μικρού αγοριού που κάθεται δίπλα στον ενήλικο άντρα ασφαλώς και παραπέμπει σε μια καθημερινή σκηνή ενηλικίωσης, αλλά δεν αποδίδει τον εσωτερικό κόσμο που τα κείμενα περιγράφουν.

(Δημοσιεύτηκε σε μια πιο συνοπτική μορφή, στο περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ, τεύχος Μαϊου 2009)

26.4.09

http://6daysblog.blogspot.com

6 DAYS blog

ΠΕΔΙΟ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΡΑΦΗ, ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ, ΤΙΣ ΝΕΕΣ (;) ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ


ΟΙ (ΤΑΚΤΙΚΟΙ) ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΕΣ
Κυριάκος Αθανασιάδης
Άννα Δραγατσίκα
Μάνος Κοντολέων
Αντρέας Παναγόπουλος Sanders
Χρήστος Χρυσόπουλος

Ο ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΑΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΤΣΙΦΟΣ
Φευγαλέο νεύμα στο διαδίκτυο με αφορμή ένα θέμα για το περιοδικό parallaxi

Από 20 Απριλίου έως και 25 του ίδιου μήνα, μια διαδικτυακή ανταλλαγή απόψεων με συχνά απρόσμενα αποτελέσματα.

14.4.09

Σε λίγο, άρωμα από ... Λεβάντα της Άτκινσον


Ασφαλώς το κείμενο είναι που έχει "βασανίσει" το συγγραφέα.
Αλλά καθώς πλησιάζει η ώρα της έκδοσης του βιβλίου, το εξώφυλλο γίνεται ο πρωταγωνιστής.
Σε λίγο, σε λίγες μέρες, το νέο μου μυθιστόρημα θα κυκλοφορήσει.
Κι εγώ, θέλοντας να ξεχάσω την αγωνία για το τι έγραψα, αφήνομαι να καμαρώνω αυτό που θα το ντύνει.
Και να μοιράζομαι τη χαρά μου μαζί σας.

5.4.09

Η λογοτεχνία και τα παιδιά όλου του κόσμου




Από τη θέση του αντιπροέδρου του Δ.Σ. της ελληνικής επιτροπής της UNICEF τί προσδοκάτε να κάνετε για την καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης των παιδιών στο κόσμο και πόσο μάλλον στην Ελλάδα όπου μεγάλες ομάδες πληθυσμών (κυρίως παιδιά μεταναστών & προσφύγων) ζουν κάτω απο τα όρια της φτώχιας;

-Η Unicef είναι ένας παγκόσμιος οργανισμός υπό την εποπτεία των Ηνωμένων Εθνών και δραστηριοποιείται σε διάφορες περιοχές του κόσμου όπου οι συνθήκες διαβίωσης των παιδιών είναι ιδιαίτερα άσχημες. Στους τόπους αυτούς προσφέρει έμπρακτα τη βοήθειά της. Παράλληλα, σε χώρες ανεπτυγμένες όπως είναι η δική μας, έχουν δημιουργηθεί Εθνικές Επιτροπές Συνεργασίας με τη Unicef, οι οποίες ως στόχο τους έχουν να ευαισθητοποιήσουν τους κατοίκους ώστε να συνδράμουν οικονομικά τα προγράμματα της Unicef. Βέβαια, οι νέες συνθήκες που επικρατούν σε όλον τον κόσμο, έχουν μεταφέρει, κατά κάποιο τρόπο τα προβλήματα των παιδιών και στις ανεπτυγμένες χώρες. Άρα, μια Εθνική Επιτροπή, δεν μπορεί παρά να νοιάζεται και για τα παιδιά κάποιων κοινωνικών ομάδων που ζούνε μέσα στην δική της περιφέρεια.
Εδώ και είκοσι περίπου χρόνια προσφέρω βοήθεια σε αυτό το έργο και από τη θέση του Αντιπροέδρου, προσπαθώ να ενώσω τις δυνάμεις μου με όλους όσους από διάφορα πόστα δουλεύουν καθημερινά για να έχουν τα παιδιά μας ένα δικαιότερο τώρα και ένα καλύτερο αύριο.

Αν ένας βασικός παράγοντας απειλής για τη ζωή των παιδιών της Αφρικής είναι η έλλειψη προσβασιμότητας στο πόσιμο νερό, στις χώρες του αναπτυγμένου κόσμου ποια είναι η αντίστοιχη απειλή για την υγείας τους (ψυχικής ή σωματικής) στις μέρες μας;

-Θα έλεγα η υπερκατανάλωση αγαθών και συναισθημάτων. Αν, για παράδειγμα, η έλλειψη παιχνιδιών στη ζωή ενός παιδιού είναι ένα –συγκριτικά μικρό σε σχέση με άλλα- πρόβλημα, η πληθώρα παιχνιδιών δημιουργεί μια ψυχική ανασφάλεια. Ακόμα, οι γονείς που δουλεύουν πολλές ώρες για να κερδίσουν χρήματα που από ένα σημείο και μετά δεν είναι τόσο απαραίτητα για την ζωή της οικογένειας. Αυτοί οι γονείς ξεχνούν πως για τα παιδιά τους είναι πιο σημαντική η παρουσία τους, από το να έχουν τρία και τέσσερα ζευγάρια παπούτσια. Ακόμα η βία των πόλεων και η επιθετικότητα στις καθημερινές σχέσεις… Πολλά είναι τα προβλήματα των παιδιών των ανεπτυγμένων χωρών. Αλλά, ας μην ξεχνάμε πως ακόμα και όταν αναφερόμαστε σε παιδιά, πρέπει να διαβαθμίζομαι τα προβλήματα. Άλλο η έλλειψη νερού και εμβολίων και άλλο η έλλειψη ελεύθερου χρόνου για παιχνίδι.

Θα προτιμούσατε να είχαμε ως λαός πιο ενεργεί συμμετοχή στους μαραθώνιους αγάπης της UNICEF ή είστε ικανοποιημένος από την ανταπόκριση;

- Οι Έλληνες είμαστε λαός που συμπάσχει με τα προβλήματα των άλλων. Γι αυτό και το ελληνικό τμήμα της Unicef είναι από τα πλέον δυναμικά σε όλον τον κόσμο. Αλλά ποτέ κανείς δεν σταματά να ζητά το παραπάνω. Και μάλιστα σε μια εποχή σαν την τωρινή, που η οικονομική κρίση όλους μας φοβίζει. Ας προσπαθήσουμε να θυμόμαστε πως ακόμα κι αν αυτή η κρίση κάποιους μας κτυπήσει, αυτά που τυχόν θα χάσουμε θα είναι πολύ λιγότερα από εκείνα που κάποιοι δεν έχουν.


Τι λείπει σήμερα απο ένα παιδί που ζει σε μια μεγαλούπολη και αντίστροφα από ένα παιδί της επαρχίας;

- Ταξιδεύω συχνά στην επαρχία και ομολογώ πως δεν βλέπω σε τίποτε να υστερούν τα παιδιά που ζούνε εκεί, από όσα ζούνε στην Αθήνα. Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις θα έλεγα πως έχουν και καλύτερο επίπεδο ζωής. Πιο άνεση χρόνου, πιο καθαρό περιβάλλον, πιο ανθρώπινες σχέσεις. Ίσως να τους λείπει μια ποικιλία στη διασκέδαση, αλλά αυτό κυρίως έχει να κάνει με τους εφήβους. Και στο σημείο αυτό, η πολιτεία θα μπορούσε να δημιουργήσει κάποια προγράμματα… Αλλά αυτά όλα είναι θέματα που νομίζω πως σε μιαν άλλη ευκαιρία θα μπορούσαμε να συζητήσουμε


Πιο είναι το σχόλιό σας αναφορικά με την χρήση των νέων τεχνολογιών (ιντερνετ, κινητά, βιντεοπαιχνίδια κα) απο τους ανηλίκους και τους νέους; Πώς το βιβλίο μπορεί να γίνει ένα ελκυστικό μέσο ψυχαγωγίας και μόρφωσης την εποχή της ταχύτητας και της εικόνας;

Η σύγχρονη τεχνολογία είναι μια κατάκτηση του πολιτισμού μας. Αλλά όπως κάθε κατάκτηση μπορεί να μετατραπεί από θετική παρουσία σε αρνητική. Είναι, λοιπόν, ζήτημα, καθαρά δικό μας –εννοώ όλων μας- το πως θα τη χρησιμοποιήσουμε. Δεν μπορώ να μην αισθάνομαι ευτυχισμένος που ζω σε μια εποχή όπου η ιατρική, για παράδειγμα, είναι τόσο αποτελεσματική λόγω των τεχνολογικών επιτευγμάτων. Όπως και το ό,τι οι πληροφορίες είναι πλέον κτήμα των πολλών. Υπάρχει όμως ένα κενό, κάτι σαν ζάλη στον τρόπο που συχνά χρησιμοποιούμε την τεχνολογία. Εδώ πρέπει η πολιτεία και οι φορείς της, αλλά και όσοι έχουν συνειδητοποιήσει αυτό το πρόβλημα, να πάρουν μέτρα που θα ενημερώνουν τους ανθρώπους για το πως και πόσο και πότε θα πρέπει η τεχνολογία να χρησιμοποιείται. Τώρα, μέσα σε αυτό το κλίμα, το βιβλίο ασφαλώς και αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα, αλλά από την άλλη αυτό είναι που μας προσφέρει
και από τα πιο πολύτιμα πράγματα που μπορούμε να έχουμε για να μην μετατραπούμε από έμψυχα και πνευματικά όντα, σε όντα καταναλωτικά και αναλώσιμα.

Μέσα στα 30 χρόνια πορείας σας στην λογοτεχνία, τι ελπίζεται πλέον και τι απεύχεστε για την συνέχεια;

- Ελπίζω… Αν δεν ελπίζεις δεν δημιουργείς. Και εύχομαι για άλλα 30 χρόνια να συνεχίζω να ελπίζω.


Πιστεύεται ότι η κοινωνία μας έχει όραμα για το πού θέλει να οδηγηθεί ή έχει αφαιθεί και αμφιταλαντεύεται επηρεασμένη από ξενόφερτες τάσεις;

-Δεν είμαι υπέρ μια απομόνωσης των λαών. Άλλωστε η λογοτεχνία φέρνει κοντά ανθρώπους και πολιτισμούς. Αλλά από την άλλη είναι γεγονός πως ζούμε σε μια περίοδο που μια πνευματική θα έλεγα αποικιοκρατία προσπαθεί να ισοπεδώσει τις ιδιαιτερότητές μας. Η Τέχνη γενικά και η λογοτεχνία ειδικότερα μπορεί να αντισταθούνε. Αυτή την αντίσταση προσπαθώ εγώ να υπηρετήσω, χωρίς ούτε μια στιγμή να ξεχνώ πως είμαι και Έλληνας και Πολίτης του Κόσμου συνάμα.


Τι είναι αυτό που έχετε κρατήσει πολύ έντονα στην μνήμη σας μέσα απο τις διηγήσεις των δικών σας για την ζωή στην Σμύρνη; Στις μέρες μας διαπιστώνετε έλλειψη μνήμης;

- Η μνήμη είναι στάση ζωής. Αισθάνομαι Σμυρνιός όχι γιατί έζησα στη Σμύρνη, αλλά γιατί μεγάλωσα με τις αρχές που οι σμυρνιοί γονείς μου είχαν. Μα φοβάμαι πως σήμερα ίσως οι άνθρωποι να μην προλαβαίνουν να αποκτήσουν μνήμη κυτταρική. Όλα γίνονται τόσο γρήγορα και όλοι γρήγορα θέλουμε να ζούμε. Η μνήμη απαιτεί ηρεμία και πάθος. Η μνήμη δεν καταναλώνεται. Αλλά, από την άλλη δεν μπορώ και δεν θέλω –μήτε ως άνθρωπος, μήτε και ως συγγραφέας- να φανταστώ νέες γενιές δίχως μνήμη. Θα ήταν ένας εφιάλτης


Τί κρατάτε από τις αλλεπάλληλες βραβεύσεις του συγγραφικού έργου σας στην Ελλάδα και το εξωτερικό και πότε βιώσατε την μεγαλύτερη επιβράβευση ως λογοτέχνης και ως άνθρωπος;

- Ένα βραβείο είναι μια επιβράβευση του έργου σου. Αλλά δεν είναι αυτό που σε κάνει να γράφεις. Γράφω γιατί έτσι εγώ έχω επιλέξει να επικοινωνώ με τους άλλους, αν θέλετε γράφω για να αφήσω με αυτόν τον τρόπο το αποτύπωμά μου στη ζωή. Γράφω σημαίνει για μένα αναπνέω. Γράφω σημάνει αμφισβητώ τη λήθη και συμφιλιώνομαι με τον θάνατο. Αλλά αυτή η ανάγκη ποτέ δεν τελειώνει… Ή μάλλον τελειώνει, κάποια στιγμή. Μαζί με την ίδια σου την ύπαρξη.


Υπάρχει διαφορά στον τρόπο σκέψης σας κατά τη συγγραφή βιβλίων που απευθύνονται σε παιδιά ή νέους ή ενήλικες;

- Καμιά απολύτως. Οι τεχνικές διαφοροποιούνται, όχι οι σκέψεις.


Ποιό θα είναι το επόμενο συγγραφικό σας έργο που μπορούμε να περιμένουμε;

- Σε λίγες μέρες κυκλοφορεί από τον Πατάκη το μυθιστόρημά μου «Λεβάντα της Άτκινσον». Περιγράφει την κρίση στη σχέση ενός ζευγαριού. Τριάντα τόσα χρόνια μαζί. Με δυο παιδιά –μεγάλα πια. Οικονομικά ανεξάρτητοι. Επιτυχημένοι επαγγελματικά. Ερωτευμένοι... Ερωτευμένοι; Τότε πώς η παρουσία ενός τρίτου μπορεί να τα ανατρέψει όλα;
Οι δυο ήρωές μου επιχειρούν μια επιστροφή στο παρελθόν, μια ματιά στο παρόν. Και ένα κοίταγμα προς το μέλλον.
Και το αύριο θα στηριχτεί όπου στηρίχτηκε το χτες. Σ΄ ένα παιχνίδι;… Ή στο άρωμα μιας κολόνιας που κανείς πια μήτε την αναζητά, μήτε όμως και την πουλάει;
Είναι ένα μυθιστόρημα που αντιτίθεται στη φθορά των σωμάτων και αναζητά συνεχείς ανατροπές συναισθημάτων. Είναι ερωτικό μυθιστόρημα.

(Τη συνέντευξη πήρε η Δώρα Αμαρνατίδου και Δημοσιεύτηκε στην Απογευματινή της Κυριακής, 5/4/2009)

29.3.09

Συνέντευξή μου στο www.artmag.gr




Μάνος Κοντολέων:
«Η μαγεία της λογοτεχνίας είναι η υποκειμενικότητα»


Ο συγγραφέας με το πολυσχιδές έργο, που έχει αναγνωριστεί από τους κριτικούς και το αναγνωστικό κοινό εντός και εκτός των ελληνικών συνόρων, τοποθετείται απέναντι στη σημασία της παιδικής ηλικίας, μας ξεναγεί στον λογοτεχνικό του κόσμο και περιγράφει την αμφίδρομη σχέση που αναπτύσσει με τους αναγνώστες. Παράλληλα, καταθέτει την άποψή του για την επιρροή των έργων τέχνης στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου, σχολιάζει το φαινόμενο της επιθυμίας χιλιάδων επίδοξων συγγραφέων να εκδώσουν βιβλίο στη χώρα μας και αναφέρεται στη δημιουργική σχέση του με το διαδίκτυο. Και, εν όψει της κυκλοφορίας του νέου του μυθιστορήματος, επαναφέρει στο προσκήνιο το προσφιλές σ’ αυτόν θέμα του έρωτα, ιδωμένο από διαφορετική σκοπιά αυτή τη φορά…

Το πεζογραφικό έργο σας, όπως και το έργο πολλών σύγχρονων και προγενέστερων διάσημων συγγραφέων και καλλιτεχνών, φέρει το στίγμα της παιδικής ηλικίας. Τι σημαίνει η παιδική ηλικία για εσάς; Θεωρείτε ότι λείπει στις μέρες μας η παιδική ματιά απέναντι στα πράγματα;
-Η παιδική ηλικία είναι η βάση πάνω στην οποία χτίζεται η προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου. Άρα, μαζί με την εφηβική, είναι πολύ σημαντικές περίοδοι για τον καθένα μας. Αλλά πέρα από αυτό, για κάποιους η δυναμική που υπάρχει μέσα στην παιδική / εφηβική περίοδο συνεχίζει να τους ενεργοποιεί, να επηρεάζει τον τρόπο που ως ενήλικοι βλέπουν και αντιδρούν. Αναφέρομαι στο ξάφνιασμα της πρώτης φοράς, στη μαγεία της ελπίδας, στο πάθος για τον άλλον, μα και στον τρόμο για τους άλλους. Όταν κανείς είναι παιδί και έφηβος, γνωρίζει το τι σημαίνει το πρωτόγνωρο. Ε, για κάποιους, αυτή η αίσθηση του πρωτόγνωρου τούς ακολουθεί και στην ενήλικη ζωή της. Και τότε, πιστέψτε, άλλοτε δημιουργούν κι άλλοτε επαναστατούν. Το νόημα της ζωής το δίνουν οι δημιουργοί και οι επαναστάτες. Αλλά κάτι τέτοια χαρίσματα στις μέρες μας δύσκολα ανθοφορούν. Είναι γιατί θεωρούνται, το καθένα με τον τρόπο του, επικίνδυνα. Η σύγχρονη κοινωνία της κατανάλωσης κάνει το κάθε τι για να τα πνίγει ή –ακόμα πιο αποτελεσματικά- να τα απαξιώνει.

Διερωτάστε σ’ ένα κείμενο διαλόγου με τον εαυτό σας εάν γράφετε από κεκτημένη ταχύτητα ή επειδή δεν τολμάτε να εγκαταλείψετε όσα έχετε κατακτήσει. Έχετε δώσει απάντηση σήμερα σ’ αυτή σας την ερώτηση;
-Όχι. Και μάλιστα κάθε μέρα που περνά, όλο και περισσότερο αναρωτιέμαι. Ολόκληρη η ζωή μου έχει στηθεί πάνω στο γράψιμο. Και είναι δύσκολο, όταν πια δεν είσαι εικοσάρης, να αλλάξεις ριζικά τη ζωή σου. Αλλά από την άλλη, ακόμα και σαν ατολμία να το δω ή σαν συνήθεια, το να γράφεις είναι όμορφο. Εκείνο πάντως που προσπαθώ είναι με κάθε μου νέο βιβλίο να αμφισβητώ τα προηγούμενα –να το διατυπώσω κάπως διαφορετικά : μου αρέσει κάθε φορά να αφήνω τις τεχνικές που έχω κατακτήσει και να παίρνω το ρίσκο να στηριχτώ σε νέες. Ως συγγραφέας, έτσι, δεν γερνώ.

Έχετε δηλώσει πως «οι αναγνώστες μου είναι άνθρωποι που έχω λίγο ή πολύ, ουσιαστικά ή όχι επέμβει στη ζωή τους». Πιστεύετε ότι και ο αναγνώστης από την πλευρά του έχει τη δυνατότητα να εισβάλλει στο μυθιστόρημα, καταθέτοντας τη δική του ερμηνευτική ματιά;
-Ασφαλώς και ναι. Κάθε φορά που ένα λογοτεχνικό κείμενο διαβάζεται και από έναν άλλο αναγνώστη, είναι σα να γράφεται από την αρχή. Ο κάθε αναγνώστης επικοινωνεί μαζί του με τον δικό του τρόπο, τις δικές του προσλαμβάνουσες, τις προσωπικές του εμμονές ή όνειρα. Βέβαια αυτή είναι μια διαδικασία επανα-γραφής της λογοτεχνίας που δεν γίνεται γνωστή, μένει αποκλεισμένη μέσα στη σκέψη και στην ψυχή του αναγνώστη. Η μοναδική φορά που μπορούμε να τη δούμε να κοινοποιείται είναι στην περίπτωση μιας δημόσιας κριτικής αποτίμησης. Αλλά και πάλι, θα πρέπει αυτός ο αναγνώστης που αναλαμβάνει και το ρόλο του κριτικού, να αντιμετωπίζει το έργο όχι σύμφωνα με προκρούστιες διαθέσεις, αλλά με την τάση επικοινωνίας μαζί του. Εξασκώ την κριτική πάνω από τριάντα χρόνια. Ακόμα και οι πιο αυστηρές κρίσεις μου από τη μια κρατούσαν την υποκειμενικότητά τους και από την άλλη εκφράζανε την αναγνώριση προς την κατάθεση ψυχής του ανθρώπου που είχε γράψει το κρινόμενο έργο.

Θεωρείτε ότι ένα λογοτεχνικό έργο, μια ταινία ή ένας πίνακας ζωγραφικής μπορούν να επηρεάσουν καταλυτικά τη ζωή των σύγχρονων ανθρώπων που αντιμετωπίζουν πολλαπλά αδιέξοδα;
-Αυτό θα ήταν το ευκταίο. Αλλά από μόνη της η Τέχνη δεν μπορεί όλα να τα κάνει. Υπάρχει και εκφράζεται μέσα σε ένα πλέγμα και άλλων κοινωνικών εκφράσεων. Οι περισσότερες, σήμερα, από αυτές καλλιεργούν τη χυδαιότητα της κατανάλωσης. Αναρωτιέμαι λοιπόν αν μπορεί να επέμβει καταλυτικά ένα έργο τέχνης στη ζωή ενός σύγχρονου ανθρώπου, όταν αυτός έχει υποστεί επεμβάσεις από την φτήνια που κυριαρχεί στους δρόμους και μέσα στα σπίτια μας. Αλλά περίοδοι κατάπτωσης και άλλες φορές έχουν υπάρξει. Και η Ιστορία μας διδάσκει πως μετά από αυτές τις περιόδους ήρθαν άλλες που φέρανε την ανάταση. Ελπίζω, λοιπόν… Άλλωστε αν δεν είχα ελπίδα, δεν θα ζούσα και δεν θα έγραφα.

Ποια χαρακτηριστικά πρέπει να διαθέτει ένα σύγχρονο παραμύθι για να συγκινήσει τα παιδιά, τα οποία στις μέρες μας δομούν την ταυτότητά τους μέσα στις αναπαραστάσεις ενός οπτικού πολιτισμού;
-Είμαι ίσως ο μόνος Έλληνας συγγραφέας που έχει καταθέσει τόσα διαφορετικά είδη της λογοτεχνίας. Παραμύθια, μικρές ιστορίες, διηγήματα για παιδιά, μυθιστορήματα για νέους, αλλά και μυθιστορήματα, διηγήματα και θεατρικά για ενήλικες. Αυτό δύσκολα έχει γίνει αποδεκτό. Δεν μπορεί να γίνει, φαίνεται, κατανοητό πως είναι δυνατόν ο ίδιος άνθρωπος από τη μια να γράφει π.χ. για έναν χιονάνθρωπο που δεν ήθελε να λιώσει και από την άλλη για τον τρόπο σκέψης ενός ευνούχου. Λοιπόν, εγώ από τη δικιά μου μεριά δεν καταλαβαίνω γιατί κάτι τέτοιο δεν μπορούν να το κάνουν κι άλλοι, πολλοί συγγραφείς. Περιστοιχίζομαι από ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και με όλους θέλω να επικοινωνώ είτε μέσα στην καθημερινότητά μου, είτε μέσα από τα γραπτά μου. Και πάντα εκφράζομαι με το ίδιο συγγραφικό ήθος, το οποίο μπορεί να διαθέτω. Και πάντα αναρωτιέμαι αν μέσα από τα γραπτά μου θα καταφέρω να επικοινωνήσω με τους αναγνώστες που το καθένα από αυτά απευθύνεται. Αν έχουν αλλάξει οι προσλαμβάνουσες του παιδιού, το ίδιο αλλάζουν και οι προσλαμβάνουσες των ενηλίκων. Αλλά και οι δικές μου δεν αλλάζουν κι αυτές; Διαφορετικά έγραφα το 1979 και διαφορετικά γράφω το 2009.

Υπήρξαν πραγματικά γεγονότα της προσωπικής σας διαδρομής, εγγεγραμμένα μέσα σας, τα οποία ξεπήδησαν απρόσκλητα στο μυθιστορηματικό σας έργο;
-Κάθε φορά και σε κάθε γραπτό μου έρχονται απρόσκλητα, όπως λέτε, γεγονότα της προσωπικής μου διαδρομής. Μπορεί κάποια από αυτά να χαρακτηρίζουν όλο το έργο, μπορεί κάποια άλλα να περνούν μέσα σε ασήμαντες λεπτομέρειες και μόνο εγώ να τα αναγνωρίζω. Εκείνο που βασικά πιστεύω είναι πως ο κάθε συγγραφέας άσχετα για ποιο θέμα γράφει, στην ουσία μιλά για τον εαυτό του. Ακόμα κι αν κάτι αποκρύπτουμε, ακόμα και τότε πάλι για στον εαυτό μας αναφερόμαστε, αφού δικό του κομμάτι αποκρύπτουμε. Η μαγεία της λογοτεχνίας είναι η υποκειμενικότητα. Η υποκειμενικότητα του συγγραφέα έρχεται να συναντηθεί με την υποκειμενικότητα του αναγνώστη.

Πώς σχολιάζετε το φαινόμενο της αποστολής χιλιάδων χειρογράφων στους εκδοτικούς οίκους κάθε χρόνο, καθώς είναι πολλοί οι νέοι άνθρωποι που επιθυμούν να εκδώσουν βιβλίο σήμερα;
-Ναι με έχει προβληματίσει. Ερμηνεύω το φαινόμενο ως μια έκφραση της μοναξιάς του σημερινού ανθρώπου που μέσα από τη γραφή προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τα αδιέξοδά του. Από την άλλη πάλι, καθώς διαπιστώνω τη χαμηλή ποιότητα των περισσοτέρων από αυτές τις προσπάθειες, σκέφτομαι πως καθώς τόσο «ευκολοδιάβαστα» μυθιστορήματα έχουν βρει εκδότη, είναι φυσικό να υπάρχουν πάρα πολλοί που θεωρούν τη λογοτεχνία ως μια εύκολη υπόθεση. Όταν δεν έχεις να αναμετρηθείς με έναν Καραγάτση ή έναν Παπαδιαμάντη, αλλά με την κάποια κυρία ή κάποιον κύριο που «πουλά» μερικές χιλιάδες αντίτυπα, είναι φυσικό να πιστεύεις πως η λογοτεχνική γραφή δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια παράθεση γεγονότων, άντε και κάποιων συλλογισμών εύκολων και ανώδυνων. Και πως έτσι κι εσύ στρώσεις κ…., την επόμενη χρονιά θα γίνεις πλούσιος και διάσημος. Φαινόμενο, λοιπόν, ή υπαρξιακού αδιεξόδου ή αχαλίνωτης κερδοσκοπίας.

Η σχέση σας με το διαδίκτυο είναι πολύχρονη και εξαιρετικά δημιουργική. Τι μπορεί να προσφέρει το διαδίκτυο σ’ έναν συγγραφέα σήμερα;
-Επικοινωνία και ελευθερία. Σου δίνεται η ευκαιρία να επικοινωνείς με περισσότερους ανθρώπους και η ελευθερία να δημοσιοποιείς την άποψή σου χωρίς την μεσολάβηση κάποιου άλλου. Αλλά όπως όλα, έτσι και το διαδίκτυο έχει και αρνητικά στοιχεία. Συχνά η επικοινωνία χάνεται μέσα στην πληθώρα των πληροφοριών. Και πολλές φορές η ελευθερία μετατρέπεται σε ασυδοσία. Προσωπικά χρησιμοποιώ αυτή τη νέα δυνατότητα. Έχω μια προσωπική ιστοσελίδα και δυο ιστολόγια. Παράλληλα χρησιμοποιώ τις δυνατότητες που μου δίνει το διαδίκτυο για επικοινωνία – τόσο επαγγελματική, όσο και προσωπική. Και βέβαια από το γραφείο μου αισθάνομαι πως μπορώ να μάθω τα πάντα. Ξέρω πως ακόμα είμαστε στην αρχή μιας μεγάλης επανάστασης στο χώρο της επικοινωνίας και αφήνω τον εαυτό μου να ξαφνιάζεται ως ένα παιδί που του έχουν χαρίσει ένα νέο παιχνίδι.

Το επόμενο ερωτικό μυθιστόρημά σας με τίτλο «Λεβάντα της Άτκινσον» θα κυκλοφορήσει μέσα στον Απρίλιο από τις εκδόσεις Πατάκη. Μιλήστε μας για το θέμα του «ώριμου έρωτα», της φθοράς του γάμου και της καταλυτικής παρουσίας του τρίτου προσώπου, με το οποίο καταπιαστήκατε.
-Το 2005 κυκλοφόρησε το θεατρικό μου έργο Η Τέταρτη Εποχή. Ήταν το πρώτο θεατρικό έργο που έγραφα –και μέχρι σήμερα το μόνο– και ο βασικός λόγος που με έκανε να θελήσω να ασχοληθώ με αυτό το λογοτεχνικό είδος, ήταν η διάθεσή μου να πειραματιστώ και σε άλλες φόρμες αφήγησης. Έχω διαβάσει πολλά θεατρικά έργα και έχω παρακολουθήσει πολλές θεατρικές παραστάσεις. Και πάντα αναρωτιόμουν ποιες μπορεί τάχα να είναι οι τεχνικές αφήγησης ενός θεατρικού συγγραφέα, που εντελώς διαφέρουν από εκείνες ενός πεζογράφου. Ο θεατρικός συγγραφέας χρησιμοποιεί βασικά και μόνο τον διάλογο και μέσα από αυτόν πλάθει τους χαρακτήρες του. Ο πεζογράφος έχει περισσότερα όπλα αφηγηματικών τεχνικών που μπορεί να ενεργοποιήσει. Αν και Η Τέταρτη Εποχή ως θεατρικό έργο έχει ξεκάθαρους ήρωες, εγώ αισθανόμουνα πως δεν τους είχα εξαντλήσει. Πιο σωστά: ήθελα να χρησιμοποιήσω αυτήν την παντοδυναμία του πεζογράφου, της οποίας ένα μεγάλο μέρος ο θεατρικός συγγραφέας το μεταβιβάζει στον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς.
Έτσι αποφάσισα να γράψω ένα μυθιστόρημα που θα αφηγείται την ίδια ιστορία, αλλά με άλλο τρόπο. Και το ονόμασα Λεβάντα της Άτκινσον. Το χαρακτηρίζετε ως ερωτικό μυθιστόρημα. Δεν θα διαφωνήσω μαζί μας. Άλλωστε, εδώ και χρόνια με απασχολεί ο έρωτας στις διάφορες μορφές με τις οποίες εκφράζεται, ως μνήμη παιδική (Ερωτικές ιστορίες μιας παιδικής ηλικίας), ως μνημονική ζήλια (Αποφάσισα να σκοτώσω τον Ερμόλαο), αλλά και το πώς συνδυάζεται με την εξουσία (Ιστορία Ευνούχου), ή το πώς συνδέεται με τις κοινωνικές αλλαγές (Ερωτική Αγωγή), κι άλλοτε πάλι πώς παρουσιάζεται μέσα στην καθημερινότητα (Σχεδόν Έρωτας). Τώρα θέλησα να τον δω ως καταλυτικό στοιχείο στις διαπροσωπικές σχέσεις. Η Λεβάντα της Άτκινσον είναι ένα μυθιστόρημα φθοράς του έρωτα, όσο και επαναπροσδιορισμού του. Ακριβώς όπως είναι, μα και πρέπει να είναι, η ερωτική σχέση δυο ανθρώπων που τους συντροφεύει από τη νεότητά τους έως την ωριμότητά τους.
(Τις ερωτήσεις τις έκανε η κ. Ειρήνη Σπυριδάκη)