21.11.15

Μισέλ Ουελμπέκ "Υποταγή"

Μισέλ Ουελμπέκ
«Υποταγή»
Μετάφραση: Λίνα Σιπητάνου
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας


Θεωρώ τον Μισέλ Ουελμπέκ ως τον πλέον ενδιαφέροντα σύγχρονο ευρωπαίο συγγραφέα.
Κι αυτό γιατί μέσα στα μυθιστορήματά του δεν θα βρει κανείς  λογοτεχνικές αρετές (που ασφαλώς αυτό δε σημαίνει πως δεν υπάρχουν)  όσο  ανησυχίες (συχνά ανομολόγητες) ενός σημερινού ευρωπαίου πολίτη.
Πολιτικά μυθιστορήματα τα βιβλία του. Και με πολιτική διάθεση σχεδιάζει τους χαρακτήρες των ηρώων του. Και με πολιτικό στοχασμό προχωρεί συχνά σε προβλέψεις για το τι πιθανώς θα συμβεί στην Ευρώπη και κυρίως στη χώρα που έχει εδώ και αιώνες αποτελέσει την καρδιά του ευρωπαϊκού πνεύματος –τη Γαλλία.
Πάντα τολμηρός, συχνά ακραίος, σαρκαστικός, ερωτικός –ίσως και ερωτομανής.
Με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά περιγράφει γεγονότα του κοντινού μέλλοντος. Και ότι περιγράφει μας είναι οικείο, είναι αυτό που τώρα ζούμε, αλλά που ο Ουελμπέκ έρχεται να μας το φωτίσει έτσι όπως είναι πολύ πιθανόν αύριο να έχει μετατραπεί.
Και το οικείο γίνεται άξαφνα εφιάλτης.
Αυτή την τακτική ακολουθεί και στο τελευταίο του μυθιστόρημα.
Γύρω στα 2022, στις τότε εκλογές της Γαλλίας, η πρωτιά διεκδικείται από το Εθνικιστικό Κόμμα και από το Κόμμα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.
Τα παραδοσιακά άλλα δυο κόμματα (Σοσιαλιστικό και Δεξιό) αποφασίζουν να υποστηρίξουν την Μουσουλμανική Αδελφότητα και έτσι η εκλογή στη θέση του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας ενός  -του πρώτου- μουσουλμάνου ηγέτη είναι γεγονός.
Ο κεντρικός αφηγητής και ήρωας του μυθιστορήματος είναι καθηγητής λογοτεχνίας σε Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Έχει ζήσει μια ζωή θα έλεγε κανείς στο περιθώριο της Ιστορίας. Εγκλωβισμένος σε άνευρες λογοτεχνικές αναζητήσεις, ανίκανος να ζήσει τον έρωτα καθώς έχει αποδεχτεί τον ερωτισμό, περιχαρακωμένος στον μικρόκοσμο μιας πανεπιστημιακής κοινότητας που αδιαφορεί για την κοινωνία των πολιτών.
Οι πολιτικές αλλαγές θα είναι σαρωτικές. Και κυρίως σε επίπεδο Παιδείας.
Ένας νέος τύπος ευρωπαίου θα ξεκινήσει να διαμορφώνεται. Ένας νέος τύπος διανοούμενου της Δύσης θα πλάθεται καθώς το Ισλάμ θα επιβάλει τις αρχές του και θα προσφέρει την χρηματική του βοήθεια.
Ο αφηγητής θα προσαρμοστεί. Στην ουσία θα υποταχτεί.
Το ευρωπαϊκό παρελθόν θα υποχωρήσει. Τουλάχιστον με τη μορφή εκείνη που διαμόρφωνε –κάποτε- ευρωπαϊκές συνειδήσεις.
Πάνω σε μια τέτοια θέση (παρόμοια άλλωστε και με τα προηγούμενα βιβλία του) δομείται το μυθιστόρημα αυτό του Ουελμπέκ.
Και όπως και στα προηγούμενα βιβλία του, έτσι κι εδώ  ο αφηγητής δείχνει αν όχι να συμφωνεί με τα όσα γίνονται, πάντως να μην αντιδρά απέναντί τους.
Αυτή η στάση των ηρώων του Ουελμπέκ έχει κάνει πολλούς να θεωρήσουν πως ο ίδιος ο συγγραφέας αποδέχεται αυτή την πορεία προς ένας εξισλαμισμό της Δύσης.
Αλλά κάτι τέτοιο είναι –πιστεύω- λάθος.
Ο Ουελμπέκ καθώς δείχνει να ταυτίζεται με τον ήρωά του, δημιουργεί μεγαλύτερη αναστάτωση στον αποδέχτη των γραπτών του και εν τέλει κατορθώνει να αφυπνίσει ναρκωμένες αντιδράσεις.
Οι στόχοι της καταγγελίας είναι ευδιάκριτοι –οι  μικρού βεληνεκούς πολιτικοί ηγέτες της Ευρώπης, οι δευτεροκλασάτοι διαχειριστές της εξουσίας, οι εφησυχασμένοι πνευματικοί άνθρωποι. Και ίσως στο βάθος και πίσω από όλους αυτούς και ο παθητικός κληρονόμος των πατέρων του Διαφωτισμού* ο απλός άνθρωπος.
Στα ενδιαφέροντα στοιχεία του έργου και η άνεση με την οποία ο Ουελμπέκ επιστρατεύει μέσα στις σελίδες του πρόσωπα υπαρκτά (Ολάντ, Λεπεν κ.α) με ήρωες μυθιστορηματικούς.
Σε κάθε περίπτωση, έχουμε ένα μυθιστόρημα που ξαφνιάζει, προβληματίζει.
Ίσως και να προτείνει  τρόπους γραφής μιας στρατευμένης (με την πολύ πλατιά έννοια του όρου) λογοτεχνίας.
Η μετάφραση υποστηρίζει την αναγνωστική απόλαυση.


 Πρώτη δημοσίευση: http://fractalart.gr/houellebecq/


20.11.15

Φεγγάρια του έρωτα

Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στο bookpress...





Αναρωτηθήκαμε άραγε πόσες φορές χλευάσαμε, σιωπηλά, άφωνα έστω, μέσα μας, την ιδιαιτερότητα της ερωτικής επιλογής συνανθρώπων μας; Πόσες φορές ευχηθήκαμε μυστικά να μη λάχει σε δικό μας παιδί κάτι τέτοιο; Έχουμε αναλογιστεί ποτέ αν έχει κάθε άνθρωπος το δικαίωμα στη διαφορετικότητα και, ακόμη περισσότερο, έχουμε μετρήσει ποιο κέντρο, ποια πηγή εξουσίας προσδιορίζει τα standards συμπεριφορών, ώστε να υπάρχει μέτρο για πιστοποίηση των αποκλίσεων;

Ποιες σκοπιμότητες εξυπηρετούνται από την θέσπιση κανόνων συμπεριφοράς στην ερωτική επιλογή των ανθρώπων; Ποια ψυχικά τραύματα αφήνουν οι απορριπτικές συμπεριφορές μας στις ψυχές συνανθρώπων μας που εξ αρχής τους τονίσαμε με κάθε τρόπο ότι η θέση τους δεν είναι ισότιμη, ότι ανήκουν στο περιθώριο, ότι θα πρέπει να αισθάνονται αποσυνάγωγοι, μην, ίσως, και μιάσματα; Σκεφθήκαμε ποτέ αν είναι το ζήτημα της στάσης μας απέναντι στην ομοφυλοφιλία ερωτικό, κοινωνικό, πολιτισμικό ή πολιτικό;

Διανοηθήκαμε αν κάθε ανθρώπινο ον έχει το δικαίωμα αυτοδιαχείρισης του σώματός του, κι αν η αυτοδιάθεση αποτελεί στοιχείο σεβασμού από όλους για όλους; Δεχόμαστε ή όχι πως η αξιοπρέπεια των ανθρώπων δεν διαφοροποιείται από τη σεξουαλική τους ταυτότητα; Ότι δεν γίνεται αναξιοπρεπής κάποιος επειδή και μόνο αμφισβητεί ένσαρκα τα στερεότυπα των υποτιθεμένων χρηστών ηθών. Έχουμε υπολογίσει το μέγεθος ευθύνης της «χρηστά» φερόμενης πλειοψηφίας στην εξώθηση των συνανθρώπων μας με ομοφυλοφιλική επιθυμία στο να επιχειρούν την δημοσιοποίηση της επιλογής τους με τρόπους γραφικούς και γελοίους, όπως οι παρελάσεις και άλλα όμοια; Όλα αυτά είναι το αποτέλεσμα της απόρριψής μας απέναντι σε ανθρώπους που δικαιούνται ισοτιμία σε κάθε τι στη ζωή. Οι παραπάνω διερωτήσεις και προβληματισμοί αποτέλεσαν, υποθέτω, την γενεσιουργό αιτία συγγραφής του μυθιστορήματος Δάχτυλα πάνω στο σώμα της.

Ο Μάνος Κοντολέων, συγγραφέας με, κατ’ εξοχήν, ανθρωποκεντρική ματιά στα έργα της γραφής του, δημιουργεί μιαν ιστορία μέσα από την οποία διαμεσολαβεί προκειμένου ο αναγνώστης να τεστάρει τη δική του στάση απέναντι στο θέμα της ομοφυλόφιλης επιθυμίας και επιλογής, να αντιληφθεί πόσο ανεκτικός είναι ή δεν είναι στην διαφορετικότητα, πόσο μακριά ή κοντά είναι ο ίδιος σε προκαταλήψεις και συμπεριφορές καταδικαστικές της διαφορετικότητας, να πάρει, μέσα στον νου του, κατ’ ιδίαν, θέση για το ζήτημα. Και να το κάνει αυτό ενώ απολαμβάνει ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, με ρέοντα λόγο, με απλότητα εκφραστική, εσωτερικό ρυθμό καλοτονισμένο, με το ενδιαφέρον ν’ ανανεώνεται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, μέχρι την τελευταία σελίδα.

Η ιστορία, με λίγα λόγια, συνίσταται στο ότι μια νέα κοπέλα, η Λία, γόνος μεσοαστικής οικογένειας με αυστηρό πατέρα και συγκαταβατική, αλλά υποταγμένη στη βούληση του αντρός της, μητέρα, όταν απομακρύνεται από την οικογενειακή επιτήρηση, πηγαίνοντας στη Θεσσαλονίκη να σπουδάσει οδοντιατρική, απερίσπαστη και μακριά από τον φόβο της αποκάλυψης, έχει όλο το περιθώριο και την ελευθερία να ανακαλύψει τον εαυτό της και την σεξουαλική της ταυτότητα. Συνειδητοποιεί ότι η έλξη που αισθάνεται για πρόσωπα του δικού της φύλλου τείνει να σχηματοποιηθεί σε ανάγκη που ζητά πραγμάτωση. Συνάπτει σχέσεις ομοφυλοφιλικές αλλά και ετεροφυλικές, χωρίς όμως να διαλαλεί την προτίμησή της αυτή, χωρίς να κινείται φανερά και απροκάλυπτα, επειδή υπολογίζει πάντα την κοινωνική κατακραυγή και την πιθανότητα να μάθουν οι γονείς της και να δεχτεί την επίπληξη και την απόρριψη. Συμβιβάζεται λοιπόν μέσα σ’ έναν γάμο που όλοι αποδέχονται. Είναι πλέον οδοντίατρος με δικό της ιατρείο στην Αθήνα. Όταν θα γνωρίσει δύο ομοφυλόφιλες γυναίκες που ελεύθερα ζουν την κοινή τους ζωή θα κοιτάξει εντός της και θα αποφασίσει πως πρέπει να διεκδικήσει κι εκείνη την αυτοδιάθεσή της και να επιβάλει να την αποδεχτεί ο κοινωνικός περίγυρος. Η Λία αποδέχεται τελεσίδικα τη φύση της, σχίζει την προσωπίδα του γάμου της και επιπλέον στρατεύεται στην υπόθεση διεκδίκησης των δικαιωμάτων της και της ισότιμης αντιμετώπισης των ανθρώπων άσχετα με τη σεξουαλική τους ταυτότητα. Τα κεφάλαια του μυθιστορήματος εισάγονται με δεξιοτεχνικά επιλεγμένα από τον συγγραφέα παραθέματα ποιημάτων της Σαπφούς, τα οποία λειτουργούν ως προοίμιο.

Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν κατατοπιστικές σημειώσεις για ένα πλήθος παραπομπών και επεξηγούνται δάνειες φράσεις και εκφράσεις. Κι ακόμη παρατίθεται πλούσια βιβλιογραφία για το θέμα που πραγματεύεται το μυθιστόρημα. Βιβλιογραφία στην οποία προσέτρεξε ο συγγραφέας ώστε να εξοπλίσει τη θεωρητική του σκευή προκειμένου να είναι σωστός στη γραφή του.

Ο Μάνος Κοντολέων κάνοντας λογοτεχνία με ένα θέμα ταμπού, καταφέρνει να μας δώσει, σαν σε μακροσκελές διάγραμμα, όλες τις ταλαντώσεις του ψυχικού συγκλονισμού της ηρωίδας του και να μας κάνει να αγαπήσουμε αυτό το εύθραυστο πλάσμα, σαν να το γνωρίζουμε από την ώρα που γεννήθηκε, λες και πρόκειται για ένα κορίτσι της γειτονιάς μας. Κι όχι απλά να το αγαπήσουμε αλλά και να συναινέσουμε, εντέλει, στις αποφάσεις που παίρνει για την αυτοδιάθεσή της και να χαρούμε αληθινά όταν κατορθώνει η Λία να κρατήσει την ταυτότητα των επιθυμιών της στα δάχτυλά της και να την επιδεικνύει άφοβα και υπερήφανα στον αέρα. Όταν η Λία κατορθώνει να μη γίνει λεία της ανθρωποφαγικής διάθεσης όλων εκείνων που πιστεύουν ότι είναι θεματοφύλακες της κοινωνικής ηθικής και έχουν έτοιμη την πέτρα του αναθέματος να την εκσφενδονίσουν στην κεφαλή κάθε ανίσχυρου ανθρώπινου όντος που θα τολμήσει ν’ αμφισβητήσει την υποκρισία τους.

Πρώτη δημοσίευση:  http://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/kontoleon-manos-patakis-dachtula-pano-sto-soma-tis?utm_source=Newsletter&utm_medium=email

15.11.15

Ιωάννα Καρατζαφέρη "Λευκά στην κορυφή"

Ιωάννα Καρατζαφέρη
"Λευκά στην κορυφή"
Διηγήματα
Εστία


Πάνω από 50 χρόνια η Ιωάννα Καρατζαφέρη δίνει το παρόν της στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

Με το πρώτο της κιόλας βιβλίο –τα «Επιπλωμένα Δωμάτια», το 1962- πρώτη αυτή φέρνει στη δική μας λογοτεχνία τη ματιά του έλληνα που ζει στις ΗΠΑ.

Θα ακολουθήσουν δεκάδες άλλα μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, παιδικά βιβλία και μεταφράσεις που μαζί με τα συχνά εμφανιζόμενα άρθρα της στον τύπο (έντυπο και ηλεκτρονικό) έχουν πλέον καταγράψει τη συγγραφική της άποψη.

Η Καρατζαφέρη ξέρει να κυκλοφορεί στις πόλεις του κόσμου και να παρακολουθεί τους ανθρώπους τους.

Και η παρακολούθησή της αυτή δεν είναι μια αποστασιοποιημένη πράξη. Η Καρατζαφέρη χρησιμοποιεί πολύ συχνά την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Η συγγραφέας ταυτίζεται με το δημιούργημά της και έτσι μπορεί και ο αναγνώστης να βρει πατήματα ώστε κι αυτός να μπορέσει να χωρέσει τη δικιά του υπόσταση.

Γνήσια αριστερή ματιά, θεμελιωμένη φεμινιστική άποψη, βαθιά καλλιέργεια, πάνω απ΄ όλα η φωνή ενός ανθρώπου που δε φοβάται το συναίσθημα και που καταφέρνει να το ενώσει με τη λογική.

Το τελευταίο της αυτό βιβλίο είναι μια συλλογή διηγημάτων.

Άξονας όλων τους η απώλεια* συχνά με την πρώτιστη μορφή της –τον θάνατο.

Η Καρατζαφέρη αποφασίζει να αντισταθεί, να αμφισβητήσει κάθε τι που μπορεί να οδηγήσει στην όποια μορφή αποχωρισμού, λήθης, αποξένωσης.

Γράφει σε ένα από τα διηγήματα:

Εσύ κοιμήσου.
Ποιος μπορούσε να μου δώσει τέτοια εντολή; Η αϋπνία ήταν μόνιμη συντροφιά μου επί δεκαετίες.
Άκουσα την πόρτα να κλείνει κι εγώ να γεμίζω σκοτάδι.
Ο Άντι είχε σβήσει όλα τα φώτα πριν φύγει.
Μα η λογοτεχνία δεν επιτρέπει στον εαυτό της μήτε καν το ημίφως.

Γι αυτό και η Ιωάννα Καρατζαφέρη –μετά από 50 χρόνια συγγραφής- αποφασίζει ως τίτλο το «Λευκά στην κορυφή». Με άλλα λόγια η πείρα είναι αυτό που κάνει τη ζωή να έχει αξία. Η πείρα να κατανοείς τον άλλον, να τον ταυτίζεις με τον εαυτό σου.

Όλα τα διηγήματα είναι γραμμένα με τον προσεγμένο τρόπο που η Καρατζαφέρη γράφει. Πλούσιο λεξιλόγιο, κοφτές φράσεις –άλλοτε απομονωμένες, άλλοτε η μια δίπλα στην άλλη. Και με ένα μόνο αποτέλεσμα –πολυδύναμη ανάλυση.

Εν τέλει μια κατάδυση στο βυθό όπου πάει να κουρνιάσει η μόνη βεβαιότητα του ανθρώπου – Το ήξερα κι εγώ πως ήμουν καταδικασμένη σε θάνατο.

Αλλά δε μένει –όχι, δε μένει κανείς σε αυτό.

Άφησα πίσω μου το παρελθόν και κοίταξα το παρόν.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=204917

28.10.15

Η παρηγορία των επιστολών σου...

Αννίτα Π. Παναρέτου
«Η παρηγορία των επιστολών σου...»
Ευανθία Καΐρη - Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου: Αλληλογραφώντας όπως θα ήθελαν
Μυθιστόρημα
Ωκεανίδα, 2007

Οι μυθιστορηματικές βιογραφίες ενώ σε άλλες χώρες παρουσιάζουν έντονο ενδιαφέρον εκ μέρους του κοινού  και έτσι πολλοί είναι οι συγγραφείς που ασχολούνται με αυτό το είδος, στην Ελλάδα βιβλία αυτής της κατηγορίας δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως είναι πάρα πολλά.
Ίσως είναι γιατί ο μέσος έλληνας έχει μια μάλλον ιδιότυπη σχέση με την Ιστορία της χώρας του και τους ανθρώπους που ο καθένας με τον τρόπο του την έχουν διαμορφώσει.
Η μελέτη και κατανόηση της Ιστορίας απαιτεί αντικειμενικότητα και νηφάλιο συναίσθημα.
Πόσο μάλλον όταν έχουμε να κάνουμε με το είδος της μυθιστορηματικής βιογραφίας, εκεί όπου πλέον ο συγγραφέας αναλαμβάνει να γεννήσει εκ νέου πρόσωπο που άφησε τα αποτυπώματά του μέσα στο χρόνο.
Η μυθιστορηματική βιογραφία ενώ στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, φωτίζει αυτά και κυρίως τις αντιδράσεις των ηρώων του έργου (που είναι και παράλληλα ιστορικά πρόσωπα) με ένα μεγάλο ποσοστό επιλογών του συγγραφέα.
Η μετάβαση του ιστορικού προσώπου σε μυθιστορηματική περσόνα είναι μια γοητευτική πορεία από το ‘γνωρίζω’ στο ‘κατανοώ’.
Η Αννίτα Παναρέτου με αυτό το βιβλίο της μας έχει προσφέρει μια πολύτιμη διπλή μυθιστορηματική βιογραφία.
Ευανθία Καΐρη από τη μια και Ελισάβετ Μουτζάν – Μαρτινέγκου από την άλλη.
Δυο γυναίκες των αρχών του 19ου αιώνα, από τις ελάχιστες ελληνίδες που ήξεραν όχι μόνο ανάγνωση, αλλά και οι ίδιες έγραφαν.
Η Καΐρη θεωρείται ίσως η πρώτη ελληνίδα διανοούμενη και με τον δικό της τρόπο  -θα έλεγα- και η πρώτη χειραφετημένη ελληνίδα.
Η Μουτζάν – Μαρτινέγκου είναι η πρώτη ελληνίδα που έγραψε με συνείδηση πως τα γραπτά της θέλει κάποια στιγμή να τα δει να κυκλοφορούνε.
Η πρώτη –πολύτιμη αδελφή μιας προσωπικότητας σαν κι αυτή του Θεόφιλου Καΐρη- έζησε μια δύσκολη, αλλά γεμάτη από ιδέες ζωή, ανάμεσα στα νησιά Άνδρο και Σύρο.
Η δεύτερη γεννημένη στη Ζάκυνθο, κόρη πλούσια οικογένειας, δεν είδε ποτέ της όσο ζούσε τα δυο όνειρά της να υλοποιούνται. Το ημερολόγιο της μόνο κυκλοφόρησε κι αυτό λογοκριμένο και μετά από τον θάνατό της. Η ίδια μήτε καλά, καλά το νησί της δεν μπόρεσε να γνωρίσει, έγκλειστη στην οικία της λόγω των ηθών εκείνης της εποχής.
Δε συναντηθήκανε ποτέ. Μήτε υπάρχει ένδειξη (αν και δεν θα ήταν διόλου απίθανο) να γνώριζε η μια την ύπαρξη της άλλης.
Αλλά η Ανίτα Παναρέτου, με την υπέροχη αυθαιρεσία του μυθιστοριογράφου και βιογράφου, κατασκευάζει μια σχέση μεταξύ τους. Μια σχέση μέσα από επιστολές.
Κι έτσι μας φωτίζει πέρα από τα γεγονότα εκείνων των χρόνων, και τις εσωτερικές φωνές δυο γυναικών που διέθεταν ταλέντο και  -κυρίως αυτό- δίψα για μάθηση.
Ευανθία και Ελισάβετ δρασκελίζουν τους αιώνες και μας γίνονται οικεία πρόσωπα.
Άθλος συγγραφικός η επίτευξη κάτι τέτοιου, όπως και μεγάλη μαεστρία απαιτούσε να μπορέσει ένας σημερινός συγγραφέας να χρησιμοποιήσει με άνεση περισσή μια γλώσσα που κάποιοι άλλοι, πριν από τόσα χρόνια, χρησιμοποιούσαν

Νομίζω πως με βιβλία σαν κι αυτό, οι νεώτεροι μπορούμε να πλησιάσουμε πλέον ουσιαστικά το ιστορικό παρελθόν μας και να μπορέσουμε εν τέλει να ερμηνεύσουμε πολλά από τα όσα και σήμερα συμβαίνουν στον τόπο μας.

24.10.15

Τα άλση της Περσεφόνης




Τα άλση της Περσεφόνης
Ελένη Λαδιά
Αρμός

Ο τρόπος που η Ελένη Λαδιά αναγιγνώσκει τη ζωή και στη συνέχεια γράφει γι’ αυτήν έχει μια ιδιοτυπία – είναι ένα τρόπος ιδιαίτερα δεμένος με στοιχείο που θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει μεταφυσικό. Κεντρικός άξονας των προβληματισμών της είναι ό,τι μπορεί κανείς να ονομάσει Ελευσίνια Μυστήρια. Και ασφαλώς η σχέση που συνδέει τη Δήμητρα με την Περσεφόνη – ζήτημα που κυριαρχεί και στο έργο Τα άλση της Περσεφόνης.
Το μυθιστόρημα αυτό κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1997 και είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον τόσο της κριτικής, όσο και του κοινού. Και όχι άδικα. Γιατί ενώ από τη μια δείχνει να είναι μια πλούσια και πολυπληθής μυθιστορηματική ανάπτυξη γεγονότων που καλύπτουν σχεδόν όλον τον 20ό αιώνα και απλώνονται από την ελληνική ύπαιθρο έως την ελληνική πρωτεύουσα, από την άλλη είναι και μια εντελώς υποκειμενική και μεταφυσική ανάγνωση του κόσμου αυτού, καθώς η λέξη που στηρίζει όλη τη δομή είναι το: Έστω.
Η κεντρική ηρωίδα-αφηγήτρια έχει το όνομα Δήμητρα, αλλά από τη στιγμή που παίρνει την απόφαση να γίνει συγγραφέας το αλλάζει και αποφασίζει πως θα λέγεται πλέον Περσεφόνη.
Μα αυτή η αλλαγή του ονόματος δεν είναι κενή περιεχομένου. Σηματοδοτεί ένα κρίσιμο σημείο-καμπή στην ίδια της τη ζωή.

Ένα βαρύ καρδιακό επεισόδιο θα είναι αυτό που θα την πάει στο βασίλειο του Άδη, αλλά τελικά θα επιστρέψει στη ζωή. Με άλλα λόγια, στο ίδιο πρόσωπο ταυτίζονται και η Δήμητρα και η Περσεφόνη. Επιστρέφοντας θα φέρει μαζί της τέσσερα πρόσωπα. Τέσσερις άνδρες με πανομοιότυπες μάσκες, που θα της ζητήσουν να τους πάρει και αυτούς μαζί της. Τέσσερις άνδρες που η ιστορία του καθενός θα πρέπει να παρουσιαστεί ταυτόχρονα με τις ιστορίες των άλλων. Γιατί στη ζωή όλα γίνονται ταυτόχρονα και μόνο με μια παραδοχή –αυτό το Έστω– μπορεί κανείς να ξεκινήσει να αφηγείται το ένα γεγονός μετά το άλλο, η μια ζωή να υπάρχει πριν ή μετά από μια άλλη.
Αλλά η επιστροφή στη ζωή –αυτό το Έστω– για να υλοποιηθεί χρειάζονται κάποιες χοές. Και η αφηγήτρια-συγγραφέας τη μόνη χοή που μπορεί να προσφέρει είναι αυτή που το μελάνι τής δίνει. Κι έτσι, ξεκινά να γράφει τις τέσσερις ιστορίες. Ιστορίες τεσσάρων ανδρών. Μα επειδή όλα υπάρχουν επειδή κάποια άλλα επίσης αναπνέουν, οι ιστορίες των ανδρών εμπεριέχουν και τις ιστορίες γυναικών. Έστω – την ιστορία της ίδιας της αφηγήτριας. Κάθε γυναίκας… Έστω.
Και καθώς οι χοές θα ολοκληρωθούν, οι μάσκες θα πέσουν και τα τέσσερα πρόσωπα θα πάρουν τις ιδιότητές τους. Ο πατέρας, ο σύζυγος, ο εραστής, ο φίλος. Τέσσερις αρσενικές ιδιότητες που γονιμοποιούν τη μία και μόνη θηλυκή οντότητα. Αυτή της μάνας και κόρης.
Μυθιστόρημα που και μετά από δεκαοχτώ χρόνια διατηρεί την ιδιότυπη ματιά του. Παραμένει ανοιχτό σε πολλές αναγνώσεις και αναλύσεις. Γραμμένο με ρέουσα γλώσσα. Έντονες περιγραφές συναισθημάτων, με λεπτομέρειες στις αναλύσεις των πράξεων.

Πρώτη δημοσίευση: http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/4389-alsi-persefonis

21.10.15

Δε με λέν Ρεγγίνα, Άλεχ με λένε σε ημερίδα για το Trafficking

Σε λογοτεχνικό αναλόγιο συμμετέχει ο συγγραφέας Μάνος Κοντολέων. Μαζί με τη συγγραφέα Αλεξάνδρα Μητσιάλη και τον Χρήστο Χωμενίδη, που θα τους προλογίσει, θα διαβάσουν αποσπάσματα από τα βιβλία τους, θα παρουσιάσουν τον προβληματισμό που προκύπτει απ’ αυτά και θα μιλήσουν με το κοινό για το εάν η λογοτεχνία μπορεί να ευαισθητοποιήσει το κοινό για ζητήματα όπως το trafficking. Ο ίδιος, πάντως, στην κουβέντα μας μοιάζει αρκετά σκεπτικός για το πόσο μπορεί να γίνει αυτό, τουλάχιστον σε ευρεία κλίμακα. Το βιβλίο του «Δε με λένε Ρεγγίνα… Άλεχ με λένε» (Εκδόσεις Πατάκη, 2011) μιλά για δυο ανήλικους νέους, τη Ρεγγίνα και τον Άλεχ που οι συνθήκες τους αναγκάζουν να μπουν από πολύ νωρίς στον σκοτεινό κόσμο της σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Ένα βιβλίο που μιλά με αυτόν τον τόσο ποιητικό τρόπο του Μάνου Κοντολέων, για ένα σκληρό παράλληλο σύμπαν. Τον ρωτάω γιατί επέλεξε ένα δύσκολο θέμα όπως το trafficking: «Για μια εικοσαετία περίπου, ήμουν Αντιπρόεδρος της ελληνικής επιτροπής της Unicef, γεγονός που με είχε φέρει πιο κοντά σε θέματα νέων, στην προσφυγιά ή την εκμετάλλευση. Παράλληλα για 15 περίπου χρόνια απονέμω το βραβείο της Unicef στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για παιδιά και νέους, όπου συμμετέχουν ταινίες από και για νέους από όλο τον κόσμο. Εκεί διαπίστωσα ότι πολλές ταινίες από το εξωτερικό καταπιάνονται με αυτά τα θέματα. Πέραν αυτών, έχω μια ευαισθησία, γιατί και οι δυο μου γονείς ήταν από τη Σμύρνη, μεγάλωσα σε προσφυγική οικογένεια. Οι ήρωες του βιβλίου ζουν σε μια χώρα, που η μια είναι ανελεύθερη και η άλλη μόνο κατ’ επίφαση ελεύθερη. Στην ουσία δεν αλλάζουν και πολλά, γι’ αυτό και ο εκμεταλλευτής σε κάθε χώρα έχει το ίδιο όνομα αντεστραμμένο. Η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο δεν έχει να κάνει μόνο με τα ανελεύθερα καθεστώτα, αλλά με όλη την κοινωνία που αποδέχεται, αλλά και χρησιμοποιεί αυτές τις καταστάσεις. Γιατί συνυπεύθυνοι είναι κι εκείνοι που απολαμβάνουν τέτοιες υπηρεσίες».
Η τέχνη που ευαισθητοποιεί και προβληματίζει
Το εξώφυλλο του βιβλίου του Μάνου Κοντολέων
Η Ρεγγίνα, που σημαίνει βασίλισσα, και ο Άλεχ, αυτός δηλαδή που προστατεύει τους άλλους και τον ίδιο του τον εαυτό, ζούσαν στην ίδια χώρα, αλλά τους χώρισε ο πόλεμος. Έδωσαν τη υπόσχεση να ξανασυναντηθούν. Οι συνθήκες όμως – πόλεμος, φτώχεια, ορφάνια, προσφυγιά – τους ρίχνουν σε ένα ζοφερό κόσμο. «Η Ρεγγίνα απαρνιέται την προσωπική της ταυτότητα, αποδέχεται ότι είναι μια σκλάβα, ώστε να υπάρξει και να επιβιώσει σε συνθήκες εκμετάλλευσης. Ο Άλεχ αφήνεται να γίνει θύμα εκμετάλλευσης, αλλά δεν την αποδέχεται, διατηρεί την ταυτότητά του με την πρόθεση να φύγει κάποια στιγμή. Ούτε εγώ γνωρίζω αν τελικά θα τα καταφέρουν. Αλλά προσωπικά η θέση μου είναι περισσότερο με τον Άλεχ: Να μην αποδέχεσαι, ακόμα κι αν κάποια στιγμή συμβιβαστείς, να αντιστέκεσαι και να αναζητάς την αληθινή σου ταυτότητα». Ο Μάνος Κοντολέων γνωρίζει πολύ καλά ότι και του βιβλίου του ο δρόμος είναι δύσκολος: «Ενώ το συγκεκριμένο είναι λογοτεχνικά ένα από τα καλά μου βιβλία, ωστόσο, είναι αυτό που λέω “μαλεμέ”, δεν αγαπήθηκε από το κοινό. Ο κόσμος θέλει να περνάει καλά, να ξεχνιέται, να ζει σε μια ψευδαίσθηση. Σε μια τόσο δύσκολη περίοδο δεν θέλουμε να ενδοσκοπηθούμε, αλλά πάμε να αποφύγουμε με πλάγιους τρόπους τις δυσάρεστες καταστάσεις και να μη μιλάμε γι αυτές. Αν βγει όμως κανείς μια βόλτα μέχρι την Ομόνοια το βράδυ, αυτά θα δει. Δεν υπάρχει άλλη λύση παρά ν’ αντισταθείς και μου κάνει εντύπωση που οι νέοι στη χώρα μας δεν φαίνεται να το κάνουν». Κατά τον συγγραφέα, το κατεστημένο είναι αυτό που συνδημιουργεί το trafficking«Ανακαλύπτουμε πράγματα που πάντα υπήρχαν, αλλά δε θέλουμε να τα δούμε. Και που τα λέμε, πάλι τα αποδεχόμαστε και επιπλέον απενοχοποιούμαστε σε όλα τα επίπεδα. Όπως έγραφε ο Δροσίνης σατιρίζοντας τις χοροεσπερίδες «Η φτώχεια για την αρχοντιά αιώνια δουλεύει κι εκείνη για χάρη της μια βραδιά χορεύει»…
- See more at: http://www.elculture.gr/blog/article/i-techni-pou-evesthitopii-ke-provlimatizi/#sthash.h2ePsMIb.dpuf

20.10.15

Συνέντευξη στο site της διαδικτυακής αυτοέκδοσης


κ. Κοντολέων, από πού κατάγεστε, που γεννηθήκατε και που ζήσατε μέχρι τώρα;
Και οι δυο γονείς μου γεννήθηκαν στη Σμύρνη. Εγώ γεννήθηκα και ζω στην Αθήνα

Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το μακροσκελέστατο βιογραφικό σας;
Με δυο λόγια – αφού έτσι θέλετε: Ο Μάνος Κοντολέων είναι συγγραφέας.
Διαβάζατε λογοτεχνία μικρός;
Ναι. Κυρίως βιβλία με ιππότες.

Πότε αρχίσατε να γράφετε βιβλία;
Αποφάσισα πως θέλω να γίνω συγγραφέας από παιδί του Δημοτικού. Και από τότε είχα αρχίσει να γράφω. Μα το πρώτο μου βιβλίο εκδόθηκε όταν ήμουνα γύρω στα 30 μου χρόνια.

Πώς σας έρχονται οι ιδέες για να γράψετε ένα βιβλίο;
Δεν ξέρω… Έχει –ομολογώ- κάτι το μαγικό αυτή η διαδικασία. Και δε θέλω να χαθεί αυτή η αίσθηση.

 Πώς ξεκινήσατε να γράφετε το πρώτο σας βιβλίο;
Ήταν λίγο μετά το 1974 και θέλησα να μιλήσω στο μικρό παιδί μου για τα γεγονότα εκείνων των χρόνων. Και για να γίνουν κατανοητά  σκέφτηκα να τα πω με τη μορφή ενός παραμυθιού.

Όταν ήσασταν παιδί, ποιο βιβλίο είχατε αγαπήσει πολύ και ποιόν συγγραφέα;
Πολλά τα βιβλία που έχω διαβάσει και πολλοί, πάρα πολλοί οι συγγραφείς που έχω αγαπήσει. Δε γίνεται να ξεχωρίσω έναν ή δυο…

 Στην αρχική σελίδα της ιστοσελίδας σας ξεκινάτε με ένα απόσπασμα από το βιβλίο σας ΄΄Ανίσχυρο άγγελο΄΄. Λέτε στην αρχή του αποσπάσματος «Δεν είμαστε λίγοι, αλλά μπροστά στο πλήθος που είστε εσείς, τότε εμείς ως ελάχιστοι μετράμε...Εμείς - οι άγγελοι. Εσείς - οι άνθρωποι. Ένας, λοιπόν, από τους λίγους κι εγώ, κυκλοφορώ ανάμεσά σας»Πιστεύετε αλήθεια πως είσαστε «άγγελος», και δη ανίσχυρος;
Με την ιδιότητα του συγγραφέα, ναι το πιστεύω. Άλλωστε κι εγώ –με την ιδιότητα του αναγνώστη- έχω συναντήσει κάμποσους ανίσχυρους αγγέλους.

Θεωρείτε πως οι συγγραφείς ζούνε σε έναν δικό τους κόσμο, «στο κόσμο τους» θα λέγατε;
Δεν μπορώ να απαντήσω εξ ονόματος άλλων συγγραφέων. Εγώ πάντως ζω στον κόσμο που ζουν όλοι οι άλλοι άνθρωποι.

Από την παρουσία των ιστοσελίδων σας, φαίνεται πως ασχολείστε με το διαδίκτυο. Σας αρέσει η χρήση του, και γενικά οι νέες τεχνολογίες;
Οι νέες τεχνολογίες διευκολύνον τη ζωή μας. Μπορεί όμως και να την καταδυναστεύουν. Από τον καθένα μας εξαρτάται το πώς θα τις χρησιμοποιήσει.

Πότε σας αρέσει να γράφετε καλύτερα, το χειμώνα ή το καλοκαίρι;
Είμαι ένας … full time συγγραφέας.

Εσείς γιατί γράφετε, και μάλιστα και για παιδιά και για μεγάλους;
Γιατί ζω μαζί και με μεγάλους και με παιδιά. Και γράφω γιατί θέλω να επικοινωνώ με όσους γύρω μου υπάρχουν. Η συγγραφή είναι για μένα μια ουσιαστική μορφή επικοινωνίας, αλλά και κατάθεσης των προσωπικών μου απόψεων.

Σας αρέσει περισσότερο να γράφετε για μικρούς, για νέους ή για ενήλικες, μια και έχετε γράψει βιβλία και για τις τρεις κατηγορίες αναγνωστών;
Όπως και πιο πριν σας είπα, ζω  ανάμεσα σε μικρούς, νέους και ενήλικες. Και θέλω να συνομιλώ με όλους τους. Άρα και για όλους τους γράφω… Ελάτε, ας μην χωρίζουμε τη λογοτεχνία με βάση τα ηλικιακά κριτήρια. Η ανάγκη έκφρασης  και επαφής αφορά όλους μας.

Πείτε μας για ένα παιδικό βιβλίο που δεν έχετε γράψει εσείς και θα θέλατε να το είχατε γράψει.
Πολλά είναι… Έτσι, αυτή τη στιγμή λέω το «Ιστορία δίχως τέλος» του Μίκαελ Έντε.

Σκοπεύετε να γράψετε κι άλλα βιβλία ή νομίζετε πως έχει επέλθει κορεσμός; Υπάρχει η έννοια «κορεσμός» για έναν συγγραφέα;
Αντίθετα –σε μένα τουλάχιστον- υπάρχει ο τρόμος μπροστά στη λευκή σελίδα… Ή πιο σωστά στην άδεια οθόνη του world.

Ποιο θα είναι το είδος, ο τίτλος και η υπόθεση του επόμενου βιβλίου σας;
Ποτέ δε μιλώ για αυτά που γράφω. Μόνο για όσα ήδη έχω ολοκληρώσει. Και υπάρχουν ολοκληρωμένα έργα μου που περιμένουν την έκδοσή τους. Μια συλλογή χριστουγεννιάτικων ιστοριών κυκλοφορεί σε λίγες μέρες. Το δεύτερο βιβλίο από τις περιπέτειες των Μανόλο και Μανολίτο θα το κρατήσετε στα χέρια σας την Άνοιξη του 2016… Ως εδώ, οι πληροφορίες…

Ποιος είναι ο ήρωας από τα βιβλία σας που αγαπάτε περισσότερο;
Είναι όλοι τους παιδιά μου! Το ίδιο όλους τους αγαπώ.

Ποιό θεωρείτε πως είναι το καλύτερο βιβλίο σας;
Είναι όλα τους δικά μου δημιουργήματα. Το ίδιο όλα τους τα εκτιμώ,

Υπάρχουν γεγονότα και καταστάσεις από όσα γράφετε στα βιβλία σας που τις έχετε ζήσει;
Ναι. Αλλά  δεν τα καταγράφω  όπως τα έζησα, αλλά όπως πρέπει να τα γράψω.

Είστε γονιός; Πως σας αρέσει να περνάτε τον χρόνο σας με τα παιδιά σας;
Ναι. Με τη σύντροφό μου, με τα παιδιά μου, με τον εγγονό μου. Με τους φίλους μου.

Τι πιστεύετε ότι πρέπει να κάνει ένας γονιός, για να αγαπήσει το παιδί του τα βιβλία;
Να το αγαπά και ο ίδιος.

Ποια θεωρείτε ότι είναι τα κριτήρια για να διαλέξουμε για τα παιδιά μας βιβλία;
Όσο περισσότερο διαβάζουμε, τόσο και τα κριτήριά μας γίνονται καλύτερα. Δεν διαλέγουν οι άλλοι για εμάς.  Τις αναγνώσεις του ο καθένας έχει δικαίωμα μόνος του να της επιλέγει.

Σας ενοχλεί η κακή κριτική;
Αν εννοείται την κακοπροαίρετη… Ναι με ενοχλεί.

Πώς γίνεται κανείς συγγραφέας;
Δε γίνεται. Γεννιέται.

Τι θα συμβουλεύατε ένα παιδί ή νέο που θέλει να γίνει συγγραφέας;
Να διαβάζει, να διαβάζει, να διαβάζει… Και να αμφισβητεί.

 Συντονίζετε έναν κύκλο 8 τρίωρων συναντήσεων ανά δεκαπενθήμερο με θέμα τη Δημιουργική Ανάγνωση και Συγγραφή Παραμυθιών. Θα θέλατε να μας μιλήσετε γι’ αυτά τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής;
Πιστεύω –όπως και προηγούμενα σας είπα –πως ένας μελλοντικός συγγραφέας πρέπει πρώτιστα να διαβάζει. Έτσι και σε αυτούς τους κύκλους αφού διαβάζουμε και συζητάμε έργα καταξιωμένων δημιουργών, μετά γράφουμε τα δικά μας και αυτά που γράψαμε τα συζητούμε.

Τι γνώμη έχετε για τα ψηφιακά βιβλία;
Νομίζω πως ακόμα δεν έχουν αποδείξει το μέχρι που μπορεί να φτάσουν τις σχέσεις τους με τους αναγνώστες.

 Έχει μέλλον το είδος αυτό;
Αναντίρρητα ναι. Αλλά ποιο θα είναι δεν το ξέρω.

Πιστεύετε πως θα ξεπεράσουν τις πωλήσεις των έντυπων βιβλίων κάποτε;
Ούτε αυτό το ξέρω. Αν και έχω σπουδάσει Φυσική, δεν μου αρέσει να κάνω σκέψεις επιστημονικής φαντασίας

Σας αρέσει να διαβάζετε βιβλία σε ψηφιακή μορφή;
Όχι. Το κλασικό βιβλίο ως αντικείμενο πάντα με κρατά δέσμιο της γοητείας του.

Σας αρέσει να ακούτε ηχογραφημένα βιβλία;
Ναι, όταν όμως οδηγώ.

Ποια είναι η άποψή σας για την διαδικτυακή αυτοέκδοση;
Από τη μια προσφέρει απελευθέρωση από την κυριαρχία του εκδότη. Από την άλλη όμως δεν υπόκειται σε ένα αναγκαίο φιλτράρισμα.

Θα συστήνατε στους νέους συγγραφείς να εκδώσουν μόνοι τους διαδικτυακά τα βιβλία τους;
Εξαρτάται από το ποιος θα είναι ο συγγραφέας και ποιο θα είναι το βιβλίο που θα έχει γράψει.

Πιστεύετε ότι κάποια μέρα θα εκλείψουν οι παραδοσιακοί εκδοτικοί οίκοι, οι οποίοι δεν θα έχουν λόγο ύπαρξης εξ αιτίας της όλο ένα αυξανόμενης δυνατότητας των συγγραφέων να αυτοεκδίδουν τα έργα τους -κυρίως λόγω του ελάχιστου κόστους που έχει η αυτοέκδοση- ή θα λάβουν κάποια ενδιάμεση μορφή, όπως διαφαίνεται τα τελευταία χρόνια να συμβαίνει, με πολλούς εκδοτικούς να προσφέρουν τη δυνατότητα μίας μορφής έκδοσης που οι ίδιοι την ονομάζουν αυτοέκδοση;
Βέβαια, δεν έχει καμία σχέση με την διαδικτυακή αυτοέκδοση, όπου ο συγγραφέας κάνει όλες τις απαραίτητες διαδικασίες μόνος ή με δικής του επιλογής συνεργάτες και εταιρίες προβολής και προώθησης, εν αντιθέσει με την αυτοέκδοση των εκδοτικών, οι οποίοι απλά επιτρέπουν στον συγγραφέα να εκδώσει με δικό του το κόστος των εργασιών -που του προσφέρουν όμως οι ίδιοι ως υπηρεσία- αναλαμβάνοντας (οι εκδοτικοί οίκοι) μόνο το κόστος εκτύπωσης.
Τι προβλέπετε να συμβεί λοιπόν, λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις παραμέτρους και εξελίξεις;
Νομίζω πως στο κοντινό μέλλον τουλάχιστον, η ανάγκη ύπαρξης του εκδότη, τόσο για την γενικότερη επιμέλεια της έκδοσης όσο και για την προβολή και διακίνησή της, θα συνεχίσει να ισχύει.

Θεωρείτε πως η αίσθηση του διαβάσματος ενός έντυπου βιβλίου είναι και θα παραμείνει ασυναγώνιστη, σε σχέση με το διάβασμα ψηφιακών βιβλίων μέσω ηλεκτρονικών συσκευών;
Σας είπα και πιο πριν, πως δεν ξέρω να απαντώ με συνθήκες μελλοντικών καταστάσεων.

Τα δικά σας ηλ. βιβλία, εκτιμάτε πως έχουν επιτυχημένη εμπορική πορεία, σε σύγκριση με εκείνη των αντίστοιχων έντυπων;
Ούτε τα διάνοια.

Σκέφτεστε να εκδώσετε ποτέ ηχογραφημένα βιβλία, και ποια η γνώμη σας γι’ αυτά;
Έχει εκδοθεί ηχογραφημένο βιβλίο μου. Δεν είχε και τόσο μεγάλη ανταπόκριση. Αλλά ήταν και πριν 20 περίπου χρόνια… Ίσως να ήταν τότε κάπως νωρίς ακόμα.

Πιστεύετε πως τα παιδιά δεν θα προτιμούν στο μέλλον, όλο και περισσότερο, τα βιβλία σε ψηφιακή μορφή αντί των εντύπων, λόγω της αναπόφευκτης εξοικείωσής τους και της διαφαινόμενης προτίμησής τους στους ηλ. υπολογιστές και γενικά στα ψηφιακά μέσα;
Ναι, είναι πιθανόν…

Θεωρείτε πως, ένα παραμύθι, ειδικά, «χάνει» σε αξία στα μάτια ενός αναγνώστη, παιδιού ή ενήλικου, όταν είναι σε ηλεκτρονική μορφή;
Νομίζω πως ειδικά το παραμύθι χάνει. Η έντυπη μορφή του είναι πιο κοντά σε μια ατμόσφαιρα φαντασίας και μαγείας. Αλλά πάλι, αυτό εγώ το λέω… Εγώ που μεγάλωσα με έντυπα παραμύθια.

Δεν νομίζετε πως είναι άδικο το κράτος να φορολογεί με ΦΠΑ 6,5% τα έντυπα, ενώ τα ψηφιακά βιβλία με 23%, και πως εξηγείτε το καθεστώς αυτό;
Δεν είμαι ειδικός σε αυτά. Αλλά γενικά δεν εγκρίνω την υπερφορολόγηση της γνώσης.

Δεν θεωρείτε ότι τα ψηφιακά βιβλία έχουν μακράν περισσότερο –έως απόλυτα, θα έλεγα- οικολογικό χαρακτήρα, αν σκεφτούμε πως η παραγωγή τους δεν απαιτεί καμία χρήση υλικών, ενώ, αντίθετα, για την παραγωγή ενός και μόνο έντυπου αναλώνεται και ένα μικρό δέντρο, αλλά επίσης δημιουργείται και σχετική ρύπανση από τα απόβλητα που παράγονται, λίγα ή πολλά, από την βιομηχανία εκτύπωσης, γενικά;
Νομίζω πως υπάρχει και οικολογικό χαρτί. Αλλά αν αρχίσουμε και βλέπουμε το έντυπο βιβλίο ως αντίπαλο του ψηφιακού, έχουμε κάνει ένα μεγάλο λάθος. Η ανάγνωση –αυτό πρέπει να μας απασχολεί. Και το περιεχόμενό της.

 Κατά την γνώμη μου, το μέσο με το οποίο μεταφέρεται η γνώση, και  γενικά, τα πνευματικά έργα με μαθησιακό ή ψυχαγωγικό σκοπό, δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Αντιθέτως, ένας ακροατής π.χ. ενός ηχογραφημένου βιβλίου είναι απολύτως προσηλωμένος στη διαδικασία και αναπόσπαστος -εάν χρησιμοποιεί ακουστικά- από πιθανές ενοχλήσεις του περιβάλλοντος, ενώ ο αντίστοιχος αναγνώστης ενός εντύπου είναι επιρρεπείς σε αποσπάσεις, γενικά. Επίσης, αν γνωρίζω σωστά, ο εγκέφαλός μας είναι πιο δεκτικός σε ηχητικά, παρά σε οπτικά ερεθίσματα. Ποια είναι η δική σας άποψη;
Νομίζω πως απάντησα πιο πριν. Ας αφήσουμε τα πράγματα να εξελιχθούν από μόνα τους. Κι εμείς ας σκεφτούμε να γράφουμε και να διαβάζουμε με ένα και μόνο στόχο –να γίνουμε και να παραμείνουμε άνθρωποι με ευαισθησίες, προβληματισμούς  και -κυρίως αυτό- τεκμηριωμένες απόψεις.


Πρώτη ανάρτηση:
http://selfpublishingonline.eu/%CE%BF-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD-%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%AC-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%85%CE%B1%CE%BA/