5.5.16

Στα μονοπάτια της νιότης





Λίτσα Ψαραύτη
«Στα μονοπάτια της νιότης»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πατάκη
  

Η Λίτσα Ψαραύτη  παρουσιάζεται στο χώρο της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας το 1980 και από τότε διεκδικεί μια σημαντική θέση ανάμεσα στους συγγραφείς αυτού του λογοτεχνικού είδους που ανανεώνουν παράλληλα και θεματικές περιοχές και τεχνικές αφήγησης.
Η Λίτσα Ψαραύτη –από τους πρωταγωνιστές εκείνης της ομάδας- έχει γράψει τα πάντα. Από μυθιστορήματα μέχρι παραμύθια, από ρεαλιστικά εφηβικά μυθιστορήματα  έως μυθολογικά θέματα.
Πάντα κρατά την επαφή της με την καθημερινότητα, με τον παλμό της κάθε εποχής συμβαδίζουν οι εμπνεύσεις της.
Για τη Λίτσα Ψαραύτη όμως, τίποτε πιο σύγχρονο από την μελέτη της Ιστορίας.
Γιατί πιστεύει –αυτό δείχνουν μερικά από τα πιο σημαντικά της έργα και αυτό έχω και σε προηγούμενες ευκαιρίες επισημάνει - πως η ταυτότητα κάθε ανθρώπου είναι ένα μείγμα ατομικής στάσης και συλλογικής μνήμης.
Και πάνω σε αυτή τη θέση στήριξε και τούτο το μυθιστόρημα – «Στα μονοπάτια της νιότης»
Μα υπάρχει και ένα άλλο θέμα που συχνά έγινε η βάση πολλών μυθιστορημάτων της. Ο έρωτας. Θέμα που αποτελεί το δεύτερο θεμέλιο τούτου του βιβλίου.
Ιστορία, λοιπόν, και έρωτας –οι άξονες της Ψαραύτη.
Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα που αξίζει να σημειώσουμε, προτού ξεκινήσουμε να αντιμετωπίσουμε  τούτο το βιβλίο.
Το ύφος της Λίτσας Ψαραύτη. Αδρή γραφή, αρσενική θα την χαρακτήριζα. Γιατί όχι και κινηματογραφική.
Με λίγες λέξεις, με προσεχτικά φορτισμένες καταγραφές συναισθημάτων, με καίριες περιγραφές τόπων και καταστάσεων ξεδιπλώνει την ιστορία που θέλει να αφηγηθεί.
Κρατά σταθερά την κλωστή της αφήγησης.
Και να –το βλέπουμε και σε αυτό εδώ το βιβλίο- που μέσα σε 122 μόνο  σελίδες εξιστορεί
μια εποχή –Κατοχή και Εμφύλιο- και μια σχέση που κρατά πάνω από μισό αιώνα.
Με περασμένα τα 40 της χρόνια, η Δάφνη –φιλόλογος καθηγήτρια- επιστρέφει για υπηρεσιακούς λόγους  στο νησί όπου γεννήθηκε και έζησε μέχρι την εφηβεία της.
Κουβαλά μαζί της τις αναμνήσεις από τον τόπο αυτόν, που τον άφησε καθώς ξέσπαγε ο εμφύλιος πόλεμος. Και καθώς περνά τις μέρες της στην παραθαλάσσια μικρή πολιτεία της καταγωγής της, ολοένα και περισσότερο βυθίζεται στα ιστορικά γεγονότα που είχαν να κάνουν με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την κατοχή από τους γερμανούς, αλλά και τους τρόπους που οι κάτοικοι ανακάλυπταν για να εκφράσουν την αντίστασή τους στον κατακτητή.
Στις αναμνήσεις της και στα συναισθήματά της πρωταγωνιστεί ο Οδυσσέας –ένας, λίγα χρόνια πιο μεγάλος από αυτήν, έφηβος.
Τα δυο νέα παιδιά είχαν αρχίσει να συνειδητοποιούν πως τα έδενε όχι μόνο μια φιλία, όχι μόνο παράτολμες πράξεις αντίστασης, αλλά και τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα.
Όλα αυτά σταματούν απότομα, καθώς ο εμφύλιος αναγκάζει την οικογένεια της Δάφνης να αναζητήσει στην πρωτεύουσα το μέλλον της.
Και από εκεί και πέρα η ζωή αποφασίζει με τους δικούς της τρόπους.
Η Δάφνη, χήρα πλέον, έχει επιστρέψει στο νησί και η συνάντησή της με τον συμβιβασμένο Οδυσσέα θα είναι κομβική και για το μέλλον των δυο τους.
Αλλά αυτό που η ζωή κάποτε τους το αρνήθηκε, οι ίδιοι τώρα δεν τολμούν να το διεκδικήσουν.
Αυτός είναι σε γενικές γραμμές ο καμβάς της όλης ιστορίας που η Ψαραύτη αποφάσισε να αφηγηθεί σε ένα νεανικό κοινό.
Αναρωτιέται ίσως κανείς γιατί μια τέτοιας υφής σχέση που έδεσε δυο ανθρώπους,  στάθηκε η αφορμή να γραφτεί ένα νεανικό μυθιστόρημα.
Μπορεί ένα μεγάλο μέρος της όλης ιστορίας να έχει να κάνει με τα χρόνια της εφηβείας των ηρώων, αλλά αυτό καθαυτό το έργο πυροδοτείται από τις αντιδράσεις και τα συναισθήματα ενήλικων ατόμων.
Μα η Λίτσα Ψαραύτη δείχνει να πιστεύει –και κατά την δική μου άποψη καλά κάνει και κάτι τέτοιο και το πιστεύει- πως η λογοτεχνία που απευθύνεται σε νεαρά άτομα αξίζει όχι μόνο να φωτίζει τη δικιά τους ψυχοσύνθεση, αλλά και τα συναισθήματα πλέον ηλικιωμένων ατόμων. Μέσα από τη λογοτεχνία δεν γνωρίζουμε μόνο τον εαυτό μας, αλλά και τον άλλο.
Για να γίνει ευχάριστο ανάγνωσμα τούτη η σχέση δύο ανθρώπων που ξεκινά από το παρελθόν και φτάνει στο μέλλον, που αρχίζει από τα πρώτα παιδικά χρόνια τους και τους ακολουθεί ως την ωριμότητά τους, η Λίτσα Ψαραύτη επέλεξε μια αφήγηση γρήγορη, χωρίς περιττά τερτίπια αναλύσεων, με βασικές παροχές ιστορικών πληροφοριών.
Θεωρώ πως με τον δικό της τρόπο, η συγγραφέας που τόσο έχει αγαπηθεί από ένα νεανικό αναγνωστικό κοινό, καταφέρνει να συνδέσει ιστορικά γεγονότα με ανθρώπινα πάθη. Και ίσως έτσι να πείθει πως εντέλει κάποια πράγματα δεν αλλάζουν. Οι νέοι πάντα θα ονειρεύονται ένα δικαιότερο κόσμο και θα αναζητούν τις χαρές της αγάπης.
Διατηρώ –ίσως- μια ένσταση. Έχει να κάνει με το τέλος.
Τα δυο κεντρικά πρόσωπα παίρνουν αποφάσεις που θα συντηρήσουν ότι με βίαιο και άδικο τρόπο τους επιβλήθηκε. Δεν τολμούν την κοινωνική ανατροπή. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ίσως το μήνυμα να ήταν περισσότερο ελπιδοφόρο; Πλέον νεανικό;
Πιθανόν. Τώρα βέβαια παραμένει πιο ηθικό. Ίσως και σώφρον.
Η Λίτσα Ψαραύτη, φαίνεται να ακολουθεί τις συμβουλές τη ωριμότητας.
Αναντίρρητα είναι κι αυτές χρήσιμες και αξίζει να γίνονται κατανοητές από τους νέους.


Πρώτη δημοσίευση:
http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=209019

4.5.16

Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ στο Fractal, από την Ελένη Δικαίου

Ο Μάνος Κοντολέων είναι γνωστός για την τέχνη με την οποία στήνει τις ιστορίες του. Ο Μανόλο, Μανολίτο και …. Μανουήλ το επιβεβαιώνουν για μια ακόμη φορά. Μια ιστορία μέσα στην ιστορία, κρυφά νοήματα και φανερός λυρισμός. Δυο παππούδες που ονειρεύονται ταξίδια κι ένας τρίτος, ο συγγραφέας, ο οποίος έχει ταξιδέψει αν όχι σ’ όλους εκείνους τους τόπους τους οποίους έχουν ονειρευτεί οι άλλοι δυο, στους τόπους των βιβλίων σίγουρα. Μια αύρα αόρατη τους δένει και τους τρείς σ’ αυτή την ιστορία με τα πολλά νοήματα και τις πολλές αναγνώσεις. Και μέσα σ’ αυτή την αύρα-αγκαλιά τυλίγουν δυο παιδιά, τον μικρό Μανολίτο κι έναν έφηβο τον Μανόλο, για να τους πάρουν μαζί τους και να τους προετοιμάσουν τρυφερά, με αγάπη, με υπομονή, για τον κόσμο των ενηλίκων.


http://fractalart.gr/manolo-manolito/

Ο ένας περνώντας τους μέσα απ’ τα όνειρα για ταξίδια σε χώρες σαν κι εκείνη με τους παγωμένους ανθρώπους ή εκεί όπου ψήνει ο ήλιος το ψωμί, ο άλλος με ιστορίες για την Δάφνη που ερωτεύτηκε ο θεός Απόλλωνας, για τον Κυπάρισσο που σκότωσε κατά λάθος το αγαπημένο του ελάφι και οι θεοί βλέποντας τον θρήνο του τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε δέντρο που «υψώνεται ίσιο προς τον ουρανό και αργά , τρυφερά γέρνει στο φυσηματάκι του ανέμου και είναι σα να παρακαλεί να έρθει κοντά του ξανά ο φίλος του το ελάφι».

Ο τρίτος παππούς, ο Γ. Βιζυηνός, γλιστράει ανάμεσά τους καθώς ο χρόνος χάνει την σημασία του, μένουν τα όνειρα τα οποία είναι πάνω και πέρα απ’ αυτόν, καμιά φορά πάνω και πέρα απ’ τους ανθρώπους. Τα όνειρα και τα ταξίδια τα οποία μπορεί να κάνει κανείς ακόμη κι αν δεν έχει σαλέψει απ’ την κορφή του λόφου, σαν τον παππού του Μανουήλ, αρκεί να θελήσει να παραμερίσει το σκοτεινά υφάδια που μπλέκονται στην ζωή του ανθρώπου ψάχνοντας το φως που υπάρχει ανάμεσά τους.

Λέει ο Μανόλο, ο συγγραφέας: «Κάποια ταξίδια μπορείς να τα κάνεις, για κάποια άλλα μπορείς να διαβάσεις. Κάποια θα τα ονειρευτείς. Όλα το ίδιο θα σε γεμίσουν αν τα αφήσεις μέσα στην ψυχή σου να μπούνε… Διαφορετικά ή τα έκανες ή διάβασες γι αυτά ή κάποια στιγμή τα λαχτάρησες… Όλα τους θα χαθούνε…»


Τι όμορφη και αισιόδοξη θεώρηση όχι μόνο για τα παιδιά τα οποία έχουν πάρει το μονοπάτι της ενηλικίωσης αλλά και για τους ενήλικες, σε ένα έργο όμορφο από κάθε άποψη, κείμενο, ζωγραφιές καθώς η Ίρις Σαμαρτζή έχει δέσει αρμονικά με το κείμενο του Μάνου Κοντολέων τις ζωγραφιές της σ’ ένα βιβλίο που απευθύνεται σε αναγνώστες κάθε ηλικίας.

21.4.16

Το φιλί της λύκαινας




Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου
«Το φιλί της λύκαινας»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πατάκη

                                               
  
Η ελληνική λογοτεχνία για παιδιά και νέους ανθεί –ανάμεσα στα άνθη της ξεφυτρώνουν και κάποια αγριόχορτα, ξεπετιούνται δώθε κείθε και κάποια ζιζάνια.
Αλλά ανθεί.
Η ανθοφορία της έχει εδώ και αρκετά χρόνια ξεκινήσει και έχει στηριχτεί στο ταλέντο και στο πάθος και στη συνέπεια κάποιων συγγραφέων.
Μερικοί δεν είναι πλέον ανάμεσα μας. Κάποιοι άλλοι συνεχίζουν να προσφέρουν την πείρα και τις εμπνεύσεις τους. Πρώτη και σημαντικότερη ανάμεσα σε αυτούς η Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου.
Συγγραφέας που με πολλαπλούς τρόπους αφιέρωσε όλο σχεδόν το έργο της στην παιδική λογοτεχνία.
Μένει έκπληκτος κανείς και μόνο αν ξεκινήσει να ‘ξεφυλλίζει’ τον διαδικτυακό της τόπο –www.loty.gr
Ένα μεγάλο –ίσως το σημαντικότερο- μέρος του έργου της το απαρτίζουν τα μυθιστορήματά της.
Αν μετρώ καλά, είναι 19. Και όπως η ίδια σημειώνει : Τα πρόσωπα πoυ πλάθω είvαι για μέvα τόσo ζωvταvά πoυ τα αισθάvoμαι όvτα πραγματικά. Έτσι επαvεμφαvίζovται, "τρυπώvoυv" και σε άλλα μυθιστoρήματά μoυ, αλλά σε διαφoρετικές περιπέτειες και ηλικίες
Με άλλα λόγια, η Πέτροβιτς έχει δημιουργήσει ένα δικό της κόσμο –όχι φανταστικό, μα ρεαλιστικό και με ιστορικές καταβολές. Μέσα στις σελίδες των βιβλίων της οι ήρωές της γεννιούνται, ερωτεύονται, σπουδάζουν, επικοινωνούν,  συμφωνούν ή διαφωνούν, ξενιτεύονται, γεννούν, γίνονται φίλοι, αποχωρίζονται, πεθαίνουν.
Και η δημιουργός τους, καθώς παρακολουθεί τις ζωές και τις περιπέτειές τους, περιγράφει και την ελληνική ιστορία σχεδόν από τότε που ξεκινά η δημιουργία του ελληνικού κράτους.
Έχουμε, λοιπόν, μια ενδιαφέρουσα σύζευξη κοινωνικού και ιστορικού μυθιστορήματος.
Όλα μαζί αυτά τα μυθιστορήματα (και μαζί βέβαια με τα υπόλοιπα έργα της Πέτροβιτς) νομίζω πως εδραιώνουν την άποψη πως η Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου είναι η πιο ενδιαφέρουσα (ίσως και η πλέον σημαντική) εκπρόσωπος της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας έτσι όπως διαμορφώθηκε από τα χρόνια της μεταπολίτευσης και μετά.
Το σημαντικό αυτό έργο έχει δομηθεί πάνω σε συγκεκριμένους άξονες –συνύπαρξη του σήμερα με το χτες, προβολή τρόπου ζωής σύμφωνα με αρχές διαχρονικές, μυθιστορηματική πλοκή δίπλα σε παροχή γνώσεων.
Οι ήρωες της Πέτροβιτς λες και έχουν σάρκα και οστά, ανάσες και παλμούς. Εγγράφονται στη μνήμη του αναγνώστη τους. Μα την ίδια τη στιγμή, ο εξασκημένος μελετητής των συγγραφικών τεχνασμάτων, διαπιστώνει πως η δημιουργός τους δεν έχει επιτρέψει στον εαυτό της να ξεφύγει από τις προεπιλεγμένες τεχνικές αφήγησης.
Να το διατυπώσω με τρόπο κάπως ανορθόδοξο –αν ο συγγραφέας είναι ένα είδος Θεού/Δημιουργού, τα δημιουργήματά του είναι πρόσωπα κατ΄ εικόνα και ομοίωσή του.
Γι αυτό και οι ήρωες αυτών των μυθιστορημάτων σε κρατάνε τόσο κοντά τους. Έχουν όλα τα στοιχεία με τα οποία και η συγγραφέας τους ζει, σκέφτεται και πράττει.
Και αυτή η ταύτιση δημιουργού – δημιουργημάτων είναι τόσο ουσιαστική (μα και τόσο επιτυχημένα έχει υλοποιηθεί) ώστε αυτό το πλήθος μυθιστορηματικών προσώπων –που ας σημειωθεί πως προέρχονται από εφτά οικογένειες- δεν κουράζει τον αναγνώστη του, μα μήτε και τους ίδιους δεν τους μετατρέπει σε ανδρείκελα.
Ο κόσμος της Λότης Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου είναι ένας ολοκληρωμένος κόσμος.

                                                ****************************

Σκέψεις πρόχειρα διατυπωμένες όλα τα πιο πάνω, που προήλθαν από την ανάγνωση του τελευταίου μυθιστορήματος –«Το φιλί της λύκαινας».
Σε αυτό περιγράφεται η σχέση ανάμεσα σε παππού και εγγονό. Μα όχι μόνο. Η υπόθεση στηρίζεται και στη σχέση ανθρώπου και ζώου. Μα κι ακόμα στο πως ο τρόπος που οι άνθρωποι αποφασίζουν να ενώσουν ο καθένας τη ζωή του με τη ζωή ενός άλλου, μπορεί να αποβεί καταστροφικός ή αντίθετα δημιουργικός.
Ο Πέτρος Δίγκος, ο παππούς του Φραγκίσκου Νόιγκερ, είναι στην ουσία ο κεντρικός άξονας της ιστορίας. Αυτά που έζησε –άλλοτε γιατί επέλεξε να τα ζήσει κι άλλοτε γιατί έτσι ήρθαν τα πράγματα- λες και περιγράφουν όλο τον 20ο αιώνα. Κι όμως ο Πέτρος Δίγκος δεν υπήρξε κάποιο πρόσωπο που πρωταγωνίστησε στις σελίδες της επίσημης ιστορίας.
Πίσω από τα αχνάρια του έρχεται να μυηθεί στα μυστικά της ζωής ο εγγονός του. Και θα μάθει πως πολύ συχνά οι άνθρωποι κάνουν λάθη τραγικά, αλλά επίσης θα μάθει πως πέρα από το όποιο λάθος υπάρχει και η αυτογνωσία.
Ολοζώντανη η σχέση των δυο γενεών. Ανάμεσα τους πρόσωπα από το παρελθόν –κάποια από αυτά θα καθορίσουν το μέλλον.
Ολοζώντανη και η παρουσία της μικρής λύκαινας. Η ανάγκη να προστατευθεί η ζωή της, γίνεται ένα σύμβολο προστασίας μιας βασικής και διαχρονικής αξίας
Δώσε σ’ αυτούς που αγαπάς
Φτερά για να πετάξουν,
Ρίζες για να επιστρέψουν
Και λόγους για να μείνουν
  
                                                  **************************

Τελικά –σκέφτομαι- πως ίσως ο ουσιαστικότερος ορισμός της λογοτεχνίας για παιδιά θα ήταν μια πρόταση μέσα στην οποία θα συνυπήρχαν λέξεις όπως: ήθος, ευγένεια, απλότητα, ανθρωπιά, αξιοπρέπεια.
Δεν ξέρω μια τέτοια πρόταση να υπάρχει. Ξέρω, όμως, πως το περιεχόμενο της το εφαρμόζει η Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου.






Πρώτη δημοσίευση:
http://www.culturenow.gr/47424/to-fili-ths-lykainas-loth-petrovits-androytsopoyloy-kritikh-vivlioy

19.4.16

Μανόλο & Μανολίτο και Μανουήλ - η μαγεία της γραφής

Μανόλο & Μανολίτο και… Μανουήλ
Μυθιστόρημα για παιδιά σε δύο μέρη
Μάνος Κοντολέων
Εικονογράφηση Ίρις Σαμαρτζή
Πατάκης



Γράφει η Μάριο Χωρεάνθη
 Πρώτη δημοσίευση: 


Ο Μανόλο και ο Μανολίτο είναι δυο φίλοι που θα μπορούσαν επίσης να είναι παππούς και εγγονός, ή το ίδιο άτομο σε δυο στάδια της ζωής του. Δεν μένουν στο ίδιο σπίτι, ζουν όμως στην ίδια γειτονιά: ο Μανολίτο με τους καλλιτέχνες γονείς του και ο Μανόλο με τη λευκή σκυλίτσα του, που ο Μανολίτο έχει ονομάσει Νύχτα. Ένα ατυχές περιστατικό γίνεται αιτία να προστεθεί στην παρέα κι ένας τρίτος φίλος, ο έφηβος Μανουήλ, ο οποίος έχει βγει κυριολεκτικά μέσα από άλλο κείμενο – ενός άλλου συγγραφέα και ενός άλλου καιρού.
Συνέχεια του νεανικού αφηγήματος Μανόλο & Μανολίτο (2013), το ευπρόσδεκτα ιδιότυπο αυτό λογοτέχνημα του Μάνου Κοντολέων δανείζεται τον νεαρό πρωταγωνιστή από το διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού Το μόνον της ζωής του ταξείδιον, μεταφέροντάς τον σε ένα σύγχρονο εναλλακτικό σύμπαν: το μαθητευόμενο ραφτόπουλο του Βιζυηνού «διακτινίζεται» από την Κωνσταντινούπολη κοντά στην περιοχή του Μανόλο και του Μανολίτο και γίνεται βοηθός του ιδιοκτήτη ενός θερμοκηπίου. Αν και δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που ένα λογοτεχνικό (και όχι μόνο) έργο κλείνει το μάτι σε ένα άλλο, η ιδιαιτερότητα του Μανόλο & Μανολίτο και... Μανουήλ έγκειται στην ένταξη ενός προσώπου, σχεδόν αυτούσιου, από ένα προγενέστερο κείμενο διαφορετικής «πατρότητας» και στη διασταύρωση της ιστορίας του με εκείνη του νεότερου βιβλίου κατά τρόπο τόσο οργανικό ώστε τα όριά τους σχεδόν χάνονται.
Αν ένας συγγραφέας εισχωρήσει αυτοπροσώπως στο έργο ενός άλλου συγγραφέα, θα μπορέσει εν είδει χημικού καταλύτη να επηρεάσει μια πλοκή που έχει ολοκληρώσει την προδιαγεγραμμένη διαδρομή της; Θα καταφέρει να την «εκτροχιάσει» προς όφελος των δικών του ηρώων όσο και των πρωταγωνιστών εκείνης; Μα αυτή ίσα ίσα είναι η μαγεία της γραφής, όπως και κάθε άλλης τέχνης – δηλαδή της δημιουργικής φαντασίας: το ότι τολμά και πετυχαίνει όσα θα ήταν ακατόρθωτα στην υλική πραγματικότητα. Μετακινείται δίχως περιορισμούς μέσα στον χώρο και τον χρόνο, επαναπροσδιορίζει τα δεδομένα, μεταλλάσσει και μεταμορφώνει τα πρόσωπα, επινοεί, διυλίζει και καθοδηγεί τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις τους, δημιουργεί και διαμορφώνει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα κινηθούν. Από μια και μοναδική αφετηρία προσφέρει και εξερευνά πολλαπλές πιθανές λύσεις και εξελίξεις. Όμως και οι ίδιοι οι φανταστικοί χαρακτήρες, από τη στιγμή που θα (ξανα)πλαστούν, αποκτούν δική τους ζωή και ο καθένας με τον τρόπο του επιδρά στην πορεία των γεγονότων.
Η επιλογή των ονομάτων για τους ήρωες του βιβλίου δεν είναι καθόλου τυχαία. Και τα τρία αποτελούν παραλλαγές του ονόματος του συγγραφέα, ο οποίος ουσιαστικά «μοιράζει» τον εαυτό του σε τρία πρόσωπα, τρία στάδια ζωής και τρεις γραμμές δράσης: δεν περιορίζεται στην ιδιότητα του παρατηρητή/ αφηγητή, αλλά μπαίνει και ο ίδιος μέσα στο έργο του για να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας, όχι πια ως το αόρατο χέρι που σκιαγραφεί τους χαρακτήρες και κινεί τα νήματα της πλοκής, αλλά ως ο ένας από τους κεντρικούς ήρωές της. Το τριαδικό σχήμα διακρίνεται εξίσου στις παράλληλες και τεμνόμενες διαστάσεις της ιστορίας, στα διαφορετικά επίπεδα αφήγησης που ξεπροβάλλουν το ένα μέσα από το άλλο, διαχωρίζονται και διαπλέκονται. Καθώς επίσης και στην επικοινωνία μεταξύ των τριών γενεών, στη διαλεκτική αλληλεπίδραση αρχαίου μύθου, λαϊκού παραμυθιού (κυρίαρχο και σταθερό χαρακτηριστικό του οποίου, μάλιστα, είναι η αναφορά στον «μαγικό» αριθμό 3) και μυθιστορίας, κυριολεξίας, μεταφοράς και αλληγορίας, υλικής και μυθοπλαστικής πραγματικότητας και μαγικού ρεαλισμού.

Τα ηθελημένα μετα-λογοτεχνικά στοιχεία του κειμένου, ωστόσο, χάρη στον μαστορικό χειρισμό τους από τον συγγραφέα, καταφέρνουν να παραμένουν διακριτικά εμφανή – τόσο που να μην υπονομεύουν ούτε στο ελάχιστο την αισθητική εμπειρία της ανάγνωσης, την οποία συμπληρώνουν οι όμορφες ασπρόμαυρες εικόνες και βινιέτες της Ίριδας Σαμαρτζή. Άκρως ποιητική, διαποτισμένη με τρυφερότητα και με ανάλαφρες πινελιές χιούμορ που απαλύνουν τις κορυφώσεις του συναισθηματικού φόρτου, η γραφή του Μάνου Κοντολέων καθηλώνει και πείθει τον αναγνώστη, παρασύροντάς τον σε μια γοητευτική διακειμενική και διαχρονική περιπλάνηση, σ’ ένα ταξίδι που είναι μαζί φόρος τιμής σε καθοριστικά αναγνώσματα, προσκύνημα στην αθωότητα της παιδικής ηλικίας και συμφιλίωση με το άφευκτο του ανθρώπινου πεπρωμένου. Η διαπίστωση του μικρού Μανολίτο ότι «η αγάπη ποτέ δεν πεθαίνει» αντικατοπτρίζει στην ουσία τη ζωοποιό δύναμη της ίδιας της τέχνης, μιας διαφορετικής –αν και όχι λιγότερο γνήσιας ή παρακινούμενης από πάθος– μορφής αγάπης: η αγάπη και η δημιουργία αψηφούν, μάχονται και ξορκίζουν τον θάνατο.


18.4.16

Μυστικά ή ψέματα

Μεγκ Ρόσοφ «Μυστικά ή ψέματα»

Μετάφραση Βεατρίκη Κάντζολα – Σαμπατάκου

Εκδόσεις Μίνωας




Η Μίλα είναι περίπου δώδεκα χρονών. Και συνοδεύει τον πατέρα της σε ένα ταξίδι από την Αγγλία στην πολιτεία της Νέας Υόρκης.


Σκοπός του ταξιδιού να βρεθούν τα ίχνη του αναίτια (;) εξαφανισμένου παλιού και στενού φίλου του πατέρα της.


Ο φίλος του πατέρα τελικά βρίσκεται. Μα δεν είναι αυτό το πλέον σημαντικό. Μεγαλύτερη ουσία έχει το ότι η Μίλα μέσα από το ταξίδι αυτό ενηλικιώνεται.


«Αναρωτιέμαι σε ποιο χρονικό σημείο ένα παιδί παύει να είναι παιδί. Συμβαίνει μεμιάς ή αργά και σταδιακά; Υπάρχει μια ηλικία, μια εβδομάδα, μια στιγμή που όλα τα μυστικά του σύμπαντος αποκαλύπτονται και η ενηλικιότητα κατεβαίνει σαν σύννεφο από τον ουρανό, αλλάζοντας το μυαλό του για πάντα; Άραγε το παιδί που είμαι εγώ θα φύγει αθόρυβα κάποια μέρα για να μην ξαναγυρίσει ποτέ;»


Σκέψεις ενός ατόμου που εγκαταλείπει την παιδική περίοδο και εισέρχεται στον προθάλαμο της ενηλικίωσης.


Απρόσμενα γοητευτικό μυθιστόρημα* με ένα ξάφνιασμα να περιμένει τον αναγνώστη του καθώς πλησιάζει περισσότερο τις σκέψεις της αφηγήτριας – κεντρικής ηρωίδας.


Στα γεγονότα που εξιστορούνται εκείνη συμμετέχει όχι ως το κεντρικό πρωταγωνιστικό άτομο, αλλά περισσότερο σχολιάζοντάς τα και αναλύοντάς τα.


Η ενηλικίωση –το θέμα του μυθιστορήματος- δε βιώνεται, μα σηματοδοτεί την πορεία της.


Η Μίλα αποχαιρετά την παιδική της ηλικία καθώς άλλοτε μαθαίνει, άλλοτε παρακολουθεί, άλλοτε υποκύπτει ή ξαφνιάζεται από τους τρόπους που οι ενήλικοι συνυπάρχουν μεταξύ τους και εκφράζουν τα μεγάλα συναισθήματα όπως αυτό του έρωτα ή τις μεγάλες τους αποφάσεις όπως την ανάληψη της γονικής ευθύνης.


Η πρόσφατα βραβευμένη με το διεθνές βραβείο λογοτεχνίας για παιδιά και νέους Άστριντ
Λίντγκρεν έχει γράψει ένα ανορθόδοξο (τουλάχιστον για την ελληνική πραγματικότητα) μυθιστόρημα.


Τολμά (για την ελληνική-πάντα- πραγματικότητα) να ξεσκεπάσει μπροστά σε ένα έφηβο τα μυστικά που κρύβουν οι ενήλικες και τα ψέματα που πάνω τους στηρίζουν τις ζωές τους.
Μυστικά από αυτά που υπάρχουν στις ιδιωτικές μας ζωές, ψέματα από εκείνα που μονίμως δεν θέλουμε να παραδεχτούμε την ύπαρξή τους.


Η Μίλα είναι έτοιμη να συμμετάσχει σε αυτήν την μαθητεία ενηλικίωσης. Ο τρόπος που οι γονείς της την έχουν μεγαλώσει την βοηθά. Τρόπος που αφήνει το παιδί να αντιμετωπίσει μόνο του, τα μεγάλα δικά του ερωτήματα.


Εξομολογείται η Μίλα: «Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα είναι να ζω μια πραγματική ζωή ή πώς θα είμαι ποτέ ενήλικο άτομο. Μου φαίνεται τόσο απίθανος αυτός ο μετασχηματισμός. Κάποια μέρα μπορεί να είμαι η σύντροφος κάποιου ή η μητέρα κάποιου ή η ιατροδικαστής κάποιου. Κάποια μέρα μπορεί να πίνω πολύ ή να αποκτήσω παιδί και να μην το πω σε κανέναν. Κάποια μέρα μπορεί αν το σκάσω από τα πάντα, για δικούς μου λόγους.


Αυτόν τον εαυτό μου είναι αδύνατο να τον φανταστεί ο σημερινός μου εαυτός. Δεν μπορώ να με φανταστώ μεγάλη. Δεν μπορώ να με φανταστώ διαφορετική απ΄ ότι είμαι τώρα. Δεν μπορώ να με φανταστώ γριά ή παντρεμένη ή πεθαμένη.»


Μια μεγάλη αλήθεια. Ο νέος άνθρωπος δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του στη θέση ενός ηλικιωμένου. Κι αν το κάνει, θα ζητήσει να ταυτιστεί με θετικά στερεότυπα –πλούτη, δόξα, ήθος.


Η Ρόσοφ σταματά, ανατρέπει μια τέτοια μορφής αυτογνωσίας. Με τον πιο απλό τρόπο που μπορεί να υπάρξει –φωτίζοντας τις πράξεις των ενηλίκων.


Τα σημαντικά έργα της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας μεταξύ των άλλων χαρακτηριστικών έχουν κι αυτό – να χρησιμεύουν ως καθρέφτης και βοήθημα αυτογνωσίας στον κάθε ενήλικο αναγνώστη τους που θα έχει την εξυπνάδα να τα διαβάσει.


Η γραφή της Μεγκ Ρόσοφ διατηρεί μια συνθετικότητα στο συνταίριασμα λέξεων και ιδεών. Η μετάφραση της Βεατρίκης Κάντζολα – Σαμπατάκου ( και η ίδια είναι δόκιμη συγγραφέας για παιδιά και νέους) πετυχαίνει σε μεγάλο βαθμό να υποστηρίξει αυτή την συνθετικότητα και στα ελληνικά

Πρώτη δημοσίευση: 
http://www.iporta.gr/politismos/vivlio/item/8975-megk-rosof-mystika-i-psemata-tou-manou-kontoleon

11.4.16

«Δάχτυλα πάνω στο σώμα της» - μια ματιά πάνω στην εναρμόνιση ψυχής και σώματος




γράφει η Ελένη Πριοβόλου  

Θα αρχίσω το κείμενο αυτό  από το επίμετρο του μυθιστορήματος και συγκεκριμένα από τα λόγια της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ που αναγράφονται σε αυτό.
«Ίσως να μην έχει τονισθεί αρκετά ότι το πρόβλημα της ελευθερίας των αισθήσεων κάτω από όλες τις μορφές είναι σε έναν μεγάλο βαθμό ένα πρόβλημα ελευθερίας της έκφρασης.
Ο ίδιος ο συγγραφέας διευκρινίζει στη συνέχεια, ότι η ερωτική συμπεριφορά των ανθρώπων υπήρξε πολλές φορές το κύριο στοιχείο ενεργοποίησης των συγγραφικών του αναζητήσεων και φυσικά της βαθειάς μελέτης και έρευνάς του, όπως φαίνεται και από την παράθεση του επιστημονικού υλικού. Πράγματι, το βιβλίο «δάκτυλα πάνω στο σώμα της», δεν είναι παρά η εναγώνια προσπάθεια μιας γυναίκας να αποδεχθεί τη σεξουαλική της ταυτότητα.
 Υπενθυμίζω  προηγούμενους τίτλους του Μάνου Κοντολέων όπως, «Ερωτική Αγωγή», «Ερωτικές ιστορίες μιας παιδικής ηλικίας», «Σχεδόν Έρωτας». Ούτως ή άλλως ο Μάνος Κοντολέων, θα έλεγα, ότι σε όλα του τα βιβλία τολμά να θίξει θέματα που ενώ καίνε την κοινωνία εξακολουθούν να μπαίνουν κάτω από το χαλί, εθελοτυφλώντας γι’ αυτά ή και αδιαφορώντας.
Ο Μάνος δεν καταπιάνεται με θαρραλέα θέματα μόνο στα βιβλία που γράφει για ενήλικες αναγνώστες αλλά και στα βιβλία για παιδιά και εφήβους.  Θυμίζω «το ταξίδι που σκοτώνει», δημοσιεύτηκε το έτος 1989, όταν το θέμα των ναρκωτικών στη λογοτεχνία, αποτελούσε ακόμα ταμπού. Γενικά η Ελληνική Κοινωνία είναι δύσκαμπτη στην αποδοχή του διαφορετικού, αν και στην λογοτεχνική παραγωγή υπάρχει ένα αξιόλογο υλικό γύρω από το θέμα.
Προσωπικά θα σταθώ λίγο στο βιβλίο της Ντόρας Ροζέττη, «Η Ερωμένη της», που ενώ γράφηκε την εποχή του Μεσοπολέμου, πρόκειται για ένα βιβλίο τολμηρό και επαναστατικό, όχι μόνο για την εποχή του αλλά και για το σήμερα.  Όμως, παρόλο που το βιβλίο της Ροζέττη, έλαβε πολύ καλές κριτικές από τον ίδιο τον εμβριθή Γρηγόριο Ξενόπουλο, εξαφανίστηκε για ογδόντα ολόκληρα χρόνια μέχρι που καθηγήτρια Χριστίνα Ντουνιά, το ανέσυρε από τη λήθη πριν μερικά χρόνια.  Ελπίζω, η συντηρητική λογική της εξέλιξης και ουδόλως της πραγματικής προόδου, να μην πράξει το ίδιο και το βιβλίο «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της» να έχει την αποδοχή που του αξίζει.  
Φυσικά δε θα έλεγα πως το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων είναι ένα βιβλίο για την ομοφυλοφιλία ή μόνο γι’ αυτό. Πρόκειται για ένα βιβλίο, κοινωνικό, πολιτικό και μια ματιά πάνω στην εναρμόνιση ψυχής και σώματος, τις εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις.  Βασίζεται στην επίμονη αναζήτηση ερωτικής ταυτότητας και συμπεριφοράς, αλλά και τον προσδιορισμό της ίδιας της ύπαρξης του ατόμου μέσα στη ζωή. Κυρίως, πρόκειται για ένα βιβλίο ωρίμανσης της γυναίκας ηρωίδας στην πορεία της για την ελευθερία, αφού διαβεί τον Ρουβίκωνα των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων πάνω στα οποία είναι δομημένη η Ελληνική κοινωνία και συνεπώς είναι μπολιασμένα τα άτομα μέλη της.
Από την αρχή του βιβλίου η ηρωίδα, η Λία, διακατέχεται από την ανασφάλεια και το φόβο της αποκάλυψης, του χθόνιου, άπλαστου ακόμα μυστικού, και της ασαφούς αρχικά επιθυμίας.  
 Η Λία είναι μοναχοπαίδι, μεγαλωμένη σε μια συντηρητική Ελληνική οικογένεια, όπου ο πατέρας –πατριάρχης- ελέγχει, προβλέπει και σχεδιάζει μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια τη ζωή και το μέλλον της. Το πρότυπο του «πατριάρχη» πατέρα διατρέχει πολύ μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος και καθίσταται ο πρώτος και σημαντικός παράγων στην καθαρή επιλογή του κοριτσιού- αρχικά- και της γυναίκας κατόπιν. Στα πρώτα εφηβικά της χρόνια, η Λία,  δεν έχει τα περιθώρια επαναστάσεων για τη διεκδίκηση της ποθούμενης ελευθερίας. Η μητέρα ασφαλής στη σκιά του άντρα της, συνυπάρχει με τη δική της, ανυπόστατη, δύναμη, αυτή της φωτοσκίασης μιας τακτοποιημένης από κάθε άποψη οικογενειακής ζωής. Από τα χρόνια του Λυκείου, η Λία, αφουγκράζεται τη διττή σεξουαλική της υπόσταση. Πρωτόπλαστα στη αρχή, αφού έρχεται σε εσωτερική σύγκρουση με το οικογενειακό και κοινωνικό στερεότυπο. Η Στέλλα, η επιστήθια έφηβη φίλη, θα είναι και ο πρώτος συνειρμός με την επιθυμία  για άτομα του φύλου της. Και από εδώ αρχίζει μέσα της η ενοχή και η πάλη της επιθυμίας με τον εξωτερικό περίγυρο και κυρίως με την κυρίαρχη μορφή του πατέρα.    
Όπως σε κάθε έφηβο, η αναζήτηση της ελευθερίας ταυτίζεται αρχικά με τη λεγόμενη φοιτητική ζωή. Η Λία βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη σαν φοιτήτρια της οδοντιατρικής. Όπως εξελίσσεται η ιστορία-ζωντανή και εύρυθμη- ενηλικιώνεται και η Λία.  
Ο Μάνος Κοντολέων, με λεπτή σκέψη, χωρίς περιγραφή, αποδίδει με την πινελιά της νύξης, και του κινηματογραφικού πλάνου, το χρώμα και την ατμόσφαιρα της πόλης και των γεγονότων που εξυφαίνουν την ιστορία. Οι αναφορές στους συγγραφείς της Θεσσαλονίκης- Ιωάννου, Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου-κλπ,  συμπληρώνουν τον ιστό μιας πόλης υγρής και σφοδρά ερωτικής. «Οι υγρές πόλεις περιθάλπουν αμαρτίες χωρίς να τις συγχωρούν», γράφει χαρακτηριστικά.
Πρόκειται για ένα βιβλίο ερεθισμού των αισθήσεων, που η μυρουδιά γυναίκας-άνδρα, ρέει διαρκώς σε όλες τις σελίδες, μαζί με την ποίηση και τα μουσικά μοτίβα που παραθέτονται στη ροή των γεγονότων.   Στο βιβλίο, ο πόθος έχει οσμή, η οσμή κυριαρχεί όπως κυρίαρχη είναι και η σημειολογία των χεριών και φυσικά των δακτύλων, σε κάθε ερωτική ιστορία και σε κάθε επαφή της ηρωίδας.  
Το σώμα της Λίας αρχίζει να κάνει τη διαδρομή του σε μια διαρκή κυκλική προσπάθεια αποδοχής και αποσιώπησης της επιθυμίας. Ξεκινάει από την αυτοϊκανοποίηση και την πρώτη ερωτική της εμπειρία με άντρα που τη διαψεύδει κυριολεκτικά, γιατί στην ουσία πρόκειται για βία.
Ακολουθεί η σχέση της με τη «ρεμπέτισσα» Γεωργία. Μια σχέση κατακτητική, σκληρή μέσα στην κορύφωση του ερωτικού πάθους και χειραγωγούμενη από μέρους της Γεωργίας. Τα δάχτυλα πάνω στο σώμα της είναι κτητικά- δάχτυλα χειροπέδες- όπως χαρακτηριστικά υπαινίσσεται ο συγγραφέας.
Μέσα από αυτή τη σχέση η Λία θα γνωρίσει ακόμα και την ρατσιστική επίθεση, από μια ομάδα αντρών που θα τις δουν να φιλιούνται στο δρόμο.
Η αιφνίδια αποχώρηση της Γεωργίας από τη σχέση θα την καταρρακώσει και θα την οδηγήσει στην εσωτερική μοναξιά. Μια μοναξιά που όμως δεν τη ρίχνει στην αβελτηρία αλλά στην αναζήτηση διεξόδου. Σε αυτή την κρίσιμη καμπή, όπου φυσικά με την οικογένεια δεν υπάρχει περίπτωση να την μοιραστεί, έρχεται πάλι ένας άντρας, ο Παύλος, με τον οποίο συνδέεται.  
Στην πορεία της αφήγησης, ο Μάνος εγκιβωτίζει νύξεις που φανερώνουν το δέσιμό του με το παιδικό βιβλίο και την επιτακτική ανάγκη να δημιουργηθούν μέσα από την παιδεία οι μελλοντικοί αναγνώστες μέσω της παιδαγωγικής διαδικασίας. Δεν είναι τυχαίο που ο Παύλος σπουδάζει παιδαγωγικά και αγαπάει εμφανώς τη λογοτεχνία.
Και η διαδρομή του σώματος και του πνεύματος συνεχίζονται και μαζί η εναγώνια αποσιώπηση από το περιβάλλον.  Ο πατέρας αρρωσταίνει από την επάρατο, αλλά μέχρι το τέλος της ζωής του, όπως αναφέρεται,
Συνεχίζει να προστατεύει, να ελέγχει, να καθοδηγεί, να καταδυναστεύει….
Φεύγει από τον Παύλο με το σώμα ακόμα εγκλωβισμένο ανάμεσα στην επιθυμία και τη συγκατάβαση. Δεν αποτολμά ακραίες ρήξεις, δε συμμετέχει ανοιχτά σε διάλογο για την ομοφυλοφιλία.  Ακόμα και μετά το πέρας των σπουδών της, όταν θα επιστέψει στην Αθήνα- αφού στο μεταξύ ζήσει μερικές ακόμα τυχαίες και εφήμερες ομόφυλες συνευρέσεις- δε θα έχει βρει την ταυτότητά της. Η προσπάθειά της διαρκής και εναγώνια κάτι που συντελεί στην στέρηση της πραγματικής απόλαυσης.
Πραγματοποιεί το προκαθορισμένο όνειρο του πατέρα-στο μεταξύ ο ίδιος έχει φύγει από τη ζωή-και αναλαμβάνει το οδοντιατρείο για το οποίο ο πατέρας είχε φροντίσει να βρει  μέχρι και τον διακοσμητή του. Τον Ορέστη. Τον μέλλοντα σύζυγό της. Τον ερωτεύεται, τον  παντρεύεται, ανοίγει το ιατρείο της και  όλα δείχνουν ότι θα αρχίζει μια νέα ζωή και εν μέρει πείθεται και ο αναγνώστης, μέχρι τη νέα ανατροπή που μέλει να είναι καθοριστική για το κλείσιμο του κύκλου.
Δε θα συνεχίσω σχετικά με την υπόθεση του βιβλίου για να γευτεί τις εκπλήξεις του ο αναγνώστης, αλλά στα ζητούμενα που τίθενται και στις απαντήσεις που δεν τις δίνει ο συγγραφέας, παρά αφήνει τον αναγνώστη να τις δώσει. Θα διαβάσω μόνο ένα μικρό και τελευταίο απόσπασμα.
Ο Μάνος Κοντολέων, επιλέγει το θέμα για να θέσει τα ερωτήματά του. Το μυθιστόρημα «δάχτυλα πάνω στο σώμα της», είναι ένα σημερινό βιβλίο. Ένα μωσαϊκό νοοτροπιών και χαρακτήρων, μια εμβάθυνση στο τοπίο της ψυχολογίας των σχέσεων. Ο Μάνος Κοντολέων στέκεται στοργικά στην έννοια γυναίκα και κριτικά στην ανδροκρατούμενη κοινωνία. Θέτει ζητήματα πολιτικής σκέψης, φεμινισμού και ακτιβισμού. Δεν κρίνει ούτε καθοδηγεί. Αφήνει ελεύθερο τον αναγνώστη να πάρει τη δική του θέση, ένα από τα προτερήματα που μετουσιώνουν ένα ανάγνωσμα σε καλή λογοτεχνία.
(Παρουσίαση του μυθιστορήματος στο βιβλιοπωλείο ‘Νέος Κύκλος’, στον Πειραιά, 18/3/2016)


9.4.16

Τρεις χαρακτήρες διαφορετικοί μα τόσο όμοιοι

http://lesxhanagnosis.blogspot.gr/2016/04/blog-post_5.html?spref=fb
http://lesxhanagnosis.blogspot.gr/2016/04/blog-post_5.html?spref=fb


Από τη Χρύσα Κουράκη

Γιατί να το διαβάσω στην τάξη;....Μανόλο, Μανολίτο και...Μανουήλ του Μάνου Κοντολέων



Υπόθεση

 Ένας συγγραφέας – ο Μανόλο. Ένα µικρό αγόρι – ο Μανολίτο. Κι ένα λευκό σκυλί που όµως το φωνάζουνε… Νύχτα. Ζούνε σε µια γειτονιά δίπλα σε ένα ποτάµι. Κι εκεί μαζί "μεγαλώνουν" και "γνωρίζουν" τη ζωή μέσα από μύθους και παραμύθια, μέσα από ιστορίες αληθινές και φανταστικές. Μα θα γνωρίσουν και τον Μανουήλ, τον έφηβο µε τα µαύρα µαλλιά και τα γαλάζια µάτια,που ήρθε κάπου από τα βόρεια – ίσως και από τις σελίδες ενός άλλου βιβλίου, ενός άλλου συγγραφέα… Και που ονειρεύεται πολλά ταξίδια να κάνει… όπως κάποτε τα έκανε ο παππούς του. Μαζί και οι τρεις μοιράζονται τις ιστορίες και τα όνειρα, μα και την πραγματικότητα όπως τη βιώνει ο καθένας.

Γιατί να το διαβάσω στην τάξη;

   Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ...
  

Τρεις χαρακτήρες διαφορετικοί μα τόσο όμοιοι συνυπάρχουν μυθοπλαστικά μέσα σε ένα κείμενο που χωρίς να το θέλει ο αναγνώστης το συνδέει με την πραγματικότητα του συγγραφέα. Σίγουρα η σχέση του Μανόλο με τον Μανολίτο έχει κάτι από την τρυφεράδα της σχέσης του παππού με το εγγόνι με το οποίο μοιράζονται και το ίδιο όνομα. Ή μήπως ο μικρός Μανολίτο, ο έφηβος Μανουήλ και ο ηλικιωμένος Μανόλο είναι ή θα μπορούσαν να είναι το ίδιο πρόσωπο σε τρεις διαφορετικές ηλικιακές φάσεις; Τρεις γενιές επικοινωνούν σκέψεις, φόβους, συναισθήματα, αναζητήσεις... τη ζωή τους ολόκληρη.
   Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας αποκαλύπτει, ο Μανουήλ προέρχεται από ένα άλλο βιβλίο, ενός άλλου συγγραφέα... Ο συγγραφέας αυτός είναι ο Γεώργιος Βιζυηνός και το βιβλίο του είναι "Το μόνο της ζωής του ταξείδιον". Η συγκεκριμένη επιλογή του Μάνου Κοντολέων δίνει μια επιπλέον "ώθηση" για ένα λογοτεχνικό ταξίδι στον αναγνώστη αλλά και στο ίδιο το κείμενο. Η διακειμενική αυτή διασύνδεση, οι παραθέσεις μύθων και παραμυθιών, καθώς και το ποίημα το οποίο αναφέρεται στο τέλος κάνουν το κείμενο με τους χαρακτήρες του να "ζουν" και μετά το τέλος του βιβλίου. Σίγουρα ένας "προχωρημένος" αναγνώστης θα καταλάβει τις συνδέσεις και θα κάνει τους δικούς του συνειρμούς, ενώ ένας "αρχάριος" αναγνώστης θα αναζητήσει τις συνδέσεις αυτές και θα επαναδομήσει τους λογοτεχνικούς ήρωες σε νέα βάση. Με τον συγκεκριμένο τρόπο η απολαυστική ανάγνωση του βιβλίου μετατρέπεται σε μια περιδιάβαση στη λογοτεχνία, στις ανθρώπινες γενεές και στον χρόνο.
   Όλοι μας έχουμε κείμενα που έχουμε αγαπήσει ιδιαίτερα, που κουβαλάμε μέσα μας, που μας εκφράζουν απόλυτα και που πάντα "ξεφυτρώνουν" μπροστά μας. Νομίζω πως ο Μάνος Κοντολέων τα "κομμάτια" του τα αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο τόσο για τα παιδιά που θα τα διαβάσουν και θα ανατρέξουν να τα βρουν, όσο και για τους ενήλικες που θα τους ξυπνήσουν λογοτεχνικές μα και προσωπικές μνήμες αναζήτησης και ενηλικίωσης.
    Τελειώνοντας, θα ήθελα να σταθώ στα ταξίδια του παππού του Μανουήλ. Ταξίδια με την αφήγηση των οποίων μεγάλωσε ο εγγονός του, ώσπου τελικά τα αναζήτησε και μόνος του. Ταξίδια του νου, που μπορεί να μην πραγματοποιήθηκαν ποτέ, αλλά έδωσαν και στους δύο έναν λόγο να συνεχίζουν και να αντέχουν. Ταξίδια, που αν έστω και για λίγο, παρακινηθούν να κάνουν και οι αναγνώστες του βιβλίου, θα έχει επιτευχθεί ο σημαντικότερος λόγος για να διαβαστεί αυτό το βιβλίο στην τάξη.


Από τη Χρύσα Κουράκη