13.5.16

Η πρώτη φλέβα






Από όσο γνωρίζω το συγγραφικό έργο του Γιάννη Μακριδάκη, είναι ένα έργο που ιδιαίτερα βασίζεται, μα και προβάλει, στοιχεία λαϊκού πολιτισμού και τρόπου ζωής και σκέψεων απλών ανθρώπων.

Άλλωστε σημαντικό τμήμα του συγγραφικού έργου του συγκεκριμένου συγγραφέα έχει να κάνει και με έρευνα λαογραφικού υλικού.

Με αυτές τις προϋποθέσεις ολοκλήρωσα την ανάγνωση και τούτου του βιβλίου. «Πρώτη φλόγα» που θα μπορούσε να σημαίνει πρώτη καταγραφή για να αναπτυχθεί (στο μέλλον;) όλο το υλικό που προσφέρεται μέσα από τις δυο πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις –ενός ηλικιωμένου ναυτικού και μιας επίσης ηλικιωμένης πόρνης.

Και οι δυο ΄έδρασαν’ μέσα στην εικοσαετία 1960 – 1980 και οι αφηγήσεις τους έχουν ως κεντρικό τους άξονα τον πληρωμένο έρωτα.

Ο ναυτικός περιγράφει τις διάφορες εκδιδόμενες γυναίκες που γνώρισε στα λιμάνια του κόσμου –από την Ιαπωνία έως τη Βραζιλία- μα παράλληλα φωτίζει και τη ζωή των ναυτικών (κάποιων έστω) κατά τη διάρκεια υπερπόντιων ταξιδιών.

Η πόρνη αναφέρεται στον τρόπο λειτουργίας των ‘σπιτιών’ εκείνης της εποχής, στους πελάτες και γενικά στον κοινωνικό της περίγυρο.

Και οι δυο, τώρα που αφηγούνται το παρελθόν τους, ζούνε μόνοι –ή δεν θέλησαν ή απέτυχαν να φτιάξουν σχέσεις ουσίας και να στήσουν οικογένειες.

Και οι δυο δείχνουν πως ότι ζήσανε και ότι κάνανε υπήρξε μια συνειδητή τους επιλογή κι έτσι θα μπορούσε όλη η νουβέλα να αναγνωστεί και ως ένα ντοκουμέντο αμφισβήτησης της κυρίαρχης μικροαστικής άποψης που εδραιωνότανε εκείνη την εικοσαετία.

Η δομή το έργου αφήνει τμήματα της μιας αφήγησης να εισέρχονται σε τμήματα της άλλης, αλλά στην ουσία η καθεμιά τους υπάρχει ανεξάρτητα και αν κάτι της συνδέει είναι αυτό που πιο πάνω παρατήρησα –η αμφισβήτηση του μικροαστισμού.

Πέρα από αυτό –με την όποια αξία μπορεί να έχει ως αρχειακό υλικό- η νουβέλα αξίζει να διαβαστεί και ως επίτευγμα γλωσσικής ενσάρκωσης προφορικού λόγου δυο διαφορετικών προσωπικοτήτων.

Δεν μπορώ να γνωρίζω (μήτε και ο συγγραφέας προσφέρει αυτή τη πληροφορία) αν οι δυο μονόλογοι στηρίζονται σε αυθεντικές μαρτυρίες, αλλά ακόμα κι αυτό να έχει συμβεί, σε τίποτε δε μειώνεται η ικανότητα του Μακριδάκη να ‘μιμείται’ τη γλώσσα ανθρώπων που στην ουσία έζησαν στο περιθώριο της κεντρικής αστικής νοοτροπίας.

Πέρα, όμως, από αυτό ας μου επιτραπεί να εκφράσω μια απορία.

Γιατί ένα συγγραφέας που όχι μόνο με τα λογοτεχνικά κείμενά του, αλλά και με πολλαπλές άλλες συγγραφικές προτάσεις του παίρνει θέση σε ζητήματα οικολογίας και μιας πλατιάς αντίληψης πολιτικής συνείδησης, στρέφεται στη συγκεκριμένη εποχή που ζούμε όχι στα άμεσα και καίρια και καυτά ζητήματα που απασχολούν το τόπο και τους ανθρώπους του, αλλά στην αναπαράσταση του τρόπου σκέψης ανθρώπων που ίσως πλέον όχι μόνο ως χαρακτήρες, αλλά και ως φορείς ιδεολογίας να μην υπάρχουν;

Να μην υπάρχουν; Μήπως όμως η αντισυμβατικότητά τους να είναι μια πρόταση διεξόδου στο αδιέξοδό μας;


Δεν έχω πειστεί. Παρόλα αυτά … Αναρωτιέμαι.


Πρώτη ανάρτηση:

http://fractalart.gr/prwti-fleva/

8.5.16

Δάχτυλα πάνω στο σώμα της -ένα χρόνο μετά



Δάχτυλα πάνω στο σώμα της -ένα χρόνο μετά


Γράφει ο Κωστής Μακρής στο




… «Και η Λία ανασαίνει ― ανάσες προσμονής μιας ηδονής. Καθόλου αγχωμένες ανάσες. Μήπως είναι η μυρωδιά εσπεριδοειδών που αναβλύζει λες από τα νύχια της Άλκης;
Οσφραίνεται η Λία και δεν μπορεί να είναι σίγουρη αν κάτι τέτοια είναι αυτό που συμβαίνει.
Μα ό,τι κι αν είναι, το σώμα της μπορεί να το εμπιστευτεί. Να του αφεθεί.»
[σελ. 341]
Δεν έχει περάσει χρόνος από τότε που τέλειωσα τη δεύτερη ανάγνωση του βιβλίου «Δάχτυλα πάνω από το σώμα της» του Μάνου Κοντολέων, από τις Εκδόσεις Πατάκη.

Από το τότε το ξαναπιάνω συχνά για να καταγράψω κάποιες σκέψεις μου και να κάνω αυτό που κάνω για μερικά βιβλία που μου αρέσουν, να γράψω δηλαδή με περισσότερα λόγια αυτό το απολύτως υποκειμενικό «μου αρέσει». Κάθε φορά όμως που έλεγα να δημοσιοποιήσω τις σκέψεις μου για το βιβλίο, κάτι τύχαινε.

Όχι δικό μου, προσωπικό. Απλώς συνέβαινε να διαβάσω σκέψεις κάποιου ή κάποιας για το βιβλίο αυτό και σκεφτόμουν: «τι διαφορετικό έχω να πω;». Και σε ποιον να το πω; Στον συγγραφέα; Ή στους πολλούς αναγνώστες που το έχουν ήδη διαβάσει;

Έχουν προηγηθεί αρκετές και αρκετοί, αξιότεροι από μένα, που έγραψαν και μίλησαν για το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων.

Σταχυολογώ, με αλφαβητική σειρά, τα ονόματα: Ευάννα Βερνάρδου, Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Στέφανος Δάνδολος, Διονύσης Λεϊμονής, Ηλίας Λαμπρόπουλος, Έλενα Μαρούτσου, Πόλυ Μηλιώρη, Τέσυ Μπάιλα, Ελένη Πριοβόλου, Βασιλική Ρεσβάνη, Μαρία Σκιαδαρέση, Ειρήνη Σπυριδάκη, Μαρία Σφυρόερα, Πασχαλία Τραυλού, Θανάσης Τριαρίδης, Μ. Χαντζή, Γιώργος Χρονάς. Αν ξεχνώ κάποιες και κάποιους ας με συγχωρέσουν και εκείνοι και ο Μάνος Κοντολέων.
 
Ειδικά η ενδελεχής ανάλυση και εργογραφία του Θανάση Τριαρίδη, είχε μπει, κατά τη γνώμη μου, τόσο βαθιά στη «σάρκα» του βιβλίου και του έργου του Μάνου Κοντολέων που αισθανόμουν ―κι ακόμα αισθάνομαι― δέος στη σκέψη ότι έχω κάτι πιο περιεκτικό να πω. Αναφέρω τον Θανάση Τριαρίδη όχι τόσο αξιολογικά, σε σχέση με άλλες εξαιρετικές προσεγγίσεις του βιβλίου, αλλά επειδή ο συγκεκριμένος συγγραφέας έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να «ξεπετσιάζει» τις «πραγματικότητες». Φανταστικές ή μη. Κι αυτό το κάνει μέχρι οι «πραγματικότητες» να ματώσουν.
 
Σήμερα όμως, και με αφορμή την Ημέρα της Μητέρας (Κυριακή 8 Μαΐου 2016) αποφάσισα να γράψω αυτά που σκέφτομαι για «Τα δάχτυλα πάνω στο σώμα της».

Επειδή νομίζω ότι κάτι μπορώ να πω κι εγώ, να προσφέρω μια ίσως λοξή ματιά στον παλαιό ή στον νέο αναγνώστη ενός βιβλίου που δεν ξέρω αν θα είναι best seller αλλά νομίζω ότι θα είναι long seller και σημείο αναφοράς για πολλά χρόνια.

Κατ’ αρχάς ο ανοιχτός τίτλος: «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της».

Ποιανής το σώμα; Ποιανού τα δάχτυλα;

Από τον τίτλο αρχίζει το λογοτεχνικό παιχνίδι του Μάνου Κοντολέων.

Όταν το σχεδόν προφανές γίνεται το μυστικό όχημα για ένα αποκαλυπτικό ταξίδι προς την ελεύθερη σκέψη και το ελεύθερο σώμα.

Τα δάχτυλα πάνω στο σώμα της ιστορίας ανήκουν σε ένα χέρι ικανό να τραβήξει τη σκοτεινή κουβέρτα που σαν νύχτα ή σαν βαθύ σκοτάδι σκεπάζει τις ανθρώπινες σχέσεις και θολώνει την αυτογνωσία και αυτοδιάθεση των σωμάτων.

Διαβάζοντας το κείμενο στο οπισθόφυλλο μαθαίνουμε, πριν αρχίσουμε να διαβάζουμε το βιβλίο, ότι η Λία, η πρωταγωνίστρια, θα έχει έναν λεσβιακό έρωτα.

Αυτό είναι ήδη αρκετά νεωτερικό για την Ελληνική λογοτεχνία. Η προσέγγιση των γυναικείων ομοφυλοφιλικών σχέσεων από έναν άντρα συγγραφέα, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι συνηθισμένη υπόθεση.

Η Λία είναι μια καθημερινή γυναίκα, γυναίκα της «διπλανής πόρτας», όπως συνηθίζεται να περιγράφεται ένα πρόσωπο που δεν είναι «περιθωριακό», δεν είναι «φρικιό» και ούτε χαρακτηρίζεται από μεγάλα πάθη, εξαρτήσεις, κοινωνικές ή άλλες ιδιαιτερότητες και εμμονές.
Είναι μια «γιατρέσσα των δοντιών». Οδοντίατρος. Μεσαία αστική τάξη.
 …
«Ο οδοντογιατρός είναι ένας γιατρός που δε θα παλέψει ποτέ με τον μέγιστο εχθρό ― τον θάνατο» [σελ. 251]
 Η Λία όμως θα παλέψει με άλλους εχθρούς. Εξίσου δυνατούς.

Έχει να αντιμετωπίσει τις προκαταλήψεις, τα κοινωνικά στερεότυπα και οικογενειακά θέσφατα για το τι είναι η γυναίκα, αν και πόσο ελεύθερη είναι να διαχειρίζεται τη σκέψη της, το σώμα της, τις σεξουαλικές της προτιμήσεις.

Ο Μάνος Κοντολέων στήνει μεθοδικά τις συγγραφικές του παγίδες.

Μια από αυτές είναι το ποιητικό στιλ της γραφής του, αυτή η κάπως ιδιόμορφη σύνταξη και η χαρακτηριστική συναρμογή των λέξεων μέσα στην πρόταση που κι αν ακόμα ―εμένα― δεν με ξετρελαίνει στις πρώτες σελίδες, σιγά σιγά με παρασύρει στον ρυθμό της και τη δέχομαι σαν παραμυθία και σαν ένα ανάποδο νανούρισμα που δεν με οδηγεί στον ύπνο αλλά σε μια βαθμιαία αφύπνιση.

Άλλη παγίδα είναι η απουσία υπερβολικής δραματοποίησης εξαιρετικά βίαιων και οδυνηρών καταστάσεων.
 …
 «Η Όλγα λατρεύει τα ζωντανά σκυλιά… Την τρομάζουν τα ψεύτικα!… Το φαντάζεσαι;» κι έπειτα σοβαρεύει, στοχάζεται… «Δεν ξέρω πώς να βλέπω την κόρη μου… Παιδί δεν είναι πια… Είναι γυναίκα;»

Η Λία χαμηλώνει το βλέμμα.

Γυναίκα;…

[σελ. 254]

Η Όλγα τού πιο πάνω αποσπάσματος έχει ―ως παιδί― κακοποιηθεί και βιαστεί από κάποιον άντρα που ―ίσως― χρησιμοποίησε σαν δόλωμα ένα λούτρινο σκυλάκι.

Η Λία, στα μισά του βιβλίου, χαμηλώνει το βλέμμα και ρωτάει ή αναρωτιέται: Γυναίκα;…

Και ο Μάνος Κοντολέων αρχίζει να ακουμπάει τα δάχτυλα πάνω στο σώμα της και στη σκέψη της.

Είναι τα δικά του δάχτυλα που ψηλαφίζουν με την ενσυναίσθηση του καλού συγγραφέα που ξέρει πώς να μεταπλάθει βιώματα ξένα σε δικά του (ποιος είχε πει «τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο»; Νομίζω ο Τερέντιος…), που γράφουν, που πληκτρολογούν και μετρούν τις αντοχές και τις αντιστάσεις της γυναικεία πραγματικότητας όχι μόνο για την Ελλάδα της «κρίσης» αλλά και για την παγκόσμια κρίση σε σχέση με τη θέση της γυναίκας.

Κι εγώ, ο αναγνώστης, αρχίζω και ψυλλιάζομαι ότι μου την έχει στημένη.

Ναι. Με μπέρδεψε λίγο, και με το εξώφυλλο και με το οπισθόφυλλο, αλλά τελικά το αναγνωρίζω…

Δεν είναι «ροζ» το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της».

Είναι ερωτικό και κόκκινο.

Κατακόκκινο. Σαν την πρώτη περίοδο των κοριτσιών που γίνονται γυναίκες.

Σαν το αίμα του ξεπαρθενέματος.

Σαν το αίμα που ξεπηδάει μετά από ένα αντρικό χαστούκι σε γυναικείο μάγουλο.

Κόκκινο σαν την επανάσταση των συνειδήσεων.

Κόκκινο σαν τη φωτιά της γνώσης.

Και, τελικά, είναι ένα βαθιά πολιτικό βιβλίο.

Άλλωστε, δεν υπάρχει καλό ―με τα δικά μου υποκειμενικά κριτήρια για το τι είναι καλό― βιβλίο, που να μην είναι βαθιά και «εκ βαθέων» πολιτικό. Μπορεί βέβαια να φταίω κι εγώ. Που διαβάζω πάντα ανάμεσα στις γραμμές τα πολιτικά μηνύματα. Αν υπάρχουν…

Και το θέμα-σώμα που πιάνει με τα συγγραφικά του δάχτυλα ο Μάνος Κοντολέων, το σώμα του ίδιου του του βιβλίου, είναι η δική του πολιτική και κοινωνική αλήθεια: η πολιτική ελευθερία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την αντίστοιχη διανοητική , σωματική και σεξουαλική ελευθερία.
 …

«Εκείνη θα καθορίσει το δικό της αύριο»
[σελ. 413]
«Όταν με τα δικά της δάχτυλα κρατά την ταυτότητά της»
[σελ. 414]
 ...

Ποια κρατάει την ταυτότητά της;
Η Λία;
Η Ελληνίδα γυναίκα;
Η κάθε γυναίκα;

Ο κάθε άνθρωπος; Όλοι μας;

Αλήθεια… Μπορεί να ξεπεραστεί η κρίση που βιώνουμε ― και ως χώρα αλλά και ως πλανήτης― αν δεν καταφέρουμε να συμφιλιωθούμε με έννοιες όπως η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η ενσυναίσθηση, η ανεκτικότητα και ο σεβασμός του άλλου;
 
Αυτό το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων θα το κρατήσω στη βιβλιοθήκη μας δίπλα σε άλλα που δεν είναι σε ψηλά ράφια, δεν είναι κρυμμένα.

Δεν θα το κρύψω από τις εγγονές μας. Όπως δεν είχαν κρύψει οι γονείς μου πολλά βιβλία που δεν θα τα σύστηνε ποτέ κανένα κατηχητικό σχολείο σε δεκάχρονα ή δωδεκάχρονα παιδιά.

Θα φροντίσω όμως ―όσο περνάει από το χέρι μου― να είναι έτοιμες να το διαβάσουν.

Όταν, με το καλό, θελήσουν να κρατήσουν στα χέρια τους τις δικές τους ταυτότητες.


5.5.16

Στα μονοπάτια της νιότης





Λίτσα Ψαραύτη
«Στα μονοπάτια της νιότης»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πατάκη
  

Η Λίτσα Ψαραύτη  παρουσιάζεται στο χώρο της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας το 1980 και από τότε διεκδικεί μια σημαντική θέση ανάμεσα στους συγγραφείς αυτού του λογοτεχνικού είδους που ανανεώνουν παράλληλα και θεματικές περιοχές και τεχνικές αφήγησης.
Η Λίτσα Ψαραύτη –από τους πρωταγωνιστές εκείνης της ομάδας- έχει γράψει τα πάντα. Από μυθιστορήματα μέχρι παραμύθια, από ρεαλιστικά εφηβικά μυθιστορήματα  έως μυθολογικά θέματα.
Πάντα κρατά την επαφή της με την καθημερινότητα, με τον παλμό της κάθε εποχής συμβαδίζουν οι εμπνεύσεις της.
Για τη Λίτσα Ψαραύτη όμως, τίποτε πιο σύγχρονο από την μελέτη της Ιστορίας.
Γιατί πιστεύει –αυτό δείχνουν μερικά από τα πιο σημαντικά της έργα και αυτό έχω και σε προηγούμενες ευκαιρίες επισημάνει - πως η ταυτότητα κάθε ανθρώπου είναι ένα μείγμα ατομικής στάσης και συλλογικής μνήμης.
Και πάνω σε αυτή τη θέση στήριξε και τούτο το μυθιστόρημα – «Στα μονοπάτια της νιότης»
Μα υπάρχει και ένα άλλο θέμα που συχνά έγινε η βάση πολλών μυθιστορημάτων της. Ο έρωτας. Θέμα που αποτελεί το δεύτερο θεμέλιο τούτου του βιβλίου.
Ιστορία, λοιπόν, και έρωτας –οι άξονες της Ψαραύτη.
Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα που αξίζει να σημειώσουμε, προτού ξεκινήσουμε να αντιμετωπίσουμε  τούτο το βιβλίο.
Το ύφος της Λίτσας Ψαραύτη. Αδρή γραφή, αρσενική θα την χαρακτήριζα. Γιατί όχι και κινηματογραφική.
Με λίγες λέξεις, με προσεχτικά φορτισμένες καταγραφές συναισθημάτων, με καίριες περιγραφές τόπων και καταστάσεων ξεδιπλώνει την ιστορία που θέλει να αφηγηθεί.
Κρατά σταθερά την κλωστή της αφήγησης.
Και να –το βλέπουμε και σε αυτό εδώ το βιβλίο- που μέσα σε 122 μόνο  σελίδες εξιστορεί
μια εποχή –Κατοχή και Εμφύλιο- και μια σχέση που κρατά πάνω από μισό αιώνα.
Με περασμένα τα 40 της χρόνια, η Δάφνη –φιλόλογος καθηγήτρια- επιστρέφει για υπηρεσιακούς λόγους  στο νησί όπου γεννήθηκε και έζησε μέχρι την εφηβεία της.
Κουβαλά μαζί της τις αναμνήσεις από τον τόπο αυτόν, που τον άφησε καθώς ξέσπαγε ο εμφύλιος πόλεμος. Και καθώς περνά τις μέρες της στην παραθαλάσσια μικρή πολιτεία της καταγωγής της, ολοένα και περισσότερο βυθίζεται στα ιστορικά γεγονότα που είχαν να κάνουν με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την κατοχή από τους γερμανούς, αλλά και τους τρόπους που οι κάτοικοι ανακάλυπταν για να εκφράσουν την αντίστασή τους στον κατακτητή.
Στις αναμνήσεις της και στα συναισθήματά της πρωταγωνιστεί ο Οδυσσέας –ένας, λίγα χρόνια πιο μεγάλος από αυτήν, έφηβος.
Τα δυο νέα παιδιά είχαν αρχίσει να συνειδητοποιούν πως τα έδενε όχι μόνο μια φιλία, όχι μόνο παράτολμες πράξεις αντίστασης, αλλά και τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα.
Όλα αυτά σταματούν απότομα, καθώς ο εμφύλιος αναγκάζει την οικογένεια της Δάφνης να αναζητήσει στην πρωτεύουσα το μέλλον της.
Και από εκεί και πέρα η ζωή αποφασίζει με τους δικούς της τρόπους.
Η Δάφνη, χήρα πλέον, έχει επιστρέψει στο νησί και η συνάντησή της με τον συμβιβασμένο Οδυσσέα θα είναι κομβική και για το μέλλον των δυο τους.
Αλλά αυτό που η ζωή κάποτε τους το αρνήθηκε, οι ίδιοι τώρα δεν τολμούν να το διεκδικήσουν.
Αυτός είναι σε γενικές γραμμές ο καμβάς της όλης ιστορίας που η Ψαραύτη αποφάσισε να αφηγηθεί σε ένα νεανικό κοινό.
Αναρωτιέται ίσως κανείς γιατί μια τέτοιας υφής σχέση που έδεσε δυο ανθρώπους,  στάθηκε η αφορμή να γραφτεί ένα νεανικό μυθιστόρημα.
Μπορεί ένα μεγάλο μέρος της όλης ιστορίας να έχει να κάνει με τα χρόνια της εφηβείας των ηρώων, αλλά αυτό καθαυτό το έργο πυροδοτείται από τις αντιδράσεις και τα συναισθήματα ενήλικων ατόμων.
Μα η Λίτσα Ψαραύτη δείχνει να πιστεύει –και κατά την δική μου άποψη καλά κάνει και κάτι τέτοιο και το πιστεύει- πως η λογοτεχνία που απευθύνεται σε νεαρά άτομα αξίζει όχι μόνο να φωτίζει τη δικιά τους ψυχοσύνθεση, αλλά και τα συναισθήματα πλέον ηλικιωμένων ατόμων. Μέσα από τη λογοτεχνία δεν γνωρίζουμε μόνο τον εαυτό μας, αλλά και τον άλλο.
Για να γίνει ευχάριστο ανάγνωσμα τούτη η σχέση δύο ανθρώπων που ξεκινά από το παρελθόν και φτάνει στο μέλλον, που αρχίζει από τα πρώτα παιδικά χρόνια τους και τους ακολουθεί ως την ωριμότητά τους, η Λίτσα Ψαραύτη επέλεξε μια αφήγηση γρήγορη, χωρίς περιττά τερτίπια αναλύσεων, με βασικές παροχές ιστορικών πληροφοριών.
Θεωρώ πως με τον δικό της τρόπο, η συγγραφέας που τόσο έχει αγαπηθεί από ένα νεανικό αναγνωστικό κοινό, καταφέρνει να συνδέσει ιστορικά γεγονότα με ανθρώπινα πάθη. Και ίσως έτσι να πείθει πως εντέλει κάποια πράγματα δεν αλλάζουν. Οι νέοι πάντα θα ονειρεύονται ένα δικαιότερο κόσμο και θα αναζητούν τις χαρές της αγάπης.
Διατηρώ –ίσως- μια ένσταση. Έχει να κάνει με το τέλος.
Τα δυο κεντρικά πρόσωπα παίρνουν αποφάσεις που θα συντηρήσουν ότι με βίαιο και άδικο τρόπο τους επιβλήθηκε. Δεν τολμούν την κοινωνική ανατροπή. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ίσως το μήνυμα να ήταν περισσότερο ελπιδοφόρο; Πλέον νεανικό;
Πιθανόν. Τώρα βέβαια παραμένει πιο ηθικό. Ίσως και σώφρον.
Η Λίτσα Ψαραύτη, φαίνεται να ακολουθεί τις συμβουλές τη ωριμότητας.
Αναντίρρητα είναι κι αυτές χρήσιμες και αξίζει να γίνονται κατανοητές από τους νέους.


Πρώτη δημοσίευση:
http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=209019

4.5.16

Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ στο Fractal, από την Ελένη Δικαίου

Ο Μάνος Κοντολέων είναι γνωστός για την τέχνη με την οποία στήνει τις ιστορίες του. Ο Μανόλο, Μανολίτο και …. Μανουήλ το επιβεβαιώνουν για μια ακόμη φορά. Μια ιστορία μέσα στην ιστορία, κρυφά νοήματα και φανερός λυρισμός. Δυο παππούδες που ονειρεύονται ταξίδια κι ένας τρίτος, ο συγγραφέας, ο οποίος έχει ταξιδέψει αν όχι σ’ όλους εκείνους τους τόπους τους οποίους έχουν ονειρευτεί οι άλλοι δυο, στους τόπους των βιβλίων σίγουρα. Μια αύρα αόρατη τους δένει και τους τρείς σ’ αυτή την ιστορία με τα πολλά νοήματα και τις πολλές αναγνώσεις. Και μέσα σ’ αυτή την αύρα-αγκαλιά τυλίγουν δυο παιδιά, τον μικρό Μανολίτο κι έναν έφηβο τον Μανόλο, για να τους πάρουν μαζί τους και να τους προετοιμάσουν τρυφερά, με αγάπη, με υπομονή, για τον κόσμο των ενηλίκων.


http://fractalart.gr/manolo-manolito/

Ο ένας περνώντας τους μέσα απ’ τα όνειρα για ταξίδια σε χώρες σαν κι εκείνη με τους παγωμένους ανθρώπους ή εκεί όπου ψήνει ο ήλιος το ψωμί, ο άλλος με ιστορίες για την Δάφνη που ερωτεύτηκε ο θεός Απόλλωνας, για τον Κυπάρισσο που σκότωσε κατά λάθος το αγαπημένο του ελάφι και οι θεοί βλέποντας τον θρήνο του τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε δέντρο που «υψώνεται ίσιο προς τον ουρανό και αργά , τρυφερά γέρνει στο φυσηματάκι του ανέμου και είναι σα να παρακαλεί να έρθει κοντά του ξανά ο φίλος του το ελάφι».

Ο τρίτος παππούς, ο Γ. Βιζυηνός, γλιστράει ανάμεσά τους καθώς ο χρόνος χάνει την σημασία του, μένουν τα όνειρα τα οποία είναι πάνω και πέρα απ’ αυτόν, καμιά φορά πάνω και πέρα απ’ τους ανθρώπους. Τα όνειρα και τα ταξίδια τα οποία μπορεί να κάνει κανείς ακόμη κι αν δεν έχει σαλέψει απ’ την κορφή του λόφου, σαν τον παππού του Μανουήλ, αρκεί να θελήσει να παραμερίσει το σκοτεινά υφάδια που μπλέκονται στην ζωή του ανθρώπου ψάχνοντας το φως που υπάρχει ανάμεσά τους.

Λέει ο Μανόλο, ο συγγραφέας: «Κάποια ταξίδια μπορείς να τα κάνεις, για κάποια άλλα μπορείς να διαβάσεις. Κάποια θα τα ονειρευτείς. Όλα το ίδιο θα σε γεμίσουν αν τα αφήσεις μέσα στην ψυχή σου να μπούνε… Διαφορετικά ή τα έκανες ή διάβασες γι αυτά ή κάποια στιγμή τα λαχτάρησες… Όλα τους θα χαθούνε…»


Τι όμορφη και αισιόδοξη θεώρηση όχι μόνο για τα παιδιά τα οποία έχουν πάρει το μονοπάτι της ενηλικίωσης αλλά και για τους ενήλικες, σε ένα έργο όμορφο από κάθε άποψη, κείμενο, ζωγραφιές καθώς η Ίρις Σαμαρτζή έχει δέσει αρμονικά με το κείμενο του Μάνου Κοντολέων τις ζωγραφιές της σ’ ένα βιβλίο που απευθύνεται σε αναγνώστες κάθε ηλικίας.

21.4.16

Το φιλί της λύκαινας




Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου
«Το φιλί της λύκαινας»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πατάκη

                                               
  
Η ελληνική λογοτεχνία για παιδιά και νέους ανθεί –ανάμεσα στα άνθη της ξεφυτρώνουν και κάποια αγριόχορτα, ξεπετιούνται δώθε κείθε και κάποια ζιζάνια.
Αλλά ανθεί.
Η ανθοφορία της έχει εδώ και αρκετά χρόνια ξεκινήσει και έχει στηριχτεί στο ταλέντο και στο πάθος και στη συνέπεια κάποιων συγγραφέων.
Μερικοί δεν είναι πλέον ανάμεσα μας. Κάποιοι άλλοι συνεχίζουν να προσφέρουν την πείρα και τις εμπνεύσεις τους. Πρώτη και σημαντικότερη ανάμεσα σε αυτούς η Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου.
Συγγραφέας που με πολλαπλούς τρόπους αφιέρωσε όλο σχεδόν το έργο της στην παιδική λογοτεχνία.
Μένει έκπληκτος κανείς και μόνο αν ξεκινήσει να ‘ξεφυλλίζει’ τον διαδικτυακό της τόπο –www.loty.gr
Ένα μεγάλο –ίσως το σημαντικότερο- μέρος του έργου της το απαρτίζουν τα μυθιστορήματά της.
Αν μετρώ καλά, είναι 19. Και όπως η ίδια σημειώνει : Τα πρόσωπα πoυ πλάθω είvαι για μέvα τόσo ζωvταvά πoυ τα αισθάvoμαι όvτα πραγματικά. Έτσι επαvεμφαvίζovται, "τρυπώvoυv" και σε άλλα μυθιστoρήματά μoυ, αλλά σε διαφoρετικές περιπέτειες και ηλικίες
Με άλλα λόγια, η Πέτροβιτς έχει δημιουργήσει ένα δικό της κόσμο –όχι φανταστικό, μα ρεαλιστικό και με ιστορικές καταβολές. Μέσα στις σελίδες των βιβλίων της οι ήρωές της γεννιούνται, ερωτεύονται, σπουδάζουν, επικοινωνούν,  συμφωνούν ή διαφωνούν, ξενιτεύονται, γεννούν, γίνονται φίλοι, αποχωρίζονται, πεθαίνουν.
Και η δημιουργός τους, καθώς παρακολουθεί τις ζωές και τις περιπέτειές τους, περιγράφει και την ελληνική ιστορία σχεδόν από τότε που ξεκινά η δημιουργία του ελληνικού κράτους.
Έχουμε, λοιπόν, μια ενδιαφέρουσα σύζευξη κοινωνικού και ιστορικού μυθιστορήματος.
Όλα μαζί αυτά τα μυθιστορήματα (και μαζί βέβαια με τα υπόλοιπα έργα της Πέτροβιτς) νομίζω πως εδραιώνουν την άποψη πως η Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου είναι η πιο ενδιαφέρουσα (ίσως και η πλέον σημαντική) εκπρόσωπος της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας έτσι όπως διαμορφώθηκε από τα χρόνια της μεταπολίτευσης και μετά.
Το σημαντικό αυτό έργο έχει δομηθεί πάνω σε συγκεκριμένους άξονες –συνύπαρξη του σήμερα με το χτες, προβολή τρόπου ζωής σύμφωνα με αρχές διαχρονικές, μυθιστορηματική πλοκή δίπλα σε παροχή γνώσεων.
Οι ήρωες της Πέτροβιτς λες και έχουν σάρκα και οστά, ανάσες και παλμούς. Εγγράφονται στη μνήμη του αναγνώστη τους. Μα την ίδια τη στιγμή, ο εξασκημένος μελετητής των συγγραφικών τεχνασμάτων, διαπιστώνει πως η δημιουργός τους δεν έχει επιτρέψει στον εαυτό της να ξεφύγει από τις προεπιλεγμένες τεχνικές αφήγησης.
Να το διατυπώσω με τρόπο κάπως ανορθόδοξο –αν ο συγγραφέας είναι ένα είδος Θεού/Δημιουργού, τα δημιουργήματά του είναι πρόσωπα κατ΄ εικόνα και ομοίωσή του.
Γι αυτό και οι ήρωες αυτών των μυθιστορημάτων σε κρατάνε τόσο κοντά τους. Έχουν όλα τα στοιχεία με τα οποία και η συγγραφέας τους ζει, σκέφτεται και πράττει.
Και αυτή η ταύτιση δημιουργού – δημιουργημάτων είναι τόσο ουσιαστική (μα και τόσο επιτυχημένα έχει υλοποιηθεί) ώστε αυτό το πλήθος μυθιστορηματικών προσώπων –που ας σημειωθεί πως προέρχονται από εφτά οικογένειες- δεν κουράζει τον αναγνώστη του, μα μήτε και τους ίδιους δεν τους μετατρέπει σε ανδρείκελα.
Ο κόσμος της Λότης Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου είναι ένας ολοκληρωμένος κόσμος.

                                                ****************************

Σκέψεις πρόχειρα διατυπωμένες όλα τα πιο πάνω, που προήλθαν από την ανάγνωση του τελευταίου μυθιστορήματος –«Το φιλί της λύκαινας».
Σε αυτό περιγράφεται η σχέση ανάμεσα σε παππού και εγγονό. Μα όχι μόνο. Η υπόθεση στηρίζεται και στη σχέση ανθρώπου και ζώου. Μα κι ακόμα στο πως ο τρόπος που οι άνθρωποι αποφασίζουν να ενώσουν ο καθένας τη ζωή του με τη ζωή ενός άλλου, μπορεί να αποβεί καταστροφικός ή αντίθετα δημιουργικός.
Ο Πέτρος Δίγκος, ο παππούς του Φραγκίσκου Νόιγκερ, είναι στην ουσία ο κεντρικός άξονας της ιστορίας. Αυτά που έζησε –άλλοτε γιατί επέλεξε να τα ζήσει κι άλλοτε γιατί έτσι ήρθαν τα πράγματα- λες και περιγράφουν όλο τον 20ο αιώνα. Κι όμως ο Πέτρος Δίγκος δεν υπήρξε κάποιο πρόσωπο που πρωταγωνίστησε στις σελίδες της επίσημης ιστορίας.
Πίσω από τα αχνάρια του έρχεται να μυηθεί στα μυστικά της ζωής ο εγγονός του. Και θα μάθει πως πολύ συχνά οι άνθρωποι κάνουν λάθη τραγικά, αλλά επίσης θα μάθει πως πέρα από το όποιο λάθος υπάρχει και η αυτογνωσία.
Ολοζώντανη η σχέση των δυο γενεών. Ανάμεσα τους πρόσωπα από το παρελθόν –κάποια από αυτά θα καθορίσουν το μέλλον.
Ολοζώντανη και η παρουσία της μικρής λύκαινας. Η ανάγκη να προστατευθεί η ζωή της, γίνεται ένα σύμβολο προστασίας μιας βασικής και διαχρονικής αξίας
Δώσε σ’ αυτούς που αγαπάς
Φτερά για να πετάξουν,
Ρίζες για να επιστρέψουν
Και λόγους για να μείνουν
  
                                                  **************************

Τελικά –σκέφτομαι- πως ίσως ο ουσιαστικότερος ορισμός της λογοτεχνίας για παιδιά θα ήταν μια πρόταση μέσα στην οποία θα συνυπήρχαν λέξεις όπως: ήθος, ευγένεια, απλότητα, ανθρωπιά, αξιοπρέπεια.
Δεν ξέρω μια τέτοια πρόταση να υπάρχει. Ξέρω, όμως, πως το περιεχόμενο της το εφαρμόζει η Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου.






Πρώτη δημοσίευση:
http://www.culturenow.gr/47424/to-fili-ths-lykainas-loth-petrovits-androytsopoyloy-kritikh-vivlioy

19.4.16

Μανόλο & Μανολίτο και Μανουήλ - η μαγεία της γραφής

Μανόλο & Μανολίτο και… Μανουήλ
Μυθιστόρημα για παιδιά σε δύο μέρη
Μάνος Κοντολέων
Εικονογράφηση Ίρις Σαμαρτζή
Πατάκης



Γράφει η Μάριο Χωρεάνθη
 Πρώτη δημοσίευση: 


Ο Μανόλο και ο Μανολίτο είναι δυο φίλοι που θα μπορούσαν επίσης να είναι παππούς και εγγονός, ή το ίδιο άτομο σε δυο στάδια της ζωής του. Δεν μένουν στο ίδιο σπίτι, ζουν όμως στην ίδια γειτονιά: ο Μανολίτο με τους καλλιτέχνες γονείς του και ο Μανόλο με τη λευκή σκυλίτσα του, που ο Μανολίτο έχει ονομάσει Νύχτα. Ένα ατυχές περιστατικό γίνεται αιτία να προστεθεί στην παρέα κι ένας τρίτος φίλος, ο έφηβος Μανουήλ, ο οποίος έχει βγει κυριολεκτικά μέσα από άλλο κείμενο – ενός άλλου συγγραφέα και ενός άλλου καιρού.
Συνέχεια του νεανικού αφηγήματος Μανόλο & Μανολίτο (2013), το ευπρόσδεκτα ιδιότυπο αυτό λογοτέχνημα του Μάνου Κοντολέων δανείζεται τον νεαρό πρωταγωνιστή από το διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού Το μόνον της ζωής του ταξείδιον, μεταφέροντάς τον σε ένα σύγχρονο εναλλακτικό σύμπαν: το μαθητευόμενο ραφτόπουλο του Βιζυηνού «διακτινίζεται» από την Κωνσταντινούπολη κοντά στην περιοχή του Μανόλο και του Μανολίτο και γίνεται βοηθός του ιδιοκτήτη ενός θερμοκηπίου. Αν και δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που ένα λογοτεχνικό (και όχι μόνο) έργο κλείνει το μάτι σε ένα άλλο, η ιδιαιτερότητα του Μανόλο & Μανολίτο και... Μανουήλ έγκειται στην ένταξη ενός προσώπου, σχεδόν αυτούσιου, από ένα προγενέστερο κείμενο διαφορετικής «πατρότητας» και στη διασταύρωση της ιστορίας του με εκείνη του νεότερου βιβλίου κατά τρόπο τόσο οργανικό ώστε τα όριά τους σχεδόν χάνονται.
Αν ένας συγγραφέας εισχωρήσει αυτοπροσώπως στο έργο ενός άλλου συγγραφέα, θα μπορέσει εν είδει χημικού καταλύτη να επηρεάσει μια πλοκή που έχει ολοκληρώσει την προδιαγεγραμμένη διαδρομή της; Θα καταφέρει να την «εκτροχιάσει» προς όφελος των δικών του ηρώων όσο και των πρωταγωνιστών εκείνης; Μα αυτή ίσα ίσα είναι η μαγεία της γραφής, όπως και κάθε άλλης τέχνης – δηλαδή της δημιουργικής φαντασίας: το ότι τολμά και πετυχαίνει όσα θα ήταν ακατόρθωτα στην υλική πραγματικότητα. Μετακινείται δίχως περιορισμούς μέσα στον χώρο και τον χρόνο, επαναπροσδιορίζει τα δεδομένα, μεταλλάσσει και μεταμορφώνει τα πρόσωπα, επινοεί, διυλίζει και καθοδηγεί τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις τους, δημιουργεί και διαμορφώνει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα κινηθούν. Από μια και μοναδική αφετηρία προσφέρει και εξερευνά πολλαπλές πιθανές λύσεις και εξελίξεις. Όμως και οι ίδιοι οι φανταστικοί χαρακτήρες, από τη στιγμή που θα (ξανα)πλαστούν, αποκτούν δική τους ζωή και ο καθένας με τον τρόπο του επιδρά στην πορεία των γεγονότων.
Η επιλογή των ονομάτων για τους ήρωες του βιβλίου δεν είναι καθόλου τυχαία. Και τα τρία αποτελούν παραλλαγές του ονόματος του συγγραφέα, ο οποίος ουσιαστικά «μοιράζει» τον εαυτό του σε τρία πρόσωπα, τρία στάδια ζωής και τρεις γραμμές δράσης: δεν περιορίζεται στην ιδιότητα του παρατηρητή/ αφηγητή, αλλά μπαίνει και ο ίδιος μέσα στο έργο του για να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας, όχι πια ως το αόρατο χέρι που σκιαγραφεί τους χαρακτήρες και κινεί τα νήματα της πλοκής, αλλά ως ο ένας από τους κεντρικούς ήρωές της. Το τριαδικό σχήμα διακρίνεται εξίσου στις παράλληλες και τεμνόμενες διαστάσεις της ιστορίας, στα διαφορετικά επίπεδα αφήγησης που ξεπροβάλλουν το ένα μέσα από το άλλο, διαχωρίζονται και διαπλέκονται. Καθώς επίσης και στην επικοινωνία μεταξύ των τριών γενεών, στη διαλεκτική αλληλεπίδραση αρχαίου μύθου, λαϊκού παραμυθιού (κυρίαρχο και σταθερό χαρακτηριστικό του οποίου, μάλιστα, είναι η αναφορά στον «μαγικό» αριθμό 3) και μυθιστορίας, κυριολεξίας, μεταφοράς και αλληγορίας, υλικής και μυθοπλαστικής πραγματικότητας και μαγικού ρεαλισμού.

Τα ηθελημένα μετα-λογοτεχνικά στοιχεία του κειμένου, ωστόσο, χάρη στον μαστορικό χειρισμό τους από τον συγγραφέα, καταφέρνουν να παραμένουν διακριτικά εμφανή – τόσο που να μην υπονομεύουν ούτε στο ελάχιστο την αισθητική εμπειρία της ανάγνωσης, την οποία συμπληρώνουν οι όμορφες ασπρόμαυρες εικόνες και βινιέτες της Ίριδας Σαμαρτζή. Άκρως ποιητική, διαποτισμένη με τρυφερότητα και με ανάλαφρες πινελιές χιούμορ που απαλύνουν τις κορυφώσεις του συναισθηματικού φόρτου, η γραφή του Μάνου Κοντολέων καθηλώνει και πείθει τον αναγνώστη, παρασύροντάς τον σε μια γοητευτική διακειμενική και διαχρονική περιπλάνηση, σ’ ένα ταξίδι που είναι μαζί φόρος τιμής σε καθοριστικά αναγνώσματα, προσκύνημα στην αθωότητα της παιδικής ηλικίας και συμφιλίωση με το άφευκτο του ανθρώπινου πεπρωμένου. Η διαπίστωση του μικρού Μανολίτο ότι «η αγάπη ποτέ δεν πεθαίνει» αντικατοπτρίζει στην ουσία τη ζωοποιό δύναμη της ίδιας της τέχνης, μιας διαφορετικής –αν και όχι λιγότερο γνήσιας ή παρακινούμενης από πάθος– μορφής αγάπης: η αγάπη και η δημιουργία αψηφούν, μάχονται και ξορκίζουν τον θάνατο.


18.4.16

Μυστικά ή ψέματα

Μεγκ Ρόσοφ «Μυστικά ή ψέματα»

Μετάφραση Βεατρίκη Κάντζολα – Σαμπατάκου

Εκδόσεις Μίνωας




Η Μίλα είναι περίπου δώδεκα χρονών. Και συνοδεύει τον πατέρα της σε ένα ταξίδι από την Αγγλία στην πολιτεία της Νέας Υόρκης.


Σκοπός του ταξιδιού να βρεθούν τα ίχνη του αναίτια (;) εξαφανισμένου παλιού και στενού φίλου του πατέρα της.


Ο φίλος του πατέρα τελικά βρίσκεται. Μα δεν είναι αυτό το πλέον σημαντικό. Μεγαλύτερη ουσία έχει το ότι η Μίλα μέσα από το ταξίδι αυτό ενηλικιώνεται.


«Αναρωτιέμαι σε ποιο χρονικό σημείο ένα παιδί παύει να είναι παιδί. Συμβαίνει μεμιάς ή αργά και σταδιακά; Υπάρχει μια ηλικία, μια εβδομάδα, μια στιγμή που όλα τα μυστικά του σύμπαντος αποκαλύπτονται και η ενηλικιότητα κατεβαίνει σαν σύννεφο από τον ουρανό, αλλάζοντας το μυαλό του για πάντα; Άραγε το παιδί που είμαι εγώ θα φύγει αθόρυβα κάποια μέρα για να μην ξαναγυρίσει ποτέ;»


Σκέψεις ενός ατόμου που εγκαταλείπει την παιδική περίοδο και εισέρχεται στον προθάλαμο της ενηλικίωσης.


Απρόσμενα γοητευτικό μυθιστόρημα* με ένα ξάφνιασμα να περιμένει τον αναγνώστη του καθώς πλησιάζει περισσότερο τις σκέψεις της αφηγήτριας – κεντρικής ηρωίδας.


Στα γεγονότα που εξιστορούνται εκείνη συμμετέχει όχι ως το κεντρικό πρωταγωνιστικό άτομο, αλλά περισσότερο σχολιάζοντάς τα και αναλύοντάς τα.


Η ενηλικίωση –το θέμα του μυθιστορήματος- δε βιώνεται, μα σηματοδοτεί την πορεία της.


Η Μίλα αποχαιρετά την παιδική της ηλικία καθώς άλλοτε μαθαίνει, άλλοτε παρακολουθεί, άλλοτε υποκύπτει ή ξαφνιάζεται από τους τρόπους που οι ενήλικοι συνυπάρχουν μεταξύ τους και εκφράζουν τα μεγάλα συναισθήματα όπως αυτό του έρωτα ή τις μεγάλες τους αποφάσεις όπως την ανάληψη της γονικής ευθύνης.


Η πρόσφατα βραβευμένη με το διεθνές βραβείο λογοτεχνίας για παιδιά και νέους Άστριντ
Λίντγκρεν έχει γράψει ένα ανορθόδοξο (τουλάχιστον για την ελληνική πραγματικότητα) μυθιστόρημα.


Τολμά (για την ελληνική-πάντα- πραγματικότητα) να ξεσκεπάσει μπροστά σε ένα έφηβο τα μυστικά που κρύβουν οι ενήλικες και τα ψέματα που πάνω τους στηρίζουν τις ζωές τους.
Μυστικά από αυτά που υπάρχουν στις ιδιωτικές μας ζωές, ψέματα από εκείνα που μονίμως δεν θέλουμε να παραδεχτούμε την ύπαρξή τους.


Η Μίλα είναι έτοιμη να συμμετάσχει σε αυτήν την μαθητεία ενηλικίωσης. Ο τρόπος που οι γονείς της την έχουν μεγαλώσει την βοηθά. Τρόπος που αφήνει το παιδί να αντιμετωπίσει μόνο του, τα μεγάλα δικά του ερωτήματα.


Εξομολογείται η Μίλα: «Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα είναι να ζω μια πραγματική ζωή ή πώς θα είμαι ποτέ ενήλικο άτομο. Μου φαίνεται τόσο απίθανος αυτός ο μετασχηματισμός. Κάποια μέρα μπορεί να είμαι η σύντροφος κάποιου ή η μητέρα κάποιου ή η ιατροδικαστής κάποιου. Κάποια μέρα μπορεί να πίνω πολύ ή να αποκτήσω παιδί και να μην το πω σε κανέναν. Κάποια μέρα μπορεί αν το σκάσω από τα πάντα, για δικούς μου λόγους.


Αυτόν τον εαυτό μου είναι αδύνατο να τον φανταστεί ο σημερινός μου εαυτός. Δεν μπορώ να με φανταστώ μεγάλη. Δεν μπορώ να με φανταστώ διαφορετική απ΄ ότι είμαι τώρα. Δεν μπορώ να με φανταστώ γριά ή παντρεμένη ή πεθαμένη.»


Μια μεγάλη αλήθεια. Ο νέος άνθρωπος δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του στη θέση ενός ηλικιωμένου. Κι αν το κάνει, θα ζητήσει να ταυτιστεί με θετικά στερεότυπα –πλούτη, δόξα, ήθος.


Η Ρόσοφ σταματά, ανατρέπει μια τέτοια μορφής αυτογνωσίας. Με τον πιο απλό τρόπο που μπορεί να υπάρξει –φωτίζοντας τις πράξεις των ενηλίκων.


Τα σημαντικά έργα της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας μεταξύ των άλλων χαρακτηριστικών έχουν κι αυτό – να χρησιμεύουν ως καθρέφτης και βοήθημα αυτογνωσίας στον κάθε ενήλικο αναγνώστη τους που θα έχει την εξυπνάδα να τα διαβάσει.


Η γραφή της Μεγκ Ρόσοφ διατηρεί μια συνθετικότητα στο συνταίριασμα λέξεων και ιδεών. Η μετάφραση της Βεατρίκης Κάντζολα – Σαμπατάκου ( και η ίδια είναι δόκιμη συγγραφέας για παιδιά και νέους) πετυχαίνει σε μεγάλο βαθμό να υποστηρίξει αυτή την συνθετικότητα και στα ελληνικά

Πρώτη δημοσίευση: 
http://www.iporta.gr/politismos/vivlio/item/8975-megk-rosof-mystika-i-psemata-tou-manou-kontoleon