7.7.17

"Φεύγει - Έρχεται" στο ....Αγαπημένα παιδικά βιβλία...

Μια απλή ματιά σε μια, συνηθισμένη πια, ιστορία μετανάστευσης.
Έτσι μας περιγράφει την ιστορία του Μάνου και της Άννα Κοντολέοντος, το οπισθόφυλλο του βιβλίου. Δεν είναι όμως μια απλή ματιά. Είναι μια βαθιά ματιά, σε κάτι που είναι πολύ περισσότερα από μια συνηθισμένη ιστορία μετανάστευσης.
Αυτό που είναι απλό, είναι η γλώσσα. Απλή και περιεκτική. Απλή και φορτισμένη. Μικρές, κοφτές προτάσεις, που σεργιανίζουν ανυπόμονες μέσα στο μυαλό των πρωταγωνιστών και κάποτε εκφράζονται κιόλας.
Δυο παράλληλες ιστορίες που συνθέτουν μια ιστορία αγάπης. Αγάπης βαθιάς. Οικογενειακής. Αγάπης κομμένης στα δυο που μετρά τις μέρες για να ξανασμίξει. Δυο πόλοι που ποθούν να ενωθούν ξανά.
Εννέα πρόσωπα, τρεις οικογένειες, που τις χωρίζει ο χάρτης και τις ενώνει η αγάπη. Πολλές οι αντιθέσεις: βορράς και νότος, ήλιος και βροχή, θλίψη και χαμόγελα. Κοινή η ανυπομονησία, η προσμονή, το νοιάξιμο...Με το μυαλό στο βορρά εκείνοι που έμειναν στο νότο, με τη σκέψη στο νότο εκείνοι που έφυγαν για το βορρά. Οι σκέψεις περιστέρια ταξιδεύουν στο χάρτη, εισβάλουν στα όνειρα και καθορίζουν τις μέρες...τις μέρες μέχρι το σμίξιμο.


Εξαιρετική η εικονογράφηση της Φωτεινής Τίκκου, καταφέρνει να ταιριάξει πολύ εύστοχα, τον τίτλο του βιβλίου με το εξώφυλλό του, και να αποτυπώσει με τη γλώσσα του χρώματος τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών. Άνθρωποι σε συνεχή κίνηση, άνθρωποι ντυμένοι ζεστά, ή ανάλαφρα, παράθυρα βροχερά και μπαλκόνια που λούζονται στον ήλιο, μυρωδιές και χρώματα συνθέτουν το "διπολικό" σκηνικό του βιβλίου. Και οι καρδιές πυξίδες, να μας βοηθούν να βρίσκουμε και να επιστρέφουμε πάντα εκεί που υπάρχει αγάπη. Ο μικρός πρωταγωνιστής της ιστορίας, θα φύγει από το Βορρά μόνος, να επισκεφτεί την οικογένεια του στο Νότο. Μα η μισή του οικογένεια θα μείνει πίσω, στο Βορρά...Κι αυτό είναι ένα μικρό αγκάθι που εμένα με πόνεσε στην ιστορία... Μα μήπως η αλήθεια δεν πονάει; Δεν πονούν όλες αυτές οι ηθελημένες ή αθέλητες ιστορίες μετανάστευσης τους πρωταγωνιστές τους; Πονούν οι άνθρωποι που τους χωρίζει ο χάρτης. Από όποια μεριά του χάρτη κι αν κοιτάξεις...

Η Αμαρτωλή Πόλη του Μάνου Κοντολέων μέσα από το πρίσμα του crossover μυθιστορήματο


Της Χρύσας Κουράκη
Διδάκτωρ Παιδικής Λογοτεχνίας ΠΤΔΕ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Υπεύθυνη
Πολιτιστικών Θεμάτων Δ/νσης Π.Ε. Ανατολικής Αττικής

Πρώτη δημοσίευση: http://keimena.ece.uth.gr/main/t25/07-kouraki.pdf



Περίληψη


Στο παρόν άρθρο γίνεται μια προσπάθεια διερεύνησης του όρου ‘crossover’ και πιο
συγκεκριμένα του όρου ‘μυθιστόρημα crossover’. Αναζητώντας τις απαρχές και την
πορεία της crossover λογοτεχνίας διαπιστώνεται πως βασικό ρόλο στον καθορισμό της
διαδραματίζει πρωτίστως ο ίδιος ο αναγνώστης και δευτερευόντως ο συγγραφέας και οι
προθέσεις του. Θεωρώντας πως η Αμαρτωλή Πόλη αποτελεί μυθιστόρημα crossover,
σύμφωνα τουλάχιστον με τη συγγραφική πρόθεση του Μάνου Κοντολέων, επιχειρείται η
διερεύνηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του και η ανάδειξη των στοιχείων εκείνων
που το καθιστούν ως τέτοιο.
Μυθιστόρημα crossover: ένας όρος καινούριος ή ένας όρος παλιός; Σίγουρα κάτι
σχετικά νέο για τα ελληνικά δεδομένα, το οποίο όμως «κουβαλάει» μια μεγάλη παράδοση
πίσω του. Αν επιχειρήσουμε να μεταφράσουμε τη λέξη «crossover» στα ελληνικά, στο
λεξικό θα βρούμε τη λέξη «μίξη» και τη φράση «ευρείας αποδοχής»1
. Παρόλο που ο όρος
εμπεριέχει και τις δύο αυτές εκδοχές, θα λέγαμε πως σε πιο ελεύθερη μετάφραση, σε ό,τι
αφορά τουλάχιστον τη λογοτεχνία, crossover είναι το λογοτεχνικό έργο που «διαπερνά»
τις γενιές, τις ηλικίες και τα λογοτεχνικά είδη (Falconer 2009, Beckett 2009). Πρόκειται,
λοιπόν, σύμφωνα με τη Falconer (2009) και τη Beckett (2009), για βιβλία κάθε είδους
(φαντασίας, κοινωνικά, περιπέτειας κλπ.), που διαβάζονται ευχάριστα από αναγνώστες
κάθε ηλικίας, καθώς η crossover λογοτεχνία γνωρίζει πως οι διαφορετικές γενιές
μοιράζονται κοινές εμπειρίες, γνώσεις, επιθυμίες και έγνοιες (Becke
tt 2009: 268) και πως
θεματικά και ο έφηβος και ο μεσήλικας γνωρίζουν το αίσθημα της μοναξιάς, της
απομόνωσης, της μη αποδοχής (Rossof, 2007). Ταυτόχρονα, μέσα από τους όρους που
προκύπτουν από αυτήν όπως “cross-writing” και “cross-reading”, αναδεικνύεται η
ποικιλόμορφη εμπλοκή των ενηλίκων στην παιδική λογοτεχνία μέσα από τις εκάστοτε
συγγραφικές και εκδοτικές επιλογές (Smith 2012: 1). Αυτό ουσιαστικά σημαίνει πως οι
γενικές και κατά βάση προβληματικές κατηγοριοποιήσεις της λογοτεχνίας σε παιδική-
εφηβική και ενηλίκων καταργούνται.
Είναι γνωστό πως από πολύ παλιά οι άνθρωποι, μικροί και μεγάλοι, απολάμβαναν
τις προφορικές αφηγήσεις και αργότερα τις γραπτές αποτυπώσεις παραμυθιών και μύθων,
που δεν προορίζονταν μόνο για παιδιά, αλλά για ένα μικτό κοινό (Beckett 2009: 4).
Αργότερα, την εποχή ακόμη που λογοτεχνία για παιδιά δεν υπήρχε, βιβλία όπως τα Ταξίδια
του Γκιούλιβερ (1726), Ο Ιβανόης (1820), Ο Φρανκεστάιν, Ο Όλιβερ Τουίστ (1837), Ο
Δαβίδ Κόπερφηλντ (1949) αγαπήθηκαν όχι μόνο από ενήλικες, αλλά και από παιδιά.
Αντίστοιχα, κείμενα όπως τα παραμύθια του Περρό (1697) ή Η Αλίκη στη χώρα των
2
θαυμάτων παρόλο που γράφτηκαν για να αφιερωθούν σε κάποιο παιδί, αγαπήθηκαν και
διαβάστηκαν πολύ και από παιδιά και από μεγάλους. Παραδείγματα τέτοιων έργων
σίγουρα υπάρχουν πολλά από παλιά (Ο Άρχοντας των δαχτυλιδιών, Ο μικρός πρίγκιπας)
μέχρι και πολύ σύγχρονα (Χάρυ Πότερ και τα βιβλία του Phillip Pullman).
Συνεπώς γίνεται φανερό, πως παρόλο που το φαινόμενο της crossover λογοτεχνίας
αναπτύχθηκε ραγδαία στον Δυτικό κόσμο κυρίως τον 21ο αιώνα με βασικό δείγμα της τον
Χάρυ Πότερ2
, οπωσδήποτε δεν είναι κάτι νέο. Αναγνώστες κάθε ηλικίας που επιλέγουν τι
θα διαβάσουν πέρα από συμβάσεις και τυπικούς διαχωρισμούς υπήρχαν, υπάρχουν και θα
υπάρχουν πάντα. Το ίδιο και συγγραφείς. Πολλοί είναι οι συγγραφείς που έγραφαν και για
μικρούς και για μεγάλους, αλλά έγιναν γνωστοί κυρίως για τα έργα τους που ανήκουν στην
Παιδική Λογοτεχνία, όπως η Louisa May Alcott, ο Roald Dahl, ο C.S. Lewis, ο Erich
Kastner κ.α. (Beckett 2009: 6). Ωστόσο, αν θέλουμε να δώσουμε την αυστηρή έννοια του
όρου «crossover συγγραφέας» (author) είναι «ο συγγραφέας που απευθύνεται σε ενήλικες
και παιδιά με το ίδιο κείμενο» (Beckett 2009: 7), παρόλο που η πλειοψηφία των crossover
κειμένων δεν είναι έργα που γράφτηκαν, εκδόθηκαν και καθιερώθηκαν για αναγνώστες
όλων των ηλικιών. Τα περισσότερα εκδόθηκαν για συγκεκριμένο κοινό και υιοθετήθηκαν
από ένα άλλο με τη διαδικασία του «cross-reading» (Beckett 2009: 7).
Το συγκεκριμένο γεγονός έχει οδηγήσει σε μια συζήτηση σχετικά με την
αναζήτηση των συνθηκών που οδηγούν παιδιά και νέους στο να διαβάζουν βιβλία που
προορίζονται για ενήλικες και το αντίστροφο. Στο πλαίσιο αυτό έχουν διατυπωθεί απόψεις
που υποστηρίζουν πως οι ενήλικοι διαβάζουν παιδική λογοτεχνία, γιατί καθώς το στοιχείο
του μύθου προσελκύει αναγνώστες κάθε ηλικίας, το crossover προσφέρει αρχέτυπα που
«μιλούν» στο υποσυνείδητο με τρόπους που δεν κάνει συχνά η λογοτεχνία ενηλίκων
(Beckett 2009: 255). Αντίστοιχα πολλοί πιστεύουν πως η νοσταλγία για την αθωότητα της
παιδικής ηλικίας είναι αυτή που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (Beckett 2009: 257). Στο ίδιο
πνεύμα κινείται και ο Byatt, ο οποίος μιλώντας σε άρθρο του το 2003 στους New York
Times για το φαινόμενο του Χάρυ Πότερ, επισημαίνει πως οι μεγάλοι διαβάζουν Χάρυ
Πότερ, γιατί ξαναγίνονται παιδιά. Η μεταμόρφωση του παιδιού σε ενήλικα και η μετάβαση
από την παιδική ηλικία στην ωριμότητα φαίνεται πως επίσης προσελκύει παιδιά, έφηβους
αλλά και ενήλικες να διαβάσουν βιβλία τα οποία στην πορεία καθίστανται crossover,
κάνοντας ορισμένους κριτικούς να μιλούν για ‘infantilization’ ή για‘adultization’
αντίστοιχα (Falconer 2009: 3, Beckett 2009: 258) .
Χωρίς να αναζητά τα στοιχεία εκείνα που οδηγούν στο φαινόμενο crossover, ο C.S.
Lewis (1952) δίνει μια νέα διάσταση για την εποχή του στην «διαηλικιακή» ανάγνωση και
συγγραφή διατυπώνοντας την άποψη πως μια παιδική ιστορία που την απολαμβάνουν
μόνο τα παιδιά είναι μια κακή παιδική ιστορία και πως αν μια παιδική ιστορία είναι η
πλέον κατάλληλη μορφή για να πει ο συγγραφέας αυτό που θέλει, τότε ο αναγνώστης που
θέλει να την ξανακούσει θα την ξαναδιαβάσει σε οποιαδήποτε ηλικία. Αντίστοιχα ο
Maurice Sendak στην τελευταία του συνέντευξη το 2012, όταν ρωτήθηκε γιατί γράφει για
παιδιά, απάντησε πως «δεν γράφει για παιδιά, αλλά απλώς γράφει και τότε κάποιος λέει
‘Αυτό είναι για παιδιά!’».
Την άποψη του Sendak φαίνεται να ενστερνίζεται εν μέρει και ο Μάνος Κοντολέων
με το βιβλίο του Αμαρτωλή Πόλη, αφού όπως λέει και ο ίδιος ολόκληρο τον πρώτο χρόνο
συγγραφής του δεν μπορούσε να αποφασίσει αν το έργο που γράφει ανήκει στη λογοτεχνία
για νέους ή σε αυτή των ενηλίκων3
. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει πως με το συγκεκριμένο
κείμενό του αποτελεί έναν crossover συγγραφέα, που πολύ συνειδητά απευθύνεται σε ένα
ποικίλο αναγνωστικό κοινό αναγνωρίζοντας πιθανώς αυτό που η Harju αποκαλεί
‘crossover continuum’ (Harju: 365), μια φιλοσοφία δηλαδή που αναγνωρίζει και εξερευνά
τη συνέχεια των ανθρώπινων εμπειριών ανάμεσα στα διάφορα στάδια της ζωής.
3
Ποια είναι όμως τα στοιχεία εκείνα που χαρακτηρίζουν ένα μυθιστόρημα ως
crossover; Σύμφωνα με την Beckett (2009: 258-265) το θέμα της μεταμόρφωσης του
παιδιού σε ενήλικα, η μίξη των λογοτεχνικών ειδών, η σύνθετη πλοκή, οι σύνθετοι,
αμφιλεγόμενοι χαρακτήρες, η ποικιλία αφηγηματικών τεχνικών και η απουσία taboo
αποτελούν κοινά χαρακτηριστικά των μυθιστορημάτων που διαβάζονται τόσο από
εφήβους όσο και από ενήλικες. Καθώς τα χαρακτηριστικά αυτά συναντώνται και στην
εφηβική λογοτεχνία, αλλά και σε οποιοδήποτε καλό λογοτεχνικό έργο, στο παρόν άρθρο
θα επιχειρήσουμε να διακρίνουμε τα ιδιαίτερα στοιχεία της Αμαρτωλής Πόλης και τα
στοιχεία εκείνα που μπορούν να την χαρακτηρίσουν ως crossover, λαμβάνοντας υπόψη
μας το παράδοξο του βιβλίου αυτού. Η Αμαρτωλή Πόλη πριν ακόμη διαβαστεί και «βρει
τον δρόμο της» από το αναγνωστικό κοινό, χαρακτηρίζεται ως crossover από τον
συγγραφέα, ο οποίος δηλώνει στο εξώφυλλο του βιβλίου την πρόθεσή του να γράψει ένα
βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί δια-ηλικιακά από ενήλικες και εφήβους.
Ο Μάνος Κοντολέων γράφει ένα μυθιστόρημα τοποθετώντας στη βάση του ένα πολύ
επίκαιρο θέμα, αυτό της οικονομικής κρίσης και των επιπτώσεών της στη ζωή όλων των
μελών μιας οικογένειας, χωρίς να διστάσει να θίξει με τόλμη παράπλευρα ζητήματα όπως
η ομοφυλοφιλία, το επί πληρωμή σεξ, ο βιασμός. Η ιστορία (story), εξάλλου και ο τρόπος
αφήγησής της είναι σημαντικό στοιχείο κάθε μυθιστορήματος και ταυτόχρονα το «κλειδί»
που δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα, αν επιθυμεί, να υπερπηδήσει κάθε μορφή
περιορισμού ηλικιακού ή ειδολογικού και να δημιουργήσει μυθοπλαστικούς κόσμους.
Κόσμους βασισμένους στην καθημερινή ζωή ή κόσμους φανταστικούς, βασισμένους σε
αρχέτυπα, κόσμους όπου κάθε αναγνώστης μπορεί να αναγνωρίσει ένα δικό του κομμάτι
και να ανατροφοδοτήσει προσωπικές του φιλοσοφικές και ψυχολογικές αναζητήσεις.
Το μυθοπλαστικό σύμπαν του Μάνου Κοντολέων στην Αμαρτωλή πόλη
αποτυπώνεται χωρίς ωραιοποιήσεις και taboo, στοιχείο που υπερβαίνει τον συντηρητισμό
που διακρίνει την ελληνική εφηβική λογοτεχνία (Κατσίκη - Γκίβαλου 2011: 26). Η
πρωταγωνίστρια Στεφανία χάνει την παιδική αθωότητά της και μεταβαίνει στη σκληρή
ενήλικη πραγματικότητα, καθώς έχει να αντιμετωπίσει την οικονομική καταστροφή της
οικογένειάς της και ταυτόχρονα να διαχειριστεί την απιστία της μητέρας της και το
επικείμενο διαζύγιο των γονιών της. Στην πορεία ελεύθερης πτώσης των αξιών, του
τρόπου και της ποιότητας ζωής της, τη «συνοδεύει» ο πατέρας της κρατώντας την
απόσταση της παθολογικής κατάθλιψης και του αλκοολισμού. Η Στεφανία μόνη και
ουσιαστικά αβοήθητη επιλέγει το εύκολο χρήμα μέσα από τον πληρωμένο έρωτα για να
επιβιώσει, αντιμετωπίζοντας τον σεξουαλικό εκβιασμό από τον ανήθικο θείο της, τον
μοναδικό συγγενή που στηρίζει οικονομικά αλλά ταυτόχρονα εκμεταλλεύεται τον πατέρα
της.

Με τη ζωή της Στεφανίας εμπλέκεται και η ζωή του ομοφυλόφιλου φίλου της Τονίνο.
Γιος μιας έκπτωτης λαϊκής τραγουδίστριας συμβιώνει με τη μητέρα του και τον εραστή -
χρηματοδότη της, ο οποίος δεν θα διστάσει να γίνει ο πρώτος εραστής του Τονίνο, και να
τον ωθήσει στην πορνεία. Χωρίς τύψεις και με μια αίσθηση μαζοχιστικής απόλαυσης ο
δευτεραγωνιστής ήρωας βιώνει τη σεξουαλικότητά του, η οποία αποτυπώνεται από τον
συγγραφέα χωρίς λεπτομερείς περιγραφές σεξουαλικών πράξεων, αλλά με σαφή
υπονοούμενα της βιαιότητας και της ωμότητας των επιλογών του. Η Στεφανία και ο
Τονίνο χωρίς ρομαντισμούς και ευαισθησίες αντιμετωπίζουν τα προσωπικά τους αδιέξοδα,
τους «ανίκανους», βυθισμένους στο τέλμα γονείς τους βαδίζοντας μέσα από τις
συμπληγάδες της ωρίμανσης, η οποία στο τέλος θα οδηγήσει σε μια καθόλου
ωραιοποιημένη κάθαρση.
Ο Κοντολέων πραγματευόμενος ένα τόσο σύγχρονο θέμα κινείται στη θεματολογία
τόσο του ενήλικου όσο και του σύγχρονου, ξένου κυρίως, εφηβικού μυθιστορήματος, το
οποίο θίγει κοινωνικά θέματα, ιδιαίτερα σκληρά, όπως η κακοποίηση ανηλίκων, η βία, τα
4
ναρκωτικά, οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις, ο αλκοολισμός, το διαζύγιο, ο σκοτεινός κόσμος
του λαμπερού life style, η ανήσυχη εφηβεία, η αλλοτρίωση, η ψυχολογική αποξένωση, ο
φόβος, ο εκφοβισμός (Κατσίκη – Γκίβαλου 2011: 23, Πολίτης 2011: 136). Με τη
συγκεκριμένη θεματική επιλογή του, που περιέχει λίγο ή πολύ όλα τα παραπάνω, δηλώνει
την τολμηρή και πρωτότυπη πρόθεσή του να ξεπεράσει κάθε αυτολογοκριτική διάθεση
που μπορεί να επιβάλει η ελληνική κοινωνία και η οποία αποτυπώνεται στο ελληνικό
εφηβικό μυθιστόρημα σε ζητήματα ιδεολογίας και γλώσσας (Τσιλιμένη & Πανάου 2011:
228), στην απάλυνση βίαιων καταστάσεων και ωραιοποίησης των αδιεξόδων οδηγώντας
πάντα σε αισιόδοξη λύση (Κατσίκη – Γκίβαλου 2011: 26), καθώς και στην απουσία
βασικών στοιχείων της ζωής των εφήβων, όπως είναι οι σεξουαλικές σχέσεις
(Οικονομίδου 2011: 240). Κι ενώ όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της Αμαρτωλής Πόλης
φαίνονται να αποτελούν καινοτομία του 21ου αιώνα για το ελληνικό εφηβικό μυθιστόρημα
(Παπαδάτος 2014: 40-41), δεν αποτελούν καινοτομία και και για τον ίδιο τον συγγραφέα,
αφού τολμά από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 ακόμη να μιλήσει χωρίς taboo,
διαμορφώνοντας έτσι τον χώρο του ελληνικού crossover μυθιστορήματος4
.
Το χωροχρονικό πλαίσιο της ανάπτυξης του θέματος αποτελεί ένα σύγχρονο,
ρεαλιστικό και όχι ρομαντικό περιβάλλον, το οποίο επηρεάζει την ωρίμανση των
χαρακτήρων, στοιχείο που σύμφωνα με τους (Nilsen & Donelson 8
2009: 32) αποτελεί ένα
ακόμη χαρακτηριστικό γνώρισμα του εφηβικού μυθιστορήματος. Η Αμαρτωλή Πόλη
αποτελεί το αστικό περιβάλλον, το οποίο «παραπέμπει στον σκοτεινό λαβύρινθο της
αστικής μεγαλούπολης που συνδέεται παρηγορητικά ή και αντιστικτικά με τα περίχωρα
και την εξοχή, τον χώρο όπου τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα επουλώνουν ή αντιμετωπίζουν
τα τραύματά τους». (Πάτσιου, 2016). Στην ακαθόριστη γεωγραφικά αλλά πολύ οικεία σε
εμάς πόλη, τα μυθοπλαστικά πρόσωπα, όπως ομολογεί ο ίδιος ο συγγραφέας σε
συνέντευξή του στη Γιούλη Τσακάλου (19/10/2016), «πράττουν ως άτομα αμαρτωλά,
αλλά στην ουσία δεν είναι αυτά που αμαρτάνουν, όσο η ίδια η Πόλη. Η Πόλη με την
αρχαία έννοια της –ως μορφή πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, που αφήνει
απροστάτευτους εκείνους που την έχουν εμπιστευθεί». Ωστόσο, παρόλο που το έργο
αποτελεί μια μορφή έμμεσης και άμεσης καταγγελίας της Πόλης που παρουσιάζεται
αλλοτριωμένη, οι ήρωες που την ενσαρκώνουν δεν παρουσιάζονται ηθικοί και ακέραιοι,
όπως συνήθως συμβαίνει στα σύγχρονα ελληνικά εφηβικά μυθιστορήματα ιδεών
(Οικονομίδου 2011: 250). Οι ήρωες του Κοντολέων «βουτούν» στην αμαρτία, οδηγούνται
σε τολμηρές πράξεις, προβαίνουν σε ηθικά αμφισβητούμενες επιλογές.
Γίνεται φανερό, λοιπόν, πως η ιστορία, το θέμα και η δύναμη της αφήγησής της
που προσελκύει διαφορετικές ηλικίες αναγνωστών, αποτελεί βασικό στοιχείο τόσο του
μυθιστορήματος crossover όσο και του εφηβικού μυθιστορήματος. Εκτός όμως από αυτά
υπάρχουν και άλλα χαρακτηριστικά που καθορίζουν ένα crossover μυθιστόρημα, όπως
αυτό του Μάνου Κοντολέων, τα οποία συμπίπτουν συχνά με τα χαρακτηριστικά των
εφηβικών μυθιστορημάτων.
Στην Αμαρτωλή Πόλη η αφήγηση μέσα από μια σύνθετη πλοκή αξιοποιεί ποικιλία
αφηγηματικών τεχνικών, χαρακτηριστικό που συναντάται στα παιδικά ή εφηβικά
μυθιστορήματα που αγαπήθηκαν και από το ενήλικο κοινό (Beckett 2009: 260). Η
εναλλαγή ενήλικων και εφηβικών οπτικών, η κυκλική αφήγηση, η εναλλαγή σκέψεων και
λόγου, οι σκηνές με γρήγορο, κινηματογραφικό ρυθμό, η μετωνυμική σχέση του χώρου
με τη ζωή των χαρακτήρων και η πρωτότυπη δήλωση παρουσίας του αφηγητή στην αρχή
κάθε κεφαλαίου, όπου εκφράζονται σκέψεις και απόψεις που αποδίδονται στον
εννοούμενο συγγραφέα, αποτελούν τις αφηγηματικές τεχνικές που χρησιμοποιεί ο
Κοντολέων.
Η έναρξη του μυθιστορήματος με ένα κεφάλαιο που επαναλαμβάνεται λίγο πριν
το τέλος, αξιοποιώντας την τεχνική in medias res, καθιστά το μεγαλύτερο μέρος της
5
αφήγησης μια πλήρη ανάληψη (Τζούμα 1997: 50), γεγονός που αυτομάτως προκαλεί
ενδιαφέρον στον αναγνώστη και αποδίδει κινηματογραφικά την ιστορία. Ο χρονικός
χωρισμός των κεφαλαίων σε «Σήμερα...Τώρα», «Πριν...πολύ πιο πριν από σήμερα»,
«Πριν...Λίγο πιο πριν από σήμερα» και «Σήμερα...Τώρα», επιτείνει την αίσθηση αυτή και
σε συνδυασμό με την κοφτή γραφή εκφράζει απόλυτα την έντονη κατάσταση και τα
δυνατά συναισθήματα των ηρώων.
‘Στη Λεωφόρο ακίνητα αυτοκίνητα.
Στα καλώδια του ηλεκτρικού -λίγο πιο πριν- κάποια πουλιά.
Τρομάξανε...Πετάξανε. Τα καλώδια τώρα γυμνά.
Κάποιο τροχαίο, κορναρίσματα, φρεναρίσματα και ξαφνικά μποτιλιάρισμα και στις
τέσσερις λωρίδες.
Στην αριστερή το μαύρο Citroen, τώρα. Με τα μαύρα, τα φιμέ τζάμια. Δεν τη βλέπει κανείς
τη Στεφανία. Μόνο εκείνη μπορεί να δει.
Βλέπει. Από πίσω ένα κίτρινο βαν∙ μπροστά μια κόκκινη BMW και στο πίσω κάθισμα ένα
κορίτσι...
Κι η Στεφανία στο πίσω κάθισμα και αυτή. Δεν είναι όμως μόνη...’
Οι βασικοί χαρακτήρες, έφηβοι και ενήλικες είναι ολοκληρωμένοι, πλήρως
ανεπτυγμένοι, αληθινοί και με αντικρουόμενα συναισθήματα, που τους καθιστούν
ρεαλιστικές απεικονίσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Η γλώσσα, οι φράσεις, οι διάλογοι που
χρησιμοποιούν είναι αυθεντικοί, ρεαλιστικοί και αντιπροσωπεύουν το κοινωνικό και
ηλικιακό τους υπόβαθρο, καθώς και τον τόπο καταγωγής τους. Οι ήρωες δεν κινούνται
μόνο στο μαύρο ή το άσπρο, το καλό ή το κακό, αλλά αντιπροσωπεύουν τις ποικίλες
αποχρώσεις του γκρίζου. Βάση του έργου αποτελεί η δεκαοκτάχρονη Στεφανία, σύμφωνα
με τον συγγραφέα. «Μια κοπέλα που βλέπει όλα όσα τη στηρίζανε να χάνονται, να
γκρεμίζονται. Και την ώρα που θα έπρεπε να καλωσορίζει το μέλλον της, αντιμετωπίζει
αδιέξοδα. Μα αμέσως μετά, δίπλα της ήρθε να σταθεί ο Κλεάνθης, ο σαρανταπεντάχρονος
πατέρας της, που κι αυτός ζει το δικό του δράμα – ένας άντρας που διαψεύδεται ως
επαγγελματίας, ως οικογενειάρχης, ως πολίτης. Μαζί με αυτούς και ο Τονίνο. Ο νεαρός
που, πίσω από τη διάθεσή του για σαμποτάζ, κρύβει την ανάγκη του να καταφύγει σε
διάφορα καμουφλάζ» (από τη συνέντευξη στη Χαριτίνη Μαλισσόβα, diastixo.gr). Οι
έφηβοι χαρακτήρες ακολουθούν τη δική τους διαδρομή ωρίμανσης, μέσα από μια σχεδόν
δυστοπική πορεία αυτογνωσίας και κριτικής. Παρόλο που ανεξαρτητοποιούνται από τους
γονείς και συγκρούονται μαζί τους απομυθοποιώντας το πρότυπο της αστικής οικογένειας,
ταυτόχρονα λειτουργούν προστατευτικά προς αυτούς, αντιστρέφοντας τους
οικογενειακούς ρόλους. Δομούνται και ταυτόχρονα αποδομούνται συνθέτοντας
αμφιλεγόμενες, αντιθετικές και όχι στερεοτυπικές φιγούρες, στοιχείο που όπως είδαμε
παραπάνω επίσης συναντάται στα μυθιστορήματα crossover.
Κι ενώ ως προφανής βασική ηρωίδα του μυθιστορήματος φαίνεται η Στεφανία, «η
Αμαρτωλή Πόλη είναι στην ουσία ένα σπονδυλωτό αφήγημα μοιρασμένο ακριβοδίκαια
στις ζωές των προσώπων του, ακολουθώντας την πορεία της καθεμιάς στις τεθλασμένες
της παλινδρομήσεις μέσα στο χρόνο» (Χωρεάνθη 2016). Οι ζωές και οι προσωπικότητες
αυτών των προσώπων, της Στεφανίας, του Κλεάνθη, του Τονίνο και της μητέρας του
Χρύσας, πλαισιωμένες από αρκετούς δευτερεύοντες χαρακτήρες, χτίζονται σταδιακά μέσα
στο κείμενο από χρονικές αναλήψεις που αποκαλύπτουν το παρελθόν τους, μέσα από
σκέψεις, λόγια και πράξεις, που αλληλοσυμπληρώνονται με την εναλλαγή των οπτικών
γωνιών τους. Κι αυτό αποτελεί ένα ακόμη ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του crossover
μυθιστορήματος, όπου η οπτική που αναπτύσσεται δεν είναι μόνο αυτή του εφήβου, όπως
συμβαίνει στα περισσότερα εφηβικά μυθιστορήματα (Γεωργοπούλου 2004: 206), αλλά και
του ενήλικα.
6
Ως χαρακτήρες ο Κλεάνθης και η Χρύσα πορεύονται μαζί με τα παιδιά τους
αποτελώντας με τις επιλογές τους τη βασική, κινητήρια δύναμη της πλοκής, η οποία οδηγεί
σε δραματικές εντάσεις. Στο πρόσωπο της Χρύσας γίνεται φανερή η κρίση των αξιών πριν
την οικονομική κρίση και μετά από αυτή. Μητέρα επιφανειακή, χωρίς ουσιαστικό
ενδιαφέρον για το παιδί της, άβουλη, που όμως ως το τέλος του μυθιστορήματος
παρουσιάζει κάποια εξέλιξη. Ο χαρακτήρας του Θεοφάνη, ενός ακόμη ενήλικου
προσώπου της ιστορίας έρχεται να συμπληρώσει την ομάδα των ενήλικων ηρώων του
μυθιστορήματος, αποτυπώνοντας αυτό ακριβώς που αναφέρθηκε παραπάνω σχετικά με
την ύπαρξη αμφιλεγόμενων και όχι μονοδιάστατων χαρακτήρων. Ο Θεοφάνης, χωρίς να
αποτελεί πρωταγωνιστικό πρόσωπο και χωρίς να υπάρχει εκτενής ανάπτυξη της δικής του
οπτικής, δίνει ώθηση στην πλοκή και ένα τέλος στη βασανιστική διαδρομή του Τονίνο,
καθώς μεταλλάσσεται και αποκαλύπτει αντικρουόμενες πτυχές της προσωπικότητάς του.
Σημαντικό και ξεχωριστό στοιχείο του μυθιστορήματος, το οποίο δίνει την
ευκαιρία για πολλαπλές και διαφορετικές αναγνωστικές ανταποκρίσεις στους ποικίλους
ηλικιακά αναγνώστες του, αποτελεί η παρουσία του αφηγητή και μέσα από αυτόν του
εννοούμενου συγγραφέα. Μέσα από τη διατύπωση απόψεων και στάσεων που οδηγούν σε
προβληματισμό στην αρχή των κεφαλαίων, από διακείμενα, διάσπαρτους στίχους, από
περιγραφές γκράφιτι και από το ποίημα «Ουρλιαχτό» του Άλλεν Γκίνσμπεργκ που
αποτελεί την εισαγωγή στο βιβλίο, δίνεται ένα έντονο ιδεολογικό στίγμα.
‘Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου χαλασμένα απ’ την τρέλα, λιμασμένα υστερικά
γυμνά, να σέρνονται μεσ’ απ’ τους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση
[...]
φτωχοί και κουρελήδες με βαθουλωμένα μάτια, που φτιαγμένοι ξενυχτούσαν καπνίζοντας
στο υπερφυσικό σκοτάδι παγωμένων διαμερισμάτων, αρμενίζοντας πάνω από τις κορφές των
πόλεων [...]
το πήρανε απόφαση κι αναγκάστηκαν ν’ ανοίξουν μαγαζιά με αντίκες όπου νιώθουν πως
γερνούν, και κλαίγανε,
που κάηκαν ζωντανοί με τα αθώα φανελένια τους κουστούμια [...]’
Άλλεν Γκίνσπεργκ, «Ουρλιαχτό»
ή
‘Πότε μια πόλη γίνεται αμαρτωλή; Και πώς τάχα; Μήπως είναι οι κάτοικοί της που αφού
πρώτα οι ίδιοι αμαρτήσουν, στη συνέχεια μολύνουν και την πολιτεία που τους φιλοξενεί;
Ή να ΄ναι η ίδια η πόλη που διοχετεύει τις αμαρτωλές σκέψεις της σε όσους την επέλεξαν
για να ζήσουν μέσα στις λεωφόρους της, στα πάρκα της, στις πιο απόμερες γειτονιές της;
Ό,τι κι αν ισχύει, το αποτέλεσμα μένει σταθερό.
Μιλάμε για μια πόλη αμαρτωλή.
Που κάποτε -ίσως- να μην ήταν.
Και μιλάμε, ακόμα, για ανθρώπους αμαρτωλούς.
Που κάποτε -ίσως- να μην ήταν’.
Ο Μάνος Κοντολέων μέσα από τη συγκεκριμένη του επιλογή απευθύνεται σε κάθε
αναγνώστη ατομικά, μέσα από τις εμπειρίες, τη συναισθηματική νοημοσύνη, τις
ευαισθησίες και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του. Δεν διστάζει να διακόψει τη ροή της
αφήγησης και να μεταφέρει τη δύσκολη και σκοτεινή αλήθεια μέσα από τις κοινωνικές
και ηθικές πεποιθήσεις και προβληματισμούς του, δίχως αυτολογοκριτική διάθεση. Με
λόγο που ρέει ρυθμικά, χρησιμοποιώντας αρκετές φορές αποσιωπητικά ή κενά, μετατρέπει
τον αφηγηματικό λόγο σε μια μορφή εσωτερικού μονολόγου, χωρίς να γίνεται απόλυτα
διακριτό αν πρόκειται για ροή συλλογισμών των ηρώων ή λόγο του αφηγητή που
απευθύνεται σε κάποιον ήρωα ή στον αναγνώστη. Με τον συγκεκριμένο τρόπο δεν
7
προσφέρει «έτοιμες λύσεις», αλλά δίνει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να σκεφτεί και να
διαμορφώσει τη δική του άποψη.
‘Κι αναρωτιέμαι...Αναρωτιέστε κι εσείς μαζί μου, αν τελικά πρέπει να
καταδικαστούν οι φοβισμένοι αμαρτωλοί τούτου του κόσμου, τούτης της πόλης.
Αναρωτιέμαι...Αναρωτιέστε.
Ας το σκεφτούμε λοιπόν.’
Ως συγγραφέας και μέλος της κοινωνίας του και ως φορέας κοινωνικών
πεποιθήσεων ο Κοντολέων βρίσκεται μέσα στο κείμενο όχι μόνο άμεσα αλλά και έμμεσα
μέσα από τις συνυποδηλώσεις του τίτλου, των ονομάτων των ηρώων (Θεοφάνης είναι το
όνομα του πλέον έκπτωτου χαρακτήρα), των αφηγηματικών του επιλογών. Η πτώση της
πόλης, των ανθρώπων, των ηθών και των αξιών είναι υποκειμενική και όχι συλλογική,
καθώς στο κείμενό του ο συγγραφέας όπως και κάθε συγγραφέας αναπαριστά τον έξω
κόσμο διυλισμένο μέσα από τη δική του οπτική και ιδιοσυγκρασία (Γαβριηλίδου 2008:
33), δίνοντάς του με αυτόν τον τρόπο έναν ιδεολογικό προσανατολισμό, που έτσι κι αλλιώς
κάθε λογοτέχνημα έχει (Sutherland 1985:143, Καλλέργης 1995: 44, 48). Κι ενώ η άμεση
ιδεολογική προβολή είναι πάντα ο τρόπος για τους συγγραφείς της παιδικής και εφηβικής
λογοτεχνίας με τον οποίο κατορθώνουν να προβάλλουν στους αναγνώστες νέες ιδέες ή
καταστάσεις που τους προβληματίζουν και τους κινητοποιούν (Κανατσούλη 2004: 21), ο
Κοντολέων μεταφέρει τους προβληματισμούς του αβίαστα μέσα από έναν
μεταμυθοπλαστικό λόγο, ο οποίος κυριαρχεί.
Τέλος, η επιλογή του συγγραφέα για το τέλος της Αμαρτωλής Πόλης αποτελεί
επίσης μια ένδειξη της crossover γραφής του. Το τέλος του βιβλίου είναι ανοιχτό για τον
αναγνώστη, με έναν τόνο αισιοδοξίας, ο οποίος δεν απορρέει ανώδυνα. Η κατάληξη δεν
είναι happy end. Οι ήρωες δεν βγαίνουν αλώβητοι από την ιστορία. Η ελπίδα δεν
επιβάλλεται, αλλά επιλέγεται από όποιον δεν αντέχει τα δύσκολα και τα επώδυνα. Έτσι,
παρόλο που στη σύγχρονη εφηβική λογοτεχνία οι ήρωες όσο κι αν διαγράφονται με
δυσκολίες, διατηρούν μια αισιοδοξία, αφήνοντας στο τέλος μια χαραμάδα ελπίδας
(Κανατσούλη 2004: 37, Norton 1995: 450), στην Αμαρτωλή Πόλη η εφηβική με την
ενήλικη λογοτεχνία συνυπάρχουν, καθώς συνδυάζεται το σκοτεινό με το αισιόδοξο.
Συμπερασματικά, συνοψίζοντας όσα αναφέρθηκαν παραπάνω γίνεται φανερό πως
όπως και ο σαφής ορισμός της παιδικής ή εφηβικής λογοτεχνίας είναι προβληματικός και
αμφιλεγόμενος, έτσι και τα χαρακτηριστικά των κειμένων που απευθύνονται σε μικτό
κοινό δεν είναι σαφώς καθορισμένα. Συχνά στοιχεία της παιδικής, εφηβικής και ενήλικης
λογοτεχνίας συνυπάρχουν σε ένα κείμενο που διαβάζεται δια-ηλικιακά ή ένα crossover
κείμενο αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μίας μόνο λογοτεχνικής κατηγορίας.
Αναζητώντας πιο συγκεκριμένα τα βασικά χαρακτηριστικά της crossover μυθοπλασίας,
διαπιστώσαμε πως σύμφωνα με τους μελετητές (Beckett, Falconer) η σύνθετη πλοκή, οι
ποικίλες αφηγηματικές τεχνικές, η ολοκληρωμένη απόδοση της διαδικασίας ωρίμανσης
και ενηλικίωσης των χαρακτήρων, η ύπαρξη σφαιρικών μυθοπλαστικών προσώπων και η
πληθώρα άλλων που τα πλαισιώνουν και τέλος η χωρίς taboo ανάπτυξη του θέματος
αποτελούν τα κοινά εκείνα στοιχεία που συναντώνται σε μυθιστορήματα crossover.
Στοιχεία, τα οποία εντοπίζονται και ως βασικά χαρακτηριστικά ενός καλού
μυθιστορήματος εν γένει. Αυτό ίσως θέλει να υποστηρίξει και ο Μάνος Κοντολέων, όταν
λέει πως «τα μυθιστορήματα crossover είναι εκείνα τα λογοτεχνικά έργα που, αν και
στηρίζονται σε θέματα που αφορούν τον έφηβο (μερικές φορές ακόμα και ένα παιδί),
εντούτοις με τη γλωσσική τους ενσάρκωση και τον εσωτερικό φωτισμό του θέματός τους,
μπορούν να κρατήσουν το ενδιαφέρον και ενός ενήλικου αναγνώστη» (Κοντολέων 2016).
8
Κλείνοντας, αυτό που θα πρέπει να διευκρινίσουμε είναι πως στο παρόν άρθρο το
βιβλίο του Μάνου Κοντολέων εξετάζεται ως μυθιστόρημα crossover σύμφωνα με την
πρόθεση του συγγραφέα και τις συγγραφικές τεχνικές που χρησιμοποιεί για να το
κατορθώσει. Ο ίδιος μάλιστα στο σημείωμά του στο τέλος του βιβλίου επισημαίνει πως
«η Αμαρτωλή πόλη είναι -ή διεκδικεί να είναι- ένα σύγχρονο μυθιστόρημα ενηλικίωσης ή
-με τον νέο τρόπο ονοματοδοσίας αυτού του λογοτεχνικού είδους- ένα μυθιστόρημα
crossover» (Κοντολέων: 388). Το αν βέβαια κάθε μυθιστόρημα ενηλικίωσης
(bildungsroman) είναι και μυθιστόρημα crossover ή το αντίστροφο είναι υπό συζήτηση,
αφού το bildungsroman αποτελεί λογοτεχνικό είδος ενώ το crossover δεν υπόκειται σε
ειδολογικές κατατάξεις. Ένα βιβλίο καθίσταται crossover στην πορεία του χρόνου και στη
συνείδηση των αναγνωστών. Αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο στα βιβλία παιδικής
λογοτεχνίας που διαβάστηκαν και διαβάζονται και από εφήβους αλλά και από ενήλικες,
καθώς και στα βιβλία ενηλίκων που διαβάστηκαν και αγαπήθηκαν από παιδιά και νέους.
Συνεπώς, το αν ένα βιβλίο (συμπεριλαμβανομένης και της Αμαρτωλής πόλης) καθιερωθεί
ως crossover ή όχι είναι θέμα της στάσης και της αντίληψης και όχι της ηλικίας του
αναγνωστικού κοινού του. Έτσι, η crossover λογοτεχνία υπάρχει για να εγείρει κάθε φορά
το ερώτημα «Υπάρχει σωστή ηλικία για να διαβάσεις ένα βιβλίο;» και ταυτόχρονα για να
δίνει την απάντηση «Βεβαίως και όχι» (Becket 2009: 270).
Σημειώσεις
1 http://www.wordreference.com/engr/crossover
2 Ως crossover μυθιστόρημα θεωρείται το 4ο Βιβλίο του Χάρυ Πότερ (2004).
3 Οι απόψεις του Μάνου Κοντολέων διατυπώθηκαν σε συνάντησή του με τους φοιτητές του Μεταπτυχιακού
της «Λογοτεχνίας» στο ΠΤΔΕ του ΕΚΠΑ, στο πλαίσιο του μαθήματος «Παραάδοση και Νεωτερικότητα στη
Λογοτεχνία» με διδάσκουσες την Καθηγήτρια κα Βίκυ Πάτσιου και τη Χρύσα Κουράκη, στις 8/11/2016.
4 Ενδεικτικά μυθιστορήματα του Μάνου Κοντολέων που μπορούν να ενταχτούν στην κατηγορία του crossover
είναι τα: Μάσκα στο φεγγάρι, Πατάκης, 1997, Γεύση πικραμύγδαλου, Πατάκης, 1996, Δε με λένε Ρεγγίνα,
Άλεχ με λένε, Πατάκης 2011.
Βιβλιογραφία
Ελληνική
Γαβριηλλίδου Σ. (2008). Το δύσκολο επάγγελμα του κλασικού ήρωα, Θεσσαλονίκη,
University Studio Press.
Γεωργοπούλου Κ. (2004). ‘Το σύγχρονο εφηβικό μυθιστόρημα’, στο Τσιλιμένη Τασούλα
(επιμ.), Το σύγχρονο ελληνικό παιδικό –νεανικό μυθιστόρημα, Θεσσαλονίκη, Σύγχρονοι
Ορίζοντες, σσ. 200 – 209.

9

Καλλέργης Ι. (1995). ‘Το πρόβλημα της ιδεολογίας στην παιδική λογοτεχνία’ στο Κατσίκη -
Γκίβαλου Α., Παιδική Λογοτεχνία, Θεωρία και πράξη (τόμος Α’), Αθήνα, Καστανιώτης, σ.
41-45.
Κανατσούλη Μ. (2004). Ιδεολογικές διαστάσεις της Παιδικής Λογοτεχνίας, Αθήνα,
Τυπωθήτω.
Κατσίκη-Γκίβαλου Α. (2011). ‘Αναγκαίες διακρίσεις και θεωρητικές/ιστορικές αναζητήσεις
της Εφηβικής Λοογτεχνίας’ στο Κανατσούλη Μ. & Πολίτης Δ. (επιμ.), Σύγχρονη Εφηβική
Λογοτεχνία: Από την ποιητική της εφηβείας στην αναζήτηση της ερμηνείας της, Αθήνα,
Πατάκης, σσ. 19-30.
Κοντολέων Μ., ‘Μυθιστόρημα Ενηλικίωσης. Από το Bildungsroman στο Crossover Novel’,
περιοδικό diastixo.gr., 15 Μαρτίου 2016. Στο http://diastixo.gr/epikaira/apopseis/5006-
kontoleon-15032016. Ανακτήθηκε στις 2/12/2016.
Κωτόπουλος Τ. (2011). ‘Οικογένεια και περιθωριακός ήρωας. Ιδεολογική λειτουργία,
συμβάσεις και ανατροπές στη σύγχρονη ελληνική εφηβική λογοτεχνία’, Κείμενα, τ.14. Στο
http://keimena.ece.uth.gr/main/t14/07_Kotopoulos_el.pdf. Ανακτήθηκε στις 7/4/2017.
Μαλισσόβα Χ., ‘Μάνος Κοντολέων: Συνέντευξη’, περιοδικό diastixo.gr, 25 Νοεμβρίου
2016. Στο http://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/6055-manos-kontolewn. Ανακτήθηκε στις
2/12/2016.
Οικονομίδου Σ. (2011). ‘Κοριτσίστικα εφηβικά μυθιστορήματα’ στο Κανατσούλη Μ. &
Πολίτης Δ. (επιμ.), Σύγχρονη Εφηβική Λογοτεχνία: Από την ποιητική της εφηβείας στην
αναζήτηση της ερμηνείας της, Αθήνα, Πατάκης, σσ. 239-257.
Παπαδάτος Γ. (2014). Το Παιδικό Βιβλίο στην Εκπαίδευση και στην Κοινωνία, Αθήνα,
Παπαδόπουλος.
Πάτσιου Β., ‘Αμαρτωλή πόλη: Μάνος Κοντολέων, κριτική βιβλίου’, culturenow.gr, 22
Δεκεμβρίου 2016. Στο http://www.culturenow.gr/amartwlh-polh-manos-kontolewn-kritikhvivlioy/.
Ανακτήθηκε στις 7/4/2017.
Τζούμα Α. (1997). Εισαγωγή στην αφηγηματολογία: Θεωρία και εφαρμογή της αφηγηματικής
τυπολογίας του G. Genette, Αθήνα, Συμμετρία.
Τσακάλου Γ. ‘Βιβλιο-Παρουσιάσεις-Κριτικές: Συνέντευξη του συγγραφέα Μάνου
Κοντολέων’, ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ, 19 Οκτωβρίου 2016. Στο blog
10

http://biblioparousiaseiskritikes.blogspot.gr/2016/10/blog-post_19.html. Ανακτήθηκε στις 18
Δεκεμβρίου 2016.
Τσιλιμένη Τ. & Πανάου Π. (2011). ‘Η γλώσσα των εφήβων στο σύγχρονο ελληνικό εφηβικό
μυθιστόρημα’ στο Κανατσούλη Μ. & Πολίτης Δ. (επιμ.), Σύγχρονη Εφηβική Λογοτεχνία:
Από την ποιητική της εφηβείας στην αναζήτηση της ερμηνείας της, Αθήνα, Πατάκης, σσ.
226-238.
Χωρεάνθη Μ. , ‘Μάνος Κοντολέων: «Αμαρτωλή πόλη. Κριτική’, περιοδικό diastixo.gr., 12
Δεκεμβρίου 2016. Στο http://diastixo.gr/kritikes/efivika/6136-amartoli-poli-kontolewn.
Ανακτήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 2016.
Ξένη
Becket S. (2009). Crossover Fiction. London & New York, Routledge.
Byatt A.S., ‘Harry Potter and the Childish Adult’, The New York Times, 7th July 2003. Στο
http://www.nytimes.com/2003/07/07/opinion/harry-potter-and-the-childish-adult.html.
Ανακτήθηκε στις 13/3/2017.
Falconer R. (2009). The Crossover Novel. Contemporary Children’s Fiction and It’s Adult
Readership, London & New York, Routledge.
Harju M.L. (2009). ‘Tove Jansson and the Crossover Continuum’, The Lion and the Unicorn,
vol.33, no 3 (September), pp. 362-375. Στο
file:///C:/Users/lenovo/Desktop/CROSSOVER/project_muse_315658.pdf. Ανακτήθηκε στις
30/10/2016.
Lewis C.S.. ‘On three ways of writing for children’. Στο
http://mail.scu.edu.tw/~jmklassen/scu99b/chlitgrad/3ways.pdf. Ανακτήθηκε στις 13/3/2017.
Nilsen & Donelson (
8
2009). Literature for Today’s Young Adults, Pearson Education Inc.
Norton D. (4
1995). Through the Eyes of a Child: An introduction to Children’s Literature. New
Jersey, Merrill – Prentice Hall.
11

Popova M.. ‘Grim Colberty Tales: Maurice Sendak’s Last On-Camera Appearance’,
brainpickings, 5/9/2012. Στο https://www.brainpickings.org/2012/05/09/grim-colberty-talesmaurice-sendak/.
Ανακτήθηκε στις 13/3/2017.
Rosoff M., ‘The grand tradition of crossover novels’, εφ. theguardian, Τετάρτη 19
Σεπτεμβρίου 2007. Στο
https://www.theguardian.com/books/booksblog/2007/sep/19/thegrandtraditionofcrossov.
Ανακτήθηκε στις 2/12/2016.
Smith K.C. (2012). ‘Critical Cross-overs’, Children’s Literature Association Quarterly, vol.
37, no1 (Spring), pp. 1-3. Στο
file:///C:/Users/lenovo/Desktop/CROSSOVER/project_muse_468409.pdf. Ανακτήθηκε στις
30/10/2016.
Sutherland Robert D. “Hidden Persuaders: Political Ideologies in Literature for Children”.
Children’s Literature in Education, Vol. 16, No 3, (1985): 143-157. Accessed February 1,
2014. www.ropbertsutherland.com/writings/hidden_persuaders.pdf.
Πρωτογενής

Κοντολέων Μάνος (2016). Αμαρτωλή πόλη, Αθήνα, Πατάκης

24.6.17

Ταξίδια με τη μαμά


Αθηνά Ανδρουτσοπούλου
«Ταξίδια με τη μαμά»
Εκδόσεις Λιβάνη
                                     

Είναι απολύτως γνωστή και αποδεχτή η προτροπή προς τους γονείς να ‘στήνουν’ τη σχέση τους με τα παιδιά τους με τη βοήθεια της αφήγησης παραμυθιών.
Οι ήρωες μιας ιστορίας γίνονται η βάση της ανάπτυξης μιας σχέσης, αλλά παράλληλα βοηθάνε και τον ανήλικο ακροατή τους να αναγνωρίζει τις δικές του δυνάμεις και τις δικές του αδυναμίες.
Αλλά αν τα φανταστικά πρόσωπα ενός παραμυθιού μπορεί να πάρουν επάνω τους το ρόλο ενός  Δασκάλου και να μάθουν σε ένα παιδί το τι σημαίνει για παράδειγμα να βοηθάς τον συνάνθρωπό σου (όπως ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας του Όσκαρ Ουάιλντ)  ή να μην κρίνεις πρόχειρα τον άλλον  από την εξωτερική εμφάνιση  και μόνο (Η Πεντάμορφη και το Τέρας), πόσο πιο έντονα εγγράφονται στη ψυχή και στο νου του μικρού αναγνώστη – ακροατή παραδείγματα που στηρίζονται στη ζωή ενός  αληθινού προσώπου, ενός ανθρώπου που με το έργο του άλλαξε την πορεία της Ανθρωπότητας στον τομέα τουλάχιστον μέσα στον οποίο εκείνος έδρασε.
Με άλλα λόγια –πόσο σημαντικό είναι να μαθαίνουν τα παιδιάς μας (με τη μορφή απλών αφηγήσεων) τη ζωή και το έργο σημαντικών ανθρώπων της Τέχνης και της Επιστήμης. Και είναι σημαντικό όχι μόνο για να αναγνωρίσουν από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους το τι σημαίνει να προσφέρεις στους άλλους τη χαρά της Τέχνης ή την βοήθεια της Σκέψης, αλλά και το πόσο ουσιαστικό είναι να αποφασίσεις να ακολουθήσεις το Όνειρό σου, ακόμα κι όταν μπροστά στο όραμά σου υψώνονται πολλά και δύσκολα εμπόδια.
Ας μιλήσουμε, λοιπόν, στα παιδιάς μας με τρόπο απλό, αλλά ουσιαστικό για τον Κάρολο Δαρβίνο, τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, τον Ζίγκμουντ Φρόιντ, τη Μαρία Κιουρί, την Βιρτζίνια Γουλφ και τον Βίνσεντ Βαν Γκογκ.
Αυτή είναι η προτροπή της Αθηνάς Ανδρουτσοπούλου, την οποία μας παρουσιάζει με το βιβλίο της «Ταξίδια με τη μαμά».
Η Αθηνά Ανδρουτσοπούλου είναι ψυχολόγος και στο παρελθόν έχει επίσης κυκλοφορήσει βιβλία που στηρίζονται σε θέματα που απασχολούν ένα παιδί και στο πως αυτά μπορεί ένας γονιό ς να τα αναλύσει και πάνω τους να στηρίξει μια συζήτηση – ενημέρωση.
Στο τελευταίο της αυτό βιβλίο στρέφει την προσοχή της στον τρόπο που μπορεί η παροχή πληροφοριών για τη ζωή κάποιων σημαντικών ανθρώπων  να βοηθήσει ένα παιδί να κατανοήσει το πόσο σημαντικό είναι να συνειδητοποιείς την κλίση σου, να πιστεύεις σε αυτή και εν τέλει να αφιερώνεις όλη σου τη ζωή στο  να δεις το όνειρό σου να γίνεται πραγματικότητα, να αναγνωρίζεται και από τους άλλους, αλλά κυρίως να καλύπτει εσένα τον ίδιο.
Με το πρόσχημα μιας συζήτησης μητέρας και κόρης  που μετατρέπεται σε σύντομα ταξίδια μέσα στο χρόνο και σε διάφορους τόπους, ο αναγνώστης  γνωρίζει την προσωπικότητα του Ντα Βίντσι, τις ανακαλύψεις του Δαρβίνου, ξεναγείται στο εργαστήρι της Μαρίας Κιουρί, μαθαίνει το πώς χρησιμοποίησε τα όνειρα ο Φρόιντ, πλησιάζει την σύνθετη προσωπικότητα μιας συγγραφέας όπως αυτή της Βιρτζίνια Γουλφ, ανιχνεύει τη γοητεία των χρωμάτων έτσι όπως γοήτεψαν τον Βαν Γκογκ.
Καθώς τα σύντομα αυτά τα ταξίδια ολοκληρώνονται, οι σχέσεις μάνας και παιδιού έχουν γίνει πιο βαθιές και πάνω απ΄ όλα  έχει φωτιστεί η σημασία της εργασίας που είναι προσφορά και δημιουργία.
Σε μια εποχή όπου προβάλλονται επιφανειακά και αναλώσιμα είδωλα, είναι πολύ, μα πολύ ουσιαστικό να δίνεται η ευκαιρία στους αυριανούς πολίτες να μάθουν πως αυτήν την κοινωνική ανάπτυξη   την οποία απολαμβάνουν ,  την έχουν δημιουργήσει άνθρωποι που πιστέψανε στη διάρκεια των εμπνεύσεων και δεν φοβηθήκαν τον μόχθο. Και πως τελικά τα αληθινά είδωλα –πάει να πει τα πρόσωπα που αξίζει κανείς να θαυμάζει- είναι άτομα τα οποία την ίδια στιγμή που πιστέψανε πολύ στις δυνάμεις του ‘εγώ’ τους, την ίδια στιγμή χαρίζανε στους άλλους την ευκαιρία να ανακαλύψουν κι εκείνοι τα δικά τους  ‘εγώ’.


 Πρώτη ανάρτηση: http://www.iporta.gr/politismos/vivlio/item/12066-taksidia-me-ti-mama-apo-tis-ekdoseis-livani-tou-manou-kontoleon

21.6.17

Η "Αμαρτωλή Πόλη" στον Αναγνώστη


Γράφει ο Ανδρέας Καρακίτσιος


Ο Μάνος Κοντολέων επιλέγει συνήθως τα θέματά του εν θερμώ και κατά κανόνα εφαρμόζει νεότροπες αφηγηματικές τεχνικές, ενώ πειραματίζεται με ποικίλα αφηγηματικά  σχήματα. Στο μυθιστόρημα «Αμαρτωλή πόλη» βρίσκεται σε φόρμα: κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος η γενικευμένη και σε πλήρη εξέλιξη κρίση, οι αφηγηματικές επιλογές (πολυεστιακά σκηνικά και αντίστοιχα επεισόδια) οι πολύτροπες οπτικές γωνίες και οι γλωσσικές επιλογές που «δείχνουν» τεχνικές εσωτερικού μονολόγου. Η γλώσσα στη δομή της ( εναλλαγή προσώπων, αποσιωπητικά) μετατρέπεται ακόμα πιο πολύ σε μια τυπική περίπτωση εσωτερικού  μονολόγου. Έχουμε την εντύπωση ότι μπαίνουμε μέσα στα μάτια, στο  μυαλό και στην ψυχή της Στεφανίας και τα βλέπουμε όλα μέσα από αυτήν αλλά και μέσα και από τους άλλους τους ήρωες.

Η ιστορία  εξελίσσεται χωρίς περιττές καταγραφές τοπίων και ανθρώπων. Ίσα- ίσα με διατυπώσεις ευσύνοπτες και με λιτές γραμμές καταγράφονται χαρακτήρες και καταστάσεις, έτσι ώστε να αφήνεται στο μυαλό του αναγνώστη  η ελευθερία να ολοκληρώσει αυτός το πορτρέτο του κάθε ήρωα, του κάθε τοπίου και του κάθε γεγονότος. Η μετωνυμία ως τρόπος καταγραφής  της αναπαριστώμενης πραγματικότητας προβάλλει με έναν πληθωρικό τρόπο και η τεχνική του «δείχνω» και δεν «περιγράφω» λεπτομερώς είναι πάντοτε στο προσκήνιο.

Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της γλώσσας του που συνεχώς δουλεύονται από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα εμφανίζονται και εδώ ολόφρεσκα. Εντυπωσιάζει η δεινότητα της γραφής του Mάνου Κοντολέων με το ιδιότυπο ύφος που κυλάει αβίαστα χάρη στην εσωτερικότητα του ρυθμού και την ακουστική της αρμονία, έτσι που να νιώθει ο αναγνώστης ότι ακούει στίχους. Η γλώσσα του ελλειπτική, αφαιρετική και συμπυκνωτική,  πλησιάζει σε κάποιες περιπτώσεις την υφή του ποιητικού στίχου, πχ.

Αμαρτία άλλοτε όμορφη ως έρωτας των αστεριών….

Ανώριμοι άνθρωποι. Αστόχαστοι πολίτες.

Ξεγελασμένοι, θύματα και παραπλανημένοι,.

Είχαν φτάσει τα χρόνια των διαψεύσεων-

 της απάτης και της ήττας.

Η «αμαρτωλή πόλη» είναι ένα μυθιστόρημα κρίσης, μιας κρίσης καθολικής και πολυδιάστατης, που εδώ εμφανίζεται ως πολυδιάστατο κοινωνικό φαινόμενο, σε τρία επίπεδα. Η κρίση σε πρώτο επίπεδο εγγράφεται ως μια  οικιστική και περιβαλλοντική παρακμή και παραίτηση, πχ δρόμοι έρημοι, μαγαζιά κλειστά, σιωπηλές βιτρίνες, σε ένα άλλο επίπεδο η κρίση αποτυπώνεται ως μια βαρύτατη οικονομική ένδεια που υποβάλλει σε δοκιμασία τις ανθρώπινες  σχέσεις και σε ένα άλλο  επίπεδο το τρίτο το πρόβλημα διατυπώνεται με ερωτήματα περί κοινωνικών αξιών και κανόνων, ήθους και συμπεριφοράς.

Τέσσερις κεντρικοί χαρακτήρες κρατούν τους πρωτεύοντες ρόλους και συγκροτούν τις συμβολικές δυάδες. Κλεάνθης/ Στεφανία, ( πατέρας και κόρη) και Χρύσα / Τονίνο ( μητέρα και γιος) συνθέτουν ένα μαγικό τετράγωνο ανοιχτό σε συσχετίσεις και συνειρμούς. Οι ενήλικες, Κλεάνθης και Χρύσα αγωνίζονται μάλλον βουβά και σιωπηλά. Αντίθετα οι δυο νεαροί προσπαθούν, αλλά σε κάθε τους βήμα παραμονεύει μια απογοήτευση ισοδύναμη με μια βίαιη ωρίμανση και ενηλικιωτική διαδικασία.

Η Στεφανία 16 ετών και ο συνομήλικος Τονίνο είναι δυο δραματικά  πρόσωπα, αλλά πιο εμφατικός είναι ο χαρακτήρας του Τονίνο, που καταφέρνει να είναι εκείνος που στέκεται όρθιος, γιατί εκείνος ίσως  καταπιέστηκε περισσότερο και μάλιστα από καιρό και προ κρίσης. Ο Τονίνο μάχεται για  τον αυτοπροσδιορισμό του, την ενοχικότητα, την πάλη για την απελευθέρωση και την αποδοχή της ταυτότητας που το σώμα διαλέγει, την αναμέτρηση ανάμεσα σε ό,τι η φύση προστάζει και σ’ εκείνο που η εκάστοτε κοινωνική εξουσία ορίζει. Ο Τονίνο και η Στεφανία, μοιάζουν προς στιγμή να εγκλωβίζονται. Τελικά όμως εξαγνίζονται στην εξέλιξη της ιστορίας, καθώς ονειρεύονται την υπόσχεση μιας άλλης ζωής. Κάπως έτσι κλείνει το μυθιστόρημα, με την υπόσχεση μιας άνοιξης αλλά και με την υπολανθάνουσα διάθεση να μην κλείσει η ιστορία…



Και σε αυτό το μυθιστόρημα θα ανακαλύψουμε το είδωλο/φιγούρα/πρόσωπο μιας γυναίκας πρωταγωνίστριας που έρχεται από πολύ μακριά και εξελίσσεται μέσα από τα πρόσφατα διαδοχικά  μυθιστορήματα του Μ. Κοντολέων «Δεν με λένε Ρεγγίνα, Άλεξ με λένε»2011, «Μέλι κόλλησε στα χείλη», 2013. Για τους φανατικούς αναγνώστες του Μ. Κοντολέων η Ρεγγίνα, η Μέλω,  και η Στεφανία, είναι οι πρωταγωνίστριες των παραπάνω μυθιστορημάτων που μοιάζουν πολύ και εξελίσσονται, ωριμάζουν και ενηλικιώνονται, θαρρείς με τον ίδιο τρόπο.

Ιδιαίτερα μοιάζουν η Ρεγγίνα με την Στεφανία και τη Μέλω, μια και οι τρεις τους αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα: φτώχεια, δύσκολη προσαρμογή σε νέες συνθήκες. Υποκύπτουν και στον σωματέμπορα που τις πολιορκεί ή σε κάτι ανάλογο. Είναι αυτές οι εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στις ηρωίδες που δείχνουν τις δεσπόζουσες επιλογές του συγγραφέα στην κατασκευή της γυναικείας φιγούρας, αγαπημένη και λατρεμένη επιλογή στα τελευταία του μυθιστορήματα.

Πρώτη ανάρτηση:

http://www.oanagnostis.gr/a%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%89%CE%BB%CE%AE-%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%AD%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%85/

20.6.17

"Τυχερές και άτυχες μέρες"... στην Εφημερίδα 'Θεσσαλία'

Ο Βασίλης Κουτσιαρής στην ‘Θεσσαλία΄, έγραψε:

Η άτυχη μέρα του Λάκη και της Λόλας/ Η τυχερή μέρα της θείας Λίλης

Εικόνες: Ναταλία Καπατσούλια

Ψυχογιός

Δυο μοναδικές ιστορίες έχουμε τη χαρά να απολαύσουμε στο νέο βιβλίο του Μάνου Κοντολέων. Στην πρώτη ιστορία ο ήρωας θα επισκεφτεί με την αδελφή του το παγκοσμίου φήμης τσίρκο Circolano με σκοπό να είναι αυτοί που οι ακροβάτες θα χαρίσουν τις μπάλες τους. Στη δεύτερη ιστορία ο ήρωας ανήμερα της Πρωτοχρονιάς πηγαίνει στο σπίτι της θείας του για να κάνει αυτός ποδαρικό, μια που η προληπτική θεία του τον θεωρεί γουρλή. Όμως, στον δρόμο τον καθυστερεί ένας φίλος του και από την ανοιχτή πόρτα μπαίνει μέσα ένας άστεγος…
Ο συγγραφέας με την εξαιρετική πένα του καταφέρνει για μια ακόμα φορά να δώσει με μπόλικο χιούμορ και ευτράπελα  δυο απολαυστικές ιστορίες θίγοντας σοβαρά θέματα όπως την προσφορά στον συνάνθρωπο, τις προλήψεις, τη μαύρη αγορά και πολλά ακόμα.

Δυο είναι τα εξώφυλλα, για να επιλέξει ο αναγνώστης την ιστορία από την οποία θα ξεκινήσει. Εξαιρετική πρόταση με ασπρόμαυρη εικονογράφηση από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Το σκλαβάκι της Κνωσού

Ελένη Κατσαμά
«Το σκλαβάκι της Κνωσού»
Εκδόσεις Πατάκη, 2017
                  
                              


…Είχε περάσει τα πεθαμένα πουλιά που κρέμονταν σαν κρόσσια γύρω από τη ζώνη της και στάζανε τα αίματά τους στα πόδια της. Τα αίματα.  Σ΄ αυτό τον τόπο έσταζε αίμα. Το χώμα είχε ποτίσει απ΄ το αίμα των ανθρώπων κι απ΄ το αίμα των ζώων. Αίμα κυλούσε στη χαρά απ΄ τα σφαχτά, αίμα κυλούσε στον φόβο απ΄ τις θυσίες, αίμα στον πόλεμο από τα θύματα, αίμα στην ειρήνη από τις δωρεές. Πίστευα πως γι΄ αυτό κοκκίνιζε ο ουρανός και μερικές φορές κι η θάλασσα. Από το αίμα του θανάτου.
Ας θυμηθούμε μετά από λίγες αράδες αυτήν την παράγραφο.
Να τη θυμηθούμε αφού πρώτα αποφασίσουμε αν υπάρχει ή όχι λογοτεχνία για παιδιά. Λογοτεχνία –έγραψα- και όχι βιβλίο με απλές  αφηγήσεις για παιδιά.
Υπάρχουν πάρα πολλοί που ισχυρίζονται πως λογοτεχνία για παιδιά δεν μπορεί να υπάρξει από τη στιγμή που ο συγγραφέας ενός τέτοιου έργου επιλέγει με διάθεση αυτολογοκρισίας το τι θα πει και το πώς θα το πει.
Υπάρχουν και άλλοι που θεωρούν πως μια απλοϊκή αφήγηση, μια απλή εξιστόρηση ενός συμβάντος, η επιδερμική περιγραφή καταστάσεων και η παρουσίαση μερικών ανθρώπινων τύπων με τρόπο σχηματικό, υλοποιούν κείμενα που ίσως να μπορούν να κρατήσουν το αναγνωστικό ενδιαφέρον ενός μικρής ηλικίας αναγνώστη και  γι αυτό πάντως δικαιούνται να θεωρηθούν ως λογοτεχνικά έργα.
(Βέβαια, παρόμοια άποψη επικρατεί και σε έργα που θέλουν να θεωρούνται λογοτεχνία για ενήλικες. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο –αν και παρόμοιο- θέμα για ένα άλλο σημείωμα).
Προς ώρας παραμένουμε στη λογοτεχνία για παιδιά.
Τώρα, λοιπόν, ας διαβάσουμε ξανά την πρώτη παράγραφο αυτού του σημειώματος.
Νομίζω πως αποδεικνύει  το λάθος ισχυρισμό των πρώτων (των αρνητών της λογοτεχνίας για παιδιά) και την  άγνοια των δεύτερων, αυτών δηλαδή, που πιστεύουν πως η λογοτεχνία για παιδιά κινείται μέσα στα πλαίσια συμβατικών εξιστορήσεων.
Η παράγραφος αυτή ανήκει στο μυθιστόρημα «Το σκλαβάκι  της Κνωσού» της Ελένης Κατσαμά.
Είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο από μια συγγραφέα της νεώτερης γενιάς που όπως και στα προηγούμενα τρία της βιβλία (για παιδιά), έτσι και σε αυτό έρχεται να μας πείσει πως τελικά η πλοκή μέσα από τη γλώσσα και μόνο στήνεται.
Κανόνας που είναι περισσότερο γνωστός με την έκφραση: Στη λογοτεχνία δεν έχει τόση σημασία το τι λες όσο το πώς το λες.
Η Κατσαμά (έχει γράψει και δυο άλλα ακόμα βιβλία που ανήκουν στην επονομαζόμενη ‘ενήλικη’ λογοτεχνία) διακρίνεται τόσο από την εύπλαστη χρήση των λέξεων όσο και από την απρόσμενη αντιμετώπιση του θέματος που κάθε φορά πάνω του στηρίζει την υπόθεση των βιβλίων της.
Μένουμε στα δυο προηγούμενα ως πλέον ολοκληρωμένες  συνθέσεις του συγγραφικού σύμπαντος της Ελένης Κατσαμα. Στο «Κοσμοδρόμιο» (2011) η παγκοσμιοποίηση δείχνει με την εμφάνιση προσωπικών μαρτυριών την ηθική ή μη  πολλαπλότητα των σχεδιασμών της.  Στο «Γορίλας στο φεγγάρι»(2014)  η ηρωίδα αντιμετωπίζει τις στρεβλώσεις της ελληνικής επαρχίας.
Στο πρώτο επικρατεί ο ρεαλισμός, στο δεύτερο ο συμβολισμός. Και στα δυο η πολιτική διάσταση δεν θέλει με τίποτε να κρυφτεί.
Έτσι κι εδώ –στο «Σκλαβάκι της Κνωσού».  Τώρα επιστρέφουμε στο απώτατο παρελθόν και συγκεκριμένα στην Κρήτη της εποχής του Μίνωα. Αλλά όποιος θα περίμενε μια αφήγηση εκείνων των ημερών με βάση τα σχολικά εγχειρίδια, θα ξαφνιαστεί.
Ο Μίνως είναι ένα γερασμένο, καχεκτικό φαφούτικο γερόντιο. Μα άρχει. Με τη χρήση του φόβου. Και όταν ο απελευθερωτής της υπόδουλης Αθήνας θα φτάσει στην Κνωσό με τη μορφή του Θησέα, αυτός δε θα έχει  τα γνωστά χαρακτηριστικά του αγνού πατριώτη.
Στον καταπιεστή ένας άλλος καταπιεστής θα σταθεί απέναντι. Ανάμεσά τους ένα κορίτσι που ο πατέρας του πεθάνει για ιδανικά, ένα άλλο που συνομιλεί με αστέρια, ένας καλλιτέχνης που τιμά την Τέχνη και τον πατέρα του, ένα αγόρι που του στερήσανε την ταυτότητά του.  Το μέλλον δικό τους. Θα το διεκδικήσουν και θα το κερδίσουν με τον δικό τους τρόπο –την ελευθερία στη σκέψη και στο συναίσθημα.
Πολιτική και εδώ, λοιπόν, ματιά. Και ανάμεσα στους άρχοντες  και στους επαναστάτες, ένα σκλαβάκι, προσφυγάκι που μέσα από τη δικιά του την αφήγηση  ο αναγνώστης θα αναζητήσει τις σχέσεις που συνδέουν τις αυτοκρατορίες του χτες, με αυτές του σήμερα.
Αυτή την τόσο ολοκληρωμένα πρωτότυπη εξιστόρηση μιας περιόδου που  έχουμε με άλλο τόπο γνωρίσει  (και που ακριβώς αυτή η ανατροπή της αποτελεί  ένα από τα βασικά  ζητούμενα κάθε λογοτεχνικής αφήγησης) η Ελένη Κατσαμά την συνθέτει με μια εντελώς δική της γλωσσική υπόσταση. Δεν εννοώ πως χρησιμοποιεί λέξεις και φράσεις που δεν έχουν ποτέ πιο πριν χρησιμοποιηθεί (κάτι τέτοιο στην ουσία θα ήταν και αδύνατον), αλλά  επιστρατεύει εικόνες και σκέψεις που ταυτίζονται απόλυτα με τις λέξεις που θα τις καταγράψουν.
Όταν, για παράδειγμα, θέλει να  σημειώσει την ενοχική σχέση επιστήμης / τεχνολογίας  και εξουσίας, γράφει: «Θλιβερά βουνά στοιβάζονται τα καπρίτσια του βασιλιά» συνέχισε εκείνος (ο Δαίδαλος) χωρίς να περιμένει απάντηση από εμένα «κορόνες και χρυσά αμάξια, αλλά διεφθαρμένοι ιερείς αποφασίζουν για την τύχη μας. Αλήθεια, πες μου, σκλαβί, ήρθε εν τέλει η παραγγελία του  από τα μέρη σου;  Ήρθε η μασέλα του βασιλιά με τα χρυσά εμφυτεύματα από δόντια λύκου για ν΄ αντικαταστήσουμε τα σάπια; Χαμογέλασε λυκίσια ο βασιλιάς ή ακόμα βρομάνε τα χνότα του σαπίλα;»
Άκουγα την οργή του Δαίδαλου να του παίρνει χρόνο από τη ζωή του και λυπόμουνα.
«Γιατί δεν φεύγεις δάσκαλε; Εσύ έχεις τον τρόπο» είπα.
Τότε γύρισε και με κοίταξε χωρίς ίχνος σπίθας μέσα στα μάτια του.
«Γιατί είμαι δειλός, αγόρι μου» είπε και μ΄ έπιασε με τα καρβουνιασμένα δάχτυλά του απ΄ τα μάγουλα και το κεφάλι κλαίγοντας και φτύνοντας το βάρος της πίκρας του. «Γιατί είμαι κι εγώ συνεργός του βασιλιά στα εγκλήματα»
Δε νομίζω πως χρειάζεται  να αναζητήσω περισσότερες αποδείξεις για να επιβεβαιωθεί αυτό με  το οποίο ξεκίνησα  αυτήν την κριτική προσέγγιση - Η γλώσσα είναι που φτιάχνει την πλοκή.
Νομίζω πως εκφράσεις  όπως :άκουγα την οργή να παίρνει χρόνο από τη ζωή και ακόμα: φτύνω το βάρος της πίκρας μου, επιβεβαιώνουν την άποψη αυτή.
Και τελικά ας αποφασίσουμε πως στη λογοτεχνία δεν είναι το κείμενο που αναζητά τον αναγνώστη του, αλλά ο εκάστοτε αναγνώστης που αναλόγως των προσωπικών του ιδιαιτεροτήτων (μια από αυτές, μα όχι η μόνη, είναι και η ηλικία) προσεγγίζει το κάθε κείμενο.
Από αυτή τη σκοπιά αν δούμε το όλο θέμα της ύπαρξης ή μη λογοτεχνίας για παιδιά, ίσως θα πρέπει να αποφασίσουμε ότι  όχι πως μια τέτοια λογοτεχνία υπάρχει ή δεν υπάρχει, αλλά μάλλον πως η λογοτεχνία είναι μία και μόνη.


Πρώτη ανάρτηση:   http://diastixo.gr/kritikes/efivika/7270-sklavaki-knosou


15.6.17

Με όχημα φράσεις μιας ποίησης



                                                 Αργυρώ Πιπίνη
-«Το δικό τους ταξίδι»
Εικονογράφηση: Μαριλένα Μελισσηνού
Εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2014

                    -«Η Αλίκη στην πόλη»
                      Εκδ. Πατάκη, 2014

                                       -«Μελάκ, μόνος»
                                         Εικονογράφηση: Αχιλλέας Ραζής
                                        Εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2016   

                                                           -«Καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι…»
                                                             Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή
                                                            Εκδ. Πατάκη, 2016

                                     


Ανάμεσα στους συγγραφείς που πρωταγωνιστούν στην ‘Άνοιξη’  της Ελληνικής Λογοτεχνίας για παιδιά  αμέσως μετά την Μεταπολίτευση, κομβική υπήρξε  η παρουσία της Μάρως Λοϊζου (+2007).
Η γκάμα της θεματολογίας της Λοϊζου άγγιζε  κυρίως ζητήματα όπως οι διαπροσωπικές σχέσεις, ο έρωτας  και η αντιμετώπιση του γήινου περιβάλλοντος ως μέρος ενός συμπαντικού κόσμου. Και αυτά όλα με μια χρήση της γλώσσας όπου η πεζογραφική ταυτότητα εμπλουτίζεται με ποιητικές αποχρώσεις. Είναι η συγγραφέας εκείνη που στηρίζει τις αφηγήσεις της σε μια ποιητική ενσάρκωση  των θεμάτων που την απασχόλησαν. 
Τηρουμένων των αναλογιών και χωρίς να αγνοώ τις διαφορές που υπάρχουν από τα τέλη του 20ου στην πρώτη δεκαπενταετία του 21ου, νομίζω πως μπορώ να ισχυριστώ ότι αυτή τη μορφή πεζογραφικής αφήγησης σήμερα την εκπροσωπεί η Αργυρώ Πιπίνη.
Η Πιπίνη εμφανίζεται στο χώρο των βιβλίων για παιδιά –αν δεν με απατά η μνήμη μου- το  2003 με ποιοτικά βιβλία που αν και έχουν μια ιδιαίτερα ευαίσθητη προσέγγιση των διαφόρων καταστάσεων που περιγράφουν (άλλοτε οικογενειακές συνθήκες, άλλοτε γυναικείους προβληματισμούς, άλλοτε καταβυθίσεις σε έργα του Σαίξπηρ), δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως προφέρουν την ευκαιρία στη συγγραφέα τους να καταθέσει μια εντελώς δική της και αρκούντως νέα συγγραφική έκφραση.
Η μεγάλη μεταστροφή θα συμβεί το 2014 με το βιβλίο «Το δικό τους ταξίδι» (Καλειδοσκόπιο)  όπου ενώ τα αφηγούμενα συμβάντα περιορίζονται μέσα στο χώρο μιας οικογένειας, η ματιά της συγγραφέα προχωρεί πιο βαθιά, χρησιμοποιεί την πορεία του ατόμου προς την φθορά του γήρατος, για να γνωρίζει στους νεαρούς αναγνώστες της το τι σημαίνει τελικά  θάνατος και πως αυτός μπορεί να αμφισβητήσει τη λήθη.
Πέρα από την προχωρημένη αυτή προσέγγιση ενός ζητήματος που σπάνια ενεργοποιεί τους έλληνες συγγραφείς  της Π. Λ. , η Αργυρώ Πιπίνη με το βιβλίο της αυτό θα έλεγα πως αλλάζει κεφάλαιο στη συγγραφική της καριέρα.
Ο προβληματισμός αρχίζει να γίνεται απρόσμενα βαθύτερος και η μορφή με την οποία  πλέον θα κυκλοφορούν τα βιβλία της θα διαθέτει μια αρτιότατη εκδοτικά εμφάνιση. Και βέβαια –το σημαντικότερο- η ποιητική διάθεση που έτσι κι αλλιώς τη διέκρινε και στα προηγούμενα έργα της, πλέον γίνεται όχι μόνο τρόπος γραφής αλλά και φακός για να φωτιστεί ο σύγχρονος κόσμος.
Και αυτό τον τρόπο ανάπτυξης της ματιάς με την οποία θα παρακολουθεί τους  ήρωές της , θα τον παρουσιάσει την ίδια κιόλας χρονιά. Το βιβλίο «Η Αλίκη στην πόλη» του 2014 κι αυτό  (η ίδια η συγγραφέας του δίνει τον χαρακτηρισμό ‘αφήγημα’) αγγίζει τα όρια ενός μυθιστορήματος δρόμου. Η έφηβη Αλίκη περιπλανιέται μέσα στην πόλη. Η πόλη –το ότι είναι η Αθήνα των πρώτων χρόνων της κρίσης είναι καθοριστικό- ταυτίζεται με τον ψυχισμό της ίδια της ηρωίδας.  Και η Πιπίνη διαλέγει εκφράσεις νεανικής αμφισβήτησης -  Τι να τους πει; Το σχολείο το΄ χε χεσμένο. Τα μαθήματα τα  ‘χε βαρεθεί. Φοβόταν. Το μέλλον. Φοβόταν. Αυτή ήθελε αέρα. Να μεγαλώσει, να ταξιδέψει, να ζωγραφίσει, να ερωτευθεί, να ονειρευτεί, να ζήσει.
Μα η χρήση της σύνταξης –λέξεις που μόνες τους είναι και φράσεις- χαρίζει στον θυμό μια ποιητική χροιά και καταφέρνει να υποστηρίξει  την αποσπασματική  ανίχνευση της καθημερινότητας της ηρωίδας.
Αλλά μια τέτοια δομική χρήση της ποίησης μπορεί να διατηρεί και την πολιτική χροιά που το ίδιο το θέμα απαιτεί; Μήπως τελικά η φόρμα του κειμένου πρέπει να γίνει περισσότερο σύντομη;
Η Πιπίνη αυτό μάλλον δείχνει να αποδέχεται κι έτσι όταν αποφασίζει (δυο χρόνια αργότερα) να μιλήσει για ένα από τα κομβικά πολιτικά ζητήματα των τελευταίων ετών –το προσφυγικό-  το κάνει με ένα εντελώς απρόβλεπτο τρόπο. Απρόβλεπτο όχι τόσο επειδή οι φράσεις – λέξεις θα κυριαρχούν στη γραφή της, όσο γιατί ‘σπάει’ κατά κάποιο τρόπο το προσφυγικό δράμα στις δυο πράξεις του  -άφιξη και ενσωμάτωση.
«Μελάκ, μόνος» είναι ο τίτλος ενός απόλυτα εικονογραφημένου βιβλίου.
Ταξιδεύει. Φοβάται. Περιμένει. Φοβάται. Κρυώνει. Φοβάται.
Οι λέξεις –πέτρες που χαράζουν λες τις εικόνες που μας δείχνουν με φωτεινά χρώματα ανθρώπους  να πασχίζουν να επιβιώσουν μέσα στο θυμό ενός πελάγου.
Αλλά θα είναι και πάλι λέξεις –χάδια τώρα- που θα ευαγγελιστούν το τέλος της περιπέτειας. Η άφιξη ολοκληρώθηκε.
Πάει σχολείο. Δεν φοβάται. Περιμένει. Δεν φοβάται. Παίζει. Δεν φοβάται. Ζωγραφίζει…
Αλλά το δράμα του πρόσφυγα δεν τελειώνει με τη σωτηρία του σώματος.  Ο νέος τόπος πρέπει να τον αποδεχτεί, αλλά και ο ίδιος να συμφιλιωθεί μαζί του.
Και η Αργυρώ Πιπίνη με το «Καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι…»  αυτή τη συμφιλίωση  την περιγράφει μέσα από τα συναισθήματα ενός παλιού σπιτιού που οι προηγούμενοι κάτοικοι το εγκαταλείψανε και κάποιοι νέοι το χρησιμοποίησαν για να φτιάξουν μια νέα αρχή ζωής.
Αλλά η αρχή μιας νέας ζωής των ανθρώπων είναι αρχή μιας νέας ζωής του κόσμου που μας περιβάλλει. Κι έτσι -  Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα σπίτι… Τα πουλιά το προσπερνούσαν και δεν έφτιαχναν εκεί τις φωλιές τους, κι οι γάτες δε γεννούσαν σ΄ αυτό τα γατάκια τους.
Αλλά όταν μια οικογένεια αστέγων το επιλέγει για να ζήσει μέσα του, το σπίτι  τότε  το ανταποδίδει - χαρίζοντας τους τα δώρα του: την ασφάλεια και τη ζεστασιά και τη δύναμη να ονειρεύονται.
Οι παρομοιώσεις άλλοτε περισσότερο περιγραφικά, άλλοτε χωμένες εξ ολοκλήρου μέσα σε λέξεις πάντα είναι ενδεδυμένες με μια φιλοσοφία ζωής που ζητά από την  ποίηση να ενορχηστρώνει τις λύσεις.
Αυτός είναι ο κόσμος που η Αργυρώ Πιπίνη προτείνει και είναι μια πρόταση που έχει βρει πολλούς θαυμαστές.
Ξεκίνησα αυτές τις σκέψεις μου με αναφορά στο έργο της Μάρως Λοΐζου.
Καθώς ο 20ος αιώνας ολοκληρωνότανε η Λοΐζου άφηνε το ίχνος της να αναζητά  τα όρια μια ποιητικής  ανάγνωσης του σύμπαντος.
Τα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα μια άλλη συγγραφέας, επιστρατεύει  την ποίηση για να κάνει δικαιότερη τη ζωή των ανθρώπων.
Προτού αισθανθούμε αισιόδοξοι για το τελικό αποτέλεσμα, ας κρατήσουμε ενεργοποιημένες τις  άμυνές μας. Τελικά οι πολλοί αποδέχονται τις ποιητικές καταγγελίες έτοιμοι και  να πράξουν παρόμοια ή απλώς ανακαλύπτουν την ευκαιρία να αποκοιμίσουν τις ενοχές τους;
Σε κάθε περίπτωση οι συγγραφείς καταθέτουν.
Τους το αναγνωρίζουμε.
ΥΓ. Δεν ανέφερα μέσα στη ροή της δικής μου αφήγησης τις εξαίρετες εικονογραφήσει ς που συνοδεύουν τα κείμενα. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν αναγνωρίζω τα πολλά και υπέροχα που  έχουν προσφέρει στην αμεσότητα των συγγραφικών προτάσεων.



 Πρώτη ανάρτηση: http://www.culturenow.gr/manos-kontoleon-argyro-pipini-oxima-fraseis-mias-poiisis/