13.11.17

Από το Bildungsroman στο μυθιστόρημα Crossover. Το παράδειγμα της Αμαρτωλής πόλης του Μάνου Κοντολέων

Από το Bildungsroman στο μυθιστόρημα Crossover. Το παράδειγμα της Αμαρτωλής πόλης του Μάνου Κοντολέων

Βίκυ Πάτσιου, Χριστίνα Δράκου

(Υπό δημοσίευση στον Τιμητικό τόμο για τον Β.Δ. Αναγνωστόπουλο, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας)




Το 1857 ο Charles Augustin Sainte-Beuve οριοθετούσε μέσα από την κριτική του το τέλος του κινήματος του Ρομαντισμού, τόσο στη Γαλλία όσο και στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο. Σημείωνε χαρακτηριστικά: «Tα ιδανικά χάθηκαν, ο λυρισμός στέρεψε. Είμαστε πιο νηφάλιοι. Η επίμονη, ανελέητη αναζήτηση της αλήθειας, η πλέον σύγχρονη μορφή εμπειρισμού, έχει διεισδύσει ακόμα και στην τέχνη» (Τravers, 2005, σ. 123). Στα μέσα του 19ου αιώνα το αίτημα για αληθοφάνεια και για πιστή απεικόνιση του εξωτερικού κόσμου στο κείμενο, αναδεικνυόταν μέσα από το νέο λογοτεχνικό κίνημα του ρεαλισμού. Υποκαθιστώντας έννοιες όπως «φαντασία», «επινοητικότητα» και «όνειρο», με όρους όπως «αντανάκλαση», «απεικόνιση» και «αναπαραγωγή», οι εκπρόσωποι του ρεαλισμού έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στη σύγχρονη κοινωνία, σε καθημερινές και τετριμμένες καταστάσεις, αλλά και στην αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας.
Στη Γερμανία την ίδια περίοδο εμφανίστηκε ένα αντίρροπο κίνημα ‒ο ποιητικός ρεαλισμός‒ ο οποίος αντιτάχθηκε στην επιμονή των εκπροσώπων του ρεαλισμού να εστιάζουν σε θέματα όπως η απομόνωση του ατόμου, η αδυναμία του να ενταχθεί στο κοινωνικό πλαίσιο, η ερωτική απογοήτευση, αλλά και οι αυτοκτονικοί ιδεασμοί που κυριαρχούν στη σκέψη του, όταν απογοητεύεται και αποστασιοποιείται. Οι εκπρόσωποι του νέου αυτού κινήματος, υποστήριζαν ότι το μυθιστόρημα χρειάζεται να απεικονίζει και πρόσωπα τα οποία μπορούν να είναι ευτυχισμένα εντός της οικογενειακής εστίας, σεβόμενα τα κοινωνικά ήθη και την παράδοση και να αναγνωρίζουν στην εξωτερική πραγματικότητα τη ζωντάνια και τη χαρά της ζωής. Για τους συγγραφείς του ποιητικού ρεαλισμού, το άτομο διαμορφώνει και διαμορφώνεται μέσα σε μία ασφαλή και ηθική κοινωνική πραγματικότητα. Ο ποιητικός ρεαλισμός διαδόθηκε ως κίνημα και σε χώρες της Σκανδιναβίας, στα όρια πάντα μιας περιφερειακής εξέλιξης του ευρωπαϊκού ρεαλισμού. Η σημασία δε αυτού του κινήματος έγκειται στην προώθηση του λεγόμενου μυθιστορήματος μαθητείας (Bildungsroman) που θα αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορηματικά είδη του 19ου αιώνα (Τravers, 2005, σσ. 157-159).
Αφετηρία ανάπτυξης του συγκεκριμένου μυθιστορηματικού είδους ήταν η Γερμανία, τον 18ο και 19ο αιώνα. Ο όρος Bildungsroman εισάγεται το 1810 από τον Καθηγητή κλασικής φιλολογίας  Karl von Morgenstern, o οποίος σε δύο διαλέξεις του με τίτλο «Über das Wesen des Bildungsromans» και «Zur Geschichte des Bildungsromans» (1819, 1820) αναπτύσσει τις απόψεις του σχετικά με το μυθιστόρημα μαθητείας (Martini, 1991, σ. 2 & Πάγκαλος, 22008, σ. 297). Σύμφωνα με την προσέγγιση του Dennis Mahoney, o Karl von Morgenstern στην προσπάθειά του να ορίσει την ταυτότητα του Bildungsroman αναφέρεται στον ρόλο του αναγνώστη και δη στην αναγνωστική του ανταπόκριση. Υπογραμμίζει το βασικό γνώρισμα του μυθιστορήματος διαμόρφωσης ‒που είναι να αναδεικνύει την πορεία του ήρωα προς την ολοκλήρωση‒ θεωρεί όμως εξίσου σημαντικό το γεγονός ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία μαθητείας, προωθείται η ηθικοπνευματική καλλιέργεια του αναγνώστη σε μεγαλύτερο βαθμό, από οποιοδήποτε άλλο είδος μυθιστορήματος (Mahoney, 1991, σσ. 100-101).
Αν και ο Morgenstern ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο Βildungsroman για να προσδιορίσει το νέο λογοτεχνικό είδος, εν τούτοις ο κριτικός και φιλόσοφος Wilhelm Dilthey ήταν εκείνος που καθιέρωσε αρκετές δεκαετίες αργότερα τον όρο (1870 /1906) και συνέβαλε στη διάδοσή του (Mahoney, 1991, σ. 97). Ο Dilthey εστίασε στον ρόλο των συγκρούσεων που βιώνει το άτομο κατά τη διάρκεια της μαθητείας του, επισημαίνοντας την προσωρινή τους διάσταση, καθώς θεωρεί ότι αυτές οι συγκρουσιακές καταστάσεις αποτελούν «μεταβατικές φάσεις, τις οποίες υπομένει το άτομο στην πορεία του προς την κατάκτηση της ωριμότητας και της αρμονίας» (Τravers, 2005, σσ. 159-160).
Ακολουθώντας την προσέγγιση του Bildungsroman με βάση την ετυμολογική του ερμηνεία (ο όρος «Bildung» σημαίνει «διάπλαση, διαμόρφωση»), μπορούμε να δώσουμε έμφαση στο γεγονός ότι ο κεντρικός ήρωας του έργου διαμορφώνει την προσωπικότητά του, οδηγείται στην προσωπική του ολοκλήρωση και στην ωριμότητα, μέσα από μία πορεία μαθητείας. Τα τρία στάδια από τα οποία περνάει ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος Bildungsroman προκειμένου να φθάσει στο επιθυμητό επίπεδο της ωριμότητας έχουν σκιαγραφηθεί ως εξής. Στο πρώτο στάδιο ο ήρωας  βρίσκεται μέσα σε ένα ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον, με «περιχαρακωμένα όρια». Σε δεύτερο επίπεδο ‒την εποχή της νεότητας και της περιπλάνησης‒ ο πρωταγωνιστής βιώνει μία έντονη συγκρουσιακή κατάσταση, μέσα από την οποία έρχεται αντιμέτωπος τόσο με την κοινωνία όσο και με τον ίδιο του τον εαυτό. Στο τελευταίο στάδιο της μαθητείας του ο ήρωας συνειδητοποιεί ότι «η προοπτική ανοίγεται ως ουτοπία και ξανακλείνει ως αναγνώριση λίγο πολύ αρμονική και συνειδητή του κατεστημένου και των δυνατοτήτων ολοκλήρωσης που αυτό πράγματι επιτρέπει» (Dahl,1999, σσ. 400-401). Με το πέρας της μαθητείας του ο πρωταγωνιστής επιστρέφει στο σπίτι του, αξιολογεί την πορεία του, νιώθει ώριμος και ικανός να ενσωματωθεί και να αναλάβει ενεργό ρόλο στο κοινωνικό περιβάλλον που τον πλαισιώνει.
Στην πρόθεσή της να ορίσει το είδος με βάση ειδικά χαρακτηριστικά η Marianne Hirsch-Gottfried εστιάζει στην πρόθεση του συγγραφέα μυθιστορήματος διαμόρφωσης να παρουσιάσει την προσωπικότητα του πρωταγωνιστή μέσα από τις σκέψεις και τις πράξεις του, προκειμένου να αναδειχθεί ο χαρακτήρας στην ολότητά του. Σύμφωνα με την Hirsch-Gottfried, βασικό γνώρισμα του Bildungsroman είναι «η ισορροπία η οποία ενυπάρχει ανάμεσα στην κοινωνία και το άτομο, καθώς και η διερεύνηση της μεταξύ τους αλληλεπίδρασης» (Hirsch-Gottfried, 1976, σ. 122)[1]. Προς επίρρωση της προαναφερθείσας άποψης ο Franco Moretti υποστηρίζει ότι η διαχρονικότητα του είδους του Bildungsroman έγκειται στον καινοφανή και επιτυχή συνδυασμό πειστικότητας και αισιόδοξης οπτικής. Στο μυθιστόρημα μαθητείας, όπως επισημαίνει, δεν υπάρχει τελικά κανενός είδους διαμάχη ανάμεσα στο άτομο και στην κοινωνία, καθώς η διαμόρφωσή του ως προσωπικότητα αυτόνομη και η ολοκλήρωσή του συμπίπτει με την ομαλή ένταξή του στην κοινωνική ζωή (Moretti, 2000, σ. 562).
Το έργο το οποίο καθιερώνει όχι μόνο τη δημιουργία ενός νέου λογοτεχνικού είδους, του Bildungsroman, αλλά και ενός νέου τύπου ήρωα ‒Wilhelm Meister‒ είναι το μυθιστόρημα Wilhelm Meisters Lehrjahre (1796) του Goethe[2]. Μέσα από το προαναφερθέν μυθιστόρημα περιγράφεται η πορεία του πρωταγωνιστή Βίλχελμ, o οποίος χρειάζεται να περάσει εμπόδια τόσο σε εξωτερικό όσο και σε εσωτερικό επίπεδο. Ο ήρωας στο μυθιστόρημα εκδηλώνει έναν έντονο εγωκεντρισμό, ο οποίος δυσχεραίνει τις σχέσεις του με τους άλλους, παρόλη την πνευματική αυτάρκεια που τον χαρακτηρίζει. Σταδιακά με την υπέρβαση των δυσκολιών αφυπνίζεται, ωριμάζει, ενηλικιώνεται και φτάνει στην αποκαλούμενη σύμφωνα με τον αφηγητή του έργου «ύψιστη μορφή εξέλιξης για τον άνθρωπο» (Τravers, 2005, σ. 160).
Με το μυθιστόρημα μαθητείας ασχολήθηκαν και επιφανείς διανοητές του 20ού αιώνα σε χαρακτηριστικά για τη θεωρία του είδους δοκίμιά τους. Ο Mikhail Bakhtin σε ειδικό μελέτημά του για το Bildungsroman και τη σημασία του για την ιστορία του ρεαλισμού υπογραμμίζει το γεγονός ότι ο Wilhelm Meister κινείται στο μεταίχμιο δύο διαφορετικών εποχών· ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που πρόκειται να γίνει και παρατηρεί σχετικά: «Αυτή η μετάβαση πραγματοποιείται σε αυτόν και μέσω αυτού. Αναγκάζεται να γίνει ένας νέος, πρωτοφανής τύπος ανθρώπου» (Μπαχτίν, 2014, σ. 28), ενώ ο Georg Lukács, ο οποίος αφιερώνει στο Bildungsroman και ειδικότερα στα Χρόνια της μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ ένα κεφάλαιο στην κλασική μελέτη του για το μυθιστόρημα, αναγνωρίζει ως κεντρικό θεματικό άξονα του μυθιστορήματος μαθητείας τη «συμφιλίωση του προβληματικού ανθρώπου, καθοδηγούμενου από ένα ιδανικό που συνιστά γιʼ αυτόν βίωμα, με τη δεδομένη κοινωνική πραγματικότητα» (Λούκατς, 2004, σ. 175).
Η ελληνική κριτική προσεγγίζοντας τα ζητήματα αυτά εστιάζει τα τελευταία χρόνια στις σχέσεις ανάμεσα στο Bildungsroman και το μυθιστόρημα εφηβείας. Σύμφωνα με την Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου «Θέμα του μυθιστορηματικού αυτού είδους δεν είναι γενικά η εφηβεία ή η νεότητα. Η ηλικία της εφηβείας αποτελεί απλώς το πλαίσιο για τη διαδικασία της ενηλικίωσης του νέου, που συνεπάγεται μία περίοδο μαθητείας, αγωγής» (Αμπατζοπούλου, 2000, σ. 60)[3]. Η Αγγέλα Καστρινάκη συσχετίζει το μυθιστόρημα εφηβείας με το μυθιστόρημα μύησης και σημειώνει σχετικά: «Το μυθιστόρημα της εφηβείας […] παρουσιάζει μια διαδικασία κατά την οποία ο ανώριμος άνθρωπος, το παιδί, εισέρχεται στον κόσμο των ενηλίκων μέσα από τη διαδικασία της γνωριμίας με τον έρωτα και τον θάνατο. Το μυθιστόρημα αυτό συνδέεται, χωρίς να ταυτίζεται, με το Bildungsroman, το μυθιστόρημα της διαμόρφωσης ή της μαθητείας, που παρουσιάζει τη σταδιακή διάπλαση ενός ήρωα από τα παιδικά του χρόνια έως την ωριμότητά του» (Καστρινάκη, 1995, σ. 30). Σύμφωνα με την ίδια, ο πρωταγωνιστής του έργου υπόκειται σε μια διαδικασία ωρίμανσης «μέσα από μια περισσότερο ή λιγότερο συνειδητή αυτοδιαμόρφωση».
Το μυθιστόρημα μαθητείας θεωρήθηκε τυπικό είδος της γερμανικής γραμματείας. Τις τελευταίες όμως δεκαετίες του 20ού αιώνα ο προβληματισμός σχετικά με το Bildungsroman επεκτείνεται και σε άλλες εθνικές γραμματείες, όπως την αγγλική και τη γαλλική. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα αλλά και του 20ού  στην Αγγλία το Bildungsroman εμφανίζει μεγάλη διάδοση και έχει σταθερή παρουσία με έργα όπως τα μυθιστορήματα του Charles Dickens (David Copperfield, 1850 και Great Expectations, 1861) ή του Somerset Maugham (Of Human Bondage, 1915), ενώ στη Γαλλία το λογοτεχνικό αυτό είδος αναδείχθηκε μέσα από το πεζογραφικό έργο του Stendhal (Vie de Henry Brulard, 1890) και αργότερα του Romain Rolland (Jean-Christophe, 1904-1912)[4].  
Στην ελληνική πεζογραφία υπάρχουν ορισμένα έργα του 20ού αιώνα, τα οποία θεωρούνται ότι μπορούν να συσχετιστούν με το είδος του Bildungsroman, όπως η Eroica (1938) του Κ. Πολίτη[5], ο Λεωνής (1940) του Γ. Θεοτοκά[6] και Τα ψάθινα καπέλα (1946) της Μ. Λυμπεράκη. Στα χρόνια της Μεταπολίτευσης το μυθιστόρημα μαθητείας κάνει διακριτή την παρουσία του με έργα όπως Η αρχαία σκουριά (1979) της Μ. Δούκα και Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα (1987) της Α. Ζέη. Στο μεταίχμιο του 20ού και του 21ου αιώνα νεανικά μυθιστορήματα μαθητείας δομούνται πάνω σε ένα κοινό θεματικό άξονα: τα ζωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι νέοι άνθρωποι στις σχέσεις τους με τους άλλους[7], ενώ πεζογράφοι όπως η Βούλα Μάστορη (Στο γυμνάσιο, 1991), ο Μάνος Κοντολέων (Γεύση πικραμύγδαλου, 1996) και η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου (Το φιλί της λύκαινας, 2016) προχωρούν στη συγγραφή μυθιστορημάτων ενηλικίωσης αποδεικνύοντας τον άρρηκτο δεσμό του εν λόγω λογοτεχνικού είδους με το αναγνωστικό κοινό.
Παράλληλα με την ανάπτυξη και τη διάδοση του Bildungsroman στον ευρωπαϊκό χώρο και τη διερεύνησή του ως είδους με συγκεκριμένο θέμα, περιεχόμενο και χαρακτηριστικά του πρωταγωνιστή του, αναδύθηκε πρόσφατα από μια διαφορετική αφετηρία, αυτή του αναγνώστη μια ιδιαίτερη προβληματική που συσχετίστηκε με ορισμένες κατηγορίες, έργα και είδη που χαρακτηρίστηκαν ως λογοτεχνία crossover και είχαν ιδιαίτερη απήχηση τόσο εντός Ευρώπης όσο και εκτός ευρωπαϊκών συνόρων. Αν η ύπαρξη του Βildungsroman θεωρείται ότι επικυρώνεται με το εμβληματικό μυθιστόρημα του Γκαίτε Τα χρόνια μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ ως ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος, η στοίχιση με ένα άλλο ειδολογικό μοντέλο, αυτό του crossover, καθώς και η προσέγγισή του ως μετεξέλιξη ή μεταμόρφωση ενός προηγούμενου, εγείρει διάφορα θεωρητικά ζητήματα, που φέρνουν στο προσκήνιο οι ολοένα αυξανόμενες μελέτες, έρευνες και κριτικές των τελευταίων χρόνων στην ευρωπαϊκή κυρίως βιβλιογραφία σχετικά με τη λογοτεχνία crossover. Η ομοιοσυστασία του θεωρούμενου ως μοντέλου, η ομοιογένεια των επικαλούμενων ιστορικών παραδειγμάτων, που φτάνουν στο βάθος των αιώνων, τα σύγχρονα παραδείγματα και η απόστασή τους σε σχέση με το νοούμενο ειδολογικό επίκεντρο, είναι ορισμένα από αυτά.
Σύμφωνα με την Sandra Beckett πολλοί κριτικοί και δημοσιογράφοι θεωρούν τη λογοτεχνία  crossover ως επινόηση του 21ου αιώνα, ενώ ορισμένοι ανατρέχουν στις πρόσφατες δεκαετίες του 20ού προκειμένου να εντοπίσουν παραδείγματα που θα μπορούσαν να ενταχθούν στην παράδοση του είδους (R. Adams, Watership Down, 1972· J. R. R. Tolkien, The Lord of the Rings, 1954-1955). Από άλλους έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο 19ος αιώνας αποτέλεσε το χρονικό σημείο αφετηρίας για την εμφάνιση έργων crossover με κορυφαίο παράδειγμα το μυθιστόρημα του L. Carroll Alices Adventures in Wonderland (1865) [8].
Αν και αρχικά θεωρήθηκε από τους μελετητές ως ένα νέο φαινόμενο, εν τούτοις οι αρχές της crossover λογοτεχνίας εντοπίζονται ήδη από τα μέσα του 17ου αιώνα. Λογοτεχνικά είδη όπως οι μύθοι και τα παραμύθια (Jean de La Fontaine, Fables, 1668· Ch. Perrault, Contes, 1697) διαδόθηκαν γρήγορα τόσο στο ανάμεσα στο ενήλικο όσο και στο παιδικό αναγνωστικό κοινό και αποτέλεσαν τα λογοτεχνικά πεδία στα οποία η crossover λογοτεχνία βρήκε μια χαρακτηριστική έκφρασή της. (Beckett, 2009, σ. 2). Πολλά κλασσικά έργα του 17ου και 18ου αιώνα (Don Quijote de la Mancha του Miguel de Cervantes, Robinson Crusoe του Daniel Defoe, Gullivers Travels του Jonathan Swift), αλλά και έργα του 19ου αιώνα  με ιστορικό χαρακτήρα (Ivanhoe του Sir Walter Scott), μυθιστορήματα περιπέτειας (The Last of the Mohicans του James Fenimore Cooper), και τα ευρέως γνωστά έργα του Charles Dickens (Oliver Twist, A Christmas Carol, David Copperfield) αποτέλεσαν αντιπροσωπευτικά δείγματα της λογοτεχνίας crossover, καθώς διασταυρώθηκαν με επιτυχία με τις αναγνωστικές προσδοκίες ενηλίκων και παιδιών.


********************************************************************


Με την εμφάνιση της λογοτεχνίας crossover παραβιάστηκαν αναγνωστικά σύνορα τα οποία είχαν καθιερωθεί και διαχώριζαν την παιδική / εφηβική λογοτεχνία από τη λογοτεχνία για ενήλικες. Όπως επισημαίνει η Rachel Falconer η εμφάνιση της λογοτεχνίας crossover και η ιδιαίτερη ανταπόκριση που είχε σε ένα ευρύ από ηλικιακή άποψη αναγνωστικό κοινό, αποδείκνυε αφενός την έλλειψη μιας κοινής θεώρησης για το τι θεωρείται κατάλληλο ανάγνωσμα για ανηλίκους και αφετέρου τη δυσκολία να τεθούν διακριτά όρια ανάμεσα στην ανήλικη και την ενήλικη ζωή (Falconer, 2009, σ. 3). Σύμφωνα με την ίδια το ενήλικο αναγνωστικό κοινό έστρεψε το ενδιαφέρον του σε έργα σύγχρονης παιδικής λογοτεχνίας, όταν ανακάλυψε ότι τα έργα αυτά πραγματεύονταν βασικά ζητήματα που απασχολούν τις σύγχρονες κοινωνίες, όπως οι θρησκευτικές διαφορές και οι διαμάχες, η κρίση των ηθικών αξιών κ.ά.

Γενικότερα, η Falconer υποστηρίζει ότι είναι δύσκολο να προσεγγιστεί η λογοτεχνία crossover ως ανεξάρτητο είδος, καθώς δεν υπάρχουν σταθερά χαρακτηριστικά, θέματα, μοτίβα ή τεχνικές που να είναι κοινά σε όλα τα crossover έργα (Falconer, 2009, σ. 27). Στον αντίποδα της άποψης αυτής, η Maija-Liisa Harju επιλέγει τρία κριτήρια με βάση τα οποία ένα έργο μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στην crossover λογοτεχνία: να απευθύνεται σε διαφορετικές ηλικίες αναγνωστών, να έχει σύνθετη μορφή ή και θέμα και να υπάρχει διαπιστωμένη η ευρεία αποδοχή του (Harju, 2009, σ. 363). Η Harju υποστηρίζει ότι η ύπαρξη του λογοτεχνικού είδους των βιβλίων crossover προϋποθέτει, αναγνωρίζει και επιβεβαιώνει τον άρρηκτο δεσμό που διακρίνει την ανθρώπινη εμπειρία, ανεξάρτητα από το ηλικιακό στάδιο στο οποίο βρίσκεται το άτομο και εισάγει την έννοια του «crossover continuum» προκειμένου να αναφερθεί στο «συνεχές» που συνδέει την εφηβική ηλικία με την ενήλικη ζωή.
            Άμεσα συνδεδεμένη με την έννοια των crossover μυθιστορημάτων είναι και η έννοια του «cross writing». Σύμφωνα με την Beckett η έννοια αυτή αφορά συγγραφείς οι οποίοι γράφουν και για παιδιά και για ενήλικες σε διαφορετικά όμως έργα (Beckett, 2009, σ. 5). Όπως επισημαίνει η Katharine Capshaw-Smith οι έννοιες «cross writing», «cross reading» και «crossover literature» υποδηλώνουν τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι ενήλικες εμπλέκονται στα παιδικά βιβλία και σηματοδοτούν μια νέα πρακτική ανάγνωσης, η οποία παραβλέπει τα όρια που υπάρχουν ανάμεσα στο ενήλικο και στο ανήλικο αναγνωστικό κοινό (Capshaw-Smith, 2012, σ. 1). Οι Ulrich Knoepflmacher και Mitzi Myers διαβλέπουν μέσα από την έννοια του «cross writing» τη διαλογική σχέση διαφορετικών φωνών (του παιδιού πρωταγωνιστή και του ενήλικα συγγραφέα), οι οποίες συνυπάρχουν αρμονικά στο ίδιο κείμενο. Συγγραφείς οι οποίοι γράφουν για παιδιά, υιοθετώντας την παιδική οπτική και φωνή, αναπόφευκτα έρχονται αντιμέτωποι με τη δική τους παιδική τους ηλικία και πραγματοποιούν μέσω της γραφής ένα είδος ιδιότυπης επικοινωνίας ανάμεσα στο «παιδικό» παρελθόν τους και στο «ενήλικο» παρόν τους (Knoepflmacher & Myers, 1997, σ. vii).
Αντιπροσωπευτικά έργα της σύγχρονης πεζογραφίας τα οποία τροφοδοτούν τη συζήτηση σχετικά με τη λογοτεχνία crossover (αλλά και τη λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες) είναι, μεταξύ άλλων, το βραβευμένο μυθιστόρημα μυστηρίου του Άγγλου Mark Haddon The Curious Incident of the Dog in the Night-time (2003)[9], το οποίο τυπώθηκε ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικές εκδόσεις, μία για παιδιά και μία για ενηλίκους, τo μυθιστόρημα του Αυστραλού Markus Zusak The Book Thief (2005)[10], ένα best seller που έγινε γνωστό και από τη μεταφορά του στον κινηματογράφο και το βραβευμένο μυθιστόρημα της Αγγλίδας Geraldine McCaughrean The White Darkness (2005)[11].
Ο 21ος αιώνας σηματοδότησε μια νέα προσέγγιση ως προς την κατηγοριοποίηση / κατάταξη των λογοτεχνικών ειδών και σε σχέση με τη δημιουργική παραγωγή ελληνικών έργων που καταγράφουν ή παρακολουθούν περιπετειώδεις πορείες ενηλικίωσης. Ανάμεσα στους πρώτους συγγραφείς που ανοίγουν τη συζήτηση και στη χώρα μας σχετικά με τη λογοτεχνία crossover είναι και ο Μάνος Κοντολέων με το μυθιστόρημά του Αμαρτωλή πόλη (2016), ήδη με τη χαρακτηριστική ένδειξη (Λογοτεχνία Crossover) και το εξώφυλλο του βιβλίου (φιλοτεχνημένο από τον Φώτη Πεχλιβανίδη), που παραπέμπει σε σειρά κόμικ, νοερά απευθυνόμενο και στο ενήλικο αναγνωστικό κοινό. Ο ίδιος σε θεωρητικό του άρθρο που είχε προηγηθεί, στο οποίο διερευνούσε τη σχέση της εκδοτικής ταξινόμησης της συγγραφικής δημιουργίας με τις γενικότερες κοινωνικές συνθήκες, αλλά και τη λογοτεχνία «για νεαρούς ενήλικες», σημείωνε σχετικά με τα μυθιστορήματα crossover: «στα crossover παρατηρούμε μια συγγραφική τάση να συνυπάρχουν γωνίες όρασης και δομές αφηγηματικές, έτσι ώστε το αναγνωστικό κοινό να μην ταξινομείται κατά ηλικίες» (Kοντολέων, 2011, σσ. 53-54).
Συνολικά το έργο του γνωστού και καθιερωμένου συγγραφέα Μάνου Κοντολέων, που διανύει στα γράμματά μας μία γόνιμη πορεία σχεδόν σαράντα ετών (τα πρώτα του βιβλία κυκλοφόρησαν το 1979) θέτει πολλά ερευνητικά ερωτήματα, μεταξύ άλλων, σχετικά με την έννοια της «ιστορικότητας» της ανάγνωσης, της πρόσληψης του λογοτεχνικού κειμένου και του λογοτεχνικού κανόνα, ενώ μας επιβάλλεται όχι μόνο με τον όγκο και την ποιότητά του, αλλά και την ευρηματική ή και αμήχανη, για τους ειδικούς, παραδοξότητα να διαβάζεται από ενηλίκους, εφήβους και παιδιά. Το έργο του διαβάστηκε από πλήθος νέων και ενηλίκων αναγνωστών, βραβεύτηκε από πολλούς φορείς, τιμήθηκε με κρατικό βραβείο και γνώρισε διαδοχικές επανεκδόσεις.
Πότε και ποιοι διάβασαν / διαβάζουν το έργο του; Ποιο είναι το διαφορετικό νόημα που κάθε φορά του αποδίδεται και πόσο αυτό επηρεάζεται από το ιδεολογικό κλίμα της εποχής; Η ελευθερία του αναγνώστη είναι απεριόριστη ή ακολουθεί, έως ένα βαθμό, τις αντικειμενικές ιδιότητες που ορίζει η επιφάνεια των λέξεων; Ποια είναι τα όρια της γραφής και η σχέση τους με το θέμα που επιλέγεται; Ίσως, κανένας άλλος συγγραφέας, από την εποχή της μεταπολίτευσης και μετά, δεν έθεσε ιστορικά τόσα ερωτήματα για τα όρια του αναγνωστικού κοινού και τον προσδοκώμενο αναγνώστη, τη λογοκρισία και την αυτολογοκρισία, τους τρόπους έκφρασης και την υπονόμευσή τους με τον τρόπο, τη διαύγεια αλλά και την επιμονή που τα έθεσε ο Μάνος Κοντολέων.
Το τελευταίο μυθιστόρημα του συγγραφέα, η Αμαρτωλή πόλη, με τις προφανείς διακαλλιτεχνικές συνδηλώσεις της[12], παραπέμπει στον σκοτεινό λαβύρινθο της αστικής μεγαλούπολης που συνδέεται παρηγορητικά ή και αντιστικτικά με τα περίχωρα και την εξοχή, τον χώρο όπου τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα επουλώνουν ή αντιμετωπίζουν τα τραύματά τους. Η ηρωίδα του μυθιστορήματος, η Στεφανία, δεν αποτελεί μια τυπική γυναικεία φωνή, αλλά μια ξεχωριστή φωνή κοριτσιού με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αποτυπώνονται στη λογοτεχνική εκφορά και την αναπαράσταση του αφηγηματικού υποκειμένου: έχουμε να κάνουμε με μια ανώριμη ωριμότητα και μια φωνή που γίνεται κραυγή σε ένα κόσμο που καταρρέει.
H συγκεκριμένη ηρωίδα μας προσφέρει μια προνομιακή θέα του γιατί ή για ποιον γράφει κανείς, καθώς αναπτύσσει ή εκθέτει ένα λόγο για τη βιωμένη της εμπειρία που αποσταθεροποιεί δραστικά τους καθιερωμένους λόγους περί κανονικότητας, που συνήθως συνοδεύουν την πορεία προς την ενηλικίωση και την κοινωνική ένταξη. Στη διαδρομή της η ηρωίδα πραγματοποιεί μια πολλαπλή παραβίαση, καθώς καταπατά τα όρια του επικίνδυνου και του απαγορευμένου και συναντά αλλόκοτα πλάσματα που μεταμορφώνονται ή συρρικνώνονται ανάλογα με τους φόβους ή τις επιθυμίες της.
H δεκαεφτάχρονη Στεφανία της Αμαρτωλής πόλης, μέσα από μία πορεία μαθητείας, αλλαγών και ανατροπών οδηγείται στην ωριμότητα. Οι αλλαγές οι οποίες ξεκινούν με την οικονομική κατάρρευση του πατέρα της Κλεάνθη, σηματοδοτούν την αφετηρία ενός «ταξιδιού» μέσα από το οποίο η Στεφανία θα έρθει αντιμέτωπη με το σκληρό και αδιάφορο πρόσωπο της κοινωνίας, αλλά και με τον ίδιο της τον εαυτό: «Και η Στεφανία ‒στα δεκαεπτά της χρόνια‒ δεν είχε ποτέ της φανταστεί πως υπάρχουν και αλλαγές που τρομάζουνε [...]. Αλλαγές, λοιπόν... Για να τις πάρει μία μία... Έτσι. Η καθεμιά της μόνη της αποδυναμώνεται. Αντιμετωπίζεται. Παλεύεται [...]. Ο πατέρας έκλεισε το μαγαζί. Το ιδιωτικό λύκειο έγινε δημόσιο. Η μάνα... μετακόμισε! Χα! Μακριά απʼ όλα αυτά να μείνει η ίδια. Αυτοπροστασία» (Κοντολέων, 2016, σσ. 26, 31).
Μέσα από τις δοκιμασίες που περνάει η πρωταγωνίστρια συμφιλιώνεται με το παρελθόν της, αντιμετωπίζει τους φόβους της και τις ενοχές της και κατορθώνει να αποδεχθεί τόσο τον εαυτό της όσο και την αμαρτωλή πόλη στην οποία ζει: «Και περπατά πάντα η Στεφανία. Μια πόλη για να την κατακτήσεις, να τη νικήσεις, να αντιμετωπίσεις τις αμαρτίες που μαζί της σχεδίασες, πρέπει ολότελα να την έχεις αποδεχτεί [...]. Περπατά, πάντα, η Στεφανία. Και τώρα πια ξέρει πού θέλει να φτάσει» (Κοντολέων, 2016, σσ. 375-376).
Ένα από τα ζητήματα που θέτει το μυθιστόρημα είναι και αυτό της σχέσης του με τη λογοτεχνία crossover. H Aμαρτωλή πόλη του Μάνου Κοντολέων ανήκει στην κατηγορία των έργων crossover, καθώς πληροί ορισμένα βασικά κριτήρια (όπως τα προσδιόρισε η Harju, 2009) που σχετίζονται με την επιλογή των ηρώων, το θέμα και τον αφηγηματικό χειρισμό του χτίζοντας γέφυρες ανάμεσα στα στάδια και τις εμπειρίες της ανήλικης και της ενήλικης ζωής. Ο συγγραφέας απευθύνεται «επί ίσοις όροις» τόσο στον ενήλικα όσο και στον νεαρό αναγνώστη. Χωρίς ψήγμα διδακτισμού, χρησιμοποιώντας έναν λόγο αιχμηρό, ο συγγραφέας θέτει στον αναγνώστη ερωτήματα, για τα οποία καλείται να βρει απαντήσεις: «Πότε μια πόλη γίνεται αμαρτωλή; Και πώς τάχα; Μήπως είναι οι κάτοικοί της που αφού πρώτα οι ίδιοι αμαρτήσουν, στη συνέχεια μολύνουν και την πολιτεία που τους φιλοξενεί; Ή να ’ναι η ίδια η πόλη που διοχετεύει τις αμαρτωλές σκέψεις της σε όσους την επέλεξαν για να ζήσουν μέσα στις λεωφόρους της, στα πάρκα της, στις πιο απόμερες γειτονιές της; Ό,τι κι αν ισχύει, το αποτέλεσμα μένει σταθερό. Μιλάμε για μια πόλη αμαρτωλή. Που κάποτε ‒ίσως‒ να μην ήταν. Και μιλάμε, ακόμα, για ανθρώπους αμαρτωλούς. Που κάποτε ‒ίσως‒ να μην ήταν» (Κοντολέων, 2016, σ. 145).
Επιπρόσθετα, η Αμαρτωλή πόλη είναι ένα πεζογράφημα το οποίο μέσω της πολυπλοκότητας των θεμάτων του που αναφέρονται στην αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού κεντρίζει το ενδιαφέρον αναγνωστών διαφορετικών ηλικιών. Ο συγγραφέας σκιαγραφώντας μια κοινωνία που δοκιμάζεται παρουσιάζει τα μυθοπλαστικά του πρόσωπα να έρχονται αντιμέτωπα με καταστάσεις και συναισθήματα τα οποία βιώνει τόσο ο έφηβος όσο και ο ενήλικας: οικονομική κρίση, ένδεια ψυχική, έλλειψη επικοινωνίας τόσο στο οικογενειακό επίπεδο όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό, αισθήματα αβεβαιότητας, απόρριψης και μοναξιάς. Το ενήλικο αναγνωστικό κοινό συμπάσχει με την πορεία του Κλεάνθη, ο οποίος έχοντας χάσει την οικονομική του ανεξαρτησία, χάνει ταυτόχρονα και την αποδοχή από το οικογενειακό του περιβάλλον, ενώ ο νεαρός αναγνώστης συμπάσχει με την πορεία της Στεφανίας και του Τονίνο, των δύο νεαρών πρωταγωνιστών, οι οποίοι έρχονται και εκείνοι αντιμέτωποι με την έννοια της απώλειας μέσα από τις ποικίλες εκφάνσεις της: απώλεια της ασφάλειας τόσο σε οικονομικό όσο και σε συναισθηματικό επίπεδο, απώλεια του έρωτα στην ακέραιη μορφή του. Τα πρόσωπα όμως αυτά αποφασίζουν να μην υποκύψουν, να μην περιχαρακωθούν στα τραύματά τους. Επιλέγουν να αναγνωρίσουν τα κακώς κείμενα της εποχής τους, να αμφισβητήσουν τις συμβατικές αξίες και τελικά να επαναπροσδιορίσουν τη στάση τους απέναντι ζωή, οριοθετώντας τον εαυτό τους στο συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον.
Ένα επιπρόσθετο στοιχείο για την ένταξη του συγκεκριμένου μυθιστορήματος στη λογοτεχνία crossover μπορεί να αποτελέσει η συγγραφική στόχευση, αλλά και οι διευκρινίσεις που μας παρέχει ο ίδιος ο συγγραφέας για το πώς θα μπορούσε να διαβαστεί το έργο του στο «Σημείωμα» που παραθέτει στο τέλος του βιβλίου. Στην περίπτωση αυτή ο συγγραφέας ανταγωνίζεται ή συμπληρώνει τον αναγνώστη του σε μια προσπάθεια να νομιμοποιηθεί ή να αξιοποιηθεί η χρήση ενός πλούσιου παρακειμενικού υλικού από την οπτική μιας θεωρίας της πρόσληψης που αντιμετωπίζει είδη, μορφές και περιεχόμενα ως κοινωνική μεταβλητή. «Ολόκληρο τον πρώτο χρόνο συγγραφής του μυθιστορήματος δεν μπορούσα να αποφασίσω αν το έργο που γράφω ανήκει στη λογοτεχνία για νέους ή στην άλλη, αυτή των ενηλίκων», σημειώνει ο ίδιος. Και συνεχίζει: «Τελικά κατάλαβα πως για μια ακόμα φορά υπηρετούσα το είδος του μυθιστορήματος ενηλικίωσης ‒το Βildungsroman, όπως διεθνώς αποκαλείται‒ και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μυθιστορηματική καταγραφή της πορείας ενός νεαρού ατόμου προς την ατομική του και συνειδητή του ενσωμάτωση στον κόσμο των ενηλίκων. Μια πορεία συνήθως επώδυνη και συχνά ανατρεπτική ως προς τις κοινωνικές νόρμες. Που όμως τελικά οδηγεί το κεντρικό πρόσωπο του έργου να βρει τη θέση του μέσα σε έναν κόσμο συνεχώς μεταβαλλόμενο. Πιστεύω, λοιπόν, πως και η Αμαρτωλή πόλη είναι ‒ή διεκδικεί να είναι‒ ένα σύγχρονο μυθιστόρημα ενηλικίωσης ή ‒με τον νέο τρόπο ονοματοδοσίας αυτού του λογοτεχνικού είδους‒ ένα μυθιστόρημα crossover» (Κοντολέων, 2016, σσ. 387-388).
Είναι προφανές ότι το ζήτημα που θέτει ο Μάνος Κοντολέων με την Αμαρτωλή του πόλη και τη λογοτεχνία crossover ως φαινόμενο της σύγχρονης ελληνικής εκδοτικής κίνησης αλλά και της αναγνωστικής ανταπόκρισης έχει μόλις ανοίξει.
Βιβλιογραφία
Adams, J. (2010). ‘Into Eternity’s Certain Breadth’: Ambivalent Escapes in Markus Zusak’s ‘The Book Thief’. Childrens Literature in Education, 41, 222–233.
Αμπατζοπούλου, Φ.  (1994).  Αυτοβιογραφικός λόγος: Ιστορικοί και μυθιστορηματικοί βίοι στο μυθιστόρημα εφηβείας, Εντευκτήριο, 28-29, 74-88 (= Αμπατζοπούλου, Φ.  (2000). Η Γραφή και η Βάσανος. Ζητήματα λογοτεχνικής αναπαράστασης. Αθήνα: Πατάκης, σσ. 57-83).
Bασιλαράκης, Ι. Ν. (2004). Εσωτερικός και μυητικός της ζωής λόγος σε ελληνικά νεανικά μυθιστορήματα μαθητείας των τελευταίων χρόνων. Μια μικρή δειγματική περιήγηση. Στο Τ. Τσιλιμένη (Επιμ.), Το Σύγχρονο Ελληνικό Παιδικό - Νεανικό Μυθιστόρημα (σσ. 37-50). Αθήνα: Σύγχρονοι Ορίζοντες. 
Beckett, S. L. (2009). Crossover fiction. Global and historical perspectives. New York and London: Routledge.
Buckley, J. H. (1974). Season of Youth. The Bildungsroman from Dickens to Golding. Cambridge, Massachusetts and London: Harvard University Press.
Capshaw-Smith, K. (2012). Critical Cross-overs. Children’s Literature Association Quarterly 37(1), 1-3.
Ciocia, S. (2009). Postmodern Investigations: The Case of Christopher Boone in ‘The Curious Incident of the Dog in the Night-time’. Children’s Literature in Education, 40, 320-332.
Dahl P. (1999). To ‘Bildungsroman’. Στο Benoit-Dusausoy, A. & Fontaine, G. (Επιμ.). Ευρωπαϊκά Γράμματα. Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας - Τόμος Β´ (Α. Ζήρας, Β. Ιβάνοβιτς, Γ. Κιουρτσάκης, Λ. Στεφάνου, Τ. Τσαλίκη-Μηλιώνη, Μτφρ.). Αθήνα: Σοκόλης.
Falconer, R. (2007). Crossover Literature and Abjection: Geraldine McCaughrean’s ‘The White Darkness’. Children’s Literature in Education, 38, 35-44.
Falconer, R. (2009). The crossover novel. Contemporary children’s fiction and its adult readership. New York and London: Routledge.
Galef, D. (1995). Crossing Over: Authors Who Write Both Children’s and Adults’ Fiction. Children’s Literature Association Quarterly, 20(1), 29-35.
Harju, M.-L. (2009). Tove Jansson and the Crossover Continuum. The Lion and the Unicorn 33(3), 362-375.
Hirsch-Gottfried, M. (1976). Defining Bildungsroman as a Genre. Publications of the Modern Language Association of America, 91(1), 122-123.
Καστρινάκη, Α. (1995). Οι περιπέτειες της Νεότητας: Η αντίθεση των γενεών στην ελληνική πεζογραφία (1890-1945). Αθήνα: Καστανιώτης.
Knoepflmacher, U. C. & Myers, M. (1997). From the Editors: Cross-Writingand the Reconceptualizing of Childrens Literary Studies. Childrens Literature, 25(1), vii-xvii.
Κοντολέων, Μ. (2011). Από το μυθιστόρημα εφηβείας σε εκείνα για νεαρούς ενήλικους αναγνώστες και τώρα στα cross-over. Στο Μ. Κανατσούλη & Δ. Πολίτης, (Επιμ.), Σύγχρονη Εφηβική Λογοτεχνία. Από την ποιητική της εφηβείας στην αναζήτηση της ερμηνείας της (σσ. 50-56). Αθήνα: Πατάκης.
Κοντολέων, Μ. (2016). Αμαρτωλή πόλη. Αθήνα: Πατάκης.
Κοντολέων, Μ. (2016). Μυθιστόρημα Ενηλικίωσης: από το Bildungsroman στο Crossover Novel. Διάστιχο. Δημοσιεύθηκε 15/3/2016. Aνακτήθηκε 13/1/2017, από http://diastixo.gr/epikaira/apopseis/5006-kontoleon-15032016
Λούκατς, Γ. (2004). Η Θεωρία του Μυθιστορήματος (Ξ. Τσελέντη, Μτφρ., Γ. Σαγκριώτης, Επιμ.). Αθήνα: Πολύτροπον.
Mahoney, D. F. (1991). The Apprenticeship of the Reader: The Bildungsroman of the ‘Age of Goethe’. In J. Hardin (Ed.), Reflection and Action: Essays on the Bildungsroman (σσ. 97-117). Columbia: University of South Carolina Press.
Martini, F. (1991). Bildungsroman – Term and Theory. In J. Hardin (Ed.), Reflection and Action: Essays on the Bildungsroman (σσ. 1-25). Columbia: University of South Carolina Press.
Μελισσαράτου, Γ. (1996-1997). Το μυθιστόρημα ‘Eroica’ ως Bildungsroman: Κριτικά ξαναδιαβάσματα και μια πρόταση τυπολογικού προσδιορισμού. Ελίτροχος, 11, 103-121.
Moretti, F. (2000). From the Way of the World: The Bildungsroman in European Culture. In M. McKeon (Ed.), Theory of the Novel. A Historical Approach (σσ. 554-565). Baltimore & London: The Johns Hopkins University Press.
Μπαχτίν, M. (2014). Δοκίμια ποιητικής (Γ. Πινακούλας, Μτφρ.). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Πάγκαλος, Γ. (22008). Bildungsroman. Στο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα, Έργα, Ρεύματα, Όροι (σσ. 296-299). Αθήνα: Πατάκης.
Saine, T. P. (1991). Was ‘Wilhem Meisters Lehrjahre’ really supposed to be a Bildungsroman? In J. Hardin (Ed.), Reflection and Action: Essays on the Bildungsroman (σσ. 118-141). Columbia: University of South Carolina Press.
Shavit, Z. (1980). The Ambivalent Status of Texts: The Case of Childrenʼs Literature. Poetics Today, 1(3), 75-86.
Τζιόβας, Δ. (2007). Ο άλλος εαυτός. Ταυτότητα και κοινωνία στη νεοελληνική πεζογραφία (Α. Ρόζενμπεργκ, Μτφρ., Ουρ. Ιορδανίδου, Επιμ.). Αθήνα: Πόλις.
Travers, M. (2005). Εισαγωγή στη Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία. Από τον Ρομαντισμό ως το Μεταμοντέρνο (Ι. Ναούμ & Μ. Παπαηλιάδη, Μτφρ., Τ. Καγιαλής, Επιμ.). Αθήνα: Βιβλιόραμα.
Χωρεάνθη, Μ. (2016). Μάνος Κοντολέων: «Αμαρτωλή πόλη» κριτική της Μάριον Χωρεάνθη. Διάστιχο. Δημοσιεύθηκε 12/12/2016. Ανακτήθηκε 8/1/2017, από http://diastixo.gr/kritikes/efivika/6136-amartoli-poli-kontolewn

Περίληψη
Η παρούσα εργασία εστιάζει στην Αμαρτωλή πόλη του Μάνου Κοντολέων θέτοντας το ερώτημα του κατά πόσο το μυθιστόρημα αυτό μπορεί να ενταχθεί στη λογοτεχνία crossover, στη συγκεκριμένη περίπτωση στη λογοτεχνία που μπορεί να διαβαστεί από εφήβους και ενηλίκους. Αφού εξετάσουμε τον ορισμό του Bildungsroman και τον συσχετισμό του με το μυθιστόρημα εφηβείας, αναφερόμαστε σε ορισμένες κατηγορίες, έργα και είδη που χαρακτηρίστηκαν ως λογοτεχνία crossover και είχαν ιδιαίτερη απήχηση τόσο εντός Ευρώπης όσο και εκτός ευρωπαϊκών συνόρων. Η Αμαρτωλή πόλη απευθύνεται σε αναγνωστικό κοινό διαφορετικών ηλικιών και ενδιαφέρει τους νεαρούς αναγνώστες καθώς διαπραγματεύεται την ενηλικίωση και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα των πρωταγωνιστών. Παράλληλα, η κριτική ματιά του συγγραφέα αναδεικνύει σε αφηγηματικό επίπεδο την επικαιρότητα, την οικονομική κρίση και τις συνέπειές της στα ήθη, στις πράξεις και στις συμπεριφορές των ατόμων που δοκιμάζονται. Υπό αυτή την έννοια, αποτελεί ένα ανάγνωσμα το οποίο μπορεί να ενδιαφέρει και το ενήλικο κοινό. H Aμαρτωλή πόλη του Μάνου Κοντολέων ανήκει στην κατηγορία των έργων crossover, καθώς πληροί ορισμένα βασικά κριτήρια που σχετίζονται με την επιλογή των ηρώων, το θέμα και τον αφηγηματικό χειρισμό του χτίζοντας γέφυρες ανάμεσα στα στάδια της ανήλικης και της ενήλικης ζωής.





[1] Όπου δεν δηλώνεται διαφορετικά, η μετάφραση των ξενόγλωσσων παραθεμάτων είναι δική μας.
[2] Σύμφωνα με τον Thomas Saine, ο Goethe δεν είχε ποτέ παραδεχθεί ότι το μυθιστόρημά του Τα χρόνια μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ ανήκε στο λογοτεχνικό είδος του Bildungsroman. Σημειώνει σχετικά: «O Goethe δεν συνήθιζε να δίνει ερμηνείες για τα δικά του έργα [...]. Η σύντομη περιγραφή του για το συγκεκριμένο μυθιστόρημα ήταν ότι δεν μπορούσε να το ερμηνεύσει κανείς με τη λογική» (Saine, 1991, σ. 127). Σε άμεση διακειμενική συνάφεια με το έργο του Goethe βρίσκονται και δύο χαρακτηριστικά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα: Το μαγικό βουνό (1924) του Τhomas Mann και Το τενεκεδένιο ταμπούρλο (1959) του Günter Grass.
[3] Όπως συμπληρώνει η ίδια, πολλά αυτοβιογραφικά κείμενα μπορούν να χαρακτηριστούν και ως αφηγήσεις μαθητείας, καθώς εξιστορείται η πορεία ενηλικίωσης του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία, τα χρόνια μαθητείας, έως και την ωριμότητά του (Αμπατζοπούλου, 2000, σ. 61).
[4] Βλ. μεταξύ άλλων, Buckley, J. H. (1974). Season of Youth. The Bildungsroman from Dickens to Golding. Cambridge, Massachusetts and London: Harvard University Press.
[5] Ειδικότερα για το μυθιστόρημα αυτό και τις σχέσεις του με το Bildungsroman, βλ. Μελισσαράτου, Γ. (1996-1997). Το μυθιστόρημα ‘Eroica’ ως Bildungsroman: Κριτικά ξαναδιαβάσματα και μια πρόταση τυπολογικού προσδιορισμού. Ελίτροχος, 11, 103-121.
[6] Για το μυθιστόρημα αυτό ως Bildungsroman, βλ.Τζιόβας, Δ. (2007). Ο άλλος εαυτός. Ταυτότητα και κοινωνία στη νεοελληνική πεζογραφία (Α. Ρόζενμπεργκ, Μτφρ., Ουρ. Ιορδανίδου, Επιμ.). Αθήνα: Πόλις, σσ. 236-252.
[7] Όπως επισημαίνει ο Ι. Ν. Βασιλαράκης, η προσπάθεια των προσώπων να ξεπεράσουν αυτά τα προβλήματα συνεπάγεται μια πορεία μαθητείας στην ίδια τη ζωή (Βασιλαράκης, 2004, σ. 38).
[8] Σχετικά με το μυθιστόρημα του Carroll ως έργο που δεν μπορεί να τοποθετηθεί σε «κλειστή» κατηγορία, βλ. Shavit, Z. (1980). The Ambivalent Status of Texts: The Case of Childrenʼs Literature. Poetics Today, 1(3), σσ. 79-86. H R. Falconer αναφερόμενη και αυτή στο ιστορικό προηγούμενο της crossover λογοτεχνίας επισημαίνει τον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα του συγκεκριμένου έργου σε σχέση με το αναγνωστικό του κοινό. Όπως παρατηρεί, κάποιοι κριτικοί θεώρησαν ότι ήταν ένα πεζογράφημα κατάλληλο για το ανήλικο κοινό, κάποιοι ακατάλληλο, ενώ άλλοι εστίασαν στην έλξη που ασκούσε ως έργο crossover (Falconer, 2009, σ. 12). Σύμφωνα με τον David Galef οι συγγραφείς οι οποίοι μέσω των έργων τους απευθύνονται τόσο σε ενήλικους αναγνώστες όσο και στο ανήλικο κοινό διαπερνώντας τα σχετικά όρια, χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι πεζογράφοι οι οποίοι ενώ αρχικά έγραφαν για ενήλικες, αποφάσισαν στη συνέχεια να στραφούν στην παιδική / εφηβική λογοτεχνία. Στη δεύτερη κατηγορία οι δημιουργοί ακολουθούν μία αντίστροφη συγγραφική πορεία· πρόκειται για συγγραφείς οι οποίοι αρχικά έγραφαν για παιδιά και στη συνέχεια αποφάσισαν να απευθυνθούν στο ενήλικο αναγνωστικό κοινό. Η τρίτη κατηγορία κινείται ανάμεσα στις δύο προαναφερθείσες κατηγορίες. Ο συγγραφέας, από την αρχή της συγγραφικής του πορείας, απευθύνεται ταυτόχρονα τόσο στο ενήλικο όσο και στο παιδικό / εφηβικό αναγνωστικό κοινό (Galef, 1995, σ. 29).

[9] Σύμφωνα με την Stefania Ciocia η ιδιαίτερη απήχηση που είχε το μυθιστόρημα σε ένα ευρύ ηλικιακά αναγνωστικό κοινό οφείλεται στην επιλογή του πρωταγωνιστή, του νεαρού Christopher, o oποίος έχει προβλήματα συμπεριφοράς, αλλά και στο γεγονός ότι το έργο ακολουθεί τις συμβάσεις μιας αστυνομικής ιστορίας στο πλαίσιο μιας μεταμοντέρνας γραφής (Ciocia, 2009, σ. 321).

[10] Όπως σημειώνει η Jenni Adams, το στοιχείο το οποίο κάνει το μυθιστόρημα τόσο ασυνήθιστο για έργο που αναφέρεται στο Ολοκαύτωμα είναι η επιλογή του συγγραφέα να χρησιμοποιήσει ως αφηγητή τον ίδιο τον θάνατο, μία δυνητικά ενοχλητική μορφή για το αναγνωστικό κοινό. Μέσω του ιδιότυπου αυτού αφηγητή ο Zusak επιτυγχάνει να μεταφέρει τη σκληρή ατμόσφαιρα που επικρατούσε την εποχή του Ολοκαυτώματος, να φέρει τον έφηβο αναγνώστη αντιμέτωπο με την έννοια του θανάτου, αλλά ταυτόχρονα και να τον προστατεύσει (Adams, 2010, σ. 222).

[11] Βασικά γνωρίσματα του έργου είναι ο (φεμινιστικός) υπερ-ρεαλισμός και η (μεταμοντέρνα) φαντασία. Σύμφωνα με την Falconer αυτά τα χαρακτηριστικά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι μέσα από την πορεία των μυθοπλαστικών προσώπων ‒και δη της πρωταγωνίστριας Sym‒ διερευνώνται τα ψυχικά όρια των ατόμων και οι διαφορετικές ταυτότητες είναι τα στοιχεία εκείνα που κάνουν το συγκεκριμένο μυθιστόρημα ελκυστικό σε αναγνωστικό κοινό διαφορετικών ηλικιών (Falconer, 2007, σ. 36).
[12] Όπως επισημαίνει η Μάριον Χωρεάνθη στη βιβλιοκριτική της: «Άκρως ενδιαφέρουσες είναι επίσης  οι παραπομπές [εκτός από τις ταινίες με παρόμοιο τίτλο του F. Miller] σε ταινίες όπως Η Στεφανία στο αναμορφωτήριο του Δαλιανίδη, Μάμα Ρόμα του Παζολίνι ή Ο Ρόκο και τα αδέλφια του τού Βισκόντι (ή ίσως ακόμα Η γέφυρα της αμαρτίας του Λιρόι και Θα κοιμηθώ όταν πεθάνω του Χότζες)» (Χωρεάνθη, 2016). Ο συγγραφέας συνομιλεί εξάλλου, όπως ρητά δηλώνει ο ίδιος μέσω της εμφανούς διακειμενικής αναφοράς του και με το γνωστό έργο του γάλλου συγγραφέα J.M.G. Le Clézio, Το χρυσόψαρο, το οποίο διαβάζει η ηρωίδα του στην αρχή του βιβλίου ευχόμενη ο τρόμος των σελίδων του να μην περάσει και στη δική της ζωή. 

8.11.17

Φεύγει - Έρχεται στη Λέσχη Ανάγνωσης - Φιλαναγνωσίας


Εδώ - Εκεί
Βορράς – Νότος
Βροχή – Ήλιος
Απογείωση – Προσγείωση
Αναχώρηση – Άφιξη
ΦΕΥΓΕΙ ΕΡΧΕΤΑΙ

Η αντίθεση που καταφανώς δηλώνει ο τίτλος απλώνεται σε όλο το βιβλίο. Στο εξώφυλλο, στην εικονογράφηση, στους μικρούς σελιδοδείκτες στις άκρες των σελίδων, στις ενέργειες των προσώπων… παντού!
Κι όμως δεν είναι η αντίθεση που θριαμβεύει! Είναι το κοινό συναίσθημα!
Η αδημονία, ο πυρετός της προετοιμασίας, η χαρά της συνάντησης, η αγωνία του απροσδόκητου…
Συναισθήματα που κατακλύζουν ΚΑΙ τον Φοίβο, που προετοιμάζει το ταξίδι του από τον Βορρά, όπου έχει μεταναστεύσει με τους γονείς του ΚΑΙ όλη την υπόλοιπη οικογένεια που προετοιμάζεται να τον υποδεχθεί στον Νότο!
Η ιστορία ξεκινά τέσσερις μέρες πριν το πολυπόθητο ταξίδι και διαβάζεται σε δισέλιδα! 
Οι αριστερές σελίδες του Φοίβου και του Βορρά, οι δεξιές του Λέανδρου, της Φοίβης, του Άρη, της Μέλπως, του Φρίξου, της Έλλης και του Νότου!
Οι αριστερές σε τριτοπρόσωπη αφήγηση παρουσιάζουν τις προετοιμασίες του Φοίβου. Οι δεξιές, με εναλλαγές στην οπτική γωνία και με διαλογικά μέρη, παρουσιάζουν τις προετοιμασίες όλων των άλλων! Η αγωνία όμως και ο πυρετός της προετοιμασίας είναι κοινά για όλους.
Ο Φοίβος ξυπνά όλο και πιο νωρίς, καθώς η μεγάλη μέρα πλησιάζει. Αγοράζει βαλίτσες και δωράκια, ζωγραφίζει κάρτες, πακετάρει και κοιτά πάντα ψηλά στον ουρανό, παρακαλώντας να μείνει στεγνός!
Οι υπόλοιποι ετοιμάζουν το σπίτι, κάνουν ψώνια, οργανώνουν παιχνίδια, επισκέψεις σε θέατρα και πάρτι, κατασκευάζουν δεντρόσπιτα.
Η συνάντηση της οικογένειας στο αεροδρόμιο θα δώσει τέλος στην αγωνία, αλλά και στην ιστορία!
Ένα υπέροχο βιβλίο γραμμένο από δύο συγγραφείς που γνωρίζουν πολύ καλά ο ένας τον άλλον, αφού πρόκειται για πατέρα και κόρη! Πού αρχίζει η γραφή του ενός και πού τελειώνει του άλλου; Αδύνατον να το προσδιορίσει κανείς. Η αφήγηση ρέει αβίαστα σαν από ένα μόνο χέρι! Οι προτάσεις είναι μικρές και απλές, αλλά γεμάτες συναίσθημα και ζωντάνια!
Ζωντάνια που έρχεται να συμπληρώσει η καταπληκτική εικονογράφηση της Φωτεινής Τίκκου. Στα σαλόνια ζωντανεύουν όλα! Οι αριστερές σελίδες του Βορρά συγχωνεύονται με τις δεξιές του Νότου, δίνοντας της εντύπωση μίας και μοναδικής εικόνας! Κι όμως ο διαχωρισμός είναι σαφής και ξεκάθαρος! Τα χρώματα είναι έντονα και ζωηρά και μοιάζει σαν οι εικόνες να έχουν χρωματιστεί από παιδικό χέρι με ξυλομπογιά ή κραγιόνια! Τα στοιχεία του κολλάζ, τέλος, δίνουν μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική νότα!

Φυσικά και θα το διαβάσω στην τάξη!

Θα μιλήσω για τη μετανάστευση! Για τους λόγους που οι άνθρωποι οδηγούνται σ’ αυτήν, γι’ αυτά που νιώθουν (και αυτοί που φεύγουν και αυτοί που μένουν), για την διαφορά της με την προσφυγιά! Θα κάνω και δραστηριότητες πάνω σ’ αυτό (σχετικές δραστηριότητες μπορείτε να βρείτε στο εκπαιδευτικό υλικό της Παιδικής Νομικής Βιβλιοθήκης εδώ).
Θα ζωντανέψω με διαλόγους την πλευρά του Φοίβου.
Θα διαλέξω ένα πρόσωπο και θα βάλω τον εαυτό μου στη θέση του. Θα φανταστώ πώς θα αισθανόμουν μακριά από τα δικά μου αγαπημένα πρόσωπα και θα γράψω ή θα ζωγραφίσω τι θα μου λείψει από το καθένα.
Το ίδιο μπορώ να κάνω και για τον τόπο μου!
Θα γράψω μια κάρτα σε κάποιον που μένει μακριά μου, ακόμα και στην άλλη άκρη της πόλης! (πολλές φορές κι αυτό είναι πολύ μακριά!!!)
Από τη Τζελίνα Βογιατζόγλου
Πρώτη ανάρτηση:

https://lesxhanagnosis.blogspot.gr/2017/11/blog-post_6.html?spref=fb

31.10.17

Όπως κι αν έρθει αυτό το βράδυ

Διονύσης Μαρίνος
«Όπως κι αν έρθει αυτό το βράδυ»
Διηγήματα
Εκδόσεις Μελάνι
              


                            
Η λογοτεχνία περιγράφει μια εποχή, την ίδια στιγμή που και από την ίδια εποχή επηρεάζεται.
Και νομίζω πως δεν κάνω λάθος όταν σε κείμενα του παρελθόντος αναζητώ να ανακαλύψω τρόπους ζωής και σκέψης όσων τότε ζήσανε, όπως το ίδιο σωστός –νομίζω- πως είμαι καθώς αναλογίζομαι πως μέσα από τη λογοτεχνία της δικής μου εποχής, οι άνθρωποι του μέλλοντος θα προσπαθήσουν να μας κατανοήσουν.
Χρησιμοποίησα τη λέξη ‘παρελθόν’ κι αμέσως μετά έγραψα ‘της δικής μου εποχής’ και όπως κοιτώ αυτές τις δυο αυθόρμητες καταγραφές μου, μάλλον χαμογελώ.  Αμήχανα. Μπορεί και κάπως πικρά.
Μα πόσο γρήγορα περνά ο καιρός!  Και αυτό που είχα στο νου  ως κάτι το περασμένο, το μακρινό,  δεν είναι παρά ένα από τα πρώτα στάδια της ζωής μου. Μέρος δικό μου και τμήμα αυτού που τώρα είμαι.
Κι όμως η λογοτεχνία με την αυστηρότητα ενός ληξιάρχου το τοποθετεί στο χτες, στον προηγούμενο αιώνα…
Κι εγώ –με την έπαρση του μανιώδους αναγνώστη- αναζητώ να συνδέσω ένα συγγραφέα των χρόνων της δεκαετίας του ’60 με ένα άλλον, που γράφει και ζει στη δεύτερη πια δεκαετία του 21ου αιώνα.
Μα καιρός να γίνω σαφής –διάβασα πρόσφατα τη συλλογή διηγημάτων του Διονύση Μαρίνου «Όπως κι αν έρθει αυτό το βράδυ». Και αυτήν τη συλλογή  -σχεδίαζα- να αφορά τούτο το κείμενό μου.
Αλλά έχουν τόσα πολλά πλέον γραφτεί, τόσες σωστές και καίριες επισημάνσεις έχουν κατατεθεί, που ένα ακόμα κριτικό σημείωμα δεν θα είχε νόημα να υπάρξει  και να αναρτηθεί κάπου, μέσα στο χάος της διαδικτυακής κοινότητας.
Ίσως όμως να έχει νόημα να γράψω για το πως αυτή η συλλογή με έκανε να θυμηθώ μια άλλη –συλλογή κι αυτή διηγημάτων ήταν και είχε κυκλοφορήσει μέσα στο 1961.
Αντώνης Σαμαράκης – «Αρνούμαι»
Όχι, δεν έχω σκοπό κι ούτε ο χώρος προσφέρεται για μια αναλυτική συσχέτιση των διηγημάτων που υπάρχουν στα βιβλία από τη μια του Σαμαράκη και από την άλλη του Μαρίνου.
Σε ένα κείμενο από την κάθε συλλογή θα σταθώ και θα προσπαθήσω να αποδείξω αυτό που στην αρχή αυτού του σημειώματος σημείωσα. Πως  η λογοτεχνία περιγράφει μια εποχή, την ίδια στιγμή που και από την ίδια εποχή επηρεάζεται.
Ο Σαμαράκης είχε γράψει ένα διήγημα με τον τίτλο «Μια κάποια περίπτωση»
Ο Μαρίνος έχει γράψει ένα διήγημα με τον τίτλο «Ο Άγιος Βασίλης»
Και στα δυο κείμενα πρωταγωνιστεί ένας άνδρας. Και στα δυο κείμενα οι μέρες που τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα είναι μέρες εορταστικές –Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά.
Και στα δυο διηγήματα ο βασικός χώρος όπου θα γνωρίσουμε τον κάθε ήρωα είναι ένα μεγάλο κατάστημα. Και στα δυο διηγήματα γίνονται αναφορές στις οικογένειες, στα σπίτια…
Και στα δυο κείμενα η μοναξιά είναι η μήτρα μέσα στην οποία σαρκώθηκε η κάθε ιδέα –και του Σαμαράκη και του Μαρίνου.
Αλλά ως εδώ οι ομοιότητες.  Οι δυο διαφορετικές εποχές  -1961 από τη μια, 2017 από την άλλη- επιβάλλουν το δικό τους κλίμα.
Ο ήρωας του Σαμαράκη προφασίζεται πως έχει οικογένεια και μάλιστα πέντε παιδιά. Στο κατάστημα που μπαίνει για να τους αγοράσει τα παιχνίδια τους, η πωλήτρια τον αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη συμπάθεια. Μαζί θα διαλέξουν τα παιχνίδια και η πλήρης και  τρομερή μοναξιά που θα τον περιμένει μέσα στο άδειο σπίτι του, έχει κάπως μετριαστεί από τη συντροφικότητα που του χαρίστηκε από ένα άγνωστο του πρόσωπο. Ακόμα δε και στο τέλος, όταν στο έρημο σαλόνι  θα κουρδίσει τα παιχνίδια να τριγυρνάνε μέσα στην ερημιά, πάλι κάποια ζεστασιά, μια ελπίδα σπαρταράει –το κάθε παιχνίδι έχει αγοραστεί για κάποιο ανύπαρκτο μεν πλάσμα που όμως ο ίδιος του έχει δώσει ένα όνομα –Αλέξανδρος, Δημήτρης, Άρτεμη…
Μια μοναξιά ζεστή –μπορεί στον ώμο της να κλάψεις.
Στο διήγημα του Μαρίνου, ο ήρωας δεν πάει στο κατάστημα για να αγοράσει κάτι. Είναι μακροχρόνια άνεργος, στο σπίτι του τον περιμένει μέρες τώρα η γυναίκα του με την απόλυτη αποξένωσή της και εκείνος δέχεται να γίνει ο ψεύτικος Άγιος Βασίλης –δέχεται για ένα ισχνό μεροκάματο, αλλά ο υπεύθυνός του καταστήματος τον αντιμετωπίζει με σκαιότητα και τα παιδιά που θα έρθουν μαζί με τους γονείς τους δεν είναι πλάσματα που μπορούν να προσφέρουν ψευδαίσθηση συντροφικότητας, αλλά μικροί καταναλωτές –ίδιοι όπως και οι γονείς  του και όλοι τους θέλουν  να καταναλώσουν όχι μόνο παιχνίδια αλλά και ανθρώπους.
Μέσα στο κατάστημα του 2017 δεν κυριαρχεί η συντροφικότητα, αλλά η ανθρωποφαγία. Και δεν υπάρχει κανένας ώμος να ακουμπήσεις πάνω του, δεν υπάρχει κανείς να του ευχηθείς ένα απλό, σκέτο –χωρίς το τυποποιημένο «Χο, χο, χο!» που σου επιβάλουν-  Χρόνια Πολλά.
Δυο διηγήματα, δυο εποχές. Μια χώρα. Μια πορεία –η λογοτεχνία μας τη δείχνει.
Λοιπόν… Ε, ναι νομίζω πως με ένα ανορθόδοξο τρόπο επισήμανα τα αποτυπώματα  του τελευταίου βιβλίου του Διονύση Μαρίνου. Το ένα αφορά το συγγραφικό ήθος. Το άλλο το βαθιά πολιτικό στίγμα.
Τόσο, μα τόσο αξιοπρόσεχτη και αξιέπαινη η συνύπαρξή τους.
ΥΓ Για λόγους όχι μόνο τυπικής ενημέρωσης του αναγνώστη αυτού του κειμένου, αλλά και ουσιαστικής ολοκλήρωσης των σκέψεών μου , θέλω να προσθέσω πως η συλλογή περιλαμβάνει συνολικά 19 σύντομα διηγήματα. Κάποια από αυτά διακρίνονται για το ατομικό υπαρξιακό κενό  των κεντρικών προσώπων τους, σε κάποια άλλα σκιαγραφείται η αδιέξοδος  οδός που βαδίζει  η σύγχρονη οικογένεια και σε κάποια περιγράφεται το  απρόσωπο μιας μεσοαστικής τάξης.
Όλα τους γραμμένα με σύντομες φράσεις, κινούνται κάπου ανάμεσα στον ρεαλισμό, στον συμβολισμό, στο παράδοξο.

Πρώτη ανάρτηση: 



18.10.17

Mια διαρκής στάση ζωής



https://www.literature.gr/i-pedikotita-ine-stasi-zois-grafi-o-manos-kontoleon-istories-sto-taka-takabernar-frio/

Μπερνάρ Φριό
«Ιστορίες στο τάκα τάκα»
Μετάφραση: Ξένια Καλογεροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη


Η Παιδικότητα δεν είναι μόνο ένα στοιχείο  που χαρακτηρίζει την παιδική μας ηλικία.  Είναι και ένας τρόπος να βιώνει κανείς τον γύρω του κόσμο κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής του.
Ο αυθορμητισμός, η αφοπλιστική  ειλικρίνεια, ο ενθουσιασμός, η έκπληξη, η ερμηνεία κάθε νέου, η χαρά της ανακάλυψης. Αλλά και η αγωνία, ο φόβος, η ανασφάλεια –όλα αυτά καθώς ο κόσμος των ενηλίκων έρχεται τελεσίδικα να επιβληθεί.
Παιδικότητα –είχε κάποτε δηλώσει ο Μίχαελ Έντε- δεν είναι μια φάση στη ζωή του ανθρώπου, αλλά μια διαρκής  στάση ζωής. Και ακριβώς επειδή προέρχεται από τον τρόπο –τον συχνά πέρα ηθικών αναστολών- που ένα παιδί κρίνει το περιβάλλον του, θεωρήθηκε αρκούντως επικίνδυνη και γι αυτό φροντίζουμε όχι μόνο να την περιορίζουμε στα πρώτα χρόνια της ζωής μας, αλλά και να αποκρύπτουμε κάθε διάθεσή της προς ανατροπή συμβάσεων και κανόνων.
Η λογοτεχνία για παιδιά από τη φύσης της διακρίνεται από μια αντίφαση.
Ενώ ως μορφή Τέχνης εκφράζει τον εσωτερικό κόσμο των δημιουργών της, από την άλλη απευθύνεται σε αναγνώστες που αυτόν τον εσωτερικό κόσμο του δημιουργού δεν τον έχουν ακόμα προσεγγίσει.
Ως μορφή Τέχνης η λογοτεχνία για παιδιά έχει κανόνες δόμησης της –κανόνες που ασφαλώς είναι γνωστοί σε ενήλικες και μόνο.
Ένα παιδί δεν μπορεί να γράψει ένα λογοτεχνικό κείμενο. Αγνοεί τις αφηγηματικές τεχνικές, δεν γνωρίζει πώς να μεταδώσει με τη βοήθεια του γραπτού λόγου τα συναισθήματά του μετατρέποντάς τα σε έργο Τέχνης .
Αυτό το έργο το έχουν αναλάβει ενήλικοι συγγραφείς .
Οι συγγραφείς των λογοτεχνικών βιβλίων για παιδιά (τονίζω  τον χαρακτηρισμό ‘λογοτεχνικών’)  ανήκουν σε δυο κατηγορίες. Σε εκείνους που γράφουν αναζητώντας να επικοινωνήσουν με ένα παιδί περιγράφοντας τα συναισθήματα του παιδιού – ήρωα της ιστορίας τους-  μέσα από την εμπειρία της ενήλικης  πλέον δικής τους  γνώσης . Και σε κάποιους άλλους που προσπαθούν από την ενήλική εμπειρία τους να κρατήσουν μόνο ότι έχει να κάνει με την τεχνική δόμησης μιας  λογοτεχνικής  εξιστόρησης και όλα τα άλλα –συναισθήματα  και σκέψεις- να τα καταγράψουν ακριβώς  με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσαν  όταν οι ίδιοι ήταν παιδιά.
Και στις δυο περιπτώσεις μπορεί να έχουμε καλά αποτελέσματα.  Ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσουν όσοι γράφουν με τον τρόπο της πρώτης κατηγορίας είναι να δημιουργήσουν λογοτεχνικά έργα που ενώ περιγράφουν τις ζωές  παιδιών, στην ουσία απευθύνονται κυρίως σε ενήλικους αναγνώστες. Ο κίνδυνος των συγγραφέων της δεύτερης κατηγορίας είναι να συγγράψουν κείμενο που μιμείται την παιδική ματιά –την μιμείται και όχι από αυτήν να έχει δημιουργηθεί.
Είναι γεγονός πως τα περισσότερα κείμενα –τα καλά κείμενα- που εκδίδονται ως παιδικά αναγνώσματα έχουν γραφτεί σύμφωνα με τους κανόνες της πρώτης κατηγορίας. Και όταν οι συγγραφείς τους  ενεργοποιούνται από τις μη ‘ταξινομημένες’  σχέσεις τους με την δική τους παιδική ηλικία, τότε έχουμε έργα γνήσιας λογοτεχνικής  υπόστασης. Μια γνησιότητα που την επιβεβαιώνει η ανάγκη του δημιουργού να καταθέσει την εσωτερικότητα των συναισθημάτων του.
Από την δεύτερη κατηγορία σπάνια μας έρχονται καλά λογοτεχνικά κείμενα. Κι αν μάλιστα μείνουμε στην ελληνική παραγωγή βιβλίων  λογοτεχνίας για παιδιά, θα τολμούσα να διατυπώσω την άποψη πως μάλλον κανένα δεν έχει  κάτω από αυτές τις δομές γραφτεί. Η ελληνική κοινωνία είναι αν όχι συντηρητική, σίγουρα πάντως  διστακτική στο να υιοθετεί μη επιβεβαιωμένες απόψεις.
Για παράδειγμα, θυμάμαι το τόσο αυθόρμητα παιδικά  γραμμένο μυθιστόρημα του Παντελή Καλιότσου «Ο πόλεμος των σπαθιών». Αλλά ακόμα και σε ένα τέτοιας υψηλής ποιότητας κείμενο, υπάρχει η στάση του ενήλικα –μια στάση εν τέλει ηθικής τοποθέτησης.
Αλλά η παιδική ενατένιση του κόσμου δεν διακρίνεται από κανόνες savoir faire. Το παιδί κινείται μέσα σε μια αγχωμένη εγωκεντρικότητα. Που από τη μια πιέζεται από τους κανόνες  των ενηλίκων και από την άλλη από την τάση να διατηρήσει την ανεξαρτησία της.
Μια τέτοιας μορφής υλοποίηση λογοτεχνικών κειμένων που εκφράζουν αυτήν την ‘ανάγνωση του κόσμου’, που είναι συχνά αυθόρμητα ανατρεπτική, συχνά παρθενικά έκπληκτη  και σίγουρα πάντα εποικοδομητική  για όποιον ενήλικα θέλει να θυμηθεί το παρελθόν του, συνάντησα στη συλλογή μικρών ιστοριών  που έχουν συμπεριληφθεί στο βιβλίο του γάλλου Μπερνάρ Φριό «Ιστορίες στο τάκα τάκα».
Μικρές αφηγήσεις, συνήθως πρωτοπρόσωπες . Αφηγητής κάποιο παιδί. Που αναφέρεται στον κόσμο των ενηλίκων. Και άλλοτε τον κρίνει, άλλοτε τον ανατρέπει, άλλοτε τον αγνοεί. Πάντα προβάλει τη δική του άποψη.
«Εγώ ήθελα ένα σκυλάκι. Αλλά μου προέκυψε ένα αδελφάκι» -έτσι ξεκινά μια από τις ιστορίες που με τρόπο αφοπλιστικά ‘αθώο’ ξεδιπλώνει την βαθιά ανασφάλεια που αισθάνεται το κάθε μοναχοπαίδι, όταν εκείνοι οι οποίοι τον είχαν χρήσει άρχοντα τους, ξαφνικά του δηλώνουν πως πρέπει να μοιραστεί την εξουσία του με κάποιον άγνωστο νεοφερμένο.
Και σε ένα άλλο, ο μικρός αφηγητής –παιδί πολυάσχολων γονιών που του  προσφέρουν υλικά αγαθά και όχι την δική τους παρουσία- σημειώνει: «Έχω ένα ρομπότ. Είναι δική μου εφεύρεση. Μου πήρε καιρό, αλλά τα κατάφερα… Του έχω βγάλει και όνομα. Το λέω μπαμπά»
Ο Φριό έχει γράψει ιστορίες που σε κάνουν  να χαμογελάς* κάποιες ακόμα και να γελάς. Να αναπολείς ίσως –αν είσαι ενήλικος .
Αν ο αναγνώστης του είναι παιδί;
Τότε –από τη θέση πάντα του ενήλικα σημειώνω- μάλλον ανακουφίζεσαι. Επί τέλους –θα σκεφτείς – οι σκέψεις και τα συναισθήματά μου έγιναν  ιστορίες που τις διαβάζω.
Χωρίς διδακτισμό, χωρίς δεσμεύσεις. Καθαρές παιδικές αντιδράσεις που τις δόμησε λογοτεχνικά ένας ταλαντούχος γραφιάς.
Προτού ολοκληρώσω αυτό το σημείωμα θα πρέπει να αναφερθώ στην άψογη μεταφραστική δουλειά της Ξένιας Καλογεροπούλου. Κι ακόμα να  σημειώσω πως τα κείμενα έχουν μια εντελώς πρωτότυπη εικονογράφηση –στην ουσία είναι οι ίδιες οι προτάσεις που κάπου, κάπου μετατρέπονται και σε σχήματα.
Ένα μικρό –όλο κι όλο 89 σελίδες- βιβλίο που ως έλληνας συγγραφέας το ζήλεψα.


ΥΓ Ο Μπερνάρ Φριό (Σαρτρ 1951) γράφει για παιδιά. Πιστεύει ότι ένα κείμενο οφείλει να παρακινεί τον νεαρό αναγνώστη  να δίνει ενεργητικά και ελεύθερα τη δική του ερμηνεία.

9.10.17

Το βιβλίο του μήνα: “Φεύγει, Έρχεται”

Το βιβλίο του μήνα: “Φεύγει, Έρχεται”

Tης Πέπης Νικολοπούλου  

Πρώτη δημοσίευση: 









Μία συνηθισμένη ιστορία αποχωρισμού και επανασύνδεσης γραμμένη με  πρωτότυπο και ξεχωριστό τρόπο, καθώς ξετυλίγεται σε δύο άξονες. Σε κάθε σελίδα του βιβλίου τα πρόσωπα αλλάζουν, αισθάνονται, σκέφτονται και  εσύ αδημονείς για το happy end.
Ο Φοίβος είναι ένα παιδί που ζει στον μακρινό, βροχερό και μουντό Βορρά, συντροφιά με τον μπαμπά, τη μαμά και τον σκύλο τους, τον Χιονιά. Είναι τα πρόσωπα που έφυγαν από τη «μαμά πατρίδα» και ζουν μακριά, στα ξένα. Οι άλλοι, οι αγαπημένοι ΑΛΛΟΙ της υπόλοιπης οικογένειας, έμειναν στο Νότο. Ο παππούς Λέανδρος, η γιαγιά Φοίβη, ο Άρης, η Μέλπω, τα δίδυμα Φρίξος και Έλλη κι ο παπαγάλος Πλάτων. Ο Φοίβος ετοιμάζεται να τους επισκεφτεί. Κι εκείνοι να τον υποδεχτούν. Μόλις 4 μέρες τούς χωρίζουν. Και αυτές οι 4 ημέρες της αντίστροφης μέτρησης θα γίνουν η ιστορία μας.
 Και η παράλληλη ανάγνωση ξεκινάει. Ο Φοίβος στα αριστερά μας, νιώθει πως έχει σταματήσει ο χρόνος. Και στα δεξιά, ο Νότος, με την πυξίδα να μας το θυμίζει και τα πρόσωπα να αλλάζουν – οι ΑΛΛΟΙ, εκείνοι που περιμένουν με μεγάλη χαρά και αγωνία τον Φοίβο. Προετοιμάζουν το μεγάλο πάρτι της υποδοχής, φροντίζουν να έχουν όλα εκείνα που πιθανώς να έχουν λείψει στον Φοίβο, οργανώνουν θεατρικές παραστάσεις, προγραμματίζουν όλες τις εξόδους και η καρδιά τους χτυπάει.
 Ο τόπος του Βορρά και του Νότου δεν έχουν όνομα, πρόκειται για μία σκόπιμη αποσιώπηση έτσι ώστε η ιστορία να αποκτήσει οικουμενικό  χαρακτήρα.

 Εικονογράφηση – Συγγραφείς

 Η εικονογράφηση της Φωτεινής Τίκκου είναι ζωντανή, πολύχρωμη και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αφήγηση της ιστορίας μας. Πυξίδες, στοιχεία γεωγραφικά, κολάζ και λέξεις αντεστραμμένες, κυρίως ο τίτλος στο εξώφυλλο του βιβλίου, δημιουργούν ένα πρωτότυπο σκηνικό δράσης και κίνησης που σε προσκαλεί να συμμετάσχεις, να προσθέσεις, να το ζήσεις και εσύ.
 Άνθρωποι σε κίνηση, χρώματα που αλλάζουν ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος της σελίδας και όλα οδηγούν εκεί – στον ολόδικό μας τόπο, το γενέθλιο, στις ρίζες μας, εκεί που η καρδιά μας κάπως ημερεύει.



Οι συγγραφείς Μάνος Κοντολέων και Άννα Κοντολέων, πατέρας και κόρη, γράφουν μαζί και σε τέλεια αρμονία χωρίς να αντιλαμβάνεσαι πότε ξεκινά ο ένας και αρχίζει ο άλλος.
Στο τέλος του βιβλίου, αντί κλασικών βιογραφικών, οι δύο συγγραφείς παραθέτουν μικρές φράσεις μιλώντας για τους ίδιους με τρόπο πρωτότυπο. «Τα πρώτα μου βιβλία τα έγραψα για την Άννα», ξεκινά ο πατέρας Μάνος. «Τα πρώτα βιβλία που διάβασα ήταν του Μάνου», παραδέχεται η κόρη Άννα. «Μια μέρα» συνεχίζει ο πατέρας «η Άννα μού πρότεινε να γράψουμε μαζί ένα βιβλίο». Και η κόρη, αποκαλύπτει: «Είναι αυτό που κρατάτε στα χέρια σας. Οι ήρωές του ίσως και να μας μοιάζουν λίγο».

 Προτείνουμε να αναζητήσετε το βιβλίο γιατί πρόκειται πραγματικά για μία αναγνωστική αποκάλυψη χωρίς προηγούμενο! Ένα βιβλίο που δεν αφορά τελικά τη μετανάστευση, αλλά τη νοσταλγία για την πατρίδα, για τους αγαπημένους μας. Μία ιστορία που αγγίζει ευαίσθητα φαινόμενα των καιρών μας, απλά παρακολουθώντας την ιστορία της σύντομης επανένωσης μιας οικογένειας.

3.10.17

Το δένδρο των ψεμάτων



 Φράνσις Χάρντινγκ
«Το δέντρο των ψεμάτων»
Μετάφραση: Κώστια Κοντολέων
Εκδόσεις Ψυχογιός



Τον τελευταίο περίπου χρόνο -και με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του μυθιστορήματός μου «Αμαρτωλή Πόλη»- έχω ιδιαίτερα ασχοληθεί με το είδος εκείνο των μυθιστορημάτων που διαθέτουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, σύμφωνα με τα οποία μπορεί να ενταχθούν στην κατηγορία των cross over.
Με μια πολύ σύντομη διατύπωση  ως cross over χαρακτηρίζουμε το λογοτεχνικό  κείμενο που μπορεί να διαπερνά την ηλικία των αναγνωστών του. Και έτσι με το ίδιο ενδιαφέρον να διαβάζεται τόσο από εφήβους όσο και από ενήλικες.
Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα έχουν κυκλοφορήσει αρκετά βιβλία ξένων συγγραφέων που είναι προικισμένα με αυτή την ικανότητα.
Χωρίς διάθεση να εξαντλήσω όλους τους τίτλους αυτής της κατηγορίας, θυμίζω τα μυθιστορήματα «Μαξ»  της Σάρα Κοέν – Σκαλί και «Θα σου χαρίσω την ήλιο» της Τζάντυ Νέλσον (Πατάκης), «Η κλέφτρα των βιβλίων» του Μάρκους Ζούσακ και «Μια γάτα στα τείχη» της Ντέμπορα Έλις (Ψυχογιός), «Βερολίνο, γεια» του Βόλφγκαγκ Χέρντορφ (Κριτική), «Μυστικά η Ψέματα» της Μεγκ Ρόσοφ (Μίνωας) κ.α.
Προς το τέλος της Άνοιξης κυκλοφόρησε ένα ακόμα –«Το δέντρο των ψεμάτων» της Φράνσις Χάρντινγκ (Ψυχογιός)
Τα μυθιστορήματα που τα κατατάσσουμε στην ομάδα των cross over έχουν όλα τα βασικά στοιχεία ενός άρτιου λογοτεχνικά μυθιστορήματος. Έχουν ακόμα ως κεντρικό πρόσωπο άτομο που διανύει την εφηβική / νεανική του ηλικία. Δίπλα του αναπτύσσονται κάποιοι ακόμα χαρακτήρες (εφήβων όσο και ενηλίκων) με απόλυτη επάρκεια στην ψυχολογική τους υπόσταση και χωρίς διάθεση απόκρυψης των συχνά όχι και τόσο καθαρών προθέσεών τους. Ο χρόνος και ο τόπος περιγράφονται με ευθύνη και συχνά γίνονται υπεύθυνοι για τις αντιδράσεις των ηρώων και για την εξέλιξη της πλοκής. Τέλος η υπόθεσή αυτών των έργων διαδραματίζεται σε μια σύγχρονη εποχή-λίγο πολύ κοντινή με αυτήν που γεννήθηκαν οι νεώτεροι από όσους πρόκειται να τα διαβάσουν. Και ως συνέπεια όλων αυτών, οι προβληματισμοί που ανιχνεύονται αν και εστιασμένοι στην νεότητα, απλώνονται σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας.
Από τους τίτλους που ποιο πάνω ανέφερα, μόνο τα «Μαξ» και «Η κλέφτρα των βιβλίων» έχουν να κάνουν με μια κάπως παλαιότερη εποχή (την δεκαετία περίπου 1935 -1945), όμως ο προβληματισμός τους (η γένεση και η εξάπλωση του ναζισμού) παραμένει πάντα επίκαιρος.
Αλλά τώρα πλέον, με το μυθιστόρημα αυτό της Φράνσις Χάρντινγκ, το «Το δέντρο των ψεμάτων» και αυτός ο περιορισμός αμφισβητείται.
Ασφαλώς και δεν θα είναι το μοναδικό cross over μυθιστόρημα που γράφεται στην εποχή μας και περιγράφει μια άλλη εποχή, μα σίγουρα πρόκειται για μια εκδοτική επιλογή που ανοίγει κατά κάποιο τρόπο τον δρόμο να γνωρίσουν μια ελληνική καριέρα και άλλα ξένα έργα.
Πάντως και σε αυτό διατηρείται ο βασικός κανόνας –το κεντρικό πρόσωπο είναι άτομο που διανύει την εφηβεία του. Με άλλα λόγια ανακαλύπτει νέες πλευρές τόσο των άλλων  όσο και του ίδιου του εαυτού.
Τα γεγονότα τοποθετούνται στην βικτωριανή εποχή. Μια εποχή όπου ξεκινούσαν οι πρώτες αμφισβητήσεις αρχών και απόψεων που είχαν κρατήσει αιώνες.
Ανάμεσα σε αυτές τις νέες απόψεις πρωτεύονται ρόλο έμελε να παίξουν τόσο η θεωρεία του Δαρβίνου για την εξέλιξη των ειδών, όσο και η κίνηση για την χειραφέτηση των γυναικών.
Η δεκατετράχρονη κεντρική ηρωίδα, η Φέιθ, μέσα σε αυτές τις δυο «επαναστατικές» για τα χρόνια της  κινήσεις θα ενηλικιωθεί.
Κόρη ενός επιστήμονα που αν και οι επιστημονικές του ιδέες ήταν πρωτοποριακές, η προσωπική του στάση ως προς την οικογένειά του ήταν μάλλον συντηρητική, θα πάρει απάνω της την ευθύνη της αποκατάστασης του επιστημονικού κύρους του γονιού της, αλλά και τον αγώνα να διεκδικήσει και η ίδια μια θέση στην επιστημονική κοινότητα.
Σφιχτή πλοκή, πολυσήμαντες περιγραφές τόπων, χαρακτήρες απόλυτα ενσωματωμένοι στην περίοδο όπου ένας νέος κόσμος ερχόταν να διεκδικήσει τη θέση του, παραμερίζοντας τον παλιό.
Η Χάρντινγκ επιλέγει ένα σύμβολο –το δέντρο που τρέφεται με τα ψέματα και φτιάχνει καρπούς που φανερώνουν την αλήθεια- για να σκιαγραφήσει μια διαχρονική κοινωνική τάση. Αυτή που και στα ομηρικά ακόμα έπη θα συναντήσουμε μέσα στη μορφή της Κασσάνδρας. Πρόκειται για τη διάθεση να αγνοήσουμε ως κοινωνία (συχνά και ως άτομα) αυτό που ολοκάθαρα είναι η αλήθεια, τη  στιγμή που το αντίστοιχο ψέμα θα μας φέρει πιο κοντά σε μια πρόσκαιρη ατομική ή κοινωνική απόλαυση που, όμως,  σύντομα θα ξεφτίσει και θα αποκαλύψει τη σαθρότητά ή και ακόμα το έγκλημά.
Μυθιστόρημα, λοιπόν, συμβολικών δομών; Όχι εξ΄ ολοκλήρου. Γιατί η αγγλίδα συγγραφέας, πέρα από το κεντρικό της εύρημα και πέρα ακόμα από μια ιστορία μυστηρίου και ανατροπών, αφήνεται να στήσει έναν ολότελα ρεαλιστικό κόσμο –συνθήκες και άτομα της βρετανικής κοινοπολιτείας, η οποία ίσως να είναι και μια χαρακτηριστική μορφή κοινωνίας η οποία υποστήριξε τη συντήρηση χωρίς να συνειδητοποιεί πως έτσι οδηγούνταν στην εξαφάνισή της.
Μα μήπως και κάποια παρόμοια κατάσταση δεν ζούμε και σήμερα; Ένα δέντρο –πολλά μάλλον δέντρα υπάρχουν και στις μέρες μας που τρέφονται από ψέματα και θα φανερώσουν με τους καρπούς τους ποια είναι η αλήθεια μέσα στην οποία έχουν φυτρώσει. Ώσπου, όμως, η καρποφορία να ολοκληρωθεί, το κακό θα έχει συμβεί και το ψέμα θα απλώσει τις ρίζες του.
Μυθιστόρημα, λοιπόν, όχι μόνο συμβολικό μα και προφητικό. Καταγγελτικό με ένα κάποιο δικό του τρόπο.  Άρτιο σίγουρα-δικαίως και τιμήθηκε με το Βραβείο Costa το 2015.

Ένα καθαρό δείγμα cross over σύνθεσης. Γι αυτό και άξιο να κρατήσει το ενδιαφέρον απαιτητικών αναγνωστών από 14 χρονών και άνω.


Πρώτη ανάρτηση:
http://diastixo.gr/kritikes/efivika/7880-to-dentro-twn-psematwn

13.9.17

Κυνηγοί και Λύκοι

Αντωνία Γουναροπούλου
«Κυνηγοί και Λύκοι»
Εκδόσεις Πατάκη
                     


Λογοτεχνία για παιδιά, λογοτεχνία για εφήβους, λογοτεχνία για νέους, λογοτεχνία cross over, λογοτεχνία για ενήλικες...
Λοιπόν, μπορώ  όλες τις κατηγοριοποιήσεις να τις αποδεχτώ και σε όλες να αναζητήσω τα δείγματα εκείνα που θα τις επιβεβαιώνουν καθώς την ίδια στιγμή και θα τις αμφισβητούν. Γιατί το καλό λογοτεχνικό κείμενο θα πρέπει να έχει την ικανότητα από την μια να κοιτά κατάματα και με ειλικρίνεια αυτόν στον οποίον κατά κύριο λόγο απευθύνεται, αλλά και από την άλλη να γνωρίζει τα τερτίπια με τα οποία θα φλερτάρει και με άλλους, άλλων προδιαγραφών αναγνώστες.
Μα τελικά οι εκπλήξεις οι ευχάριστες έρχονται από κάποια βιβλία που δεν ξέρεις που να τα εντάξεις.
Όπως ας πούμε αυτή η συλλογή μικρών κειμένων –«Κυνηγοί και Λύκοι», της Αντωνίας Γουναροπούλου.
Η Αντωνία Γουναροπούλου είχε κάνει γνωστή την λογοτεχνική της ταυτότητα με ποιήματα -δυο ποιητικές συλλογές έχει κυκλοφορήσει.
Μα τώρα καταθέτει ένα άλλο αποτύπωμα… Δυσκόλως προσδιοριζόμενο αποτύπωμα. Διηγηματογράφος ή παραμυθού;
Έξι (συν μία) σύντομες ιστορίες περιλαμβάνει αυτή η συλλογή της. Μαύρες η ίδια τις χαρακτηρίζει στο οπισθόφυλλο. Και προσθέτει πως οι ήρωές της ανήκουν στην κατηγορία των πλασμάτων που … νομίζουν.
Νομίζω κάτι δε σημαίνει πως είμαι και βέβαιος γι αυτό. Νομίζω κάτι μπορεί ακόμα να υπονοεί πως δεν με αναγνωρίζουν οι άλλοι ή πως δεν αποδέχονται τις θέσεις μου.
Τελικά νομίζω κάτι ίσως είναι μια άλλη έκφραση να δηλώσω μια ψευδαίσθηση.
Αυτές τις υπόγειες διαδρομές σχέσεων, η Αντωνία Γουναροπούλου θέλησε να τις μετατρέψει σε ιστορίες που μπορεί να είναι σύγχρονα παραμύθια.
Ο λύκος που εμπιστεύθηκε τον άνθρωπο και ο  άνθρωπος που ξεγέλασε τον λύκο.
Η γυναίκα αράχνη που αναζητά το θύμα που θα την διαδεχτεί .
Ο ερωτευμένος σαραντάρης που συνθλίβει τα πλάσματα που μπορεί να χαρίζανε άλλο ύφος στον έρωτά του.
Τα έπιπλα ενός σπιτιού που ενώ αναζητούν να ξεφύγουν από την εγκατάλειψη, φυλακίζονται στη σιωπή
Αυτός που θέλησε να αλλάξει τους κανόνες, αλλά τελικά οι κανόνες τον πρόδωσαν.
Η ερωτευμένη που τα προσφέρει όλα, μα ευτυχώς κρατά τις αναμνήσεις της.
Και τέλος ένας σκύλος –ο μόνος που δε νομίζει κάτι, αλλά πιστεύει αυτό που ο ίδιος έτσι το βλέπει κι έτσι μπορεί να αφήσει τα όνειρά του να ξεκουραστούνε.
Επτά, λοιπόν, θέματα παραπλάνησης και περιπλάνησης που η Αντωνία Γουναροπούλου όχι μόνο αποφάσισε να τα γράψει με την απλότητα μιας γλώσσας που αγγίζει την ‘ παιδική’ ευστοχία, αλλά και τόλμησε (αυτή η τόλμη ας χρεωθεί επίσης και στην εκδότριά της) να τα εντάξει σε μια εκδοτική σειρά λογοτεχνίας για νέους.
Και –ναι, το υποψιάζομαι το ερώτημα- οι νέοι αναγνώστες , οι στην πλειοψηφία τους εθισμένοι σε άλλους τρόπους θέασης του κόσμου, οι παραπλανημένοι από της σειρήνες του έτσι είναι που αντιπαλεύουν το κάθε τι που νομίζει, αυτοί εν τέλει οι έφηβοι και νέοι θα μπορέσουν να κατανοήσουν τη μαγεία μιας τέτοιας λογοτεχνικής  σύνθεσης;
Λοιπόν η απάντηση είναι πολύ, πάρα πολύ απλή. Η μάλλον δεν υπάρχει απάντηση, γιατί δεν έχει νόημα να τεθεί ένα τέτοιο ερώτημα.
Απλούστατα τέτοια κείμενα δεν μπορούν και δεν πρέπει να χαρακτηριστούν από την ηλικία του αναγνώστη που απευθύνονται. Αλλά από την ίδια τους την ταυτότητα.
Δεν είναι λογοτεχνία για νέους. Είναι τα ίδια νεανική λογοτεχνία –αμφισβητούν και ονειρεύονται. Και ως τέτοια μπορούν –δικαιούνται και τους πρέπει- να νομίζουν κάτι, να έχουν τις δικές τους ψευδαισθήσεις, να τολμούν ακόμα και την αναγνωστική μοναξιά τους να αγαπήσουν.
Καθώς ολοκληρώνω τις σκέψεις μου, θέλω να σημειώσω την αφιέρωση: Αφιερωμένο στου καθενός τα πιο δύσκολα χρόνια.
Κι αμέσως μετά τα αντιγράψω την τελευταία πρόταση της σελίδας 48 –
Κι από τότε, σ΄ εκείνο το ξαφνικά εγκαταλειμμένο σπίτι, εκτός από την ερημιά βασίλεψε κι η σιωπή.
Ναι –καλά το υποψιαστήκατε. Η Γουναροπούλου δεν ξεχνά – και πολύ σωστά- τις ποιητικές καταβολές της.
ΥΓ. Αξίζει ειδική μνεία στην  τόσο ταιριαστή με το κείμενο εικονογράφηση της Κατερίνας Χαδουλού και βέβαια σε όλη την έκδοση –ένα χάρμα ιδέσθαι.

Πρώτη ανάρτηση: https://www.literature.gr/istories-paraplanisis-ke-periplanisis-grafi-o-manos-kontoleon-kynigi-ke-lyki-antonia-gounaropoulou/