29.1.19

Ιωάννα Καρυστιάνη «Χίλιες ανάσες»





Επιμένω να γράφω για αφανείς κάθε εποχής – δήλωσε πρόσφατα η Ιωάννα Καρυστιάνη  σε μια συνέντευξή της. Κι έτσι είναι.
Ο κόσμος της –αν όχι πάντα, σίγουρα τις περισσότερες φορές- είναι ο κόσμος των απλών, καθημερινών ανθρώπων που ζούνε καθημερινές ζωές και … κρύβουν λίγο πολύ καθημερινά πάθη και μυστικά.
Θα πρόσθετα ακόμα πως ο κόσμος της –πιο σωστά, το μυθιστορηματικό σύμπαν αυτής της συγγραφέα- είναι η χώρα της. Η Ελλάδα. Μια μικρή περιοχή στα νότια της Ευρώπης.
Και εδώ, στο τελευταίο της μυθιστόρημα, αυτός ο κόσμος γίνεται ακόμα πιο μικρός –ένα κουκούτσι.
Κουκούτσι, λένε και το φανταστικό νησάκι όπου η Καρυστιάνη τοποθετεί την ιστορία της.
Μικρός τόπος, αλλά γι αυτούς που εκεί ζούνε δεν μπορεί ως ελάχιστος, ασήμαντος να θεωρείται.
«Πώς όμως ο τόπος όπου αναπνέουμε, σκεφτόμαστε τα πάντα και ερωτευόμαστε μπορεί να είναι ασήμαντος;» -ένα από τα πρόσωπα του έργου θα πει.
Και σε μη ασήμαντους τόπους, μόνο ως σημαντικά βιώνονται τα γεγονότα.
Η ιστορία του μυθιστορήματος ξεκινά με την αναγνώριση του πτώματος ενός άνδρα από τη γυναίκα του. Είχε εξαφανιστεί, βρέθηκε πνιγμένος. Πτώμα αγνώριστο. Αλλά αναγνωρίσιμο για εκείνη που βιώνει την απουσία με τρόπο τραγικό και αναζητά τη βεβαιότητα του θανάτου.
Αλλά αν τα στιγμιότυπα της καθημερινότητας κεντάνε τις εξελίξεις στις ζωές μας, το ίδιο καθοριστικές είναι και οι στιγμές όπου ο θάνατος πρωταγωνιστεί.
Ο πνιγμός ενός άνδρα, ο λόγος και ο τρόπος που αυτός έγινε, μπορεί να ερμηνεύεται από έναν άλλον πνιγμό, παλαιοτέρων ετών;
Κι έτσι ξεκινά το κουβάρι των αντιδράσεων όσων από τον ένα θάνατο έχουν καταφέρει να επιβιώσουν έως τον άλλο.
Η γυναίκα του προσφάτως εξαφανισθέντος, η κόρη της, οι στενές φιλενάδες της, οι δυο φίλοι του. Διάφοροι επαγγελματίες, αστυνομικοί, περιστασιακοί τουρίστες και μόνιμοι επισκέπτες.  Όλη σχεδόν η κοινωνία του μικρού νησιού.
Τα άτομα που ζούνε σε μικρούς τόπους τα συνδέουν μυστικά και ενοχές, ίσως περισσότερο από εκμυστηρεύσεις και αλληλοβοήθειες.
Η Καρυστιάνη, με αργούς ρυθμούς αφήγησης θα ξετυλίξει τις ζωές των ηρώων της. Οι περισσότεροι είναι πρόσωπα που μεγάλωσαν τα χρόνια της μεταπολίτευσης.  Με το δικό του τρόπο το καθένα εκφράζει το σημερινό του αδιέξοδο. Δικό του και μόνο; Ή μπορεί το ατομικό να συνθέτει το ομαδικό;
Το μυστικό που φέρνει στην μνήμη ο πρόσφατος πνιγμός, έτσι όπως αυτό είχε σημαδευτεί από μια κόκκινη κηλίδα πάνω σε βράχο, συμβολίζει την αποτυχία μιας γενιάς που δεν κατάφερε να μετατρέψει τα όνειρά της σε πραγματικότητα.
Αλλά – στο σημείο αυτό, η συγγραφέας είναι ξεκάθαρη- ελπίδα για το αύριο υπάρχει. Κάποιοι νέοι άνθρωποι την υποστηρίζουν. Γιατί ξέρουν να ερωτεύονται την ώρα που συμμετέχουν στα κοινά. Γιατί δεν αφήνουν τις ενοχές να τους πνίξουν, μα αποφασίζουν την αντίδραση και την υποστήριξη εκείνων που διασχίζουν τη θάλασσα που περιβάλει το μικρό τόπο –το Κουκούτσι ή την Ελλάδα, αδιάφορο μιας και είναι το ίδιο.
Μυθιστόρημα που κάθε λίγο και λιγάκι ανασύρει πρόσωπα μιας επικαιρότητας που πλέον έχει ξεχαστεί, ενώ επίσης φωτίζει στιγμές πιο πρόσφατες, Άραγε πόσο σύντομα κι αυτές θα εγγραφούν στα κιτάπια μιας μισόθαμπης μνήμης;
Μυθιστόρημα που χρησιμοποιεί ως πρόσχημα ένα κεντρικό συμβάν για να απλωθεί και να μετατραπεί σε τοιχογραφία  ομαδικών καταστάσεων. Τελικά έργο κοινωνικού συνόλου κι όχι τόσο ατομικών περιπτώσεων.
Μυθιστόρημα γραμμένο σε μια γλώσσα όπου συχνά καταργεί τους κανόνες σύνταξης και στίξης. Αλλά έτσι λες και η ροή της αφήγησης αποκτά από τη μια ένα αίσθημα άγχους και από την άλλη μια δύναμη σκαπτικού εργαλείου.
Στα δεξιά του χωματόδρομου ιδού η συστάδα με τις αγριοπασχαλιές που εκείνος είχε φυτέψει, Στέλιο, θα ξανάρθω όταν ανθίσουν, του είπε σαν να τον είχε δίπλα της.
Η Καρυστιάνη στήνει ζωντανά, καθημερινά πρόσωπα, επιλέγει λεπτομέρειες που κανείς δεν προσέχει  και παράλληλα φιλοσοφεί :
Το Μιτσουμπίσι συμβόλιζε τον Στέλιο. Στο ντουλαπάκι φάτσα στη θέση του συνοδηγού βρισκόταν ακόμη μια περσινή εξέταση αίματος, το κουβάρι σπάγγου και μια καρτέλα Simeco για τις καούρες στο στομάχι του.
Το «Χίλιες ανάσες» είναι ένα μυθιστόρημα πολυπρόσωπο και πολυσήμαντο. Με πολλούς τρόπους μπορεί να διαβαστεί –ως πολιτικό σχόλιο, ως κοινωνική καταγραφή, ως παρακολούθηση ατομικών συναισθημάτων.
Εγώ το διάβασα ως ένα ιδιότυπα λαϊκό ανάγνωσμα που χρησιμοποιεί με ένα θυμό (ή και πάθος) τις λέξεις.  Άρα γι αυτό απόλυτα ευθύβολο ως προς το στόχο που επέλεξε να σημαδέψει – όχι την καρδιά, μα το νου. Κι έτσι από τα συναισθήματα των ηρώων, γεννιούνται οι σκέψεις του αναγνώστη.


 Πρώτη ανάρτηση: https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/11487-xilies-anases



22.1.19

Αρμπούζωφ στο θέατρο Κνωσός


Αλεξέϊ  Αρμπούζωφ
«Φθινοπωρινή Ιστορία»
Μια παράσταση στο Θέατρο Κνωσός
   


Ο Αλεξέϊ  Αρμπούζωφ  γεννημένος  το 1908 στη Μόσχα, υπήρξε ως το θάνατό του  το 1986, ένας από τους πιο γνωστούς εκτός των συνόρων της πατρίδας του, θεατρικούς σοβιετικούς συγγραφείς.
Και δεν ήταν τυχαίο –υποθέτω- κάτι τέτοιο. Μιας και όλα σχεδόν τα έργα του τα διαπερνά μια τρυφερότητα και ένα διακριτικά πικρό χιούμορ, μια στοργή προς τον συνάνθρωπο, αλλά και ένας δισταγμός ως προς την επίτευξη ενός καίριου στόχου. Με άλλα λόγια, αν και γράφει μέσα στην καρδιά της περιόδου του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, δεν συνθηματολογεί, αλλά αναζητά εκείνες τις λέξεις που θα μας γνωρίσουν  τον μέσο άνθρωπο που ζει, ονειρεύεται και ελπίζει  μέσα στο κάθε καθεστώς.
Στην Ελλάδα τα έργα του είχαν την τύχη να ανέβουν στη σκηνή μέσα από πολύ προσεγμένες παραστάσεις και γι αυτό και ιδιαίτερα αγαπήθηκαν  από τους έλληνες θεατρόφιλους.
Δεν έχω πρόχειρα όλες τις πληροφορίες (άλλωστε το Θεατρικό Μουσείο έχει κλείσει  και έτσι πολλά ιστορικά στοιχεία γύρω από παλαιότερες παραστάσεις δεν είναι εύκολο να αναβρεθούν), αλλά απ΄ ότι προσωπικά θυμάμαι  (και με τη βοήθεια μιας μηχανής αναζήτησης στο διαδίχτυο)  το ελληνικό κοινό πρέπει να πρωτογνώρισε τον Αρμπούζωφ, το 1962 με το έργο του  «Μια ιστορία του Ίρκουτσκ»  που ανέβασε ο θίασος του Αλέκου  Αλεξανδράκη, σε διασκευή δική του και σκηνοθεσία του Λ. Τριβιζά και  με ηθοποιούς  του κύρους μας Αλίκης Γεωργούλη, ενός Κώστα Καζάκου, ενός Νότη Περγιάλη, ενός Γιάννη Φέρτη.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1967 , ο θίασος Φέρτη – Καλογεροπούλου, ανεβάζει το έργο «Καημένε μου Μάρικ»  σε μετάφραση και σκηνοθεσία Γ. Σεβαστίκογλου, , ενώ δέκα χρόνια μετά ο Μάνος Κατράκης και η Έλλη Λαμπέτη ερμηνεύουν τους δυο ρόλους του έργου «Φθινοπωρινή Ιστορία».
Το έργο αυτό θα αγαπηθεί πολύ από τους ηθοποιούς μας κι έτσι στα επόμενα χρόνια θα έχει την τύχη να ανέβει σε πολλές σκηνές και οι δυο ήρωές του  -η Λίντια και ο Ρόντιον-  θα ερμηνευθούν από τους Αναλυτή – Ρηγόπουλο, Βαλάκου – Αντωνόπουλο, , Φόνσου – Καρατζογιάννη, Μαραγκού - Μιχαλακόπουλου κ.α
Αυτόν το χειμώνα η «Φθινοπωρινή Ιστορία» έχει βρει στέγη στο θέατρο Κνωσός και τους  δυο ρόλους τους ερμηνεύουν η Άννα Γεραλή και ο Λάμπρος Τσάγκας,  την μετάφραση την υπογράφει η Παυλίνα Γαλανοπούλου, τη σκηνοθεσία την έχει κάνει η Μάνια Παπαδημητρίου, τη μουσική ο Σταμάτης Κραουνάκης, για τη σκηνογραφία  και τα video art την ευθύνη την έχει η Χριστίνα Οικονόμου, ενώ οι ενδυματολογικές επιλογές έχουν γίνει από τον Κώστα Κουβάτσο.
                                                    ***************
Από την εποχή που ήμουνα παιδί και έφηβος παρακολουθούσα πολλές και διάφορες θεατρικές παραστάσεις. Η θεατρική μου παιδεία έχει την σφραγίδα των σκηνοθετών εκείνης της εποχής (από τον Κουν έως τον Μινωτή, από τον Μουσούρη έως τον Μυράτ) και τα πρώτα αλλά θεμελιακά ακούσματά μου θεατρικών διαλόγων έχουν τα ηχοχρώματα των φωνών της Αρώνη, της Παξινού, της Μερκούρη, της Λαμπέτη, της Χατζηαργύρη, του Κωτσόπουλου, του Καλλέργη, του Φυσούν, του Λαζάνη.
Όταν κάτι –στην περίπτωσή μας μια παράσταση ενός  έργου- έχει σφραγίσει τις αισθητικές σου αντιλήψεις, αποφεύγεις –εγώ τουλάχιστον το αποφεύγω- να τολμήσεις να  δεις το ίδιο έργο σε ένα νέο ανέβασμα. Ίσως είναι ζήτημα ατομικού συντηρητισμού, ίσως γιατί θες να προφυλάξεις μια ανάμνηση από την, πιθανόν, τραυματική  σύγκρισή της με μια νέα εμπειρία.
Τα αναγνωρίζω όλα αυτά και μέμφομαι τον εαυτό μου γι αυτήν του τη στάση  -ένας τέτοιος δισταγμός είναι ως να  αγνοεί  πως  καλλιτέχνες νεώτερων γενεών έχουν το δικαίωμα να καταθέσουν τις δικές τους  ερμηνευτικές προτάσεις. Αλλά –από την άλλη πάλι ας το αναγνωρίσουμε- και ο κάθε θεατής είναι ελεύθερος να κρατά  αλώβητες  τις προσωπικές του αναμνήσεις.
                                 *******************
Σκέψεις όλα τα παραπάνω που μου δημιουργήθηκαν μετά από την παρακολούθηση  του νέου ανεβάσματος του έργου του Αρμπούζωφ  «Φθινοπωρινή  Ιστορία», στο Θέατρο Κνωσός.
Ήταν η δεύτερη φορά που παρακολουθούσα αυτό το έργο. Μέσα στα αυτιά μου πάντα υπήρχαν οι φωνές των Λαμπέτη και Κατράκη. Και ήταν λογικό να φοβόμουνα πως εκείνων  τα ηχοχρώματα θα πέφταν βαριά πάνω στα νέα ακούσματα.
Αλλά δεν έγινε αυτό.  Γιατί…
Η «Φθινοπωρινή Ιστορία» είναι έργο με μια διαχρονική προσέγγιση της μοναξιάς της τρίτης ηλικίας. Η επερχόμενη φθορά του σώματος, ο φόβος του θανάτου, οι αποχαιρετισμοί που έχουν μετατραπεί σε μονιμότητα, μαζί με το πείσμα να συνεχιστεί η ζωή και να αμφισβητηθεί η όποιας μορφής παραίτηση από το σκίρτημα του έρωτα –όλα αυτά στο έργο τούτο εκπροσωπούνται από μια γυναίκα και έναν άντρα που όσο κι αν δηλώνουν το πότε και το που ζούνε, στην ουσία είναι ένα ζευγάρι που το συναντά κανείς σε κάθε εποχή, σε κάθε τόπο, κάτω από τις όποιες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες.
Έργο με άλλα λόγια ζωντανό. Πάλλεται. Και γι αυτό και απαιτεί  ερμηνευτές με στιβαρή ερμηνευτική παιδεία και  πλούσια εφόδια υποκριτικής εμπειρίας.
Το ζευγάρι Γεραλή – Τσάγκα τα διαθέτει όλα αυτά. Και με φινέτσα όσο και κρυμμένη αγωνία δώσανε πνοή στη Λίντια  Βασίλιεβνα  και στον Ροντόν Νικολάγιεβιτς.
Ερμηνεύουν  με την εμπειρία που έχουν από τους μεγάλους ρόλους που στόλισαν την έως τώρα καριέρα τους, αλλά έχουν και με εμπιστοσύνη αφεθεί στη νέα σκηνοθετική ματιά της Μάνιας Παπαδημητρίου.
Μια φρέσκια εικόνα χαρίζει στο όλο ανέβασμα η εύστοχη και λειτουργική χρήση[m1]  του video art. Και ασφαλώς η ευρηματική συνοδεία της μουσικής του Κραουνάκη χαρίζει κι αυτή τη δική της σημερινή δυναμική σε ένα έργο που αποδεικνύει πως το καλό θεατρικό έργο  του χτες μπορεί να το εμπιστεύεται ο σημερινός  θεατής .
Με δυο λόγια –ένα έργο που δείχνει να νικά το χρόνο* σκηνοθεσία που χρησιμοποιεί  τους γρήγορους ρυθμούς της εποχής μας* ερμηνείες που συνδυάζουν δοκιμασμένο  ταλέντο και νεανική φρεσκάδα. 
Μια καλοκουρντισμένη παράσταση.  Καλό θέατρο.






 [m1]

17.1.19

Τάκης Θεοδωρόπουλος "Σελάνα"


Τάκης Θεοδωρόπουλος
«Σελάνα»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Μεταίχμιο

                   


Η Αρχαιότητα από τη μια και η Δημιουργία από την άλλη ίσως θα μπορούσαν να θεωρηθούν δυο από τους βασικούς πυλώνες που σηματοδοτούν το έργο του Τάκη Θεοδωρόπουλου.
Η Αρχαιότητα ως εκείνη η περίοδος όπου ο ανθρώπινος νους έβαλε τις βάσεις της σκέψης. Και η Δημιουργία ως η υψίστη ανθρώπινη ενέργεια.
Αν αποδεχτούμε αυτές τις σκέψεις, θα πρέπει να θεωρήσουμε πως ήταν αναμενόμενο κάποια στιγμή ο Θεοδωρόπουλος  να αποφάσιζε να γράψει ένα μυθιστόρημα  βασισμένο στο ύψιστο αρχιτεκτονικό έργο της αρχαιότητας και στη μεγίστη έκφραση της δημιουργίας –τον Παρθενώνα.
Αλλά ένα τέτοιο εγχείρημα, λογικό είναι να μην μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα στα πλαίσια ενός και μόνο βιβλίου. Ο Θεοδωρόπουλος δηλώνει πως σχεδιάζει να συνεχίσει αυτό το σχέδιο –σε επόμενα βιβλία του θα αναζητήσει τρόπους θα στήσει μυθιστορηματικές πλοκές που θα φωτίζουν από άλλες οπτικές γωνίες  το σύμβολο αυτού του Ναού.
Προς το παρόν θέλησε να ασχοληθεί μόνο με τη δημιουργία του.
Και βέβαια όταν κανείς αναφέρεται στη δημιουργία ενός  τέτοιας εμβέλειας οικοδομήματος, αυτομάτως έχει στο νου του τον Αρχιτέκτονά –αυτόν που το σχεδίασε, αυτόν που το ονειρεύτηκε, αυτόν που αποφάσισε να το δημιουργήσει .Η δική του ζωή είναι το ζητούμενο για να γραφτεί η βιογραφία ενός  αρχιτεκτονήματος.
Ο  ίδιος ο Θεοδωρόπουλος, στη σελίδα 144 μας εξηγεί:
«Ποιο είναι το ζητούμενο; Το ζητούμενο είναι πόσος νους χρειάστηκε, πόση ανθρώπινη εμπειρία, πόσος πόνος, πόση ζωή και πόσος θάνατος χρειάστηκε  ώστε κάποιος, ένας, να ανακαλύψει  αυτό το σχήμα… Ένας ήταν…  Μπορεί το σχήμα για να υλοποιηθεί να κρύβει στα σπλάχνα του χιλιάδες  ανώνυμες  ανθρώπινες ζωές, δούλους που καταπλάκωσαν οι πέτρες του, όμως αυτός που βρήκε το σχήμα ήταν ένας…»
Ο αρχιτέκτων του Παρθενώνα μας είναι γνωστός. Ο Ικτίνος. Αλλά μόνο το όνομά του γνωρίζουμε. Ο Ικτίνος είναι ένα όνομα χωρίς βιογραφία. Ό,τι πιο κοντινό σε αυτόν, αυτά  που πιθανολογούμε πως είναι επίσης έργα του, είναι δυο άλλα σπουδαία μνημεία – το Τελεστήριο στην Ελευσίνα και ο ναός του Επικουρίου Απόλλωνος στην Αρκαδία.
Έργα σημαντικά, αλλά πως πάνω σε αυτά και μόνο βασισμένος ένας σημερινός συγγραφέας θα στήσει τη βιογραφία του δημιουργού τους; Πως θα πλάσσει αυτόν τον έναν που χάρισε στο έργο της αιωνιότητα;
Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος για να μπορέσει να σκιαγραφήσει τον Ικτίνο αναζήτησε το τι μπορεί να κρύβεται μέσα στις γραμμές των κιόνων του ναού, από που και γιατί  εισέρχεται ο ίσκιος, από πού και γιατί  διαφεύγει το φως. Με άλλα λόγια αναζήτησε τις ανάσες του έργου, τους παλμούς του, τις αμφιβολίες και τις  εκρήξεις του. Αποφάσισε να φτιάξει τον άνθρωπο που ένα μνημείο μας διαβεβαιώνει πως είναι εκείνος που το σχεδίασε.
Ασφαλώς και ως ένας τόσο  συνετός  μελετητής της αρχαιότητας, ο Θεοδωρόπουλος συμβουλεύτηκε ιστορικές πηγές, αρχαία συγγράμματα. Αναζήτησε τα γεγονότα τις εποχής εκείνης, κατανόησε τους  ανθρώπους,  μυήθηκε στα ήθη και στα έθιμά τους. Και στη συνέχεια ξεκίνησε να συνθέτει τον ήρωά του. Ο Ικτίνος παύει πια να είναι μόνο ένα όνομα, αποκτά σάρκα, οστά , πάθη, εμμονές και όνειρα. Και επειδή ως γνήσια μεγάλος καλλιτέχνης, δε γίνεται παρά να είναι και ένας γνήσιος λάτρης του θεού του Έρωτα, ο Θεοδωρόπουλος σκέφτηκε να  φέρει δίπλα του μια γυναίκα. Τη Σελάνα.
Παρόμοια όπως δίπλα στον Περικλή αναφέρεται η παρουσία της Ασπασίας, έτσι και δίπλα στον Ικτίνο  πολύ λογικά να  βρισκότανε  μια  παρόμοιας δυναμικής  γυναίκα.
Και εδώ –στην παρουσία μιας γυναίκας μέσα στη ζωή και το έργο ενός άνδρα- μπορεί κανείς να διακρίνει στοιχεία πρώιμης ψυχολογικής προσέγγισης,  όσο και θέσεις φιλοσοφικής τοποθέτησης. Αν είναι το αρσενικό που γονιμοποιεί το θήλυ, αυτό με τη σειρά του είναι που θα γεννήσει το πλάσμα που θα αμφισβητήσει τη λήθη των αιώνων. Η Σελάνα προστατεύει, παροτρύνει, ζωογονεί τον Ικτίνο.
Ναι, το μυθιστόρημα που φέρνει ως τίτλο το όνομα αυτής  της γυναίκας, δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως είναι μήτε ιστορικό, μήτε και ερωτικό έργο. Καθαρά φιλοσοφικό είναι. Πιο συγκεκριμένα –υπαρξιακό.
Ο καλλιτέχνης, το έργο του, η εποχή του.
Περιγράφει κάποιον  «… που υπηρετεί την τέχνη του, επειδή πιστεύει  ότι υπηρετεί κάτι που  ξεπερνάει την τέχνη του. Σαν να θέλει  να αρπάξει ένα κομμάτι από το στερέωμα, να σχεδιάσει τα όρια της απεραντοσύνης, για να στεγάσει την ίδια την απεραντοσύνη…»
Από τα πλέον ιδιαίτερα μυθιστορήματα. Μια πολύ ενδιαφέρουσα  πρόταση για το πως το παρελθόν μπορεί να μετατραπεί σε καλλιτεχνική δημιουργία του σήμερα.

 Πρώτη ανάρτηση: 

 https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/11386-takis-theodwropoulos-selana
,


13.1.19

Η Λότη και ο Φωκίων στις ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ


Μάνος Κοντολέων
Ο ΦΩΚΙΩΝ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΛΑΦΙ
Εικ.: Μυρτώ Δεληβοριά



Πατάκης, Αθήνα 2018, σελ. 94


Σαράντα χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση, ο Φωκίων δεν είναι ελάφι, όπως στην πρώτη έκδοση του βιβλίου το 1979, αλλά άνθρωπος. Και η ιστορία του γίνεται πιο γοητευτική, πιο ξεκάθαρη, γραμμένη πια όχι από πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα –που ωστόσο βραβεύτηκε για το βιβλίο αυτό– αλλά από έμπειρο χέρι που έχει δώει πάμπολλα πια εξαιρετικά έργα για μικρούς και μεγάλους.
Έτσι, ευκολότερα «μετέχει» ο νεαρός αναγνώστης στα όσα διαδραματίστηκαν την εποχή εκείνη –στην Κύπρο το 1974, στην Ελλάδα το 1967-1973, στο Βιετνάμ το 1973-1975–, πιο ξεκάθαρα κατανοεί τη λέξη ελευθερία και τα όσα φέρνει η στέρησή της, έχοντας μάλιστα στα χέρια του ένα εξαιρετικά καλαίσθητο βιβλίο.

Λ.Π.-Α


ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ, τεύχος 126, Χειμώνας 2018

31.12.18

Γεωργία Γαλανοπούλου «Οι Ψηλοκάραβοι»


Γεωργία Γαλανοπούλου
«Οι Ψηλοκάραβοι»
Εικόνες: Κατερίνα Χαδουλού
Εκδόσεις Πατάκη

   


Η Γεωργία Γαλανοπούλου είναι μια χαμηλόφωνη, αλλά απολύτως διακριτή παρουσία στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους. Γράφει, μεταφράζει, κρίνει.  Πάντα ενήμερη –σπάνιο αυτό στο χώρο στον οποίο η ίδια καταθέτει τις προσωπικές της  απόψεις.
Τα βιβλία με τη υπογραφή της δεν είναι πολλά  -επτά έως τώρα. Και συνηθίζει να στηρίζει τις ιστορίες της σε μύθους παλιούς –άλλοτε από τα χρόνια τα μεσαιωνικά, άλλοτε πάνω σε λαϊκούς θρύλους.
Τρία χρόνια πιο πριν, είχε συνεργαστεί με τον σπουδαίο μας σκιτσογράφο Βαγγέλη Παυλίδη για να στήσουν  το βιβλίο με τίτλο «Ο Βόρακας, ο Κόρακας και η Σονάτα της Φανής».   Μια συμβολική ιστορία φαντασίας όπου η οικολογική συνείδηση αποκτούσε υπαρξιακή ταυτότητα και ποιητική φόρμα. Δικαίως το βιβλίο διακρίθηκε και βραβεύτηκε.
Εφέτος η Γαλανοπούλου έρχεται να προσφέρει μια άλλη ιστορία. Καταφεύγει σε ένα παλιό θρύλο και τον αναπλάθει με τέτοιο τρόπο ώστε τα όσα μέσα σε μια ιστορία που θυμίζει παραμύθι αναφέρονται, απόλυτα παραπέμπουν σε συνθήκες του ελληνικού σήμερα.
Το μικρό νησί όπου ο άρχοντας του και οι συνδιοικούντες αντί να φροντίζουν για το καλό του ίδιου του τόπου, στρέφουν την προσοχή τους στη δικιά τους καλοπέραση. Οι κάτοικοί του που αναγκάζονται για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των διοικούντων να προσφέρουν ολοένα και περισσότερους φόρους. Οι ηλικιωμένοι που μιας και θεωρήθηκαν ως βάρος (καταναλώνουν χωρίς όμως να παράγουν) εξορίζονται σε άγονη περιοχή και αφήνονται στη μοίρα τους. Τα μικρά παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς το χάδι μιας γιαγιάς, το παραμύθι ενός παππού…
Όλα αυτά είναι σαφέστατο ότι μέσα από μια στολισμένη με στοιχεία θρύλου ιστορία παραπέμπουν σε ένα επώδυνο, αδιέξοδο σήμερα.
Αλλά στους θρύλους και στα παραμύθια πάντα έρχεται η κάθαρση. Αυτό θα συμβεί και στην ιστορία της Γεωργίας Γαλανοπούλου. Και στη δική της περίπτωση,  αυτή την κάθαρση με τη μορφή της απόδοσης δικαιοσύνης θα την φέρουν οι Ψηλοκάραβοι.
Ας αφήσω τους αναγνώστες να χαρούν μόνοι τους την αποκάλυψη του ποιοι κρύβονται πίσω από αυτό το τόσο ασυνήθιστο όνομα.
Αλλά δεν μπορώ να μην επισημάνω την ποιότητα της γλώσσας της αφήγησης. Χωρίς  ίσως την απόλυτη υποταγή στον ποιητικό ρυθμό του προηγούμενου βιβλίου, αλλά και γι αυτό πλέον εύπλαστη, πιο άμεση, περισσότερη ταιριασμένη με τη δομή των φράσεων μιας αφήγησης λαϊκού παραμυθιού.  Κι όμως τόσο, μα τόσο σύγχρονη. Η Γεωργία Γαλανοπούλου γνωρίζει πολύ καλά πως το σωστό βιβλίο για παιδιά πρέπει να είναι γραμμένο με υψηλών προδιαγραφών λογοτεχνική υπόσταση.
Αυτή την ποιότητα του λόγου, έρχεται να υποστηρίζει και η υψηλή ποιότητα της εικονογράφησης.  Η Κατερίνα Χαδουλού –από τις πλέον προικισμένες σύγχρονες εικονογράφους μας- αφήνεται στην κυριαρχία των φωτοσκιάσεων, τολμά να συνομιλήσει με έργα του Γκόγια και τελικά να γεμίζει τις σελίδες με εικόνες όπου από τη μια έχουν τη σκοτεινιά της αδικίας και από την άλλη το πάθος της απόδοσης δικαιοσύνης.
Μια άψογη έκδοση. Βιβλίο κόσμημα.  Ασφαλώς για αναγνώστες κάθε ηλικίας , μα πάντα με αναγνωστικές απαιτήσεις.

Πρώτη ανάρτηση: https://diastixo.gr/kritikes/paidika/11300-oi-pshlokaravoi


26.12.18

Ό,τι είναι να ειπωθεί, το γράφω πρώτα… Ή Με το ίδιο όνομα




 Ό,τι είναι να ειπωθεί, το γράφω πρώτα…
Ή
Με το ίδιο όνομα

Όταν ήμουνα μικρός –από μωρό παιδί μέχρι που, πάνω κάτω, έκλεινα τα έντεκά μου τα χρόνια- τον παππού μου δεν τον έβλεπα συχνά.
Αλλού έμενε αυτός, αλλού εγώ μαζί με τους γονείς μου.
Η μάνα είχε –τότε, στα δύσκολα για την πατρίδα χρόνια- δεχτεί τη θέση καθηγήτριας σε Πανεπιστήμιο άλλης χώρας και την ακολούθησε και ο πατέρας μου –αυτός έτσι κι αλλιώς γραφίστας ήταν, μπορούσε να βρίσκει δουλειά σε όποια πόλη ή και χώρα τον έφερνε η τύχη του να ζήσει.
Με είχαν πάρει μαζί τους.
Πίσω –στο μεγάλο πατρικό σπίτι- είχανε μείνει η γιαγιά και ο παππούς.
Μα σύντομα κι ο παππούς αποφάσισε να μετακομίσει. Τον έπνιγε –άκουσα- η ζωή στην πόλη, δεν άντεχε –αυτό μετά από χρόνια ο ίδιος μου το εξομολογήθηκε- να βλέπει τα άδεια δωμάτια ενός σπιτιού που είχε φτιαχτεί για να αγκαλιάζει παιδιά κι εγγόνια.
Έμεινε, λοιπόν, η γιαγιά στο πατρικό και ο παππούς πήγε και κούρνιασε στο εξοχικό που είχε πάνω σε ένα βουνό.

Σ’  εκείνο το πέτρινο το σπίτι, αν έβγαινε στην πίσω την αυλή  άφηνε το βλέμμα του να χάνεται μέσα σε πυκνό πευκοδάσος κι αν πάλι άνοιγε την εξώπορτα, τότε η ματιά του στριφογύριζε σε δυο σειρές από ψηλά κυπαρίσσια, προτού κατρακυλήσει κάτω προς τις ακρογιαλιές και τα λιμανάκια…
Σ΄ αυτό, λοιπόν, το σπίτι πήγε να μείνει ο παππούς –τότε στα δύσκολα για την πατρίδα χρόνια- και από εκεί μου έστελνε τα πρώτα παραμύθια που έγραψε για μένα –το πρώτο και μοναδικό του εγγόνι.
Συγγραφέας ήταν ο παππούς –ναι, όπως κι εγώ. Δυο συγγραφείς με το ίδιο όνομα –σας φαίνεται παράξενο; Κι όμως μπορεί κι αυτό να γίνει.
Από το πέτρινο σπίτι του βουνού, λοιπόν, ερχότανε στην πόλη που μέναμε κάθε μήνα κι από μια μικρή ιστορία.
Βέβαια, τα πρώτα χρόνια δεν ήξερα τίποτε για τις ιστορίες αυτές που φτάνανε σχεδόν κάθε μήνα κλεισμένες μέσα σε ένα μεγάλο, κίτρινο φάκελο, που πάνω του είχε γραμμένο δυο φορές το ίδιο όνομα –του αποστολέα στην πάνω αριστερή μεριά, του παραλήπτη κάπου προς το κέντρο.
Αλλά η μάνα τις έβαζε σε ένα συρτάρι και όταν πια άρχισα να λέω τις πρώτες φράσεις μου και επίμονα να ψαχουλεύω στις κρυφές γωνιές του διαμερίσματος που μέναμε, έπεσα πάνω στους κίτρινους φακέλους και ρώτησα να μάθω τι είχαν μέσα κι έτσι έμαθα πως μέσα τους κρύβανε ιστορίες που ο παππούς είχε γράψει για μένα και πως εγώ θα ήμουνα ο πρώτος που θα τις διάβαζε, μόλις μάθαινα μόνος μου να ξεχωρίζω το ένα γράμμα από το άλλο, το νόημα κάθε λέξης και το τι θέλει να πει άλλοτε η μια κι άλλοτε μια άλλη φράση.

Στο ενδιάμεσο, όλο και καταφέρναμε να κάνουμε μικρά σύντομα ταξιδάκια στην πατρίδα κι εκεί μου άρεσε να έχω τη γιαγιά συνέχεια δίπλα μου, να με παίρνει μαζί της στις αγορές, να με αφήνει να διαλέγω μόνος μου τα παιχνίδια που με ξετρελαίνανε και να μυρίζω την κολόνια με την οποία κάθε πρωί έβρεχε τα ανυπότακτα τσουλούφια των μαλλιών μου –άρωμα λεβάντας. Από τότε αυτό το άρωμα μου αρέσει.
Τις περισσότερες φορές –σ΄ εκείνες τις μέρες που είχαμε επιστρέψει στην πατρίδα- ο παππούς άφηνε το σπίτι στο βουνό και ερχότανε να μας δει κι αυτός… Ερχότανε να με αγκαλιάσει. Κι έτσι όπως άφηνα το κεφάλι μου να γέρνει πάνω στο ώμο του, ένα άλλο άρωμα με ταξίδευε… Με πήγαινε εκεί στο βουνό που είχε το πέτρινο το σπίτι ο παππούς. Δεν ήταν μυρωδιά από κολόνια… Όχι! Ήταν σαν το γιλέκο του παππού να είχε ξεμείνει για μέρες πολλές πάνω σε δέντρο και έτσι να είχε ποτιστεί με το άρωμα των κλαριών και του κορμού του…
Ρετσινιού μυρωδιά. Η μυρωδιά των πεύκων.
Μετά επιστρέφαμε στην δική μας πολιτεία και ο παππούς στο πέτρινο το σπίτι του, η γιαγιά έμενε να τριγυρνά στα δωμάτια ενός αρχοντικού που πάντα είχε την ελπίδα πως θα έρθουν να το κατοικήσουν ξανά αυτοί που κάποτε το είχαν εγκαταλείψει.
Επιστρέφαμε, λοιπόν, στον ξένο τόπο και στο νοικιασμένο διαμέρισμα και μια μέρα αποφάσισα πως τώρα πια ξέρω όλα τα γράμματα της γλώσσας που ο παππούς έγραφε τις ιστορίες του και έτσι –μα γιατί όχι;- μπορούσα να ανοίξω έναν, έναν τους κίτρινους φακέλους και να διαβάσω αυτά που εγώ θα ήμουνα ο πρώτος που θα τα διάβαζε.
Αλλά δεν πρόλαβα.
Γιατί στην τηλεόραση που πάντα ένα από τα κανάλια της ήταν κι εκείνο που έδειχνε τα νέα της πατρίδας, είδαμε να έχουν ξεσπάσει πυρκαγιές στα βουνά… Ναι, σε βουνά πολλά… Ανάμεσά τους κι αυτό που παππούς ζούσε.
Και πέσαμε πάνω στο τηλέφωνο και ρωτούσαμε τη γιαγιά αν ξέρει κάτι μιας και ο αριθμός του παππού  δεν απαντούσε.
Τίποτε δεν ήξερε κι εκείνη και έτσι πέρασαν κάμποσες ώρες κι εγώ καθώς έβλεπα μέσα στην τετράγωνη μικρή οθόνη τις φλόγες που ζώνανε τα δάση από έλατα και πεύκα, θυμήθηκα τη μυρωδιά του γιλέκου του παππού και δάκρυσα.
«Μα πιστέψατε πως μπορεί να είχα κάτι πάθει;» με ανακούφιση η μάνα άκουγε τον παππού να της μιλά –την άλλη μέρα- στο τηλέφωνο.
Έτρεξα κι άρπαξα το ακουστικό και με φωνή που τη ράγιζε ο τρόμος και το ξελάφρωμα  συνάμα, είπα,
«Παππού… Το γιλέκο σου τώρα μυρίζει ρετσίνι ή κάπνα;»
Από την άλλη άκρη της γραμμής, άκουσα την ανάσα του παππού και μετά τη φωνή του, να διστάζει στην αρχή και μετά να γίνεται σταθερή και να μου λέει,
«Καιρός να διαβάσεις την ιστορία που κάποτε σου έγραψα και που μιλά για το τι ήταν το πεύκο προτού γίνει πεύκο…»
Ανάμεσα σε τόσους φακέλους κίτρινους, πώς να ξεχώριζα αυτόν που είχε μέσα του φυλαγμένη την ιστορία που ο παππούς μου είχε ζητήσει να διαβάσω; Δύσκολο, ίσως και ακατόρθωτο… Να άρχιζα έναν, ένα να τους ανοίγω τους κίτρινους φακέλους;…  Όχι! Προτίμησα να τους μυρίσω… Πολύ γρήγορα ανακάλυψα αυτόν που είχε ποτιστεί με τη μυρωδιά ρετσινιού…
Ναι, από τότε είχα καταλάβει πως οι όμορφες ιστορίες έχουν πάντα και το δικό τους άρωμα η κάθε μια.
Βρήκα τον φάκελο και τον άνοιξα και διάβασα…

Μέσα στα δάση κάποτε, τα χρόνια που οι άνθρωποι βλέπανε τον κόσμο με τα μάτια της ίδιας της Φύσης, στα δάση, λοιπόν, κάποτε ζούσαν πλάσματα πανέμορφα, μα κι άλλα που ήταν δύσμορφα, άσχημα…
Ένα από τα όμορφα και μια νύμφη, μια νεράιδα πες που τη λέγανε Πίτυς.
Αυτή την γλυκιά νεράιδα, έτυχε να τη δούνε και να την ερωτευθούν δυο από τα άλλα τα πλάσματα, τα δύσμορφα που λέγαμε και τα άγρια.
Ο Πάνας ήταν ο ένας. Ο άλλος ο Βοριάς.
Αυτός ο τελευταίος, ήταν άγριος στην όψη και το ίδιο άγριος στα φερσίματα. Ξέπλεκα μαλλιά και γένια, φωνή βροντερή κι έτσι κι αποφάσιζε να σε αγκαλιάσει μπορεί και να σ’ έπνιγε με το πάθος του.
Η Πίτυς ήταν μια νεράιδα, της άρεσαν τα χαμηλόφωνα τραγούδια και οι ανάλαφροι χοροί.
Ο Βοριάς την φόβιζε. Όχι όμως και ο Πάνας. Κι ας ήταν αυτός άσχημος πολύ κι ας υπήρχαν τόσοι που τον κοροϊδεύανε πως τους θύμιζε η ασχήμια του αρσενική κατσίκα.
Η Πίτυς τον είχε ακούσει να παίζει με τη φλογέρα του πανέμορφους σκοπούς, τον είχε καμαρώσει να χοροπηδά ανάλαφρα από τη μια μεριά του ρυακιού στην άλλη.
Κι έτσι αυτόν προτίμησε για σύντροφο.
Αλλά τότε ο Βοριάς θύμωσε, αγρίεψε, πήρα να λυσσομανά και η δυστυχισμένη η νεράιδα έτσι ανάλαφρη όπως ήταν παρασύρθηκε από την ορμή του ανέμου και έχασε την ισορροπία της και γκρεμίστηκε σε άγρια βράχια και…
Έτρεξε ο Πάνας πάνω από το άψυχο σώμα της και το αγκάλιασε και πήρε με τη φλογέρα του να παίζει το κλάμα του και τους λυγμούς του.
Και τότε ο Δίας, ο βασιλιάς όλων των θεών, τον λυπήθηκε και αποφάσισε να μετατρέψει το νεκρό σώμα της νεράιδας σε ένα ολοζώντανο δέντρο. Δέντρο με λεπτά φυλλαράκια που καθώς θα τα φυσά το αεράκι αυτά θα βγάζουν ήχο τρυφερό και ήρεμο. Κι έγινε η Πίτυς… Πεύκο.
Και από τότε ο Πάνας κυκλοφορεί μέσα στα δάση φορώντας πάνω στο κεφάλι του στεφάνι φτιαγμένο από κλαράκια αυτού του δέντρου. Και παίζει με τη φλογέρα του τον έρωτά του που πάντα ζει…
Άφησα από τα χέρια μου τα χαρτιά με την ιστορία του παππού. Είχα καταλάβει τι ήθελε να μου πει…
Και τον πήρα τηλέφωνο –είχε επιστρέψει στο παλιό αρχοντικό, μαζί με τη γιαγιά οι δυο τους μένανε στο μεγάλο –και πάντα άδειο – σπίτι.
«Θα ξαναγίνει το δάσος παππού!… Όπως η νεράιδα η Πίτυς, έτσι κι αυτό θα…» είπα και ένας κόμπος συγκίνησης μου έκλεισε το λαιμό.
«Ναι, αγόρι μου!» η φωνή του παππού βραχνή, μα σταθερή ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραμμής, «Ναι αγόρι μου… Κι όπως ο Πάνας φορούσε στο κεφάλι στεφάνι φτιαγμένο από το νεκρό το σώμα της καλής του, έτσι κι εμείς… Εγώ και άλλοι, θα το ξαναφτιάξουμε το δάσος…  Θα έρθεις κι εσύ;»

Μετά από μερικούς μήνες ήμουνα μαζί με τον παππού και άλλους ανθρώπους και φυτεύαμε μικρά δεντράκια εκεί που κάποτε η φωτιά είχε περάσει και είχε καταστρέψει… Μικρά πεύκα και κυπαρίσσια.
Πεύκα στην πίσω αυλή του πέτρινου σπιτιού. Κυπαρίσσια από την πλευρά της εξώπορτας.
Κοίταξα –θυμάμαι- το πέτρινο το σπίτι. Πάνω του υπήρχαν τα σημάδια της καταστροφής.
«Εγώ θα φτιάξω το σπίτι μου ξανά… Και η Φύση το δικό της!… Και τότε και οι δυο θα σε φωνάξουμε να έρθεις και πάλι…» μου υποσχέθηκε ο παππούς.
Τον πίστεψα κι όσο κι αν περνούσαν τα χρόνια, εγώ δεν είχα πάψει να περιμένω μια νέα ιστορία του, μέσα σε ένα ακόμα κίτρινο φάκελο κλεισμένη. Α, ναι! Ήμουνα σίγουρος πως το μήνυμά του ο παππούς  με ένα παραμύθι θα μου το έστελνε πάλι.

Και έτσι κι έγινε… Ήρθε…

Μέσα στα δάση κάποτε, τα χρόνια που οι άνθρωποι βλέπανε τον κόσμο με τα μάτια της ίδιας της Φύσης, στα δάση, λοιπόν, κάποτε ζούσε ένα παλικάρι πανέμορφο –ψηλό, λεπτό, βεργολύγερο… Είχε όνομα παράξενο –Κυπάρισσο, το λέγανε.
Ο Κυπάρισσος, λοιπόν, τριγύρναγε μέσα στα δάση και έψαχνε να βρει ένα άλλο πλάσμα που να του μοιάζει σε ομορφιά και που ίδια μ΄ αυτόν να τρέχει γρήγορα και ίδια μ΄ αυτόν να αγαπά τα δέντρα, τους θάμνους, τα λουλούδια, τα ποτάμια και τα ρυάκια, τις πράσινες ραχούλες των βουνών και τις ολόλευκες κορυφές τους.
Έψαχνε κι όπως ο καθείς που ψάχνει, έτσι κι αυτός στο τέλος τον βρήκε τον φίλο που μαζί του θα μοιραζότανε χαρές κι αγάπες. Ένα ελάφι ήταν.
Πανέμορφος άνθρωπος. Πανέμορφο ζωντανό.
Και ριγούσαν τα φύλλα των δέντρων όταν τους βλέπανε να παραβγαίνουνε στο τρέξιμο.
Και κελαηδούσαν τα πουλιά όταν τους καμαρώνανε να κολυμπούνε στις λιμνούλες.
Μα ότι και όποιον πολύ οι πολλοί θαυμάζουν, θα τύχει κάποιος να τους ζηλέψει, και η ζήλια φέρνει την κακοτυχιά…
Ποιος τάχα να ζήλεψε τους δυο φίλους;
Τα μοχθηρά ξωτικά που κυλιούνται στους βούρκους;
Τα ύπουλα πλάσματα της σκοτεινιάς που σέρνονται εκεί που ποτέ δε φτάνει έστω και μια μόνο ηλιαχτίδα;
Μπορεί όμως να μην ήταν μάτι κακό, αλλά η αστοχασιά του ίδιου του Κυπάρισσου που είχε πιστέψει πως σε όλα πρώτος πάντα αυτός είναι και πως ότι κι αν κάνει πάντα καλά καμωμένο θα ‘ναι…
Κι έτσι ανέμελα κι αφρόντιστα άρπαξε τόξο και βέλη και δίχως σωστά να σημαδέψει έριξε και το βέλος πήγε και καρφώθηκε στο λαιμό του ελαφιού και…
Απαρηγόρητος ο Κυπάρισσος ζητούσε να βρει από μόνος του πια κι αυτός τον θάνατο.
Μα οι θεοί, δε θέλανε να χαθεί μια τέτοια βεργολυγερή ομορφιά και έτσι τον μεταμορφώσανε σε δέντρο.
Από τότε είναι που το κυπαρίσσι υψώνεται ίσιο προς τον ουρανό και αργά, τρυφερά γέρνει στο φυσηματάκι του ανέμου και είναι σα να παρακαλεί να έρθει κοντά του ξανά ο φίλος του, το ελάφι…
Και όταν τύχει να σταθεί στη ρίζα του κυπαρισσιού ένα ελάφι, τότε το κυπαρίσσι υψώνει ακόμα πιο ψηλά την κορυφή του και δοξολογεί αυτόν που του χάρισε ξανά την συντροφιά ενός φίλου…

Άφησα να πέσει από τα χέρια μου και η τελευταία σελίδα.
Είχα καταλάβει. Είχα χαρεί. Κι έστειλα από το κινητό μου μήνυμα στον παππού.
«Έρχομαι!» -του έγραψα.
Και πήγα.
Και όσα χρόνια κι αν έχουν από τότε περάσει, τη θυμάμαι και ποτέ δεν την ξεχνώ εκείνη τη μέρα που στην εξώπορτα του πέτρινου σπιτιού δίπλα στον παππού στάθηκα και μαζί κι οι δυο είδαμε ένα ελάφι να πλησιάζει το κυπαρίσσι που ο παππούς κι εγώ –κι οι δυο μαζί- είχαμε κάποτε φυτέψει.
Ένα ελάφι να τρίβει τη μουσούδα του πάνω στον κορμό ενός δέντρου.
Ένα κυπαρίσσι  να υψώνει την λεπτή κορυφή του προς τα αστέρια του ουρανού.
Νύχτα ήταν.
Ο παππούς –θυμάμαι- μου είχε σφίξει με τα δάχτυλά του όλη μου την παλάμη.
«Βλέπεις;» μου ψιθύρισε, «Η ζωή πάντα νικάει… Η αγάπη, πάντα…»
Δεν είχα τίποτε τότε πει.
Μήτε και τώρα κάτι λέω.


Ό, τι ήταν να ειπωθεί, το έγραψε πρώτα ο παππούς. Και τώρα εγώ… Που έχω το ίδιο όνομα με ‘κείνον.

Πρώτη ανάρτηση:
http://www.periou.gr/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD-%CF%8C%CF%84%CE%B9-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BD%CE%B1-%CE%B5%CE%B9%CF%80%CF%89%CE%B8%CE%B5%CE%AF/?fbclid=IwAR1RWgMMN4CHCaNLEgghX7nDgJ3e-FVo8f5Wyf1f9MhRbcTsW0WpYHzTRus

12.12.18

Θεόδωρος Γρηγοριάδης «Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου»


Θεόδωρος Γρηγοριάδης
«Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου»
Διηγήματα
Εκδόσεις Πατάκη

                


Το διήγημα ίσως θα πρέπει να θεωρηθεί αν όχι το βασικό είδος της νεοελληνικής  πεζογραφίας, σίγουρα όμως ως εκείνο που έδωσε τα πρώτα δείγματα μια ποιοτικής πεζογραφικής  οντότητας  στη γλώσσα μας μετά από την ανακήρυξη του ελληνικού κράτους.
Σταχυολογώ πρόχειρα: Εμμανουήλ Ροϊδης (γεν. 1836),  Γεώργιος Βιζυηνός (γεν. 1849), Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (γεν. 1850), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (γεν. 1851),  Ανδρέας Καρκαβίτσας (γεν. 1865), Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου (γεν. 1867), Δημοσθένης Βουτυράς (γεν. 1872) –ανάμεσα και σε άλλους πεζογράφους  που από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ου  γράφουν το είδος αυτό του πεζού λόγου και βάζουν τις βάσεις της σύγχρονης λογοτεχνικής έκφρασης που αναζητά την ταυτότητα του νεοέλληνα, άλλοτε χρησιμοποιώντας την ηθογραφία, άλλοτε ανατρέχοντας στην ιστορία, σε άλλες περιπτώσεις με μια πρώιμη ενδοσκόπηση.
Με τη γενιά του μεσοπολέμου, το μυθιστόρημα έρχεται να κατακτήσει την πρώτη θέση στην προτίμηση του νεοέλληνα αναγνώστη, που κι αυτός με τη σειρά του αποκτά μια αστική συνείδηση και άρα λογικό  είναι να στρέφεται προς το κατ΄ εξοχήν λογοτεχνικό είδος της ευρωπαϊκής αστικής τάξης.
Ο 20ος αιώνας έκλεισε με την παντοδυναμία μεν του μυθιστορήματος, αλλά παράλληλα μας άφησε την κληρονομιά και πλέον σύντομων κειμένων με τις υπογραφές του Γιώργου Ιωάννου, του Μάριου Χάκκα, του Επαμεινώνδα Γονατά κ.α
Στα πρώτα πλέον χρόνια του 21ου , μπορεί να εξακολουθεί το μυθιστόρημα να αποτελεί το αγαπημένο είδος του αναγνωστικού κοινού, αλλά οι νεώτεροι και αρκετοί παλαιότεροι συγγραφείς αναζητούν να περάσουν την δική τους συγγραφική παρουσία μέσα από σύντομες αφηγήσεις –ενίοτε τόσο σύντομες που μερικές φορές δεν μπορεί μήτε ως διηγήματα να θεωρηθούν και έτσι χαρακτηρίζονται ως κείμενα Μικρής Φόρμας. Και πάλι με μια πρόχειρη επιλογή αναφέρω τους :Περικλή Σφυρίδη, Ηλία Παπαδημητρακόπουλο, Γιώργο Σκαμπαρδώνη, Αργύρη Χιόνη, Σωτήρη Δημητρίου, Αχιλλέα Κυριακίδη, Ηλία Παπαμόσχο, Δημοσθένη Παπαμάρκο, Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, Ούρσουλα Φωσκόλου  κ.α.
Παράλληλα οι νέες οικονομικές συνθήκες έχουν οδηγήσει τους εκδότες να εκδίδουν ολιγοσέλιδα βιβλία (όταν μάλιστα αυτά είναι γραμμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να απευθύνονται σε μικρές ομάδες απαιτητικών αναγνωστών). Και κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι νεώτεροι τουλάχιστον , εκδοτικοί οίκοι επιλέγουν τις συλλογές μικρών, μικρότατων  κειμένων.
Θα πρέπει όμως και να θυμηθούμε πως από τα τέλη ης δεκαετίας του ΄90 και έως την κρίση του ’10, πολλά έντυπα συνήθιζαν (κυρίως κατά τη διάρκεια των εορτών ή των καλοκαιρινών διακοπών) να προσφέρουν στους αγοραστές τους διηγήματα που έλληνες συγγραφείς είχαν κληθεί να γράψουν βασισμένοι σε κάποιο θέμα της επικαιρότητας ή εποχικό.
Με αυτό τον τρόπο γραφτήκανε πολλά διηγήματα που συχνά οι συγγραφείς τους φροντίζουν να τα εντάξουν όλα μαζί σε ένα νέο βιβλίο.
Μια συλλογή διηγημάτων –πιστεύω- πως θα πρέπει να έχει ένα ενιαίο κεντρικό άξονα. Τα μικρής έκτασης κείμενα που θα περιλαμβάνει καλό θα είναι να περιτριγυρίζουν το κεντρικό θέμα και έτσι να έχουμε μια ιδιότυπα πολυπρισματική  προσέγγιση του.
Μα αρκετά συχνά διαβάζουμε και συλλογές διηγημάτων που γραφτήκανε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και που το καθένα τους στηρίζεται και σε ένα άλλο προβληματισμό. Θα έλεγα πως σε αυτήν την κατηγορία τοποθετείται και το τελευταίο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη.
Όπως και ο ίδιος μας ενημερώνει στο Επίμετρο αλλά και στον κατάλογο των πρώτων δημοσιεύσεων, τα διηγήματα της συλλογής έχουν γραφτεί με την ευκαιρία αναθέσεων από διάφορα έντυπα. Βέβαια –φροντίζει να πληροφορήσει τον αναγνώστη- τα περισσότερα από αυτά υπήρχαν ως σημειώσεις λίγο ή περισσότερο ολοκληρωμένες σε προσωπικά του τετράδια. Και μετά την αποδοχή της ανάθεσης, τους έδωσε την οριστική τους μορφή.
Η συγγραφή του πρώτου έγινε το 1993 και του τελευταίου το 2018.
Και νομίζω πως πολύ σωστά έχουν εντός της συλλογής τοποθετηθεί σύμφωνα με τη χρονολογία πρώτης δημοσίευσής τους, γιατί έτσι ο αναγνώστης πλέον μπορεί να τα διαβάσει όχι ως κείμενα που τυχαίως συνυπάρχουν, αλλά ως ένα οδοιπορικό του τρόπου που ο συγγραφέας αντιδρούσε  συγγραφικά στα διάφορα γεγονότα όλων αυτών των ετών.
Είκοσι πέντε διηγήματα δημοσιευμένα και ένα αδημοσίευτο  σε ένα τόμο 314 σελίδων.
Σε ένα από αυτά, ο Γρηγοριάδης γράφει: Λίγο πριν πλησιάσω για να συλλέξω ακόμα μια ιστορία  βουτηγμένη άλλοτε στην επαρχιακή ομίχλη μιας παραλιακής πόλης κι άλλοτε στο λαμπερό καλοκαιρινό φως, φρόντισα να ρίξω μια ματιά έξω από την τζαμόπορτα…
Ναι, ακριβώς αυτό είναι όλο το βιβλίο –ματιές έξω από την τζαμόπορτα. Ματιές που άλλοτε κατρακυλάνε στις ανηφοριές της Καβάλας, άλλοτε σταματούν στα στέκια της Θεσσαλονίκης, άλλοτε περνάνε και από αθηναϊκές γειτονιές, κάποτε ταξιδεύουν σε ποικίλους επαρχιακούς μας τόπους, μα τριγυρίζουν και σε άλλες χώρες.  Ματιές που παρατηρούνε την επικαιρότητα για να την μετατρέψουν  με την τέχνη της αφήγησης σε μόνιμη αναγνωστική εμπειρία.
Μα ο Γρηγοριάδης είναι συγγραφέας  ανθρωποκεντρικός –τα γεγονότα τα βλέπει να σημαδεύουν ανθρώπους και αυτά τα σημάδια μετατρέπει σε ιστορίες.  Χωρίς να αποσιωπά το κοινωνικό ή πολιτικό δεδομένο, εστιάζει την προσοχή του στο άτομο. Και με αυτό συνομιλεί. Πάντα με μια τάση διακριτικότητας, συχνά και ηθελημένης αποσιώπησης  καθώς σέβεται τις ενοχές και συμμετέχει σε αποφάσεις που δε θέλουν να αφήσουν τους ίσκιους μέσα στους οποίους πάρθηκαν.
Διηγήματα ιδιαίτερα καλογραμμένα που μπορεί ακόμα να θεωρηθούν  στην πλειοψηφία τους και ως κοινωνικά – πολιτικά σχόλια πάνω σε μια εικοσιπενταετία. 
Η συλλογή τους σε ένα τόμο (τρίτος τόμος διηγημάτων του ίδιου συγγραφέα έναντι δώδεκα μυθιστορημάτων του κι ενός μονολόγου) επιβεβαιώνει τελικά πως ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι από εκείνους τους συγγραφείς που δεν δέχονται να βλέπουν μόνο το μέρος –το σύνολο ακόμα κι όταν υπονοείται παραμένει κεντρικό ζήτημα των προβληματισμών του.

 https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/11163-prodosia-patridas-grhgoriadhs?utm_source=MailingList&utm_medium=email&utm_content=manoskontoleon%40gmail.com&utm_campaign=Newsletter_12_11_2018_15_51