24.9.19

Πριν τρία χρόνια, η Γαλάτεια ...




Πριν τρία χρόνια, η Γαλάτεια ...μας αποχαιρέτησε;









Τρία χρόνια συμπληρώνονται από τότε που η Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη δεν είναι πια μαζί μας κι εγώ επιστρέφω 60 περίπου χρόνια πίσω, τότε, την Άνοιξη του 1960 όπου και πρωτογνώρισα τη Γαλάτεια
Έτυχε εκείνη και οι γονείς μου να έχουν αγοράσει διαμερίσματα στην ίδια πολυκατοικία κι έτσι βρέθηκα να συγκατοικώ μαζί της.
Ήμουνα δεκατεσσάρων χρονών και από τότε φανατικός αναγνώστης της λογοτεχνίας, ενώ και τα πρώτα μου κείμενα είχαν δημοσιευτεί στο περιοδικό «Διάπλαση των παίδων».
Η ιδέα και μόνο πως θα ζούσα ένα όροφο πιο κάτω από κάποιον που έγραφε βιβλία, με ξετρέλανε. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Και ήταν φυσικό να περιμένω με αγωνία να γνωρίσω κι εγώ αυτήν την μοναδική κυρία Γαλάτεια -τότε ακόμα- Γρηγοριάδου
Δεν χρειάστηκε να περιμένω και τόσο. Το σπιτικό της οικογένειας Γρηγοριάδου ήταν πολύ φιλόξενο και ένα απόγευμα η πολυπόθητη πρόσκληση ήρθε.
Μπήκα στο σπίτι μιας συγγραφέας!
Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση ήταν η τεράστια βιβλιοθήκη που έπιανε όλο τον τοίχο του καθιστικού.
Και μετά η ίδια η οικοδέσποινα. Πληθωρική στον τρόπο που με αγκάλιασε, το κοσμητικά επίθετα διαδέχονταν το ένα το άλλο. Και βέβαια φιλόξενη. Εκείνη την πρώτη επίσκεψη τη διαδέχτηκαν πολλές άλλες. Σχεδόν καθημερινές.
Μιλούσαμε πολύ και για πολλά. Για κάθε γεγονός η Γαλάτεια είχε άποψη. Και τις περισσότερες φορές μια άποψη αρκούντως προσωπική και ιδιαιτέρως πρωτότυπη.
Δίπλα της έμαθα να διαβάζω κριτικά και παθιασμένα, δίπλα της έμαθα το τι σημαίνει να γράφεις. Πολύ σύντομα θα γινόταν εκείνη που θα άκουγε σχεδόν πρώτη από όλους τα δικά μου κείμενα.
Ατέλειωτα τα απογεύματα που χτυπούσα το κουδούνι της για να περάσω κάποιες ώρες στο σπιτικό τους.
Ώρες τόσο απρόσμενα ενδιαφέρουσες. Άλλοτε οι δυο μας να διορθώνουμε τα γραπτά της, άλλοτε εκείνη να με ακούει να διαβάζω δικά μου κείμενα και να με κάνουν οι παρατηρήσεις της να πιστεύω πως έμελλε να γίνω ο νέος Κάφκα. Άλλοτε να γνωρίζω νέους ανθρώπους –ποιητές, μουσικούς, ζωγράφους.
Η ίδια η Γαλάτεια και τα γραπτά της υπήρξαν το πρώτο μου συγγραφικό σχολείο. Κι έπρεπε να κάνω ειλικρινά μεγάλη προσπάθεια για να μπορέσω να ξεφύγω από το δικό της ύφος.
Κάποια στιγμή ενηλικιώθηκα συγγραφικά. Έμελλε η ενηλικίωση μου αυτή να ξεκινήσει με παραμύθια Ποτέ μου δεν είχα σκεφτεί πως κάποτε εγώ θα έγραφα παραμύθια και ιστορίες για παιδιά. Ίσως να ήταν η συμβίωσή μου με τη Γαλάτεια μου με έκανε να χαράξω το δρόμο που τελικά και ακολούθησα.
Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα της ρήξης. Ο συγγραφέας γιος έπρεπε να «γκρεμίσει» τη συγγραφέα μητέρα του. Ρήξη πληθωρική και τόσο ανακουφιστική.
Επιτέλους μπορούσα να αποκτήσω τα προσωπικά συγγραφικά μου χαρακτηριστικά και αμέσως μετά να επανακαλύψω τον άνθρωπο που θα γινότανε ένας από τους πιο ζεστούς και στενούς μου φίλους.
Στη Γαλάτεια οφείλω πολλά. Από τα χρόνια της δεκαετίας του ’60 μέχρι σήμερα -ναι, μέχρι και σήμερα!
Ποια είναι αυτά; Μπορώ τάχα να τα απαριθμήσω όλα; Να πω, λοιπόν, για το πάθος της λογοτεχνίας, για το ότι με το παράδειγμά της μου επιβεβαίωσε την άποψη πως η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος ζωής. Η λογοτεχνική πράξη –τόσο ως συγγραφή, όσο και ως ανάγνωση- αποτελεί ένα στοιχείο καθημερινότητας –κι αυτό η Γαλάτεια που το έμαθε. Μου γνώρισε τους τρόπους να είμαι επαγγελματίας συγγραφέας –υπεύθυνος, συνεπής, ειλικρινής. Η Γαλάτεια σεβότανε τις απόψεις των άλλων. Μπορεί να εξέφραζε έντονα τις απόψεις της, αλλά παράλληλα σεβότανε και την αντίθετη άποψη του άλλου και της αναγνώριζε την αξία της. Η Γαλάτεια δεν ζήλευε –χαιρότανε με το κάθε έργο που κάποιος άλλος έγραψε κι εκείνη την κέρδισε. Μεγάλα μαθήματα όλα αυτά. Η Γαλάτεια πίστευε στους νέους και τους βοηθούσε –έμαθα το ίδιο να κάνω κι εγώ. Η Γαλάτεια σεβότανε την παράδοση –πόσες φορές δεν κουβεντιάσαμε με ανοιχτή διάθεση για έργα παλαιών συγγραφέων. Η Γαλάτεια πίστευε στην παράδοση (κάποιοι ίσως να την χαρακτηρίσανε και συντηρητική), αλλά πιστέψτε με ήταν από τους πιο ροκ τύπους που έχω ποτέ συναντήσει.
Τελικά το πιο μεγάλο της προσόν ήταν … Μια μοναδική, έντονη προσωπικότητα.
Περάσανε τρία χρόνια που δεν είναι πια μαζί μας. Υπάρχουν όμως τα βιβλία της.
Και αφού αυτά υπάρχουν… Αφού υπάρχουν οι δάσκαλοι και οι γονείς που μεγάλωσαν με τα βιβλία της και με αυτά μεγαλώνουν τους τα δικά τους παιδιά… Ε, η Γαλάτεια ζει!... Και θα ζει…

7.9.19

Αρχαιολογικά Παραμύθια



Εύη Παπαδοπούλου
Σειρά : Αρχαιολογικά Παραμύθια
«Το όνειρο του Νικία και της Μελίτης»
«Το ημερολόγιο των άστρων»
«Η υπόσχεση της Λευκής Θεάς»
Εικονογράφηση: Κατερίνα Βερούτσου
 Εκδόσεις Πατάκη

Τα βιβλία για παιδιά -είτε τα καθαρώς λογοτεχνικά, είτε και εκείνα που χαρακτηρίζονται ως Βιβλία Γνώσεων- έχουν συχνά βασίσει τις αφηγήσεις τους πάνω σε θέματα της μυθολογίας ή και της αρχαία ιστορίας μας.
Ένας κόσμος πλούσιος σε γεγονότα και χαρακτήρες είναι αυτός που μας έχει κληροδοτηθεί και που είναι απολύτως φυσιολογικό να αποτελεί την πρώτη ύλη μιας νέας αφήγησης από τους σύγχρονους συγγραφείς της παιδικής λογοτεχνίας.
Αλλά το παιδαγωγικό σύστημα με την οποία οι νεοέλληνες γνωρίζουν την πολιτιστική τους κληρονομιά, δεν προτρέπει τους δημιουργούς (αλλά και τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς)  να αντιμετωπίσουν το παρελθόν με μια κάπως ελεύθερη ως προς την απόδοσή του άποψη. 
Έτσι, λοιπόν, η χρήση του σε μια νέα μυθιστορηματική σύνθεση δεν τολμά -εμποδίζεται πιο σωστά- να το δει με πλέον ανθρώπινες διαστάσεις, αντίθετα το αντιμετωπίζει με μια διάθεση στερεοτυπικής προσέγγισης -κυρίως σε ότι αφορά τα πρόσωπα. Αυτά παρουσιάζονται πάντα ή με παράτολμα επιτεύγματα  ή με συμβολικές προσεγγίσεις.
Ελάχιστα είναι το λογοτεχνικά βιβλία για παιδιά που επανατοποθετούν ήρωες και συμβάντα της μυθολογίας και της αρχαιότητας. Ελάχιστα -και πρόχειρα μου έρχεται ένα μόνο στο νου. Το μυθιστόρημα «Το σκλαβάκι της Κνωσού» της Ελένης Κατσαμά (Εκδ. Πατάκη)
Σίγουρα δεν θα είναι το μόνο, αλλά επίσης βέβαιο είναι πως τα γεγονότα και οι χαρακτήρες που φτάνουν στα παιδιά από τους αρχαίους χρόνους μέσα από σημερινά μυθιστορήματα και άλλες διηγήσεις βραχείας φόρμας,  εξαντλούνται σε μια σχηματική περιπέτεια (συνήθως αρχαιοκαπηλίας) ή σε μια καλυμμένη με λογοτεχνικό ένδυμα απλοϊκή καταγραφή γεγονότων.
Αλλά αν θέλει κάποιος να μυήσει ένα παιδί στις συνθήκες ζωής των αρχαιολογικών χρόνων, χωρίς να κινδυνεύει να περιγράψει στερεοτυπικούς χαρακτήρες, ίσως θα έχει νόημα να στραφεί πρώτα στο αρχαιολογικό γεγονός και στη συνέχεια να προσπαθήσει  ενός αυτού του γεγονότος  να τοποθετήσει τους ήρωές του. Με άλλα λόγια να μην είναι πρωταγωνιστής ο άνθρωπος, αλλά η περίοδος και ακόμα πιο συγκεκριμένα ένα γεγονός αυτής της περιόδου.
Πάνω σε αυτήν την τόσο απλή, μα και τόσο αποδοτική και γόνιμη ιδέα η Εύη Παπαδοπούλου έχει γράψει αυτές τις τρεις ιστορίες που κυκλοφορούν ξεχωριστά η κάθε μιας τους κάτω από τον γενικό τίτλο «Αρχαιολογικά Παραμύθια».
Αρχαιολόγος η ίδια, εξηγεί στο προλογικό σημείωμα:
«Τα Αρχαιολογικά Παραμύθια αποτελούν πρωτότυπες ιστορίες, βασισμένες σε αληθινούς αρχαιολογικούς χώρους και ευρήματα, με απώτερο σκοπό τους την πρόσληψη γνώσης για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό με έναν απλό, ευχάριστο και μοναδικό στο είδος του τρόπο -το παραμύθι.»
Κρατώ από το μέρος αυτό του εισαγωγικού σημειώματος δυο λέξεις -χώρος και παραμύθι.
Η συνύπαρξη αυτών των δύο αυτόματα αφήνει ελεύθερο το συγγραφικό ερέθισμα να εκφρασθεί. Ο χώρος είναι δεδομένος και έρχεται η φαντασία να του χαρίσει μια νέα διάσταση στην προσέγγισή του.
Ο κάθε είδους διδακτισμός υποχωρεί, εξαφανίζεται. Ο χώρος διατρέχει τους αιώνες και γίνεται προσπελάσιμος από τον σημερινό αναγνώστη καθώς φιλοξενεί  χαρακτήρες που αν και μέσα στις κοινωνικές δομές του τότε ζούνε και πράττουν, αναπνέουν με  τις συνθήκες που ανασαίνει ο σημερινός άνθρωπος.
Τα τρία βιβλία της σειράς βασίζονται: στα Πύθια των Δελφών, στο ναυάγιο των Αντικυθήρων και στο ανάκτορο της Πύλου. Οι ήρωές τους δεν είναι πρόσωπα ιστορικά. Αλλά κινούνται εντός της Ιστορίας.
Ο αναγνώστης κατά κάποιο τρόπο τους γνωρίζει προσωπικά,  συμπάσχει μαζί τους. Κι έτσι οι χώροι δράσης δεν είναι πια απλώς εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, αλλά πεδία όπου κάποιοι άνθρωποι σε αυτούς  τους χώρους κάποτε και ζήσανε και ερωτεύτηκαν και ονειρευτήκανε και δημιουργήσαν.
Οι τρεις ιστορίες έχουν την τύχη να στολίζονται  με τις ασπρόμαυρες συνθέσεις της Κατερίνας Βερούτσου, αλλά πάνω απ΄ όλα έχουν προικιστεί με μια ιδιαίτερα πλούσια γλώσσα.
Τυχαία επιλέγω κάποιες φράσεις:
Για μέρες πολλές τριγύρναγε στα δάση, με μάτια λουσμένα από δάκρυα, κουβαλώντας απόγνωση στην ψυχή της. Κι όταν ξέπνοη καθόταν  να ξαποστάσει, μεταμόρφωνε το παράπονο και τον λυγμό της σε μελωδία.
Δεν θέλω να γενικεύσω, αλλά και δεν μπορώ να μην επισημάνω το γεγονός πως αυτές οι τόσο ποιοτικές λογοτεχνικές ιστορίες έχουν γραφτεί από μια αρχαιολόγο. Καμιά φορά η έκπληξη έρχεται από εκεί που δεν την περιμένει κανείς… Ή μήπως -για κάποιους λόγους που δεν είναι του παρόντος να σχολιαστούν- θα έπρεπε να το αναμέναμε;


Πρώτη ανάρτηση:

2.9.19

Συνέντευξη στο Η Πόλη Ζει




Υπάρχει μία πρόταση που έχετε γράψει που να μπορεί να αντικαταστήσει τη ζωή σας; (σαν να συστήνεστε δηλαδή)
-         Από τη χρονιά που έγραφα το μυθιστόρημα «Μάσκα στο φεγγάρι» έχω επιλέξει τη φράση Τίποτε από εμένα δε φαίνεται. Είναι μια φράση που χαρακτηρίζει τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος μου και που προέχεται από την μετάφραση του «Άμλετ» από τον Γιώργο Χειμωνά.   Την επέλεξα γιατί πιστεύω πως απόλυτα εκφράζει εμένα -τόσο ως συγγραφέα, όσο και ως άτομο.


Βιβλία για παιδιά ή για μεγάλους; Τι σας αρέσει περισσότερο να γράφεται;
-         Και πάλι με φράσεις που υπάρχουν στην ιστοσελίδα μου (www.kontoleon.gr) θα σας απαντήσω.  Όταν είμαι -ή θέλω να είμαι- αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά. Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους. Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες.
Και πιστέψτε με, δεν μπορώ να καταλάβω πως δεν υπάρχουν περισσότεροι συγγραφείς που να γράφουν  και για μικρούς και για μεγάλους. Η γραφή είναι μια μορφή επικοινωνίας με τους άλλους. Και γύρω μας υπάρχουν άτομα διαφορετικών ηλικιών. Με όλα θέλω να συνομιλώ, αφού άλλωστε προτού γίνω ενήλικας υπήρξα και παιδί και έφηβος.
Ποιο είναι το αγαπημένο σας βιβλίο και γιατί; (από αυτά που έχετε γράψει)
-         Δύσκολα ξεχωρίζει κανείς κομμάτια της ψυχής του. Κι αν το κάνει, είναι μια εντελώς προσωπική του άποψη. Δε νομίζω πως θα πρέπει ενδιαφέρει τους αναγνώστες μου ποιο εγώ αγαπώ περισσότερο από τα βιβλία μου. Αφού άλλωστε έχω αναγνωρίσει το δικαίωμα -την εξουσία πιο σωστά- των αναγνωστών μου να έχουν τις δικές τους επιλογές και να κάνουν τις δικές τους κατατάξεις.


Αν μπορούσατε να διαλέξετε ένα, ποιο θα ήταν αυτό, να μπορείτε να γράφεται χρησιμοποιώντας την τέχνη της παρατήρησης ή να γράφεται με τη ψυχή σας;
-         Γράφω σημαίνει κατανοώ… Ή τουλάχιστον προσπαθώ να κατανοήσω και τον άλλο, μα και τον ίδιο τον εαυτό μου. Αλλά παράλληλα η γραφή είναι και μια ιδιαιτέρως απαιτητική κατασκευή. Οπότε και η λογική και το συναίσθημα συνοδοιπορούν κατά τη διάρκεια της συγγραφής του κάθε κειμένου.


Μπορεί ένας νέος του σήμερα να ζήσει καθαρά και μόνο από τη λογοτεχνία ή και με κάποιο άλλο παρακλάδι της;
-Ναι , νομίζω πως σήμερα θα μπορούσε. Αλλά όσο κι αν αυτό δείχνει να έχει μια ελευθερία ως προς το να συνυπάρχει η έκφραση του ταλέντου σου με τις ανάγκες βιοπορισμού σου, από την άλλη μπορεί να είναι και μια μορφή υποδούλωσης της ελεύθερης έκφρασης στην κατ΄ ανάγκη καθημερινή ενασχόληση με το συνταίριασμα των λέξεων. Προσωπικά από τα 40 χρόνια  συγγραφικής μου ενασχόλησης, κοντά στα 30 από αυτά έχω καταφέρει να συνταιριάζω την υπαλληλική οντότητα με τη συγγραφική παρουσία. Συχνά μου ήταν βαρύ το φορτίο αυτό. Αλλά και πολλές φορές με κρατούσε σε μια συγγραφική ελευθερία.



Τεχνολογία και λογοτεχνία πώς (από)συνδέονται;
-         Όπως πάντα τα καταφέρνανε να συνυπάρχουν. Λογοτεχνία και τεχνολογία έχουμε και στα έργα του Βερν, έχουμε και στα έργα του του Κλάρκ ή του Κινγκ. Η τεχνολογία είναι που καθορίζει τη ζωή μας και η λογοτεχνία καταγράφει τις αντιδράσεις μας.


Εσείς διαβάζεται e-book;
-Σπάνια. Αν και όλα μου σχεδόν τα έργα μπορεί κάποιος να τα διαβάσει και σε ηλεκτρονική μορφή. Αλλά εγώ ανήκω σε μια γενιά που έχει εξοικειωθεί  με το χαρτί. Ο εγγονός μου θα έχει αποκτήσει μια παρόμοια σχέση με την οθόνη. Δε με προβληματίζει κάτι τέτοιο. Για μένα σημαντικό είναι να εξακολουθούν τα άτομα να θέλουν να αφηγηθούν και να τους αφηγηθούνε.


Πώς φαντάζεστε το μέλλον του βιβλίου σε δέκα χρόνια;
-Νομίζω πως για τα επόμενα δέκα χρόνια σημαντικές αλλαγές δε θα γνωρίσουμε. Για τα επόμενα είκοσι ή πενήντα;… Ποτέ μου δεν κατάφερα να γράψω έργο επιστημονικής φαντασίας.

Πώς άραγε θα είναι ένα βιβλιοπωλείο το 2100;
-Ζω το 2019… Και θέλω τα βιβλιοπωλεία που επισκέπτομαι να έχουν όσα περισσότερα γίνεται βιβλία από αυτά που σε μένα αρέσουν.


Ο Μάνος Ελευθερίου είχε πει, «Τα τραγούδια που 'χω γράψει τα φοβάμαι / μήπως βγούνε κάποια μέρα αληθινά», πιστεύεται το ίδιο και για τα γραπτά-βιβλία σας;
-Εφέτος και καθώς συμπληρώνονται 40 χρόνια συγγραφικής μου παρουσίας, έγραψα με ένα διαφορετικό τρόπο το πρώτο μου βιβλίο. Διαφορετικό ως προς τις τεχνικές αφήγησης και δόμησης. Όχι ως προς τις ιδέες. Αυτά που τότε υπερασπιζόμουνα, εξακολουθούν να θέλουν την υποστήριξή μου. Κι αυτό με κάνει να λυπάμαι. Είναι συχνά κουραστικό μια επανάσταση να μην ολοκληρώνεται… 


Εσείς τι μουσική ακούτε; Γράφεται με “συνοδεία” μουσικής;
-Αν ακούω μουσική (συχνά το κάνω, αλλά όχι και πάντα) είναι συνήθως προκλασική. Επιλογές από του youtube.


Με τι θα ανταλλάζεται ένα βιβλίο που έχετε γράψει;
-Γιατί να το ανταλλάξω; Αν χρειάζεται να αφιερώσω σε κάποιον ένα  βιβλίο μου, θα γράψω ένα νέο.


Πείτε μου τρία επαγγέλματα που θα ήσασταν σε μία άλλη ζωή; (πέρα από τη λογοτεχνία δηλαδή)
-Ηθοποιός, ζωγράφος, ψυχαναλυτής… Ή και μπορεί ναυτικός, ορειβάτης, αστροναύτης…



Πού συχνάζετε στην Αθήνα;
-Δεν κυκλοφορώ πολύ. Μένω και κάπως μακριά από το κέντρο. Αλλά έτσι κι αλλιώς η ζωή στο σπίτι μου αρέσει. Γράφω, διαβάζω, σερφάρω, τηλεφωνώ και τα βράδια βλέπω ταινίες.

Πρώτη ανάρτηση:
Γιώργος Ιατρίδης

7.8.19

Ο Πέδρο και ο Πορτοκαλεώνας





Δυο βιβλία τόσο ανόμοια μεταξύ τους που και γι αυτό αποδεικνύουν πως η λογοτεχνία μήτε μπαίνει σε καλούπια αξιολογήσεων, μήτε όμως και αμφισβητεί το γεγονός πως τελικά η διαφορετικότητα είναι η μάνα της δημοκρατικής ανάγνωσης.
Γράφει ο Καλημέρης: "Αν κάποιος θέλει να ερμηνεύσει ένα κείμενο, είναι καλό να γνωρίζει πως το ασυνείδητο σκέφτεται και μιλάει" και με κάποια τέτοια λόγια χάριζει ένα βιβλίο που δένεται μαζί σου και γίνονται τα λόγια του σκέψεις σου και έτσι αδιαφορείς αν πρέπει να το κατατάξεις στα μυθιστορήματα ή στα φιλοσοφικά δοκίμια.
Αλλά από την άλλη πλευρά της Υδρογείου, ο Tremblay έρχεται και σου υπενθυμίζει πως... "Όχι, ούτε λόγο χρειάζεσαι ούτε λογική, για να κάνεις αυτό που πιστεύεις πως είναι το καθήκον σου" και με μια τέτοια θέση γράφει ένα μυθιστόρημα για την τρομοκρατία που σπαράζει από ανθρωπιά και ενδοσκόπηση.
Δυο βιβλία -και τα δυο με σοφία γραμμένα.
"Οι πιο όμορφες ιστορίες είναι αυτές που στο τέλος σου δωρίζουν τη μοναξιά του κενού" -ισχυρίζεται ο Πέδρο. Και μέσα στον Πορτοκαλεώνα κάποιος σε παρηγορεί: "Σου μιλώ κι έχω την ειρήνη στο στόμα"
Αναγνώσεις ενός γκαστρωμένου καλοκαιριού.

29.7.19

40 χρόνια... Έψαχνα πάντα τον Άλλον



Μια ιστορία του Φιοντόρ * Οι δυο τους κι άλλοι δυο
Γάντι σε ξύλινο χέρι * Το 33 * Πέτρινα καθίσματα


-Μάνος Κοντολέων : 40 χρόνια… Έψαχνα πάντα τον Άλλον-

                         Από τις Εκδόσεις Πατάκη


Ναι, έψαχνα αυτόν τον άλλον, γιατί ήθελα -α, πόσο το ήθελα!-  κι από αυτόν να με αναζητήσει.

                                                       *******
Μια ιστορία του Φιοντόρ
Ένα μυθιστόρημα για την αποδοχή του άλλου. Μια ιστορία που ξεκινά από ένα βιβλίο του Ντοστογιέφσκι για να αγγίξει τον σύγχρονο αναγνώστη.

Οι δυο τους κι άλλοι δυο
Ένα μυθιστόρημα που ψάχνει να ενώσει δυο γενιές, δυο εποχές… Ένα πατέρα με την κόρη του… Μπορεί όμως και μια κόρη με τον πατέρα της

Γάντι σε ξύλινο χέρι
Μια συλλογή διηγημάτων -ιστορίες παιδιών μιας γειτονιάς. Καθημερινές στιγμές του χτες, που όμως θα πλάσουν τους ενήλικες της επόμενης μέρας

Το 33
Ένα μυθιστόρημα που… ‘ακούει’ το τι λένε οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του. Τα γεγονότα που προηγούνται μιας οικογενειακής κρίσης. Και τελικά ποιος θα αποφασίσει για το τέλος της ιστορίας;

Πέτρινα καθίσματα
Μια συλλογή διηγημάτων -όλα εμπνευσμένα από αρχαίες τραγωδίες. Από την Ιφιγένεια στην Ανδρομάχη και στον Ρήσο, από τον Φιλοκτήτη στον Προμηθέα, από την Ελένη στην Άλκιστη. Πρόσωπα του αρχαίου δράματος που φτάνουν στις μέρες μας μέσα από μια νέα αφηγηματική υπόσταση.


26.7.19

Μιχάλης Μακρόπουλος «Μαύρο Νερό»


Μιχάλης Μακρόπουλος
«Μαύρο Νερό»
Εκδόσεις Κίχλη




Ο Μιχάλης Μακρόπουλος έχει αποφασίσει πως ο συγγραφικός τόπος του είναι η ορεινή και άγονη περιοχή της Ηπείρου -τα ξεχασμένα χωριά του Πωγωνίου.
Κάπου εκεί ήταν και ο τόπος όπου διαδραματιζότανε η ιστορία της προηγούμενης νουβέλας  της  «Τσότσιγια» και αυτός είναι και πάλι ο χώρος που ζούνε οι ήρωες του νέου βιβλίου.
Ένας πατέρας κι ο ανάπηρος γιος του, με όπλο την αγάπη που τρέφουν ο ένας για τον άλλον, παλεύουν να επιβιώσουν σ' ένα χωριό που ερημώνει, στα βουνά της Ηπείρου. Γύρω τους έχει συντελεστεί μια οικολογική καταστροφή* το νερό πλέον δεν πίνεται, τα ζώα και τα φυτά είναι δηλητηριασμένα.
Με αυτά τα λόγια (δάνειο από το οπισθόφυλλο της έκδοσης) ο αναγνώστης ξεκινά την ανάγνωση και πολύ σύντομα θα αφεθεί στη γοητεία μιας αφήγησης που είναι απόλυτα χρωματισμένη με μαύρες και γκρι αποχρώσεις.
Μια σκοτεινή ιστορία επιβίωσης ανθρώπων που ένα απόμακρο κράτος τους εγκαταλείπει αφού πρώτα τους έχει αφαιρέσει το παρελθόν τους. Ο τόπος τους υπήρξε θύμα μιας αλόγιστης μα και αποτυχημένης  τεχνολογικής εκμετάλλευσης και εκεί όπου κάποτε μια μικρή κοινωνία ζούσε τώρα έχουν απομείνει ελάχιστα άτομα – όλοι τους ηλικιωμένοι και γέροι και μαζί τους ένας ανάπηρος έφηβος.
Μια χούφτα άνθρωποι που σε πείσμα κάθε τεχνοκρατούμενης λογικής αρνούνται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Σχεδόν όλοι τους -ο καθένας με τη σειρά του- θα προτιμήσουν στον τόπο τους να πεθάνουν, όχι μόνο γιατί δεν έχουν με άλλον διαφορετικό τρόπο  μάθει να ζούνε, αλλά γιατί αισθάνονται πως στην ουσία δεν υπάρχουν αν αποκοπούν από το ταπεινό μα ολότελα δικό τους παρελθόν.
Μια κοινωνία που αντιστέκεται ή που αυτοκτονεί;
Ο Μακρόπουλος  δεν θέλει να πάρει θέση. Καθώς περιγράφει τις αποφάσεις του καθενός, δείχνει πως τις σέβεται είτε αυτές οδηγούν στον συμβιβασμό είτε στην ολοκληρωτική άρνηση.
Γιατί τελικά οι άνθρωπος που γεννήθηκε μέσα στην παρθένα Φύση τη δική της μοίρα ακολουθεί -όταν αυτή συμβιβάζεται, συμβιβάζεται  κι εκείνος, όταν αυτή αντιστέκεται ή πεθαίνει, το ίδιο κι αυτός πράττει.
Μα πέρα από μια τέτοια ανάγνωση της νουβέλας, αξίζει νομίζω να επιχειρήσει κανείς και μια συγκριτική σε σχέση με την «Τσότσιγια».
Στη νουβέλα του 2017 οι πρωταγωνίστριες είναι μια μάνα και μια κόρη που βρίσκονται αντιμέτωπες με μια φαλλοκρατική καταπίεση εντός οικογενειακής δομής. Εκεί τη λύση – κάθαρση θα τη φέρει μια άλλη γυναικεία μορφή που θα έχει τα διακριτικά ονειρικής παρουσίας.
Στο «Μαύρο Νερό» έχουμε άντρες ως πρωταγωνιστές οι οποίοι θα αντιμετωπίσουν την αναλγησία μιας κοινωνίας που με φαλλοκρατική υπεροψία ασεβεί. Αλλά και πάλι τη λύση – κάθαρση θα τη φέρει μια γυναίκεια μορφή. Όχι όμως με μεταφυσική οντότητα, αλλά απολύτως γήινη.
Ο Μακρόπουλος -αυτή τη συγκριτική  ανάγνωση των δύο κειμένων επιλέγω- προκρίνει ως κατάθεση λύτρωσης απέναντι σε μια  ατομική ή συλλογική βίαιη ανδροκρατούμενη συμπεριφορά, τη θηλυκή οντότητα -θεά, όραμα ή γυναίκα έστω και άρρωστη.
Είναι χαρακτηριστικές οι τελευταίες φράσεις στο «Μαύρο Νερό»
Μέσα στη νύχτα, εκείνη μπήκε στην κάμαρα το Πατέρα και πλάγιασε δίπλα του
«Είμαι άρρωστη», του ‘πε σιγανά. Κι έπειτα: «Όσο κρατήσει…»
Πέρα από την όποια μορφής ανάγνωση, το κείμενο διαθέτει τη γνωστή λιτή μα και δυνατή γραφή του Μακρόπουλου. Μα και την ελεγχόμενη συναισθηματικότητά του.
Γραφή ορεινή -κάπως έτσι θα τη χαρακτήριζα.

 Πρώτη ανάρτηση:






25.7.19

Η Τριλογία της Κρήτης


Πολυχρόνης Κουτσάκης
Η Τριλογία της Κρήτης
-         «Καιρός για ήρωες», 2013
-         «Μια ανάσα μόνο», 2015
-         «Δεν είσαι εδώ», 2016
Εκδόσεις Πατάκη

                        Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

Ο Πολυχρόνης Κουτσάκης είναι μια ιδιότυπη περίπτωση συγγραφικής παρουσίας στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, κυρίως εκείνης που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως  αστυνομική, αλλά παράλληλα  κι αυτής που θα τη χαρακτηρίζαμε ως  λογοτεχνία cross over ή και ακόμα λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες (young adults).
Η ιδιοτυπία του έχει να κάνει και με τον τρόπο που συνθέτει τα μυθιστορήματά του, αλλά και με την θεματική τους, όπως και με τους τόπους έκδοσής τους.
Αντιγράφω στοιχεία από το βιογραφικό σημείωμα του έτσι όπως ο ίδιος το έχει συντάξει και το έχει τοποθετήσει στην προσωπική του ιστοσελίδα (http://www.polkoutsakis.com)
Ο Πολυχρόνης Κουτσάκης γράφει μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και κινηματογραφικά σενάρια. Γεννήθηκε το 1974 στα Χανιά.
Από τον Ιανουάριο του 2016 ζουν με το κορίτσι του, την κόρη και τον γιο του στο Περθ της Αυστραλίας, δίπλα στον Ινδικό Ωκεανό. Παλιότερα ζούσαν στα Χανιά και ακόμα παλιότερα κοντά στους καταρράχτες του Νιαγάρα, στο Οντάριο του Καναδά.

Ο Πολυχρόνης τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Εφηβικού Βιβλίου 2016 για το μυθιστόρημά του ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΜΟΝΟ
Για το ίδιο μυθιστόρημα τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερου εφηβικού μυθιστορήματος για το 2016, του περιοδικού "Αναγνώστης". Το ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΜΟΝΟ είναι το 2ο βιβλίο της αστυνομικής "Τριλογίας της Κρήτης" η οποία ξεκίνησε με το  ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΗΡΩΕΣ και έκλεισε με το ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ

To νέο του αστυνομικό μυθιστόρημα ΤΟ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΟ ΤΕΛΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Πατάκη.

Η σειρά των αστυνομικών μυθιστορημάτων του Πολυχρόνη που διαδραματίζονται στην Αθήνα της μεγάλης ελληνικής κρίσης
και έχουν πρωταγωνιστή τον ηθικό επαγγελματία δολοφόνο Στράτο Γαζή εκδίδεται από τον εκδοτικό οίκο Bitter Lemon Press, που έχει έδρα στο Λονδίνο

To ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΜΠΛΟΥΖ, το πρώτο βιβλίο της σειράς, εκδόθηκε μέσα στο 2017 στην Αγγλία, στις ΗΠΑ,
στην Αυστραλία και στην Ελλάδα. Μπορείτε να διαβάσετε τις κριτικές για το βιβλίο εδώ  

Το 2ο βιβλίο της σειράς είναι το BABY BLUE, που εκδόθηκε στην Αγγλία, στις ΗΠΑ και στην Αυστραλία το 2018.

Ο Πολυχρόνης έχει τιμηθεί ακόμα με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Θεατρικού Έργου 2007 για το θεατρικό του έργο Σύστημα Ρολόι και με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Θεατρικού Έργου 2005 για το θεατρικό του έργο Όταν ήταν ευτυχισμένος, που έχει σαν θέμα την ζωή του Ελευθέριου Βενιζέλου. Άλλα θεατρικά έργα του έχουν ανέβει και βραβευθεί στην Νέα Υόρκη και σε άλλες πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Αγγλίας.

Μιλάμε, λοιπόν, για ένα πολυσχιδή σύγχρονο Έλληνα συγγραφέα που κινείται όμως με άνεση και στους εκδοτικούς κύκλους του εξωτερικού. Έχουμε, ακόμα, να κάνουμε με ένα σύγχρονο Έλληνα συγγραφέα που στηρίζει την πλοκή των έργων του πάνω στο απόλυτο κοινωνικό τώρα. Και τέλος ο Κουτσάκης δείχνει να αδιαφορεί -όσον αφορά τον τρόπο που γράφει- αν τα μυθιστορήματα του έχουν συγκεκριμένες προδιαγραφές για να ενταχθούν σε σειρές ενήλικες λογοτεχνίας ή σε καταλόγους βιβλίων για νέους.
Στα θεμελιακά στοιχεία της συγγραφικής ταυτότητας του Χανιώτη συγγραφέα δεν  τοποθετώ και εκείνο που θα τον χαρακτήριζε ως συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας. Κι αυτό γιατί θεωρώ πως  αν και στα περισσότερα από τα μυθιστορήματα του Π. Κ. υπάρχει μια έντονη πλοκή σχεδόν αστυνομικής υφής, εντούτοις εκείνο που κυριαρχεί μέσα στην εξέλιξη της ιστορίας κάθε βιβλίου δεν είναι το μυστήριο, αλλά ο έρωτας και γενικότερα οι διαπροσωπικές σχέσεις και μέσα από αυτές ο φωτισμός κοινωνικών δομών και πιο πίσω ακόμα μια υπαρξιακή θα την χαρακτήριζα ανάπτυξη της πάλης καλού  - κακού.
Για λόγους οικονομίας (αν και όχι μόνο) αυτού του σημειώματος θα αναφερθώ στα τρία μυθιστορήματα που συνθέτουν την Τριλογία της Κρήτης.
Νομίζω πως με την ολοκλήρωση της Τριλογίας του, ο Κουτσάκης προσθέτει με το δικό του τρόπο την επιβεβαίωση αυτών των στοιχείων που αποτελούν τα κεντρικά γνωρίσματα της λογοτεχνίας cross over ή με μια παλαιότερη ορολογία διατύπωσης, τη λογοτεχνία ενηλικίωσης και μαθητείας.
Οι κεντρικοί ήρωες των έργων είναι έφηβοι που ετοιμάζονται να εισέλθουν στην περίοδο της πρώιμης νεότητας.
Οι συνθήκες που αντιμετωπίζουν τους φέρνουν αντιμέτωπους με μια συνεχώς μεταβαλλόμενη κοινωνία μέσα στην οποία αναζητούν τη δική τους θέση. Αυτή η κοινωνία έχει συγκεκριμένο όνομα -τα Χανιά διαπερνούν και τα τρία έργα και ασφαλώς δεν είναι ο μόνος λόγος που χρησιμοποιούνται το ότι ο Π. Κ. κατάγεται από αυτή την πόλη.
Ακόμα, οι σχέσεις των εφήβων πρωταγωνιστών με το οικογενειακό περιβάλλον είναι σχέσεις αντίθεσης -στην ουσία σχέσεις που έχουν την διάθεση επαναπροσδιορισμού τους.
Τη στάση  τους απέναντι στα κοινωνικά φαινόμενα τη διακρίνει μια διάθεση αντίθεσης και καταγγελίας.
Στα συγκεκριμένα βιβλία , ο τρόπος σκέψης που τα καθορίζει και μαζί με αυτόν και η εκφορά της δόμησης του λόγου  (και τα τρία μυθιστορήματα έχουν γραφτεί με τη χρήση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης) είναι απόλυτα σύγχρονοι, χωρίς όμως να μην αναζητούν μια διαχρονικότητα καθώς αποφεύγουν τη χρήση περιστασιακών εποχιακών εκφράσεων .
Η πλοκή -συχνά να ξεπερνά τα όρια της αληθοφάνειας- δεν στηρίζεται σε μια αφελή ενατένηση της εφηβείας, αλλά είναι παρόμοια με αυτήν που θα συναντήσει  ο αναγνώστης των ‘ενήλικων’ νουάρ μυθιστορημάτων.
Με όλα αυτά τα συγγραφικά εφόδια, τα τρία αυτά μυθιστορήματα ξεφεύγουν από τα στενά όρια ενός περιπετειώδους νεανικού αφηγήματος και τηρουμένων των αναλογιών της εποχής μας και του όποιου ήθους αυτή διαθέτει, μπορεί να θεωρηθούν αντίστοιχα με τα έργα που περιγράφουν της περιπέτειες του Τομ Σόγιερ και του Χακ Φιν.
Μόλις στην προηγούμενη παράγραφο έγραψα : τηρουμένων των αναλογιών της εποχής μας και του όποιου ήθους αυτή διαθέτει. Και με αυτή τη διατύπωση θα ήθελα να σημειώσω πως αν κάτι προσδίδει στην Τριλογία της Κρήτης μια ιδιότυπη αξία είναι το ότι τη στάση/ σκέψη των εφήβων που πρωταγωνιστούν δεν τη χαρακτηρίζει μια πολιτική προσέγγιση αλλά μια κοινωνική καταγραφή.
Είναι χαρακτηριστικό της εποχής όπου γράφονται αυτά τα έργα, των χρόνων όπου βιώνουν την εφηβεία τους οι πρωταγωνιστές τους. Ασφαλώς και απέχει πολύ αυτή η στάση από εκείνη που θα συναντήσουμε στα μυθιστορήματα των πρωτοπόρων της cross over λογοτεχνίας (πχ Κόρμιερ ή Γκόλντινγκ), αλλά είναι πολύ κοντά  (όπως σε προηγούμενο σημείωμά μου επεσήμανα) με τα έργα σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων του είδους.
Δεν θέλω να αξιολογήσω το φαινόμενο. Θεωρώ πως η καλή λογοτεχνία  εκφράζει την εποχή όπου γράφεται και μέσα από τα έργα της, αυτή η εποχή άλλοτε αυξάνει τη δυναμική της κι άλλοτε πάλι περιορίζει τα λάθη της.
Τα τρία μυθιστορήματα της Τριλογίας της Κρήτης του Πολυχρόνη Κουτσάκη ως ευαίσθητοι και εύστοχοι παλμογράφοι καταγράφουν αυτές τις διακυμάνσεις της ελληνικής κοινωνίας των πρώτων χρόνων του 21ου αιώνα και γι αυτό  ιδιαίτερη θέση κατέχουν στο τομέα των μυθιστορημάτων cross over.