31.10.19

Λιλή Λαμπρέλλη "Εσύ τι λες πολύτιμο πως είναι;"



Τα εικονογραφημένα βιβλία σε μεγάλο σχήμα παρουσιάζουν μια άνθηση στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.

Από το σχήμα τους και μόνο προδιαθέτουν αυτόν που σκέφτεται να τα επιλέξει πως απευθύνονται κυρίως σε αναγνώστες μικρής ηλικίας. Αλλά και πολύ συχνά η όλη τους εμφάνιση (ποιότητα χαρτιού και εκτύπωσης) τους χαρίζει την ιδιότητα μιας καλαίσθητης έκδοσης που μπορεί να προσελκύσει αναγνώστες διαφορετικών ηλικιών.

Είναι γεγονός πως τέτοιας μορφής εκδόσεις στηρίζονται κυρίως στην εικονογράφηση. Ο εικονογράφος, με άλλα λόγια, είναι αυτός που με τη δουλειά του θα δώσει το όποιο ποιοτικό στίγμα στο βιβλίο. Κι έτσι, πολύ συχνά, βλέπουμε τέτοια βιβλία που, αν και έχουν πολύ όμορφες και με άποψη εικόνες, διαθέτουν κείμενο κακογραμμένο, αφελές, σαφώς υποδεέστερο των εικόνων που το περιγράφουν. Αλλά εδώ γίνεται ένα λάθος – το εικονογραφημένο βιβλίο (picture book) πρέπει να έχει προέλθει από μια ισότιμη ποιοτικά συνύπαρξη λόγου και εικόνας.

Μια τέτοια ισοτιμία χαρακτηρίζει και το βιβλίο Εσύ τι λες πολύτιμο πως είναι; που το υπογράφουν η Λίλη Λαμπρέλλη (κείμενο) και η Κέλλυ Ματαθία-Κόβο (εικόνες).

Η συγκεκριμένη εικονογράφος έχει εικονογραφήσει αρκετά παιδικά βιβλία γνωστών συγγραφέων και μαζί με ένα από τα πλέον πρόσφατα, στο οποίο η ίδια έχει γράψει και το κείμενο, δείχνει πως έχει διαμορφώσει το δικό της εικονογραφικό ύφος – αρκούντως περιγραφικό, διακριτικά ονειρικό, με άποψη, που εκφράζει μια αισθαντική παιδικότητα.

Τα στοιχεία αυτά τα συναντούμε και σε αυτή την έκδοση. Αλλά αυτό που νομίζω πως κάνει τούτο το βιβλίο να έχει μια εντελώς δική του ταυτότητα είναι το ύφος του κειμένου.

Η Λίλη Λαμπρέλλη είναι μια από τις πλέον σημαντικές αφηγήτριες λαϊκών παραμυθιών από όλο τον κόσμο. Οι αφηγήσεις της στηρίζονται στο ηχόχρωμα της φωνής που έρχεται να φωτίσει τις υπόγειες διαδρομές των συναισθημάτων, έτσι όπως αυτά έχουν καταγραφεί μέσα σε προτάσεις προορισμένες να ακούγονται.

Γι’ αυτό τον λόγο και η ίδια διαμορφώνει κατά κάποιο τρόπο τους λαϊκούς μύθους όχι ως προς τα αφηγούμενα γεγονότα, αλλά ως προς τη γλωσσική τους ενσάρκωση. Κάποια από τα παραμύθια που αφηγείται τα έχει εκδώσει και σε μια σειρά μικρών βιβλίων, που κάλλιστα μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ως προτάσεις προς νέους αφηγητές. Και παράλληλα έχει γράψει και δικές της ιστορίες – όλες τους με πλούσια και ποιοτική εικονογράφηση από καταξιωμένες εικονογράφους (Ψαράκη, Στεφανίδη).

Μια ιστορία που γίνεται βιβλίο και συνοδεύεται από εικόνες ασφαλώς και διαθέτει μια γλωσσική οντότητα διαφορετική από εκείνη την οποία θα είχε αν κάποιος την αφηγείτο.

Άλλες οι απαιτήσεις του γραπτού λόγου κι άλλες εκείνου που αιωρείται στον χώρο μιας προφορικότητας.

Μα αυτή τη φορά η Λαμπρέλλη καταφέρνει να καταγράψει την ιστορία της με τέτοιο τρόπο, ώστε η όραση ως προς την ανάγνωση και η ακοή ως προς την αφήγηση να συνταιριάζουν τις προδιαγραφές τους.

… Ένας ασβός τριγυρνούσε στο δάσος ψάχνοντας να μάθει πιο είναι το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο. Και ρώτησε την πέτρα κι αυτή του είπε: «Να ’σαι ελαφρύς και να πετάς». Και ρώτησε την πεταλούδα. «Να ’σαι βαρύς και να αντέχεις».

Οι προτάσεις, την ώρα που ο αναγνώστης τις διαβάζει, είναι σαν και να τις ακούει. Κι έτσι –με αυτή την ευαίσθητη αλλά και αρμονική μουσικότητα– η ιστορία συνεχίζεται.

Δεν είναι μια ιστορία δράσης, ούτε είναι τα γεγονότα που περιγράφονται αυτά που θα μας κρατήσουν το ενδιαφέρον. Είναι η ενσάρκωσή τους που αβίαστα θα οδηγήσει στο τελικό συμπέρασμα για το ποιο μπορεί να είναι το πολύτιμο.

… Τ’ όνειρό μου. Γιατί απ’ αυτό ξεκινάει ό,τι είναι πολύτιμο. Και τώρα και πάντα.

Μια τέτοια αφηγηματική ταυτότητα έρχεται με συνέπεια να υπερασπιστεί την ενσυνείδηση, η οποία και τελικά προσφέρεται στον αναγνώστη.

Με την απλότητα των παλιών παραμυθιών και με τη φιλοσοφική στάση των μύθων που μας έρχονται από τους πολιτισμούς της Ανατολής, η Λαμπρέλλη κατέγραψε τη δική της ιστορία σε μια έκδοση που αξίζει να την πιάσουν και χέρια παιδικά και χέρια με σκούρες κηλίδες. Γιατί όλοι μας –από την αρχή της ζωής μας έως το τέλος της– αναρωτιόμαστε ποιο μπορεί να είναι το πολύτιμο, το δικό μας πολύτιμο.

https://www.vivliopoleiopataki.gr/blog/post/19978/Esu-ti-les-polutimo-pos-einai;/?fbclid=IwAR0QTD0y82RYKB90McUf83ckgcm3Gf2549_Xva3D3GsZaBSJqZGaxdz22O8

24.10.19

Ιωάννα Ντούμπρου «Βορινή παραλία»


Ιωάννα Ντούμπρου
«Βορινή παραλία»
Εκδ. Πατάκη
           


Πρώτο μυθιστόρημα μιας  συγγραφέα που έχει κάνει γνωστή την παρουσία της με δημοσιεύσεις μερικών διηγημάτων σε περιοδικά και σε συλλογικές εκδόσεις.
Από το νέο συγγραφέα είναι λογικό να περιμένεις κάτι το νέο ως προς την σύνθεση του μυθιστορήματός του, όπως και μια θέση που θα φανερώνει μια προσωπική ερμηνεία συνηθισμένης κοινωνικής κατάστασης.
Η Ιωάννα Ντούμπρου νομίζω πως εκπληρεί και τις δυο αυτές προσδοκίες.
Το μυθιστόρημα «Βορινή παραλία» έχει ως χώρο δράσης ένα από τα μικρά νησιά του συμπλέγματος των Μαλβίδων. Η Ι. Ν. δίνει στο νησάκι αυτό το όνομα Chimera και έτσι  πολύ γρήγορα κλείνει το μάτι στον αναγνώστη της -ό,τι θα διαβάσουμε μπορεί να είναι μια μυθιστορηματική ή μη πραγματικότητα, μπορεί όμως και η ενσάρκωση μιας κοινωνικής χίμαιρας.
Αμέσως, λοιπόν, και το νέο -ο σκηνικός χώρος- προσφέρεται και η προσωπική ερμηνεία μιας καταναλωτικής  κατάστασης δηλώνεται.
Αλλά η Ι. Ν. δεν είναι διατεθειμένη να ξεκαθαρίσει φανερά και εν τάχει  τις προθέσεις της. Κι έτσι σχεδόν για το μισό του όλου έργου χρησιμοποιεί περιγραφές συναισθημάτων και χώρων που έντονα  θα έλεγε κανείς πως παραπέμπουν σε μια, καλογραμμένη μεν, σίγουρα πάντως ροζ λογοτεχνία.
«Μετά από τέσσερα ποτήρια κρασί δίχως φαγητό -αφού σιχαίνομαι τη γλιτσερή υφή των στρειδιών- αισθάνομαι πλέον αρκετά ζαλισμένη. Εσύ αργοπίνεις ένα ποτήρι ουίσκι. Στην προσπάθειά σου να με κατευνάσεις, μου χαϊδεύεις τα μαλλιά και μου ψιθυρίζεις  γλυκόλογα. ‘Δε θέλω να τελειώσει αυτό το ταξίδι’ ψιθυρίζω. Η φωτιά μου καίει τα μάγουλα. ‘Πόσο όμορφη είσαι;’  Ρωτάς ‘θα μου απαντήσεις ποτέ;’. Θέλω να πω κάτι έξυπνο για να σε πικάρω, αλλά δεν τα καταφέρνω»
Έχουμε, λοιπόν, ένα ερωτικό μυθιστόρημα γραμμένο από την πλευρά μιας γυναίκας. Κι όμως πίσω από το γυαλιστερό περιτύλιγμα οι ρωγμές πάντα υπάρχουν.
Εκείνη αγγίζει τα σαράντα χρόνια, διατηρεί την θελκτική θηλυκότητά της, μα και την καταπιεσμένη αγωνία μιας γυναίκας που  δεν έχει καταφέρει να βρει τρόπο και άνθρωπο για να στεριώσει σχέση και οικογένεια. Εκείνος, κοντά επτά χρόνια μικρότερός της, είναι ο επιτυχημένος άνδρας -καλές σπουδές, ελπιδοφόρα καριέρα, γυμνασμένο κορμί- που συνηθίζει να χρησιμοποιεί την εγωκεντρικότητα του επιλεγμένου ετεροπροσδιορισμού.
Ο πλούσιος τόπος -μια φυσική ομορφιά που μπορούν να τη χαίρονται αφύσικα μεταλλαγμένη όσοι διαθέτουν όχι μόνο χρήμα και κοινωνική θέση αλλά και την άποψη πως η επιτυχία καθορίζεται από εξωτερικούς  παράγοντες- θα λειτουργήσει καταλυτικά τόσο στη σχέση του ζευγαριού όσο και στην αυτογνωσία της ίδιας της ηρωίδας.
Όπως κάθε τι που λάμπει έχει κάπου κρυμμένο το μέρος στο οποίο καταχωνιάζει τα υπολείμματα της λάμψης του, έτσι και το χιμαιρικό νησί έχει η δική του κρυφή βορινή παραλία.
Εντός της μυθιστορηματικής αφήγησης η ηρωίδα θα ανακαλύψει αυτή τη κρυμμένη πλευρά της νήσου -στην ουσία ανακαλύπτει το κρυμμένο μέρος της δικής της προσωπικότητας, εκεί όπου συναισθήματα, αποφάσεις και σχέσεις καταλήγουν ως σάπια και δύσοσμα απορρίμματα.
Και έτσι θα φτάσει να αναγνωρίσει πως : το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να είμαι αποδεχτή από κάποιον που δε μου ταιριάζει.
Και να πως τρεις τέσσερεις σελίδες πριν από το τέλος του βιβλίου η Ι. Ν. ολοκληρώνει βασικό ζήτημα ταυτότητας ένα σημερινού νέου ανθρώπου -γυναίκας στη περίπτωση του μυθιστορήματος, αλλά και κάλλιστα σε άνδρα θα μπορούσε η αποκάλυψη να ταιριάζει.
Δεν σχεδιάζεται η ζωή σύμφωνα με τις θέσεις μας ως προς αυτούς που εκτιμάμε, αλλά ως προς τον αυτό-εξαναγκασμό να αποδεχτούμε  εκείνο που δεν θέλουμε να είμαστε.
Υποδόρια ψυχογραφικό όσο και κοινωνικό μυθιστόρημα. Και για αυτό και μπορεί κανείς να το χαιρετίσει ως μια ιδιαιτέρως επιτυχημένη πρώτη και πρωτότυπη  εμφάνιση.

23.10.19

Ηλίας Μαγκλίνης «Είμαι όσα έχω ξεχάσει»


Ηλίας Μαγκλίνης
«Είμαι όσα έχω ξεχάσει»
Εκδόσεις Μεταίχμιο




Αν η Ιστορία αναζητά τους ηγέτες που διαχειρίζονται τα γεγονότα, η Λογοτεχνία ανιχνεύει τα άτομα που βιώνουν τα αποτελέσματα αυτών των γεγονότων.
Στην εποχή μας, όπου η όποια πληροφορία μπορεί να φτάσει εύκολα στον καθένα μας, εκείνο που προέχει δεν είναι η συλλογή πολλών πληροφοριών, αλλά η αναζήτηση όσων πράξεων, σκέψεων και συναισθημάτων δεν έχουν ανιχνευθεί από τις μηχανές αναζήτησης.
Με άλλα λόγια η παγκοσμιοποίηση οδηγεί στην ανάγκη να επανατοποθετεί η ατομικότητα.
Λογοτεχνικά έργα που στηρίχτηκαν πάνω στις πράξεις και τις ζωές ιστορικών προσώπων έχουν γραφτεί και θα συνεχίσουν να γράφονται. Και μάλιστα πλησιάζοντας το ιστορικό πρόσωπο με μια διάθεση ψυχανάλυσης του, έτσι ώστε να το κατεβάσουν από το βάθρο του και να το δούνε μέσα στις ανθρώπινες στιγμές του. Κλασικά παραδείγματα οι βιογραφίες του Στέφαν Τσβάιχ, αλλά και το πλέον πρόσφατο: «Κεμάλ Ατατούρκ - Μια ψυχογραφία» των Βαμίκ Ντ. Βολκάν και Νόρμαν Ίτσκοβιτς (μτφ. Κώστας Ζέρβας), Καστανιώτης
Μα και η νέα τάση ιστορικών έργων εκπροσωπείται πλέον- αναφέρομαι σε έργα λογοτεχνικά που ξεδιπλώνουν τα πάθη υπαρκτών, καθημερινών ανθρώπων τους οποίους παρέσυραν τα ιστορικά συμβάντα. Στην κατηγορία αυτή πρόχειρα αναφέρω το «Σαρλότ» του Ντάβιντ Φοένκινος (μτφ. Οντέτ Βαρών – Βασάρ),  Εστία.
Στα βιβλία αυτής της κατηγορίας μπορούμε να αναγνωρίσουμε την διάθεση να φωτίσουν το ιστορικό γεγονός με χαμηλότονες αποχρώσεις, να το φέρουν πιο κοντά στα μέτρα της καθημερινότητας, τελικά να προσφέρουν στον αναγνώστη τους τη δυνατότητα ακόμα και μιας αυτογνωσίας.
Σε αυτή την κατηγορία εντάσσεται και το έργο «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» του Ηλία Μαγκλίνη.
Ο Μαγκλίνης είναι δημοσιογράφος και γεννήθηκε (πρέπει αυτό να το θυμόμαστε καθώς θα θέλουμε να εισχωρήσουμε στο βιβλίο του) το 1970.
Στο έργο δίνει τον χαρακτηρισμό Μια αληθινή ιστορία κι έτσι από το εξώφυλλο μας προετοιμάζει πως δεν θα διαβάσουμε επινενοημένα συμβάντα.
Αφηγητής ο ίδιος και επιλέγει δυο είδη αφηγήσεων.
Στο ένα -σελίδες σπαρμένες ανάμεσα στην κυρίως αφήγηση-  είναι εξομολογητικός και ενεργοποιεί μια ποιητική σύνθεση των λέξεων:
Δεν το ήξερα τότε, μα όταν η ζωή μου ως άνδρα ξεκινούσε,                      η δική του τελείωνε.
Στο άλλο -αυτό που αποτελεί και το κυρίως σώμα του έργου- κρατά μια αυτοναφορικότητα καθώς ο ίδιος -ξεκάθαρα το δείχνει- θέλει να ανακαλύψει από το παρελθόν του πατέρα του ότι ποτέ δεν είχε μήτε μάθει μήτε και κατανοήσει. Και ξεκινά την έρευνα. Που πολύ σύντομα θα τον οδηγήσει ακόμα πιο πίσω -στον πατέρα του πατέρα του.
Ο πατέρας του συγγραφέα, Κώστας Μαγκλίνης, είχε γεννηθεί στο Αγρίνιο και από εκεί έφυγε το ’47 για να εγγραφεί στη Σχολή Ικάρων. Λίγα χρόνια νωρίτερα, το’44,  ο παππούς του, ο Νίκος  Μαγκλίνης, είχε δολοφονηθεί  από πολιτικούς  του αντιπάλους.
Μια οικογενειακή τραγωδία -συνηθισμένη τραγωδία για πολλές οικογένειες εκείνων των χρόνων. Και ασφαλώς μια καταγραφή των πολιτικών παθών εκείνης της εποχής..
Όμως για τον Ηλία Μαγκλίνη όλα αυτά θα αποτελέσουν ακόμα και την αφορμή -όταν πια, εκεί στα 2004 ο πατέρας του θα πεθάνει μετά από μακριά ασθένεια- να αναζητήσει το πως μπορεί ένα άτομο να έχει δημιουργήσει την προσωπικότητά του όχι μόνο από αυτά που του μάθανε ή και γνώρισε, αλλά και από τα όσα δεν είχε ζήσει ή ενημερωθεί γι αυτά. Κι ακόμα να συνειδητοποιήσει τις σχέσεις αίματος που ενώνουν τα άρρενα μέλη οικογενειών -ναι, το «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» μόνο ένας άνδρας θα μπορούσε να το έχει γράψει και από αυτήν τη σκοπιά ιδωμένο έρχεται να ενταχθεί σε μια σειρά βιβλίων ξένων και ελλήνων συγγραφέων που κατέγραψαν την σχέση τους με τον πατέρα -ως παράδειγμα να θυμίσω το «Πατρική κληρονομιά» του Φίλιπ Ροθ (μτφ. Τάκης Κίρκης), Πόλις και το «Μια Οδύσσεια», του Ντάνιελ Μέντελσον (μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου), Πατάκης.
Η τελική πρόταση της θέσης του Μαγκλίνη είναι πως δεν μεγαλώνουμε μόνο με τις φανερές ενέργειες των γονιών μας, δεν μας αναθρέφουν μόνο με τις καλές τους προθέσεις, αλλά και με τα μυστικά και τα λάθη τους. Γιατί και αυτά υπάρχουν και προσφέρουν συμμετοχή στη διάπλαση.
Κι αν δει κανείς αυτή την αλήθεια τότε πάει πάνω από διαχωρισμούς παθών, αναγνωρίζει τη βία σε κάθε πλευρά, μα το ίδιο και την αγάπη.
… ο πόνος πίσω και πέρα από τις κάνες των όπλων, τους λάκκους και τα μαχαίρια                                                                                       πίσω και πέρα από τα οξέα των ιδεολογιών που γίνονται θρησκείες…       όσα δεν έζησες, όσα φαντάστηκες ή ονειρεύτηκες….                           είσαι εσύ αγνώριστος και μεταμορφωμένος…  
Μια αλληλοκατανόηση, αλλά και μια θέση -αυτό που κάποτε έγινε ακόμα κι αν δεν μαθεύτηκε, δεν έχει ξεχαστεί. Μια κοσμική μνήμη.
Η επιμονή της μνήμης -οι νόμοι της φυσικής φαίνεται να περικλείουν μέσα τους και να διαφυλάττουν την έννοια της μνήμης αλυσώνοντας τα γεγονότα σε λογικές αλληλουχίες, διατεταγμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται εφικτό να ανασυνθέσει κάποιος το παρελθόν από τη γνώση του παρόντος.
Αυτό το επιστημονικό συμπέρασμα δείχνει πως πιστεύει ο Μαγκλίνης κι έτσι το βιβλίο του πολύ σύντομα -από τις πρώτες κιόλας σελίδες του- γίνεται φανερό πως είναι ένα έργο κατανόησης του ατομικού όσο και συλλογικού ‘τώρα’ μέσα από τον πλήρη φωτισμό του συλλογικού και ατομικού ‘χτες’.
Πολλαπλών επιπέδων έργο -ιστορικό, κοινωνικό, διαπροσωπικών σχέσεων, φιλοσοφικών τοποθετήσεων. Και γραμμένο σε μια γλώσσα που άλλοτε έχει την αντικειμενικότητα του καταγραφέα κι άλλοτε τον σπαραγμό του πάσχοντος.
Ο Ηλίας Μαγκλίνης ενεργοποιεί την ερευνητικότητα του δημοσιογράφου, την ευαισθησία του λογοτέχνη, την εμβάθυνση του στοχαστή  και μας παραδίδει ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα και σημαντικά έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας μας.


                                 



11.10.19

Γράφω γιατί έγραψα το "Τριστάνος και Ιζόλδη - Μια ιστορία των γλάρων"
















Ως αναγνώστης μου αρέσει να διαβάζω μυθιστορηματικές βιογραφίες.
Ως συγγραφέαw, όμως, ποτέ ένα ιστορικό πρόσωπο δεν με οδήγησε στην απόφαση να στηριχτώ στη ζωή του και να δημιουργήσω ένα δικό μου έργο.
Ώσπου μια μέρα -λίγα χρόνια πιο πριν- θυμήθηκα εκείνους τους μυθιστορηματικούς ήρωες που ως παιδί  και έφηβος είχα γνωρίσει και είχαν σταθεί μια από τις μεγάλες αιτίες και τη λογοτεχνία να αγαπήσω και εγώ ο ίδιος να αποφασίσω να ασχοληθώ με τη συγγραφή.
Και για να γίνω πιο σαφής, ας αναφέρω ενδεικτικά τον Ρομπέν των Δασών, την Ρεβέκκα, τον Γιάννη Αγιάννη και τον Ιαβέρη, τους Τέσσερεις (!) Σωματοφύλακες και την Μυλαίδη… Κι άλλους αρκετούς, ακόμα.
Και σκέφτηκα πως όπως για μένα έτσι και για πολλούς άλλους αναγνώστες αυτοί όλοι οι ‘χάρτινοι’ ήρωες υπήρξαν και πρότυπα που πάνω τους στηρίχτηκαν oi μελλοντικές προσωπικότητες όσων ως παιδιά τους διάβαζαν. Άρα, τί σημασία αν δεν πέρασαν από τη ζωή με σάρκα και οστά; Ζήσανε μέσα στο τυπωμένο χαρτί. Οπότε…
Ναι -αποφάσισα- να ξεκινήσω μια μυθιστορηματική  βιογραφία ενός από αυτούς.
Κι όπως ο κάθε άλλος μυθιστοριογράφος ιστορικών προσωπικοτήτων που ως ένα βαθμό στηρίζεται στα ιστορικά γεγονότα, ενώ ως ένα άλλο βαθμό αυθαιρετεί, καθώς αναπλάθει από το άτομο που κάποτε έζησε ένα ήρωα που εντός ενός λογοτεχνικού έργου ζει (πχ πόσο ο «Μαγγελάνος» που ο Τσβάιχ έγραψε στα χρόνια του Μεσοπόλεμου είναι ταυτόσημος με τον Μαγγελάνο που  έζησε γύρω στα 1500 μ.Χ.;), έτσι κι εγώ τόλμησα να ανασυνθέσω με την ιδιότητα του μυθιστοριογράφου τις ζωές δυο -ίσως είναι οι πρώτοι μυθιστορηματικοί ήρωες της Δύσης- διαχρονικών ηρώων. Γαργαντούας του Ραμπελαί και Δον Κιχώτης του Θερβάντες.
Για να μπορέσω να αναπλάσω τις δυο αυτές προσωπικότητες αποφάσισα να δημιουργήσω εγώ το πρόσωπο εκείνο που θα αφηγείτο τις ζωές τους. Κι έτσι κάτω από την κατά κάποιο τρόπο καθοδήγηση  για μεν τον Γαργαντούα ενός υπηρέτη του και για τον Δον Κιχώτη του πιστού σκύλου του, ολοκλήρωσα τις μυθιστορηματικές βιογραφίες τους.
Στο βαθμό που γνωρίζω, αυτή την τεχνική διασκευής κλασικών κειμένων, στην Ελλάδα τουλάχιστον, δεν έχει κάποιος πιο πριν χρησιμοποιήσει. Είναι μια ενδιαφέρουσα -πιστεύω- τεχνική καθώς αφ’ ενός χαρίζει στον συγγραφέα μια ελευθερία συγγραφής, ενώ αφ’  ετέρου δεν τον αφήνει και να αυθαιρετήσει.
Μετά από τα δυο αυτά πρώτα βιβλία, αποφάσισα να αναζητήσω τους νέους μου ήρωες  σε ακόμα πιο παλιά χρόνια. Κι έτσι κατέληξα στον θρύλο του Τριστάνου και της Ιζόλδης.

                                     ******

Η ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης ακούστηκε για πρώτη φορά, ως προφορική αφήγηση, τον 11ο αιώνα. Ήταν μια από τις διηγήσεις που πρόσφεραν ψυχαγωγία στους κουρασμένους από τις συνεχείς διαμάχες ιππότες.
Πολύ σύντομα όμως αγαπήθηκε και από ένα πλατύτερο κοινό και άρχισε να καταγράφεται από διάφορους συγγραφείς της εποχής εκείνης.
Σε κάθε της πάντως παραλλαγή παρέμενε μια ιστορία έρωτα, αλλά και προκαταλήψεων, όπως και σατιρικού σχολιασμού πολιτικών καταστάσεων.
Σήμερα έχουν φτάσει στα χέρια μας δυο κυρίως αποσπασματικές μορφές αυτής της ιστορίας, έτσι όπως τις κατέγραψαν ο Μπερούλ και ο Τομάς. Πάνω στο έργο του Τομάς, ο Γερμανός ποιητής Γκόττφριντ φον Στράσμπουργκ συνέθεσε μια δική του μυθιστορηματική διασκευή που θα αποτελέσει, εκεί γύρω στο 1857, τη βάση για το λιμπρέτο της ομώνυμης όπερας του Βάγκνερ.
Πολλές ακόμα διασκευές έχουν υπάρξει.
Το 1900 ο Μπεντιέ διέσωσε όλα τα σωζόμενα κείμενα και θέλησε να τα συνδυάσει σε μια ενιαία μορφή.

* * *
Τηρουμένων των αναλογιών, ο έρωτας του Τριστάνου και της Ιζόλδης είναι προάγγελος στη λογοτεχνική ιστορία της Δύσης του έρωτα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας.
Τι άραγε, όμως, είναι εκείνο που κρατά ζωντανό αυτό τον θρύλο που αναφέρεται σε έναν μεγάλο, όσο και τραγικό, έρωτα μιας τόσο μακρινής εποχής;
Και πόσο τελικά μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια νέα διασκευή προσαρμοσμένη στις αναγνωστικές διαθέσεις ενός σύγχρονου νεανικού και όχι μόνο κοινού;
Σε αυτά τα ερωτήματα ζήτησα τη συμβολή του δικού μου αφηγητή. Που τούτη τη φορά ήταν ένας… Γλάρος.
Οι γλάροι είναι ιδιότυπα πουλιά και πάνω σε ένα από αυτούς τόλμησα να εναποθέσω δικές μου σκέψεις και δικές μου ανησυχίες. Και έτσι του εμπιστεύθηκα την αφήγηση αυτής της ερωτικής  (αν και όχι μόνο) ιστορίας. Και μάλιστα να δώσει και τον υπότιτλο στο βιβλίο :
«Τριστάνος και Ιζόλδη – Μια Ιστορία των Γλάρων»
Ο σημερινός αναγνώστης είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένος με ιστορίες που στηρίζονται σε θρύλους του Μεσαίωνα και με πρόσωπα που έλκουν την καταγωγή τους από ήρωες εκείνων των χρόνων -από τις πλέον επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές είναι κάποιες όπως το Game of Thrones ή το Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών..
Θεωρώ, λοιπόν, πως μπορεί με άνεση να πλησιάσει τον κόσμο μέσα στον οποίο ζήσανε ο Τριστάνος και η Ιζόλδη. Μα παράλληλα προσπάθησα με τη δική μου διασκευή να φωτίσω τις πράξεις και τις προθέσεις των κεντρικών προσώπων του μεσαιωνικού κειμένου με τον προβληματισμό ενός συγγραφέα που γράφει τον 21ο αιώνα.
 Οι χαρακτήρες των λογοτεχνικών έργων του μακρινού παρελθόντος πιστεύω πως μπορούν να φτάσουν ως τις μέρες μας και να προσαρμοστούν στον τρόπο σκέψης και στις αναζητήσεις ενός αναγνώστη που παρακολουθεί τις τηλεοπτικές σειρές που πιο πριν ανέφερα. Την ίδια βέβαια στιγμή που και θα διατηρούνε όλον εκείνο τον δυναμισμό συναισθημάτων που τις κράτησε σε μια διαχρονική επικαιρότητα.
Κεντρικός φορέας, λοιπόν,  αυτής της λογοτεχνικής διασκευής  είναι ένας γλάρος.
Μέσα από τη δικιά του –συχνά σκωπτική– ματιά ακολούθησα τους δυο ερωτευμένους νέους και με τους δικούς του σχολιασμούς θέλησα να αποδείξω πως τα μεγάλα συναισθήματα, αλλά και οι ποταπές προθέσεις, πάντα υπάρχουν, αλλά είναι στο χέρι μας να επιλέξουμε αυτά που πιστεύουμε πως αξίζει να υποστηριχτούνε.
Για λόγους συγγραφικού ήθους θεωρώ το έργο μου αυτό ως διασκευή κάποιου άλλου. Μα στην ουσία υπάρχω μέσα στις λέξεις και στις φράσεις του με τόσο προσωπικό τρόπο όπως και σε κάθε άλλο κείμενο που θα είχα γράψει και θα αφορούσε την μυθιστορηματική εξιστόρηση του πάθους ανθρώπων που κάποτε ζήσανε.
Μα -το είπαμε- και οι διαχρονικοί λογοτεχνικοί ήρωες αποτελούν μέρος της εξέλιξης της ανθρώπινης σκέψης, σχεδόν το ίδιο αποτελεσματικά  όπως και τα πρόσωπα που με τις πράξεις τους σφράγισαν  την ανθρωπότητα και τον Πολιτισμό της.















28.9.19

Εικονογραφημένο βιβλίο – Μετεξελίξεις και Προοπτικές


-         Βαγγέλη Ηλιόπουλος – Βασίλης Παπατσαρούχας
                   «Τί είμαι εγώ;»
-         Αρετή Καράμπελα
                   «Μαμά, πού είσαι;»
              Εικονογράφηση Daniela Iride Murgia

                 Εκδόσεις Κόκκινη Κλωστή Δεμένη

                         Γράφει ο Μάνος Κοντολέων



Η εκδοτική παρουσία των βιβλίων για παιδιά και νέους, τόσο ως προς τη θεματική τους, όσο και ως προς τον τρόπο συγγραφής , αλλά και έκδοσής τους μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως  μια μορφή διαγράμματος του τρόπου που η κοινωνία στο σύνολό της αντιδρά.
Υπενθυμίζω ως επιβεβαίωση  αυτής της άποψης πως η απελευθέρωση των κειμένων για παιδιά από τον διδακτισμό που κάποτε τα καταπίεζε παρουσιάστηκε κατά την περίοδο  όπου και η ελληνική κοινωνία έβγαινε από τον βραχνά της επτάχρονης δικτατορίας. 
Στη συνέχεια και μέσα στην εικοσαετία 1980 -2000, όπου η κοινωνία αναζητούσε μια νέα έκφραση με ποικίλες θετικές και μη απόψεις, τα βιβλία για παιδιά και νέους στην πλειοψηφίας τους αφέθηκαν στην ελευθερία νέων θεμάτων και σε μια προσπάθεια -άλλοτε αποτελεσματική, κάποτε έως και απλώς μιμητική-  να πλησιάσουν τα επιτεύγματα των αντίστοιχων βιβλίων στις χώρες της Δύσης.
Ο νέος αιώνας με αργούς ρυθμούς οδήγησε σε μια οδυνηρή  προσγείωση των λίγο ή πολύ αίολων προσδοκιών ευμάρειας, ενώ προς ώρας  αναζητά τη σιγουριά σε μια τάση συντηρητικοποίησης  ιδεών και απόψεων. 
Πολύ γενικά όλα αυτά, αλλά δεν νομίζω πως απέχουν ιδιαιτέρως  από ένα διάγραμμα πορείας των ελληνικών πραγμάτων και σίγουρα πάντως μπορώ να ισχυριστώ πως καταγράφουν και την πορεία των βιβλίων για παιδιά  και εφήβους από το τέλος του ’70 έως το’ 20 που σε λίγο έρχεται.
Δεν είναι παράξενο το πως συμπορεύονται οι κοινωνικές εκφράσεις με τις συγγραφικές και εκδοτικές  παρουσίες των βιβλίων που αφορούν (και) μικρούς σε ηλικία αναγνώστες.
Η κοινωνία έχει στραμμένη την προσοχή της προς το παιδί και κάθε δική της κατάφαση  ή άρνηση πρώτα απ΄ όλα επεμβαίνει σε ότι καταναλώνεται από αυτό.
Πρώτες σκέψεις τα πιο πάνω, για να θέσω ίσως ένα προβληματισμό που θα βοηθούσε σε μια διαφορετική προσέγγιση  του πως από τις εκδόσεις του τέλους του ’70 έχουμε φτάσει σε αυτές των ημερών μας.
Τότε κυκλοφορούσαν κυρίως μυθιστορήματα και λιγότερα και σαφώς ‘φτωχότερα’ εικονογραφημένα. Σήμερα το μυθιστόρημα για παιδιά συρρικνώθηκε  στην καλύτερη περίπτωση  σε νουβέλες, ενώ ανθίζουν κυριολεκτικά τα βιβλία με πολύχρωμη  και πολύ σύγχρονη εικονογράφηση.
Δεν θα ήταν καθόλου εκτός πραγματικότητας αν κάποιος ισχυριστεί πως  σήμερα  ο κεντρικός συντελεστής στα βιβλία για παιδιά δεν είναι τόσο ο συγγραφέας, όσο ο εικονογράφος. Και βέβαια κάτι τέτοιο  μπορεί κανείς να το διαπιστώσει ακόμα κι αν διατρέξει τα βιογραφικά σημειώματα συγγραφέων και εικονογράφων. Ενώ οι πρώτοι στην πλειοψηφία τους (πάντα  με μια τέτοια πλειοψηφική στάση  καταγράφω τα γεγονότα, αναγνωρίζοντας και την ύπαρξη σημαντικών εξαιρέσεων) είναι εκπαιδευτικοί ή άνθρωποι που δεν έχουν σπουδάσει τη συγγραφή, οι δεύτεροι έχουν να παρουσιάσουν πολύχρονες σπουδές σε ελληνικά και ξένα κέντρα εικονογράφησης.
Αλλά η εικόνα με άλλον τρόπο διαμορφώνει την προσωπικότητα του παιδιού και με άλλο τρόπο ο λόγος.
Σε κάθε περίπτωση και για να αποφύγουμε  τις όποιες παιδαγωγικές και ψυχολογικές υποθέσεις που έχουν να κάνουν με το πως θα είναι οι νέες γενιές, ας κρατήσουμε αυτήν την κυριαρχία της εικόνας στα βιβλία για παιδιά.
Οι σκέψεις αυτές ξεκίνησαν καθώς έφτασαν στα χέρια μου δυο αληθινά πανέμορφες εκδόσεις δυο εικονογραφημένων βιβλίων για παιδιά. Και τα δυο κυκλοφορούν από ένα σχετικά νέο, αλλά δυναμικό εκδοτικό οίκο και μάλιστα της περιφέρειας. Οι εκδόσεις «Κόκκινη κλωστή δεμένη» έχει έδρα της την Πάτρα και ιδρύθηκαν το 2008.
Αρκετά είναι τα βιβλία που έχουν τη δική τους σφραγίδα και ανάμεσα στους Έλληνες συγγραφείς που έχουν εκδώσει έργα τους  είναι και ονόματα  όπως της Λότης Πέτροβιτ, της Ελένης Σβορώνου , του Μάκη Τσίτα, του Βαγγέλη Ηλιόπουλου, του Βασίλη Κουτσιαρή και άλλων λιγότερο ή περισσότερο γνωστών συγγραφέων, αλλά και εικονογράφων όπως ο Νικόλας Ανδρικόπουλος, η Κατερίνα Βερούτσου, η Ίρις Σαμαρτζή, η Φωτεινή Τίκκου, η Ντανιέλα Σταματιάδη, ο Βασίλης Παπατσαρούχας κ.α
Ο Βασίλης Παπατσαρούχας, λοιπόν, είναι ο εικονογράφος του ενός από τα βιβλία που πρόσφατα φτάσανε στα χέρια μου. Το κείμενο στο συγκεκριμένο βιβλίο –«Τί είμαι;» είναι ο τίτλος του- το υπογράφει ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος.
Έχουμε , λοιπόν δυο δημιουργούς απολύτως καταξιωμένους με ένα όμως διαφορετικό προφίλ ο καθένας τους. Αρκούντως πρωτοποριακός ως προς τις εικονογραφήσεις του ο Παπατσαρούχας, περισσότερο κοντά σε ένα πλατύτερο  κοινό ο Ηλιόπουλος. Η συνεργασία τους, λοιπόν, μπορεί κανείς να πει πως ξαφνιάζει. Αλλά ξαφνιάζει ακόμα περισσότερο καθώς οι δυο δημιουργοί δηλώνουν πως  δεν ήταν ο συγγραφέας που πρώτος ξεκίνησε να γράφει την ιστορία και ακολούθησε ο εικονογράφος για να την εικονογραφήσει, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Προϋπήρξαν οι εικόνες  και πάνω σε αυτές  στηρίχτηκε  ο λόγος.
Πείραμα που και στο παρελθόν έχει επιχειρηθεί (θυμάμαι κάπου εκεί στα 1980,  έλληνες συγγραφείς να γράφουν ιστορίες βασισμένες σε πίνακες γνωστών ζωγράφων) αλλά που στην εποχή μας με την τόσο έντονη διάθεση ταύτισης  μορφής και περιεχομένου με τις απαιτήσεις  ενός  αρκούντως μεγάλου κοινού, το συγκεκριμένο εγχείρημα  μπορεί να αναγνωριστεί και ως τόλμημα.
Οι πίνακες του Παπατσαρούχα διαθέτουν μια  εκρηκτική πολυσυλλεκτικότητα μορφών, σχημάτων και προσώπων που είναι ανοικτοί σε διάφορες προσεγγίσεις. Και αυτή την πολλαπλότητα προσεγγίσεων ο Ηλιόπουλος θέλησε να ολοκληρώσει με τις λέξεις του κι έτσι έγραψε σελίδες με ποιητικούς συμβολισμούς – Μοναξιά αβάσταχτη, απ΄ την απέραντη σιωπή. Ήθελα λόγια. Χρειαζόμουν τις λέξεις οπωσδήποτε…
Αυτό που χρειάζεται τις λέξεις είναι το παραμύθι που μπορεί αν τις κερδίσει και να παρηγορήσει και να επαναστατήσει και να αναγνωρίσει την ταυτότητά του.
Κείμενο ποιητικό, συμβολικό που αναζητά τις πολλαπλές μορφές που έχει το παραμύθι, την ίδια ώρα που οι πίνακες (γιατί περί πινάκων ζωγραφικής πρόκειται) του Παπατσαρούχα με σουρεαλιστική διάθεση χαρίζουν στο παραμύθι τη μορφή ενός κοριτσιού.
Μια πολύ πρωτότυπη έκδοση που ίσως να αξίζει να την εντάξουμε κι αυτήν σε παρόμοιες άλλες (λίγες σίγουρα αλλά σημαντικής αισθητικής) που επιχειρούν να  (επάνα-) ξεκινήσουν την προσπάθεια να αντιμετωπισθεί το εικονογραφημένο βιβλίο ως αντικείμενο που δεν αφορά μόνο τα παιδιά, αλλά και τον  κάθε καλλιεργημένο ενήλικα.
Το δεύτερο βιβλίο που έφτασε στο σπίτι μου από τις εκδόσεις «Κόκκινη Κλωστή Δεμένη» έχει τον τίτλο «Μαμά, που είσαι;» και είναι το πρώτο  βιβλίο για παιδιά που έχει γράψει η Αρετή Καράμπελα (έχει προηγηθεί μια συλλογή διηγημάτων, η οποία μάλιστα και ιδιαίτερα προσέχτηκε από κάποιους κριτικούς)  Το έχει εικονογραφήσει η Daniela Iride Murgia (για την οποία η έκδοση δεν περιέχει κανένα βιογραφικό ή άλλο στοιχείο)
Η ιστορία έχει να κάνει με τις σκέψεις της μικρής ηρωίδας -αφηγήτριας μετά από τον ξαφνικό θάνατο της μητέρας της σε ένα δυστύχημα.
Θέμα δύσκολο που η συγγραφέας το διαχειρίζεται με σωστές επιλογές αντιδράσεων τόσο της μικρής όσο και του πατέρας της αλλά και του στενού τους οικογενειακού κύκλο. Η γλώσσα διαθέτει το ύφος ενός παιδιού -πάντα βέβαια μέσα σε μια σύμβαση συγγραφικής υποχρέωσης να εκφραστούν πολύπλοκες αντιδράσεις  με όσο το δυνατόν λιγότερο πολύπλοκο (ή να θέτε παιδικό) τρόπο
Η εικονογράφηση είναι πλούσια, αλλά  αν και μοντέρνα εντούτοις δεν προσφέρει την εικαστική έκπληξη.
Μα εδώ έχω και μια γενική όσο και ουσιαστική παρατήρηση -η μορφή της έκδοσης δεν ταυτίζεται με το κείμενο. Μεγάλο σχήμα από τη μια που παραπέμπει σε βιβλία για μικρά παιδιά, αλλά από την άλλη σελίδες φορτωμένες με την εξιστόρηση της ιστορίας τυπωμένης με μικρά στοιχεία.
Πόσο πιο πολύ θα ανάπνεε η αφήγηση και με πόση μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα θα συναντούσε  τους αναγνώστες για τους οποίους έχει γραφτεί  (από 9 ή και 10 χρονών και πάνω) και που αξίζει να την διαβάσουνε, αν ήταν σε μικρότερο  σχήμα και με λιγότερες εικόνες.
Ίσως -για να επανέλθω στους προβληματισμούς τους οποίους στην αρχή κατέθεσα- ο σχεδιασμός της έκδοσης να έγινε κάτω από την πίεση πως βιβλία με εικονογραφημένη μορφή ταιριάζουν περισσότερο στις απαιτήσεις ενός κοινού που δεν θέλει μεγάλες αφηγήσεις.
Όπως και να το κάνουμε διανύουμε μια περίοδο όπου η εικόνα επιλέγεται πριν από τις λέξεις και αυτό σαφώς επηρεάζει και την εκδοτική παραγωγή.  Αλλά μπορεί μια τέτοια τακτική (σε εποχή όπου παιδιά και μη κατακλύζονται από την εικονογραφημένη απεικόνιση της ζωής) να θεωρηθεί και ως μια προσπάθεια να διατηρηθεί το είδος εκείνου του ανθρώπου που το ονομάζουμε ‘αναγνώστη’ -τουλάχιστόν αυτό πιστεύει φίλη καλή και άνθρωπος με πείρα και γνώση στο χώρο αυτών των εκδόσεων.

Πρώτη ανάρτηση:

Γιώτα Κ. Αλεξάνδρου «Όταν παίζαμε για τη νίκη Καραγκιόζη μου»


Γιώτα Κ. Αλεξάνδρου
«Όταν παίζαμε για τη νίκη Καραγκιόζη μου»
Ζωγραφιές : Αχιλλέας Ραζής
Εκδόσεις Ελληνοεκδοτική



Για τα παιδιά που γεννήθηκαν λίγο πριν ή λίγο μετά από το 2010 -για τα παιδιά εκείνα, δηλαδή που πηγαίνουν  στο Δημοτικό- τα ιστορικά γεγονότα  του 20ου αιώνα καταγράφονται στην ‘μαθησιακή τους εμπειρία’  ως έχοντα την ίδια απόσταση με το 1821 ή το 1922.
Αυτό συμβαίνει όχι μόνο γιατί η αντίληψη της έννοιας του χρόνου δεν έχει εμπεδωθεί σε άτομο μικρής ηλικίας, αλλά και γιατί αυτά τα παιδιά -τα σημερινά δεκάχρονα- δεν έχουν δίπλα τους πρόσωπα του άμεσου και στενού τους οικογενειακού περιβάλλοντος τα οποία και θα τους αφηγούνταν τις προσωπικές εμπειρίες τους. Ας μην ξεχνάμε πως οι σημερινοί μαθητές του Δημοτικού μπορεί  να έχουν γονείς που μήτε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου ζούσαν.
Ένας αποτελεσματικός τρόπος να φέρουμε κοντύτερα τους μικρούς αυτούς μαθητές με την πρόσφατη ιστορία,  είναι να δώσουμε μια λογοτεχνική διάσταση στην αφήγηση αυτών των γεγονότων.
Σε μια τέτοια περίπτωση έχουμε βιβλία που χρησιμοποιούν λογοτεχνικές τεχνικές (χωρίς απαραιτήτως αυτά να είναι και καθαρώς λογοτεχνικά κείμενα) για να χαρίσουν μια συναισθηματική φόρτιση -άρα και αμεσότερη κατανόηση- σε σημαντικές στιγμές του χτες.
Και ως βιβλία γνώσεων θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε, αν και αυτού του είδους τα βιβλία θα πρέπει να αποφεύγουν την χρησιμοποίηση φωτογραφιών, αλλά αντίθετα να επιχειρούν τη συνύπαρξη λογοτεχνικής  περιγραφής με αντίστοιχη εικαστική.
Η Γιώτα Αλεξάνδρου, μια δυναμική παρουσία στο χώρο του βιβλίου για μικρά παιδιά, εξασκεί παράλληλα και το επάγγελμα της νηπιαγωγού. Γνωρίζει, λοιπόν, με διττό τρόπο το πως θα μπορέσει να ενημερώσει τους μαθητές για την ιστορία.
Και αυτό κάνει με τούτο, το τελευταίο της βιβλίο.
Το Αλβανικό Μέτωπο και η Κατοχή -ό,τι δηλαδή συμβολίζει η γιορτή της 28ης Οκτωβρίου- είναι το θέμα που η Αλεξάνδρου αποφάσισε να το κάνει γνωστό στα παιδιά.
Χρησιμοποιεί τα μέλη της οικογένειας ενός καραγκιοζοπαίχτη (έτσι μάλιστα κάνει και πιο συμπαθητικά χαρακτηριστικούς  τους ήρωές της) και με μια αφήγηση αρκούντως από τη μια επιλεκτική ως προς τα κεντρικά ιστορικά σημεία , αλλά και έξυπνα ελλειπτική ώστε να αποφεύγει την κούραση της λεπτομέρειας, απλώνει την εξιστόρηση εκείνων το γεγονότων και  στη συνέχεια αφήνει τις εικόνες να ολοκληρώσουν  τόσο τη συναισθηματική φόρτιση του αναγνώστη, όσο και την τεκμηρίωση της ζωής του τότε.
Ο Αχιλλέας Ραζής, ταλαντούχος ζωγράφος και βραβευμένος εικονογράφος είναι αυτός που υπογράφει την εικαστική ταυτότητα της έκδοσης.
Βιβλίο, λοιπόν, με αισθητική θέση και παράλληλα βιβλίο παροχής πληροφοριών. Πιστεύω πως θα φανεί ιδιαίτερα χρήσιμο στους εκπαιδευτικούς που κάθε χρόνο έχουν να μυήσουν τους μαθητές τους στο πάθος του  Έπους του 40 και στον πόνο της Γερμανικής Κατοχής.

26.9.19

Larry Tremblay "Ο πορτοκαλεώνας"





Ο πορτοκαλεώνας
Larry Tremblay
μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου
Αρμός

Ο Λαρρύ Τραμπλαί γεννήθηκε το 1954 στο Σικουτιμί του Κεμπέκ και ζει στο Μόντρεαλ. Είναι λογοτέχνης, σκηνοθέτης και ηθοποιός. Ιδιαίτερα δραστήριος και στους τρεις τομείς με τους οποίους ασχολείται, διακρίνεται για τη διάθεσή του να τολμά την αντιμετώπιση έντονα κοινωνικών θεμάτων μέσα από ένα βαθύ και ουσιαστικό ψυχαναλυτικό πλησίασμα των ηρώων του. Βιβλίο του στην Ελλάδα κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 2010 – μια συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο Πίρσινγκ, από την Άγρα.
Ο πορτοκαλεώνας είναι ένα μυθιστόρημα βασισμένο σε ένα από τα πλέον τραγικά –και επαναλαμβανόμενα– πολιτικά φαινόμενα της εποχής μας. Τα άτομα που αποφασίζουν –ή επιλέγονται– να περιζωθούν με εκρηκτικά και στη συνέχεια να πυροδοτήσουν τον μηχανισμό σε πολυσύχναστα μέρη, οδηγώντας στον θάνατο πλήθος αθώων.
Σε μια περιοχή –που μέσα στο μυθιστόρημα δεν κατονομάζεται– επικρατεί ένας πολεμικός διχασμός. Ένα βουνό είναι το όριο που διαχωρίζει δυο λαούς διαφορετικών ηθών και θρησκείας. Τα δυο κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος –οι δίδυμοι Αμέντ και Αζίζ– θα δούνε νεκρούς, ύστερα από έναν βομβαρδισμό, τον παππού και τη γιαγιά τους, ενώ σχεδόν παράλληλα ο ένας από αυτούς θα διαγνωστεί πως πάσχει από θανατηφόρο αρρώστια του αίματος.
Οι αντάρτες που ελέγχουν την περιοχή τους χρησιμοποιούν μεθόδους τρομοκρατίας για να επιτεθούν στους αντιπάλους τους από την άλλη πλευρά του βουνού και επιλέγουν τον έναν από τους δίδυμους –και μάλιστα αυτόν που δεν είναι άρρωστος– για να τον στείλουν με εκρηκτικά ζωσμένο να προκαλέσει τρομοκρατικό κτύπημα στην περιοχή των αντιπάλων τους.
Πάνω σε αυτόν τον καμβά της αφήγησης, ο Τραμπλαί ξεδιπλώνει μια σειρά προβληματισμών που αναμειγνύουν τον θρησκευτικό φανατισμό με την υποδούλωση της ελεύθερης σκέψης του ατόμου, το μητρικό ένστιχτο με την αδελφική συμπαράσταση, την προσωπική συνειδητοποίηση του θανάτου με την παράλογη άρνηση κάθε πρότασης προς συμβιβασμό και συνύπαρξη.
Αν και κυριαρχεί η σχέση των δυο αδελφών με την τόσο διαφορετική μοίρα, αν και η πλοκή στηρίζεται στην απόφαση των διδύμων να αμφισβητήσουν τις εντολές που καθορίζουν τη ζωή και τον θάνατό τους, τελικά όλο το έργο αποκτά μια άλλη διάσταση στο τρίτο πλέον μέρος. Όταν η δράση μεταφέρεται σε άλλη χώρα και ύστερα από κάποια χρόνια. Κι εκεί –σε χώρα ελεύθερη και δημοκρατική– θα είναι η Τέχνη του θεάτρου που θα προσφέρει την κάθαρση στον ήρωα, ενώ θα δώσει και την ευκαιρία στον ίδιο τον συγγραφέα (καθώς εμμέσως πλην σαφώς ταυτίζεται με ένα νέο πρόσωπο που εισβάλλει στη δράση) να αναζητήσει και να καταγγείλει τις ευθύνες αυτής της ίδιας της ελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας.
Γιατί η βία γεννά βία. Γιατί η αποδοχή της βίας φέρνει την αποσιώπηση κάθε ατομικής και συλλογικής ευθύνης. Γιατί, εντέλει, αυτό που έγινε σήμερα είναι παρόμοιο με ό,τι είχε συμβεί χτες και πριν από έναν χρόνο, πριν από εκατό χρόνια, χίλια…
Ένα μυθιστόρημα έντονα φορτισμένο με πολιτικούς προβληματισμούς, αλλά και με ιδιαίτερη τεχνική προικισμένο σε ό,τι αφορά την ανάλυση των χαρακτήρων. Σπάνιες συγγραφικά οι στιγμές όπου οι δίδυμοι αποφασίζουν οι ίδιοι για την τύχη τους, το ίδιο σπάνιας αισθαντικότητας και οι γραμμές όπου αντιπαρατίθεται η οικογενειακή ευτυχία με την φανατισμένη αγνόηση κάθε συναισθήματος.
Θέλω και κάτι ακόμα να σημειώσω σχετικά με το έργο αυτό. Το θεωρώ ως ένα αληθινό διαμάντι crossover μυθιστορήματος. Έχουμε νέους ηλικιακά ήρωες μέσα σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο, στον οποίο καλούνται να βρούνε ή όχι τη θέση τους.
Με την άρτια δομή και γλώσσα, με τον ευρηματικό τρόπο μυθιστορηματικής ένδυσης ενός σύγχρονου ζητήματος, Ο πορτοκαλεώνας αποδεικνύει –όσο κι αν δεν έχει εκδοθεί κάτω από αυτόν τον χαρακτηρισμό– πως αυτό το είδος του μυθιστορήματος μπορεί και να αγγίζει ένα πλατύ ηλικιακά κοινό, αλλά και να αναζητά σε βάθος τις ποικίλες εκφράσεις διαχρονικών αξιών.

Πρώτη δημοσίευση: