25.11.19

Η Αμαρτωλή Πόλη σε μια Μεταπτυχιακή Ανάλυση της Πηγής Αντωνιάδου


Ανάλυση της Αμαρτωλής Πόλης του Μάνου Κοντολέων
Εργασία στο πλαίσιο του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Παιδικό Βιβλίο και Παιδαγωγικό     υλικό» του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Συντάκτρια: Πηγή Αντωνιάδου, μεταπτυχιακή φοιτήτρια.
Φεβρουάριος 2019



Βιογραφία Συγγραφέα

     Ο Μάνος Κοντολέων γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από τα παιδικά του χρόνια δημοσίευε κείμενα στη «Διάπλαση των Παίδων». Το 1979 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο και από τότε έχει παράγει πλούσιο συγγραφικό έργο που αποτελείται από όλα τα είδη του πεζού λόγου. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, παραμύθια, θεατρικά έργα, δοκίμια αλλά και σενάρια για τηλεοπτικές σειρές. Έχει γράψει βιβλία για όλες τις ηλικίες καθώς και cross-over μυθιστορήματα. Έχει συνεργαστεί με διάφορα περιοδικά, εφημερίδες και ραδιόφωνο γράφοντας άρθρα και εκπομπές για θέματα σχετικά με τη λογοτεχνία. Έργα του έχουν μεταφερθεί στην τηλεόραση και το θέατρο.
Έχει βραβευθεί αρκετές φορές, το 1997 και το 2009 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας, και έχει προταθεί για τα διεθνή βραβεία Άντερσεν και Λίστρινγκ.

Περίληψη

      Η Στεφανία είναι μια σύγχρονη έφηβη της πόλης. Μεγάλωσε σε μια σχετικά εύπορη οικογένεια. Καθώς όμως η κρίση στην ελληνική πραγματικότητα εμφανίζεται. η Στεφανία βλέπει τον κόσμο γύρω της  να καταρρέει.  Ό, τι είχε ως δεδομένο μέχρι εκείνη τη στιγμή τώρα αλλάζει. Η οικογένεια χρεοκοπεί και ο πατέρας της βυθίζεται στην κατάθλιψη. Η μητέρα της ψάχνοντας τρόπους διαφυγής, δημιουργεί μια νέα σχέση και εγκαταλείπει τον σύζυγό της και την πόλη. Μετά από την φυγή και του Κλεάνθη του πατέρα της, ο οποίος αποφασίζει να ψάξει την τύχη του στο χωριό, η Στεφανία μένει μόνη στην πόλη και είναι αντιμέτωπη με την σκληρή πραγματικότητα της καθημερινής διαβίωσης.
      Τα μόνα της στηρίγματα, ο φίλος της Τονίνο, ένας ομοφυλόφιλος έφηβος που αντιμετωπίζει κι αυτός τα δικά του αδιέξοδα, και το αγόρι της ο Κωνσταντής που στην πορεία θα φύγει από την Ελλάδα της κρίσης για να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό.
      Η Στεφανία ψάχνει λύσεις. Αποτυγχάνει στις πανελλήνιες και δεν μπαίνει στη σχολή που ονειρεύεται. Έτσι, απογοητευμένη από ό, τι έχει δοκιμάσει μέχρι στιγμής και ακολουθώντας το παράδειγμα του Τονίνο, αναγκάζεται να εκπορνευτεί. Αυτή είναι η λύση που θα της προσφέρει την ανεξαρτησία της και μια οικονομική άνεση. Στο χώρο αυτό όμως οι κίνδυνοι καραδοκούν και η Στεφανία αυτό θα το καταλάβει σύντομα. Πέφτει θύμα βιασμού από τον θείο της, ξάδερφο του πατέρα της και αφεντικό του, και στη συνέχεια σωματέμποροι τη ''δοκιμάζουν'' και προσπαθούν να την απαγάγουν. Η Στεφανία καταφέρνει να αποδράσει, ξεφεύγει και επιστρέφει στην αγκαλιά του πατέρα της. Αυτή είναι η ιστορία ενηλικίωσης της Στεφανίας.
     Μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε μια πόλη. Μια πόλη διεφθαρμένη, βρώμικη και επικίνδυνη. Μια πόλη αμαρτωλή.

Κριτικές

     Κατά τον Απόστολο Πάππο (2017) η Αμαρτωλή πόλη δε συνομιλεί απλά με τη «Sin city», comic και ταινία των Frank Miller και Robert Rodriguez, αλλά είναι μια «σύγχρονη κινηματογραφική ταινία στρωμένη σε λέξεις και σελίδες». Οι εικόνες, η κοφτή αφήγηση, η τεχνική της ροής της συνείδησης δημιουργούν κατά τον Πάππο, μια ζωντανή και αυθόρμητη ατμόσφαιρα στον αναγνώστη.

     Η Μαριόν Χωρεάνθη (2016) βλέπει στην Αμαρτωλή πόλη ένα «σύμπαν λαβυρινθωδώς πολυεπίπεδο», όπου εκτός από την κεντρική ιστορία, στην αφήγηση κρύβονται πλήθος αναφορές σε άλλα έργα δημιουργώντας ένα παιχνίδι «κρυμμένου θησαυρού» με τον έμπειρο αναγνώστη.



ΠΛΟΚΗ

       Η Αμαρτωλή πόλη είναι ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα που περιγράφει την τραυματική ιστορία μιας έφηβης και του φίλου της στην σύγχρονη πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης. Το μυθιστόρημα ανήκει στην κατηγορία των cross-over μυθιστορημάτων ή Bildungsroman, δηλαδή μυθιστόρημα ενηλικίωσης που δεν απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο σε μία ηλικία. Ο συγγραφέας χρησιμοποιώντας «σύνθετες αφηγηματικές τεχνικές στα έργα του, τεχνικές του μεταμοντερνισμού» (Παπαδάτος,2014,σελ.49), όπως η διακειμενικότητα και η χρήση διαφορετικών ειδών λόγου, πλάθει μια πολυφωνική κατά τον Bakhtin αφήγηση, που οι εντάσεις και οι συγκρούσεις στον εσωτερικό αλλά και εξωτερικό κόσμο των χαρακτήρων συμβάλλουν στην πλοκή.
    Η αφήγηση είναι κυρίως σε τρίτο πρόσωπο. Ο αφηγητής δεν συμμετέχει στην ιστορία και κρατάει αποστάσεις από τους ήρωές του. Παρόλα αυτά αποσπάσματα σε δεύτερο ή και τρίτο πρόσωπο παρεμβάλλονται στην αφήγηση βάζοντας τον αναγνώστη  να ακούσει κάποιες από τις σκέψεις των χαρακτήρων.

Διακειμενικότητα

     Στην Αμαρτωλή πόλη ο Κοντολέων δε μένει μόνο στην αφήγηση της ιστορίας της Στεφανίας και των άλλων χαρακτήρων. Ταυτόχρονα συνθέτει ένα ψηφιδωτό που αποτελείται από αναφορές σε άλλα έργα της λογοτεχνίας, της λαϊκής παράδοσης, του κινηματογράφου, της μουσικής κ.α. Τα κείμενα έχουν απορροφηθεί και μετασχηματιστεί μέσα στο μυθιστόρημα και λειτουργούν ως πρόκληση για τον αναγνώστη να ανακαλέσει ήδη γνωστά του κείμενα (Κανατσούλη,2018).
     Ήδη από τον τίτλο του βιβλίου μας εισάγει στην ιστορία του, κάνοντας τον παραλληλισμό με τη Sin city του Φρανκ Μίλλερ. Και στα δυο έργα βλέπουμε μια πόλη στην οποία η αμαρτία κυριαρχεί, ανθρώπους που κινούνται στην παρανομία, διεφθαρμένους, βίαιους, χωρίς ηθικές αξίες, μια κοινωνία σε βαθιά κρίση.
      Το μυθιστόρημα ξεκινάει με τη Στεφανία, το κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά, να τρέχει. Όπως η Λόλα με τα κόκκινα μαλλιά, που τρέχει στους δρόμους Βερολίνου, του Tom Tykwer στην ταινία Lola rennt. Μια σκηνή που θέλησε ο συγγραφέας να εντάξει στο μυθιστόρημα για να μεταφέρει την ένταση της ταχύτητας και της πόλης (Κοντολέων,Μ.,2019,10 Ιανουαρίου, προσωπική συνέντευξη).
      Οι αναφορές συνεχίζονται με τους χαρακτήρες της ιστορίας και κυρίως την κεντρική ηρωϊδα, τη Στεφανία. Μια ηρωίδα εμπνευσμένη από την ηρωίδα του Damian Kozole στην ταινία Slovenka όπου αντίστοιχα η νεαρή φοιτήτρια μέσα στην οικονομική κρίση της χώρας της παίρνει το δρόμο της εκπόρνευσης (Κοντολέων,Μ.,2019,10 Ιανουαρίου, προσωπική συνέντευξη).
     Όμως και το όνομα της ηρωίδας μας θυμίζει τη Στεφανία στο αναμορφωτήριο της Νέλλης Θεοδώρου(Πάππος,2017)  που έγινε ταινία από τον Δαλιανίδη.
Η Στεφανία της Θεοδώρου, είναι μια όμορφη νέα που μεγαλώνει με τη μητέρα της και τον πατριό της, με τον οποίο αποκτά την πρώτη ερωτική της εμπειρία. Από τότε η Στεφανία παίρνει τον άσχημο δρόμο και εκμεταλλεύεται την ομορφιά της για να αποκτήσει μια πλούσια ζωή, όταν την πιάνει η αστυνομία και η ίδια οδηγείται στο αναμορφωτήριο.
      Όμως και ο Τονίνο ταυτίζεται με τη Στεφανία της Θεοδώρου, καθώς και αυτός αναπτύσσει ένα είδος ερωτικής σχέσης με τον πατριό του, έστω και πλατωνικά καθώς δεν θίγεται η ερωτική πράξη μεταξύ τους, παρά μόνο μια υπόνοιά της, ο οποίος και τον εκμεταλλεύεται και τον οδηγεί στην εκπόρνευση.
      Σύμφωνα με τον ίδιο το συγγραφέα, κατά την διαδικασία της εξέλιξης της πλοκής, έρχεται η στιγμή που τα πρόσωπα από μόνα τους απλώς συστήνονται. Υποστηρίζει πως δεν υπάρχει άμεση σχέση με τη Στεφανία της Θεοδώρου, όμως το γεγονός αυτό δεν αποκλείει και μια ασυνείδητη εικόνα της ηρωίδας του να ταυτίζεται με την Στεφανία της ταινίας (Κοντολέων, Μ. ,2019, 10 Ιανουαρίου. Προσωπική συνέντευξη).
      Η Στεφανία ακολουθεί το ταξίδι που ακολουθούν πολλοί ήρωες της παιδικής λογοτεχνίας όπως στο θαυμαστό ταξίδι του Νίλς Χόλγκερσον, στην Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, ή στο Δομήνικος του ίδιου συγγραφέα, αλλά και άλλοι πολλοί. Η Nikolajeva χαρακτηρίζει αυτήν την λογοτεχνία ως ταξίδι (Παπαντωνάκης, 144, 2009) και η ψυχαναλυτική θεωρία την αντιμετωπίζει ως «αντικατοπτρισμό και προβολή του εσωτερικού του ατόμου»(Παπαντωνάκης,2009,σ.145). Βάσει της ψυχαναλυτικής προσέγγισης που δομήθηκε από τη θεωρία του Carl Jung, η λογοτεχνία αυτή απεικονίζει τη διαδικασία της εξατομίκευσης, δηλαδή το αρχετυπικό εσωτερικό ταξίδι του ατόμου προς την ολοκλήρωσή του και την ενοποίηση του εγώ του.
      Η Στεφανία διαγράφει μια παράλληλη πορεία με το μικρό κορίτσι του Σαρλ Περώ. Μπορεί να είναι μία ακόμα Κοκκινοσκουφίτσα. Τα κόκκινα μαλλιά της και η ιστορία της μας τη φέρνουν στο μυαλό. Αυτή τη φορά είναι μια σύγχρονη Κοκκινοσκουφίτσα. Το δάσος της είναι η αμαρτωλή αυτή πόλη.
Η Κοκκινοσκουφίτσα παρακούει τις συμβουλές της μαμάς της, βγαίνει από το μονοπάτι και συναντάει τον κακό λύκο. Έτσι κι η Στεφανία παρακούει τη συμβουλή του Τονίνο, ο οποίος προσφέρεται ως προστατευτική φιγούρα αντικαθιστώντας την οικογένεια της Στεφανίας, παραπλανάται από την κ. Βέρα – μια από τις πολλές μορφές του λύκου - και τα τρία κορίτσια της, βγαίνει από το «μονοπάτι», διαλέγει να μπει μέσα στο «επικίνδυνο δάσος» - εδώ η πόλη – και να ακολουθήσει τον άγνωστο δρόμο προς την ανακάλυψη του εαυτού της και την ενηλικίωση.
     Επιστρέφοντας στην έννοια της πόλης ως διακείμενο όπως αναφέρθηκε παραπάνω στην περίπτωση των Sin city και Lola rennt, χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση της απόδοσης του αστικού τοπίου στον Μεγάλο περίπατο του Πέτρου. Παρουσιάζοντας κοινά στοιχεία, όπως για παράδειγμα τα συνθήματα στους τοίχους, το σκηνικό της πόλης στα δυο μυθιστορήματα μπορεί να συμβολίζει τον ψυχικό κόσμο των ηρώων και  αποτελεί το χώρο του ταξιδιού της ενηλικίωσης των δυο ηρώων.
     Μια πόλη που αντικατοπτρίζει τους κατοίκους της. Τα πάντα καταρρέουν και η πόλη, με την έννοια της Πολιτείας είναι ανίκανη να προστατεύσει τους ανθρώπους της.    Μια αμαρτωλή πόλη σε αντιδιαστολή με την Πολιτεία  του Πλάτωνα. Κατά τον συγγραφέα: «Έχουν ευθύνη οι πολίτες, αλλά η πρώτη ευθύνη είναι στην πολιτεία» (Κοντολέων, Μ. ,2019, 10 Ιανουαρίου. Προσωπική συνέντευξη).
  
     Οι  3 κοπέλες της κας Βέρας, η Τάνια, η Ταμίλα και η Ταμάρα και ο κόσμος τους, γεμάτος χρώματα και αρώματα γοητεύουν τη Στεφανία. Τα 3 «Ταφ» της επιτυχίας του Οδυσσέα Ελύτη, η Τέχνη, η Τύχη και η Τόλμη, όμως εδώ είναι μόνο παραπλανητικά. Μια διαστρεβλωμένη εικόνα της επιτυχίας, αλλά τι από αυτά που ζει η Στεφανία, ένα 18 χρονο κορίτσι που είδε έτσι την ζωή της να αλλάζει δεν είναι στρεβλό;
   Αλλά μπορεί ακόμα οι 3 κοπέλες να είναι και οι 3 Μοίρες που καθορίζουν τη ζωή της Στεφανίας. Άλλωστε αυτό το όνομα, «Μοίρα» θα διαλέξει και η ίδια για τον εαυτό της όταν αποφασίζει να εκπορνευθεί για να καταφέρει να επιβιώσει και να πραγματοποιήσει το όνειρό της να σπουδάσει.   

    Η Αμαρτωλή πόλη είναι ένα μυθιστόρημα, κατά τον Bakhtin πολυφωνικό. Εκτός από τους διαλόγους των βασικών χαρακτήρων, Στεφανία, Τονίνο, Κλεάνθη, Χρύσα, ακούμε επίσης τις σκέψεις τους οι οποίες αποδίδονται με πλάγια γράμματα στη ροή της αφήγησης. Ακόμα μέσω της ανάμνησης της Στεφανίας ακούμε τους στίχους του Χατζιδάκι που τραγουδά η γιαγιά της: «πέτρα που κύλησε μην τηνε κρατήσεις, το ριζικό της είν΄ κακό και θα μετανοήσεις». Το «Σαμποτάζ» της Μαριανίνας Κριεζή επανέρχεται στην αφήγηση από τον Τονίνο ο οποίος ταυτίζεται και αυτοαποκαλείται «Σαμποτάζ». Οι ειδήσεις στην τηλεόραση, τα συνθήματα από διαδηλωτές. Τα γραμμένα σε τοίχους γκραφίτι: «Ξυπνήστε αυτούς που κοιμούνται όχι αυτούς που ονειρεύονται», «να επιδιώξουμε το αδύνατο πριν είναι αδιανόητο», «είσαι όμορφη σαν τράπεζα που καίγεται», «ξύπνα ήρθε η ώρα να ταΐσεις τις τράπεζες», «δόξα τα λεφτά έχουμε Θεό». Ακόμα πλήθος άλλων τραγουδιών όπως το γαλλικό, ιδιαίτερα συναισθηματικό  «Ne me quite pas» και η «Πορνογραφία» ξανά του Χατζιδάκι. Αποσπάσματα από βιβλία όπως Το χρυσόψαρο μέσω της ανάγνωσης της Στεφανίας που μας μεταφέρουν τα συναισθήματα της ηρωίδας και την ταύτισή της με το μυθιστόρημα. Ποιήματα όπως η απαγγελία αποσπασμάτων του Κώστα Στεργιόπουλου από τον επιβάτη του μετρό.
     Κατά τον Bakhtin αυτή η πολυφωνία αναδεικνύει την πάλη ανάμεσα σε ηθικές αξίες, ή ανάμεσα σε κοινωνικές ή εθνικές ομάδες (Κανατσούλη, 2000, σελ.35)
Για τον συγγραφέα η χρήση των διακειμενικών αυτών στοιχείων εξυπηρετεί πολλούς σκοπούς. Καταρχήν θεωρεί πως είναι ενδεικτικά για την περιγραφή των χαρακτήρων. Γι’ αυτόν είναι γεγονότα που χαρακτηρίζουν τον χαρακτήρα που δομεί, π.χ. το γεγονός ότι «η ηρωίδα, διαβάζει αλλά και τι διαβάζει» (Κοντολέων, Μ. ,2019, 10 Ιανουαρίου. Προσωπική συνέντευξη). Χωρίς να αναλύσει την προσωπικότητα της Στεφανίας δίνει στοιχεία που στηρίζουν τη δόμηση του χαρακτήρα της (Κοντολέων, Μ. ,2019, 10 Ιανουαρίου. Προσωπική συνέντευξη).
    Όμως μια άλλη πτυχή της χρήσης αυτών των στοιχείων είναι η επικοινωνία που δημιουργούν τα κείμενα μεταξύ τους και η ζωντάνια που δημιουργείται από αυτήν την επικοινωνία. Όπως ο ίδιος συγγραφέας λέει: «Μου αρέσει να επικοινωνούν τα κείμενα μεταξύ τους, όπως επικοινωνούν οι άνθρωποι. Και οι άνθρωποι δεν επικοινωνούμε μόνο με τα λόγια τα δικά μας αλλά και με λόγια άλλων ανθρώπων, τραγουδάμε μαζί ένα τραγούδι, χορεύουμε μαζί ένα τραγούδι, βλέπουμε ταινίες μαζί. Υπάρχει αυτό το στοιχείο μέσα στο μυθιστόρημα για να το κάνει πιο ζωντανό, πιο ολοκληρωμένο» (Κοντολέων, Μ. ,2019, 10 Ιανουαρίου. Προσωπική συνέντευξη).


Νοηματικά κενά

     Η Αμαρτωλή πόλη είναι ένα μυθιστόρημα με σκληρή θεματολογία. Με ζητήματα ταμπού. Ο συγγραφέας θίγει αυτά ζητήματα με τρόπο ώστε η αφήγηση να συμπληρώνεται στο μυαλό του αναγνώστη. Ο αναγνώστης μπορεί να καταλάβει τι γίνεται χωρίς να το διαβάζει. Κάτι που υποψιάζεται στη συνέχεια κάποιες φορές θα επιβεβαιωθεί από τις συνέπειες των πράξεων αυτών που ο αναγνώστης συμπλήρωσε μέσα στο μυαλό του. Για παράδειγμα, πώς ο Τονίνο βρίσκει χρήματα; Ακόμα και όταν η Στεφανία τον πιέζει να της πει η αφήγηση σε αυτό το σημείο διακόπτεται.  
Η κακοποίηση του Τονίνο, μας παρουσιάζεται μόνο μέσα από την κατάρρευσή του και τα σημάδια στο σώμα του. Οι ερωτικές σκηνές της Στεφανίας με τον Κωνσταντή ή με τους πελάτες της, ο βιασμός από τον θείο της δεν περιγράφονται αλλά και πάλι η αφήγηση διακόπτεται και συνεχίζεται μετά τα γεγονότα.
     Άλλες πληροφορίες παραλείπονται και αναφέρονται αργότερα χωρίς να αναλυθούν, απλώς καταδεικνύοντας την πραγματοποίησή τους. Για παράδειγμα η φοίτηση της Στεφανίας σε ένα ιδιωτικό ίδρυμα αναφέρεται μόνο μία φορά ενώ προηγουμένως οι πληροφορίες που έχουμε μας δείχνουν ότι η Στεφανία δεν έχει την οικονομική δυνατότητα για να το κάνει αυτό. Συνεπώς ο αναγνώστης κατανοεί πλέον ότι οι επιλογές της Στεφανίας τις έχουν εξασφαλίσει την οικονομική άνεση που ήθελε.
    Ο συγγραφέας, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, ακολουθεί μια ελλειπτική κινηματογραφική αφήγηση. Παραλείποντας γεγονότα που ίσως δεν κρίνονται απαραίτητα, επιλέγει τις σκηνές οι οποίες αν φωτιστούν σωστά και βαθιά παρουσιάζουν το τι έχει συμβεί (Κοντολέων, Μ. ,2019, 10 Ιανουαρίου. Προσωπική συνέντευξη).
    Συνεπώς στο μυθιστόρημα συναντάμε κενά που ανήκουν και στα τρία είδη νοηματικών κενών της Nikolajeva, είτε μεμονωμένα σε ένα είδος είτε σε παραπάνω από ένα ταυτόχρονα. Δηλαδή, έχουμε κενά του πρώτου είδους, όπου ο αναγνώστης συμπληρώνει με βάσει τις εμπειρίες του και για λόγους αποφυγής άβολων σκηνών που δεν υπάρχει λόγος να αποπροσανατολίσουν τον αναγνώστη από το κεντρικό θέμα, αλλά και για λόγους συντομίας.
     Έχουμε επίσης νοηματικά κενά του δεύτερου τύπου όπου ο συγγραφέας απευθυνόμενος στον πραγματικό αναγνώστη αναφέρεται στις νοητικές του ικανότητες και προσδοκεί από αυτόν να τα συμπληρώσει με στόχο να τον δραστηριοποιήσει και «να τον κάνει μέτοχο της αποκωδικοποίησης του κειμένου και συμμέτοχο στην κατασκευή του νοήματος» (Παπαντωνάκης,2011,σελ.53).
    Τέλος συναντάμε νοηματικά κενά που ανήκουν και στην τρίτη κατηγορία, την λεγόμενη «δημιουργική» ή «φαντασιακή» όπου τα κενά «διεγείρουν τη φαντασία του αναγνώστη και ευνοούν μια δημιουργική εμπλοκή του με το κείμενο»(Παπαντωνάκης,2011,σελ.53). Άλλωστε, όπως δηλώνει και ο ίδιος ο συγγραφέας, επιθυμεί έναν αναγνώστη που «να συμμετέχει στα γεγονότα και  ταυτίζεται» (Κοντολέων, Μ. ,2019, 10 Ιανουαρίου. Προσωπική συνέντευξη). Έναν αναγνώστη που να ερμηνεύει το κείμενο με το δικό του τρόπο.


Επίπεδα ρεαλισμού

     Η Αμαρτωλή πόλη είναι ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα, μια ιστορία τοποθετημένη μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα, που σύμφωνα με το θέμα του μπορούμε να το κατατάξουμε στον κεντρικό κύκλο «που επικρατούν άμεσα προσωπικά προβλήματα του έφηβου που συνδέονται με το οικογενειακό και το σχολικό περιβάλλον (ιδιαίτερα με τον σχολικό εκφοβισμό), με τους συνομήλικους και κυρίως τις διαφυλικές σχέσεις, το εργασιακό ζήτημα, τις σπουδές, τις αγωνίες του και τα όνειρα για το μέλλον του»(Παπαδάτος,2014,σελ.42).
     Στην Αμαρτωλή πόλη θίγονται ζητήματα όπως οι σχέσεις μεταξύ των νέων. Για παράδειγμα οι σχέσεις μεταξύ της  Στεφανίας και του Κωνσταντή, όπου η Στεφανία νιώθει εγκαταλειμμένη και προδομένη από τον σύντροφό της. Νιώθει επίσης μοναξιά και ανασφάλεια. Αυτού του είδους ο ρεαλισμός ονομάζεται και προσωπικός ρεαλισμός (Παπαδάτος,2014).    
     Έντονα επίσης στο μυθιστόρημα θίγονται και ζητήματα κοινωνικής,  οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Η Στεφανία και ο Τονίνο ως αδικημένα μέλη μιας κοινωνίας, γίνονται αποδέκτες της βίας, έρχονται αντιμέτωποι με τον σεξισμό της κοινωνίας και αγωνίζονται μόνοι τους. Η Στεφανία καλείται να συμμετάσχει σε συλλογικές διαμαρτυρίες ενάντια στο καθεστώς στην προσπάθειά της να ξεσπάσει την οργή της και να διεκδικήσει ένα καλύτερο μέλλον. Ο ρεαλισμός αυτού του τύπου αποκαλείται συλλογικός ρεαλισμός (Παπαδάτος,2014).
      
ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ
  
      Η ηρωίδα του μυθιστορήματος είναι η Στεφανία. Τουλάχιστον στο αρχικό μέρος του έργου εκείνη είναι που πρωταγωνιστεί. Στην πορεία όμως ένας πολύ δυναμικός χαρακτήρας κάνει την εμφάνισή του και μένει στην ιστορία ως το τέλος ακολουθώντας μια κοινή πορεία με την πρωταγωνίστρια σε σημείο να διεκδικεί ίση αντιμετώπιση στην θέση του ήρωα από τον αναγνώστη. Η Στεφανία και ο Τονίνο λοιπόν είναι οι δυο ήρωες που αντιμετωπίζοντας παρόμοια αδιέξοδα βαδίζουν ο ένας δίπλα στον άλλο στο ταξίδι της ενηλικίωσής τους.
    Αρχικά η Στεφανία. Ένας χαρακτήρας σφαιρικός σύμφωνα με τον Forster (Παπαντωνάκης,2011). Μια ρεαλιστική εκδοχή μιας σημερινής έφηβης. Η προσωπικότητα της ξεδιπλώνεται κατά τη διάρκεια της εξέλιξης της ιστορίας. Στην αρχή του μυθιστορήματος γύρω στα 17, στο τέλος γύρω στα 20. Ένα κορίτσι σαν όλα τα κορίτσια της σύγχρονης κοινωνίας και συγκεκριμένα της μεγαλούπολης. Που αναζητάει την τρυφερότητα, πληγώνεται από φίλους, προδίδεται από τον σύντροφό της και την οικογένειά της. Προδίδεται εν τέλει από την πολιτεία που δεν είναι σε θέση να την προστατεύσει  και να της παραχωρήσει τη θέση που της ανήκει. Απροστάτευτη έρχεται αντιμέτωπη με τους κινδύνους και πέφτει θύμα της αμαρτωλής πόλης.
     Η Στεφανία δεν έχει ευκαιρίες. Ζει σε μια πόλη χτυπημένη από την οικονομική κρίση που ξεγυμνώνει την κοινωνία από τις οποιεσδήποτε αναστολές της. Η ηθική κατάπτωση δεν αφήνει περιθώρια στους αδύναμους. Είτε θα γίνουν θύτες είτε θύματα. Κατά τον συγγραφέα: «Ζούμε σε μια εποχή που όλος αυτός ο δυτικός πολιτισμός κλονίζεται και μάλλον καταστρέφεται. Άρα είναι μια πολιτεία που προδίδει τα παρελθόν της» (Κοντολέων, Μ. ,2019, 10 Ιανουαρίου. Προσωπική συνέντευξη).
     Το μόνο που της μένει είναι να εκμεταλλευτεί τη γυναικεία της φύση. Σύμφωνα με τον συγγραφέα: «Γιατί αυτό πουλάει» . Η εξέλιξη της πλοκής υποβάλλει τη Στεφανία στη μεταβολή της (Παπαντωνάκης,2011). Γίνεται η «Μοίρα». Βιάζεται, εκβιάζεται και πέφτει θύμα απαγωγής κακοποιών στοιχείων που θέλουν να την εκμεταλλευτούν.
    Η ιστορία του Τονίνο παρόμοια. Μια φιγούρα αντιδραστική, επαναστατική. Ομοφυλόφιλος που επέλεξε να διεκδικήσει τη θέση του σε μια κοινωνία που δεν αφήνει περιθώρια διαφορετικότητας, πηγαίνοντας κόντρα στα στερεότυπα, προδομένος επίσης από την πολιτεία. Καταφεύγει και αυτός στο να εκμεταλλευτεί τη δική του ιδιαίτερη γυναικεία φύση για να επιβιώσει. Όπως και η Στεφανία δε ζητά μόνο την επιβίωση αλλά διεκδικεί τη θέση του στην κοινωνία.
     Οι δύο ήρωες συμβαδίζουν ο καθένας στο δικό του παρόμοιο ταξίδι  προς την ενηλικίωση. Η αφήγηση ακολουθεί τα τρία στάδια της εξατομίκευσης. Στο πρώτο στάδιο, της αναχώρησης, ή αλλιώς το στάδιο του ασυνείδητου, ο ήρωας βρίσκεται σε μια κατάσταση αθωότητας και ευτυχίας. Στην Αμαρτωλή πόλη, το πρώτο στάδιο αυτό υφίσταται ίσως μόνο ως ανάμνηση για τη Στεφανία καθώς η ιστορία ξεκινά από το σημείο ακριβώς που η ηρωίδα θα αναλάβει την επικίνδυνη αποστολή της επιβίωσής της στην πόλη. Στο δεύτερο στάδιο, της μεταμόρφωσης ή αλλιώς συνείδησης η ηρωίδα  πραγματοποιεί το δύσκολο αυτό ταξίδι στο οποίο αποκτά τις γνώσεις που θα την οδηγήσουν στο τρίτο στάδιο της επιστροφής ή αλλιώς ολοκλήρωσης της συνείδησης. Η ηρωίδα κατέχοντας πια τη γνώση φτάνει στην εξατομίκευση και επιστρέφει στην πατρική εστία. Εδώ με την έννοια της πατρικής προστασίας καθώς στο τέλος του μυθιστορήματος η Στεφανία πέφτει στην αγκαλιά του πατέρα της.
      Το ταξίδι αυτό της ενηλικίωσης είναι χαρακτηριστικό άλλωστε του είδους μυθιστορήματος Bildungsroman, στο οποίο ανήκει η «Αμαρτωλή πόλη».

Συγκρούσεις

     Κατά την R. Lukens η πλοκή του μυθιστορήματος δεν εμπεριέχει μόνο την εξέλιξη των γεγονότων αλλά και τις συγκρούσεις. Οι συγκρούσεις προσδίδουν ένταση και ενδιαφέρον στο έργο (Lukens,1995) και κατά τον Παπαντωνάκη «αποτελούν ίσως το βασικότερο στοιχείο πλοκής»(Παπαντωνάκης,2011,σελ.170).
    Σύγκρουση μπορεί να είναι η διαμάχη του ήρωα είτε με τον εαυτό του, είτε με κάποιον αντίπαλο, είτε με την κοινωνία ή και τη φύση. Στην «Αμαρτωλή πόλη» συντελούνται όλες αυτές οι συγκρούσεις.
     Η σύγκρουση του ήρωα με τον εαυτό του είναι μια εσωτερική σύγκρουση όταν ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος συνήθως με ένα δίλημμα. Η Στεφανία αντιμετωπίζει ένα σημαντικό δίλημμα όταν σκέφτεται αν θα ακολουθήσει το δρόμο της «Μοίρας» ή όχι.
     Οι συγκρούσεις με άλλους χαρακτήρες είναι οι διαμάχες ανάμεσα σε δύο πλευρές που η κάθε μία αντιπροσωπεύει μια ξεχωριστή δύναμη (Lukens,1995), ηθική ή ιδεολογική (Παπαντωνάκης,2011). Η Στεφανία αντιμετωπίζει πολλές συγκρούσεις αυτού του είδους. Ενδεικτικά η σύγκρουση με την μητέρα της, με τον θείο της και βιαστή της και ακόμα και με τον Κωνσταντή ιδεολογικά. Αντίθετη με την ιδεολογία που εκφράζουν επιλέγει κάτι διαφορετικό.
    Τελικά η Στεφανία είναι σε σύγκρουση με την κοινωνία  την ίδια και το κατεστημένο και εκφράζει την οργή της συμμετέχοντας στις διαδηλώσεις. Η Στεφανία εκπροσωπεί μια ιδεολογία διαφορετική από αυτήν που υποστηρίζει και προασπίζει η Αμαρτωλή Πόλη.
     Όμως η ηρωίδα είναι σχεδόν ανήμπορη να αντιδράσει στη σύγκρουση με τη φύση και τις καιρικές συνθήκες. Έτσι βλέπουμε τη Στεφανία σε ένα κρύο σπίτι που τα καλοριφέρ δε δουλεύουν. Και αυτό το στοιχείο όμως μαζί με όλα τα άλλα είναι που συνηγορεί στην απόφαση της Στεφανίας να μετατραπεί σε «Μοίρα».
    Όλες αυτές οι συγκρούσεις κορυφώνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη και είναι απαραίτητες για την εξέλιξη της πλοκής.

ΣΚΗΝΙΚΟ
 
   Ως σκηνικό στη λογοτεχνία νοείται ο χώρος και ο χρόνος που διαδραματίζεται η ιστορία(Παπαντωνάκης,2011). Στην Αμαρτωλή Πόλη το σκηνικό είναι η πόλη την εποχή της οικονομικής κρίσης. Το σκηνικό και κυρίως το αστικό περιβάλλον έχει ρόλο πρωταγωνιστικό σχεδόν όσο η ίδια η ηρωίδα. Έχει ενεργό ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων και στην κατανόησή τους από τους αναγνώστες.
   
Χώρος

   Κατά τον Παπαντωνάκη ο αστικός χώρος αποτελεί σύμβολο των κινδύνων μια μεγαλούπολης: «στην πόλη καθώς εξελίσσεται ο πολιτισμός και η κοινωνική παθογένεια βρίσκει πρόσφορο έδαφος, ο χώρος εμπεριέχει άγχος και απειλή» (Παπαντωνάκης,2011,σ.23). Αυτό γίνεται έκδηλο ήδη από την αρχή του μυθιστορήματος στη σκηνή της απόδρασης της Στεφανίας:

         Τώρα ένα της μένει να κάνει.
         Να τρέχει ανάμεσα στα σταματημένα αυτοκίνητα.
         Και τρέχει η Στεφανία τρέχει […]
         Τρέχει προς το πεζοδρόμιο και την ακούει – ή ιδεά της ήταν;- τη φωνή
         που διέταζε: «Μαλάκα! Πιάσ’ την!» […]
         Άγνωστη η γειτονιά που χει βρεθεί. Γκρίζα, υγρή.
         Λίγα μαγαζιά… Όπως τα περισσότερα στην πόλη κλειστά.

     Το παραπάνω απόσπασμα είναι ενδεικτικό και ως προς τον τρόπο αναπαράστασης του χώρου. Σύμφωνα με την θεωρία της Mieke Bal η αναπαράσταση του χώρου γίνεται με άμεσο τρόπο (Παπαντωνάκης,2011). Και πιο συγκεκριμένα ο χώρος αποκαλύπτεται σταδιακά στον αναγνώστη σε συνάρτηση με την εξέλιξη της ιστορίας.
  
    Το πόσο σημαντική είναι η έννοια της πόλης είναι φανερό και στον τίτλο του μυθιστορήματος. Η πόλη δηλώνεται άλλωστε από τον τίτλο ξεκάθαρα, τοποθετώντας τον αναγνώστη στον χώρο που εξελίσσεται η ιστορία και κατευθύνοντας τον ως προς την σημασία του στην πλοκή (Παπαντωνάκης,2011).
     Οι χώροι που λαμβάνουν τόπο τα γεγονότα εναλλάσσονται συνεχώς. Η αφήγηση ακολουθεί τη δομή μιας σύγχρονης κινηματογραφικής ταινίας που μας μεταφέρει από τη μια σκηνή στην άλλη. Το σπίτι της Στεφανίας, το καφενείο ή το δωμάτιο του Κλεάνθη. το σπίτι του Τονίνο, εξωτερικοί χώροι, η πόλη, μέσα σε μετρό, καφέ, ταξί, αυτοκίνητα. Η Στεφανία κινείται συνεχώς μέσα στην πόλη. Για τον Παπαντωνάκη η μετακίνηση είναι στοιχείο που εντείνει τη δράση των χαρακτήρων στον χώρο (Παπαντωνάκης,2011).

Αστικός χώρος

    Τα κοινωνικά γεγονότα της εποχής έχουν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής. Η οικονομική κρίση αντικατοπτρίζεται σε όλες τις εκφάνσεις της πόλης, όπως καταδείχθηκε παραπάνω. Έτσι, καθώς οι άνθρωποι αναπτύσσουν δίκτυα αλληλεγγύης  ο χώρος αντιπροσωπεύει τη σκληρή εξουσία και μεταμορφώνεται σε ένα πεδίο αγώνα και διεκδίκησης των πολιτών.
     Η σκηνή της Στεφανίας στη διαδήλωση τίθεται σε αντιπαράθεση με τη σκηνή αποχώρησης του Κωνσταντή, σε έναν άλλο χώρο. Το σημείο αυτό του κειμένου είναι από τα πιο αποκαλυπτικά του μυθιστορήματος:
   
          Το πένθος που δεν εκτονώθηκε από τον θρήνο μπορεί να γίνει θυμός. Οργή.
          Οργή έτσι κι αλλιώς δικαιολογημένη.
          Έχει κάθε λόγο να είναι οργισμένη η Στεφανία.
          Κι έτσι την ώρα που ο Κωνσταντής αφήνει στον ιμάντα παραλαβής αποσκευών
          του αεροδρομίου τη βαλίτσα του και αγκαλιάζει τους γονείς του αποχαιρετώντας
          τους, η Στεφανία στριμώχνεται ανάμεσα σε άλλους διαδηλωτές, κάτω από ένα
          πανό –μαύρο ύφασμα και κόκκινα γράμματα-, πάει και στέκεται και υψώνει τη
          γροθιά και ουρλιάζει το σύνθημα.[…]
          Η Στεφανία δεν ξέρει προς τα πού πρέπει να κατευθυνθεί.
          Τα μάτια της τσούζουν.
          «Δακρυγόνα!»
          Και σε λίγο αποχρώσεις από φλόγες πάνω από τις ταράτσες.
          Φωτιά ρε σεις.. Καίγονται άνθρωποι!»
          Η Στεφανία μαζί με την οργή έχει κι άλλον να την ακολουθεί.
          Φόβος.
          Κάποιος την τραβά από το μπράτσο.[…]
          Μέσα στο μισοσκόταδο μιας κόχης στην είσοδο στοάς.[…]   
          Μα κάποια στιγμή- ναι μόνη έχει βρεθεί. Σε απόμερο μέρος.[…]
          Πνίγεται από τη μοναξιά. Σηκώνει το κεφάλι, σηκώνει το βλέμμα.
          Το πρόσωπό της το βρέχει ένα σιγανό ψιχάλισμα.
          Πάνω από τις οροφές, ψηλά κι ολοένα ψηλότερα κατευθύνεται το
          αεροπλάνο. Η Στεφανία ακουμπά το στόμα σε τοίχο μουχλιασμένο
          από κάπνα και βροχόνερο.
          Γεύση αηδιαστική.
          Προδότη έρωτα!
   
Η Στεφανία βρίσκεται σε έναν χώρο που έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Οι πολίτες στρέφονται ενάντια στη δόμηση της πόλης που συμβολίζει την εξουσία. Είναι μόνη, απροστάτευτη. Νιώθει μοναξιά και φόβο. Η πόλη γύρω της επικίνδυνη, τρομακτική.
Απ’ την άλλη ο Κωνσταντής στο αεροδρόμιο. Χώρος που συμβολίζει την αποχώρηση. Για τη Στεφανία  μια αποχώρηση προδοσία. Ο Κωνσταντής σε ένα προστατευμένο περιβάλλον. Στην αγκαλιά των γονιών του.  Στη συνέχεια η αντιπαράθεση εντείνεται. Η Στεφανία κοιτάζει το αεροπλάνο που φεύγει και έχει στο στόμα της τη γεύση της προδοσίας.

Χρόνος

    Ο χρόνος χρησιμοποιείται κυρίως ως μέσο σύγκρισης μεταξύ μιας πρότερης κατάστασης και της τωρινής. Πώς ήταν πριν η πόλη, και πώς τώρα. Πώς ζούσε πριν η οικογένεια της Στεφανίας και πώς τώρα. Και πώς ήταν στο παρελθόν η ίδια η ηρωίδα και πώς στο παρόν:

         Τώρα η Στεφανία δεν μπορεί να αναγνωρίσει σε ποιο σημείο του 
         καθιστικού ήταν κρεμασμένος ο πίνακας με την υπογραφή του
         παππού της. Τον έχουν αντικαταστήσει έργα μιας άλλης λογικής
         κι άλλης τεχνοτροπίας – γεωμετρικά σχήματα σε χρώματα έντονα,
         καλλιτεχνικές φωτογραφίες των γυναικών που έχουν εγκατασταθεί
         εκεί όπου περπατούσε η Σόνια και τσούλαγε τα αυτοκιητάκια του
         ο Βάσος.

  
Το σκηνικό

    Οι μελετητές της παιδικής λογοτεχνίας διακρίνουν το σκηνικό σε ολοκληρωμένο και μη ολοκληρωμένο. Η περίπτωση της Αμαρτωλής πόλης θα μπορούσαμε να πούμε ότι μπορεί να ενταχθεί στην πρώτη κατηγορία του ολοκληρωμένου σκηνικού. Δηλαδή σε μια περιγραφικά πλήρης αναπαράσταση του χώρου καθώς αποδεικνύεται πως αυτός είναι «οργανικά δεμένος με την εξέλιξη της ιστορίας και τη δράση των ηρώων»(Παπαντωνάκης,2011,σ.47).
    Το σκηνικό νοείται ως ολοκληρωμένο όταν καταρχήν ο τόπος δράσης περιγράφεται με λεπτομέρειες. Η περιγραφή του χώρου με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συμβάλλει στην μετάδοση ορισμένων συνθηκών, όπως το πολιτισμικό πλαίσιο, την οικονομική κατάσταση αλλά και την ιδεολογία. Η περιγραφή του σπιτιού της Στεφανίας είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:
      
         Στη μεγάλη κουζίνα με το μεγάλο τραπέζι στο κέντρο της και όλες τις πιο
         σύγχρονες συσκευές πάνω στους πάγκους.     
         Κάποτε όλα μέσα στην κουζίνα λάμπανε-ψυγείο, ηλεκτρική κουζίνα, πάγκοι..
         Πλέον όλα μουντά. Κάποια είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν. Κάποια είχαν
         πάρει να ξεφλουδίζουν.   σελ.264

Τα αντικείμενα είναι μεγάλα, σύγχρονα και λαμπερά. Συμβολισμοί μιας καταναλωτικής κοινωνίας που τώρα πλέον έχουν ξεφτίσει λόγω των οικονομικών δυσχερειών της οικογένειας.
    Δεύτερον, το σκηνικό ορίζεται ως ολοκληρωμένο όταν οι χαρακτήρες εμφανίζονται σε αρμονία με το χώρο μέσα στον οποίο δρουν. Στο σπίτι της κυρίας Βέρας η Στεφανία και ο Τονίνο μαγεύονται από το περιβάλλον που έχει δημιουργηθεί και αφήνονται σε αυτό:

          Η Στεφανία αφήνεται στις αφές που την ταξιδεύουν - στο τριζάτο του ταφτά
         στο μαλακό του βελούδου, στο γλιστερό του μεταξιού, στο αθώο της δαντέλας.
         Ο Τονίνο δοκιμάζει καπέλα με φτερά – γίνεται ξωτικό πουλί που φεύγει πάνω
         από την πόλη.   σελ. 265

    Τέλος στο ολοκληρωμένο σκηνικό ο χρόνος πραγματοποίησης των γεγονότων προσδιορίζεται ακριβέστερα. Στην «Αμαρτωλή πόλη» ο αναγνώστης είναι σε θέση να γνωρίζει εξαρχής το πότε έλαβαν χώρα τα γεγονότα καθώς οι τίτλοι των κεφαλαίων του βιβλίου δηλώνουν αυτό ακριβώς σε σύγκριση με το τώρα:

          1. Σήμερα… Τώρα
          2. Πριν… Πολύ πιο πριν από σήμερα
          3. Πριν… Πιο πριν από σήμερα
          4. Πριν… Λίγο πιο πριν από σήμερα
          5. Σήμερα… Τώρα
   
Περιγραφή γεωγραφικού χώρου

    Στην «Αμαρτωλή πόλη» ο χώρος αποδίδεται με ρεαλιστικό τρόπο. Περιγράφονται πολλές εκφάνσεις της πόλης εμπλουτισμένες με περιγραφές ήχων, χρωμάτων, οσμών και των συναισθημάτων που αυτά προκαλούν:

          Στη λεωφόρο ακίνητα αυτοκίνητα.
         Στα καλώδια του ηλεκτρικού –λίγο πιο πριν- κάποια πουλιά.
         Τρομάξανε.... Πετάξανε. Τα καλώδια τώρα γυμνά.
         Κάποιο τροχαίο, κορναρίσματα, φρεναρίσματα και ξαφνικά
         μποτιλιάρισμα και στις τέσσερις λωρίδες.    (σελ.13)

         Το φως για παράδειγμα. Το φως του ουρανού της πόλης. Πάντα υπήρχε
          μα τώρα πια ίδιο δεν είναι.
         Κάποτε θα το ‘λεγες φωτεινό ή χρυσαφί ή..Έτσι στο πιο ποιητικό
         λουσμένο τάχα μου μέσα στις γαλανές αποχρώσεις του ουρανού.
         Τώρα… Τώρα άλλα χρώματα σου θυμίζει – το γκρι της στάχτης,
         το σκοτωμένο καφέ της βρομιάς, το μαύρο της απελπισίας…
         Βάλε και το κίτρινο του θυμού   (σελ. 38)

         Τώρα θα μου πεις πως όταν περπατάς βλέπεις από πιο κοντά μαζί
         με τα καλά των δρόμων και τα άσχημα…
         Τοίχους που αναδίδουν μυρωδιά από ούρα και μούχλα.    (σελ. 54)
        
Οι λεπτομερείς αυτές περιγραφές είναι αναγκαίες για την πειστικότητα του κειμένου και τη δημιουργία των προϋποθέσεων που θα οδηγήσουν στην εξέλιξη της ιστορίας.

Χώρος – ψυχική διάθεση

    Σε άλλες περιπτώσεις το σκηνικό λειτουργεί ως αντικατοπτρισμός της διάθεσης των ηρώων. Το παρακάτω απόσπασμα είναι ενδεικτικό. Μια καταθλιπτική περιγραφή του σκηνικού μέσα στο οποίο βρίσκεται ο Κλεάνθης, το οποίο αντιπροσωπεύει τέλεια την ψυχική του κατάσταση:

         Και ο Κλεάνθης κάθεται κάτω από το στέγαστρο της ταβέρνας και ακούει
         τον ρυθμικό ήχο που κάνουνε οι στάλες της βροχής καθώς πέφτουνε στο
         ελενίτ και βλέπει τους νερόλακκους στο δρόμο να ξεχειλίζουν και τα
         βροχόνερα να παρασύρουν πατημένες γόπες, να ενώνονται με απομεινάρια
         λαδιών που στάξανε από περαστικό αυτοκίνητο, να διαλύουν τα υπολείμματα
         μιας φέτας ψωμιού που κάποια γάτα δεν καταδέχτηκε να φάει.   (σελ. 271)


      Η περιγραφή της πόλης, με τα σκουπίδια, τις εικόνες εγκατάλειψης, τις δυσάρεστες οσμές, τα εγκαταλειμμένα κτίρια και πλατείες να ρημάζουν, τους άστεγους, τους ζητιάνους και τους ''κακούς'', τις πορείες, τη βία, το θυμό αποτυπώνουν μια πόλη στο έλεος της οικονομικής κρίσης και της κρίσης αξιών. Μια πόλη που αντικατοπτρίζει τους κατοίκους της. Τα πάντα καταρρέουν και η πόλη, με την έννοια της Πολιτείας είναι ανίκανη να προστατεύσει τους ανθρώπους της. Οι άνθρωποι δεν είναι αμαρτωλοί. Η πόλη είναι (Κοντολέων,Μ.,2019,10 Ιανουαρίου, προσωπική συνέντευξη). Για τη Στεφανία η πόλη σηματοδοτεί άλλοτε τον κίνδυνο και την απειλή, άλλοτε την ασφάλεια και άλλοτε τον χώρο της σύγκρουσης μεταξύ του κράτους και των πολιτών, και της διεκδίκησης.

Γενετικός Δομισμός

     Κατά τη Σαμαρά «η κοινωνιολογία της λογοτεχνίας θεωρεί το έργο αποτέλεσμα των κοινωνικο-οικονομικών παραγόντων: ακόμη και η λογοτεχνική μορφή ή η υπερίσχυση ενός λογοτεχνικού είδους σε μια ορισμένη εποχή οφείλουν την ύπαρξή τους στην κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα.» (Σαμαρά,1987,σελ.47).
     O Lucien Goldmann μελετά το έργο λογοτεχνίας επανατοποθετώντας το στην εποχή της συγγραφής του και ερμηνεύοντας το ως απόρροια των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών της (Σαμαρά,1987).
Η θεωρία του Goldmann αποκαλείται γενετικός δομισμός καθώς μελετά την γένεση και την ερμηνεία του λογοτεχνικού κειμένου, βασιζόμενη στη δομή και τοποθετώντας το στο  χωροχρονικό πλαίσιο της συγγραφής του. Δηλαδή το αυτοτελές σύνολο που αποτελείται από αλληλοεξαρτώμενα φαινόμενα ή στοιχεία με σταθερή σχέση μεταξύ τους.
     Αναζητώντας τη δομή της Αμαρτωλής πόλης, δηλαδή το σύνολο που συνδέει όλα τα αλληλοεξαρτώμενα φαινόμενα της αφήγησης, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως η δομή είναι η ίδια η αμαρτωλή πόλη. Η αμαρτωλή πόλη με την έννοια της πολιτείας που «δεν  περιθάλπει, δεν κανακεύει, δε σκληραγωγεί σωστά τα παιδιά της» (Κοντολέων,Μ.,2019,10 Ιανουαρίου.Προσωπική συνέντευξη).  Μια πόλη των τελευταίων ετών που η οικονομική κρίση την έχει μεταμορφώσει σε ένα δυστοπικό πεδίο δράσης κακοποιών στοιχείων. Οι άνθρωποί της διεφθαρμένοι, επιρρεπείς στη βία, την εγκληματικότητα, την εκμετάλλευση και την ηθική κατάπτωση. Αν δεν είναι τα κακοποιά στοιχεία θα είναι ο ζητιάνος, ο μετανάστης, ο τρελός, τα βουβά, αμέτοχα πρόσωπα του μετρό ή το οργισμένο πλήθος που φωνάζει και πετάει πέτρες. Θύματα και θύτες, ή και τα δύο ταυτόχρονα.  Η πόλη με όλες τις παθογένειές της, η ίδια θύμα των πολιτικών και οικονομικών γεγονότων. Γκρίζα, βρώμικη, μίζερη και άδικη. Με μυρωδιές από σκουπίδια και ούρα. Μυρωδιές από τη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου που την έφτιαξε. Σπασμένη από την οργή των εξαπατηθέντων νέων. Μέσα σε αυτήν την κοινωνία γεννήθηκε το έργο του συγγραφέα και μέσα από αυτήν μπορεί να ερμηνευθεί.
    Οι αναπαραστάσεις των συλλογικών δράσεων στην ιστορία που γεννήθηκαν από την ανάγκη αντίδρασης των πολιτών προς το καθεστώς, αντιπροσωπεύουν και την κοινωνική ομάδα που εκφράζεται μέσα από το μυθιστόρημα αυτό. Το μυθιστόρημα  γεννήθηκε λόγω της οικονομικής αυτής πραγματικότητας. Η ομάδα που εξοργισμένη διαμαρτύρεται εκφράζει το σύνολο των οραμάτων και των συναισθημάτων που ενώνει τα μέλη της, δηλαδή την κοσμοθεωρία τους. Η κοσμοθεωρία που ανήκει στον συγγραφέα αλλά πηγάζει από την συλλογική συνείδηση (Σαμαρά,1987).
     Η συλλογική συνείδηση πηγάζει από την ομάδα και κατά την Σαμαρά «η σύγχρονη κοινωνία τείνει να εξαφανίσει το Εμείς και να το μεταβάλει σε ένα άθροισμα πολλών ξεχωριστών ατόμων που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους» (Σαμαρά,1987,σελ.53)
    Σύμφωνα με τον Goldmann «η σημαίνουσα δομή είναι δυναμική και εκφράζει σε συστηματική μορφή τις αντιφάσεις που παρουσιάζει το έργο» (Σαμαρά,1987,σελ.53).
Συνεπώς η πολιτεία που δεν μπορεί πια να προστατεύσει τα μέλη της, ενώ για αυτό τον λόγο δημιουργήθηκε, είναι η αντίφαση αυτή που συνιστά τη σημαίνουσα δομή.
Για τον Golmann το λογοτεχνικό έργο δεν πρέπει να περιορίζεται στην απλή καταγραφή των γεγονότων αλλά να δημιουργεί έναν κόσμο που τα άτομα γίνονται συνειδητά μέλη της ομάδας εκφράζοντας την κοσμοθεωρία τους. Όταν αυτό γίνεται με τρόπο που να πληροί τα κριτήρια της αισθητικής τότε έχουμε ένα λογοτεχνικό έργο (Σαμαρά,1987,σελ.55).

Η ιδεολογία του συγγραφέα

    Σύμφωνα με την Joan Rockwell η λογοτεχνία παίζει σημαντικό ρόλο στην  ένταξή τους στην κοινωνία και στην μετάδοση σε αυτά αξιών. Αυτό μπορεί να γίνει με δύο τρόπους. Είτε με βιβλία με ξεκάθαρη διδακτική πρόθεση είτε με βιβλία που η ιδεολογία τους είναι υφέρπουσα. Συνεπώς με τον δεύτερο τρόπο η ιδεολογία προβάλλεται πιο νόμιμα και πιο ισχυρά εφόσον φαινομενικά γίνεται μόνο μια απλή καταγραφή γεγονότων. Οι αφηγηματικοί τρόποι είναι συνδεδεμένοι με τον τρόπο εμφάνισης της ιδεολογίας σε ένα κείμενο.
    Καταρχήν η οπτική γωνία του αφηγητή. Στην Αμαρτωλή πόλη η αφήγηση είναι χωρίς εστίαση. Υπάρχει ένας αφηγητής που αποδίδει την ιστορία μέσα από τη δική του θέαση. Παρόλα αυτά αποσπασματικά η αφήγηση γυρνάει σε πρώτο ή δεύτερο πρόσωπο όταν ακούμε τις σκέψεις των χαρακτήρων. Βέβαια σε πολύ περιορισμένο βαθμό. Συνεπώς έχουμε μια κυρίως αντικειμενική αφήγηση, όπου ο αφηγητής είναι αρκετά αποστασιοποιημένος από τους χαρακτήρες με στοιχεία εναλλαγής του προσώπου αφήγησης που στιγμιαία μας μεταφέρει στη σκέψη του χαρακτήρα. Η χρήση των αφηγηματικών προσώπων συντελεί στην ιδεολογική διάσταση του έργου.
      Σύμφωνα με τον Bakhtin η αφήγηση είναι πολυγλωσσική καθώς υπάρχει μια σύνθεση διαφορετικών λόγων ενταγμένων μαζί. Η διαλογικότητα αυτή των διαφορετικών λόγων αναδεικνύει το στοιχείο της πάλης ανάμεσα σε κοινωνικές ή εθνικές ομάδες.
     Η πλοκή από την άλλη με τις συγκρούσεις και τις κορυφώσεις σκοπό έχει να κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο για να τον κρατήσει κατά την αναγνωστική διαδικασία. Στην Αμαρτωλή πόλη αξίες που ανήκουν σε διαφορετικές ιδεολογίες έρχονται σε σύγκρουση ως αντίπαλες ομάδες της ίδιας κοινωνίας.
     Τελικά η σημαίνουσα δομή μας υποδεικνύει πως ο αναγνώστης καλείται να γίνει μέλος μιας συλλογικής δράσης, να αντιδράσει και να διεκδικήσει. Χωρίς σαφείς πολιτικούς συνειρμούς, παρά μόνο ενδείξεις, για παράδειγμα το χρώμα του πανό στη διαδήλωση είναι μαύρο με κόκκινα γράμματα, χρωματικός συνδυασμός που παραπέμπει στον αναρχικό χώρο, η ιδεολογία μόνο υπονοείται.
     Οι νέοι καλούνται να πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους, να χειραφετηθούν. Η Στεφανία και ο Τονίνο είναι δύο όχι μόνο απροστάτευτοι νέοι αλλά και οι ίδιοι προστάτες των γονιών τους.  Παλεύουν να επιβιώσουν και να διεκδικήσουν την ταυτότητά τους, κοινωνική ή σεξουαλική και να ενηλικιωθούν. Πρέπει να βγουν από μια αμαρτωλή πόλη και να σταθούν ηθικά ψηλότερα από αυτήν και τους ανθρώπους της.


 Η ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

     Η Αμαρτωλή Πόλη είναι μια ιστορία του σήμερα. Οι καταστάσεις που οι χαρακτήρες αντιμετωπίζουν είναι συνηθισμένες καταστάσεις που αντιμετωπίζουν πολλές έφηβες και νέες. Διαβάζοντας την ιστορία της Στεφανίας είναι πολύ πιθανό  να ταυτιστούμε με την ηρωίδα σε μεγάλο βαθμό.  Ο τρόπος που μεγάλωσε, το πρότυπο της οικογένειας, οι συνηθισμένες καταστάσεις της γειτονιάς και του σχολείου και μετά οι ανατροπές. Οι ανατροπές που έγιναν χτες για εμάς τους αναγνώστες-τριες, θα γίνουν σήμερα, η περιμένουμε να γίνουν αύριο.
     Η πόλη που περιγράφεται στην ιστορία είναι  η ίδια η πόλη μας.  Αν δεν είναι ο ίδιος μας ο εαυτός που «βλέπουμε» στην Στεφανία ή τον Τονίνο, θα είναι ο συμμαθητής μας, ο «κολλητός» μας, ή η κοπέλα του διπλανού διαμερίσματος. Τις εικόνες, τις μυρωδιές που μας μεταφέρονται μέσα από τις περιγραφές, τις έχουμε βιώσει κι εμείς και θα τις βιώνουμε κάθε φορά που βγαίνουμε από το σπίτι μας. Ή ακόμα και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι. Το κρύο, που δεν έχουμε χρήματα να το νικήσουμε, οι ελλείψεις σε βασικά αγαθά της καθημερινότητας, ο καθημερινός αγώνας της επιβίωσης είναι ζητήματα που απασχολούν και εμάς ή μας έχουν απασχολήσει στο παρελθόν.
     Τα γεγονότα που συμβαίνουν στην πόλη, οι διαμαρτυρίες, η βιαιότητα ως αποτέλεσμα οργής των κατοίκων είναι και δικά μας βιώματα. Μπορεί και εμείς οι ίδιοι να ήμασταν εκεί, μαζί με τη Στεφανία.

     Ως αναγνώστες-τριες λοιπόν, που ψάχνουμε κομμάτια του εαυτού μας και της καθημερινότητάς μας μέσα στην ιστορία, οι προσδοκίες μας αυτές ικανοποιούνται σχεδόν κάθε στιγμή κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Και κατά την Rosenblatt και τη Συναλλακτική της θεωρία, συναντάμε ένα πλήθος κειμενικών στοιχείων που μας βοηθούν να δημιουργήσουμε το δικό μας πλαίσιο όπου μέσα σε αυτό θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τα δικά μας βιώματα. Είτε από τις περιγραφές των προσώπων ή των καταστάσεων, είτε από τα γνωστά μας τραγούδια, ποιήματα ή βιβλία που αποσπάσματα τους ενσωματώνονται στην αφήγηση, η ιστορία μας βάζει ακόμα πιο βαθιά στις αναμνήσεις και τα βιώματα μας και ανατροφοδοτεί την αναγνωστική μας εμπειρία.       Συνεπώς μπορούμε να πούμε ότι μέσα από τις πολλαπλές ταυτίσεις  που προσφέρονται στο μυθιστόρημα και τον ενεργητικό ρόλο που αποκτά ο αναγνώστης, χτίζεται μια αμοιβαία σχέση μεταξύ κειμένου και αναγνώστη που η Rosenblatt ονομάζει συναλλαγή. Η σχέση αυτή κατά την Rosenblatt , δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να «βιώσει τη λογοτεχνική εμπειρία και όχι απλώς να αποκτήσει τη γνώση που ενσωματώνεται στο κείμενο»(Πολίτης,1996,σελ.26)
 Συμπεράσματα

    Το μυθιστόρημα τελειώνει με την κάθαρση των ηρώων. Τελικά φέρνοντας σε πέρας το ταξίδι της εξατομίκευσης, κατέχοντας πια τη γνώση και τη συνείδηση καταφέρνουν να σταθούν ηθικά ψηλότερα από την αμαρτωλή πόλη που δεν τους προστάτευσε.
    Η Αμαρτωλή πόλη είναι ένα σκληρό μυθιστόρημα τοποθετημένο στη σύγχρονη πραγματικότητα. Ο συγγραφέας χωρίς ωραιοποιήσεις και ρομαντισμούς καταδεικνύει τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, που έχει μετατραπεί σε κρίση αξιών, σε κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο. Χωρίς άμεση διδακτική πρόθεση καλεί τους νέους σε συλλογικές δράσεις για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων και της θέσης τους στην κοινωνία.

Τέλος








Βιβλιογραφικές αναφορές
1. Πρωτογενής πηγή
Κοντολέων, Μ.,(2016).  Αμαρτωλή πόλη. Αθήνα: Πατάκης.

2. Μελέτες
α. Ελληνόγλωσες:
Κανατσούλη, Μ. (1997). Εισαγωγή στη θεωρία και κριτική της παιδικής λογοτεχνίας σχολικής και προσχολικής αγωγής. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.
Κανατσούλη, Μ. (2000). Ιδεολογικές διαστάσεις της παιδικής λογοτεχνίας. Αθήνα: Τυπωθήτω.
Παπαδάτος, Σ.Γ. (2014). Το παιδικό βιβλίο στην εκπαίδευση και στην κοινωνία. Αθήνα: Παπαδόπουλος.
Παπαντωνάκης, Γ. (2009). Θεωρίες Λογοτεχνίας και ερμηνευτικές προσεγγίσεις κειμένων για παιδιά και νέους. Αθήνα: Πατάκης.
Παπαντωνάκης, Γ, Κωτόπουλος, Τ. (2011). Σκηνικό, χαρακτήρες, πλοκή. Αθήνα:        Εκδοτικός όμιλος ΙΩΝ.
Παπαντωνάκης, Γ, Κωτόπουλος, Τ. (2011). Οι ιδέες των παιδιών για την παιδική λογοτεχνία: Θεωρία και έρευνα της αναγνωστικής ανταπόκρισης. Αθήνα: Τόπος.
Σαμαρά Ζ. (1987). Προοπτικές του κειμένου. Θεσσαλονίκη: Κώδικας.

β. Ξενόγλωσσες
Lukens, R. (1995). Critical handbook of children’s literature. New York: Harper Collins College Publ.

γ. Έντυπα
Πολίτης, Δ. (1996). «Ο ρόλος του αναγνώστη και η συναλλακτική θεωρία της L. M. Rosenblatt». Επιθεώρηση παιδικής λογοτεχνίας, αρ. τ. 11. σ.21-33.

δ. Ιστοσελίδες

https://diastixo.gr/kritikes/efivika/6136-amartoli-poli-kontolewn, Μάνος Κοντολέων: «Αμαρτωλή πόλη», Μαριόν Χωρεάνθη.

https://www.elniplex.com/αμαρτωλη-πολη-του-μανου-κοντολεων/, Αμαρτωλή πόλη, του

Μάνου Κοντολέων. Απόστολος Πάππος.


21.11.19

Θανάσης Τριαρίδης «Το περίσσιο παιδί»




Θανάσης Τριαρίδης
«Το περίσσιο παιδί»
Σχέδια: Νικόδημος Τριαρίδης
Εκδόσεις Gutenberg


Ο Θανάσης Τριαρίδης είναι μια εντελώς ιδιαίτερη όσο και ενδιαφέρουσα περίπτωση σύγχρονου Έλληνα συγγραφέα.
Γεννημένος το 1970 στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε Νομικά, αλλά από τα πρώτα χρόνια της φοιτητικής του ζωής ξεκίνησε να ασχολείται με τη λογοτεχνία, ενώ πολύ σύντομα στράφηκε και στον ακτιβισμό.
Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει περισσότερα από 50 βιβλία με αφηγήσεις (μυθιστορήματα, διηγήματα), ποιήματα, θέατρο και δοκίμια.
Με μια συνεχή παρουσία κυρίως στο χώρο του διαδικτύου έχει υπογράψει σχεδόν 300 πολιτικά και αισθητικά κείμενα.
Τα τελευταία χρόνια θεατρικά του έργα ανεβάζονται  από επαγγελματικούς αλλά και ερασιτεχνικούς θιάσους.
Όλα του τα έργα μπορεί κανείς να τα βρει ελεύθερα δικαιωμάτων και στην ηλεκτρονική του σελίδα.
Είναι ιδιαίτερα δύσκολο -από ένα σημείο και μετά δεν θα είχε και τόσο ενδιαφέρον- να κατατάξει κανείς το πεζογραφικό έργο του Τριαρίδη σε ένα λογοτεχνικό είδος. Γι αυτό άλλωστε και ο ίδιος έχει επιλέξει τον όρο «αφηγήσεις» για να καλύψει κάτω από την ίδια ομπρέλα συνθέσεις που αν έχουν κάτι το κοινό, αυτό  είναι ένας απόλυτος ουμανισμός και μια έντονη αντίθεση σε κάθε μορφή βίας και εξουσίας.
Το πλέον πρόσφατο από τα εκδομένα έργα του είναι «Το περίσσιο παιδί».
Όπως όλα τα βιβλία του Τριαρίδη που έχουν κυκλοφορήσει με έντυπη μορφή, έτσι κι αυτό διαθέτει μια άψογη εκδοτική ποιότητα.
Ο Τριαρίδης είναι συνήθως και ως άτομο και ως συγγραφέας πληθωρικός. Λίγα τα βιβλία του που είναι ολιγοσέλιδα -αλλά αυτά είναι και εκείνα που κάνουν την πιο άμεση και καίρια κριτική στο κοινωνικό σύστημα της Δύσης.
Τα υπενθυμίζω: «Ονειρεύτηκα τα λευκά Χριστούγεννα» (Εκδόσεις Διάπυρον, 2009),    «Το αγόρι πίσω από το τζάμι» (Εκδόσεις Διάπυρον, 2011), και τώρα «Το περίσσιο παιδί».
Και στα τρία η κριτική ενός συστήματος που κατασπαράζει (ή που κάτι τέτοιο τουλάχιστον προσπαθεί) όχι μόνο τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και την ίδια την έννοια του ανθρώπου, ενός συστήματος που με ρατσιστικές απόψεις περιθωριοποιεί ομάδες και συμπεριφορές,  είναι έντονα φορτισμένη και την υποστηρίζει για γραφή όπου το ποιητικό συνυπάρχει με το ρεαλιστικό.
Στην περίπτωση όμως του τελευταίου βιβλίου, το ρεαλιστικό μετατρέπεται σε μια αφήγηση ‘επιστημονικής παραμυθίας’.
Αναγνωρίζω το αδόκιμο του ορισμού, αλλά δεν μπόρεσα να ανακαλύψω κάποιον άλλον για να περιγράψω τη σύσταση μιας αφήγησης που από τη μια θέλει να θυμίζει τη δομή ενός παραμυθιού -Ήταν κάποτε… - και από την άλλη την παρουσία επιστημονικής φαντασίας -… ένα πρόγραμμα στο κομπιούτερ.
Με αυτή, λοιπόν, τη μείξη, ο Τριαρίδης αφηγείται την προσπάθεια ενός ηλεκτρονικού προγράμματος να σώσει από την καταστροφή ένα σκουπίδι -ένα περίσσιο παιδί- της κοινωνίας που όμως εκείνος μπόρεσε να του αναγνωρίσει το δικαίωμα στη ζωή. Και θυσιάζοντας την ίδια το την ύπαρξη του έφτιαξε ζωτικό χώρο για να υπάρχει.
Στην ουσία αυτό που ο Θ. Τ. επιχειρεί είναι να πείσει πως πάντα θα υπάρχει κάποιος ή κάτι  για το οποίο θα αξίζει να πιστεύουμε ότι αποτελεί την ελπίδα συνέχειας του ουμανισμού και της συμπαράστασης.
Ασυνήθιστο κείμενο, ανοιχτό σε μια μεγάλη γκάμα προσεγγίσεων. Αλλά ο ίδιος ο συγγραφέας, στο επίμετρο που ακολουθεί την ολιγοσέλιδη ιστορία του, μας δίνει πληροφορίες για την πηγή της έμπνευσής του. Και μας αναφέρει τραγικά στοιχεία ύπαρξης πολλών εκατομμυρίων νεογέννητων παιδιών στις χώρες της Αφρικής που για λόγους οικονομικής εξαθλίωσης των γονιών τους εγκαταλείπονται σε ερημικές τοποθεσίες και ή άμεσα πεθαίνουν ή αν περισυλλεγούν από τις αρχές και πάλι τα περισσότερα από αυτά θα βρούνε μέσα στα επόμενα χρόνια τον θάνατο από ποικίλες αρρώστιες. Όσα, τέλος, επιζήσουν θα βιώνουν την απόλυτη εξαθλίωση και θα υφίστανται την απόλυτη εκμετάλλευση.
Η ευθύνη, οι ενοχές μιας κοινωνίας που δεν μπόρεσε τις αρχές του  Διαφωτισμού,  που ισχυρίζεται πως την διαμόρφωσαν, να τις μετατρέψει σε πράξεις παρέμβασης  σε όλον τον πλανήτη, αποτελεί το θέμα αυτής της ιστορίας.
Όπως και πιο πάνω σημείωσα η όλη έκδοση είναι ιδιαίτερα φροντισμένη. Σημαντικό μερίδιο αυτής της ποιότητας ανήκει και στον Νικόδημο Τριαρίδη, ο οποίος υπογράφει το εξώφυλλο και εικόνες των εσωτερικών σελίδων.

Πρώτη ανάρτηση:

17.11.19

40 χρόνια… Έψαχνα πάντα τις Κλασικές Ιστορίες



Τριστάνος και Ιζόλδη* μια ιστορία των γλάρων
Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης
Το βιβλίο της ζωής του Μεγάλου Γαργαντούα
-Μάνος Κοντολέων :  40 χρόνια… Έψαχνα πάντα τις Κλασικές Ιστορίες-
                      Από τις Εκδόσεις Πατάκη
                               ************

Κλασικές ιστορίες και πρόσωπα που αποτελούν τις βάσεις του Δυτικού Πολιτισμού.
                                      *******

Μια μεγάλη ερωτική ιστορία από τα χρόνια του Μεσαίωνα, φτάνει και στις μέρες μας μέσα από την αφήγηση ενός… γλάρου.


Ο μεγάλος ονειροπόλος ταξιδεύει μέσα στους αιώνες και κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα.

Το βιβλίο τα ζωής του μεγάλου Γαργαντούα
Ένας  ήρωας από το παρελθόν που όμως λες κι έρχεται από το μέλλον!

                                      ***************

Κι απ’ τη δεξιά του τη μεριά αφήστε παραθύρι
να μπαίνει αέρας της αυγής κι ο ήλιος της ημέρας
Αυτά τραγούδαγε ο Τριστάνος εκεί στο σπιτάκι του δασκάλου του   και λίγο προτού πάρει την απόφαση να αφήσει πίσω του μια γυναίκα και μια ιστορία αγάπης,  για να αναζητήσει… Να ακολουθήσει εκείνη  που γεννά όλες τις Ιστορίες του κόσμου. Την Περιπλάνηση –αυτή ήταν η δική του μοίρα.
Και τώρα εγώ  είδα –το κρεβάτι δίπλα σε παραθύρι ανοιχτό στον ορίζοντα, και πάνω στο κρεβάτι εκείνον… Είδα.
Ο αέρας της αυγής σίγουρα έμπαινε, ο ήλιος της ημέρας κι αυτός εκεί ήταν… Μα…
Αέρας παγωμένος και ήλιος ασθενικός. Στις χώρες τις πολύ βορινές –το είχα ακούσει, μα πρώτη μου φορά το έβλεπα- η μέρα ελάχιστα κρατεί. Όλα βουλιαγμένα άλλοτε στο μισόφωτο των σύννεφων κι άλλοτε στο απόλυτο μαύρο ασέληνης νύχτας.
Κι ο ίδιος ο Τριστάνος… Έτσι χλομός  και ανήμπορος.  Σκιά του παλιού εαυτού του!
Τριστάνος και Ιζόλδη* μια ιστορία των γλάρων

                                   ******************

Η πρώτη εικόνα που θυμάμαι είναι το πρόσωπο ενός ανθρώπου να σκύβει από πάνω μου.
Πρόσωπο αδύνατο, με ρυτίδες και αραιά, γκρίζα γένια γύρω από το πιγούνι του.
Και μετά –η δεύτερη εικόνα-  ήταν το βλέμμα αυτού του ανθρώπου.
Αυτό το βλέμμα είναι που μου άλλαξε όλη τη ζωή.
Πάντα εκείνος που πρώτος σε κοιτά και πάνω σου ρίχνει τη ματιά του, είναι κι αυτός που θα καθορίσει το τι θα γίνεις.
Γι αυτό είναι που όλοι –άνθρωποι και ζώα- μιλάμε για τη μάτια της μάνας μας. Για το βλέμμα της που μας χάρισε το πρώτο σκίρτημα της καρδιάς.
Αλλά εγώ δε γνώρισα μανούλα.
Δεν ξέρω πως ήταν. Η ματιά της δε με έντυσε* το χνώτο  της δε με ζέστανε.
Όλα αυτά εκείνος ο άνδρας μου τα χάρισε.
Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης

                         **********************

Λένε πως το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει!
Κι αυτοί που το λένε κάτι θα ξέρουν. Εγώ πάντως πιστεύω πως κάτι τέτοιο συμβαίνει.
Έγραψα πιο πριν πως ο Γαργαντούας είναι ένας γιγάντιος άνδρας.
Και από τότε που γεννήθηκε, ένα γιγάντιο μωρό ήταν.
Το μήλο κάτω από τη μηλιά έπεσε…
Έτσι ήταν γραφτό του να γεννηθεί, μιας και ο πατέρας του γίγαντας κι αυτός ήταν.
Βέβαια, όπως συμβαίνει πάντα με τη νέα τη γενιά, τα παιδιά σε όλα ξεπερνούν τα γονικά τους.
Ο πατέρας του Γαργαντούα ήταν γίγαντας, που όμως ο γιος του έμελλε να τον ξεπεράσει.
Το βιβλίο της ζωής του μεγάλου Γαργαντούα



16.11.19

Μιχάλης Μαλανδράκης Patriot


Μιχάλης Μαλανδράκης
Patriot
Νουβέλα
Εκδόσεις Πόλις



Στα Χανιά, το 1996, γεννήθηκε ο Μιχάλης Μαλανδράκης. Σπούδασε Κινηματογράφο και αποφοίτησε από το Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου.
Η νουβέλα Patriot είναι το πρώτο του βιβλίο που εκδίδεται.
Μια εντελώς, λοιπόν, νέα παρουσία στη λογοτεχνίας μας ο Μ. Μ.
Τι ένας αναγνώστης της νεοελληνικής λογοτεχνίας περιμένει από μια πρώτη εμφάνιση ενός 23χρονου;
Εγώ -με καθαρά προσωπικό τρόπο απαντώ σε αυτό το ερώτημα- περιμένω μια γραφή όπου από τη μια θα με κάνει να εμπιστευθώ την φρεσκάδα της νιότης της και από την άλλη να με πείσει πως ξέρει νέα αφηγηματικά τερτίπια που ενώ  θα διαθέτουν τον ρυθμό της εποχής μας παράλληλα θα μου γνωρίζουν τους ανθρώπους που με κάποιο τρόπο διαμορφώνουν αυτόν τον ρυθμό.
Κεντρικός ήρωας της νουβέλας -αυτός και μας εξιστορεί την καθημερινότητά του- είναι ο εικοσιτριάχρονος Αγκίμ. Αλβανός που παιδί ήταν όταν  μετανάστευσε στην Ελλάδα με τους δικούς  του και μετά, όταν εκείνοι επέστρεψαν στην πατρίδα τους, αυτός προτίμησε να μείνει εκεί όπου είχε περάσει την εφηβεία του.
Οι γονείς μου με τον αδελφό μου φύγανε το ίδιο καλοκαίρι, Ο πατέρας μού έδωσε περιθώριο ένα μήνα, για να βρω δουλειά. Αλλιώς, θα επέστρεφα. Να επέστρεφα που; Δεν ήξερα κανένα εκεί και δεν ήταν μόνο αυτό το πρόβλημα. Ήξερα τι λέγανε για όσους επέστρεφαν  από Ελλάδα. «Γύρισαν οι Έλληνες», «Ήρθε ο πρωτευουσιάνος που δεν ξέρει να μιλάει τη γλώσσα του». Έψαξα σαν τρελός να βρω κάτι, να με κρατήσει στην Ελλάδα.
Ο Αγκίμ θα βρει δουλειά ως σερβιτόρος και τις ώρες που θα είναι ελεύθερος θα παίζει το κλαρίνο του -αυτοδίδακτο ταλέντο είναι- στους δρόμους. Μένει με άλλους δυο σε γκαρσονιέρα. Και ενώ δεν περιμένει κάτι να αλλάξει, ξαφνικά κάποιος θα προσέξει το παίξιμο του και θα του προτείνει μια άλλη δουλειά…  
Από το σημείο αυτό και πέρα ο Αγκίμ από κομπάρσος σε μια ανιαρή και μίζερη καθημερινότητα, θα πάρει ρόλο πρωταγωνιστικό, μα σε έργο που και άλλοι έχουν γράψει και άλλοι σκηνοθετούνε.
Ο Μαλανδράκης σπούδασε κινηματογράφο και ΜΜΕ, άρα έχει εντρυφήσει σε μια τεχνική αφήγησης που στηρίζεται στην γρήγορη εναλλαγή εικόνων.
Και μ’  αυτήν τη γνώση δείχνει πως αποφάσισε να ολοκληρώσει την ιστορία και να την αφηγηθεί όχι με εικόνες, αλλά με λέξεις που ενώ υποτάσσονται στην δύναμη των περιγραφών, παράλληλα κρατάνε την ικανότητα να τέμνουν σε βάθος σκέψεις και συναισθήματα.
Νιώθω πολύ καλύτερα κι αποφασίζω να πιω τον καφέ μου στη στοά Μητροπόλεως. Έχω δυο επιλογές: ή τα παρατάω όλα και γυρίζω πίσω  -μόνο με δυο χιλιάρικα καβάντζα- ή μένω εδώ. Τώρα που έστρωσα δρόμο θα φύγω; Κι απάνω τι θα κάνω;  Θα μένω με τον πατέρα και τη μάνα; Και τι θα τους πω; Δυο χιλιάρικα σε πέντε χρόνια; Αποτυχία.
Με γρήγορους ρυθμούς, λοιπόν, ο Μ. Μ. μας συστήσει τους χαρακτήρες και εξιστορεί τα γεγονότα.
Αλλά πίσω από το κινηματογραφικό ύφος, υπάρχει πάντα ο στοχασμός της λογοτεχνίας, όπως βέβαια και η κοινωνική κριτική.
Κι έτσι ο αναγνώστης της νουβέλας αυτής γνωρίζει ένα κόσμο που δίπλα του υπάρχει -από τους ανθρώπους της νύχτας μέχρι τους μετανάστες που αν και έχουν μάθει να μιλάνε άψογα τα ελληνικά, εντούτοις παραμένουν μετέωροι ανάμεσα σε δυο χώρες που καμιά τους δεν μπορούνε να  τη θεωρήσουν πατρίδα, να ενταχθούν στη δική της ταυτότητα.
Κι αυτό, νομίζω, πως είναι το μεδούλι της ιστορίας που ο νέος συγγραφέας θέλησε να αφηγηθεί -το πολύ συχνά μόνιμα ή και αποκρυπτόμενο αδιέξοδο του οικονομικού μετανάστη.
Σε μια περίοδο όπου την κοινωνία μας απασχολεί η ροή νέων προσφύγων και νέων μεταναστών, ο Μαλανδράκης έρχεται να περιγράψει τα πάθη ενός από αυτούς  που αν και έχουν περάσει χρόνια από την μετεγκατάστασή του, παραμένει –όχι οικειοθελώς- στο περιθώριο.
Μια νουβέλα που στηρίζεται σε ένα καίριο θέμα, που δεν ωραιοποιεί, μήτε και μεγαλοστομεί. Κι αν κάποιες στιγμές (κυρίως με το τέλος της) δείχνει να γέρνει προς κάτι το μελοδραματικό, εντούτοις έχει φροντίσει πιο πριν να υπενθυμίσει τις προϋποθέσεις εκείνες που οδηγούν στη δραματική όσο και αποστειρωμένη εξιλέωση.
Πηγαίνω στη γωνία και ξερνάω. Νιώθω πίσω απ΄ την πλάτη μου τους περαστικούς να με προσπερνάνε και να διαμαρτύρονται για την εικόνα μου… Έχω κλειστά τα μάτια και κάνω πως δεν ακούω. Ακούω βήματα μέχρι που φεύγουν όλοι…

Πρώτη ανάρτηση:

11.11.19

Αλεξάνδρα Μητσιάλη "17"

Το 2002 κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη το μυθιστόρημα της Αλεξάνδρας Μητσιάλη Οδός Αθώων, θάλαμος 17.

Με το βιβλίο εκείνο, η συγκεκριμένη συγγραφέας έκανε τη δεύτερη εμφάνισή της στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας. Είχε προηγηθεί το έργο Θα σε μάθω να πετάς (Όμβρος, 1998).

Το Οδός Αθώων, θάλαμος 17 ήταν ένα αισθαντικό και ιδιαιτέρως εύστοχο στις ψυχολογικές αναλύσεις αλλά και στις κοινωνιολογικές τοποθετήσεις μυθιστόρημα, που αφορούσε στην ουσία το πώς από τη μια η κλειστή επαρχιακή ζωή και από την άλλη το ανεξέλεγκτο εκπαιδευτικό σύστημα μπορούσαν να οδηγήσουν τα άτομα σε ακραίες αυτοκαταστροφικές πράξεις.

Πολυπρόσωπο μυθιστόρημα που έδινε τη δυνατότητα να εκφρασθούν τόσο εκπρόσωποι του εκπαιδευτικού συστήματος και της οικογένειας όσο και έφηβοι – κυρίως εκείνοι που τέλειωναν τη μέση εκπαίδευση.

Οι περιγραφές της μικρής πόλης (σαφέστατες οι αναφορές στην Κέρκυρα) ήταν με εύστοχο τρόπο αρκούντως αποτελεσματικές – το ιστορικό παρελθόν σημείωνε την παρουσία του δίπλα στην υγρασία της θάλασσας και στη μοναξιά των στενών δρόμων.

Η μυθιστορηματική χρησιμοποίηση της στερεοτυπικής αυταρχικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος χάριζε στη ροή της αφήγησης ολοζώντανες εικόνες που με αμεσότητα παρέπεμπαν στην σχολική ζωή εκείνων των χρόνων (μιας και το μυθιστόρημα είχε κυκλοφορήσει το 2002, και κάποια άλλη χρονολογία δεν αναφερότανε μέσα στην αφήγηση, λογικό το συμπέρασμα πως τα γεγονότα γινόντουσαν κάπου μέσα στη δεκαετία του ’90).

Να υπενθυμίσω πως εκείνη την περίοδο ξεσπούσαν οι ποικίλες αντιδράσεις των μαθητών και παράλληλα η αυταρχικότητα της σχολικής εκπαίδευσης δεν είχε ακόμα αποσχισθεί από αντιπαιδαγωγικές πρακτικές παρελθόντων εποχών.

Μέσα σε αυτές τις καταστάσεις, οι ήρωες κατέθεταν τα αδιέξοδά τους και τις όποιες αναζητήσεις διεξόδων από αυτά.

Ισομοιρασμένη η εστίαση ανάμεσα στους ενήλικες, εκπαιδευτικούς και γονείς, και στους μαθητές. Μα τελικά θα ήταν οι πράξεις των ενηλίκων που θα επηρέαζαν τις αντιδράσεις των νέων – λογική στάση για ένα μυθιστόρημα που είχε αποφασίσει να ενταχθεί στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

Μέσα από εκείνο το έργο της, η Αλεξάνδρα Μητσιάλη επιβεβαίωσε την δυναμική του ταλέντου της – μια συγγραφέας που διαθέτει προσωπικό ύφος και καταγγελτική τόλμη.

Μετά από δύο χρόνια η Μητσιάλη εκδίδει ένα παιδικό βιβλίο και από τότε μέχρι σήμερα όχι μόνο δείχνει να έχει αφοσιωθεί στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους, αλλά και να έχει καταξιωθεί πολλαπλά ως μία από τις πλέον ταλαντούχους σύγχρονους εκπροσώπους της (μόνο το 2008 θα φέρει στη δημοσιότητα ένα ακόμα βιβλίο για ενήλικες).

Εφέτος, τόσο η ίδια όσο και οι Εκδόσεις Πατάκη αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν και πάλι το μυθιστόρημα του 2002, αυτή τη φορά με μια αλλαγή στον τίτλο –Δεκαεφτά- αλλά και στη σειρά όπου το εντάξανε.

Όχι πλέον Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία, αλλά Σύγχρονη Λογοτεχνία για Νέους, και μάλιστα στην άτυπη υποκατηγoρία των μυθιστορημάτων Cross Over (έργα που ο εκδότης τα διαχωρίζει με την ένδειξη : Καμιά Λογοκρισία / Λογοτεχνία Cross Over).

Αν η επανέκδοση ενός μυθιστορήματος μετά από μια μεγάλη χρονική περίοδο αποτελεί ένδειξη της αξίας του έργου, η επανέκδοσή του και παράλληλα η ένταξή του σε μια νέα σειρά, και δη για νέους, προσφέρει μια αρκετά ενδιαφέρουσα άποψη για το πώς ίσως διαφοροποιούνται τα κριτήρια κατάταξης των έργων. Βέβαια η νεανική λογοτεχνία, και δη τα μυθιστορήματα (ελληνικά και ξένα) που τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να χαρακτηρίζονται ως cross over, ελάχιστες διαφορές έχουν από τα αντίστοιχα έργα μιας λογοτεχνίας για ενήλικες.

Παρ’ όλα αυτά διαθέτουν δικά τους χαρακτηριστικά και μάλιστα τα τελευταία δύο χρόνια έχουν δημοσιοποιηθεί ενδιαφέρουσες μελέτες και έχουν ξεκαθαρίσει ορισμούς (https://diastixo.gr/epikaira/apopseis/5006-kontoleon-15032016 - http://keimena.ece.uth.gr/main/t25/07-kouraki.pdf ).

Μα θα πρέπει επίσης να θυμόμαστε πως το μυθιστόρημα που σήμερα θα το χαρακτηρίζαμε cross over είναι σχεδόν παρόμοιο με εκείνα που τα έχουμε εδώ και χρόνια ονομάσει «μυθιστορήματα ενηλικίωσης» ή «μυθιστορήματα μαθητείας» – για παράδειγμα, Μεγάλες προσδοκίες ή Ο φύλακας στη σίκαλη.

Κεντρικό όσο και γενικό χαρακτηριστικό αυτών των έργων είναι πως στηρίζουν την ύπαρξή τους στο βίωμα ενός νέου ανθρώπου που αναζητά την προσωπική του ταυτότητα μέσα σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο. Ασφαλώς και δίπλα στον κεντρικό αυτόν ήρωα (αν όχι έφηβο, πάντως άτομο σε νεαρή ηλικία) υπάρχουν και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας που με τις πράξεις και τις αποφάσεις τους επεμβαίνουν στη ζωή του έφηβου, αλλά σε κάθε περίπτωση αυτό που διαπερνά ως βασικός άξονας όλο το έργο είναι η ζωή του νέου ατόμου. Μέσα από τα δικά του πάθη και τη δική του οπτική φωτίζονται (όσο κι αν φωτίζονται) οι ζωές και τα πάθη των ενηλίκων. Και πάλι ως παράδειγμα θα φέρω τον Ντίκενς και την κυρία Χάβισαμ στο Μεγάλες προσδοκίες.

Στο Δεκαεφτά η Αλεξάνδρα Μητσιάλη ελάχιστες διαφοροποιήσεις έχει κάνει από την πρώτη έκδοση του έργου (ίσως και όχι απαραίτητες) και ασφαλώς δε θα μπορούσε να υιοθετήσει άλλη παρέμβαση κάτω από την απαίτηση της οποίας θα υπήρχε ένα κεντρικό και βασικό εφηβικό πρόσωπο που την πορεία του στον συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο θα παρακολουθούσε ο αναγνώστης. Το έργο όχι μόνο είναι πολυπρόσωπο αλλά και όλη του η δομή είναι –όπως και πιο πριν τονίστηκε– ισομοιρασμένη σε πολλά πρόσωπα διαφορετικών ηλικιών.

Παρ’ όλα αυτά η εκδοτική του ένταξη είναι γεγονός και μάλιστα υπογράφεται και από συγγραφέα που έχει διακριθεί στο είδος των νεανικών μυθιστορημάτων και επιδιώκει τώρα να ανιχνεύσει και το κοινό των cross over, αλλά και από εκδότη που είναι αναμφίβολα ο πρωτοπόρος σε αυτήν την κατηγορία.

Έχω μια εξήγηση για το γεγονός – οι παιδαγωγικές απόψεις που πολύ συχνά έχουν κατηγορηθεί πως προσπαθούν να επιβάλουν ένα είδος λογοκρισίας στη λογοτεχνία όχι μόνο των παιδιών, αλλά και των νέων ολοένα και υποχωρούν. Άλλοτε με έντονα και τολμηρά βήματα πρώτων εκδοτικών παρουσιών (για παράδειγμα, Junk, Θα σου χαρίσω τον ήλιο, Το δέντρο των ψεμάτων, Μαξ, Αμαρτωλή πόλη κ.ά.) κι άλλοτε κάπως πλέον διακριτικά (όπως η μεταγραφή /μετονομασία του Οδός Αθώων, αριθμός 17 σε Δεκαεφτά).

Ίσως, λοιπόν, οι ασφυχτικές παιδαγωγικές στρεβλώσεις να τείνουν προς εξαφάνιση και να αφήνουν τη λογοτεχνία –την καθαρή λογοτεχνία– να αναπνέει χωρίς μάσκες υποκριτικής συγκάλυψης.

Ίσως… Μακάρι, θα έλεγα. Και σε αυτό οφείλουμε όλοι, που με τον έναν ή άλλο τρόπο ασχολούμαστε με αυτό το ζήτημα, να συμβάλλουμε με θέσεις μελετημένες και έργα φτιαγμένα με αυστηρές λογοτεχνικές προδιαγραφές.

Πρώτη ανάρτηση: https://www.vivliopoleiopataki.gr/blog/post/20003/Dekaefta/


10.11.19

«¨Ήλιος με μουστάκια» της Μελίνας Σιδηροπούλου.




Η Παιδικότητα είναι μια αξία- αυτό , είχε κάποτε υπενθυμίσει ο Μίκαελ Έντε και στην ουσία δήλωνε πως ο συνειδητός τρόπος να ερμηνεύεις την καθημερινότητά σου μέσα από την ματιά ενός παιδιού, αποτελεί μια στάση ζωής που έχει τη δύναμη να ανατρέψει κατεστημένες αντιλήψεις και στερεότυπα. Αλλά διαθέτει ακόμα την ικανότητα να φωτίζει με περισσότερες αποχρώσεις σκέψεις, συναισθήματα, ιδεολογίες.

Η λογοτεχνία για παιδιά περιλαμβάνει βασικά κείμενα που απευθύνονται σε αναγνώστες μικρών ηλικιών και που στηρίζονται κυρίως σε μια λιγότερο ή περισσότερο έντονη δράση, αλλά ακόμα και  σε κάποια άλλα που περιγράφουν τον τρόπο σκέψης και συναίσθησης παιδιών ή και εφήβων.

Η λογοτεχνία για παιδιά -συνήθως την ονομάζουμε Παιδική Λογοτεχνία- μπορεί να υποπέσει στο σφάλμα του διδακτισμού, αλλά μπορεί και να εκμεταλλευθεί την ίδια της την υπόσταση και να δημιουργήσει κείμενο που θα αφήνεται στη δυναμική της Παιδικότητας, έτσι όπως την είχε ορίσει ο Έντε.

Αυτής της τελευταίας κατηγορίας τα λογοτεχνικά κείμενα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς με έναν ιδιότυπο τρόπο ενώνουν τη ενσυναίσθηση ενός παιδιού με τη συνείδηση ενός ενήλικα.

Κείμενα που τελικά η σύγχρονη κριτική, αλλά και η επίσης σύγχρονη εκδοτική πραγματικότητα τα έχει εντάξει σε μια ειδική κατηγορία βιβλίων, αυτή των cross over.

Μυθιστορήματα συνήθως κατατάσσονται στον χώρο αυτό. Και είναι επίσης γεγονός πως στα περισσότερα η ηλικία των ηρώων – πρωταγωνιστών είναι εκείνη που βρίσκεται στο μεταίχμιο της μετάβασης από την εφηβεία στην ενήλικη περίοδο. Σπανίζουν όσα παρακολουθούν την μετεξέλιξη των συναισθημάτων του κεντρικού προσώπου από την παιδική του περίοδο έως την πρώιμη ενηλικίωση.

Ένα από αυτά και το «¨Ήλιος με μουστάκια» της Μελίνας Σιδηροπούλου.

Η συγγραφέας αυτού του βιβλίου είναι δημοσιογράφος, αλλά ασχολείται ιδιαίτερα με προγράμματα που συνδέουν τα παιδιά με τη γραφή.

Το «Ήλιος με μουστάκια» είναι το πρώτο της βιβλίο και πρέπει να αναγνωρίσω πως αυτή η πρώτη της εμφάνιση στη λογοτεχνία είναι ιδιαιτέρως εντυπωσιακή.

Η έκδοση -προσεγμένη και καλαίσθητη, όπως όλα τα βιβλία του εκδοτικού οίκου ‘Καλειδοσκόπιο’- διακοσμείται από εικόνες ενδιαφέρουσας αισθητικής που τις υπογράφει η Πέρσα Ζαχαρία.

Τόσο το κείμενο όσο και οι εικόνες διακρίνονται από αυτό που πιο πριν ορίσαμε ως ‘παιδικότητα’.

Το έργο -σπονδυλωτό μυθιστόρημα θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει- απαρτίζεται από μικρά κεφάλαια που διατηρούν το καθένα τους μια λίγο ή πολύ αυτονομία από τα υπόλοιπα.

Χωρίς να ακολουθούν μια αυστηρά χρονολογική ακολουθία, καταγράφουν τα συναισθήματα της αφηγήτριας από τα πρώτα σχολικά της χρόνια έως την ενηλικίωσή της.

Συναισθήματα που προέρχονται από σημαντικά ως καθημερινά γεγονότα της ζωής της – μικρές αταξίες, παιδικά ερωτήματα, ο χωρισμός των γονιών, η δημιουργία φίλων στο σχολείο, η λατρεία προς ένα κατοικίδιο, η σχέση με τη γιαγιά, οι αφηγήσεις του παππού, η ανασφάλειας της μητρικής φροντίδας, η αντιπαλότητα ως προς την αδελφή, οι εφηβικές εκρήξεις, το ερωτικό σκίρτημα, η απώλεια που άλλοτε επιφέρει ο θάνατος κι άλλοτε η μετακίνηση από μια ηλικία σε μια άλλη.

Ένα ολοκάθαρο λογοτέχνημα που αποτελεί και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τη γραφή του χαρακτηριστικό παράδειγμα  cross over λογοτεχνίας.

Η Σιδηροπούλου επιλέγοντας  να δομήσει την αφήγησή της σε μικρά, σχεδόν αυτόνομα κεφάλαια και που μάλιστα άλλα από αυτά να είναι εντελώς ρεαλιστικά και άλλα να  ρέπουν προς ένα σουρεαλισμό, καταφέρνει να οδηγήσει τον αναγνώστη της εντός των υπόγειων διαδρομών της Παιδικότητας -διαδρομών που από τη μια ερμηνεύουν την αποκτημένη ενήλικη ταυτότητα της αφήγησης και από την άλλη προσφέρουν την ευκαιρία να αναζητηθεί κάτι παρόμοιο στην ενδοσκόπηση της ανάγνωσης.

Πρώτη ανάρτηση: http://www.periou.gr/%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ad%cf%89%ce%bd-%ce%bc%ce%b5%ce%bb%ce%af%ce%bd%ce%b1-%cf%83%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85/?fbclid=IwAR0i7w2kgFxM9p_Bktkvryv1QNqxxukEcnDIDVH3D_Y9YtShPTNTmjxwWtY

Ο Μάνος Κοντολέων συζητά με την Έλενα Πατάκη για το μυθιστόρημα φαντασίας για παιδιά «Ο Φωκίων ΔΕΝ ήταν ελάφι»



Ε.Π. Την περίοδο που συμπληρώνονταν 40 χρόνια συγγραφικής σου παρουσίας, μας πρότεινες να επανεκδώσουμε το πρώτο σου βιβλίο – αυτή τη φορά με τον τίτλο «Ο Φωκίων ΔΕΝ ήταν ελάφι». Αυτό το ΔΕΝ –έτσι έντονα όπως είναι γραμμένο στον τίτλο– δηλώνει κάτι παραπάνω από μια απλή λέξη μέσα σε μια φράση. Μπορείς με δυο λόγια να πεις στους αναγνώστες την ιστορία του Φωκίωνα και του «ΔΕΝ» του όπως την είπες σ’ εμένα τότε;
 Μ.Κ . Ο Φωκίων ήταν ο ήρωας του πρώτου βιβλίου που έγραψα. Είχε κυκλοφορήσει το 1979 και ο τίτλος του ήταν «Ο Φωκίων ήταν ελάφι» . Ήταν το πρώτο μυθιστόρημα φαντασίας για παιδιά που μιλούσε για το Πολυτεχνείο και την εισβολή στην Κύπρο. Και… νομίζω πως παραμένει ακόμα και το μοναδικό. Το είχα γράψει θέλοντας να βοηθήσω την Άννα, την κόρη μου, να καταλάβει το τι είχε συμβεί στα χρόνια εκείνα – η Άννα γεννήθηκε το 1974. Εννοώ την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την πτώση της Χούντας, αλλά και την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο. Από τότε, ξέρεις, πίστευα πως στα παιδιά μπορείς –αλλά και πρέπει– να τους λες την αλήθεια και να τα βοηθάς να τη γνωρίζουν.

Ε.Π. Ποια υπήρξε η ανταπόκριση του κοινού τότε;
Μ.Κ. Αγαπήθηκε πολύ, βραβεύτηκε, και αποσπάσματά του έχουν ενταχθεί στα σχολικά βιβλία για να χρησιμοποιούνται στις επετείους του Πολυτεχνείου. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν γονείς που με συναντούν και μου εξομολογούνται το πόσο τους είχε συγκινήσει εκείνη η ιστορία, πόσο τους είχε βοηθήσει να καταλάβουν το τι σημαίνει Ελευθερία και Ανεξαρτησία και Δημοκρατία.

Ε.Π. Η Ελευθερία, η Ανεξαρτησία και η Δημοκρατία σε ένα μυθιστόρημα φαντασίας με ήρωα τον Φωκίωνα που είναι και ΔΕΝ είναι ελάφι! Με τον κίνδυνο να προδώσουμε τη μαγεία της ανάγνωσης, μπορείς να μας αποκαλύψεις κάποια κλειδιά που εξηγούν πώς ένα μυθιστόρημα φαντασίας συνδέεται με τις έννοιες αυτές; (Αγαπητοί αναγνώστες, μπορείτε να ΜΗ διαβάσετε την απάντηση, αν προτιμάτε να την ανακαλύψετε στο βιβλίο.)
M.K. Όπως και πιο πριν σου είπα, πρόκειται για μια συμβολική ιστορία που αναφέρεται στον αγώνα των ανθρώπων για δικαιοσύνη και ελευθερία. Ο Φωκίων –ένα παλικάρι που μοιάζει με ελάφι– έρχεται από μια φανταστική χώρα, όπου οι άνθρωποι συνομιλούν με τα ζώα. Στον τόπο του τον δυναστεύει μια αυταρχική οικογένεια μαζί με τους φρουρούς. Οι συμπολίτες του –όπως και οι δικοί του– δεν έχουν την ελευθερία μήτε να διαχειρίζονται την περιουσία τους μήτε και να επιλέγουν το μέλλον τους. Ο Φωκίων αντιδρά και αναγκάζεται να ξενιτευτεί. Στο ταξίδι του θα γνωρίσει και άλλους τόπους όπου κι εκεί κάποιοι λίγοι στερούν την ελευθερία και την αξιοπρέπεια των πολλών. Αλλά θα γνωρίσει και χαρακτήρες που –όπως ο ίδιος– δε θέλουν να σκύψουν το κεφάλι και να υποταχτούν. Ο Φωκίων αποφασίζει να κινητοποιήσει όλους αυτούς σε ένα γενικό ξεσήκωμα. Η Ελευθερία, η Ανεξαρτησία, η Δημοκρατία πρέπει να είναι για όλους και παντού. Οι περιπέτειες οι δικές του και των φίλων του φέρνουν στον νου του αναγνώστη συνθήκες παρόμοιες με αυτές που έχουμε ζήσει και στον τόπο μας –Χούντα των Συνταγματαρχών και Εξέγερση του Πολυτεχνείου, τουρκική εισβολή στην Κύπρο– αλλά και σε άλλα μέρη της γης.

Ε.Π. Αλλά εσύ, όμως, λες και δεν είχες κλείσει τους δικούς σου λογαριασμούς με όλα αυτά. Και έβλεπες ακόμα πως το μήνυμα του Φωκίωνα δεν είχε γίνει κτήμα όλων… Κι έτσι…
Μ.Κ. Ναι! Αν και περάσανε τα χρόνια κι έγραψα κι άλλα, πολλά ακόμα βιβλία, πάντα, όμως, είχα τη βεβαιότητα πως ο Φωκίων, το τόσο υπερήφανο ελάφι, κυκλοφορούσε τριγύρω μου. Με παρακολουθούσε να δει αν εξακολουθούσα να πιστεύω όσα κι εκείνος πίστευε. Και τότε τον άκουσα να μου προτείνει να γράψω ξανά την ιστορία του…

Ε.Π. Σε παρακολουθούσε;
Μ.Κ. Ακριβώς… Κοντά σαράντα χρόνια με παρακολουθούσε. Ώσπου κάποια στιγμή αποφάσισα κι εγώ να σταματήσω για λίγο να γράφω νέες ιστορίες και να ξεφυλλίσω εκείνη την πρώτη – την ιστορία της ζωής ενός ελαφιού που το λέγανε Φωκίωνα. Μα, όταν έκλεισα το βιβλίο, είχα καταλάβει πως τελικά ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι.

Ε.Π. Δεν ήταν ελάφι; Αλλά τι μπορεί να ήταν;
Μ.Κ. Διαπίστωσα πως πάντα υπάρχουν τόποι όπου η Ελευθερία, η Αξιοπρέπεια και η Δημοκρατία καταπατούνται. Κι έτσι αποφάσισα –με άλλη πια ματιά, πιο σύγχρονη– να γράψω και πάλι τις περιπέτειες αυτού του πρώτου μου ήρωα. Γιατί ποτέ δεν τελειώνει ο αγώνας να απλωθεί η Ελευθερία σε κάθε τόπο, να αγκαλιάσει το κάθε πλάσμα. Μόνο που τώρα πια θέλησα –τόλμησα, αν προτιμάς– να δω με πιο ξεκάθαρο τρόπο το έργο μου και έτσι να δηλώσω πως ο Φωκίων ποτέ δεν ήταν ελάφι!

Ε.Π. Το έγραψες από την αρχή και με εντελώς άλλον τρόπο;
Μ.Κ. Κράτησα όλα τα γεγονότα, τους ίδιους χαρακτήρες. Μόνο που τα πάντα τα είδα με έναν τρόπο σύγχρονου προβληματισμού και τα έγραψα έτσι ώστε να γίνουν –πιστεύω– πλέον ελκυστικά σε ένα σημερινό παιδί. Οπότε… Θέλω να πιστεύω πως ο Φωκίων που ΔΕΝ είναι ελάφι, αλλά ένα ονειροπόλο και τολμηρό παλικάρι, θα βοηθήσει τους νέους του αναγνώστες να πιστέψουν κι αυτοί, όπως και οι γονείς και οι παππούδες τους, στην έννοια της Δημοκρατίας και με γνώση και συνειδητοποίηση να γιορτάζουν την Επέτειο του Πολυτεχνείου.

Πρώτη ανάρτηση:
https://www.vivliopoleiopataki.gr/blog/post/20000/O-Manos-Kontoleon-suzhta-me-thn-Elena-Patakh-gia-to-muthisto/?fbclid=IwAR29WtU_hse217DYoCcam_h4RGTn3gK_cc9dK6550yY8l66IugRm2eId8Gk