22.7.20

Ο Περικλής Σφυρίδης στην παρουσίαση της Ερωτικής Αγωγής

 

Περικλής Σφυρίδης

 

Μάνος Κοντολέων

ΕΡΩΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

Μυθιστόρημα

Εκδόσεις Πατάκη

Αθήνα, 2003, σελ.522.

 

Το κλείσιμο κάθε αιώνα είναι συνήθως το κίνητρο για να αρχίσουν διάφορες αποτιμήσεις των πεπραγμένων του, π.χ. ιστορικές, πολιτικές, οικονομικές, κ.ο.κ. Φυσικά στη σκυτάλη αυτή των αποτιμήσεων δεν μένει απ’ έξω η λογοτεχνία, ιδίως όταν πρόκειται για τον 20ο αιώνα με τα τόσο σημαντικά γεγονότα και αλλαγές, που σημάδεψαν τον κόσμο και τον τόπο μας ειδικότερα. Μόνο που στη λογοτεχνία, η αποτίμηση δεν βασίζεται σε «αντικειμενικά» κριτήρια, αλλά στην προσωπική οπτική γωνία του κάθε συγγραφέα, που επιλέγει το θέμα και τον τρόπο με τον οποίο θα καταθέσει τις δικές του απόψεις και εμπειρίες, για να μεταδώσει στον αναγνώστη τον προβληματισμό και τη συγκίνηση, που ο ίδιος δέχτηκε από τα πεπραγμένα του αιώνα που εξιστορεί. Έκρινα ότι η μικρή και κοινότοπη αυτή εισαγωγή ήταν απαραίτητη για να μπούμε στο πνεύμα του καινούργιου μυθιστορήματος του Μάνου Κοντολέων  ΕΡΩΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ, που θα σας παρουσιάσουμε σήμερα.

            Στο βιβλίο του αυτό ο Κοντολέων επιλέγει ως θέμα τις αλλαγές της ερωτικής συμπεριφοράς στον τόπο μας, από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας. Τις περιγράφει και τις σχολιάζει ταυτόχρονα ως παντογνώστης αφηγητής. Και μέσα από αυτή την περιγραφή και τον σχολιασμό αφήνει τον αναγνώστη να κρίνει κατά πόσο η αλλαγή της ερωτικής συμπεριφοράς υπήρξε αποτέλεσμα των διαφόρων πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών ή κι άλλων αλλαγών του αιώνα αυτού ή μήπως η πορεία της σεξουαλικής δραστηριότητας( την οποία όλοι λίγο ως πολύ, ενώ τη γνωρίζουμε ή τη ζούμε, θέλουμε και  την κρατούμε στη σκιά), συνέβαλε κι αυτή στη δημιουργία των αλλαγών που καθόρισαν την φυσιογνωμία του αιώνα. Αλλά επειδή μιλάμε για μυθιστόρημα, ο Κοντολέων επιλέγει δύο κεντρικά πρόσωπα, δύο μυθιστορηματικούς ήρωες, τον Χρήστο Βαλλή  και το γιο του Άρη και αφηγείται τη ζωή τους, όχι μόνο την κοινωνική αλλά κυρίως την ερωτική, μέσα από την οποία επιδιώκει, όχι μόνο να εξιστορήσει τα διάφορα γεγονότα-σταθμούς του 20ου αιώνα στον τόπο μας και στο διεθνή χώρο κατ’ επέκταση, αλλά και να τα ερμηνεύσει από την σκοπιά με την οποία επέλεξε να τα εξετάσει. Εγχείρημα δύσκολο, κάτι όμως που φαίνεται να υπήρξε από παλιά στην επιθυμία και στις προθέσεις του συγγραφέα, διότι κάτι ανάλογο μας παρουσίασε το 1986, με το μυθιστόρημα του «Τα φώτα!» είπε. Σ’ αυτό, καταγράφει τη σταδιοδρομία τριών φίλων που γεννήθηκαν μετά τον Εμφύλιο, για να επισημάνει τις αλλαγές που σημειώθηκαν στην ελληνική αστική οικογένεια –στις διάφορες εκδοχές της – , στήνοντας τον καμβά του μυθιστορήματός του πάνω σε συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα. Η πρόθεση μπορεί να είναι η ίδια, διαφέρει όμως η οπτική γωνία, που στο μυθιστόρημα αυτό είναι κυρίως πολιτική. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι τρεις από τους ήρωες του βιβλίου αυτού, ο Άρης, ο Λεωνίδας και η Έλενα, επανεμφανίζονται και στο καινούργιο του μυθιστόρημα, σε ρόλους όμως που, παράλληλα με τη ζωή τους, το βάρος πέφτει στη σεξουαλική τους δραστηριότητα.

            Ποιο είναι το σημαντικότερο κοινωνικό γεγονός  - όχι ιστορικό ή πολιτικό – στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα; Ασφαλώς η βίαιη, απρογραμμάτιστη και ατελής αλλαγή της ελληνικής κοινωνίας, από αγροτική σε μπάσταρδη αστική και η εσωτερική μετανάστευση του αγροτικού πληθυσμού στις πόλεις. Έτσι ο Χρήστος Βαλλής από κει που παιδί έβοσκε πρόβατα σ’ ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου και ικανοποιούσε τις πρώιμες ερωτικές του ορμές με κτηνοβασίες, βρέθηκε μαθητής γυμνασίου  στα Γιάννενα – με αιματηρές οικονομικές θυσίες της οικογένειάς του, που αποφάσισε να τον σπουδάσει – να εκτονώνει την έντονη σεξουαλική του παρόρμηση με ίδια μέσα και ενίοτε σε φτωχικούς οίκους ανοχής της εποχής εκείνης, όταν κατόρθωνε να εξοικονομήσει το αντίτιμο μιας πληρωμένης συνεύρεσης. Αργότερα θα συνδεθεί ερωτικά με τη χήρα και ευκατάστατη σπιτονοικοκυρά του, η οποία θα του λύσει όχι μόνο το σεξουαλικό αλλά και το οικονομικό του πρόβλημα. Μετά το γυμνάσιο, μαζί με τη χήρα μετακομίζουν στην Αθήνα, όπου ο Χρήστος εγγράφεται φοιτητής στη Νομική Σχολή και βρίσκει δουλειά ως κατώτερος υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδας για να βελτιώσει την πενιχρή οικονομική του κατάσταση. Κάπως έτσι ολοκληρώνεται η πρώτη φάση της αστοποίησης του πατέρα Βαλλή, στην οποία σημαντικό ρόλο είχαν παίξει οι σεξουαλικές του επιδόσεις. Για την συνέχεια της κοινωνικής και οικονομικής του αναρρίχησης, ο δεσμός του με τη σπιτονοικοκυρά ήταν όχι μόνο άχρηστος αλλά και βάρος. Ας δούμε τώρα πως ο Κοντολέων περιγράφει και σχολιάζει το τέλος αυτού του δεσμού, για να μπείτε – όσοι δεν έχετε διαβάσει το βιβλίο – στο προσωπικό ύφος εξιστόρησης του συγγραφέα. Γράφει στη σελ. 41: Άλλωστε το κορμί της γυναίκας που είχε  μαζί της φτάσει στην πρωτεύουσα γερνούσε με γρήγορο και μη αναστρέψιμο ρυθμό. Η ίδια όσο έβλεπε το δικό της σφρίγος να υποχωρεί, σε αντίθεση με τη λάμψη που από μήνα σε μήνα ολοένα και επισωρευόταν στο σώμα του εραστή της, έφτανε να χάνει και την τελευταία ρανίδα της αξιοπρέπειάς της. Πρόσφερε σκιμπόδιον, απαιτούσε το αναστύψαι, ικέτευε για μια πράξη τρυφερότητας, εξεβίαζε για μια κίνηση ερωτικής έλξης. Ο υποσυνείδητος φεμινισμός της υποχωρούσε μπροστά στη συνειδητοποιημένη θέση πως όταν η γυναίκα γερνάει, ερωτικά παύει πια να μετράει. Όταν οι επαναστάσεις συντελούνται βασισμένες κυρίως στο ένστικτο κι όχι στη λογική, μπορεί να διαθέτουν προς στιγμήν ένα σφρίγος και μια αποτελεσματικότητα, αλλά στο πέρασμα του χρόνου ξεπέφτουν και από απελευθερωτικές αρνήσεις μετατρέπονται σε δεσμευτικές και καταπιεστικές καταφάσεις. Όλοι το βλέπουν – όλοι οι άλλοι. Όχι και οι ίδιοι οι παρορμητικοί επαναστάτες. Το τέλος, λοιπόν, του δεσμού τους ήταν πλέον ορατό – όχι όμως για κείνη. Μια γυναίκα που είχε το θάρρος να υποδυθεί την  Ιοκάστη, αλλά που ούτε καν σκέφτηκε να μεταπηδήσει στον ρόλο της Μήδειας.

            Το απόσπασμα αυτό είναι, πιστεύω, χαρακτηριστικό για να αντιληφθείτε τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας σκηνοθετεί και ταυτόχρονα σχολιάζει – όπου και όταν το κρίνει σκόπιμο – την εξέλιξη της πλοκής στο έργο του. Επόμενο βήμα για τον Βαλλή, η σεξουαλική απόλαυση αυτή καθ’ εαυτή: αποσπασματικές συνευρέσεις με δουλικά στους πρόποδες του Λυκαβηττού, ολοκληρωμένα ερωτικά ραντεβού σε ξενοδοχεία των προαστίων με γυναίκες της αστικής τάξης, που αναζητούσαν στο σώμα ενός νεαρού εραστή την απόλαυση που δεν μπορούσαν να βρουν στους πλούσιους συζύγους ή εργοδότες τους κ.ο.κ. Ο Χρήστος Βαλλής μάθαινε, γράφει ο Κοντολέων, πώς μπορεί κάποιος να κερδίζει, όταν αφήνεται να τον χρησιμοποιούνε.

            Μια ελαφρά χωλότητα βοήθησε τον Βαλλή να αποφύγει τις κακουχίες του Αλβανικού Έπους και το δυνατό ένστικτό του της αυτοσυντήρησης τον οδήγησε να τα φτιάξει με μια αφράτη γερμανίδα νοσοκόμα και να μην πεινάσει τον τραγικό χειμώνα του ’40-41. Η γερμανίδα φοράδα φρόντιζε να του κρατά ακμαίο το σεξουαλικό του ταμπεραμέντο, ταΐζοντας τον με κονσέρβες, δημητριακά, μπίρες και μπισκότα, μας πληροφορεί πάλι ο Κοντολέων και συνεχίζει: Ο Χρήστος δεν αναγκάστηκε να χρησιμοποιεί παραμάνα για να συγκρατεί το παντελόνι  γύρω από τη μέση. Και για να πνίγει τις κάποιες τύψεις για το  ότι ο ίδιος καλοπερνούσε την ώρα που κάποιοι άλλοι πεθαίνανε από την πείνα μέσα στους δρόμους, φρόντιζε να κερνά κάποιες  γειτονοπούλες του μερικά από τα πεσκέσια της Γερμανίδας.

            Το παράδειγμα αυτό μας βοηθάει να κατανοήσουμε την αφηγηματική μέθοδο με την οποία ο Κοντολέων εισάγει και την ιστορία μέσα στο κείμενό του, ενώ ταυτόχρονα, επεισόδιο με επεισόδιο, χτίζει τον χαρακτήρα ενός νεοέλληνα αριβίστα, που από χωριάτης μετατρέπεται σε αστό, που δεν τον ενδιαφέρει τίποτα άλλο, παρά μόνο να αναρριχηθεί στα σκαλοπάτια της αστικής κοινωνίας που διαμορφώνεται, με μοναδικό εφόδιο τον ερωτισμό του. Τα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω του, αν δεν τον αγγίζουν άμεσα, όπως π.χ. ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος, τον αφήνουν αδιάφορο. Χαρακτηριστική η παράγραφος που θα σας διαβάσω: Κι έπειτα γιατί θα έπρεπε να πάρει απάνω του την όποια υπόθεση αντίστασης στα γεγονότα; Άλλοι ήταν που αποφάσισαν τον πόλεμο – κάποιος που του ήρθε να πει ένα «Όχι», κάποιοι που τους καύλωσε να διατάξουν ένα «Πυρ!». Ε, αυτοί και ας βγάζανε τώρα τα κάστανα από τη φωτιά.

            Επόμενος σταθμός στη ζωή του Χρήστου υπήρξε η Λέλα, μια νεαρή ηθοποιός και ταυτόχρονα πόρνη πολυτελείας. Με τον Βαλλή συνδέθηκε για ένα εξάμηνο γιατί τον γούσταρε. Θεωρώ το δεσμό αυτό σαν τη συνάντηση της θηλυκιάς με την αρσενική πόρνη, μόνο που η θεατρίνα ήταν πιο προχωρημένη στο επάγγελμα και θέλησε να κάνει ξεφτέρι και τον Χρήστο. «Άσε με να σε μάθω εγώ ν’ αρέσεις στις γυναίκες!» - η Λέλα ίδια με παιδάκι τον αντιμετώπιζε και γινόταν η καθηγήτριά του.

Στο κρεβάτι επάνω του έδειξε τους δρόμους της υπομονής – ο έρωτας, ακόμα και στα γρήγορα αν γίνεται,(γράφει ο Κοντολέων), είναι ποτό που πρέπει να το πίνεις με τέχνη και τεχνική. Οι λοβοί των αυτιών προκαλούν το ρίγος, οι θηλές του στήθους φέρνουν τις ανατριχίλες, δαγκωματάκια στο μέσα μέρος των μηρών, απαλές νυχιές εκεί που φυτρώνουν τα στήθια, πιπίλισμα των ακροδακτύλων των ποδιών, λίγο αγριωπές μαλάξεις των οπισθίων, η γλώσσα από το βάθος της στοματικής κοιλότητας να τρέχει κατά μήκος του στέρνου και να φτάνει στον κύριο στόχο της – την κλειτορίδα που αναμένει. Κι έπειτα η ώρα των διεισδύσεων – τότε που πρέπει το πέος άλλοτε να έχει το κύρος ενός φαλλού κι άλλοτε τη φτήνια μιας ψωλής. Η εκσπερμάτωση, που πρέπει να αναμένει τον οργασμό. Και τελικά ο τρόπος να λατρεύεις το αιδοίο – ωσάν πιστός κι ωσάν βέβηλος· και τα δυο ταυτόχρονα. Ο εκπορθητής που γίνεται υπηρέτης.

            Στο απόσπασμα που μόλις σας διάβασα, θα ήθελα να προσέξετε, εκτός από το μάθημα ερωτικής τεχνικής της κυρίας Λέλας και τον τρόπο γραφής. Ο Κοντολέων χρησιμοποιεί μια κάπως λόγια γλώσσα, με πολλές αρχαίες ή βυζαντινές «ερωτικές» λέξεις και ξαφνικά «πετάει μέσα» λέξεις της καθομιλουμένης βαριάς αργκό, δημιουργώντας αντιθέσεις, που δίνουν κάποιο σκωπτικό τόνο στα εξιστορούμενα. Αλλά ας γυρίσουμε πάλι στον Χρήστο Βάλλη, που εν τω μεταξύ έχει τελειώσει τη νομική κι έχει προωθηθεί στην ιεραρχία της τράπεζας. Για να φύγει από τη μιζέρια του δωματίου μιας λαϊκής μονοκατοικίας, που νοίκιαζε στην περιοχή του Θησείου, και να μετακομίσει σε νεοκλασικό της Φωκίωνος Νέγρη, που γρήγορα θα γινόταν πενταόροφη πολυκατοικία, χρειάστηκε να παντρευτεί με συνοικέσιο την Ελένη, δεύτερη κόρη  του εκ Κωνσταντινουπόλεως πλουσίου εργολάβου οικοδομών Αριστείδη Τσιμένογλου. Μόνο που η Ελένη δεν ήταν ο τύπος της γυναίκας εκείνης που θα μπορούσε να εκτιμήσει τις ερωτικές επιδόσεις του περπατημένου συζύγου της, γι’ αυτό και τον απέπεμψε από τη συζυγική κλίνη μόλις έμεινε έγκυος. Η αδελφή της, η Πολυξένη, χήρα κι ωραία, εξέπεμπε σήματα ότι ήταν διατεθειμένη να αναπλυρώσει τα συζυγικά καθήκοντα της εγκυμονούσης αδελφής της, κάτι όμως που είχε τον κίνδυνο να χάσει ο Χρήστος ό,τι με τόσο κόπο είχε αποκτήσει, γι’ αυτό προτίμησε να αποπλανήσει το δουλικό του σπιτιού, τη Μέλπω, και να την μεταμορφώσει από υπηρέτρια σε πόρνη και συνέταιρό του επιχειρηματία. Γιατί μετά τη γέννηση του Άρη, κάποιο βράδυ η Ελένη συνέλαβε επ’ αυτοφώρω τον σύζυγό της να πηδάει τη δούλα, η οποία τα μάζεψε κι έφυγε από το σπίτι, όχι όμως κι από τη ζωή του Βαλλή. Ο Χρήστος έτυχε άφεσης αμαρτιών για χάρη του νεογέννητου. Βρισκόμαστε στο σωτήριο έτος 1952 κατά το οποίο για πρώτη φορά ψήφισαν στις εκλογές και οι γυναίκες και η Ελένη Βαλλή, αφού πρώτα εκπλήρωσε τα εκλογικά της καθήκοντα, πήγε να δει πώς προχωρούσαν οι δουλειές στο πατρικό τους που το είχαν δώσει αντιπαροχή και από απροσεξία γκρεμίστηκε από τον πέμπτο όροφο και σωριάστηκε νεκρή στη Φωκίωνος Νέγρη. Τον Άρη θα μεγαλώσει η θεία του Πολυξένη, η οποία, σε αντίθεση με την αδελφή της, ήξερε να εκτιμάει και να απολαμβάνει τα ερωτικά προσόντα του γαμπρού και κρυφού εραστή της, μέχρι που στην αρχή της εφηβείας του ο Άρης έπιασε στα πράσα τον πατέρα με τη θεία του, που αναγκάστηκαν να επισημοποιήσουν μ’ ένα δεύτερο γάμο τον παράνομο δεσμό τους, για να αποκατασταθεί η νομιμότητα στην αστική τάξη των πραγμάτων. Παράλληλα ο Βαλλής διατηρούσε και τον ερωτικό δεσμό του με τη Μέλπω, με την οποία ανέπτυξε και επιχειρηματικές δραστηριότητες αγοράζοντας φτηνά ισόγεια διαμερίσματα σε παλιά σπίτια – αργότερα κι ένα ξενοδοχείο –  τα οποία νοίκιαζε ακριβά σε πόρνες ως οίκους ανοχής, λαμβάνοντας ενίοτε, όποτε του γυάλιζε κάποια, και αμοιβή σε είδος. Τέλος, στη Μέλπω θα οδηγήσει και τον Άρη για να την πρώτη σεξουαλική του εμπειρία.

            Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο τιτλοφορείται Από την εποχή του πατέρα, και το δεύτερο, Στην εποχή του γιου. Το πρώτο σας το περιέγραψα σε γενικές γραμμές, δεν θα κάνω όμως το ίδιο με την ερωτική πορεία του γιου, κατά την οποία παρακολουθούμε την μετεξέλιξη του ερωτισμού, από ανάγκη και πάθος σε καταναλώσιμο αγαθό μιας ενίοτε χρήσης. Γιατί, όπως γράφει και ο Κοντολέων στη σελ.459, ο ερωτισμός ανθεί όπου υπάρχει στέρηση. Από τις πολλές θνησιγενείς ερωτικές εμπειρίες του Άρη, μια είναι εκείνη που θα του σημαδέψει τη ζωή: ο έρωτας του για τη γυναίκα του στενού φίλου του Λεωνίδα, την Έλενα, που θα γίνει ερωμένη του. Όταν όμως της ζητάει να χωρίσει για να παντρευτούν, εκείνη αρνιέται κατηγορηματικά, γιατί δεν διακινδυνεύει όσα κατέχει, υποβαθμίζοντας σε λογιστική σχέση κέρδους-χασούρας τον ερωτικό δεσμό τους. Χαρακτηριστικός ο διάλογος ανάμεσα στον Άρη και στην Έλενα. Γράφει ο Κοντολέων: Όμως ο ανδρικός εγωισμός πάντα υπάρχει κι έχει και τα όριά του, και έτσι ο θυμός κυρίευσε τον Άρη και γύρισε και της είπε: «Τελικά ο επιχειρηματίας – ο Λεωνίδας– σε γαμάει ή όχι;». Και η Έλενα δεν έδειξε να θυμώνει, μόνο σαν να χαμογέλασε και, «Χρυσέ μου, οι γυναίκες της εποχής μας δεν παντρεύονται για να γαμηθούν… Γι’ αυτή τη δουλειά έχουν άλλους κι όχι τους συζύγους τους!».(σελ.438).

            Μπορεί το δεύτερο αυτό μέρος να είναι αφιερωμένο στη ζωή του γιου, πλην όμως η προσωπικότητα του πατέρα εξακολουθεί να παραμένει σημαντική αν όχι κυρίαρχη. Όταν το γερασμένο πλέον σώμα του δεν προσφερόταν για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του επιθυμίες, διοχετεύει το ερωτικό του λίμπιντο στην τέχνη και γίνεται μέγας συλλέκτης ερωτικών αντικειμένων: προφυλακτικά, βιβλία, αφίσες, καρτ-ποστάλ, χαρακτικά, πίνακες, αγγελίες σε ελληνικές και γαλλικές εφημερίδες, φωτογραφίες με γυμνές γυναίκες και άντρες σε ερωτικά συμπλέγματα, κεραμικά κι αγαλματίδια σε σχήμα φαλλού κι ό,τι μπορεί να φαντασθεί ο νους του ανθρώπου, που επινόησαν κάποια άλλα μυαλά, που τα πυρπολούσε κάποτε το ερωτικό πάθος. Σ’ αυτή τη συλλεκτική μανία, ο πατέρας θα μυήσει και το γιο κι αρχίζουν ταξίδια στο εξωτερικό για να εμπλουτίσουν τη συλλογή τους. Στο Παρίσι θα συναντήσουν έναν άλλο μανιώδη συλλέκτη, που εκτός από πολλές χρήσιμες πληροφορίες που τους έδωσε για να γνωρίσουν το πλέον φιλήδονο Παρίσι της τέχνης, τους σύστησε να επισκεφτούν και μια ζωντανή ιέρεια του πληρωμένου έρωτα, όπου οι δυο Βαλλήδες, πατέρας και γιος μαζί, θα συλλειτουργήσουν στο ναό της Αφροδίτης.  Επόμενο ταξίδι η Νέα Υόρκη – πλην όμως το τελευταίο για τον Χρήστο Βαλλή, που θα αφήσει την τελευταία πνοή στα χέρια του γιου του σ’ ένα ξενοδοχείο της μεγαλούπολης. Ο Άρης θα αποτεφρώσει το σώμα του πατέρα του και γυρνώντας στην Αθήνα, θα ειδοποιήσει τη Μέλπω και μαζί θα σκορπίσουν τη στάχτη του στα ρείθρα των πεζοδρομίων των οδών που τη νύχτα μετατρέπονται σε σημεία ερωτικής πλάνης. Εκεί που κάποτε λειτουργούσε το ξενοδοχείο του Χρήστου Βαλλή και στα γύρω μισοσκότεινα δρομάκια, όπως γράφει ο Κοντολέων. 

            Θα ολοκληρώσω την παρουσίαση του βιβλίου με κάποιες παρατηρήσεις:

  1. Το βιβλίο αυτό, παρόλο που θα φέρει κάποιους αναγνώστες με τις πρώτες του σελίδες σε αμηχανία, δεν είναι πορνογραφικό. Επιχειρεί, θα έλεγα, μια ανατομία της ελληνικής κοινωνίας του 20ου αιώνα με βάση τις αλλαγές στη σεξουαλική συμπεριφορά του κόσμου. Ολοκληρώνει χαρακτηριστικούς τύπους ανδρών και γυναικών και σχολιάζει τη δράση τους στον κύκλο της ζωής τους.
  2. Όλοι σχεδόν οι ήρωες του μυθιστορήματος έχουν δύο πρόσωπα: ένα με το οποίο εμφανίζονται στον κοινωνικό τους περίγυρο κι ένα καλά κρυμμένο της ιδιωτικής τους ζωής. Π.χ. Ο Χρήστος είναι ο ευυπόληπτος προσωπάρχης τραπέζης και ταυτόχρονα ιδιοκτήτης οίκων ανοχής. Η Μέλπω εμφανίζεται ως επιχειρηματίας αλλά είναι παράλληλα και πόρνη. Η Πολυξένη παριστάνει τη στοργική θεία που αφοσιώνεται να μεγαλώσει τον ορφανό της ανιψιό, ενώ ταυτόχρονα είναι και η φιλήδονη μαιτρέσα του γαμπρού της. Η Έλενα παραμένει τρυφερή σύζυγος ενώ ως ερωμένη του Άρη απολαμβάνει την σεξουαλική της απελευθέρωση σε ξενοδοχεία που νοικιάζουν με την ώρα τα δωμάτιά τους. Γιατί, λοιπόν, αυτή η διπλοπροσωπία, όλων των ηρώων του βιβλίου; Γιατί αυτό είναι το παιχνίδι της ζωής. Έτσι είναι δομημένη η κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε. Γιατί – γράφει ο Κοντολέων στη σελ. 430 – Ο ερωτισμός ανθεί και θάλλει μέσα σε συνθήκες παρανομίας και μυστικισμού. Και ασφαλώς θεριεύει και φουντώνει, όταν για να εκτονωθεί και να γίνει πράξη αντιμετωπίζει εμπόδια και στον δρόμο του συναντά αντίξοες συνθήκες. Κι αλλού, στη σελ.244 παρατηρεί: Η μοιχεία είναι πράξη μη κοινωνικά αποδεκτή, ακριβώς γιατί είναι πράξη επαναστατική. Κι αν μάλιστα αυτός που την εκτελεί είναι γυναίκα, τότε πια έχουμε μια πράξη που οδηγεί ακόμα και στη μεταμόρφωση του ατόμου που την έχει συντελέσει. Γιατί η προσωπικότητα του καθενός μας, την ώρα που προχωρεί σε μια ουσιαστική ανάπτυξή της, σχεδόν πάντοτε περνά μέσα από μια θυσία, θυσία εν είδει συμβολικού θανάτου. Η συνειδητοποιημένη προδοσία προκαλεί στην ψυχή πένθος, και μετά από έναν θάνατο τίποτα δεν παραμένει ως είχε. Γίνεται φανερό ότι η σεξουαλική απελευθέρωση των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα, αφαίρεσε από τον έρωτα τον πόθο και την αγωνία και τον μετέτρεψε σε καταναλωτικό προϊόν – κατά τον Κοντολέων τον σκότωσε. Γράφει: Αλλά πλέον και ο ερωτισμός πέθαινε. Και πέθαινε δίχως γνήσιους απογόνους. Το μπάσταρδο τέκνο του άκουγε στο όνομα σεξουαλισμός ή ηδονισμός, και βέβαια μια τέτοια κατάσταση μόνο σε αδιέξοδο φέρνει τον μύστη της. Και η ιεροτελεστία, με τη σειρά της, έδινε τη θέση της στη μίμηση. (σελ. 362).
  3. Τις αλλαγές της ερωτικής συμπεριφοράς δεν τις καταγράφει και τις σχολιάζει ο Κοντολέων μόνο μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις και δεσμούς, αλλά επεκτείνει τις παρατηρήσεις και τα σχόλιά του σε πολιτικά και πολιτιστικά κυρίως γεγονότα, που συνέβησαν κατά τη διάρκεια όλου του 20ου αιώνα.  Οι αναφορές στα γεγονότα αυτά και η συσχέτισή  τους με αντίστοιχες αλλαγές στις σεξουαλικές συμπεριφορές και συνήθειες παρουσιάζουν – κατά τη γνώμη μου – εξαιρετικό ενδιαφέρον. Είναι δε πολλές και διάσπαρτες σ’ όλο το κείμενο και αφορούν τόσο τον τόπο μας όσο και τον διεθνή χώρο. Θα περιοριστώ σ’ ένα μόνο παράδειγμα: από τη σελ. 347 επιχειρεί να συσχετίσει τις αλλαγές της σεξουαλικής συμπεριφοράς με τις αντίστοιχες αλλαγές στις χορευτικές προτιμήσεις των νεοελλήνων. Γράφει: Και το πιο περίεργο, το πιο θαυμαστό στην ερωτική ιεροτελεστία του χορού είναι πως αυτό το καθαρώς σεξουαλικό κάλεσμα γίνεται αποδεκτό από την ομάδα· η μόνη περίπτωση που η κάθε μορφής κοινωνία – αγροτική ή αστική, προλεταρίων ή μεγαλοαστική – δέχεται να παρακολουθήσει τη σεξουαλική συμπεριφορά των ατόμων που την αποτελούν είναι η ώρα του χορού. Και ακολουθούν οι περιγραφές και τα σχόλια  των χορών αυτών, από τους δημοτικούς χορούς της αγροτικής ελληνικής κοινωνίας των αρχών του αιώνα μέχρι τα μπλουζ και τα ροκ των τελευταίων δεκαετιών του. Ακούστε τις περιγραφές δύο χαρακτηριστικών χορών, ενός αρσενικού κι ενός θηλυκού. Το ζεϊμπέκικο είναι ο χορός της καύλας της αρσενικής, του νταλκά που μόνο όποιος διαθέτει ακούραστο τροφωτήρα μπορεί να πει μέχρι πού μπορεί να σε οδηγήσει – να λοιπόν από πού πηγάζουν τα σπασίματα της μέσης και τα χτυπήματα των πελμάτων και το τι σημαίνουν τα μπράτσα που ανοίγουν σε ικεσία και οι ώμοι που υποκλίνονται στον σεβντά. Το τσιφτετέλι δίνει αντίστοιχες ευκαιρίες στις γυναίκες. Εδώ πρωταγωνιστούν οι λειμώνες, που τολμούν να προταθούν πέρα από τα επιτρεπτά όρια, οι μαστοί, που επινοούν τρόπους να αποδείξουν την εύπλαστη κατασκευή τους, και οι γλουτοί, που καταδεικνύουν την υπόγεια διάθεση των κατόχων τους να μετατραπούν σε δωσιπύγους. Κι όλα αυτά, τα σε άλλη περίπτωση μη δημοσιοποιήσιμα, μέσω του χορού γίνονται έμπροσθεν πολλών ατόμων, και μάλιστα τα άτομα αυτά εκφράζουν τον θαυμασμό τους και τη συμμετοχή τους με παλαμάκια και ποικίλες κραυγές – όπα! και άλα της! και μπράβο! 
  4. Η γλώσσα: Μπορώ να ισχυριστώ ότι ο Κοντολέων χρησιμοποιεί ένα επιτηδευμένο γλωσσικό εργαλείο που είναι χαρμάνι λόγιας πρόζας και λαϊκής κουβέντας. Μέσα σ’ αυτό έχει ενσωματώσει αφ’ ενός αρχαίες ή βυζαντινές λέξεις που αφορούν τον έρωτα και τα παρεπόμενά του και αφ’ εταίρου μόρτικες λέξεις και εκφράσεις της καθομιλουμένης αργκό, σε μια προσπάθεια – πιστεύω – να αποδείξει τη διαχρονικότητα της λογοτεχνικής καταγραφής της σεξουαλικής εμπειρίας. Ανοίγοντας π.χ. το βιβλίο στη σελ.424 διαβάζουμε: Και ποιος σκέφτεται να μιλά για πόρνες και όσους αυτές ακολουθούν – πελάτες, νταβατζήδες, τσατσάδες και σαλάκωνες; Τώρα βασίλευαν οι εξώμιες τραβεστί της Συγγρού, και οι πορνότριβες πλέον δεν εμφανίζονταν, στη θέση τους εποχούμενοι σάθωνες, με τόσο έντονη φλεγμονή που δεν είχαν τον χρόνο να αναμένουν την όποια τελετή, έτρεχαν να εκτονωθούν σε μισοσκότεινες γωνιές, εντός των αυτοκινήτων τους, φορώντας το πουκάμισο και το σακάκι, ίσα που είχαν ανοίξει το φερμουάρ του παντελονιού τους. Θα σας διαβάσω και δυο μικρά αποσπάσματα από την αμέσως επόμενη σελίδα για να αντιληφθείτε ότι ο τρόπος αυτός της γραφής δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας. Γράφει: Όταν κάθε πρωί επιβεβαιώνεις ότι είσαι ένας ανδροσάθων και ξέρεις παράλληλα το πόσοι ύσσακοι υπάρχουν και το πόσες λειμώνων ψαύσεις έχεις τη δυνατότητα να χαρείς, γιατί να χολοσκάς για ιδέες ασαφείς ή για ιδεολογίες που όσους τους πάρουν από κάτω τούς οδηγούν στα αδιέξοδα του νου, στις στρεβλώσεις της ψυχής και τελικώς στην αγαμία; Και λίγο παρακάτω συνεχίζει: Η εποχή του υιού – του Άρη – είχε το άρωμα του Diorissimo, που πήγαζε από τα τριζάτα μιμαίκυλα της Έλενας. Σταχυολόγησα και κάποιες ακόμα λέξεις για την τέρψη σας: σμόρδωμα, κήδαλον, πύνθος, οίφολον, λειχήνορας, χαλάνδριον, κύθημα, ευμέζεον, ανασυρτόλις, κύσθος, ιθύφαλλον, τερπέκελον, φιλομείραξ, βάμβαλον, οιφόλης κ.λ. Γίνεται αμέσως φανερό ότι ο αναγνώστης είναι αδύνατο να γνωρίζει τη σημασία όλων αυτών των λέξεων, ούτε πάλι ένα γλωσσάρι συνάδει με τη δομή ενός μυθιστορήματος. Η έννοια πάντως των λέξεων αυτών προκύπτει  - τις περισσότερες φορές –  από τα συμφραζόμενα, κι όποιος τέλος πάντων είναι περίεργος και μερακλής, ας ανατρέξει και στα λεξικά, στα οποία εντρύφησε προφανώς επισταμένως και ο συγγραφέας.
  5. Όλες οι σελίδες του βιβλίου είναι διαποτισμένες μ’ ένα ιδιόμορφο χιούμορ, διακριτικό, που πηγάζει όχι μόνο απ’ αυτά που εξιστορούνται αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο λέγονται. Καταλαβαίνετε, τώρα, ότι η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας και οι ολοζώντανοι διάλογοι των ηρώων – όπου αυτοί υπάρχουν –  παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημιουργία ενός διασκεδαστικού κειμένου, που καταγράφει και ταυτόχρονα διακωμωδεί σοβαρά γεγονότα και καταστάσεις της εποχής μας.
  6. Ο τίτλος τώρα του βιβλίου: ΕΡΩΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ . Μου φάνηκε ουδέτερος, ψυχρός για ένα τέτοιο βιβλίο. Τίτλος που θα ταίριαζε σε εγχειρίδιο σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης μαθητών γυμνασίου. Αλλά επειδή ο Κοντολέων δεν είναι κάποιος αδαής – το εναντίον μάλιστα, είναι βαθιά μπασμένος στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι και πιάτσα – υπέθεσα ότι ο επίπεδος αυτός τίτλος υπονομεύει χιουμοριστικά το περιεχόμενο. Πάλι όμως δεν με ικανοποιούσε η εξήγηση που εγώ έδινα, γι’ αυτό του τηλεφώνησα ν’ ακούσω τη δική του εκδοχή. Μου είπε, λοιπόν, ότι θεωρεί το βιβλίο του ως μία συνομιλία με το βιβλίο του Φλωμπέρ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ  (1869), που εγώ δεν έχω διαβάσει, γιατί και τα δύο βιβλία αναφέρονται στα ερωτικά ήθη της εποχής τους. Προσωπικά ικανοποιήθηκα από την απάντησή του, αλλά εξακολουθώ να αναρωτιέμαι πόσοι από τους αναγνώστες μπορούν να γνωρίζουν τη λεπτομέρεια αυτή, αφού δεν υπάρχει ούτε και στο σημείωμα που ο συγγραφέας παραθέτει στο τέλος του βιβλίο του;

                                                                        

 Σημ. Το κείμενο αυτό διαβάστηκε κατά τη διάρκεια της παρουσίαση του μυθιστορήματος στη Θεσσαλονίκη, στο βιβλιοπωλείο Παρατηρητής (4/12/2003)


20.7.20

Συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου - https://intownpost.com/

Ο Μάνος Κοντολέων γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει γράψει περίπου 60 βιβλία (μυθιστορήματα, διηγήματα, θέατρο, μικρές ιστορίες και παραμύθια). Παράλληλα ασχολείται με την κριτική της λογοτεχνίας. Είναι συνεργάτης περιοδικών, εφημερίδων καθώς και του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης.

Κάποια έργα του έχουν διασκευαστεί και παρουσιαστεί στο θέατρο και στην τηλεόραση, ενώ κάποια άλλα έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ταϊλάνδη. Βιβλία του έχουν κερδίσει πολλές διακρίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ έχει τιμηθεί επίσης δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας.

Υπήρξε υποψήφιος για τα Διεθνή Βραβεία Άντερσεν και Άστριντ Λίντγκρεν.

Ο συγγραφέας Μάνος Κοντολέων

Την απίστευτα ειλικρινή,τολμηρή, ντόμπρα «Ερωτική αγωγή» σας την γράψατε το 2000 (σσ βγήκε στα βιβλιοπωλεία το 2003). Σήμερα μετά από 20 χρόνια που επανεκδίδεται και την ξανασυναντάτε, πως αισθάνεστε απέναντι στην πρώτη εκείνη ανάγνωση;

Η «Ερωτική Αγωγή» είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση και είχε μια αξιόλογη πορεία τότε που είχε για πρώτη φορά κυκλοφορήσει. Μετά από, κοντά, 20 χρόνια θέλησα να τη δω ξανά να διεκδικεί μια θέση στην επικαιρότητα των νέων εκδόσεων γιατί πιστεύω πως μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα έχουν έρθει νέες γενιές αναγνωστών που αξίζει αναγνωστικά να τη συναντήσουν. Δεν έκανα καμιά επέμβαση στο κείμενο. Τόσο η γραφή όσο και οι θέσεις που εκφράζονται μέσα στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος εξακολουθούν να με αντιπροσωπεύουν απόλυτα. Και αυτό από τη μια με κάνει υπερήφανο, αλλά από την άλλη και με λυπεί το γεγονός πως οι δυσοίωνες προβλέψεις μου δεν διαψεύστηκαν.

Ο πρωταρχικός σας σκοπός -τότε -που πρωτοσυλλάβατε την ιδέα της Αγωγής ποιος ήταν; Ίσως να μιλήσετε εκτός των άλλων και για τα βιώματα της δικής σας νεανικής ηλικίας;

Όχι. Ήταν η χρονιά που έκλεινε ο 20ος αιώνας και θέλησα να χρησιμοποιήσω την όποια συγγραφική ικανότητα διέθετα για να καταθέσω την άποψη πως υπήρξε ένας αιώνας που μετέτρεψε τον Έρωτα σε Ερωτισμό, τις Ιδέες σε Προϊόντα. Βέβαια, λογικό ήταν καθώς ο 20ος είναι στην ουσία ο αιώνας της νεότητάς μου, να επιστρατεύω πολλά από τα δικά μου βιώματα. Αλλά ως εκεί. Δεν είμαι μήτε ο Χρήστος Βαλλής, μήτε και ο γιος του ο Άρης.

Εκτός από έντονα ερωτικό θα χαρακτηρίζατε το έργο σας το ισάξια και πολιτικό;

Ακριβώς αυτό. Θέλησα να γράψω ένα ερωτικό μυθιστόρημα που θα διαβάζεται ως πολιτικό. Μέσα από τις 520σελίδες του βιβλίου σας, πέραν από τις ζωές των δύο πρωταγωνιστών σας Χρήστου και Άρη Βαλλή περνούν πάμπολλα καθοριστικά κοινωνικά και πολιτιστικά γεγονότα που καθόρισαν την χώρα μας στα 100 αυτά χρόνια. Απίστευτη έρευνα θα απαιτήθηκε, έτσι δεν είναι;

Ναι, απίστευτη. Και την χάρηκα. Στην ουσία η «Ερωτική Αγωγή» είναι το πρώτο μυθιστόρημα που ολοκλήρωσα ζώντας την καθημερινότητά μου ως συγγραφέας και μόνο. Κι έτσι είχα όλο το χρόνο και την ψυχική άνεση να παρακολουθώ τις μυθιστορηματικές εμπνεύσεις μου μέσα από την έρευνα σε ποικίλες ιστορικές πηγές. Κατέγραψα αρκετές από αυτές στο σημείωμα του τέλους. Αλλά δεν ήταν οι μόνες. Και μια που το αναφέρετε αυτό το θέμα, θέλω να τονίσω το πόσο δύσκολο είναι για ένα συγγραφέα από τη μια να κάνει μια δουλειά βιοποριστική και από την άλλη να προσπαθεί να συνθέτει ένα μυθιστόρημα βασισμένο σε κοινωνικά, πολιτιστικά, ιστορικά γεγονότα. Δυστυχώς αυτό το αντιμετωπίζουν όλοι σχεδόν οι Έλληνες συγγραφείς. Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι στην ουσία ολιγομελές και σίγουρα δεν επαρκεί για να εξαντλήσει όλους τους τίτλους (ελληνικούς και ξένους)που εκδίδονται. Το επάγγελμα «συγγραφέας» στη χώρα μας είναι από τα πλέον σπάνια.

Ο συγγραφέας Μάνος Κοντολέων


«Η κοινωνική κριτική μέσα από την όποιας μορφής ερωτική απεικόνισή της γίνεται -όσο και όπως γίνεται- από τον κινηματογράφο και τις ταινίες του διαδικτύου. Αλλά η εικόνα αλλιώς προσλαμβάνεται από τον θεατή της και αλλιώς η φράση από τον αναγνώστη της…»


Η Ερωτική Αγωγή απευθύνεται σε αντρικό κοινό ή οι γυναίκες αναγνώστριες είναι πιο ανοιχτόμυαλες, πιο ακομπλεξάριστες απέναντι σε ωδές στον έρωτα, στο σεξ;

Θέλησα να απευθυνθώ τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες. Άλλωστε ο Έρωτας όλους αφορά. Και πόσο μάλλον αφορά όλους αν ειδωθεί και ως πολιτική έκφραση. Απλούστατα, αναφερόμενος στις αρχές και τις αξίες του 20ου αιώνα, ήταν λογικό να βλέπω τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους τα δυο φύλλα εκφράστηκαν. Οι μεν άνδρες περισσότερο στο προσκήνιο, οι δε γυναίκες μάλλον προς το παρασκήνιο. Αλλά -και εδώ είναι το κλειδί της ανάγνωσης του μυθιστορήματος- κάθε έργο που ανεβαίνει σε μια σκηνή, απαιτεί την παρουσία ατόμων τόσο στο προσκήνιο όσο και στο παρασκήνιο. Και πολύ συχνά αυτοί των παρασκηνίων ίσως να είναι οι πρωταγωνιστές.

Αληθεύει ότι δεν θα είχατε γράψει την Αγωγή, αν εσείς δενείχατε διαβάσει, εντυπωσιαστεί, από συγκεκριμένα βιβλία του Ηλία Πετρόπουλου του Ροβήρου Μανθούλη αλλά και του Μισέλ Ουελμπέκ;

Όταν διάβασα το μυθιστόρημα «Στοιχειώδη Σωματίδια» του Ουελμπέκ αμέσως σκέφτηκα το πόσο ενδιαφέρον θα είχε να συνταιριάξω την Ιστορία με την Σεξουαλικότητα. Άλλωστε είχε ήδη ξεκινήσει αυτή η προσπάθεια να δούμε ξανά τον Δυτικό Πολιτισμό μέσα από τις περισσότερο ιδιωτικές συμπεριφορές μας. Τα βιβλία του Πετρόπουλου με βοήθησαν να στηρίζω τις σκέψεις μου πάνω στα ευρήματα της ερωτικής και σεξουαλικής λαογραφίας. Το δε Λεξικό του Μανθούλη βοήθησε να υλοποιήσω μια βασική μου σκέψη ως προς τη γλώσσα που θα χρησιμοποιούσα. Σε ένα τέτοιου είδους μυθιστόρημα δεν ήταν δυνατόν να μη χρησιμοποιηθούν και «βρώμικές» λέξεις. Αλλά τότε θα υπήρχε ο κίνδυνος να κάνω τον μέσο αναγνώστη να θεωρήσει όλο το έργο ως μια «βρώμικη πρόκληση»προς τα «βρώμικα ένστιχτά» του. Χρησιμοποιώντας αυτές τις ίδιες λέξεις στην μορφή που είχαν στην αρχαιότητα,έδωσα στο έργο μια άλλη γλωσσική διάσταση. Και έτσι βοηθώ τον αναγνώστη μου να συμφιλιωθεί με αυτά τα «βρώμικα' ένστιχτά του». Ή ακόμα περισσότερο να πάψει να τα θεωρεί βρώμικα.

Κοιτάζοντας το παρελθόν, η κοινωνία 20 χρόνια πίσω ήταν πιο δεκτική σε τολμηρά αναγνώσματα, έναντι τηςνεοσυντηρητικής ,αποστειρωμένης σημερινής;

Από τον Αριστοφάνη έως τον Ραμπελαί, από τον Βοκκάκιο έως τον Ντε Σαντ, από τον Πιτιγκρίλι στον Μπορίς Βιάν στην Αναϊς Νιν, στον Μπουκόφσκι μα και στον Εμπειρίκο, έτσι, ως μια γρήγορη καταγραφή επιχειρώ για να απαντήσω, πως η τολμηρή, συχνά έως και πορνογραφική λογοτεχνία, έδινε το παρόν της και προκαλούσε κοινωνικές αναταράξεις. Σήμερα τη θέση της γλώσσας την έχει πάρει η εικόνα και σε αυτόν το τομέα.

Η κοινωνική κριτική μέσα από την όποιας μορφής ερωτική απεικόνισή της γίνεται -όσο και όπως γίνεται- από τον κινηματογράφο και τις ταινίες του διαδικτύου. Αλλά η εικόνα αλλιώς προσλαμβάνεται από τον θεατή της και αλλιώς η φράση από τον αναγνώστη της. Νομίζω πως αυτή την διαφορά -και τις όποιες συνέπειες φέρνει- καταγράφει το μυθιστόρημά μου.

Αλλάζοντας σελίδα Το παράξενο φετινό αυτό καλοκαίρι θα σας βρει στας εξοχάς στο Πήλιο ίσως ετοιμάζοντας κάτι καινούργιο;

Λοιπόν, ο εγκλεισμός λόγω της πανδημίας, μου πρόσφερε άπλετο χρόνο από τη μια να ολοκληρώσω το νέο μου μυθιστόρημα - θα το χαρακτήριζα «αδελφό» έργο του: «Η Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο» μιας και αναζητώ τις «Σκιές της Κλυταιμνήστρας» και από την άλλη να προχωρήσω, σχεδόν μέχρι το τέλος, ένα ακόμα μυθιστόρημα για νέους βασισμένο στο σύμβολο της Μάσκας. Και τα δυο προγραμματίζονται προς έκδοση μέσα στο 2021. Άρα, κάπου στη μνήμη του υπολογιστή μου αναπαύονται.

Αλλά αρχές Σεπτέμβρη θα είμαι και πάλι στις προθήκες των βιβλιοπωλείων με το τρίτο μέρος της άτυπης τριλογίας μου: «Έφηβοι μέσα στην Πολιτεία». Πρόκειται για τρία συμβολικά νεανικά μυθιστορήματα: «Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι», που αναφέρεται στον αγώνα των ανθρώπων για το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση, «Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης» (διαβάστε εδώ), που έχει να κάνει με την ίση και δίκαιη εργασιακή μεταχείριση και τέλος, με αυτό που θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο: «Το Νησί με τις Λέξεις που Αγαπάνε», που αναφέρεται στην παρουσία του πολίτη μέσα σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Με άλλα λόγια ένα καλοκαίρι ξεκούρασης και αφιερωμένο στην άλλη μου μεγάλη αγάπη. Την ανάγνωση.

Με ευχές για μια ωραία σεζόν θερμά σας ευχαριστώ που τα είπαμε ξανά

Κι εγώ σας ευχαριστώ που μου προσφέρατε την ευκαιρία να απλώσω τις σκέψεις μου και να τις μοιραστώ με τους φίλους αναγνώστες σας.

Η Ελένη Πριοβόλου για την "Ερωτική Αγωή"


Μάνος Κοντολέων, Ερωτική αγωγή


 Η Ερωτική αγωγή του Μάνου Κοντολέων αποτελεί πρωτοπορία για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Καταργεί το φύλλο συκής και καταρρίπτει τα κοινωνικά στερεότυπα και την υποκρισία του καθωσπρεπισμού.

Αρχίζει από την ιστορική περίοδο των μεγάλων ιδεολογιών και των υποσχέσεων της τεχνολογικής ανάπτυξης.

Ο έφηβος Χρήστος αντρώνεται με ένα σεξουαλικό σφρίγος που επιμένει να εκφράζει ζωικές απαιτήσεις και με την παγιωμένη άποψη πως ο κόσμος ανήκει στο αρσενικό. Η σκυτάλη της ερωτικής αγωγής δίδεται στον γιο του, τον Άρη, πάντα με βάση το αρχέγονο ένστικτο και την ηδονή ως φορέα ύπαρξης, ταυτότητας, αλλά και ως άνοιγμα ενός δρόμου προς την ελευθερία και την αμφισβήτηση του θανάτου. 

Έρωτας εμφανίζεται άλλοτε ως κατάκτηση και άλλοτε ως στέρηση. Ως ένωση και ως σύγκρουση. Υλοποιείται με βάση το ένστικτο και την εμπειρία. 

Είναι βιβλίο τολμηρό, πολιτικό, με εκκίνηση από το βασικό ένστικτο. Συμβολικό και συνάμα πραγματικό, εγκιβωτίζει άριστα και όσο πρέπει στιγμές του ιστορικού γίγνεσθαι και της πολιτικής πορείας της χώρας. 

Το ανάγνωσμα διαθέτει εφηβικό ερωτισμό. Έχει την ένταση του πρωτόγνωρου, το πάθος του νιόβγαλτου, τον φόβο της μάχης, την έξαψη μιας αποκάλυψης.

Χάρηκα που συναντήθηκα και πάλι μαζί του.

https://www.vivliopoleiopataki.gr/blog/post/20234/Manos-Kontoleon-Erotikh-agogh/

14/7/2020



 

14.7.20

Η Μένη Κανατσούλη στην "Καθημερίνη" για την "Ερωτική Αγωγή"

Καθημερινή, 23/3/3003

 

 

Ως γυναίκα και  θεωρητικός της λογοτεχνίας που υιοθετεί κατά τις λογοτεχνικές της αναγνώσεις (και) τη φεμινιστική κριτική, η πρώτη εντύπωσή μου διαβάζοντας την Eρωτική αγωγή ήταν ότι πρόκειται μάλλον για ένα δείγμα φαλλοκρατικής λογοτεχνίας. H παντοδυναμία του φαλλού, ο ασυγκράτητος ερωτισμός και η κυρίαρχη πατρική/ υική σχέση –ο πατέρας που κληροδοτεί το ηδονικό του «έργο» στο γιο του για να το συνεχίσει- σχεδόν περιθωριοποιούν τις γυναίκες του βιβλίου και τη δική τους θέαση του κόσμου. Ακόμη και όταν έχουν κάποια λογοτεχνική υπόσταση, ουσιαστικά υπάρχουν για να ενορχηστρώνουν τις επιθυμίες των δύο ανδρών, πατέρα και γιου: είτε για να κατακτώνται από αυτούς είτε για να τους μυούν στα μυστήρια του ηδονισμού.

          Όμως εάν εγκλωβιζόμουν σε μια τέτοια ανάγνωση, φοβάμαι πως και το βιβλίο θα φτώχαινα και το συγγραφέα του θα αδικούσα. Όχι μόνο γιατί υποστηρίζω ότι ένας συγγραφέας σαν τον Kοντολέων –που το έργο του αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, μια πινακοθήκη γυναικείων λογοτεχνικών χαρακτήρων και γυναικείων εκδοχών της πραγματικότητας- δικαιούται να γράψει και ένα βιβλίο για το φύλο του, τις φυλικές του φαντασιώσεις ή και ματαιώσεις του (άλλωστε ποτέ δεν μου άρεσε η ιδέα της πολιτικά ορθής λογοτεχνίας). Kυρίως είπα ότι θα τον αδικούσα, για ένα βασικό λόγο: γιατί υποψιάζομαι ότι ο άκρατος αισθησιασμός του βιβλίου είναι ένα πρόσχημα, συνιστά μια σκόπιμη παραπλάνηση με αποδέκτη, αλλά (με μία έννοια) και θύμα της τον αναγνώστη. Yπάρχει για να επικαλύπτει αυτό που κατ’ ουσίαν συντελείται: την αναζήτηση ταυτότητας από τους (κυρίως αρσενικούς) ήρωες του βιβλίου. Η αναζήτηση ταυτότητας αποτελεί βασικό μοτίβο πάμπολλων βιβλίων του Κοντολέων, είτε πρόκειται για την εφηβική ταυτότητα είτε για την γεροντική (του Ευνούχου) είτε για τη διχασμένη φυλική (της Μάσκας στο φεγγάρι). Εδώ πρόκειται για την αστική ταυτότητα –γι’ αυτό δεν είναι περίεργο που οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες δεν συγκλονίζονται από τα πολιτικά γεγονότα και τις πολιτικές αντιθέσεις, αλλά κλείνονται μέσα στον κόσμο του εσωστρεφούς ερωτισμού τους. Μέσα από το φίλτρο όμως του ερωτισμού που διαποτίζει την αστική ταυτότητα και τη διαθλά, ξετυλίγεται μια ολόκληρη εποχή, αναπλάθονται τα σημαντικότερα πολιτικά, αλλά κυρίως πολιτιστικά γεγονότα του 20ου αιώνα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, στήνεται προς τον αναγνώστη μια δεξιοτεχνικά κατασκευασμένη αλυσίδα ερωτημάτων που συνδέεται με μια παιγνιώδη αμφισημία: άραγε έχει μπροστά του ένα ερωτικό μυθιστόρημα που δανείζεται στοιχεία ιστορικά ή ένα ιστορικό μυθιστόρημα μεταμφιεσμένο σε ερωτικό;

          Mε τον διάχυτο ερωτισμό του, το βιβλίο αυτό, σε μια εποχή που μόνον ερωτική δεν είναι, δεν ήρθε καθόλου άκαιρα: είναι φανερό πως ολόκληρο αποτελεί ένα μνημείο στον ερωτισμό. Ένα μνημείο που ξεκινά, με τον πατέρα, ως αναθηματικό, δοξαστικό για να καταλήξει, με το γιο, σε επιτύμβιο, μια ταφόπλακα πάνω σ’ αυτό που πεθαίνει ή πρόκειται να πεθάνει: ο αισθησιασμός του πατέρα, ο αισθησιασμός μιας άλλης εποχής εκτοπίζεται από το σεξ της δικής μας εποχής, το σεξ των αγγελιών και του διαδίκτυου. Η μετάβαση αυτή αναπαρασταίνεται με έναν αφηγηματικό λόγο άλλοτε δυνατό, κάποτε σοκαριστικό, ακριβώς για να παρακολουθεί τις ερωτικές τελετουργίες που συντελούνται και άλλοτε λεπτεπίλεπτο, για να «αγγίζει» όλα τα περίτεχνα εργαλεία του αισθησιασμού (εσώρουχα, μουσικές, συλλεκτικά ερωτικά αντικείμενα κ.λ.π.). Κι όταν η νεοελληνική γλώσσα μοιάζει πολύ λίγη ή πολύ φθηνή για να αποδώσει όλες τις αποχρώσεις της ερωτικής πράξης και των στάσεων της, τότε επιστρατεύεται η αρχαία ελληνική. Το βιβλίο αποτελεί ολόκληρο μια προσεκτικά δομημένη κατασκευή όπου τίποτε δεν έμεινε στην τύχη: η γλώσσα, το στήσιμο των χαρακτήρων, το υπόβαθρο γνώσεων που θα αποτελέσει το ιστορικό φόντο. Μέσα απ’ όλα αυτά, η Ερωτική αγωγή, ενώ απορροφά τον αναγνώστη, ταυτόχρονα τον καλεί να βρίσκεται συνεχώς σε εγρήγορση. Τα ιστορικά γεγονότα δεν είναι μόνον ιστορία, ο αισθησιασμός δεν είναι μόνον αισθησιασμός, η αναζήτηση ταυτότητας δεν είναι μόνο αυτή της ερωτικής. Ίσως ακόμη και το τέλος που σφραγίζει το βιβλίο δεν είναι το τέλος που φαίνεται. Μπορεί να τελειώνει το βιβλίο, γρονθοκοπώντας μας, με τη λογοτεχνική ήττα του αισθησιασμού, με το κύκνειο άσμα του, όμως αυτό μάλλον θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι αποτελεί ύστατο δείγμα μιας πολύ διακριτικής προτροπής του συγγραφέα προς το κοινό του: ότι ο άνθρωπος, με τον ερωτισμό στη ζωή του, καταφέρνει όχι μόνον να επιβιώνει, αλλά και να εξανθρωπίζεται.

 

Mένη Kανατσούλη, καθηγήτρια Πανεπιστημίου Aθηνών


13.7.20

«Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης» - η Χρύσα Κουράκη στο diastixo

«Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης» - η Χρύσα Κουράκη στο diastixo

 

Η δεκαετία του 1970 αποτελεί ένα σημείο σταθμό για τη σύγχρονη, ελληνική Παιδική Λογοτεχνία ή τη Λογοτεχνία για Παιδιά, όπως επισημαίνει και επιμένει ο Μάνος Κοντολέων να αναφέρεται, δίνοντας έμφαση στη λέξη Λογοτεχνία. Μέχρι το 1970 η Παιδική Λογοτεχνία στην Ελλάδα δεν είχε διαφοροποιηθεί από τα πρότυπα του 19ου αιώνα τόσο στη θεματική, όσο και στην παρουσίαση ενός ιδεατού κόσμου, όπου τα κακώς κείμενα δεν θίγονται και όλα αντιμετωπίζονται μέσα από το πρίσμα του ηθικοδιδακτισμού. Ωστόσο, μετά τη μεταπολίτευση και τις κοινωνικές, πολιτικές, παιδαγωγικές και εκπαιδευτικές αλλαγές που αυτή έφερε, εμφανίζονται νέοι συγγραφείς, όπως η Ζωρζ Σαρή και η Άλκη Ζέη, που τολμούν να μιλήσουν στα παιδιά πρώτη φορά για πολιτικά και ιστορικά γεγονότα, θεωρώντας τους αναγνώστες τους αυτόνομες προσωπικότητες, που μπορούν να μάθουν και να ακούσουν τα πάντα ισότιμα με τους ενήλικες, επιδιώκοντας να κατανοήσουν τον κόσμο στον οποίο ζουν.

Με αυτή την πεποίθηση ξεκίνησε και ο Μάνος Κοντολέων, νέος συγγραφέας της εποχής, να γράφει κείμενα για παιδιά, όπως ο ίδιος ομολογεί σε άρθρο του στη SLpress.gr. Τα πρώτα του βιβλία είχαν κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο και ήταν απόλυτα εναρμονισμένα με το πνεύμα των συγγραφέων που προηγήθηκαν. Ο Φωκίων ήταν ελάφι και το Κάποτε στην Ποντικούπολη ήταν δυο βιβλία με ξεκάθαρα πολιτική άποψη, εμπνευσμένα από τα πρόσφατα γεγονότα της Δικτατορίας και ιδωμένα όχι υπό το πρίσμα του ρεαλιστικού μυθιστορήματος μαρτυρίας, που η Ζωρζ Σαρή και η Άλκη Ζέη είχαν εισαγάγει, αλλά μέσω του φανταστικού, στοιχείο που φυσικά προσέγγιζε και συμπεριλάμβανε αναγνώστες ακόμη μικρότερης ηλικίας. Τα δυο βιβλία, παρ’ όλες τις αντιδράσεις που μπορεί να συνάντησαν, αγαπήθηκαν πολύ από μικρούς και μεγάλους αποκτώντας τη διαχρονική και διηλικιακή αξία που μπορεί ένα καλό, λογοτεχνικό βιβλίο να φέρει.

Τα ονόματα των ηρώων αλλάζουν επίσης, όπως και ο τίτλος, το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθύνεται, διευρύνεται, αλλά η ουσία παραμένει ίδια.

Σαράντα ένα χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή τους (1979-2020) και σε μια παγκόσμια πολιτική και κοινωνική συγκυρία γεγονότων που καθιστά τα βιβλία πιο επίκαιρα από ποτέ, ο Μάνος Κοντολέων επανέρχεται με τη συγγραφική εμπειρία και ωριμότητα που έχει αποκτήσει να «ξαναδεί» αυτά τα κείμενα και να τα ξαναγράψει. Τα νέα βιβλία είναι εναρμονισμένα πλέον στη σύγχρονη ματιά, στις ανάγκες και στα ενδιαφέροντα ενός παιδιού του 21ου αιώνα, αλλά και στο προσωπικό συγγραφικό ύφος που ο ίδιος έχει πλέον καθιερώσει. Έτσι, το Ο Φωκίων ήταν ελάφι γίνεται Ο Φωκίων Δεν ήταν ελάφι (2018) και το Κάποτε στην Ποντικούπολη μετουσιώνεται στο Οι δίδυμοι ήλιοι της Ποντικούπολης. Στους Δίδυμους ήλιους της Ποντικούπολης το κείμενο μεγαλώνει και γίνεται πιο μεστό, οι συμβολισμοί γίνονται πιο έντονοι, αλλά ταυτόχρονα και πιο ξεκάθαρα προσανατολισμένοι στις αξίες της δικαιοσύνης, της ισότητας και της ενεργού πολιτότητας. Το εξώφυλλο αλλάζει και «ωριμάζει» με μια συμβολική για το περιεχόμενο του βιβλίου δημιουργία της Μυρτώς Δεληβοριά και ασπρόμαυρες αφαιρετικές εικόνες συνοδεύουν κάθε του κεφάλαιο, σε αντίθεση με την έγχρωμη, πιο «παιδική» για τα σημερινά δεδομένα αρχική εικονογράφηση του Αντώνη Καλαμάρα. Τα ονόματα των ηρώων αλλάζουν επίσης, όπως και ο τίτλος, το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθύνεται, διευρύνεται, αλλά η ουσία παραμένει ίδια.

Σε μια πόλη που κατοικούν ποντίκια, στην πλαγιά ενός βουνού με δυο κορυφές και δυο ασθενικούς ήλιους, υπάρχει η Φάρμα με το Τυροκομείο που ανήκει εδώ και δέκα γενιές στην οικογένεια του Βαρόνου Πανταλέων. Ενός Βαρόνου που ζει πλουσιοπάροχα εκμεταλλευόμενος τους εργάτες του και έχει μάθει να παίρνει χωρίς να δίνει. Οι ποντικοί-εργάτες που ζουν σε άθλιες συνθήκες έχουν μάθει να υπομένουν και να μη διεκδικούν τίποτα, στερούμενοι την αξιοπρέπεια και το θάρρος τους, το οποίο πολύ εύστοχα συμβολίζεται με τις ουρές τους, που οφείλουν να είναι μικρές, αδύναμες και κρυμμένες κάτω από τα ρούχα τους. Ο Βαρόνος Πανταλέων κυριαρχεί και επιβάλλεται ευνουχίζοντας τη φύση και στερώντας τα φυσικά δικαιώματα όχι μόνο των εργατών του, αλλά και του επίτηδες ξεδοντιασμένου τσακαλιού που έχει πάντα δίπλα του ως κατοικίδιο. Ακόμη και το πολυτελές σπίτι του βρίσκεται κάτω από τη γη, δηλώνοντας τη σαφή διαφοροποίησή του από τον απλό λαό που δεν θέλει καν να αντικρίζει.

Όμως όλα αυτά αλλάζουν, όταν η Κάλη, η νεαρή ποντικίνα, χάνει δυο δάχτυλά της σε εργατικό ατύχημα, εξαιτίας της παραμέλησης συντήρησης των μηχανημάτων του εργοστασίου, προς όφελος του κέρδους. Ταυτόχρονα ο Πανταλέων την απολύει, καθώς πια δεν μπορεί να του προσφέρει αποδοτική εργασία και το ίδιο κάνει στον ηλικιωμένο πατέρα της. Μειώνει αδικαιολόγητα τους μισθούς του προσωπικού κάνοντάς το να αντιδράσει για πρώτη φορά και να οδηγηθεί σταδιακά και μεθοδικά σε απεργία. Και ενώ η λέξη απεργία δεν αναφέρεται πουθενά στο κείμενο, γίνονται απόλυτα σαφείς οι αιτίες που μπορεί να οδηγήσουν σε αυτήν, οι αντιδράσεις που μπορεί να επιφέρει, τα δικαιώματα των εργαζομένων και η αρμονική, αποδοτική σχέση που θα πρέπει να έχει ο εργοδότης με τον εργαζόμενο. Οι ποντικοί μέσα από δύσκολες διαδικασίες αποκτούν σθένος –γι’ αυτό και οι ουρές τους δυναμώνουν, ψηλώνουν και πλέον επιδεικνύονται έξω από τα ρούχα τους–, συσπειρώνονται και διεκδικούν. Ο γιος του Πανταλέων διαφοροποιείται από τον πατέρα του, τάσσεται με τους εργαζόμενους και μέσα από τον έρωτα και την αγάπη που πάντα δίνει δύναμη στους νέους και τους κάνει να ονειρεύονται έναν καλύτερο κόσμο, συνδιαμορφώνει με τους όμοιούς του πια ποντικούς μια νέα, ισότιμη και δίκαιη εργασιακή σχέση. Οι δυο κορφές και οι δυο ασθενικοί ήλιοι της Ποντικούπολης συμβολικά και πάλι ενώνονται και αποκτούν τη δύναμη και το φως που ο ένας και μόνο ήλιος μπορεί να προσφέρει. Ο ήλιος της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της ισότητας.

Είναι βέβαιο πως κάποιος ενήλικας που διαβάζει το κείμενο, θα σκεφτεί πως Οι δίδυμοι ήλιοι της Ποντικούπολης έχουν γραφτεί για να εξηγήσουν τη Ρωσική ή τη Γαλλική Επανάσταση, τη σχέση κολίγων και τσιφλικάδων ή οποιαδήποτε πανομοιότυπη κατάσταση, η οποία καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Παράλληλα, ο ενήλικος αναγνώστης θα αναγνωρίσει τους συμβολισμούς που είναι πολλοί και θα αναζητήσει να ερμηνεύσει τη σχέση σημαινόντων και σημαινομένων στην πρόθεση του συγγραφέα. Το ίδιο ουσιαστικά θα κάνει και το παιδί αναγνώστης, το οποίο μέσα από διαφορετικά επίπεδα ανάγνωσης θα κατανοήσει, θα αναζητήσει και πιθανώς θα κάνει ερμηνευτικούς συνειρμούς με βάση τις εμπειρίες, τη δεδομένη κοινωνική και ιστορική του γνώση. Στην πορεία της ζωής του και καθώς τα βιώματά του θα εμπλουτίζονται, θα ανατρέξει ξανά στο ίδιο βιβλίο για να αποκτήσει διαφορετικές αναγνωστικές ανταποκρίσεις και να συμπληρώσει, να επεκτείνει, να επανεξετάσει μέσα από άλλη οπτική αυτά που οι λέξεις δηλώνουν και συνδηλώνουν. Έτσι εξηγείται και η επιθυμία πολλών γονιών σήμερα, που οι ίδιοι υπήρξαν αναγνώστες της πρώτης έκδοσης του βιβλίου, να επανεκδοθεί το κείμενο που καθόρισε τους ίδιους ως προσωπικότητες και που τώρα ως ενήλικες το διαβάζουν στα δικά τους παιδιά αναγνωρίζοντας τη διαχρονική του αξία (βλ. εδώ). Εξάλλου, σε αυτή την αποδεδειγμένα διαχρονική, συνεχώς ανανεούμενη σχέση αναγνώστη-κειμένου έγκειται και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που παρουσιάζει το συγκεκριμένο βιβλίο, που θεωρώ πως θα αγαπηθεί για ακόμη μια φορά από το παιδικό –και όχι μόνο– κοινό.

 

Οι δίδυμοι ήλιοι της Ποντικούπολης
Μάνος Κοντολέων
εικονογράφηση: Μυρτώ Δεληβοριά
Εκδόσεις Πατάκη
128 σελ.
ISBN 978-960-16-8609-7

 

(Πρώτη ανάρτηση diastixo, Ιούλιος 2020)


12.7.20

Ο Απόστολος Πάππος στο Elpinex για το "Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης"

Ελλάδα, 1979. Ο πληθωρισμός πλησιάζει το 20%. Η Ελλάδα μπαίνει στην ΕΟΚ, πρόγονο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κερδίζοντας τη Σοβιετική Ένωση, η Εθνική προκρίνεται για πρώτη φορά σε τελικά Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος. Έρχεται στην Ελλάδα ο Γκάλης για λογαριασμό του Άρη. Παραίτηση Σημίτη από το εκτελεστικό γραφείο του ΠΑΣΟΚ, το οποίο ετοιμάζεται να κυβερνήσει “στις 18 σοσιαλισμός”. Συζητήσεις με την Τουρκία για την υφαλοκρηπίδα και ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών.

Ελλάδα, 1979. Η Ελλάδα διανύει το πέμπτο έτος της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Η επταετής ασέλγεια της Χούντας στο ασθενικό σώμα της ήδη τραυματισμένης από τον πόλεμο Ελλάδας, το Πολυτεχνείο, οι Λαμπράκηδες και ο βίαια απών νονός τους, το 1-1-4, το ψωμί, η παιδεία, η ελευθερία, τα βασανιστήρια, η Κύπρος, ο Μακάριος, ο Μάλλιος κι ο Γουέλς, οι μεγάλες πορείες των εκατό+ χιλιάδων κόσμου, η φτώχεια, ένας σφυγμός που δεν ακούς αλλά υποθέτεις πως δεν έχει πάψει και κρατά ζωντανό τον ασθενή.

 

Ελλάδα, 1979. Σε φημισμένο πρότυπο γυμνάσιο-Λύκειο του επίνειου της πρωτεύουσας πέρασαν από ανάκριση (ανακριτής κανονικός, όχι οι καθηγητάδες) τον 14χρονο αδερφό μου επειδή με άλλους συμμαθητές τους τόλμησαν να βγάλουν μαθητική εφημερίδα όπου έκαναν το εγκληματικό λάθος να συμπεριλάβουν αφιέρωμα στην ποίηση του Κώστα Βάρναλη. Τόση δημοκρατία και ελευθερία έκφρασης υπήρχε πέντε χρόνια μετά την επιστροφή του καθαγιασμένου “Εθνάρχη”.

Πώς θα σου φαινόταν, λοιπόν, να μιλήσει κάποιος στα μικρά παιδιά της Ελλάδας, εκείνο το 1979, για εργασιακά δικαιώματα, για εργοδοτική καταδυνάστευση, για συγκέντρωση πλούτου, για προστασία του περιβάλλοντος και τήρηση κανόνων από τα εργοστάσια; Για εργατικά ατυχήματα, ποιότητα ζωής, κοινωνικές τάξεις και χαρακτηριστικά των αρχόντων;

Ο μέγας τεχνίτης του λόγου, Μάνος Κοντολέων, εκείνη τη χρονιά, τριάντα τριών ετών έγραφε η νιότη του, χτυπά με το Ο Φωκιών δεν ήταν ελάφι και το “Κάποτε στην Ποντικούπολη” (Καστανιώτης) και στρέφει τα βλέμματα της εποχής πάνω του. Μιλά στα παιδιά με τη γλώσσα μιας απροσποίητης ειλικρίνειας, βάζοντας στην ατζέντα της παιδικής λογοτεχνίας μια για τα καλά πολιτικοποιημένη ματιά που προχωρούσε ένα βήμα πιο πέρα τον ενίοτε πολιτικοποιημένο λόγο της Άλκης Ζέη και της Ζωρζ Σαρή που είχαν φωτίσει το πρώτο αστέρι. Ο Κοντολέων και με τα δύο εκείνα βιβλία δρούσε στο υποσυνείδητο το οποίο έπρεπε να αποσυμβολίσει τις δύο ιστορίες του και να κάνει τις αναγωγές στην πραγματικότητα του μικρού αναγνώστη, μια διαδρομή που ήδη ήξερε καλά να διανοίγει.

Τέσσερις δεκαετίες (συν ένα) μετά, ξαναφέρνει στα ράφια εκείνο το βιβλίο της Ποντικούπολης. Δεν κάνει προώθηση χειρογράφου και επανέκδοση. Προβαίνει σε μια δυναμική αναθεώρηση και αναμόρφωση του τότε βιβλίου, του αλλάζει ακόμα και τον τίτλο και με την συγγραφική ωριμότητα που κατέχει, παρουσιάζει κάτι άκρως δυναμικό, διεισδυτικό, ώριμο και επικαιροποιημένο.

Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης, μας μεταφέρουν σ έναν παράξενο τόπο που σκιάζεται από ένα βουνό με δυο κορυφές και φωτίζεται από δυο ήλιους. Σε αυτόν τον τόπο, υπάρχει ένα εργοστάσιο τυριών που ανήκει, δέκα γενιές τώρα, στην οικογένεια του φιλάργυρου Βαρόνου Πανταλέων του Δέκατου, νυν ιδιοκτήτη, και παράγει το φημισμένο τυρί Δίδυμοι Ήλιοι. Όλοι οι κάτοικοι αυτού του τόπου δουλεύουν στο εργοστάσιο αυτό και μένουν σε σπιτάκια που βρίσκονται κοντά στη φάρμα.

Όταν ένα χαλασμένο κοπίδι αρπάζει δυο δάχτυλα της Κάλης, ο ιδιοκτήτης όχι μόνο δεν σκέφτεται τίποτα για την τραυματισμένη εργάτρια, αλλά την απολύει κιόλας επειδή λέρωσε με το αίμα της τη μηχανή του και χάλασε πολύ χαρτί, ενώ τον πατέρα της του αλλάζει πόστο υποβιβάζοντάς τον ουσιαστικά και μισθολογικά.

“Λοιπόν, κυρ Βρασίλη, θα πάνε το βρούμε το αφεντικό… Εσύ… κι εγώ μαζί σου!… είπε η Λαλούσα.
Ο Βρασίλης την κοίταξε ξαφνιασμένος.
“Τρελάθηκες, κόρη μου; Ποιος έχει τολμήσει να μιλήσει στον Πανταλέων τον Δέκατο;…”

Η συνάντηση με το αφεντικό ήταν σκέτη απογοήτευση. Και τότε ξεκίνησαν όλα. Οι εργαζόμενοι αποφασίζουν αγώνα για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας αλλά και της ποιότητας ζωής τους. Το αποτέλεσμα των διεκδικήσεών τους δεν είναι εύκολο να το μαντέψεις… Όσο κι αν το παραμύθι αυτό δεν είναι τόσο παραμύθι…

Μέσα από μια απολαυστική φαντασιακή αφήγηση, εύρυθμη, με λέξεις διαλεγμένες μια και μια όπως πάντα, με πλήθος εμβριθών συμβολισμών και αλληγορικών ιδεών, ο δεινός μυθοπλάστης Μάνος Κοντολέων φέρνει έναν μεστό οδηγό διαμαρτυρίας και αντίστασης, ένα αιχμηρό εγχειρίδιο μη αποδοχής των άνωθεν θεσφάτων και αναδεικνύει το ρόλο της απεργίας δίχως να συμμερίζεται τον κάποτε εκφυλισμό της από τους διαχειριστές της. Γιατί όταν θα φτάσεις στα δεκαοκτώ ή στα είκοσι πέντε και θα βλέπεις σημάδια στο σβέρκο σου, θα είναι κάπως αργά να κόψεις την αλυσίδα από το πόδι. Πρέπει να ξέρεις. Και με την Ποντικούπολη θα ξέρεις.

Το εκτενές αυτό παραμύθι δεν αναπτύσσει απλώς υποδειγματικά μια ενδιαφέρουσα ιστορία με καλοφτιαγμένους ήρωες, ούτε ανασηκώνει απλώς τα συναισθήματά τους και τους συσχετισμούς εργατών και αφεντάδων, φτιάχνοντας μια κάποια ιστορία συσχετισμών. Δεν είναι μόνο ένας οδηγός συμπεριφοράς στον εργασιακό βίο, όπως προείπα, αλλά κάτι ακόμα βαθύτερο. Είναι η ψηλάφηση της φύσης της εξουσίας και των συχνά άνευ ποιότητας ενοικιαστών της, είναι η διαδρομή στο τούνελ που κάνει ο φόβος όταν δεν έχεις αναρωτηθεί ξανά “μα γιατί;”. Είναι μια ωδή στο “κάτι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό”. Μια ολόκληρη ιδεολογία, όχι κάποιου κομματικού επιτελείου όπως είπαν κάποτε αφελώς στον ίδιο τον συγγραφέα, αποκαλύπτεται. Μια ιδεολογία αξιοπρέπειας και επιβίωσης που πρέπει πάντα να ξέρεις και να υπερασπίζεσαι σε όποιο σημείο του ιδεολογικού φάσματος κι αν στέκεις. Εκτός κι αν θεωρείται αρκούντως κομμουνιστικό να διαμαρτύρεσαι επειδή σου έκοψαν δυο δάχτυλα και από πάνω σε απέλυσαν γιατί λέρωσες χαρτί και κόστισες. Μη γελάτε. Υπάρχουν και τέτοιοι υπερασπιστές.

Ο Κοντολέων δεν έχει πάψει, τα τελευταία χρόνια ειδικά, να πειραματίζεται με παλαιότερα βιβλία, δικά του και άλλων. Άλλοτε επανεγγράφει τα ιερά της παγκόσμιας λογοτεχνίας (Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης), άλλοτε επανεγγράφει τα δικά του (Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι), άλλοτε σμίγει τρία δικά του βιβλία εις σάρκα μίαν (Φιλαράκια), τώρα επιστρέφει ξανά στα γεννητούρια του. Γιατί το κάνει αυτό; Γιατί ασχολείται ξανά με μια ιστορία που ειπώθηκε;

Ο συγγραφέας τα λέει καλύτερα:

Δυο είναι οι λόγοι. Που θέλησα να γράψω ξανά την ιστορία αυτή.

Ο πρώτος είναι πως εκείνο το βιβλίο του 1979, αν και ήταν γραμμένο από έναν παθιασμένο μεν, αλλά πρωτόπειρο συγγραφέα, ιδιαίτερα αγαπήθηκε και συζητήθηκε. Θα έλεγα πως στάθηκε η αφορμή μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να με κάνει γνωστό. Σκέφτηκα, λοιπόν, να ανταποδώσω αυτή τη φροντίδα και να γράψω ξανά για τους ίδιους ήρωες και για τους ίδιους αγώνες τους, με την πείρα όμως τη συγγραφική που πιστεύω πως πλέον διαθέτω.

Ο δεύτερος λόγος ίσως είναι περισσότερο ουσιαστικός. Έχει να κάνει με τη διαρκή –από τότε μέχρι τώρα– άποψή μου πως στα παιδιά πρέπει να λέμε πάντα την αλήθεια μας. Και να τη λέμε με όση γίνεται και μπορούμε ειλικρίνεια και να τα αφήνουμε στη συνέχεια, αφού γνωρίσουν και τις αλήθειες των άλλων, να επιλέγουν τη δική τους.

Αυτό που πριν σαράντα χρόνια πίστευα –το τρίπτυχο: Ελευθερία, Ισότητα, Δημοκρατία– εξακολουθώ και να το πιστεύω και να το υπερασπίζομαι.

Κι έτσι να γιατί αποφάσισα το νέο μου βιβλίο για παιδιά να βασίζεται πάνω στα γεγονότα του πρώτου.

Μα τίποτε άλλο δεν είναι πια το ίδιο – στον κόσμο μας και σε αυτή την ιστορία.

Άλλο να χρησιμοποιείς ως τίτλο το «Κάποτε στην Ποντικούπολη» κι άλλο το «Ο Δίδυμος Ήλιος της Ποντικούπολης».

Τελικά, μεγαλώνοντας έγινα –φαίνεται– περισσότερο αισιόδοξος. Πιο μαχητικός.

Ένα παιδί –ευτυχώς– παρέμεινα“.

Για αναγνώστες από 9 ετών, δίχως ηλικιακό περιορισμό ασφαλώς.

Το καλοκαίρι του 2020, οι εκδόσεις Πατάκη και ο συγγραφέας επέλεξαν να επανεκδώσουν ταυτόχρονα δύο βιβλία του συγγραφέα, το “Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης” και την “Ερωτική Αγωγή”. Πρόκειται ουσιαστικά για μια συμβολική διπλή έκδοση που απευθύνεται σε δύο διαφορετικά ηλικιακά κοινά και σηματοδοτεί την μεγάλη ανάγκη για ανάγνωση από όλους, την συνύπαρξη διαφορετικών αναγνωστών και διαφορετικών ειδών λογοτεχνίας, προερχόμενα από τον ίδιο συγγραφέα, φανερώνοντας ότι κάποιος μπορεί να θέτει με επιτυχία προβληματισμούς σε διάφορες ηλικίες ανθρώπων και να συνομιλεί σε διάφορα επίπεδα μαζί τους.

ΥΓ: Το 2004 ο Μάνος Κοντολέων παρουσίασε την Ερωτική Αγωγή στην Ερμούπολη. Ήταν η πρώτη φορά που τον είδα από κοντά να μιλά για ένα βιβλίο του, στις μέρες της δικής μου ερημιάς στην πόλη του Ερμή. Και το παράξενο ήταν ότι το πρώτο βιβλίο του που διάβασα ήταν αυτό και όχι κάποιο παιδικό.

 

Απόστολος Πάππος (Elniplex Ιουλιος 2020)

 


Η Βικυ Πάτσιου για το "Ερωτική Αγωγή"

            Θα μπορούσε άραγε η Ερωτική αγωγή, το μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων που πρόσφατα επανακυκλοφόρησε,  να δανειστεί τον τίτλο του από κάποιον στίχο του Σεφέρη, του Παλαμά ή του Καρυωτάκη; - για να αναφερθώ σε μερικούς από τους νεοέλληνες ποιητές στους οποίους ευθέως παραπέμπει ο συγγραφέας, ή μήπως θα προτιμούσε να θυμηθούμε μεταξύ άλλων την Αισθηματική αγωγή του Φλωμπέρ και τον Ερωτισμό του Ζωρζ Μπατάιγ; Κειμενικός χώρος που υπόκειται σ’ ένα ειδικό καθεστώς, ο τίτλος του συγκεκριμένου έργου αποτελεί συστατικό στοιχείο της δομής του και παρέχει ισχυρές ενδείξεις για το περιεχόμενό του επιτρέποντας τη δημιουργία συνειρμικών ακολουθιών που λειτουργούν ως διερεύνηση των θεμελιακών νοημάτων του.

            Μυθιστόρημα «ασεβές», προσωπικό και ιδιότυπο χαρακτηρίζει  ο Μάνος Κοντολέων το έργο του στο Επιλογικό σημείωμα, αφήνοντας τον αναγνώστη να υποθέσει ότι μπορεί να μεταμορφωθεί σε λαθραναγνώστη και να παραβιάσει τον χώρο του ιδιωτικού για να κρυφοκοιτάξει, να θυμηθεί, να ανακαλέσει τις δικές του εικόνες, γεύσεις και ήχους, να περιπλανηθεί στο δικό του παρελθόν ή να κατασκευάσει το μέλλον του. Η Ερωτική αγωγή είναι τελικά ένα μυθιστόρημα για τον χρόνο, την ηδονή και τον θάνατο; Ένα βιογραφικό, ένα «ιστορικό» ή μήπως ένα μυθιστόρημα μαθητείας; Πώς θα μπορούσε εξάλλου το μυθιστόρημα να συγκριθεί με έναν πίνακα ζωγραφικής (τα λιωμένα ρολόγια του Νταλί), την επανάσταση του κυβισμού ή τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν;

            Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. «Ο πατέρας του Άρη, ο Χρήστος Βαλλής, είχε γεννηθεί σε κάποιο ορεινό κεφαλοχώρι της Ηπείρου, μερικά χρόνια αφότου είχε μπει ο 20ός αιώνας- ο αιώνας που θα ξεκινούσε με τα πιο μεγάλα κινήματα ανθρωπιστικών ιδεών και θα κατέληγε στις πιο οργανωμένες τάσεις κυριαρχίας των ελαχίστων πάνω στους πάμπολλους... Ο αιώνας που με το λίκνισμα του έρωτα θα άνοιγε τα μάτια του και θα τα έκλεινε με τους τριγμούς του ηδονισμού- την Ευρώπη, στις αρχές του 1900, την κατακτούσαν τα ταγκό του Εντουάρντο Μπιάνκο∙ μετά από ογδόντα με ενενήντα χρόνια, οι κάτοικοι των πρωτευουσών της θα τρώγανε au poivre  παρακολουθώντας σε video wall τη Μαντόνα σε εικονικό οργασμό- σαν αστήρ διάττων, σαν ήρως ανεξήγητων... θαυμάτων».

            Στη διαδρομή του από τη μοναξιά των κορυφογραμμών του χωριού του, στα υγρά σοκάκια των Ιωαννίνων και από κει στο περιβάλλον της μεσοπολεμικής Αθήνας με τους ποιητές, τα πολιτικά πάθη, το τραμ, τα καφενεία, τα ζαχαροπλαστεία του Συντάγματος και τα θέατρα, και τέλος ύστερα από μια σύντομη περιπλάνηση σε χώρες της Ευρώπης, στο Μανχάτταν της Νέας Υόρκης, ο ήρωας θα διασταυρωθεί με την επιστήμη, την τέχνη, την πολιτική και την ιστορία αναζητώντας σταθερά την αυτάρκεια, την αναγνώριση και την επιβολή. Ο προσεκτικά και ψύχραιμα σχεδιασμένος γάμος του με την κόρη επιτυχημένου εργολάβου οικοδομών και η προοπτική μετεγκατάστασής του από τη μίζερη κάμαρα του Θησείου στο διώροφο νεοκλασικό της Φωκίωνος Νέγρη επιβεβαιώνουν τη μετάλλαξή του σε αστό που γνωρίζει την ακρίβεια και τη σαφήνεια των υπολογισμών: «[Τον Χρήστο Βαλλή] τον ενοχλούσε πια η μιζέρια της κάμαράς του. Τα δυο μικρά δωμάτια. Εκείνο το κρεβάτι που έτριζε. Η ντουλάπα που δεν έκλεινε η πόρτα της... Και δεν του έβγαινε από το μυαλό το λουτρό του σπιτιού της οικογένειας Τσιμένογλου... Αν έπρεπε να απαντήσει τί ήταν αυτό που περίμενε με περισσότερη αγωνία από τον γάμο του να κερδίσει, τη χρήση του κορμιού της Ελένης ή τη χρήση του μπάνιου του σπιτιού της, μάλλον δεν θα δίσταζε και θα απαντούσε «Το μπάνιο»».

            Η οργάνωση και η ιεραρχία οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής τάξης, οι ιδεολογικές και οι φιλοσοφικές αντιλήψεις, η αστική κυριαρχία και οι τεχνολογικές εξελίξεις συγκροτούν και υποστηρίζουν το πλαίσιο της αφήγησης, η οποία δεν αναταποκρίνεται απολύτως στις ρεαλιστικές  προδιαγραφές και τις αναλογίες της με τον πραγματικό κόσμο, παρόλο που εκβάλλει σ’ αυτόν. Η πραγματολογική προσέγγιση και επεξεργασία του αφηγηματικού υλικού παραμένει εν μέρει αποκλίνουσα καθώς στοχεύει, πέρα από κάθε αναπαραστατική πρόθεση,  στο να διατυπώσει μια θεωρία των πράξεων του έρωτα που κινούνται στη δική τους χρονικότητα και αποκτούν μια ιδιαίτερη αξία γνωστικής εξερεύνησης, χωρίς να ακολουθούν τον καταναγκαστικό συγχρονισμό με άλλες κοινωνικές σχέσεις και αποδεκτές, προσχηματισμένες ισορροπίες και συμβιβασμούς.

            Με αφετηρία τη σημασία και την ένταση της εμπειρίας ο συγγραφέας σκηνοθετεί τη δυναμική των εσωτερικών αντιθέσεων και συνθέτει χρησιμοποιώντας τον ιστορικό πυρήνα της αφήγησης, μια συνολική θεώρηση της ζωής, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθεί τα σκιρτήματα της συνείδησης και της βούλησης αναδεικνύοντας τον έρωτα ως βασικό μέσο επιβεβαίωσης ή άρνησης της ύπαρξης. Αποδεσμεύοντας ταυτίσεις και προβολές η διάρθρωση και οι μηχανισμοί του έργου εξασφαλίζουν μια στέρεη θέση στη κύρια διάσταση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας και αναδεικνύουν τον προσωπικό μύθο του ήρωα Χρήστου Βαλλή σε μια σταθερή συμβολική δομή γύρω από την οποία θεμελιώνεται η τελετουργία της ερωτικής τέχνης και οργανώνεται η μορφοποίηση της επιθυμίας και της φαντασίωσης.

            Πρόκειται για την επεξεργασμένη εικόνα μιας δυναμικής και παράδοξης προσωπικότητας με απροσδόκητα χαρακτηριστικά για την οποία τα όρια του κόσμου είναι άμεσα συνδεδεμένα με τα όρια του σώματος και την οικονομία της απόλαυσης στις πιθανές εκδοχές και παραλλαγές της. Βασική ιδιότητα της εικόνας αυτής σε όλη την έκταση της αφήγησης παραμένει το γεγονός ότι η προσεκτική παρατήρησή της μπορεί να αποκαλύψει σταδιακά περισσότερες όψεις από εκείνες που χρειάστηκαν για να προσδιορίσουν την κατασκευή της, επιτρέποντας έτσι να αξιοποιηθεί ένας ευρύς αριθμός συγκείμενων πρόσληψης προκειμένου να γίνει δυνατή η αποκωδικοποίησή της.

            Διάδοχος και συνεχιστής της πατρικής κληρονομιάς ο Άρης Βαλλής  ζει και μεγαλώνει μέσα σε ένα καθημερινό και ιδιότυπο πάθος ανάμεσα στον πατέρα και τη θεία του σε μια εποχή μετάβασης «από το συναίσθημα στη λογική, από το ξαφνικό στο προγραμματισμένο, από την σχεδόν αθωότητα στη πλήρη ιδιοτέλεια». Η εγκυρότητα της μορφής του συναρτάται από την έκρηξη της ερωτικής επιθυμίας που ανακαλύπτει και παρέχει όλες τις πιθανές μάσκες της αδιέξοδης αναζήτησής της. Στην ιδιαίτερη αυτή γραμματική της επιθυμίας η μεταμφίεση και η παραμόρφωση αποτελούν τους βασικούς οργανωτικούς κανόνες μιας δοκιμασίας της οποίας η έκβαση έχει προκαθοριστεί. Μέσα στη δυναμική της σύγκρουσης και της διάψευσης η παραπλανημένη όραση και η πεινασμένη αφή βρίσκουν ανακούφιση στην εμπειρία του θανάτου: «Στο σημείο που η θάλασσα έχει γλείψει το βράχο, το πτώμα ανδρός γυμνού βρέθηκε την επομένη μέρα, την πρώτη του νέου αιώνα. Κομματιασμένο σχεδόν... Και στο γυμνό του στήθος μια βαθιά ουλή. Το αίμα πάνω της ξερό. Τα ρούχα του ολόγυρα πεταμένα. Ρούχα ανδρικά και γυναικεία... Εκεί- σε οίκημα πολυώροφο και στα γύρω μαγαζιά-, στο ουδέτερο κέντρο της πόλης, όσοι ρωτήθηκαν μιλήσανε για έναν ήσυχο άνδρα, ευγενικό, μοναχικό, με μόνο πάθος την ποίηση, τους πίνακες ζωγραφικής και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Και ξαφνιαστήκανε για αυτόν τον τρόπο θανάτου».

            Το μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων δεν είναι ένα απλό διαφωτιστικό παράδειγμα μιας εκδοχής της ανθρώπινης μοίρας που εξετάζει την ποικιλία της εμπειρικής πραγματικότητας. Είναι ένα έργο που μας θυμίζει με τρόπο ιδιαίτερα ευρηματικό, εύστοχο, όσο και χαρισματικό την ικανότητα της μυθοπλασίας να δημιουργεί εναλλακτικά και απρόβλεπτα μοντέλα του κόσμου: μοντέλα φανταστικά, θαυμαστά ή γκροτέσκα∙ σε τελευταία ανάλυση να κατασκευάζει αυτό που μπορεί να γίνει, δηλαδή να ειπωθεί, να συγκρατηθεί και να διεισδύσει στο λόγο.

 

                                                                             ΒΙΚΥ ΠΑΤΣΙΟΥ

 

                                                              Καθηγήτρια, Παιδαγωγικό Τμήμα, ΕΚΠΑ       

 

(Bookpress, Ιούλιος 2020)