7.2.21

'Το Νησί με τις Λέξεις που Αγαπάνε" -γράφει η Βασιλική Ρεσβάνη

 

Το νησί των ξεχασμένων λέξεων

Σκέψεις πάνω στο έργο «Το νησί με τις λέξεις που αγαπάνε» του Μάνου Κοντολέων

 


 

 Βασιλική Ρεσβάνη, Εκπαιδευτικός, Υπ. Διδάκτωρ Παν/μιου Πατρών

 

Κλείνω τα μάτια μου και φαντάζομαι ένα νησί με ένα απάνεμο λιμανάκι όπου τα κύματα ψιθυρίζουν λέξεις όπως ισότητα, δικαιοσύνη, ελευθερία, αλληλεγγύη. Ανοίγω τα μάτια μου και κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο «Το νησί με τις λέξεις που αγαπάνε» του Μάνου Κοντολέων.

Το νέο λογοτεχνικό βιβλίο του Μάνου Κοντολέων έρχεται να συντροφεύσει τα δύο προγενέστερα «Οι δίδυμοι ήλιοι της Ποντικούπολης» αλλά και το «Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι». Να συντροφεύσει αλλά και να συγκεκριμενοποιήσει τη λύση σε έναν ιδεολογικό προβληματισμό που ο Μάνος Κοντολέων έχει ξεκινήσει από τα δύο προγενέστερα έργα και όχι μόνο σε αυτά. Στο νέο βιβλίο οι ήρωες είναι άνθρωποι, πρόσωπα. Οι νέοι αναγνώστες διαβάζοντας, προβληματίζονται, σκέφτονται και κρίνουν την ιστορία που διαβάζουν, αφυπνίζονται.

Η προσεγμένη εικονογράφηση της Κατερίνας Βερούτσου και το ιδιαίτερης υφής και χρωμάτων εξώφυλλο προμηνύει ένα υπέροχο βιβλίο. Το έργο χωρίζεται σε τρία μέρη ενώ φράσεις όπως του Ρίτσου, του Λόρκα, του Βιζυηνού δίνουν αφόρμηση στα κεφάλαια, μυώντας τους νέους αναγνώστες στα κείμενα αυτά.

Στο νησί με τις λέξεις που αγαπάνε οι ήρωές του άνθρωποι ενός νησιού που καταστρέφεται αναζητούν την σημασία που έχουν οι λέξεις, όταν συντεταγμένες στη σύνθεση μίας ιστορίας, προσπαθούν να δηλώσουν το βαθύτερο νόημα της ζωής. Ο ηγεμόνας και η αρχόντισσα του νησιού, ένα άκληρο ζευγάρι, αναζητούν αυτόν που θα τους διαδεχθεί μέσα από τους κατοίκους του νησιού και ανακοινώνουν έναν συγγραφικό διαγωνισμό. Έρχονται στα χέρια τους έξι φάκελοι με  ιστορίες. Σπονδυλωτά και μέσα από ένα κρεσέντο σημαντικότητας ξεδιπλώνονται ιστορίες για την αγάπη, την αδερφική αγάπη , την αγάπη της μητέρας του πατέρα ενώ από την ιστορία στον κόκκινο φάκελο, το πουλί τριανταφυλλί καταλαβαίνουμε ότι η λύση θα δοθεί ή τουλάχιστον έτσι ελπίζουμε από τα παιδιά, την ιστορία στον ασημί φάκελο.

Πρόκειται για ένα βαθιά στοχαστικό κείμενο, αλληγορικό με συμβολισμούς και πολλές παράλληλες αναγνώσεις. Ο αναγνώστης πρέπει να σκεφτεί πέραν από τις λέξεις. Το βιβλίο είναι ένας κωδικοποιημένος χάρτης του νησιού με τις λέξεις που αγαπάνε. Διαβάζοντας σε μία πρώτη ανάγνωση, μπορεί να φωτίσει μία όψη των νοημάτων του. Αποκρυπτογραφώντας το, διαφαίνεται ένα δευτερεύον κείμενο εξίσου σπουδαίο στη σύλληψή του, κρύβει έναν θησαυρό που αξίζει να ανακαλυφθεί. Η ιδέα μίας επανάστασης αλλά και η συνεργασία και η κοινή προσπάθεια για το καλό όλων είναι αξίες που διαπερνούν το έργο. Ο συγγραφέας προτάσσει την αξία της ανιδιοτελούς αγάπης, προβάλλει πρόσωπα όπως η μάνα, η αδερφή, ο πατέρας που ανεβαίνει στον ουρανό για να φέρει το καλοκαίρι. Είναι το έργο ένα ταξίδι στις λέξεις που αγαπάνε, στην σημασία της αγάπης, του έρωτα. Αποτελεί μία διέξοδο στον περιχαρακωμένο κόσμο που ζούμε, είναι ένα μικρό ταξίδι της σκέψης, μία ανάσα χωρίς μάσκες, σκοτεινές σκέψεις.

Σε αρκετά σημεία ο συγγραφέας συνομιλεί με τον αναγνώστη σε μια προσπάθεια να τον φέρει κοντά του να γνωρίσει τους ήρωες, τον ηγεμόνα και την αρχόντισσα του νησιού. Σαν να είναι καθισμένοι δίπλα στο τζάκι, στη ζέστη, και το φως που εκπέμπουν οι φλόγες και να θέλει ο συγγραφέας να διαβάσουν όλοι μαζί τις ιστορίες με τις λέξεις που αγαπάνε. Μαζί ανοίγουν έναν ένα τους φακέλους με τις ιστορίες και διαβάζουν, σκέφτονται και στοχάζονται πέραν από τις λέξεις τα σημαινόμενα. Όλοι μαζί παίρνουν την τελική απόφαση. Η συλλογική προσπάθεια, η σημασία της από κοινού απόφασης για την αλλαγή.

Το νησί με τις λέξεις που αγαπάνε θέλει να μας κάνει να ξαναγίνουμε άνθρωποι, να αγαπήσουμε τα σημαντικά να προσπαθήσουμε από κοινού.

(αναρτήθηκε στο ηλεκτρ. Περιοδικό ‘Περί Ου’, 6/2/2021)

Μαρία Παπαγιάννη "Χρυσά κουπιά"

 

Μαρία Παπαγιάννη

«Χρυσά κουπιά»

Εκδόσεις Πατάκη

 

 


Πολλά είναι τα μυθιστορήματα για παιδιά των τελευταίων τάξεων του Δημοτικού που έχουν ως βάση ανάπτυξης του θέματος τους τον τρόπο που μια ομάδα παιδιών περνά τις  καλοκαιρινές διακοπές.

Άλλοτε τα γεγονότα διαδραματίζονται σε ένα νησί, άλλοτε σε περιοχή με αρχαιολογικά ευρήματα, κάποτε και σε μέρη ορεινά.

Είναι μυθιστορήματα που επιδιώκουν  να συνδυάσουν την καθημερινή ζωή των παιδιών (σχέσεις μεταξύ τους ή με πρόσωπα του ευρύτερου περιβάλλοντος τους) με στοιχεία κάποιας μορφής γνώσης πάνω σε θέματα ιστορίας, αρχαιολογίας κλπ.

Στην ουσία πρόκειται για μυθιστορήματα γραμμένα ως  καλοκαιρινά αναγνώσματα και γι αυτό διατηρούν μια γρήγορη και θα έλεγα επιφανειακή προσέγγιση των θεμάτων με τα οποία καταπιάνονται, καθώς συχνά καταφεύγουν σε μυστηριώδεις περιπέτειες ή εξερευνήσεις και με τους ήρωές – παιδιά να συμπεριφέρονται τις περισσότερες φορές με τρόπο αφύσικο.

Η Μαρία Παπαγιάννη -από τις πλέον δραστήριες όσο και αναγνωρισμένες παρουσίες στο χώρο του παιδικού βιβλίου- μας δίνει ένα μυθιστόρημα που αν και έχει να κάνει με τις καλοκαιρινές διακοπές δυο αδελφών σε κάποιο ορεινό χωρίο, δεν θυμίζει σε τίποτε τον τρόπο που παρόμοιου θέματος έργα τις περιγράφουν, όπως και πιο πάνω σημειώσαμε.

Η Λήδα και η Ηρώ αναγκαστικά βρίσκονται στο χωριό του παππού τους, μιας και ο πατέρας τους έχει σοβαρά αρρωστήσει και η μητέρα τους θέλει να μπορεί συνέχεια να βρίσκεται κοντά του.

Τα δυο κορίτσια με αρνητική διάθεση φτάνουν στο ορεινό μέρος όπου η μητέρα τους είχε γεννηθεί και για πρώτη φορά στη ζωή τους συναντούν ένα παππού που δείχνει απλώς να τις ανέχεται.

Αλλά ο ορεινός αυτός οικισμός έχει ένα παρελθόν που κανένας πλέον δε θέλει να το συζητά, αλλά τα γεγονότα του τότε επηρεάζουν τις ζωές και τα συναισθήματα των κατοίκων  του ακόμα και τώρα.

Οι δυο αδελφές σιγά, σιγά θα γνωριστούν  με διάφορους τύπους του τόπου και το όλο κλίμα που επικρατεί με κάποιον υπόγειο τρόπο δείχνει να μπορεί να τις παρηγορεί από το θλίψη και την αγωνία που έχουν για την αρρώστια του πατέρα τους. Στο τέλος μάλιστα θα τις βοηθήσει ακόμα και να αντιμετωπίσουν τον θάνατό του

Στην ουσία έχουμε ένα μυθιστόρημα μια παιδιά που πολύ πλησιάζει το είδος εκείνο της μυθιστορηματικής αφήγησης που έχει να κάνει με την πορεία προς την ενηλικίωση.

Η Μαρία Παπαγιάννη φρόντισε αυτό το χωριό και από σύνθετους χαρακτήρες να κατοικείται, αλλά και να διαθέτει ένα θαυμάσιο μείγμα ρεαλισμού και παγανισμού.

Το μείγμα αυτό θα προσφέρει τη δυνατότητα στις δυο αδελφές να περάσουν από την παιδική ηλικία στην εφηβεία καθώς θα μπορέσουν να πλησιάσουν τον επικείμενο θάνατο του πατέρας τους με τρόπο εσωτερικής ενδοσκόπησης, την ίδια ώρα που θα έχουν ανακαλύψει και άλλα μεγάλα συναισθήματα όπως αυτά της πρώτης εφηβικής αγάπης, της κατανόησης της ιδιαιτερότητας του άλλου, την αξία του παρελθόντος, τη γνώση της ιστορίας ως στοιχείο διάπλασης των χαρακτήρων.

Μυθιστόρημα ατμοσφαιρικό, με ευαίσθητες περιγραφές. Παράλληλα ένα κείμενο που θέτει με τόλμη ερωτήματα που απασχολούν άτομα μικρών ηλικιών και που απαντά σε αυτά με διακριτικότητα και  με τη διάθεση να αφήσει τον άλλον μόνο του να αποφασίσει.

Αλλά την ίδια στιγμή έχουμε και ένα μυθιστόρημα με ολοζώντανους διαλόγους. Τα διάφορα πρόσωπά του έργου -παιδιά και ενήλικες- μιλάνε με μια καθημερινή γλώσσα και με τέτοιο τρόπο ώστε ο χαρακτήρας του καθενός να καθρεφτίζεται στις προτάσεις του.

Θα τολμήσω να σημειώσω πως υπήρξαν σελίδες που μου έφεραν στο νου αντίστοιχες σελίδες από το «Καπλάνι της βιτρίνας» της Ζέη. Κυρίως στους διαλόγους των δυο αδελφών, αλλά και σε κάτι άλλο, ίσως περισσότερο βαθύ.

Αναφέρομαι σε μια άποψη που υλοποιείται μέσα από τις διάφορες προτάσεις και η οποία έχει να κάνει με μια γυναικεία ματιά στον τρόπο φωτισμού των δυο κεντρικών ηρωίδων.

Τα δυο κορίτσια στα «Χρυσά κουπιά», ακριβώς όπως και τα άλλα δυο κορίτσια στο «Καπλάνι της βιτρίνας» διαθέτουν μια πρώιμη γυναικεία  υπόσταση έτσι όπως μπορεί κάποιος να την εντοπίσει σε νεαρής ηλικίας θηλυκά άτομα τα οποία έχουν μεγαλώσει μέσα σε ένα οικογενειακό κλίμα ισότητας και παιδείας.

Και νομίζω πως αυτό είναι και το πρώτο προσόν του έργου. Το ότι, δηλαδή, η συγγραφέας δεν βίασε την εξέλιξη της ιστορίας της. Αντίθετα άφησε τους ίδιους του ήρωές της να την καταγράψουν σύμφωνα με τις προσωπικότητές του.

 

(α΄ ανάρτηση, Ηλεκτ. Περιοδικό ‘Περί Ου’, 6/2/2020)

25.1.21

Με τη Μάρω Λοϊζου, καλοκαίρι του 1979, στο Φεστιβάλ της Αυγής.

 Με τη Μάρω Λοϊζου, καλοκαίρι του 1979, στο Φεστιβάλ της Αυγής.




Έτσι έχω σημειώσει στο πίσω μέρος της φωτογραφίας και καθώς προχθές την ανακάλυψα ανάμεσα σε άλλες παλιές φωτογραφίες, αφέθηκα να ξετυλίξω τις αναμνήσεις μου από εκείνη την εποχή. Τόσο μακρινή δείχνει κι όμως εγώ είμαι αυτός που την έζησα, εγώ είμαι ο νεαρός άντρας της φωτογραφίας που με το τσιγάρο στο χέρι κοιτώ γελαστός τον φακό, πρέπει κάπου εκεί γύρω, σε πάγκο του βιβλιοπωλείου του Φεστιβάλ να υπάρχει το πρώτο μου βιβλίο, το "Κάποτε στην Ποντικούπολη" και είμαι χαρούμενος και υπερήφανος.
Καθισμένος δίπλα στη Μάρω -εκείνη την εποχή η Μάρω ήταν από τα πρώτα αστέρια της ανανέωσης της Παιδικής Λογοτεχνίας και ήταν εκείνη που με είχε φέρει σε επαφή με τον Ομάδα Τέχνης ΄Πάροδος' που κάτω από τη εποπτεία του Λάκη Κουρετζή διοργάνωνε πρωτοποριακές εκδηλώσεις για το παιδικό βιβλίο. Για μια από αυτές τις διοργανώσεις πρέπει να είχαμε βρεθεί στο Φεστιβάλ, που αν δε με απατά η μνήμη μου, μάλλον στο Άλσος της Νέας Σμύρνης είχε γίνει.
Ήταν μια από τις πολλές παρόμοιες εκδηλώσεις που γινόντουσαν εκείνα τα χρόνια. και στις περισσότερες από αυτές η Μάρω ήταν παρούσα.
Πρέπει να την είχα γνωρίσει ένα χρόνο πιο πριν, σε συγκέντρωση της Δροσούλας Βασιλείου - Έλλιοτ, για να εορταστούν τα πρώτα γενέθλια του περιοδικού για παιδιά "Το Ρόδι".
Περιοδικό που στην ουσία σηματοδότησε τις μεγάλες αλλαγές στο ύφος και στο περιεχόμενο της λογοτεχνίας για παιδιά και που είχε προσφέρει την ευκαιρία να κάνουν ευρύτερα γνωστή την παρουσία τους οι νέες φωνές τόσο της λογοτεχνίας για παιδιά όσο και της εικονογράφησης. (Έτσι πρόχειρα να καταγράψω ονόματα: Βούλα Μάστορη, Κίρα Σίνου, Ευγένιος Τριβιζάς, Ι.Δ. Ιωαννίδης, Παντελής Καλιότσος και Αντώνης Καλαμάρας, Βαγγέλης Παυλίδης, Σπύρος Ορνεράκης,)
Ανάμεσα σε αυτούς (με κάποια άλλη ευκαιρία που θα μου δώσει κάποια παλιά φωτογραφία μπορεί να αναφερθώ σε περισσότερο διεξοδικά σε μερικούς από αυτούς) και η Μάρω Λοϊζου με τις "Περιπέτειες του Χαμόγελου".
Εκεί, λοιπόν, στο σπίτι της Δροσούλας στην Κηφισιά, γνωριστήκαμε με την Μάρω και αμέσως μια ιδιαίτερη χημεία μας έφερε κοντά.
Δεν ξέρω ποιο ήταν αυτό το δικό μου στοιχείο που τράβηξε τη Μάρω προς εμένα, αλλά εγώ μπορώ με σιγουριά να πω πως αυτό που με είχε εντυπωσιάσει στη γυναίκα εκείνη, πέρα από την νηφαλιότητά της, ήταν και το ανάλαφρο χιούμορ της, η ματιά με την οποία μπορούσε να δει το μαγικό να κρύβεται μέσα στο καθημερινό και βέβαια η απόλυτα λογοτεχνική ταυτότητα της γραφής της.
Νομίζω πως τρία βασικά στοιχεία υπήρξαν αυτά που χαρακτήριζαν τα έργα της Μάρως: η παιδικότητα με την οποία ένας ενήλικος φωτίζει τη ζωή* η συνείδηση πως το άτομο είναι μέρος της Γης κι αυτή με τη σειρά της μέρος του Σύμπαντος* η ερωτική στάση απέναντι στην καθημερινότητα ή με άλλα λόγια μια εκσυγχρονισμένη θηλυκή εφαρμογή του 'Ερωτ΄ εράν' .
Και βέβαια εκείνη η γνήσια πολιτισμένη συμπεριφορά ενός ήδη φτασμένου προς τον νεοσσό.
Όλα αυτά πόσο άραγε μπορεί κανείς να τα συναντήσει να συνυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο;...
Ομολογώ πως υπήρξα τυχερός στα πρώτα μου βήματα στη λογοτεχνία για παιδιά. Τυχερός γιατί -με τον δικό της τρόπο η καθεμιά- με στήριξαν δυο γυναίκες. Η πρώτη ήταν η Γαλάτεια Γρηγοριάδου - Σουρέλη, για την οποία στο παρελθόν έχω καταγράψει τις ευεργετικές παρεμβάσεις της στην γραφή μου -καίρια και μεγίστη αυτή πως η γνήσια λογοτεχνία δεν διαχωρίζεται ανάλογα με την ηλικία προεπιλεγμένου αποδέχτη. Η δεύτερη ήταν η Μάρω Λοϊζου. Με έμαθε πως ο αυθεντικός και αυτάρκης καλλιτέχνης τολμά και επιζητά να προσφέρει τη βοήθεια του και τη συμπαράσταση του σε κάθε νέο συγγραφέα που διαπιστώνει πως πέρα από το ταλέντο έχει και ήθος συγγραφικό.Η δεύτερη ήταν η Μάρω Λοϊζου. Με έμαθε πως ο αληθινά γνήσιος καλλιτέχνης τολμά και επιζητά να προσφέρει τη βοήθεια του και τη συμπαράσταση του σε κάθε νέο συγγραφέα που διαπιστώνει πως πέρα από το ταλέντο έχει και ήθος συγγραφικό.
Σκέψεις όλα αυτά που ως μικρές αστραπές κατέγραψα στην περιπλάνησή μου μέσα στα γεναριάτικα δειλινά που τα χρωμάτισαν κάποια άλμπουμ και συρτάρια με παλιές φωτογραφίες.


19.1.21

Επτά Λέξεις - Elniplex

 

Επτά λέξεις, από τον Μάνο Κοντολέων

0
90

Ο Απόστολος Πάππος ανακρίνει τον Μάνο Κοντολέων με επτά λέξεις-προκλήσεις, συνεχίζοντας στο ELNIPLEX τη δυναμική ενότητα “Επτά λέξεις” όπου κορυφαίοι Έλληνες δημιουργοί αποτυπώνουν τη ζωή τους: Λογοτεχνία, Πίστη, Πολιτική, Εκπαίδευση, Αγώνας, Θάνατος, Έρωτας.

Ο Μάνος Κοντολέων “εξω-στρέφεται”, συλλογιέται και αναμετριέται με τις λέξεις και τις σκέψεις κοιτώντας πότε πίσω, πότε τώρα, πότε μπροστά, εγγράφοντας στο δικό μας σκληρό δίσκο ιδέες, διαψεύσεις και όνειρα που λάμπουν ακόμα.

Λογοτεχνία


Συνηθίζω να λέω πως γράφω επειδή ζω και ζω επειδή γράφω. Στα λόγια μου αυτά θα μπορούσα κάλλιστα να προσθέσω πως ζω γιατί διαβάζω και διαβάζω γιατί ζω.

Διαβάζω τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα (όπως θα έλεγε κι ένας από τους πλέον αγαπητούς στο κοινό ήρωές μου, ο Εέ). Μα καίρια και μόνιμα και από τα παιδικά μου χρόνια μέχρι τώρα -και εύχομαι και ελπίζω μέχρι που θα κλείσω τα μάτια μου- διαβάζω και γράφω λογοτεχνία.


Ναι, τα λόγια που έχω βάλει την Κασσάνδρα να λέει –Έψαχνα πάντα τις λέξεις–  στην ουσία είναι λόγια δικά μου.

Το πρώτο μου το κείμενο το έγραψα εκεί γύρω στα δεκατρία μου χρόνια, όταν συναντήθηκα με τον θάνατο. Το μικρό μου γατάκι πέθανε ξαφνικά και αυτό το γεγονός με έκανε να βρεθώ απέναντι στον προβληματισμό του τι μπορεί τάχα να σημαίνει θάνατος ενός πλάσματος που αγαπάς. Το αναγνωρίζω, βέβαια, πως ήμουνα ένα τυχερό παιδί -γνώρισα την απώλεια μέσα από τη σχέση με ένα ζώο. Αλλά ήταν μια απώλεια. Και τότε, την ίδια κιόλας μέρα κάτι με έσπρωξε να καταγράψω τα συναισθήματά μου και στη συνέχεια αυτό το μικρό κείμενο να το στείλω στο περιοδικό «Διάπλασις των Παίδων», στις σελίδες με τις συνεργασίες αναγνωστών, για να δημοσιευθεί.

Γιατί το έκανα αυτό; Τότε ήταν πράξη αυθόρμητη, τώρα μπορώ να την προσδιορίσω. Στην ουσία ήθελα να αμφισβητήσω την λήθη μέσα από την Τέχνη. Ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους ένας άνθρωπος κάνει μια μορφή Τέχνης είναι και αυτός -η αθανασία των συναισθημάτων του.

Μα όπως συχνά συμβαίνει, η μια ανακάλυψη φέρνει μιαν άλλη. Κι όταν πια το κείμενο δημοσιεύτηκε και άρχισα να το περιφέρω καμαρώνοντας την επιτυχία μου, ξαφνικά  -και πάλι ενστικτωδώς- ανακάλυψα και μια άλλη ανθρώπινη αδυναμία. Το να αποφύγεις εσένα να σε ξεχάσουν. Ο καλλιτέχνης μέσα από τα έργα του ζει πολύ περισσότερο απ΄ ότι ο ίδιος έχει ζήσει.

Γνώριζα και αγαπούσα τον Μαρκ Τουέιν, τον Αλέξανδρο Δουμά και τον Άντερσεν. Άρα… η λήθη του θανάτου δεν τους είχε σκεπάσει.

Και έτσι συνέχισα να γράφω -από εκείνα τα χρόνια μέχρι σήμερα. Πολύ δε γρήγορα ανακάλυψα όχι μόνο την ελπίδα  της αθανασίας, αλλά και πως μέσα από τα κείμενα μου μπορούσα να επικοινωνώ με τους άλλους. Αλλά αν το ‘επικοινωνώ’ σημαίνει πως ανταλλάσσω απόψεις με άλλους, το ‘γράφω λογοτεχνία’ προσφέρει μια κάπως διαφορετική μορφή ανταλλαγής απόψεων. Στην περίπτωση αυτή ο συγγραφέας έχει το πάνω χέρι. Είναι ο μάγος που δημιουργεί ένα κόσμο ιδεών και συναισθημάτων, πλάθει χαρακτήρες, προξενεί εντάσεις.

Για ένα παιδί πρώτα, έφηβο κατόπιν και τώρα ενήλικο που όσο και να δείχνει πως είναι ένα έντονα κοινωνικό άτομο, αλλά στην ουσία παραμένει ένας εσωστρεφής και συχνά ανασφαλής χαρακτήρας, αυτή η δύναμη της μαγείας της αφήγησης μέσα από τις λέξεις είναι λογικό να έχει γίνει τρόπος  και στάση ζωής.

Παράλληλα και αφού είμαι ακόμα στην λέξη ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, θα ήθελα να τονίσω πως μέσα από τη λογοτεχνία των άλλων κυρίως και πρώτιστα, και δευτερευόντως από τη δική μου, γνώρισα ιδέες, πολιτικές θέσεις, και πολιτιστικές αξίες.

Λογοτεχνικό ον, λοιπόν, είμαι… Ναι, από τις λέξεις γεννήθηκα και με τη δική τους συντροφιά διαβαίνω τη ζωή μου.

Πίστη

Είμαι πιστό άτομο. Πιστό -προσέξτε- προς τον ίδιο μου τον εαυτό.

Θέλω να πω πως αν με ρωτήσετε αν πιστεύω στην ύπαρξη ενός Υπέρτατου Όντος, θα σας πω ότι δεν το πιστεύω. Αντίθετα πιστεύω στην ειλικρίνειά μου -ποτέ δεν έχω ξεγελάσει τον εαυτό μου.

Πιστεύω πως είμαι αδύναμος και φοβισμένος, μα και ονειροπόλος και ιδιότυπα απαισιόδοξος.

Δεν πιστεύω στο ‘για πάντα’, αλλά πιστεύω στην προσπάθειά αυτό το ‘για πάντα’ να μπορέσει κάποια στιγμή να γίνει αυτό που υπονοεί.

Δεν πιστεύω στην ανιδιοτέλεια. Ακόμα και η πλέον καλή και φιλεύσπλαχνος πράξη μας από μια εσωτερική ιδιοτέλεια πηγάζει -αυτή της αυτοϊκανοποίησης.

Πιστεύω ακόμα σε ιδέες που γεννούν ιδεολογίες. Πιστεύω στην με κάθε τρόπο και μέσο προσπάθεια υποστήριξης τους σε επίπεδο ιδεών. Όποτε οι ιδεολογίες εφαρμόστηκαν, πολύ γρήγορα καταρρακωθήκανε. Αυτές οι ιδέες εγώ που και πίστεψα και πιστεύω, μόλις εφαρμόστηκαν αμέσως και βιάσανε και βιαστήκανε, Αλλά εγώ πάντα οι ιδέες – μάνες τις πιστεύω. Με μια τέτοια πίστη, άλλωστε, η ανθρωπότητα έχει προχωρήσει.

Πιστεύω στην Τέχνη -όχι στον καλλιτέχνη. Πιστεύω στη Φύση κι αν δεν εμπιστεύομαι τον Άνθρωπο είναι γιατί πιστεύω πως εδώ και αιώνες κατάφερε να βλέπει τον εαυτό του όχι ως μέρος της Φύσης, αλλά ως δυνάστης της.

Πιστεύω στον Φόβο μου… Και λυπάμαι που τις Ελπίδες μου δεν μπορώ να τις πιστέψω…

Πολιτική

Κάποτε είχα ένα στενό, πολύ στενό φίλο. Κι όπως πολύ συχνά συμβαίνει ανάμεσα σε δυο στενούς φίλους είχαμε διαφορετικές απόψεις σε ουσιαστικές θέσεις και πρακτικές. Εκείνος διάβαζε με μανία πολιτικά κείμενα. Εγώ με την ίδια μανία διάβαζα λογοτεχνικά έργα.

Είχαμε, όμως, τις ίδιες πολιτικές πεποιθήσεις. Μα με άλλον τρόπο τις εκφράζαμε. Εκείνος με διάθεση ακτιβισμού, εγώ με ενδοσκόπηση.

Εκείνα, λοιπόν, τα χρόνια έτυχε να πιστεύαμε κι οι δυο στον ίδιο πολιτικό σχηματισμό. Πιστεύαμε πως αυτός θα ήταν που θα άλλαζε την πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή της χώρας μας.

Κάπου εκείνη την περίοδο θα ερχότανε και η μέρα που θα γινόμουνα πατέρας. Και ως γνήσιος αρνητής κάθε μορφής φυλετικού ρατσισμού, δήλωσα χαριτολογώντας πως «Από τη μια θα κρατώ το μπιμπερό και από την άλλη το μυθιστόρημα». Και τότε ο φίλος γύρισε και μου είπε «Μα ως πότε πια θα διαβάζεις μυθιστορήματα;»

Πικράθηκα -τις πιο μεγάλες πίκρες στις δίνουν οι άνθρωποι που σε αγαπούν και εσύ τους αγαπάς.

Τελικά περάσανε τα χρόνια. Εκείνος ο πολιτικός σχηματισμός που ο φίλος μου του είχε αφιερώσει τη ζωή του, μας απογοήτευσε. Ευτυχώς -αν μια τέτοια εξέλιξη μπορεί έτσι να χαρακτηρισθεί- ο φίλος είχε ξαφνικά πεθάνει και δεν είδε τη διάψευση των οραμάτων του.

Εγώ έχω επιζήσει… και συνεχίζω να διαβάζω μυθιστορήματα και να αναζητώ να ανανεώνω την πολιτική μου σκέψη με αυτά.

Κι επειδή όπως είπα και πιο πριν ζω γιατί γράφω και γράφω γιατί ζω, μέσα στην καθημερινότητά μου από τη μια και μέσα στα όσα συμβαίνουν στα βιβλία μου από την άλλη, καταθέτω τις πολιτικές μου απόψεις και τις εφαρμόζω.

Για μένα, τελικά, δεν υπάρχει μη πολιτικό άτομο. Ο τρόπος που συμπεριφερόμαστε, που ερωτευόμαστε, που σκεφτόμαστε, που αντιμετωπίζουμε την χαρά και τη λύπη -τα πάντα είναι πράξεις πολιτικές. Πιο σωστά πράξεις ατομικής πολιτικής κουλτούρας.

Εκπαίδευση

Θα είμαι απόλυτα ειλικρινής. Ποτέ δεν μπορώ να καταλάβω γιατί με ρωτάνε για θέματα που αφορούν την εκπαίδευση. Συγγραφέας είμαι, όχι εκπαιδευτικός, μήτε καν παιδαγωγός με την στενή έννοια του όρου.

Συγγραφέας που ένα μεγάλο μέρος των έργων μου ανήκει σε ότι έχουμε μάθει να ονομάζουμε Λογοτεχνία για Παιδιά και Νέους. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως μπορώ με επιστημονική επάρκεια   να έχω άποψη για την εκπαιδευτική πολιτική.

Αντιθέτως έχω άποψη για την Παιδεία.

Με άλλα λόγια για το περιεχόμενο της Μόρφωσης και όχι για το πως αυτό θα εφαρμοστεί.

Για την ποιότητα της Μόρφωσης, λοιπόν, που προσφέρουμε στα παιδιά μας έχω να πω πως καθόλου ικανοποιημένος δεν είμαι. Και η μη ικανοποίησή μου δεν προέρχεται από το ότι υπάρχουν κακοί εκπαιδευτικοί ή έστω πως είναι λιγότεροι οι καλοί από τους κακούς. Όχι. Με το όλο σύστημα είμαι αντίθετος.

Είναι ένα σύστημα -εννοώ και πολιτικό και κοινωνικό και εκπαιδευτικό σύστημα- που δεν θέλει να δημιουργηθούν Πολίτες, αλλά Οπαδοί. Όχι ενεργά άτομα, αλλά παθητικοί καταναλωτές κάθε είδους -από τις Ιδέες και την Τέχνη μέχρι τα συναισθήματα και τα αγαθά.

Αυτό το σύστημα μπορείς να το δεις πως υλοποιείται σε κάθε τομέα της καθημερινότητας. Και επειδή είμαι συγγραφέας και ως συγγραφέα, και μάλιστα βιβλίων για παιδιά, με έχετε ρωτήσει, θα σας αναφέρω την υλοποίηση αυτής της παθητικής παιδείας  στο χώρο του παιδικού βιβλίου -ολοένα και περισσότερα βιβλία για παιδιά κυκλοφορούν που έχουν λιγότερες σελίδες και περισσότερες εικόνες, ολοένα και περιορίζουν τη θεματική τους σε επίπεδο πληροφόρησης και όχι ανάλυσης. Λένε, για παράδειγμα, πως δεν θα πρέπει να είσαι βίαιος, αλλά δεν φωτίζουν τους λόγους που γεννάνε τη βία. Αν σε αυτή την τάση περαστικών και επιδερμικών ενημερώσεων προσθέσουμε και την παρουσία των τηλεοπτικών καναλιών, αλλά και πολλών ιστολογίων, τότε θα μπορέσετε να καταλάβετε γιατί δεν είμαι καθόλου ικανοποιημένος με το επίπεδο γενικής Παιδείας που θα διαμορφώσει τους αυριανούς συμπολίτες μας.

Αγώνας

Αγώνας! Όμορφη λέξη μα και πολλαπλά φορτισμένη.

Αγώνας για ελευθερία* αγώνας για δημοκρατία* αγώνας για τα δικαιώματα του ανθρώπου* αγώνας για την προστασία της Φύσης* αγώνας για την ισότητα και την ελευθερία επιλογής της ταυτότητας* αγώνας επιβίωσης* αγώνας για το μεγάλωμα των παιδιών* αγώνας για την ψυχική γαλήνη.

Μια σειρά αγώνων όλη η ζωή. Κι άλλοι από αυτούς απαιτούν συλλογικότητα, άλλοι είναι μονήρεις.

Εγώ, ως μέλος κάποιων ομάδων, ελάχιστα χρειάστηκε να αγωνιστώ. Ίσως και να υπήρξα κάπως διστακτικός… Δεν ρισκάρισα.

Σε καθαρά ατομικό, πάλι, επίπεδο… Δεν ξέρω αν ότι κατέχω το έχω μετά από αγώνες κι ότι -πάντα σε προσωπικό επίπεδο- έχω στερηθεί είναι γιατί δεν τόλμησα να το διεκδικήσω.

Μάλλον αυτό. Από πολύ νέος είχα σταθεί σε ένα στίχο του Ρίτσου: «Πίσω από των βιβλίων τα κάγκελα, φυλάκισα τα ρόδινα των ημερών μου πρόσωπα».

Πικρή η διαπίστωση του ποιητή. Το ίδιο πικρή και η δική μου.

Θάνατος

Η μόνη σταθερή γνώση των ανθρώπων είναι το δεδομένο του θανάτου τους.

Λένε πως μόνο ο άνθρωπος  από όλα τα άλλα ζώα μπορεί και γελά, μπορεί και να κλαίει.

Κι αυτό γιατί είναι το μόνο πλάσμα στη Γη που γνωρίζει πως θα πεθάνει.

Ναι, το γνωρίζουμε από την εμβρυακή μας ακόμα περίοδο. Το γνωρίζουμε με την έννοια πως είναι μια δομική γνώση των κυττάρων μας.

Το γνωρίζουμε και το ξορκίζουμε… Προσπαθούμε τουλάχιστον. Και δεν θα είχα αντίρρηση να δεχτώ την άποψη πως όλος ο πολιτισμός μας έχει πάνω σε αυτό το ξόρκισμα χτιστεί. Και ασφαλώς η κάθε θρησκεία -από το φόβο του θανάτου έχει γεννηθεί. Μα και από την ανάγκη αμφισβήτησης της λήθης φτιάχνεται η Τέχνη.

«Δεν ελπίζω τίποτε, δεν φοβούμαι τίποτε, είμαι λέφτερος» -έχει γράψει ο Καζαντζάκης.

Θα ήθελα να μπορούσα να πείσω τον εαυτό μου να εφαρμόσει κάτι παρόμοιο.

Θα ήθελα… Μα από την άλλη σκέφτομαι πως η απόλυτη ελευθερία ίσως είναι κάτι το παγερό.

Μέσα από την ανασφάλεια μιας υπαρξιακής ‘δουλείας’ εκφράζουμε το πλέον ζεστά συναισθήματά μας.

Έρωτας

Νομίζω πως ο Έρωτας είναι ακριβώς το αντίθετο του Θανάτου.

Και λέγοντας Έρωτας εννοώ μια στάση ζωής, ένα τρόπο καθημερινής πρακτικής.

Ο καλός μου φίλος και σημαντικότατος συγγραφέας, ο Θανάσης Τριαρίδης, το έχει διατυπώσει πλέον τολμηρά: η γκάβλα είναι η κεντρική ανθρώπινη ορμή – θαρρώ πως δεν λέω και κάτι καινούριο. Αν θέλετε πείτε τη λαχτάρα, πείτε την πεθυμιά.

Εγώ ως άνθρωπος προσπάθησα και συνεχίζω να προσπαθώ να αφήνομαι στο τρέμουλο του Έρωτα. Άλλοτε το κατορθώνω, άλλοτε όχι.

Μα εγώ, πάλι, ως συγγραφέας, όμως,  νομίζω πως το έχω απόλυτα ολοκληρώσει και το ολοκληρώνω. Όταν γράφω είμαι Ερωτευμένος -με τις λέξεις και τους ήρωές μου, με τις ιδέες μου και με τα πάθη μου. Συνεχώς με πεθυμιές και λαχτάρες.

Και ας τολμήσω να εξομολογηθώ κάτι -όταν είμαι σε φάση συγγραφής, αισθάνομαι αθάνατος. Ένας μικρός θεός είμαι, ένα πλάστης… Μπορεί να πεθάνει ένας θεός;

Και έτσι, για να ολοκληρώσω αυτήν την περιπλάνηση με τις επτά λέξεις που μου έχετε στείλει, ας επικαλεστώ τον Καρυωτάκη και ας παραφράσω ελαφρώς ένα δικό του στίχο: Κι ακόμη δεν κατάλαβα πως μπορεί να πεθαίνει ένα συγγραφέας που συνεχώς γράφει.

https://www.elniplex.com/%ce%b5%cf%80%cf%84%ce%ac-%ce%bb%ce%ad%ce%be%ce%b5%ce%b9%cf%82-%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ad%cf%89%ce%bd/

16.1.21

Ιζαμπέλ Αλιέντε «Μακρύ πέταλο από θάλασσα»

 


Ιζαμπέλ Αλιέντε

«Μακρύ πέταλο από θάλασσα»

Μετάφραση: Βασιλική Κνήτου

Εκδόσεις Ψυχογιός

 

Βιβλιοδρόμιο (16/1/2021)

 

Η Ιζαμπέλ Αλιέντε είναι μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες  συγγραφείς σε παγκόσμιο επίπεδο. Καταξιωμένη όχι μόνο στη συνείδηση της κριτικής, αλλά και του κοινού.

Τα βιβλία της τυγχάνουν μεγάλης ανταπόκρισης από αναγνώστες διαφορετικών απαιτήσεων και προδιαγραφών.

Γεννήθηκε  το 1942 στο Περού, αλλά έζησε τα παιδικά της χρόνια στη Χιλή και αργότερα και σε άλλες χώρες, καθώς είτε παρακολουθούσε τις μετακινήσεις της οικογένειάς της λόγω επαγγέλματος των γονιών της, είτε για τις δικές της σπουδές και αργότερα λόγω των συγγραφικών της υποχρεώσεων.

Το πρώτο της μυθιστόρημα  κυκλοφορεί το 1982  και αμέσως γίνεται παγκοσμίως γνωστή. Πρόκειται για το περίφημο «Σπίτι των πνευμάτων» που η συγγραφική του οντότητα το εντάσσει στην κατηγορία των μυθιστορημάτων του μαγικού ρεαλισμού, ενός ιδιαιτέρως αγαπητού στο κοινό είδους αφήγησης που έχει ως πατρίδα του την Νότια Αμερική.

Αυτό το γεγονός, μαζί με το ότι η συγγραφέας υπήρξε ανιψιά του εμβληματικού Προέδρου της Χιλής Σαλβαδόρ Αλιέντε, φέρνουν μυθιστόρημα και μυθιστοριογράφο στο πρώτο επίπεδο παγκόσμιας αναγνώρισης και από εκεί και πέρα η ίδια η Αλιέντε με συνέπεια καταθέτει έως σήμερα κοντά μια εικοσάδα λογοτεχνικών έργων, ενώ παράλληλα αναπτύσσει και μια έντονη δράση γύρω από θέματα ελευθερίας ιδεών και ισότητας των φύλων.

Πολύ συχνά στα έργα της χρησιμοποιεί τεχνικές του μαγικού ρεαλισμού, όπως επίσης και πολύ συχνά τους προσδίδει μια έντονη καταγραφή πολιτικών και ιστορικών γεγονότων.

Το πλέον πρόσφατο από τα μυθιστορήματά, με τον τίτλο «Largo petalo del mar», κυκλοφόρησε το 2019 και αμέσως μετά ένα χρόνο, βγήκε και στα ελληνικά βιβλιοπωλεία από τις Εκδόσεις Ψυχογιός που είναι ο νέος εκδοτικός οίκος της Αλιέντε στην Ελλάδα, και σε νέα μετάφραση της Βασιλικής Κνήτου.

Ο τίτλος «Μακρύ πέταλο από θάλασσα» παραπέμπει στη γεωγραφική τοπογραφία της Χιλής, της χώρας που στην ουσία φιλοξενεί ένα μεγάλο μέρος από τα εντός του μυθιστορήματος εξιστορούμενα συμβάντα.

Η αφηγούμενη ιστορία ξεκινά το 1936, τότε όπου στη Ισπανία ξεσπά ο Εμφύλιος. Όταν ο Φράνκο επικρατεί, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι παίρνουν τον δρόμο της αυτοεξορίας, περνώντας από τα Πυρηναία, στη Γαλλία. Ανάμεσά τους η νεαρή πιανίστρια Ροσέρ και ο αδερφός του νεκρού αγαπημένου της, ο γιατρός Βίκτορ Νταλμάου. Για να επιβιώσουν, ενώνονται σε έναν γάμο που δε θέλησε κανείς τους.

Μαζί με άλλους πρόσφυγες, επιβιβάζονται στο "Winnipeg", το καράβι που ναύλωσε ο ποιητής Πάμπλο Νερούδα για να τους μεταφέρει στη Χιλή, αυτό το "μακρύ πέταλο από θάλασσα και κρασί και χιόνι", όπως την ονομάζει ο ίδιος. Εκεί θα φτιάξουν μια καινούργια ζωή, εξόριστοι αλλά ελεύθεροι. Ώσπου μια χούντα θα ανατρέψει τον Πρόεδρο της χώρας, Σαλβαδόρ Αλιέντε και μια νέα Οδύσσεια περιμένει τα κεντρικά πρόσωπα.

Μέσα σε αυτόν τον καμβά η Αλιέντε στήνει μια πολυδύναμη ιστορία  όπου από τη μια ο μέσος σημερινός αναγνώστης μαθαίνει με επάρκεια και σωστή τοποθέτηση τα συμβάντα στη μεγάλη αυτή χώρα της Ευρώπης, αλλά και τον τρόπο όπου ζούσαν μέσα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα οι κάτοικοι των χωρών της Νότιας Αμερικής και το πως τα εκεί αυταρχικά καθεστώτα -εγκαθιδρυμένα  από τις αμερικανικές επεμβάσεις- κυριολεκτικά ισοπέδωσαν ανθρώπινες αξιοπρέπειες και κατέστρεψαν κρατικές οικονομίες.

Αλλά η Αλιέντε ενώ στην ουσία -και για μια ακόμα φορά- έγραψε ένα πολιτικό μυθιστόρημα, παράλληλα σύνθεσε -για μια ακόμα επίσης φορά- ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων και περιγραφής συναισθημάτων.

Με μια αφήγηση που στηρίζεται στην γραμμική εξιστόρηση, με ελεγχόμενες ως προς την ποσότητάς τους ιστορικές πληροφορίες, με την ευρηματική συνύπαρξη μυθιστορηματικών και ιστορικών προσώπων, με περιγραφές ολοζώντανες των τόπων μα και των συναισθηματικών αντιδράσεων, ολοκλήρωσε ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα όπου κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, τον βοηθά να συνδυάσει συνθήκες του χτες με δυναμικές του σήμερα, και τελικά να τύχει μιας αναγνωστικής πληρότητας καθώς μένει με τη διαπίστωση πως ο άνθρωπος είναι εν τέλει δημιουργός και της μοίρας του, αλλά και του ήθους του.

Τελικά -η Αλιέντε και πάλι το αποδεικνύει-  το προσιτό σε πολλούς μπορεί διαθέτει την ποιότητα που συνήθως αναμένουμε να τη συναντήσουμε  σε πλέον εξειδικευμένα έργα.

Η Βασιλική Κνήτου, έχοντας μεταφράσει και άλλα έργα της Αλιέντε, διατηρεί και εδώ την ιδιαιτερότητα μιας γραφής που το απλό συνυπάρχει με το βαθύ.

 

 

 

 

 

9.1.21

Edna O’ Brien "Κορίτσι"

 

Edna OBrien

Κορίτσι

Μετάφραση: Χριστίνα Σωτηροπούλου

Εκδόσεις Κλειδάριθμος

 


Μια από τις πιο δυναμικές και χαρακτηριστικές γυναικείες  φωνές της αγγλόφωνης λογοτεχνίας είναι η Ιρλανδή Edna O’ Brien.

Γεννημένη το 1930 σε ένα κλειστό -όπως η ίδια το χαρακτηρίζει- μικρό μέρος της Δυτικής Ιρλανδίας και μεγαλωμένη από γονείς συντηρητικούς -η μητέρα της ιδιαίτερα δεν θέλησε ποτέ να αναγνωρίσει την συγγραφική αξία της κόρης της- θα καταφέρει να ξεφύγει από μια προδιαγεγραμμένη πορεία μικροαστικής εξέλιξης και έχοντας γνωρίσει το έργο  κυρίως του Τζόυς, θα στραφεί και η ίδια προς τη λογοτεχνία.

Το 1960 θα κυκλοφορήσει το πρώτο της μυθιστόρημα The Country Girls που αμέσως θα προκαλέσει μια σειρά έντονων αντιδράσεων για τις τολμηρές περιγραφές σεξουαλικών σκηνών, αλλά και γενικότερα την αμφισβήτηση της γυναικείας παθητικότητας τόσο σε ατομικό, όσο και οικογενειακό, αλλά και κοινωνικό επίπεδο.

Η κριτική αυτή ματιά αυτή θα ολοκληρωθεί  και με τα δύο επόμενα  έργα της, που θα αποτελέσουν, όλα μαζί, την φημισμένη The Country Girls Trilogy.

Η πορεία της OBrien θα συνεχιστεί με το ίδιο πάθος και με τους ίδιους στόχους.

Σήμερα, μετά από μια σειρά μυθιστορημάτων, συλλογές διηγημάτων, ποιημάτων, παιδικών βιβλίων, θεατρικών έργων και δοκιμίων, η OBrien έχει αναγνωριστεί ως μια από τις σημαντικότερες συγγραφείς της εποχής μας.

Σε όλα της σχεδόν τα μυθιστορήματα κεντρικά πρόσωπα είναι  γυναίκες που έρχονται αντιμέτωπες με το φαλλοκρατικό κοινωνικό σύστημα, το οποίο από ένα σημείο και μετά μπορεί και να πάρει την μεταλλαγμένη μορφή μιας πολιτικής βαναυσότητας.

Η OBrien ξέρει να χρησιμοποιεί όλα τα συγγραφικά τεχνάσματα για να παρασύρει το ενδιαφέρον του αναγνώστη της και να ενεργοποιήσει τη συναισθηματική του ταύτιση, και παράλληλα το ίδιο καλά γνωρίζει πως να φωτίζει με μια μαχητική αντικειμενικότητα αληθινές καταστάσεις καταπίεσης της ελευθερίας των γυναικών, έτσι ώστε τα έργα της να μπορούν να θεωρηθούν και ως δραματοποιημένες απεικονίσεις της πραγματικότητας -θα τα χαρακτήριζα ως λογοτεχνικά ντοκιμαντέρ.

Άνθρωπος της δράσης και οπαδός της άμεσης εμπειρίας, φροντίζει να γνωρίσει καλά η ίδια το θέμα που στη συνέχεια θα το μετατρέψει σε λογοτεχνικό κείμενο.

Στο συγκεκριμένο αυτό βιβλίο της, το πλέον πρόσφατο αφού κυκλοφόρησε το 1919, η ίδια, αν και σε προχωρημένη ηλικία, δεν δίστασε να ταξιδέψει μέχρι τη Νιγηρία, να περιοδεύσει στις διάφορες περιοχές της, να γνωρίσει και να συνομιλήσει με πρόσωπα που το καθένα θα είχε να της προσφέρει μια εμπειρία πάνω στο δράμα των γυναικών  που ζούνε με τον φόβο της απαγωγής από τους άντρες της Μπόκο Χαράμ.

Θύμα μιας τέτοιας απαγωγής και η αφηγήτρια του έργου. Η Μαριάμ θα απαχθεί μαζί με συμμαθήτριές της από το σχολείο όπου φοιτούσε, θα μεταφερθεί σε καταυλισμό τρομοκρατών, θα βιαστεί από αυτούς, θα αντιμετωπισθεί ως άτομο δίχως αξιοπρέπεια, θα μείνει έγκυος, θα φέρει στον κόσμο ένα κορίτσι, θα καταφέρει να δραπετεύσει…

Μα όταν κάποια στιγμή και μετά από φοβερές κακουχίες, η ίδια, μαζί με την  κόρη της, θα βρεθεί ανάμεσα στους δικούς της, θα διαπιστώσει με τρόμο πως οι συγγενείς της δεν θα την  αντιμετωπίσουν ως θύμα  βιασμού και εκμετάλλευσης, αλλά ως φορέα του ‘βρόμικου’ αίματος των εχθρών -η κόρη της δεν είναι ένα απλό παιδί, είναι ένα μολυσμένο άτομο.

Τελικά θα υπάρξει μια θετική εξέλιξη, αλλά η όποια τέτοιας μορφής εξέλιξη δεν εξαλείφει το γεγονός πως οι ποικίλες κοινωνικές στρεβλώσεις στην ουσία συνεργάζονται με τις απάνθρωπες πρακτικές.

Η OBrien προσφέρει τη μυθιστορηματική λύση, αλλά δεν μας παραπλανά. Μας έχει ξεκαθαρίσει πως αν η ηρωίδα της βρήκε ένα αποκούμπι, πολλές άλλες γυναίκες δεν έχουν παρόμοια τύχη.

Γι αυτό και τις περισσότερες φορές οι περιγραφές της είναι άγριες, αποκρουστικές. Κι όμως την πραγματικότητα περιγράφουν. Και το κάνουν με μια μοναδική μαεστρία. Όπως για παράδειγμα η σελίδα (ναι, μόνο μια σελίδα όλη κι όλη είναι) όπου περιγράφεται ο λιθοβολισμός μιας μοιχαλίδας. Σελίδα  -μάθημα συγγραφής υψηλοτάτου  επιπέδου.

Κάτι επίσης χαρακτηριστικό είναι πως η OBrien αποφεύγει μέσα σε όλο της το μυθιστόρημα να αναφέρει συγκεκριμένα ποια είναι η χώρα όπου ζει η ηρωίδα της. Κι αυτό βέβαια ηθελημένα. Για να φανεί πως δεν είναι μόνο η Νιγηρία στην οποία συμβαίνουν τέτοιες καταστάσεις, αλλά και άλλες περιοχές του πλανήτη. Και τελικά τον απόηχο μιας τέτοιας μισαλλόδοξης αντίληψης αρχών, ιδεών και θρησκείας δεν μπορεί κανείς να πιστεύει πως τον περιορίζει σ’ ένα και μόνο τόπο. Απλώνεται και φτάνει παντού. Ακόμα και στις δικές μας δυτικές κοινωνίες.

Δεν είναι πολλά τα έργα της OBrien που έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Αναρωτιέμαι γιατί -η συγκεκριμένη συγγραφέας είναι από τις πλέον προβεβλημένες παγκοσμίως.

Ίσως αυτή η σκληρή, η ανελέητη κριτική μιας κατάστασης που τελικά όσο κι αν δεν την αποδεχόμαστε ως ομάδα μιας ευρωπαϊκής συγκατοίκησης, τελικά δεν θέλουμε και να αντιμετωπίσουμε την ουσία του γεγονότος πως  κάπου αλλού συμβαίνει…  Κάπου αλλού, σε κάποιους άλλους… Μα αν συμβαίνει έστω και σε τόπο μακρινό, μπορεί τότε και να έχει κρυφτεί κάπου και πιο κοντά μας.

Όπως και να είναι, ας μην ξεχνάμε πως συχνά ο καταγγέλλων δεν είναι και πάντα ιδιαιτέρως συμπαθής, αφού μας κάνει να χάνουμε τον ήρεμο ύπνο μας.

Κορίτσι… Ναι, αλλά ποιο κορίτσι; Μήπως από την μακρινή Υποσαχάρια Αφρική έχει μετακομίσει στη γειτονιά μας;

Η μετάφραση της Χριστίνας Σωτηροπούλου καταφέρνει να αποδώσει όλες εκείνες τις περιγραφές της φύσης, των ανθρώπων και  των γεγονότων με τρόπο που συναρπάζει και τον έλληνα αναγνώστη.

30.12.20

 



Οι λέξεις έχουν πάντα τη μεγαλύτερη δύναμη από οτιδήποτε στον κόσμο.

Της Ελένης Μπετεινάκη

 

Τα Παραμύθια του Σαββάτου είναι μια «στήλη» που αγαπά το παιδικό βιβλίο και για χρόνια πορεύεται μαζί με χιλιάδες αναγνώστες. Ενίοτε γίνεται καθημερινή όταν  έχει να σχολιάσει βιβλία που αξίζουν ακόμα περισσότερο την προσοχή σας!

 

*Το Νησί με τις λέξεις που αγαπάνε του Μάνου Κοντολέων κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη

 

Οι λέξεις έχουν πάντα τη μεγαλύτερη δύναμη από οτιδήποτε στον κόσμο. Μια μόνο αρκεί να φέρει χαρά, λύπη, δάκρυα, χωρισμό, αναγέννηση, αγάπη ακόμα και πόλεμο. Μπορεί ακόμα και να καταρρίψει ένα πολίτευμα.

 

Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Λεξιπλάστης και γλωσσομάγος ο Μάνος Κοντολέων. Πάντα με ιδιαίτερη γραφή, προσεγμένη, γεμάτη συμβολισμούς, προβληματισμούς και ταξίδια στη χώρα της φαντασίας που επαγρυπνούν συνειδήσεις.

 

Οι λέξεις του, οι σκέψεις και οι ιστορίες του είναι για παιδιά και μεγάλους. Το «Νησί» του είναι ένα βιβλίο που τα λέει όλα με τρόπο αλληγορικό και ιδιαίτερο τονίζοντας πόσο μεγάλη σημασία έχει στη ζωή η αγάπη, ο έρωτας, το όνειρο.

 

Το Νησί που για να το γυρίσει κάποιος χρειαζόταν επτά μέρες  με τα πόδια, πέντε με το κάρο του και τρεις με το άλογο, γερνούσε.  Το Νησί βρισκόταν στη μέση μιας κλειστής θάλασσας. Κι είχε ιστορίες πολλές που τις  θυμόντουσαν μόνο οι γεροντότεροι κι είχαν αρχίσει να χάνονται σιγά σιγά. Κι ο Ηγεμόνας έβλεπε πως όλα είχαν αλλάξει, πως οι άνθρωποι ξεχνούσαν πολλά και πιο πολύ τις λέξεις που είχαν μέσα τους ομορφιά κι αγάπη. Και γερνούσε κι εκείνος και φοβόταν πως όλα θα τελείωναν σιγά σιγά. Με την Αρχόντισσα, τη γυναίκα του δεν αξιώθηκαν να έχουν παιδιά και δεν ήξεραν την τύχη του Νησιού, δεν είχαν ένα διάδοχο … Κι αφού κι οι ίδιοι νιώσανε τις ξεχασμένες λέξεις πόση δύναμη είχαν, όταν αρχίσαν ξανά να τις θυμούνται εκείνες επέστρεφαν. Τότε σκέφτηκαν πως να σωθεί το Νησί κι ο κόσμος τους. Καλέσανε τους ΄άνδρες και τις γυναίκες του Νησιού να γράψουν τις δικές τους ιστορίες με λέξεις που αγαπούν, που γνοιάζονται, που φροντίζουν κι αφού θα διάλεγαν την πιο καλή θα καταλάβαιναν ποιος θα ήταν κατάλληλος να γίνει ο νέος Ηγεμόνας τους τόπου. Κι όλα αυτά θα γίνονταν γνωστά τη νύχτα της πιο λαμπρής Πανσελήνου του Γενάρη!

 

Έξι ιστορίες στάλθηκαν…. Έξι μοναδικά «παραμύθια»!

 

Παραμύθια

 

Η ιστορία στον λευκό φάκελο μιλούσε για ένα μεγάλο Έρωτα!

 

Για τα αγόρια, τα παλληκάρια, τα πεισματάρικα…

 

Για τα κορίτσια τα μεγάλα που κι εκείνα πεισμώνουν πολύ…

 

Για την αγάπη που ψάχνανε κι οι δυο ( το αγόρι και το κορίτσι να την βρουν).

 

Κι είχε «ο έρωτας μάτια σκουροπράσινα…». Στα λουλούδια στολίστηκε, στις μυρωδιές που ταιριάζανε με τις ανάσες των δυο ερωτευμένων, στα παλιά σεντούκια με τα προικιά και στο άρωμα της μέντας και του δυόσμου. Και σαν θέλησε το παλικάρι την ύστατη στιγμή να ζήσει άλλη μια περιπέτεια στον τόπο του και να νιώσει εκείνες τις μυρωδιές των βοτάνων όλα αλλάξανε. Κι έφυγε και έγινε η αγάπη πείσμα και μαράθηκε η ζωή της κοπέλας που διάλεξε να ζήσει στις ρίζες ενός δέντρου που δεν άνθιζε μήτε έβγαζε καρπούς εκτός κι αν το ακουμπούσε κάποτε  η πιο μεγάλη αγάπη. Κι όταν περάσανε τα χρόνια κι ο νέος που ήταν πια γέρος επέστρεψε κρατώντας τα μυρωδικά του τόπου του κι ένιωσε πως είχε χάσει εκείνον τον έρωτα του για πάντα, τότε συνέβη το πιο παράξενο. Σαν ακούμπησε το δέντρο το ξερό, σαν φύτεψε δεξά και ζερβά του τη μέντα και το δυόσμο το δέντρο άνθισε με κατάλευκα νυφιάτικα λουλούδια…

 

Η δεύτερη ιστορία ήταν στον κίτρινο φάκελο… στην Αδελφή αφιερωμένη!

 

Στις κόρες της Ρήγισσας που πέθανε μόλις τις γέννησε…

 

Στην Πορτοκαλένια και Λεμονένια που δυο δέντρα φυτεύτηκαν για χάρη τους. Και μεγαλώνανε οι κόρες και μαζί τους και τα δεντράκια. Η Ποτροκαλένια ήταν λουσμένη με το φως και όλα τα χρώματα κι ειχε φίλο της τον Ήλιο. Και τριγυρνούσε παντού  και καλημέριζε όλον τον κόσμο. Κι όταν το πήρε απόφαση η Λεμονένια να βγει κι αυτή στο φως προτίμησε κι έκανε φίλο της το Φεγγάρι…Εκείνο της έμοιαζε, έτσι πίστευε… Και της αρέσανε τα παράξενα του σκοταδιού, οι ήχοι και οι έννοιες που κρύβονταν. Αφέντρες γίνανε οι δυο αδελφές, η πρώτη των χρωμάτων κι η δεύτερη των ήχων. Κι ήταν και εκείνα τα δίδυμα αγόρια που ‘χαν παράλληλες ζωές με τις δυο αδελφές… Ο ένας κρατούσε  ένα πινέλο και ζωγράφιζε τα χρώματα της νύχτας κι ο άλλος μια κιθάρα κι έπαιζε μουσική με τους ήχους της μέρας. Και σαν συναντήθηκαν κι οι τέσσερις για μια στιγμή πάλι άλλαξε νόημα η ζωή όλων….

 

Η Τρίτη ιστορία στον πράσινο φάκελο ήταν αφιερωμένη στη Μητέρα….

 

Κι είναι η ιστορία της Ροδής και του Ροδάμανη. Αγάπης ιστορία και μαντικά και πόλεμοι κι υποσχέσεις. Και παιδιά που απέκτησαν το χρώμα της Ροδής εκείνο από τα μάγουλα της  τα κορίτσια και δροσιά από τα χείλη του άνδρα τ’ αγόρια. Και έγινε μάννα η Ροδή πολλών παιδιών που είχαν ανάγκη το χάδι. Που είχαν στερηθεί την αγάπη του γονιού και γέμισε ο τόπος της το Νησί με καρπούς σαν ρόδι. Κι ήταν εκεί και πάλι τα δέντρα, τρία τούτη τη φορά ….

 

Η Τέταρτη ιστορία στον γαλάζιο φάκελο ήταν αφιερωμένη στον Πατέρα…

 

Στον Πρώτο κυνηγό, στο πάτερα ενός μικρού αγοριού έλαχε ο κλήρος να βρει και να φέρει στη Γη το καλοκαίρι… Περιπέτεια μεγάλη και τούτη η ιστορία που κρύβει δάκρυα και πόνο μα  και χαρά περισσή. Κατορθώματα, τόλμη, ανδρεία, αγάπη και θάρρος άφοβο…

 

Η ιστορία στον κόκκινο φάκελο ήταν σαν πουλί τριανταφυλλί…

 

Ο Πρώτος Φύλακας δεν ήταν καλός Άνθρωπος. Απαγόρευε τα πάντα από τους άλλους κι έφερνε μόνο μούχλα και μαστίγιο στο Νησί. Ώσπου ήρθε η Μαγίστρα με τα κόκκινα μαλλιά και έχτισε ψηλά το κάστρο της. Κι είχε λουλούδια πoλλά στην αυλή της και τόλμη περισσή.  Γάλα θέλησε να πάρει από τον βοσκό, προνόμιο μόνο του Πρώτου Φύλακα.  Κι ήταν αυτό η αρχή να αλλάξουν όλα κι οι άνθρωποι να μάθουν ν ζητούν το δικό τους …γάλα ή δίκιο! Και να γεμίζει ο κόσμος τους, οι αυλές, η ζώ τους μικρά λουλούδια σαν πουλιά τριανταφυλλί…

 

Παραμύθια

 

Η ιστορία στον Ασημί φάκελο ήταν αφιερωμένη στα παιδιά!

 

Για χίλια δέντρα μιλάει τούτη η ιστορία που τα ‘κανε δώρο στον τελευταίο άρχοντα ένας θεός περαστικός… Επειδή τον φίλεψε ένιωσε ευγνωμοσύνη  και χάρισε την ελιά στον Άρχοντα που ήταν πολύτιμη. Δώρο αγάπης αιώνιας. Κι έπρεπε ο Άρχοντας να προσέχει πως χειριζόταν κι εκείνος την αγάπη για να μην χάσει ούτε ένα από τα δέντρα του. Και σαν πέρασαν τα χρόνια το ξέχασε  κι άρχισε να γίνεται αλαζόνας…Κι όλοι οι απόγονοι του και πέρασαν αιώνες και ξέχασαν οι άρχοντες κι οι άνθρωποι την προφητεία. Χάθηκαν όλα τα δέντρα, ξεράθηκαν, δεν έβγαζαν πια ευλογημένο καρπό, εκτός από ένα. Η πρώτη γυναίκα Ηγεμόνας σαν πήρε την εξουσία στα χέρια της, ένιωσε τι θα πει προσφορά κι αγάπη κι ήταν εκείνη που έδωσε πάλι ζωή στον Ελαιώνα ήταν η Μάνα, η αρχόντισσα η ίδια η Αγάπη….

 

Τρία τα μέρη του βιβλίου: Οι λέξεις, οι ιστορίες και οι Άνθρωποι. Δεμένα και τα τρία σαν να΄ναι ένα.

 

Θα μπορούσε να είναι ένα βιβλίο οδηγός για δημοκρατικό πολίτευμα…

 

Θα μπορούσε να είναι επίσης ένα βιβλίο για την αγάπη προς τον άνθρωπο…

 

Θα μπορούσε να είναι το καταστάλαγμα και η σοφία από την εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής…

 

Θα μπορούσε να είναι ένα υπέροχο βιβλίο για όλα όσα ποθούν οι άνθρωποι και που μόνοι τους δεν ξέρουν αν τα καταφέρουν να τα ζήσουν. Όλα όσα ονειρεύονται, μαζί με όλους. Μια ιστορία που συμπληρώνεται κι ολοκληρώνεται από μια άλλη. Όπως η ζωή. Που για να είναι πλήρης χρειάζεται παραπάνω από έναν άνθρωπο. Χρειάζεται το δόσιμο, την αγάπη , το μοίρασμα…

 

Θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο φαντασία, περιπέτειες και λέξεις που φτάνουν και ανυψώνουν την αγάπη στο πιο ψηλό σκαλοπάτι.

 

Θα μπορούσε να είναι ένα βιβλίο γεμάτο ρίζες και δέντρα συμβολισμοί για την  ασφάλεια, την επιμονή, την προσμονή, το πείσμα.

 

Ένα βιβλίο για όλους εκείνους που λατρεύουν την εξουσία. Κι ίσως πολύ προφητικό για την αλαζονεία και την έπαρση.

 

Ένα βιβλίο που θες να το διαβάσεις πολλές φορές γιατί έχει ένα σωρό ξεχωριστά νοήματα κι ομορφιά και λέξεις που γεμίζουν την δική σου ψυχή. Και κατορθώματα και αποφάσεις και ζωή, πολλή ζωή.

 

Ένα βιβλίο ποίημα…

 

Ένα βιβλίο γεμάτο αληθινά παραμύθια.

 

Ένα βιβλίο που σου αφήνει μια γλύκα και μια ώριμη σκέψη για τη δική σου ζωή, την πορεία, τις αποφάσεις που πρέπει να πάρεις. Το πόσο βαθιά πρέπει να κοιτάς τα μάτια του άλλου, να φτάνεις στα μύχια της ψυχής του και να καταλαβαίνεις  τα θέλω, τα μπορώ, τα όσα τον κάνουν ευτυχισμένο…

 

Πριν από το τέλος … να ξέρεις, να αντέχεις, να μπορείς να αφήνεις χώρο για τους άλλους, να ξέρεις πότε πρέπει να πεις : Ως εδώ!

 

Παραμύθια

 

Όλα τα παραπάνω είναι  τούτο το βιβλίο. Πολυδιάστατο, γεμάτο αλήθειες που κρύβονται στις λέξεις του και με βαθιά φιλοσοφικά ερωτήματα που ευτυχώς έχουν απάντηση….

 

Κ. Μάνο Κοντολέων πάντα θαύμαζα την γραφή σας. Για μια ακόμη αφορά αφέθηκα να με παρασύρουν οι λέξεις και να γίνω ένα με κάθε ήρωά σας. Να ζήσω για λίγο κι εγώ στο Νησί να γευτώ όλες τις ιστορίες, τις περιπέτειές , τις αγωνίες των απλών ανθρώπων αλλά και του Ηγεμόνα και πιο πολύ της Αρχόντισσας.

 

Το εξώφυλλο της Κατερίνας Βερούτσου  με γέμισε με χρώμα τριανταφυλλί και γαλάζιο όπως η μεγάλη κλειστή θάλασσα.

 

Να το ψάξετε τούτο το βιβλίο. Για όλα όσα σας έγραψα και για την απόλαυση της ανάγνωσης που τόσο πολύ έχουμε όλοι μας ανάγκη.

 

Εμένα με ταξίδεψε τούτη η γραφή. Σε μονοπάτια της φαντασίας χρωματιστά και άπιαστα κι ονειρεμένα…. Σαν ένα ατέλειωτο ποίημα!

 

Για παιδιά από 10 χρόνων και εφήβους και μεγάλους!

 

https://www.cretalive.gr/politismos/nisi-me-tis-lexeis-poy-agapane-sta-paramythia-tis-tetartis?fbclid=IwAR3O_aKMfb9pweZ4GRfuiGIRfU6vXb7c1l9Hz7c4M7e1VzlTOTZEy_g042Q