<<Με μια γραφή σύνθετη, πυκνή και γεμάτη αλληγορίες, ο Κοντολέων παραδίδει ένα λυρικό έργο για τον έρωτα, την εξουσία και τον θάνατο>>
5.11.21
Ο Στέφανος Δάνδολος για το "Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας"
30.10.21
Μπέρνχαρντ Σλινκ «Χρώματα του αποχαιρετισμού»
Μπέρνχαρντ Σλινκ
28.10.21
Βασίλης Τσιαμπούσης "Ο κήπος των ψυχών"
Μια ουσιαστικά συνεπής παρουσία στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία είναι ο Βασίλης Τσιαμπούσης.
Γεννήθηκε και ζει στη Δράμα και πάντα από την πόλη αυτή δείχνει να παίρνει τις περισσότερες από τις εμπνεύσεις του, τις οποίες και τις ολοκληρώνει άλλοτε με τη μορφή μυθιστορημάτων, άλλοτε ως διηγήματα, πολύ συχνά και ως έρευνες γύρω από τη λαογραφία αυτής της πόλης.
Τη γραφή του τη διακρίνει η απλότητα, μια απλότητα που θα τη χαρακτήριζα και σεμνότητα, με την έννοια πως ο Β. Τ. αποφεύγει τους λεκτικούς ακκισμούς, αφηγείται με τρόπο καθαρό, τρόπο που σε κάνει να αισθάνεσαι πως στα χέρια σου κρατάς τις αφηγήσεις ενός φίλου.
Μα πίσω από την απλότητα της αφήγησης εύκολα μπορεί κανείς να διακρίνει πως τα κείμενά του έχουν άποψη και θέση και αναζητούν τρόπους να φωτίσουν το παρελθόν, όσο και το παρόν.
Το τελευταίο του αυτό βιβλίο -ο ίδιος το ονομάζει νουβέλα- αν και βασικά εξιστορεί μέσα από τα γεγονότα της ζωής ενός εφήβου που ζει στη Δράμα τα χρόνια λίγο πριν και λίγο μετά τον ελληνοαλβανικό πόλεμο, τόσο την κατοχή της πόλης από τον Βουλγαρικό στρατό όσο και τα μετέπειτα συμβάντα της εμφύλιας σύρραξης στην περιοχή, παράλληλα κάνει αφηγηματικά άλματα και μέσα από τις σκέψεις του κεντρικού αφηγητή -σε ώριμη πλέον ηλικία- κρίνεται το παρελθόν, το παρόν, μα και φωτίζεται -αυτό κυρίως- η δυναμική των διαπροσωπικών σχέσεων που μπορούν να αμφισβητήσουν εθνικές και ιδεολογικές διαφορές.
Παράλληλα και με τη βοήθεια από τη μια της απλής εξιστόρησης και από την άλλη με την καλή γνώση των ιστορικών λεπτομερειών, η μυθιστορηματική υπόσταση του έργου εμπλουτίζεται με τις επεμβάσεις των γεγονότων πάνω στην πλοκή και στη ζωή των κεντρικών ηρώων.
Όλο το έργο το διακρίνει επίσης η ματιά, τα συναισθήματα, οι ιδεολογικοί προβληματισμοί και οι ποικίλες ορμές ενός εφήβου, έτσι ώστε να μπορεί κανείς άφοβα να το κατατάξει και στο είδος του cross over μυθιστορήματος, με άλλα λόγια ενός ιδανικού αναγνώσματος για νέους που μέσα από αυτό θα γνωρίσουν ένα ουσιαστικό μέρος της Ιστορίας εκείνων των χρόνων.
Κρατώντας πάντα τις αποστάσεις από μια αυθαίρετη και τυχόν επιφανειακή σύγκριση έργων που γραφτήκανε σε άλλες εποχές και ίσως από διαφορετικές αφορμές, μπορώ να ισχυριστώ πως "Ο κήπος των ψυχών" συχνά με έκανε να φέρνω στη μνήμη μου το πεζογράφημα "Τζιοκόντα" του Νίκου Α. Κοκάντζη, ένα από τα βασικά έργα που πριν από σαράντα πέντε περίπου χρόνια ανέπτυξε τις αντιδράσεις της εφηβείας απέναντι τόσο στο θέμα του φασισμού/ ναζισμού, όσο και του Ολοκαυτώματος, μα και των εφηβικών ερωτικών αναταράξεών.
Με δυο λόγια - η νουβέλα αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση έτσι ώστε οι σημερινοί έφηβοι να γνωρίσουν με αμεσότητα μια σημαντική περίοδο της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.
(https://www.fractalart.gr/o-kipos-ton-psychon/
11.10.21
Αφιέρωμα στο Culture Book
8.10.21
Ήλίας Φραγκάκης "Μαρίκες"
Ηλίας Φραγκάκης: «Μαρίκες» Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Ο γεννημένος το 1963 στην Αθήνα, Ηλίας Φραγκάκης είναι βασικά ένας άνθρωπος του θεάτρου και του κινηματογράφου.
Στη λογοτεχνία έκανε την εμφάνισή του μόλις το 2019 με μια ποιητική συλλογή.
Και τώρα εισέρχεται και στο χώρο της πεζογραφίας με ένα ιδιόμορφο ως προς την ροή της αφήγησης μυθιστόρημα.
Σε ένα κάμπινγκ αποκλήρων της κοινωνίας βρίσκεται το πτώμα μιας άγνωστης γυναίκας. Δυο από τους ηλικιωμένους κατοίκους του κάμπινγκ το ανακαλύπτουν και τόσο αυτοί όσο και ο αναγνώστης αναρωτιούνται για το πως και το γιατί βρέθηκε εκεί το πτώμα.
Αλλά ο συγγραφέας έχει επιλέξει τον δικό του τρόπο ξεδίπλωσης των γεγονότων κι αυτός στηρίζεται στις κάπως ανορθόδοξες διαδρομές στους δρόμους της Αθήνας ενός γάτου, του Τιτάκου. Και ο αναγνώστης -που θα πρέπει να αποδεχτεί πως ο γάτος είναι το alter ego του συγγραφέα- θα συναπαντηθεί με μια σειρά διαφορετικών τύπων που μπορεί κανείς να συναντήσει τη νύχτα στους δρόμους της πόλης: δυο ασυνόδευτα προσφυγόπουλα και τον άνθρωπο που στη δομή όπου ζούνε με ιδιαίτερη έγνοια και αγάπη τα προσέχει, μιας και ο ίδιος με κάποιο παρόμοιο τρόπο έζησε την παιδική του ηλικία* κάτι νεοναζί τύπους που έχουν βάλει στο μάτι σκουρόχρωμους αλλοδαπούς* αστυνομικούς που χρησιμοποιούν τη στολή τους για να καλύψουν την βίαιη συμπεριφορά τους* κι ακόμα μια πόρνη που προσπαθεί να ζήσει χωρίς την απάνθρωπη ματιά εκείνου που την ελέγχει.
Όλοι αυτοί θα φωτίσουν το σκοτεινό πρόσωπο μιας πόλης που για τους περισσότερους από τους κατοίκους της δεν υπάρχει.
Ο Ηλίας Φραγκάκης, καταφέρνει να συνδέσει όλα αυτά τα πρόσωπα μέσα σε μια κατ΄ επίφαση αστυνομική πλοκή, αλλά στην ουσία γράφει ένα μυθιστόρημα πολιτικού και κοινωνικού στοχασμού, μα και καταγγελίας.
Με μια γραφή απόλυτα λες καθημερινού λόγου και με συχνές, αλλά εντελώς σωστά τοποθετημένες μέσα στη ροή των φράσεων, ρήσεις άλλων στοχαστών και λογοτεχνών, μετατρέπει τη δράση σε σκέψη. Οι διάλογοι μεταξύ των διαφόρων προσώπων ολοζώντανοι. Και βέβαια, αξίζει να σημειώσει κανείς το χιούμορ που διαπερνά όλο το έργο.
Τελικά και με τον επίλογο που κλείνει και ολοκληρώνει όχι τόσο την υπόθεση όσο τη πολιτική και κοινωνική στάση του συγγραφέα (μα και του γάτου), ο Φραγκάκης κατέθεσε ένα έξυπνο και απόλυτα σύγχρονο πεζογράφημα που διαβάζεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Πρώτη ανάρτηση:
https://www.fractalart.gr/marikes/
29.9.21
Χρήστος Αρμάντο Γκέζος: «Χάθηκε βελόνι», Μεταίχμιο
Το άτομο εκείνο που είτε μόνο του είτε μαζί με την οικογένειά του εξαναγκάζεται να επιλέξει για οικονομικούς ή πολιτικούς λόγους μια μετανάστευση, τις περισσότερες φορές κρύβει μέσα στην ψυχή του πολλά και αντιθετικά μεταξύ τους συναισθήματα. Από την πίκρα του αποχωρισμού έως την έωλη προσμονή μιας νέας κατάστασης* από τον θυμό της εκδίωξης έως τον τραυματισμό της μη αποδοχής στο νέο περιβάλλον.
Πέρα, λοιπόν, από τις όποιες πολιτικές ή οικονομικές αναλύσεις ειδικών, πέρα από τις καταγραφές των ιστορικών, πέρα από τις περιγραφές των δημοσιογράφων, υπάρχει η ανάγκη -αξίζει πιο σωστά- να γίνει και μια καταγραφή των συναισθημάτων ενός μετανάστη και εκ μέρους ενός συγγραφέα.
Η Ελλάδα είναι μια περιοχή της Ευρώπης που έχει πολλαπλή και στενή, όσο και αμφίδρομη σχέση με το φαινόμενο της μετανάστευσης.
Καθώς ο προηγούμενος αιώνας τέλειωνε το μεταναστευτικό κύμα προς τη χώρα μας είχε συγκεκριμένη γεωγραφικό ονομασία -η Αλβανία ήταν η χώρα από την οποία κατέβαιναν πλήθη ανθρώπων. Άλλοι από αυτούς έλληνες της Βορείου Ηπείρου (ή αν θέλετε της Νότιας Αλβανίας) αλλά και άλλοι από αυτούς γνήσιοι Αλβανοί.
Τους υποδεχόμαστε με ανάμεικτα συναισθήματα και αντιφατικές συμπεριφορές. Σχεδόν ποτέ δεν σκύψαμε από πάνω τους να αφουγκραστούμε τον εσωτερικό παλμό τους, μήτε και με διάθεση συμπαράστασης να ζητήσουμε πληροφορίες για το παρελθόν και το παρόν τους.
Σήμερα και μετά από τριάντα και βάλε χρόνια, όσοι από τους ανθρώπους εκείνους παρέμειναν εδώ και δεν επέστρεψαν πίσω στο γενέθλιο τόπο τους, έχουν ενσωματωθεί στην οικονομική, πολιτική και πολιτιστική μας καθημερινότητα.
Και κάποιοι από αυτούς έχουν καταθέσει τις προσωπικές τους εμπειρίες από το ‘εκεί’ και το ‘εδώ’ τους με αξιόλογους, ιδιαίτερα αξιόλογους λογοτεχνικούς τρόπους.
Θα αναφέρω τον Τηλέμαχο Κώτσια -τον πρώτο που με τα μυθιστορήματά του έφερε ανάμεσα στους λογοτεχνικούς ήρωες μας και άτομα από την Αλβανία.
Μια παρόμοια περίπτωση κατάθεσης εσωτερικών αναταράξεων που η μετανάστευση από την Αλβανία έχει πυροδοτήσει τη δημιουργία λογοτεχνικών ηρώων, τη συναντάμε και στο μυθιστόρημα του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου «Χάθηκε βελόνι».
Ο συγκεκριμένος -ηλικιακά νεότατος- συγγραφέας έχει γίνει γνωστός και με την ποίησή του, όπως και με ένα ακόμα προηγούμενο μυθιστόρημά του.
Εκείνο που βασικά χαρακτήριζε τη θεματική των προηγούμενων λογοτεχνικών καταγραφών του ήταν η ανίχνευση της φυγής -μιας φυγής εσωτερικής όσο και εξωτερικής. Το άτομο που αναζητά το είναι του και τον τόπο του. Κάτι παρόμοιο -μα σε πληρέστερο βαθμό ανάπτυξης- θα συναντήσουμε και στο «Χάθηκε βελόνι».
Μια οικογένεια Βορειοηπειρωτών, που μόλις ανοίξουν τα σύνορα με την Ελλάδα, μεταναστεύει. Ο πατέρας, η μητέρα, έξι παιδιά -το ένα από αυτά, το πιο μικρό, θα εξαφανιστεί προτού περάσουν τον τελωνειακό έλεγχο.
Η εξαφάνιση αυτή θα σφραγίσει το μέλλον της οικογένειάς, κυρίως όμως του ενός αδελφού. Παράλληλα όμως το μέλλον τους είναι επίσης σφραγισμένο από τα όσα είχαν και στις προηγούμενες γενιές συμβεί. Γεγονότα τραγικά που ως ένα μεγάλο βαθμό η εμφάνιση τους ήταν αποτέλεσμα της φυλετικής διαφορετικότητάς τους. Έλληνες ανάμεσα σε Αλβανούς.
Και στο σημείο αυτό, νομίζω πως εστιάζεται ένα από το κύρια και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος.
Ο Γκέζος δεν ενεργοποιείται μόνο από την μετανάστευση, αλλά και από το τι μπορεί να συμβαίνει στα άτομα όταν διαβιώνουν σε τόπο όπου τους έχουν στερήσει το δικαίωμα να εκφράζουν την εθνικότητά τους.
Με άλλα λόγια έχουμε ένα μυθιστόρημα διπλής απομόνωσης.

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος
Μέσα σε τέτοιες συνθήκες κάποιοι πορεύτηκαν. Κάποιοι -σαφώς οι περισσότεροι- βρήκαν το νέο τους δρόμο, μια νέα ισορροπία. Κάποιοι -ελάχιστοι τάχα;- όμως όχι.
Αυτούς τους τελευταίους αφορά το «Χάθηκε βελόνι».
Τσιμπι -τσιμπιτόνι
Χάθηκε βελόνι
Πάω να το βρω
Εχάθηκα κι εγώ
Το παιδικό τραγουδάκι -όπως κάθε που διαθέτει την αυτοφυή παιδική γνώση- δεν χαρίζει μόνο τον τίτλο στο μυθιστόρημα, αλλά και εκφράζει το δράμα των κεντρικών προσώπων, κυρίως βέβαια τους ενός από αυτούς.
Παράλληλα όμως -και με μια υπόγεια διαδρομή- επεμβαίνει και στη δομή του όλου έργου. Και με απόλυτη σύμπνοια θέματος και κατασκευής, οδήγησε σε μια μυθιστορηματική σύνθεση που τη διακρίνει η πολλαπλή πολυπρισματικότητα -θα μπορούσα και να τη χαρακτηρίσω ως μια συνεχή υφολογική μετανάστευση. Αρκετοί οι αφηγητές και ο καθένας με το δικό του ύφος αφηγείται. Αλλά και αρκετοί οι τρόποι αφήγησης. Από άτυπες ημερολογιακές καταγραφές έως σπαρακτικούς μονολόγους σε ντοπιολαλιά, μέχρι και παραληρηματικές εξιστορήσεις αναζήτησης του ‘εγώ’ με πρόφαση τον ‘άλλον’, αλλά και ποιήματα -εκφράσεις κι αυτά της ψυχοσύνθεσης του κεντρικού ήρωα.
Και κάπως έτσι -με θάρρος στα όρια του λογοτεχνικού θράσους- ολοκληρώθηκε το μυθιστόρημα. Άλλοτε με μακροσκελείς προτάσεις, άλλοτε με σύντομες περιγραφές. Πάντα όμως με μια τάση ανίχνευσης της ταυτότητας- «Μωρέ, το πατρικό σας, το σπίτι του τάτα σας, δε θέλετε να το φτιάσετε;» (σελ. 170) και επίσης «…μαζί θα μπορούσαν να γεμίσουν τις ξεχειλωμένες ρωγμές του χρόνου και να κατοικήσουν αυτό το ερείπιο όπως θα έπρεπε από την αρχή να είχε κατοικηθεί…» (σελ233)
Μια ιδιαίτερη, λοιπόν, παρουσία το «Χάθηκε βελόνι» ανάμεσα στα μυθιστορήματα νεότερων ελλήνων συγγραφέων που με τον τρόπο του αποδεικνύει το πόσο και σε πόσους τομείς η μετανάστευση μπορεί να λειτουργήσει ως άνοιγμα προς νέους κοινωνικούς προβληματισμούς και συγγραφικές τεχνικές.
11.9.21
Τζάκλιν Γούντσον
Τζάκλιν
Γούντσον
Τζάκλιν Γούντσον
«Κάτι
αστραφτερό»
«Αν έρθεις σαν τον άνεμο»
Μετάφραση:
Άννα Μαραγκάκη Μετάφραση:
Αργυρώ Πιπίνη
Εκδόσεις
Πόλις Εκδόσεις Πατάκη
Η
γεννημένη το 1963 Τζάκλιν Γούντσον έχει γράψει πολλά βιβλία για παιδιά και
νεαρούς ενήλικες αναγνώστες που όλα τους διαθέτουν μια ιδιαίτερη ποιότητα
γραφής και φωτισμού των θεματικών τους. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το ότι και έχει
τιμηθεί με πολλά και σημαντικότητα βραβεία της παιδικής και νεανικής
λογοτεχνίας- αναμεσά τους και το πλέον πρόσφατο (2020) Hans Christian Andersen Award.
Αναντίρρητα
τα μυθιστορήματά της για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες είναι και εκείνα που
σηματοδοτούν το συγγραφικό της όραμα. Ένα όραμα που το ολοκλήρωσε to
2016 όταν κυκλοφόρησε και το πρώτο της μυθιστόρημα για ενήλικες , το «Ένα άλλο
Μπρούκλιν»
Με
αυτό το μυθιστόρημα τη γνώρισε και το ελληνικό κοινό το 2019, καθώς το
συγκεκριμένο βιβλίο μεταφράστηκε στη γλώσσα μας και κυκλοφόρησε από τις
Εκδόσεις Πόλις.
Ο
ίδιος εκδοτικός οίκος υπογράφει την έκδοση μέσα στο 2021 και του δεύτερου
‘ενήλικου’ μυθιστορήματος της Γούντσον, του «Κάτι αστραφτερό», ενώ παράλληλα μπορούμε
πλέον και να γνωρίσουμε -εν μέρη έστω- και το άλλο πρόσωπο αυτής της τολμηρής
ως προς τη χρήση της γλώσσας και της μαχητικής σε θέματα αντιρατσισμού και
σεξουαλικής ελευθερίας, γυναίκας, καθώς οι Εκδόσεις Πατάκη φρόντισαν να υπάρχει
στα βιβλιοπωλεία μας το cross over
μυθιστόρημα
της «Αν έρθεις σαν τον άνεμο» (πρώτη έκδοση στην Αμερική, το 1998)
Έχει
ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς παράλληλα τα δυο αυτά μυθιστορήματα για να
μπορέσει να διαπιστώσει τα στοιχεία εκείνα που από τη μια συνοδεύουν την
συγγραφική πορεία της Γούντσον από το 1998 έως το 2021, και από την άλλη να
επισημάνει τις ομοιότητες όσο και τις διαφορές που χαρακτηρίζουν αυτά τα δυο
-ελαφρώς- διαφορετικά είδη μυθιστορηματικής
σύνθεσης.
Η
ίδια η Γούντσον έχει δηλώσει πως μόνιμα την ενδιαφέρει να ανιχνεύει τις
εκφάνσεις των πρώτων ερωτικών σκιρτημάτων κατά την περίοδο της εφηβείας και της
πρώτης νεότητας, το πως αυτές καθορίζουν την μορφή της ενηλικίωσης. Και ακόμα
πως επίσης μόνιμα αναζητά τρόπους να καταγράφει το πως εκφράζεται η εγκληματική
ανοησία της ρατσιστικής συμπεριφοράς, δίπλα στην ανάδειξη της αξιοπρέπειας των
ανθρώπων που το δέρμα τους έχει σκούρες αποχρώσεις.
Αυτά
όλα τα τοποθετεί με κέντρο την οικογένεια, αλλά με σαφήνεια επίσης υπενθυμίζει
πως η κάθε οικογένεια αποτελεί βασικό κύτταρο μιας κοινωνικής ενότητας.
Στο
cross over «Αν έρθεις σαν τον
άνεμο» δυο έφηβοι -εκείνη λευκή, αυτός μαύρος- που ανήκουν στην μεσοαστική
τάξη, ερωτεύονται και εκείνο που βασικά τους ενώνει είναι οι φυλετικές
ιδιαιτερότητες που ο καθένας τους έχει, αλλά που την ίδια στιγμή αυτές θα είναι
και εκείνες που θα κάνουν τις οικογένειές τους να σταθούν με σκωπτική όσο και
αντιθετική στάση απέναντι αυτού του δεσμού. Η οικογενειακή αντίθεση πολύ
γρήγορα θα καλυφθεί από την ακόμα περισσότερο προκατειλημμένα αρνητική στάση
της κοινωνίας, αυτή που θα φέρει και το σκληρό όσο και άδικο τέλος.
Στο
‘ενήλικο’ «Κάτι αστραφτερό» οι φυλετικές
διαφορές παρουσιάζονται λιγότερο έντονες, μα πολύ περισσότερο χωμένες βαθιά στη
συνείδηση των μελών δυο οικογενειών με καθαρώς έγχρωμα μέλη.
Εδώ
οι όποιες αντιδράσεις της κοινότητας των λευκών παραμένουν εκτός των
οικογενειακών εστιών, αλλά ακόμα κι έτσι καθορίζουν τη μια μετά την άλλη γενιά.
Από τη σφαγή της Τάλσα του 1921 έως τις σημερινές κοινωνικές εντάσεις ανάμεσα
σε λευκούς και μαύρους, ο προσδιορισμός
της έγχρωμης ταυτότητας αντανακλάται στο κάτοπτρο του ρατσισμού και μέσα από
αυτό, η Γούντσον με μαεστρία και λεπτομερή ευαισθησία περιγράφει θέματα όπως
αυτά των σχέσεων παιδιών με γονείς, της ανάγκης μιας αυτοπροσδιοριζόμενης θηλυκής ανεξάρτητης ταυτότητας και πάνω απ΄
όλα -και για μια ακόμα φορά- τον σημαντικό ρόλο που θα παίξουν στο μέλλον του
κάθε ατόμου τα βιώματα της εφηβικής περιόδου.
Στα
κοινά στοιχεία που καθόρισαν την υλοποίηση αυτών των δυο μυθιστορημάτων, θα
πρέπει ακόμα να σημειώσουμε την πολυφωνικότητα της αφήγησης. Στο ‘ενήλικο’ μυθιστόρημα
έξι πρόσωπα διαδέχονται το ένα το άλλο και αλληλοσυμπληρώνουν τις εσωτερικές
σχέσεις των μελών της οικογένειας, ενώ οι δυο νεαροί πρωταγωνιστές του cross
over είναι εκείνοι που θα περιγράψουν τον έρωτά τους -το παρόν και
το μέλλον του.
Η
τεχνική αυτή της πολυφωνικότητας απαιτεί να διατηρούνται στις επιμέρους
αφηγήσεις οι διαφορετικές προσωπικότητες των αφηγητών, την ίδια στιγμή που με
αυτόν τον τρόπο θα κυκλώνεται το περιγραφόμενο θέμα.
Η
Γούντσον το πετυχαίνει απόλυτα και αξίζει κανείς να αξιολογήσει θετικότατα τη
συνεχή ύπαρξη αυτής της συγγραφικής ικανότητας από το 1998 έως σήμερα.
Σαφέστατα
-κι αυτό αξίζει να σημειωθεί- υπάρχουν κάποιες διαφορές στα δυο έργα. Είναι
αυτές που και χαρακτηρίζουν γενικώς το ένα είδος λογοτεχνίας από το άλλο. Αλλά
αυτές οι διαφορές εντοπίζονται στις γλωσσικές εκφράσεις. Κι έτσι πρέπει να
γίνεται, ακριβώς όπως κάτι τέτοιο συμβαίνει και στον τρόπο που θα εκφραστεί
-για το ίδιο πάντα υπαρξιακό του πρόβλημα- ένας έφηβος και ένας ενήλικος.
Μα
η λογοτεχνία πρέπει να ακολουθεί τη ψυχοσύνθεση των ηρώων της και με τον δικό
τους τρόπο να επιχειρεί να την περιγράφει.
Η
Τζάκλιν Γούντσον έχει τον δικό της κώδικα γραφής όπως και το δικό της τρόπο να
κρίνει τα γεγονότα. Με δυο λόγια θα την χαρακτήριζα ως μια ιδιότυπη συνύπαρξη
της αισθαντικότητας μιας Μόρρισον και της μαχητικότητας μιας Αγγέλου.
Μια
τέτοια γραφή -έντονα αμερικάνικη- στήνει πολλές παγίδες στον μεταφραστή της.
Θεωρώ
πως τόσο η Άννα Μαραγκάκη, όσο και η Αργυρώ Πιπίνη κατάφεραν να βρούνε
μεταφραστικές λύσεις έτσι ώστε και το όλο ύφος της Γούντσον να μην προδώσουν,
αλλά και να προσφέρουν στον αναγνώστη των ελληνικών εκδόσεων των δυο βιβλίων
μια σαφέστατη και πλήρη επαφή με τον κόσμο αυτής της δυναμικής και μαχητικής
γυναίκας που έρχεται σφραγίσει με το έργο της τη νέα γενιά των έγχρωμων Αμερικάνων
συγγραφέων






