10.11.21

13+1 ερωτήσεις για ένα νέο βιβλίο και τον συγγραφέα του

 

Συνέντευξη στη Τζένη Μανάκη 
https://www.fractalart.gr/manos-kontoleon-13-1-erotiseis/


–Κύριε Κοντολέων, μιλήστε για το νέο βιβλίο σας. Το έναυσμα της συγγραφής του εδράζεται στον θαυμασμό σας για τα ομηρικά έπη και τα κείμενα των αρχαίων τραγωδών, ή επιχειρείτε συγχρόνως να προκαλέσετε τον αναγνώστη, κατ’ αρχήν να έρθει σε μια επαφή μ’ αυτά με τον πιο ελκυστικό τρόπο της μυθιστορίας και κατά δεύτερο λόγο να του κινήσετε το ενδιαφέρον για μια αντιστοίχιση με τον βίο και τα πάθη του σύγχρονου ανθρώπου;

 

Τα μεγάλα και διαχρονικά έργα, ακριβώς γιατί επέζησαν μέσα στην πάροδο τόσων αιώνων, προσφέρονται για συνεχείς νέες αναγνώσεις και νέες προσεγγίσεις. Και ασφαλώς αυτά με τα οποία ασχολούνται μπορούν να φωτίσουν και το σήμερα όπως βέβαια και να καταδείξουν τη συνέχεια κάποιων ιδεών, μα και κοινωνικών δομών. Κάτω από αυτή τη συλλογιστική ασχολήθηκα και με ένα από τα βασικά πρόσωπα της Οικογένειας των Ατρειδών -την Κλυταιμνήστρα. Αλλά οφείλω να τονίσω πως δεν είναι η πρώτη φορά που επιχειρώ να καταγράψω με τη δική μου ματιά τον εσωτερικό κόσμο ενός προσώπου που διασχίζει με συγκεκριμένο πρόσημο τους αιώνες. Πριν τέσσερα χρόνια κάτι παρόμοιο είχα κάνει και με την Κασσάνδρα, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 ακόμα είχε γράψει μια σειρά διηγημάτων για παιδιά βασισμένων στις αρχαίες τραγωδίες. Αλλά κάπως παρόμοια ήταν και η διάθεσή μου όταν έπαιρνα την απόφαση να ‘επαναγράψω’ τρία κλασικά κείμενα του δυτικού πολιτισμού –«Τριστάνος  και Ιζόλδη», «Γαργαντούας» και «Δον Κιχώτης».

 

 

-Μετά την Κασσάνδρα, η Κλυταιμνήστρα. Είναι προφανές και από άλλα έργα σας, ότι σας απασχολεί πολύ θετικά η γυναίκα και ο εσώτερός της κόσμος. Το έργο σας, σε μεγάλο μέρος του,  είναι ένα ψυχογράφημα της γυναίκας σε όλες τις εκφάνσεις του βίου της. Εν προκειμένω, βάζετε σε δεύτερη μοίρα, χωρίς να  υποτιμάτε, τη δολοφονική πράξη της Κλυταιμνήστρας κατά του συζύγου της, Αγαμέμνονα, και αναδεικνύετε ως τραγικότερη τη στιγμή, που ως μητέρα βλέπει τον γιο της να τη δολοφονεί, υποκινούμενος μάλιστα και από την κόρη της, Ηλέκτρα. Πόσο υπεύθυνη υπήρξε η ίδια για τη στάση των παιδιών απέναντί της, και πόσο ήταν διατεθειμένη ακόμη και την ύστατη στιγμή να παραχωρήσει την εξουσία χωρίς τον φόβο των προ οφθαλμών συνεπειών; Είναι τελικά η εξουσία μέγα δαιμόνιο για τις συμπεριφορές των ανθρώπων διαχρονικά; 

 

Σημαντικό το ερώτημά σας. Στην ουσία η απάντηση σε αυτό είναι αυτό το ίδιο το μυθιστόρημα. Θα σας υπενθυμίσω κάποιες αράδες από το σημείωμα που υπάρχει μέσα στο έργο μου: Όπως οι περισσότεροι από εμάς που μόλις ακούσουν το όνομα Κλυταιμνήστρα σκέφτονται ένα φόνο εκδίκησης, έτσι κι εγώ αναζήτησα να μεταφέρω σε ένα δικό μου μυθιστόρημα την ανάπτυξη του χαρακτήρα μιας γυναίκας που για συγκεκριμένους λόγους αποφασίζει να δολοφονήσει τον άνδρα της.

Μα πολύ σύντομα κατανόησα πως η μεγάλη στιγμή της Κλυταιμνήστρας, αυτή που την τοποθετεί στην θέση που κατέχει μέσα στο πάνθεο των τραγικών ηρωίδων, δεν μπορεί να είναι ο φόνος που διέπραξε αλλά η δολοφονία της από τον ίδιο της το γιο. Μια μάνα την ώρα που βλέπει το ίδιο της το παιδί να την σκοτώνει -αυτή ήταν η Κλυταιμνήστρα που εγώ ήθελα να αναπλάσω.

Αλλά τότε δίπλα της ήρθε και στάθηκε αυτός ο γιος -ο Ορέστης. Και η μεγάλη στιγμή ενός άνδρα που δολοφονεί την ίδια τη μάνα του.

Οπότε το μυθιστόρημα μου απέκτησε δυο κεντρικούς φορείς ιδεών και δυο μεγάλες πηγές παθών. Μια όμως άποψη* μια καταγγελία. Την καταδίκη της φυλετικής υφής του άρχειν. Όσον αφορά τη σχεδόν μόνιμη συγγραφική μου -θα έλεγα- εμμονή με τον εσωτερικό κόσμο της γυναίκας- θα συμφωνήσω μαζί σας πως έτσι είναι.

Αλλά πως μπορεί να ήταν διαφορετικά μιας και πιστεύω πως η ανδρική ταυτότητα διαμορφώνεται μέσα από τον τρόπο που ο κάθε άντρας πλησιάζει τις εκπροσώπους του άλλου φύλου.

 

 

-Με αφορμή την άποψη της Λήδας σχετικά με τον Πάρι “ωραίος ως ιέραξ”, γράφετε, η Κλυταιμνήστρα κατανοεί ότι η μητέρα της ερμηνεύει την πηγή ενός πάθους που κατέλαβε την κόρη της, Ελένη. Και συμπληρώνετε αποφθεγματικά: “Θηλυκή ερμηνεία. Οι άνδρες προτιμούν να μην ερμηνεύουν τα πάθη αλλά να τα χρησιμοποιούν. Ο πόλεμος η δική τους στάση και θέση”. Ισχύει αυτή η άποψη και για τον σύγχρονο άντρα; (βέβαια αλληγορικά όσον αφορά την έννοια του πολέμου)  

 

Ναι, ισχύει. Ο πόλεμος είναι χαρακτηριστικό της αρσενικής ιδιοσυγκρασίας. Είναι ένα εξωτερικό γεγονός. Γενικά ο άντρας επιζητά να κάνει φανερά τα πάθη του και τις ανασφάλειές του, αλλά την ίδια στιγμή πίσω από τον έντονο φωτισμό τους, τα κρύβει γιατί τον έχουν μάθει να ντρέπεται γι αυτά. Αντιθέτως με τη γυναίκα που βρίσκεται σε ένα συνεχή εσωτερικό διάλογο με τα πάθη της. Αλλά κάτι παρόμοια συμβαίνει και με τα σώματα ανδρών και γυναικών. Των πρώτων οι βιολογικές αντιδράσεις είναι φανερές* των γυναικών απόκρυφες.

 

 

-Πως κρίνετε τη στάση του Αγαμέμνονα απέναντι στην οικογένεια, σε σχέση με την εξουσία; Υπάρχουν πολλοί “Αγαμέμνονες” στη σύγχρονη κοινωνική διαστρωμάτωση, και σε ποιο κοινωνικό επίπεδο εντρυφούν οι περισσότεροι;

 

Η εξουσία έχει αρσενική ταυτότητα κι αυτό έτσι ήταν πάντα. Ο Αγαμέμνων χρησιμοποιούσε την οικογένειά του -τόσο αυτήν από την όποια προήλθε, όσο κι εκείνη που ο ίδιος έφτιαξε- για να κατακτά και να εδραιώνει την προσωπική του εξουσία. Πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν τέτοιοι άνδρες -όχι ασφαλώς μόνο ηγεμόνες. Και σε κάθε κοινωνικό επίπεδο. Δεν είναι θέμα κοινωνικής θέσης, όσο αποτέλεσμα αταβισμού και εκπαίδευσης. Αλλά στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω πως και όσες γυναίκες απέκτησαν μεγάλη εξουσία, αυτήν την εξουσία την εξέφρασαν με τρόπο παρόμοιο των ανδρών.

 

 

-Η συγγραφική σας ματιά για την Κλυταιμνήστρα, έχω την αίσθηση ότι συμπίπτει περισσότερο με τον τρόπο που περιγράφεται αυτή στην τραγωδία του Ευριπίδη, λιγότερο δόλια σε σχέση με την άποψη των άλλων τραγωδών. Υπάρχουν βέβαια και πολλές νεώτερες απόψεις για τη βασίλισσα των Μυκηνών. Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, στο ποίημά της (απολογητικό κείμενο της Κλυταιμνήστρας ενώπιον δικαστών), με τίτλο: “ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ ή το έγκλημα” γράφει:

“Σκότωσα αυτόν τον άνθρωπο μ’ ένα τσεκούρι, μέσα σ’ έναν λουτήρα, με τη βοήθεια του άθλιου εραστή μου που δεν κατάφερνε ούτε να του κρατήσει τα πόδια. Την ιστορία μου, τη γνωρίζετε. Ποιος από σας, δεν την έχει επαναλάβει χιλιάδες φορές μετά από ένα γερό φαγοπότι και ενώ χασμουριόταν οι δούλες, και ποια είναι αυτή από τις γυναίκες σας που δεν ονειρεύτηκε έστω και για μια νύχτα να ‘ταν Κλυταιμνήστρα.”

Ποια είναι η γνώμη σας, περνάνε τέτοιες σκέψεις από το μυαλό παραμελημένων ή εγκαταλειμμένων γυναικών;

 

 

Το έργο της Γιουρσενάρ ήταν ένα από τα βασικά διαβάσματα μου και σε μεγάλο βαθμό οι απόψεις μου ταυτίζονται με κείνης. Αλλά αν όλες οι γυναίκες κάποια στιγμή ονειρεύονται να έχουν το θάρρος της Κλυταιμνήστρας, είναι κάτι που δεν το αποδέχομαι. Όπως επίσης δεν αποδέχομαι πως όλοι άντρες κάποια στιγμή είχαν το πειρασμό να πράξουν ότι είχε πράξει ο Αγαμέμνων. Εγώ τη σχέση αυτών των δυο κομβικών προσωπικοτήτων μεταξύ πολλών άλλων αποχρώσεων την είδα και ως μια πάλη ναι μεν αρσενικού και θηλυκού, αλλά παράλληλα και ως μια πάλη δυο διεκδικητών της εξουσίας. Μα πάνω απ’ όλα εκείνη που θεωρώ κορυφαία στιγμή της Κλυταιμνήστρας και γι’ αυτήν στην ουσία έγραψα όλο το μυθιστόρημα, είναι η στιγμή που βλέπει το γιο της να την σκοτώνει. Αλλά σε ένα τέτοιο φόνο αξίζει κανείς να πλησιάσει και το θύμα, μα και τον θύτη.

 

 

 

-Η αφήγηση στο βιβλίο σας είναι τριτοπρόσωπη όσον αφορά την ιστορία της Κλυταιμνήστρας, είστε προφανώς εσείς ο παντεπόπτης αφηγητής, ενώ όσον αφορά τον Ορέστη χρησιμοποιείτε το πρώτο πρόσωπο, ενσωματώνοντας στο κείμενο και φράσεις από την τραγωδία του Ευριπίδη, αλλά και στίχους από τα Ομηρικά έπη. Για ποιο λόγο επιλέξατε αυτή την τεχνική στο μυθιστόρημά σας;

 

Ο Ορέστης ως δεύτερος πυλώνας της μυθιστορηματικής μου σύνθεσης δεν είχε από τα πριν προγραμματιστεί. Θα έλεγα πως καθώς κατέγραφα ως παντεπόπτης αφηγητής τις αντιδράσεις της ηρωίδας μου, προέκυψε η ανάγκη να ακουστεί και η άλλη πλευρά του φονικού. Κι έτσι αναζήτησα, τρόπον τινά, τον Ορέστη σε μια ώριμη ηλικία να αναστοχάζεται την πορεία μιας ζωής και μιας σχέσης που από το χάδι κατέληξε στο αίμα. Χρησιμοποίησα φράσεις από την τραγωδία του Ευριπίδη για να δείξω  πόσο ολοζώντανα παραμένουν αυτά τα κείμενα και πόσο καίριες οι επισημάνσεις τους.

 

 

 

-Ο Ορέστης είναι τελικά ένας άθλιος που φθάνει στο σημείο να δολοφονήσει την ίδια του τη μητέρα, (που γνώριζε ότι τον αγαπούσε “η ματιά της Κλυταιμνήστρας πάνω μου ήταν ακουμπισμένη” και διαρκώς του ψιθύριζε “Πρόσεχε “, ακόμη και με την ύστατη αναπνοή της), ένας άβουλος που υποκινείται από τον Πυλάδη και την Ηλέκτρα ή κάποιος που βάζει την τιμή για κάποιο ιδανικό πάνω από κάθε συναίσθημα; 

 

Όχι, τίποτε από αυτά. Ήταν ο αρσενικός κληρονόμος μιας δυναστείας που είχε με τέτοιο τρόπο ανατραφεί ώστε πάνω από την όποια σχέση του με τη μάνα του, να βάζει την προστασία της συνέχειας της αρσενικής διαδοχής. Όταν η Κλυταιμνήστρα του ψιθύριζε ‘Πρόσεχε’ στην ουσία γνώριζε πως κάποια στιγμή θα συγκρουστούν ως διεκδικητές της ίδιας ηγεμονίας.

 

 

 

-Γράφετε: “Το μίσος μοιάζει με δυνατό άνεμο – σε σπρώχνει στις ανεμοδαρμένες ακτές της εκδίκησης. Ο φόβος θυμίζει βάρκα με σαπισμένη καρίνα- μπάζει νερό και σε κάνει να μην τολμάς το άνοιγμα σε ανταριασμένη θάλασσα. Όποιος φοβάται κλείνει σε σκοτεινό κελάρι το μίσος του και περιμένει…Περιμένει. Μέσα στην υγρασία το δυνατό κρασί αποκτά περισσότερη δύναμη.” Τι κοστίζει ψυχολογικά σ’ έναν άνθρωπο το μίσος και η σκέψη της εκδίκησης; 

 

Το ό,τι περνά όλη του σχεδόν τη ζωή μέσα σε σκοτεινό κελάρι.

 

 

-Θα αναφερθώ στο μότο σας: Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες. Σας φοβίζει η σημερινή έκρηξη της εγκληματικότητας και της ενδοοικογενειακής βίας; Υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο ένας εν δυνάμει δολοφόνος;

 

Νομίζω πως κάθε εποχή έχει τους φόβους της, έχει και τις ελπίδες της. Ο καθένας μας ζει σε μια συγκεκριμένη περίοδο. Σε αυτήν που εγώ, εμείς ζούμε, μπορώ να ισχυριστώ πως κυριαρχεί όχι τόσο η βία όσο η αδιαφορία για τον άλλον. Μια αδιαφορία που μπορεί να προκαλέσει βία καθώς την ίδια στιγμή που το ένα άτομο αδιαφορεί για κάποιο άλλο, την ίδια στιγμή σκέφτεται το δικό του και μόνο συμφέρον, το δικό του και μόνο κέρδος.

Υπάρχει, θα με ρωτήσετε, ελπίδα; Στηρίζομαι στη εμπειρική γνώση πως όλα κάνουν τον κύκλο τους και λέω πως, ναι!, υπάρχει ελπίδα. Αλλά από την άλλη η εποχή μας είναι το πρώτο στάδιο μιας νέας, εντελώς νέας εξέλιξης της σχέσης ανθρώπου και τεχνολογίας που ομολογώ πως δεν μπορώ και τόσο να εμπιστευθώ προηγούμενες εμπειρίες.

 

 

 

-Γράφετε: “Δύσκολα ερμηνεύονται οι άνθρωποι, περιπλεγμένοι ιστοί αυτά που καθορίζουν τις αποφάσεις τους”. Πιστεύετε ότι το ίδιο ισχύει για γυναίκες και άνδρες ή μήπως ένα από τα δύο φύλα προτάσσει, συχνότερα, αντί των συναισθημάτων, τον ορθολογισμό, στη λήψη των αποφάσεων;

 

Όχι. Οι άνθρωποι -άντρες και γυναίκες- δύσκολα ερμηνεύονται και οι αποφάσεις τους καθαρίζονται από περιπλεγμένους ιστούς. Τουλάχιστον οι μεγάλοι συγγραφείς αυτό μας έχουν μάθει- ο Φλομπέρ, για παράδειγμα, με την Μαντάμ Μποβαρύ και ο Ντοστογιέφσκι με τον Ρασκόλνικοφ. Αλλά και οι μεγάλοι τραγικοί, κάτι παρόμοιο έχουν καταδείξει -ας θυμηθούμε τη Μήδεια, ας θυμηθούμε τον Οιδίποδα.

 

 

–Πέρα από την αρχαιότητα, υπάρχουν νεώτερες ιστορικές περίοδοι ή ιστορικά πρόσωπα που σας προκαλούν το ενδιαφέρον, από ψυχολογικής, πολιτικής ή ερωτικής άποψης, ώστε να τους αφιερώσετε ένα νέο μυθιστόρημά σας;

 

Όπως και πιο πριν είπα, έχω κι άλλοτε ασχοληθεί με πρόσωπα από την παγκόσμια λογοτεχνία. Αλλά τα πρόσωπα είναι που με ενδιαφέρουν και όχι τόσο οι ιστορικές περίοδοι.

 

 

–Αν δημιουργούσατε έναν σύγχρονο ήρωα -ηρωίδα, θα επιλέγατε κάποιον με πάθη και λάθη ή με ηθικές αρχές, άμεμπτο αλλά πληκτικό βίο, που εννοείται, δεν θα έκανε τους αναγνώστες να πλήξουν, αλλά να ταυτιστούν με τους προβληματισμούς του;

 

Εδώ θα θυμηθώ τον Καζαντζάκη που κάποτε είχε πει πως ανάμεσα σε μια πόρνη και μια αγία, θα προτιμούσε να ασχοληθεί συγγραφικά με την πρώτη… Βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, ίσως και η αγία να είχε πολλά να χαρίσει σε μια μυθιστορηματική εξιστόρηση της ζωής της. Πάθος και η αμαρτία, πάθος και η ευσέβεια.

 

 

 

-Θα αναφέρετε μια εμπειρία σας, από την οποία διαπιστώσατε τη δύναμη της γλώσσας;

 

Ως συγγραφέα, κυρίως με ενδιαφέρει η γραπτή έκφραση της γλώσσας. Και τόσο με ενδιαφέρει, τόσο αναζητώ τα όρια της μα και τις διεξόδους της, που σχεδόν σε κάθε μου νέο βιβλίο προσπαθώ να έχω ένα διαφορετικό συγγραφικό ύφος. Με πλήττει αφάνταστα η γλωσσική ομοιομορφία στο σύνολο του έργου κάθε συγγραφέα. Θέλω να εκφράζομαι διαφορετικά κάθε φορά, αλλά και κάθε φορά να είμαι αναγνωρίσιμος. Ε, κάπως έτσι διαπιστώνω τη δύναμη της γλώσσας.

 

 

-Με δεδομένο ότι  λογοτεχνία δεν γίνεται με ευχολόγια, θα πείτε μια πιθανά πραγματοποιήσιμη ευχή για την Ελληνική Λογοτεχνία; 

 

Με ευχές δεν φτιάχνουμε Τέχνη. Η Τέχνη απαιτεί από τη μια ενδοσκόπηση και από την άλλη άνοιγμα προς τον άλλον, τους άλλους.

 

 

–Κύριε Κοντολέων, ευχαριστώ για την τιμή αυτής της συνομιλίας!

 

Κυρία Μανάκη, ευχαριστώ για τις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις σας.

6.11.21

Ο Γιώργος Βέης για το "Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας"


 

Γράφει ο Γιώργος Βέης

 (Βιβλιοδρόμιο, 6/11/2021) 

 

Οι μεταξύ των δημιουργών λόγου ιδιαζόντως ευρηματικοί εκείνοι είθισται, ως γνωστόν στην ευρύτερη διεθνή αισθητική σκηνή, να επεμβαίνουν ενίοτε στις παρακαταθήκες του μυθικού, προκειμένου να προσαρμόσουν τα ήδη υπάρχοντα τιμαλφή δεδομένα στις απαιτήσεις των δικών τους νεωτερικών κατά κανόνα κειμενικών δομών. Πολλές φορές δεν διστάζουν να «πειράξουν», εκτός όλων των άλλων, και τη δεδηλωμένη φύση του τραγικού. Η φύση της τραγωδίας ευνοεί άλλωστε στην πράξη όχι μόνον ενοφθαλμισμούς αλλά και ολικές αναπλάσεις. Η παράδοση αναδεικνύεται έτσι ως να ήταν η ζώσα υπερ-ύλη. Ανάμεσα στους πρώτους διδάξαντες συγκαταλέγεται βεβαίως, όπως έχει προ αιώνων αποδειχθεί, και ο ημέτερος Ευριπίδης.

    Σπεύδω να θυμίσω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής τα εξής ενδεικτικά: «Ο Ορέστης, ένα λαμπρό έργο, αλλά γεμάτο μηχανορραφίες και κακεντρέχεια, συχνά θεωρείται ότι αντανακλά την πικρία του Ευριπίδη  την εποχή που ετοιμαζόταν να φύγει από την Αθήνα στο τέλος της όχι και τόσο σπουδαίας σταδιοδρομίας του, καθώς πλησιάζει το τέλος του πολέμου με τη Σπάρτη. Ο συγγραφέας έκοβε και έραβε τους μύθους εντελώς ελεύθερα, χωρίς τον παραμικρό σεβασμό στην παράδοση –  «η ιστορία δεν απαντά πουθενά αλλού», λέει η αρχαία εισαγωγή - και παρουσιάζει μορφές του ηρωικού μύθου με καθόλου κολακευτικό τρόπο – «Όλοι είναι φρικτοί», συνεχίζει, «εκτός από τον Πυλάδη». «Τρελή», αποκαλεί αυτή την αξιολόγηση ο William Arrowsmith: «η πικρία είναι ακαταπράυντη, ο εφιάλτης διάχυτος», D. Greene και R. Lattimore (επιμ.), The Complete Greek Tragedies:Euripides IV (Σικάγο, 1958), 108 (βλ. Οι Έλληνες και ο ελληνικός έρως, μια ριζοσπαστική επανεκτίμηση της ομοερωτικής φιλίας στην αρχαία Ελλάδα, μετάφραση: Λύο Καλοβυρνάς, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2019).

      Αυτός ακριβώς ο Ορέστης, στην εξαίρετη μάλιστα μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Πατάκη το 2008,  συνιστά τη μία από τις δύο σταθερές κειμενικές βάσεις του προκείμενου άρτια επεξεργασμένου μυθιστορήματος. Εξομολογείται, αυτο-ψυχαναλύεται, ωριμάζει μέσα στο δάσος των συμβόλων. Ο ίδιος μάλιστα ο τραγικός ήρως αποδελτιώνει τις ψηφίδες του φαντασιακού, προκειμένου να φτάσει εν τάχει στο πραγματικό. Ήτοι στη μητροκτονία και στα παρεπόμενά της. Η ομολογουμένως συναρπαστική αφήγηση δεν παραλείπει να φωτίσει σε κρίσιμες στιγμές την αιμομικτική σχέση, η οποία προφανώς τον συνδέει με την Ηλέκτρα, την αδελφή του. Παραπέμπω απλώς εξ όνυχος: «Ενηλικιωνόμουνα  - βίαια και πρόωρα! Κι άλλωστε, κάποια στιγμή βρέθηκα μέσα στην απαιτητική αγκαλιά της Ηλέκτρας…Τώρα, πια, λέω πως μέσα σ΄ εκείνη την αγκάλη καταβυθίστηκα…Και από αγόρι έγινα νεανίας!(σε.113).  Και αργότερα στη σελ. 202, διαβάζουμε: «‘Ηλέκτρα’, πρέπει να συλλάβισα. Αναγνώριζα στα χαρακτηριστικά γυναίκας στεγνής το πρόσωπο νεάνιδος που το φλόγιζε ένα πάθος; ‘Αδερφέ μου… Δικέ του γιε… Σύντροφε στους εφιάλτες και στα όνειρά μου… Των παθών μου ηγέτη… Νέε άνακτα των Μυκηνών!...’ Με αυτή τη σειρά οι λέξεις και οι προτάσεις που βγήκαν από το στόμα της και ίσα που τις ακούμπησαν τα κίτρινα δόντια της». Συγκρατώ ότι κι εδώ τα αποσιωπητικά είναι πολύ χρήσιμα, επειδή «συμβάλλουν στην ψυχανάλυση του στίχου» κατά τον Γκαστόν Μπασελάρ.

     Ομοίως προβάλλεται, περισσότερο διακριτικά η ερωτική σχέση, η οποία τον συνδέει με τον ιδιαιτέρως προσφιλή του Πυλάδη. Διακρίνω τα εξής χαρακτηριστικά: «Ο Πυλάδης άπλωσε το χέρι του. Μέσα στα δάχτυλά μου έκλεισα τα δικά του[. . .] Μα ο Πυλάδης με άγγιξε στον ώμο» (βλ. σσ. 150 και 174 αντίστοιχα). Τον λίαν ευδιάκριτο δεύτερο κειμενικό πυλώνα συνιστά η τριτοπρόσωπη αφήγηση της Κλυταιμνήστρας. Η παρουσία της στο διηγητικό πλαίσιο ρυθμίζεται από την ορμή προς τη ζωή και ό, τι την χαρακτηρίζει περισσότερο: δηλαδή η ροπή για απόλαυση και η ροπή για εξουσία. Ο λεκτικά πολύπειρος συγγραφέας μας προσφέρει μιαν εναργή βασίλισσα του πόθου. Ο έρωτας είναι σχεδόν πάντα ανεκπλήρωτος βέβαια. Εξ ου και η πορεία προς το άλλο άκρο, τον θάνατο. Ήδη από τη σελίδα 63 η Κλυταιμνήστρα οσμίζεται φόνο: είναι κατά λέξη: «η οσμή του ψοφιμιού που η ανάσα του Αγαμέμνονα έστελνε στα ρουθούνια της». Η ίδια ακριβώς οσμή την ερεθίζει και στην εμφανώς κρίσιμη σελ. 170. Η οσμή διαβρώνει το ήθος. Οι διακριτές παραλλαγές, τις οποίες κομίζει το μυθιστόρημα αυτό, με τυπική επιμέλεια στο γλωσσικό πλαίσιο, συναποτελούν τα αίτια και τα αιτιατά της ομολογούμενης επιτυχίας του. Ο κανών επαληθεύεται λοιπόν: «H τέχνη δεν είναι το τίθεσθαι – εν- έργω της αλήθειας αλλά το τίθεσθαι – εν- γυμνώ του έργου. Ούτε μίμηση ούτε αναπαραγωγή ούτε αντίγραφο, αλλά η πλέον γενική των ιδεών μέσα στο πλέον ενικό των σωμάτων» (βλ. Φεντερίκο Φερράρι- Ζαν -Λυκ Νανσύ, Nus sommes, (Γυμνοί είμαστε), Βρυξέλλες 2002, σ. 75, 115, 134, βλ. περιοδικό αληthεια, τχ. 7,s. 139, εκδόσεις Πατάκη, Άνοιξη 2013).

 

 

 

5.11.21

Ο Στέφανος Δάνδολος για το "Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας"

 <<Με μια γραφή σύνθετη, πυκνή και γεμάτη αλληγορίες, ο Κοντολέων παραδίδει ένα λυρικό έργο για τον έρωτα, την εξουσία και τον θάνατο>>

O Στέφανος Δάνδολος έγραψε στο https://diastixo.gr/.../ellini.../17195-skies-klutaimnistras
«Μόνο πάθη αφήνει να καθορίζουν τον ρυθμό των βημάτων της», γράφει ο Μάνος Κοντολέων λίγο μετά τη μέση του καινούργιου βιβλίου του. «Πάθη σάρκας και ψυχής». Σε αυτές τις δεκατέσσερις λέξεις συμπυκνώνεται όλη η τραγική πολυπλοκότητα όχι μόνο της βασικής ηρωίδας του, της Κλυταμνήστρας, αλλά και του υπόλοιπου μοιραίου θιάσου που πλαισιώνει την εξαιρετική νέα δουλειά του πολύπειρου συγγραφέα. Τίτλος του μυθιστορήματος, Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας, και στον πυρήνα του η ζοφερή ιστορία της βασιλικής οικογένειας των Μυκηνών, με επίκεντρο τη γυναίκα που έμελλε να φονευθεί από το ίδιο της το παιδί.
Η Κλυταιμνήστρα του Κοντολέων είναι μια γυναίκα με σάρκα και οστά, με πάθη, με ανασφάλειες και με μια αφόρητη μοναξιά, που την κουβαλάει από την παιδική της ηλικία. Είναι μια γυναίκα σαν όλες περίπου τις γυναίκες, με τη διαφορά ότι έχει επωμιστεί τη σκληρή μοίρα που γνωρίζουμε όλοι. Και αυτή ακριβώς η μοίρα, το αμετάκλητο ριζικό της που μας είναι γνωστό από τα αρχαία κείμενα, σε συνδυασμό με τις περίτεχνες πινελιές της αισθαντικότητας που της χαρίζει ο Κοντολέων, είναι το εξαίσιο μείγμα που δίνει στις σελίδες του έργου του μια απόλαυση μοναδική. Αυτό, και οι πρωτοπρόσωπες παρεμβάσεις του Ορέστη, που διαδέχονται τα τριτοπρόσωπα κεφάλαια της μητέρας του. Ο συγγραφέας χτίζει με περίτεχνη δομή το δημιούργημά του, και έπειτα από κάθε μέρος που είναι αφιερωμένο στην Κλυταιμνήστρα, μας εντάσσει μαεστρικά στο μυαλό του μοιραίου Ορέστη, ο οποίος με λέξεις ξυράφια μάς παίρνει μαζί του στην προσωπική του κόλαση. Μυρίζουν αίμα αυτές οι εξομολογήσεις, συνεπώς είναι ένα ταξίδι αγωνίας και τρόμου για το οποίο θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι. Η κατάδυση στο σκότος ενός τραγικού γιου, που επί χρόνια απλώνει το χέρι για να πιάσει ένα μαχαίρι. Η φθορά της ύπαρξής του μέσα από τη ζήλια και τα σύνδρομα του ανικανοποίητου αποτυπώνονται με μια αμεσότητα σπάνιας δραματουργίας, λες και διαβάζεις ένα ημερολόγιο χαμένο στη λήθη του χρόνου.
Πλάι σε αυτό το εκπληκτικό αφηγηματικό δίπολο της Κλυταιμνήστρας και του Ορέστη, υπάρχουν και οι υπόλοιπες φιγούρες του δράματος και όλες σκιαγραφούνται με οξυδέρκεια και βάθος: η λίγη Λήδα και ο πολύς Αγαμέμνων, η απλοϊκή Ελένη και η πολύπλοκη Ηλέκτρα, ο ευαίσθητος Τάνταλος και ο ιδιότυπα τραχύς Αίγισθος. Τα δίπολα στην οπτική του Κοντολέων γίνονται σύμβολα ιδεών και διαδέχονται συνεχώς το ένα το άλλο στις σελίδες, με αποτέλεσμα το μυθιστόρημα να μοιάζει με ένα σπίτι, άψογα στημένο θεατρικά, στα δωμάτια του οποίου ζουν καταπιεσμένες γυναίκες και φιλόδοξοι άντρες. Και όλη η κατάρα του Οίκου των Ατρειδών τυλίγει σιγά σιγά σαν καπνός αυτό το οικοδόμημα, μέχρι που τα θεμέλια αρχίζουν να τρίζουν και οι τοίχοι κουνιούνται συθέμελα.
«Σκότος και έρεβος στον βράχο των Μυκηνών», γράφει στη σελίδα 143 ο Μάνος Κοντολέων. «Κι ως συνηθίζεται, το σκοτάδι καταργεί ό,τι τρυφερό και γαλήνιο. Δημιουργεί αγριότητες... Μόνο εφιάλτες». Γι’ αυτούς τους εφιάλτες της ψυχής μάς μιλάει ο συγγραφέας. Για τα ένστικτα που κρύβονται στις σκιές. Για τη μισαλλοδοξία, τον φθόνο, τη βία και το σαράκι της μοναξιάς, που γίνεται θηλιά και σε πνίγει. Για την ανάγκη να αγαπηθούμε και να πεθάνουμε αγκαλιά με ένα όνειρο. Και εν τέλει για την ίδια τη ζωή, που αλλιώς ξεκινάει και άλλους δρόμους εγκυμονεί στην εξέλιξή της. Με μια γραφή σύνθετη, πυκνή και γεμάτη αλληγορίες, ο Κοντολέων παραδίδει ένα λυρικό έργο για τον έρωτα, την εξουσία και τον θάνατο. Και μας αφήνει παρακαταθήκη ένα έξοχο μυθιστόρημα, που κατά την άποψή μου είναι ένα από τα καλύτερα ελληνικά βιβλία της χρονιάς που διανύουμε.
Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα, βιβλίο και κείμενο που λέει "ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ ΣΚΙΕΣ ΟΙΣΚΙΕΣΤΗΣ ΤΗΣ ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ YOIETO S"
Dominikos Kontoleon και Τέσυ Μπάιλα

30.10.21

Μπέρνχαρντ Σλινκ «Χρώματα του αποχαιρετισμού»

 Μπέρνχαρντ Σλινκ

«Χρώματα του αποχαιρετισμού»
Μετάφραση: Απόστολος Στραγαλινός
Εκδόσεις Κριτική
Διαβάζω με ιδιαίτερο πάντα ενδιαφέρον λογοτεχνικά κείμενα που ασχολούνται με την τρίτη ηλικία και είναι γραμμένα από δόκιμους συγγραφείς οι οποίοι διανύουν πλέον κι αυτοί οι ίδιοι την βιολογική τους ωριμότητα. Τα θεωρώ ως ένα ιδιαίτερα πολύτιμο λογοτεχνικό ντοκουμέντο.
Αλλά δεν συναντώ συχνά στις αναγνωστικές μου περιπλανήσεις τέτοια έργα, τα οποία στηρίζονται σε προβληματισμούς και οπτικές γωνίες που αφορούν τα άτομα τα οποία έχουν ολοκληρώσει την επαγγελματική τους καριέρα και τις οικογενειακές τους ανησυχίες και με ειλικρίνεια όσο και αμεσότητα στέκονται κριτικά απέναντι στα όσα είχαν σε προηγούμενα χρόνια ζήσει.
Παράλληλα διαβάζω πάντα με ενδιαφέρον τα έργα που έχει γράψει ο Γερμανός πεζογράφος Μπέρνχαρντ Σλινκ. Κι αυτό γιατί μέσα στους συγγραφικούς του προβληματισμούς πολύ συχνά υπάρχει η επανεξέταση του παρελθόντος ή και ακόμα η υπόγεια επιβολή του χτες στο σήμερα.
Ο ίδιος γεννημένος το 1944, αυτή του την διάθεση, βιωμένα πλέον, την χρησιμοποίησε και αυτή τη φορά ως βάση που πάνω της συνέθεσε εννέα διηγήματα -μελέτες αποχαιρετισμών.
Ο Σλινκ ξέρει τους τρόπους εκείνους με τους οποίους ενώ αφηγείται μια ιστορία με ενδιαφέρουσα πλοκή, παράλληλα καταθέτει φιλοσοφικούς στοχασμούς και ψυχολογικές ανασκαφές.
Η συλλογή αυτή -κυκλοφόρησε στη Γερμανία το 2020- είναι το έργο το οποίο και λόγω συγγραφικής εμπειρίας του δημιουργού του, αλλά και λόγω ηλικίας του θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως αποτελεί συμπύκνωση όλης της λογοτεχνικής πορείας του.
«Η μνήμη είναι ένα ποτάμι το οποίο παρασύρει όλο και πιο μακριά το καραβάκι των αναμνήσεων που ρίχνουμε μέσα» -νομίζω πως η φράση αυτή, από ένα διήγημα παρμένη, μπορεί να αποτελέσει και το συμπύκνωμα όλης της συλλογής.
Και καθώς οι αναμνήσεις κινδυνεύουν να χαθούν, αναζητάμε με ποια χρώματα θα τις αποχαιρετήσουμε. Γιατί είναι άλλη χρωματικής απόχρωσης ο οριστικός αποχαιρετισμός ενός φίλου που πρόδωσες, άλλη ενός έρωτα που άφησες να ξεθυμάνει, άλλη ενός αδελφού που δεν δέχτηκες ποτέ πως τον ανταγωνιζόσουνα, άλλη ενός πάθους που αν και εκδηλώθηκε ποτέ δεν αναγνωρίστηκε…
Ο Σλινκ επιλέγει κυρίως άντρες να κρατάνε τον κεντρικό ρόλο σε κάθε διήγημα του -μόνο σε ένα από τα εννέα η οπτική της αφήγησης είναι από την πλευρά μιας γυναίκας. Και είναι άτομα σε μια λιγότερο ή περισσότερο προχωρημένη ηλικία, με αναγνωρισμένη κοινωνική θέση και με καλλιτεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις. Άντρες και γυναίκες του εικοστού αιώνα και γι αυτό δεν μπορούν να συνταιριαστούν με την ταχύτητα της νέας εποχής. Αναζητούν και τον βρίσκουν το χρόνο της περισυλλογής και της επανεξέτασης των όσων έζησαν. Και στο σημείο αυτό είναι που ο Σλινκ δείχνει το πόσο καλός ανατόμος της σχέσης παρελθόντος και παρόντος είναι.
Οι επανεξετάσεις του ξεφεύγουν από την όποια προκατασκευασμένη ανάλυση. Λες και σχίζει ένα πέπλο που διαχωρίζει το ‘ήταν’ από το ‘φαινότανε’ και αποκαλύπτει τους άλλοτε ασταθείς κι άλλοτε φοβισμένους βηματισμούς των ηρώων του μέσα στην καθημερινότητα τους.
Και τον καθένα του τον οδηγεί στο να βιώσει τον αποχαιρετισμό που τελικά και θα τον λυτρώσει. Γιατί αυτό που είναι -πιο σωστά αυτό που θα έπρεπε να είναι- το μέγιστο επίτευγμα της ωριμότητας της τρίτης ηλικίας έχει να κάνει με την ανασύνθεση του παρελθόντος και τη συγκεκριμενοποίηση όσων είχαν παραμείνει στην ασάφεια της ταχύτητας με την οποία κινείται η νεότητα.
Ο Μπέρνχαρντ Σλινκ, λοιπόν, για να το επιτύχει αυτό χρησιμοποιεί μια γλώσσα φαινομενικά απλή, μα παράλληλα ικανή άλλοτε να δημιουργεί συμβολισμούς κι άλλοτε απροσδόκητες θέσεις.
«Ήταν η απόλυτη ευτυχία. Την αρνήθηκε τότε υπό την πίεση του ηθικού καθήκοντος να μην εγκαταλείψει την έγκυο γυναίκα και το αγέννητο παιδί. Τώρα μόνο, με την ανάμνησή της, ήταν σε θέση να αποδεχτεί ότι δεν είχε σταματήσει μια απιστία, αλλά είχε καταστρέψει μια ευτυχία»
Μια ιδιόμορφη, λοιπόν, γλωσσική ενσάρκωση που θεωρώ πως την ελληνική της μεταφορά με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα την υπογράφει ο Απόστολος Στραγαλινός.
Μπορεί να είναι εικόνα 2 άτομα, συμπεριλαμβανομένου του χρήστη Μάνος Κοντολέων
Αιμίλιος Σολωμού, Giorgos Hatzopoulos και 1 ακόμη

28.10.21

Βασίλης Τσιαμπούσης "Ο κήπος των ψυχών"

 



Μια ουσιαστικά συνεπής παρουσία στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία είναι ο Βασίλης Τσιαμπούσης.

Γεννήθηκε και ζει στη Δράμα και πάντα από την πόλη αυτή δείχνει να παίρνει τις περισσότερες από τις εμπνεύσεις του, τις οποίες και τις ολοκληρώνει άλλοτε με τη μορφή μυθιστορημάτων, άλλοτε ως διηγήματα, πολύ συχνά και ως έρευνες γύρω από τη λαογραφία  αυτής της πόλης.

Τη γραφή του τη διακρίνει η απλότητα, μια απλότητα που θα τη χαρακτήριζα και σεμνότητα, με την έννοια πως ο Β. Τ. αποφεύγει τους λεκτικούς ακκισμούς, αφηγείται με τρόπο καθαρό, τρόπο που σε κάνει να αισθάνεσαι πως στα χέρια σου κρατάς τις αφηγήσεις ενός φίλου.

Μα πίσω από την απλότητα της αφήγησης εύκολα μπορεί κανείς να διακρίνει πως τα κείμενά του έχουν άποψη και θέση και αναζητούν τρόπους να φωτίσουν το παρελθόν, όσο και το παρόν.

Το τελευταίο του αυτό βιβλίο -ο ίδιος το ονομάζει νουβέλα- αν και βασικά εξιστορεί μέσα από τα γεγονότα της ζωής ενός εφήβου που ζει στη Δράμα τα χρόνια λίγο πριν και λίγο μετά τον ελληνοαλβανικό πόλεμο, τόσο την κατοχή της πόλης από τον Βουλγαρικό στρατό όσο και τα μετέπειτα συμβάντα της εμφύλιας σύρραξης στην περιοχή, παράλληλα κάνει αφηγηματικά άλματα και μέσα από τις σκέψεις του κεντρικού αφηγητή -σε ώριμη πλέον ηλικία- κρίνεται το παρελθόν, το παρόν, μα και φωτίζεται -αυτό κυρίως- η δυναμική των διαπροσωπικών σχέσεων που μπορούν να αμφισβητήσουν εθνικές και ιδεολογικές διαφορές.

Παράλληλα και με τη βοήθεια από τη μια της απλής εξιστόρησης και από την άλλη με την καλή γνώση των ιστορικών λεπτομερειών, η μυθιστορηματική υπόσταση του έργου εμπλουτίζεται με τις επεμβάσεις των γεγονότων πάνω στην πλοκή και στη ζωή των κεντρικών ηρώων.  

Όλο το έργο το διακρίνει επίσης η ματιά, τα συναισθήματα, οι ιδεολογικοί προβληματισμοί και οι ποικίλες ορμές ενός εφήβου, έτσι ώστε να μπορεί κανείς άφοβα να το κατατάξει και στο είδος του cross over μυθιστορήματος, με άλλα λόγια ενός ιδανικού αναγνώσματος για νέους που μέσα από αυτό θα  γνωρίσουν ένα ουσιαστικό μέρος της Ιστορίας εκείνων των χρόνων.

Κρατώντας πάντα τις αποστάσεις από μια αυθαίρετη και τυχόν επιφανειακή σύγκριση έργων που γραφτήκανε σε άλλες εποχές και ίσως από διαφορετικές αφορμές, μπορώ να ισχυριστώ πως "Ο κήπος των ψυχών" συχνά με έκανε να φέρνω στη μνήμη μου το πεζογράφημα "Τζιοκόντα" του Νίκου Α. Κοκάντζη,  ένα από τα βασικά έργα που πριν από σαράντα πέντε περίπου χρόνια ανέπτυξε τις αντιδράσεις της εφηβείας απέναντι τόσο στο θέμα του φασισμού/ ναζισμού, όσο και του Ολοκαυτώματος, μα και των εφηβικών ερωτικών αναταράξεών.

Με δυο λόγια - η νουβέλα αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση έτσι ώστε οι σημερινοί έφηβοι να γνωρίσουν με αμεσότητα μια σημαντική περίοδο της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.

(https://www.fractalart.gr/o-kipos-ton-psychon/


11.10.21

Αφιέρωμα στο Culture Book

 

'Ένα μικρό αφιέρωμα του Culture Book στην εφημερίδα "Πελοπόννησος"
1.Ποιο ήταν το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο που θυμάστε να κρατήσατε στα χέρια σας ως παιδί και με ποια αφορμή;
- Έχω ακόμα σε ράφι μιας από τις βιβλιοθήκες μου τα πρώτα μου βιβλία. Και για ένα παιδί εκείνης την εποχής είναι πολλά. Προτού ακόμα μάθω μόνος μου να διαβάζω η μητέρα μου μου διάβαζε παραμύθια κι ο πατέρας μου όταν τον ρωτούσα κάτι για τους ιππότες που λαχταρούσα να μοιάσω, ξεφύλλιζε την εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου και μαζί διαβάζαμε για τις ζωές και τα κατορθώματά τους.
2. Υπάρχουν συγγραφείς, Έλληνες και ξένοι, που επηρέασαν καθοριστικά
τον τρόπο γραφής σας;
-Νομίζω ναι. Από ποιητές ο Ρίτσος και ο Ουράνης. Από πεζογράφους ο Καραγάτσης, ο Κοσμάς Πολίτης και ο Σόμερσετ Μώμ, όπως και η Άννε-Μαρί Σελίνκο. Από το χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά η Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη και αργότερα η Άλκη Ζέη.
3. Η πεζογραφία απαιτεί σχεδιασμό και μεγάλη διάρκεια συγγραφικής
αφοσίωσης. Πώς ακριβώς γράφετε μια ιστορία; Κάνετε ένα προσχέδιο,
κρατάτε σημειώσεις, υιοθετείτε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα εργασίας;
-Ξεκινώ από μια ιδέα. Ένα θέμα πιο σωστά. Και αναζητώ τους ανθρώπους -τους ήρωες του μυθιστορήματος, δηλαδή- που θα μπορούσαν να το υλοποιήσουν. Έχω ένα γενικό, αλλά αρκούντως αναλυτικό πλάνο της εξέλιξης. Μπορεί -αν και σπάνια- να το τροποποιήσω. Μα στην ουσία από μια στιγμή και μετά ακολουθώ και περιγράφω τις πράξεις και τις σκέψεις των ηρώων μου. Και βέβαια γράφω πάντα στο γραφείο μου, στο laptop μου (εδώ και χρόνια αυτό) και πάντα κατά τη διάρκεια της μέρας.
4. Οι χαρακτήρες των έργων σας είναι προϊόν μυθοπλασίας ή εμπνέονται από βιωμένες εμπειρίες της προσωπικής σας ζωής; Υπάρχουν κάποιοι που
συγγενεύουν με εσάς;
-Σπάνια, πολύ σπάνια οι ήρωές μου στηρίζονται εξολοκλήρου σε υπαρκτά πρόσωπα ή σε προσωπικές μου καταστάσεις. Μου αρέσει να οδηγώ τα πρόσωπα των έργων μου σε καταστάσεις που εγώ μάλλον δεν έζησα. Κι αυτοί -λογικό δεν είναι;- μου ανταποδίδουν τη δωρεά. Μετά από κάθε έργο μου αισθάνομαι πιο πλούσιος σε εμπειρίες ζωής.
5. Οφείλει ο σύγχρονος πεζογράφος να «αποδράσει» από το ιδιωτικό του
όραμα και να γίνει συμμέτοχος ή δημιουργός ενός κοινωνικού οράματος;
-Ανήκω σε εκείνους τους συγγραφείς που θεωρούν το ιδιωτικό τους όραμα ως μέρος του κοινωνικού. Και δεν μπορώ διαφορετικά να δω τη δημιουργία της λογοτεχνίας. Άλλωστε και ως αναγνώστης αυτό αναζητώ σε έργα άλλων συγγραφέων. Να με αφήνουν να τοποθετήσω το δικό μου όραμα (αλλά και φόβο) εντός του οράματος (ή του φόβου) του έργου τους που διαβάζω.
6. Κατά πόσο και σε ποιο βαθμό επηρεάζει το διαδίκτυο έναν ανάλογο τρόπο σκέψης;
-Μεγάλο θέμα αυτό. Η παρουσία του διαδικτύου στην καθημερινότητα όλων μας, αλλάζει συνεχώς όλα όσα θεωρούσαμε ως δεδομένα εδώ και πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Προσωπικά δεν έχω καταφέρει να γράψω μια ιστορία όπου τα νήματα θα τα κινεί το διαδίκτυο. Και ούτε έχω πολλά τέτοια έργα διαβάσει. Ίσως να είναι πολύ νωρίς ακόμα για να αποκτήσουμε εκείνη τη βιωμένη γνώση που θα καρποφορήσει το όποιο συγγραφικό μας ταλέντο. Το περιμένω από μια επόμενη γενιά συγγραφέων.
6. Ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά στοιχεία που θεωρείτε ότι «κάνουν»
ένα βιβλίο να είναι πολύ σημαντικό και να «αντέχει» στον χρόνο;
-Θα έλεγα η διαχρονικότητα των ιδεών του και η αθανασία των ηρώων του. Αλλά αυτά τα διαπιστώνουμε εκ των υστέρων. Ποτέ δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως γνωρίζει εκ των προτέρων αν ένα λογοτεχνικό έργο θα αντέξει στο χρόνο.
7. Η πεζογραφία μπορεί να «θρέψει» τον συγγραφέα; Πώς αντιμετωπίζετε
επαγγελματικά τον βίο σας;
-Ελάχιστους ναι. Αλλά ελάχιστους -στην ελληνική πραγματικότητα αναφέρομαι. Και ίσως και αυτούς όχι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Είναι όσοι ή γράφουν με ένα τέτοιο τρόπο ώστε να ‘επικοινωνούν’ με ένα πλατύ κοινό ή που για κάποιο λόγο έχουν καταφέρει να γίνουν γνωστοί για κάποιο άλλο (όχι κατ΄ ανάγκη λογοτεχνικό) λόγο. Οι περισσότεροι συγγραφείς κάνουμε κάποια άλλη βιοποριστική εργασία -συνήθως γραφείου, εκπαιδευτική ή δημοσιογραφική
8. Ο χώρος της λογοτεχνίας γενικότερα και της πεζογραφίας ειδικότερα,
όπως έχει δείξει η ιστορία, συνιστά τόπο μικρών και μεγάλων αψιμαχιών.
Εσείς πώς τις βιώνετε;
-Οι αψιμαχίες υπάρχουν. Υπάρχουν και …μάχες. Μικρός ο τόπος μας για να χωρέσει τόσους πολλούς συγγραφείς. Προσωπικά αν και παρακολουθώ τέτοιες καταστάσεις, αν και πολύ συχνά αισθάνομαι πως φτάνουν και ως εμένα …τα βόλια, νομίζω πως καταφέρνω να τις αποφεύγω. Έχω λίγους φίλους από το συγγραφικό χώρο… Η μάλλον σε πιο σωστή διατύπωση, αποφεύγω να κυκλοφορώ στα συγγραφικά στέκια.
9. Ποιες συμβουλές θα επιθυμούσατε να δώσετε σε νεότερους συγγραφείς;
-Αν ένας νέος άνθρωπος θέλει να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, θα βρει μόνος του τον τρόπο που θα τον βοηθήσει να οδηγήσει το όνειρό του σε μια πραγμάτωση. Εγώ συνήθως συμβουλεύω να διαβάζει κανείς πάρα πολύ και με πάθος και να γράφει επίσης πάρα πολύ και με έντονο πάθος. Αλλά -πιστέψτε με- δεν είναι βέβαιος αν αυτές οι συμβουλές έχουν αποτέλεσμα στη σημερινή εποχή μας. Είπαμε και πιο πριν πως η παρουσία του διαδικτύου αλλάζει ραγδαία τις συνθήκες. Στη θέση του κόπου του χειρόγραφου, έχουμε την άνεση του word.

https://www.culturebook.gr/grafeio-pezografias/pezografika-portreta/2021-10-11-12-51-13.html

8.10.21

Ήλίας Φραγκάκης "Μαρίκες"

 




Ηλίας Φραγκάκης: «Μαρίκες» Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

 

Ο γεννημένος το 1963 στην Αθήνα, Ηλίας Φραγκάκης είναι βασικά ένας άνθρωπος του θεάτρου και του κινηματογράφου.

Στη λογοτεχνία έκανε την εμφάνισή του μόλις το 2019 με μια ποιητική συλλογή.

Και τώρα εισέρχεται και στο χώρο της πεζογραφίας με ένα ιδιόμορφο ως προς την ροή της αφήγησης μυθιστόρημα.

Σε ένα κάμπινγκ αποκλήρων της κοινωνίας βρίσκεται το πτώμα μιας άγνωστης γυναίκας. Δυο από τους ηλικιωμένους κατοίκους του κάμπινγκ το ανακαλύπτουν και τόσο αυτοί όσο και ο αναγνώστης αναρωτιούνται για το πως και το γιατί βρέθηκε εκεί το πτώμα.

Αλλά ο συγγραφέας έχει επιλέξει τον δικό του τρόπο ξεδίπλωσης των γεγονότων κι αυτός στηρίζεται στις κάπως ανορθόδοξες διαδρομές στους δρόμους της Αθήνας ενός γάτου, του Τιτάκου. Και ο αναγνώστης -που θα πρέπει να αποδεχτεί πως ο γάτος είναι το alter ego του συγγραφέα- θα συναπαντηθεί με μια σειρά διαφορετικών τύπων που μπορεί κανείς να συναντήσει τη νύχτα στους δρόμους της πόλης: δυο ασυνόδευτα προσφυγόπουλα και τον άνθρωπο που στη δομή όπου ζούνε με ιδιαίτερη έγνοια και αγάπη τα προσέχει, μιας και ο ίδιος με κάποιο παρόμοιο τρόπο έζησε την παιδική του ηλικία* κάτι νεοναζί τύπους που έχουν βάλει στο μάτι σκουρόχρωμους αλλοδαπούς* αστυνομικούς που χρησιμοποιούν τη στολή τους για να καλύψουν την βίαιη συμπεριφορά τους* κι ακόμα μια πόρνη που προσπαθεί να ζήσει χωρίς την απάνθρωπη ματιά εκείνου που την ελέγχει.

Όλοι αυτοί θα φωτίσουν το σκοτεινό πρόσωπο μιας πόλης που για τους περισσότερους από τους κατοίκους της δεν υπάρχει.

Ο Ηλίας Φραγκάκης, καταφέρνει να συνδέσει όλα αυτά τα πρόσωπα μέσα σε μια κατ΄ επίφαση αστυνομική πλοκή, αλλά στην ουσία γράφει ένα μυθιστόρημα πολιτικού και κοινωνικού στοχασμού, μα και καταγγελίας.

Με μια γραφή απόλυτα λες καθημερινού λόγου και με συχνές, αλλά εντελώς σωστά τοποθετημένες μέσα στη ροή των φράσεων, ρήσεις άλλων στοχαστών και λογοτεχνών, μετατρέπει τη δράση σε σκέψη. Οι διάλογοι μεταξύ των διαφόρων προσώπων ολοζώντανοι. Και βέβαια, αξίζει να σημειώσει κανείς το χιούμορ που διαπερνά όλο το έργο.

Τελικά και με τον επίλογο που κλείνει και ολοκληρώνει όχι τόσο την υπόθεση όσο τη πολιτική και κοινωνική στάση του συγγραφέα (μα και του γάτου), ο Φραγκάκης κατέθεσε ένα έξυπνο και απόλυτα σύγχρονο πεζογράφημα που διαβάζεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Πρώτη ανάρτηση:

https://www.fractalart.gr/marikes/