10.10.22

Αχιλλέας Ραζής «Είναι τέρας;»

 

Αχιλλέας Ραζής

«Είναι τέρας;»

Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο

 

Μια νέα μορφή εικονογραφημένων βιβλίων, αφού έχει γίνει ήδη ιδιαιτέρως αγαπητή στο εξωτερικό, έχει κάνει σχετικά πρόσφατα και δειλά την παρουσία της και στην Ελλάδα. Αναφέρομαι σε εκείνα τα βιβλία όπου οι λέξεις απουσιάζουν και την όποια ιστορία αναλαμβάνουν να την αφηγηθούν οι εικόνες. Νομίζω περίπου πέντε είναι αυτά που μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει από ελληνικούς εκδοτικούς οίκους, αλλά σχεδιασμένα από ξένους εικονογράφους, και μόλις τρία (στον βαθμό που προσωπικά γνωρίζω) εκείνα που τα υπογράφουν Έλληνες εικαστικοί.

 

Τα βιβλία αυτά τα έχουν ονομάσει «σιωπηλά βιβλία», με την έννοια πως απουσιάζουν οι λέξεις, αλλά εγώ δηλώνω την αντίρρησή μου σε αυτή την ονομασία και προτιμώ να αναφέρομαι σε αυτά ως «βουβά βιβλία» (όρο που άλλωστε έχει επίσης χρησιμοποιήσει και η Μαριάννα Μίσιου στη μελέτη της Βουβά κόμικς και εικονοβιβλία, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο 2020). Και διαφωνώ με τον χαρακτηρισμό «σιωπηλά» γιατί η απουσία λέξεων δεν σημαίνει σιωπή και μόνο – άλλωστε όλα τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα χαρακτηρίζονται από στιγμές σιωπής, στιγμές δηλαδή που επιτρέπουν στη φωνή του αναγνώστη τους να παρέμβει και να συμμετάσχει στην αναγνωστική δημιουργία. Προτιμώ τον χαρακτηρισμό «βουβά», μιας και δεν υπάρχει ο ήχος που ακόμα και η πιο μικρή λέξη μπορεί να παραγάγει.

 

Αλλά σε τι μπορεί να εξυπηρετεί ένα βιβλίο που έχει μόνο εικόνες και καθόλου λόγια, και βέβαια αναφέρομαι σε εικόνες με άρτια αισθητική υπόσταση και όχι απλώς σχέδια περιγραφικά μιας κατάστασης ή κάποιων προσώπων, ζώων κ.λπ.; Και τελικά, αυτού του είδους τα βιβλία σε ποιον απευθύνονται; Και δικαιολογημένα τα εντάσσουμε στον γενικότερο χώρο των βιβλίων για παιδιά;

 

Αναμφίβολα, οι εικόνες με τον δικό τους τρόπο οδηγούν στην ανάπτυξη της δημιουργικής σύνθεσής τους εκ μέρους ενός παιδιού. Δημιουργικής όσο και προσωπικής. Και γι’ αυτό άλλωστε αυτού του είδους τα βιβλία θεωρούνται ως αποτελεσματικά εργαλεία στη νοητική και ψυχολογική ωρίμανση των παιδιών. Ναι, κάτι τέτοιο συμβαίνει, αλλά αναρωτιέμαι σε τι όχι μόνο θα εμποδιστεί ένας ενήλικας να το χαρεί από πλευράς αισθητικής, αλλά ακόμα περισσότερο να το χρησιμοποιήσει και αυτός ως βάση για να περιηγηθεί σε μια δική του –καθόλου βέβαια «σιωπηλή»– εσωτερική ανάγνωση και αναγνώριση των συναισθημάτων

«Είναι τέρας;» δείχνει να αναρωτιέται ο μικρός ήρωας του ομώνυμου βιβλίου του εικαστικού Αχιλλέα Ραζή. Είναι τέρας η φιγούρα μιας κούκλας μέσα στο ημίφως του παιδικού δωματίου; Είναι τέρας η σκιά του, που άλλοτε μεγαλώνει κι άλλοτε μικραίνει, αλλά πάντα εκεί γύρω του είναι; Είναι τέρας ένας σκύλος που κάθεται στη γωνία του δρόμου; Τέρας το περίγραμμα ενός κτηρίου που σκιάζει τον όγκο ενός άλλου; Κάποιο τέρας κρύβεται στις σκοτεινές γωνιές του σπιτιού; Τι το τερατώδες μπορεί να συμβαίνει και ο κόσμος γύρω αλλάζει χρώμα, καθώς η μέρα υποχωρεί στη νύχτα;

 

Τέτοιες οι εικόνες που γεμίζουν τις σελίδες για να ακολουθήσουν μετά κάποιες άλλες, που δεν επιχειρούν να εξηγήσουν με επιστημονικό τρόπο όλα αυτά, αλλά να τα εντάξουν μέσα στη δημιουργική διαδικασία της φαντασίας. Γιατί από την εποχή των πρωτόγονων ανθρώπων ήταν το άγνωστο που, αφού πρώτα φαινότανε ως τέρας, μετά έμπαινε στη θέση του, γινότανε μια καθημερινότητα, αλλά άφηνε το ίχνος μιας φαντασιακής προσέγγισης αυτού του καθημερινού συμβάντος.

 

Κάπως έτσι γεννήθηκαν οι μύθοι, οι θρύλοι, η μυθολογία… Κάπως έτσι η φαντασία. Μα και κάπως έτσι γεννιούνται τα σύγχρονα τέρατα της σύγχρονης καθημερινότητας, που μπορεί να μην καταδυναστεύουν τις νύχτες των παιδιών, αλλά καταπιέζουν τους ενήλικες. Και γι’ αυτούς τον ρόλο αυτής της ψυχικής ισορροπίας μπορεί να τον προσφέρει η Τέχνη, είτε με τη μορφή των λέξεων είτε με τη μορφή των εικόνων. Άρτια εικαστικά βιβλία, που αξίζει να τα χαίρονται όλοι. Στην ουσία να χαίρονται αυτή τη μορφή αφήγησης, που μπορεί να είναι βουβή μα καθόλου σιωπηλή. Γιατί καμιά ουσιαστική αφήγηση δεν κραυγάζει. Συνήθως ψιθυρίζει, ενίοτε και σιωπά. Χρησιμοποίησα τον όρο «αφήγηση» θέλοντας να υποδηλώσω πως η παρουσία του αφηγητή –είτε ως συγγραφέα είτε ως εικονογράφου– πάντα θα δηλώνεται.

 

Μια πολύ προσεγμένη έκδοση και ιδιαίτερα κατατοπιστικό, για τον πρωτόπειρο αναγνώστη αυτού του είδους βιβλίων, το σημείωμα του δημιουργού στο τέλος του βιβλίου.diastixo.gr | βιβλίο & τέχνες

(665 λέξεις)

Diastixo 4/10/22

 

2.10.22

Εκεί που πεθαίνει ο άνεμος

 

‘Αλμπερτ Μπετράν Μπας

«Εκεί που πεθαίνει ο άνεμος»

Μετάφραση: Αγγελική Βασιλάκου

Εκδόσεις Κλειδάριθμος

 

              Ο Αλμπερτ Μπετράν Μπας γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1982.

Σπούδασε Δημοσιογραφία, αλλά σύντομα ανακάλυψε πως προτιμά να ασχοληθεί με την συγγραφή σεναρίων. Οπότε και μετακόμισε στη Νέα Υόρκη όπου και συνέχισε τις σπουδές του στον τομέα του σεναρίου και της σκηνοθεσίας.

Όταν ολοκλήρωσε το πρώτο του σενάριο, οι διάφοροι παραγωγοί στους οποίους απευθύνθηκε του το απέρριψαν λόγω μεγάλου κόστους -επρόκειτο για μια ιστορία που με βάση των έρωτα δύο νέων, περιέγραφε και τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, αλλά και προχωρούσε μέχρι της μέρες μας.

Οπότε ο Μπας σκέφτηκε πως την ίδια ιστορία θα μπορούσε να την αφηγηθεί με τη μορφή ενός μυθιστορήματος. Και αυτό έκανε κι έτσι προέκυψε το «Εκεί που πεθαίνει ο άνεμος».

Πρόκειται για τη ζωή ενός άνδρα, που στα δεκαπέντε του χρόνια μένει ορφανός καθώς οι φρανκιστές σκοτώνουν τους δυο γονείς του και που στη συνέχεια θα ζήσει μια περιπετειώδη ζωή -μια ζωή που θα τον φέρει  να πίνει το ποτό του με τον Χέμινγουεϊ, να γνωρίζει τον Χίτλερ, να κάνει έρωτα στο αυτοκίνητο του Φράνκο, να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη βύθιση του πλοίου ‘Ουρουγουάη’ , αφού όμως πρώτα είχε γνωρίσει τη φτώχεια και τη βιαιότητα  σε μια Βαρκελώνη που τα ναζιστικά αεροπλάνα την βομβαρδίζαν και αφού ακόμα πιο πριν, φυγάς στα ορεινά σύνορα Ισπανίας- Γαλλίας , θα είχε ερωτευθεί μια σχεδόν συνομήλική του αντάρτισσα, η οποία και τελικά θα γίνει το κέντρο όλης του της ζωής, χωρίς ποτέ οι δυο τους να καταφέρουν να ζήσουν μαζί.

Δίπλα του μια κιθάρα, πάνω στις χορδές της θα συνθέτει μελωδίες που θα περιγράφουν όλα αυτά, αλλά κυρίως να αναφέρονται σε εκείνον τον πρώτο και μοναδικό του έρωτα.

Μυθιστόρημα, λοιπόν, που συνδυάζει την έντονη πλοκή, τα πλούσια συναισθήματα, τις ιστορικές περιγραφές, το «Εκεί που πεθαίνει άνεμος» λογικά έγινε αμέσως μια μεγάλη επιτυχία.

Αλλά παράλληλα με αυτά τα στοιχεία που του δίνουν τη δυνατότητα να μπορεί να συγκινήσει ένα πολυπληθές κοινό, ο Μπας καταφέρνει με το μυθιστόρημά του αυτό να περιγράψει έναν σχεδόν αιώνα και το πως οι ιδεολογίες που στα μέσα του 20ου ξεσήκωναν τους λαούς, σήμερα έχουν γίνει λέξεις χωρίς περιεχόμενο :

Και τί απέγινε η δημοκρατία; Ευτελίστηκε από τους μεν και από τους δε. Γιατί δεν ωφελεί να δίνεις φωνή στον λαό όταν κανείς δεν θέλει να τον ακούσει; Και τι ωφελεί να ψηφίζουνε χιλιάδες όταν η εξουσία συγκεντρώνεται σε πέντ’ έξι πρόσωπα; (σελ. 573)

Κάπου εδώ ίσως και να υπάρχει το ένα από τα δυο -θα τα έλεγα καινοφανή- στοιχεία αυτού του μυθιστορήματος. Ενός μυθιστορήματος γραμμένου από άνδρα κοντά σαράντα χρονών που ξεκαθαρίζει τον τρόπο με τον οποίο ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο μέρος των συνομηλίκων του πολιτών σε παγκόσμιο επίπεδο εκφράζουν την νέα μορφή πολιτικοποίησης.

Κι ακόμα το ότι διαθέτει μια μορφή όπου η λογοτεχνική δόμηση δανείζεται τις τεχνικές διαλόγου και περιγραφών σεναρίου. Μια μορφή απρόσμενης αφηγηματικής οικονομίας, αλλά και παράλληλα χαρακτήρες έντονα σχεδιασμένοι, όχι τόσο γιατί εκφράζουν με σύνθετες προτάσεις τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, όσο γιατί όλα αυτά φανερώνονται μέσα από σύντομους διαλόγους που συνυπάρχουν με κινηματογραφικά- θα έλεγε κανείς –  πλάνα.

Άρπαξα το μενταγιόν πάνω από τα ρούχα.

«Δεν μπορώ να στο δώσω. Δεν είναι δικό μου. Υποσχέθηκα να το επιστρέψω στον ιδιοκτήτη του»

«Ναι…κατάλαβα, είναι κλεμμένο».

«Δεν το έκλεψα», φώναξα προσβεβλημένος.

«Φυσικά, φυσικά… Τώρα μιλάει η εμπειρία, ξέρεις; Την ακούω και την αφουγκράζομαι. Και σε διαβεβαιώ, κανείς δεν δίνει κάτι τέτοιο με την ελπίδα ότι θα του το επιστρέψουν».

«Ίσως σου λείπει η εμπειρία».

«Ό,τι πεις», ψιθύρισε καθώς μου γύριζε την πλάτη.

«Δηλαδή…δεν θα με βοηθήσεις;»

Ο Πολίτο με κοίταξε  κάπως ενοχλημένος. Ο θυμός  του όμως ξεθύμανε και τελικά χαμογέλασε.

«Θα δείξει», απάντησε καθώς κουλουριαζότανε  βάζοντας το μπράτσο του για μαξιλάρι και έκλεινε τα μάτια του.(σελ. 78)

Διάλογοι ειλικρινείς που με την αμεσότητα σεναριακής προσέγγισης περιγράφουν χαρακτήρες.

Ίσως, βέβαια, σε αυτό το αποτέλεσμα να οδηγήθηκε ο Μπας καθώς -όπως ο ίδιος έχει δηλώσει- όλη η ιστορία στηρίζεται στις αναμνήσεις του από τις αφηγήσεις του παππού του, που και τελικά υπήρξε το πρόπλασμα του κεντρικού χαρακτήρα.

Τελικά το βίωμα πάντα έχει κάτι ουσιαστικό να προσφέρει στην Τέχνη, μα και στην Ιστορία.

Η μετάφραση της Αγγελική Βασιλάκου διαθέτει (τα πιο πάνω αποσπάσματα, νομίζω, πως το αποδεικνύουν) μια ροή και παρακολουθούν τις απαιτήσεις του αρχικού κειμένου.

(774 λέξεις)

(Βιβλιοδρόμιο, 1/10/2022

1.10.22

Μάκης Τσίτας "Έρχεται ο Γίγαντας"

 

Μάκης Τσίτας

«Έρχεται ο γίγαντας»

Εικόνες: Νικόλας Χατζησταμούλος

Εκδόσεις Μεταίχμιο

 

Ο Μάκης Τσίτας σίγουρα είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση στη λογοτεχνία μας.

Γράφει μυθιστορήματα , νουβέλες, διηγήματα και θεατρικά για ενήλικες και μάλιστα με ιδιαίτερη επιτυχία και πανευρωπαϊκή αναγνώριση, και παράλληλα γράφει μικρές ιστορίες για παιδιά των πρώτων τάξεων του Δημοτικού.

Οι ιστορίες τους αυτές έχουν συχνά και μια κοινωνική διάσταση (πχ «Και βγάζω το καπέλο μου»), όπως επίσης και πολύ επίσης συχνά ασχολούνται με τις ενδοοικογενειακές σχέσεις (πχ «Ο δικός μου παππούς»)

Αυτού του είδους οι αφηγήσεις έτσι όπως έχουν ως στόχος τους να ‘συνομιλήσουν΄ με αναγνώστες όπου μόλις έχουν μάθει μόνοι τους να διαβάζουν,  διαθέτουν φράσεις στρωτές και σύντομες και λέξεις που περιέχονται στο λεξιλόγιο ενός μικρής ηλικίας αναγνώστη, την ίδια όμως στιγμή που θα επιχειρούν και να το εμπλουτίσουν.

Συνθήκες που καθιστούν την αισθητική αποτελεσματικότητα της αφήγησης ιδιαίτερα δύσκολη και το όλο εγχείρημα θα τύχει μιας επιτυχημένης ενσάρκωσης , αν ο δημιουργός του γνωρίζει τον τρόπο να επικοινωνεί με ένα μικρής ηλικίας αναγνώστη χωρίς παράλληλα να μειώνει το ουσιώδες που κινητοποίησε την αφήγησή του.

Αυτές τις συνθήκες ο Μάκης Τσίτας γνωρίζει τον τρόπο να τις συνταιριάζει και αυτό φαίνεται ιδιαιτέρως και στο τελευταίο του βιβλίο –«Έρχεται ο γίγαντας»- όπου στην ουσία πρόκειται για ένα καθαρώς πολιτικής ανάλυσης αφήγημα που αφορά την συμπεριφορά των ανθρώπων μέσα στο σύγχρονο πλέγμα της ανεξέλεγκτης διάδοσης μιας είδησης.

Η αφηγούμενη ιστορία απλή: σε μια πόλη διαδίδονται φήμες πως πλησιάζει μια καταστροφή που θα έρθει μαζί με την άφιξη ενός γίγαντα.

Οι απλοί πολίτες φοβισμένοι μαζεύουν τρόφιμα, ενισχύουν με σύγχρονα μέσα την προστασία των σπιτιών τους, οπλίζονται και οι ίδιοι με διάφορα όπλα.

Από πού ξεκίνησε αυτή η είδηση και ποιοι είναι τελικά εκείνοι που θα έχουν υλικό όφελος από τον τρόμο των πολιτών;

Και τελικά όταν ο γίγαντας θα έρθει θα είναι αυτός που κάποιοι έπεισαν τους πολλούς πως θα είναι -ένας, δηλαδή,  επικίνδυνος καταστροφέας;

Μέσα από μια απλή στην σύλληψή της ιστορία και με τρόπο επίσης απλό όσο και κατανοητό από ένα μικρό παιδί, ο Τσίτας προσφέρει τη δυνατότητα αυτό το μικρό παιδί (και με τη βοήθεια ενός ενήλικα -γονιού ή δάσκαλου) να θωρακιστεί από την μη ελεγχόμενη πληροφορία και να κατανοήσει πως πριν αποδεχτούμε μια είδηση αξίζει να προσπαθήσουμε να ελέγξουμε την πηγή της.

Από τις καλύτερες μικρές ιστορίες του Μάκη Τσίτα, το «Έρχεται ο γίγαντας», είχε και την τύχη να εικονογραφηθεί με παραστατική ευρηματικότητα από τον Νικόλα Χατζησταμούλο.

 

(402 λέξεις)

https://bookpress.gr/fakeloi/paidia/16215-erxetai-o-gigantas-tou-maki-tsita-kritiki?utm_source=Newsletter&utm_medium=email&fbclid=IwAR2JeqSACLIuRN4KzsWFNAFRn-Y71QWDMIJZwFTvn8duF6meTv2IfK_ZsOQ

30/9/2022

10.9.22

Συνέντευξη στο Fosonline

 

Aν σας έλεγαν ότι ένας πτυχιούχος του Φυσικού έγραψε πάνω από 80 βιβλία και τα περισσότερα παιδικά, θα κοιτούσατε με απορία και θα θέλατε να μάθετε την ιστορία του.

 

 Μάνος Κοντολέων: Ένας φυσικός με... 80 βιβλία

Συνέντευξη στον Στέφανο Λεμονίδη

10/9/2022Συνέντευξξ

 (https://www.fosonline.gr/plus/vivlio/article/205782/manos-kontoleon-enas-fysikos-me-80-vivlia?fbclid=IwAR1EAopgmDnWByMgzEeCvfW-Yyakjw3wthWYrDCTwh-ehvXvYEFh3DdL5pc)

Μια ιστορία που έχει ρίζες στη Σμύρνη, την πρώην κοσμοπολίτισσα πόλη της Μικράς Ασίας, κάρπισε και άνθισε στην Αθήνα και φτάνει μέχρι τον όμορφο Άγιο Λαυρέντιο του Πηλίου. Ογδόντα και πάνω, λοιπόν, βιβλία, κάθε είδους - μυθιστορήματα, διηγήματα, παραμύθια, θεατρικά. Άλλα από αυτά βιωματικά, με «πειραματόζωα» την ίδια του την οικογένεια, άλλα καθαρώς προϊόντα μυθοπλασίας, πολλά με όχημα τη φαντασία, αλλά που στηρίζονται σε ιστορικά πρόσωπα, ιδιαίτερα της αρχαίας Ελλάδας, μα και σε σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα.

 

Διαβάστε Επίσης

Ολυμπιακός: Το αρνητικό σερί στην Ευρώπη μεγαλώνει!

Σας μπερδέψαμε; Θα μας ξεμπερδέψει ο ίδιος ο Μάνος Κοντολέων, που θα βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, θα πιάσει τον μίτο της Αριάδνης για να μας οδηγήσει στο μέλλον.

 

Οι γονείς μου ήταν από τη Σμύρνη, απ’ όπου έφυγαν με τη Μικρασιατική Καταστροφή μικρά παιδιά, γνωρίστηκαν στην Αθήνα και έκαναν οικογένεια στην Ανάληψη, μια γειτονιά μεταξύ Καισαριανής και Βύρωνα.

 

Είχαν σχέση με τα γράμματα;

 

Ο πατέρας μου πήρε πτυχίο Παντείου, η μητέρα μου τελείωσε το Γυμνάσιο και ήταν αμφότεροι δημόσιοι υπάλληλοι. Ο Δημήτρης και η Άννα, για τους φίλους ο Μήτσος και η Νίτσα. Αγαπούσαν όμως τα βιβλία και έχω κρατήσει τα περισσότερα παιδικά που μου δώρισαν με αφιέρωση. Είχαμε και ιεροτελεστία, όταν βλέπαμε στον κινηματογράφο ιστορικές ταινίες, όπως ο «Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος». Γυρίζαμε στο σπίτι, ανοίγαμε τις εγκυκλοπαίδειες και ψάχναμε ό,τι σχετικό υπήρχε για τον ήρωα και τους συμπρωταγωνιστές του. Το καλοκαίρι όλοι είχαμε ένα βιβλίο και συνήθως όταν το τελείωναν οι μεγάλοι περνούσε στα δικά μου χέρια. Το αγαπημένο της εφηβείας μου ήταν η «Ντεζιρέ» της Άννα-Μαρία Σελίνκο.

 

 

Η καταγωγή από τη Σμύρνη έπαιξε ρόλο στη ζωή σας;

 

Βέβαια. Οι Σμυρνιοί φημίζονταν για τη φιλομάθειά τους, είχαν έφεση στην κουλτούρα και στη μόρφωση. Αυτά τα θεωρούσαν δεδομένα. Και το όνειρο κάθε πρόσφυγα και του πατέρα μου ήταν φυσικά ένα πτυχίο. Δεν πήρε της Νομικής που ήταν ο πόθος του, πήρε της Παντείου.

 

Επέστρεψαν ποτέ στη Σμύρνη;

 

Όχι, γιατί η δική τους Σμύρνη δεν υπήρχε μετά την καταστροφή. Η κοσμοπολίτισσα Σμύρνη αφανίστηκε, η γειτονιά τους κάηκε. Τι να πάνε να κάνουν σε μια άγνωστη πόλη; Κουβάλησαν όμως από την πόλη τους την κοσμοθεωρία της, τον αστικό τρόπο ζωής, ενώ ο πατέρας μου είχε πάρει και τις βάσεις από την Ευαγγελική Σχολή όπου σπούδασε.

 

Η Σμύρνη, όμως, δεν ήταν η μόνη τραυματική εμπειρία της οικογένειας Κοντολέων. Μια άλλη φωτιά αλλά σε ελληνικό έδαφος ήταν τραγική…

 

Πρώτος σταθμός του πατέρα μου ήταν η Λήμνος, όπου νυμφεύθηκε μια Λημνιά, που κάηκε μαζί με το παιδί τους σε κινηματογράφο. Το 1939 έφυγαν από τη ζωή 70 άτομα. Η τραγωδία στο μεγαλείο της. Έμεινε στην Ιστορία εκείνη η πυρκαγιά. Από τη Λήμνο ο πατέρας μου έφυγε και αργότερα γνωρίστηκε με τη μητέρα μου, παντρεύτηκαν… Γεννήθηκα εγώ. Το μοναχοπαίδι τους.

 

Κάνουμε ένα άλμα και περνάμε στην εισαγωγή του ήρωά μας στο Φυσικό Τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής, με το πρώτο έτος στη Θεσσαλονίκη και τη συνέχεια στην Αθήνα. Πόσο αφύσικο ακούγεται για έναν πτυχιούχο Φυσικής να είναι συγγραφέας 80 βιβλίων...

 

Δεν μπορούσα να πάω στη Φιλοσοφική ή σε Φιλολογική Σχολή για δύο λόγους. Πρώτον, δεν μου άρεσε καθόλου το συντακτικό και, δεύτερον, ήμουν και είμαι ανορθόγραφος. Στην Αρχιτεκτονική ήθελα να πάω, αλλά βρέθηκα στο Φυσικό και επηρέασαν τη ζωή μου οι νόμοι της Φυσικής. Η θετική προδιάθεσή μου επηρέασε τον τρόπο που κατασκεύασα στη συνέχεια τα βιβλία μου. Ευτυχώς που δεν πέρασα στην Αρχιτεκτονική, γιατί ίσως γινόταν μια διαμάχη με το καλλιτεχνικό του πράγματος και έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στα εικαστικά και στη λογοτεχνία.

 

Μπροστά από την εποχή του, ασχολήθηκε από το 1970 με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, γεγονός που τον βοήθησε στη ζωή και στην καριέρα του.

 

Παρακολούθησα προγράμματα της ΙΒΜ και αυτό με βοήθησε αργότερα στην Ολυμπιακή Αεροπορία όπου εργάστηκα. Κράτησα από τη Φυσική βασικούς της νόμους, που επηρεάζουν και τις ανθρώπινες σχέσεις. Π.χ. «δράση-αντίδραση», «αν μου φερθείς καλά, θα σου φερθώ καλά», «αν με βρίσεις, θα σε βρίσω».

 

 

Το πρώτο συγγραφικό σκίρτημα;

 

Τέλος του Δημοτικού δημοσιεύτηκαν κείμενά μου στη «Διάπλαση των Παίδων». Ο πατέρας και η μητέρα μου με προέτρεπαν να γράφω, έπαιρναν τα πονήματά μου και τα δακτυλογραφούσαν κι όταν έρχονταν οι φίλοι τους με άφηναν να τα διαβάζω. Με ενθαρρύνανε. Καταλυτικό ρόλο έπαιξε και η κλίση που είχε η μητέρα μου στην αφήγηση. Μου αφηγούταν με καταπληκτικό τρόπο την καθημερινότητα στην Ελλάδα και στον διεθνή χώρο με ζωντανό τρόπο. Αυτό ανέπτυξε τη φαντασία μου.

 

Πρώτη έκδοση;

 

Κυκλοφόρησαν δύο τόμοι το 1969. Ο ένας με τίτλο «Διήγημα 69», όπου υπήρχαν διηγήματα δέκα ταλαντούχων νέων από τις εκδόσεις «Κάλβος», μεταξύ των οποίων και ένα δικό μου. Την ίδια χρονιά ένας Πειραιώτικος Σύνδεσμος κυκλοφόρησε μια ανθολογία με διηγήματα και ποιήματα και συμπεριέλαβε και δικά μου έργα.

 

Παύση δέκα χρόνων και νέο «χτύπημα» το 1979…

 

Είχα την τύχη να μετακομίσουμε σε μια πολυκατοικία στον Άγιο Λουκά στα Πατήσια. Και στον πάνω όροφο έμενε η Γαλάτεια Γρηγοριάδου Σουρέλη και με μύησε στην παιδική λογοτεχνία. Ως τότε διάβαζα τους κλασικούς, Δουμά, Ντίκενς, και χάρη σε αυτήν πέρασα και στους σύγχρονους. Ταυτόχρονα, άκουγα το Θέατρο της Δευτέρας και έγραφα κριτικές.

 

Πού;

 

Στο ημερολόγιό μου. Είχα διαβάσει πολύ Πλωρίτη και δειλά δειλά άρχισα να κάνω τα πρώτα βήματα. Εν τω μεταξύ, παντρεύτηκα και πήγα στον στρατό. Όταν απολύθηκα, ξεκίνησα να εργάζομαι στην Ολυμπιακή, ενώ η γυναίκα μου ήταν καθηγήτρια αγγλικών. Μεγαλώναμε μόνοι την κόρη μας, το πρώτο μας παιδί. Εκείνη τα πρωινά, εγώ τα απογεύματα. Τα απογεύματα λοιπόν ετοίμαζα το γάλα του παιδιού, το άλλαζα, το κοίμιζα και άρχισα να ψάχνω τρόπους για να συνδυάζω όλα αυτά με το όνειρό μου να γίνω συγγραφέας. Σχεδόν με λογική συνέπεια στράφηκα στην παιδική λογοτεχνία που θα ένωνε το όνειρό μου με το παιδί μου. Το 1974 λοιπόν ασχολήθηκα με την επικαιρότητα της εποχής και έγραψα για το Πολυτεχνείο, την Κύπρο, τη διεκδίκηση της ελευθερίας. Έγραψα το «Φωκίων το ελάφι» και μετά το «Κάποτε στην Ποντικούπολη», όπου αναφέρθηκα στην έννοια της απεργίας, πώς οργανώνεται και πώς εφαρμόζεται. Κυκλοφόρησαν τα βιβλία από τον Καστανιώτη. Παράλληλα, το 1979 έγραψα για την «Εστία» παραμύθια με θέματα το περιβάλλον και είχα στενή συνεργασία με το περιοδικό «Ρόδι». Το 1980, όταν γεννήθηκε ο γιος μας, πέθανε ο πατέρας μου και στην «Αφήγηση» -στο πρώτο μου βιβλίο για ενήλικες- συνδύασα το χθες με το αύριο, με θέμα την ιστορία του πατέρα μου. Καθαρά βιωματικό βιβλίο. Από εκεί και πέρα συνέχισα πλέον να γράφω και για παιδιά και για μεγάλους.

 

Η συνέχεια;

 

Ακολούθησα τα παιδιά μου στην εφηβεία τους και χρησιμοποιούσα την οικογένειά μου ως πειραματόζωο. Δεν χώρισα με τη γυναίκα μου, αλλά έγραψα το «33» και το «Οι δυο και άλλοι δύο», όπου αναφερόμουν σε έναν χωρισμένο άνδρα που μεγαλώνει μόνος του ένα κορίτσι. Και για το AIDS, που δεν ήταν βιωματικό, γιατί είχα σταθερή σχέση, αλλά έγραψα το «Γεύση Πικραμύγδαλο», τον έρωτα που κρύβει δηλητήριο. Ακόμα με τη «Μάσκα στο φεγγάρι» ένωσα εφηβεία και θέατρο. Και συνέχιζα να γράφω… Από τα έργα μου του νέου αιώνα στέκομαι στα εφηβικά «Ανίσχυρος άγγελος», που αφορούσε τον θάνατο του νεαρού Γρηγορόπουλου, και το «Δεν με λένε Ρεγγίνα» για την εκμετάλλευση των νεαρών προσφύγων με το σεξ.

 

 

Κρατικό Βραβείο για τη «Μάσκα στο Φεγγάρι» και τα «Πολύτιμα Δώρα».

 

Σε αυτά τα βιβλία δεν έχω αποδέκτες μόνο τα παιδιά και τους έφηβους. Είμαι της άποψης ότι ένα λογοτεχνικό έργο δεν πρέπει να γράφεται με μόνο στόχο ένα συγκεκριμένο ηλικιακά κοινό. Το λογοτεχνικό έργο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επικοινωνεί με κάθε ηλικίας και διάθεσης αναγνώστη. Ο «Μικρός Πρίγκιπας» για παράδειγμα έχει αποδέκτες τη βιολογική ηλικία των παιδιών, όχι την πνευματική. Μπορεί να το διαβάσει οποιοσδήποτε. Δεν είναι σαν τα παπούτσια, που έχουν νούμερα, 32, 35 και προσαρμόζονται σε ανάλογα πόδια.

 

Κι εγώ διάβασα τον «Ευτυχισμένο Πρίγκιπα» του Όσκαρ Ουάιλντ σε ηλικία 50 χρόνων και ενθουσιάστηκα.

 

Ακριβώς, αυτό εννοώ, τα λογοτεχνικά βιβλία δεν πρέπει να είναι προκατασκευασμένα για κάποιες ηλικίες.

 

Άρα φτάσατε να βιοπορίζεστε και από τα βιβλία.

 

Ήταν συνβιοπορισμός, μαζί με την Ολυμπιακή όπου εργαζόμουν. Είχα δύο βασικές πηγές εσόδων τη δεκαετία του ‘90 και του ’00.

 

Πώς συνδυάστηκε και ο ρόλος του κριτικού;

 

Έκανα κριτική βιβλίου παράλληλα με τη συγγραφή των δικών μου έργων.

 

Εδώ έχουμε μια ένσταση. Γιατί να εμπιστευτούμε έναν κριτικό λογοτεχνίας και όχι έναν φίλο που διάβασε ένα βιβλίο;

 

Μα αυτό κάνω. Δεν λέω αν είναι καλό ή κακό ένα βιβλίο. Προσπαθώ να το φωτίσω, λειτουργώ ως ενδιάμεσος ανάμεσα στο κείμενο και στον αναγνώστη. Μεταφέρω τον προβληματισμό που θα γεννούσε μια κουβέντα με έναν φίλο για ένα βιβλίο. Σε μια συνέντευξή μου στο bookpress, o Kώστας Κατσουλάρης μού είπε ότι η κριτική μου διακρίνεται για την απλότητά της, χωρίς να είναι απλοϊκή. Κι αυτό μου αρέσει.

 

Μια συνταγή για ένα καλό βιβλίο;

 

Τα επίπεδα βιβλία κουράζουν, πρέπει να υπάρχουν σιωπές. Κενά κατά κάποιον τρόπο που θα τα γεμίζει ο κάθε αναγνώστης τους.

 

 

Ελλειπτική γραφή;

 

Όχι ακριβώς. Θα την έλεγα ανοιχτή σε ποικίλες ερμηνείες. Ναι, για να προσθέσει και ο αναγνώστης τη δική του φωνή και να ενωθεί με του δημιουργού. Δύο άνθρωποι μπορούν να διαβάσουν το ίδιο βιβλίο και να το δουν διαφορετικά. Αυτό είναι δύσκολο στο παιδικό βιβλίο, γιατί τα παιδιά ρωτούν συχνά «Γιατί έγινε αυτό;». Κι εγώ απαντώ «Ψάξ’ το, δεν θα σου το πω, αλλά θα σου δώσω αυτό που στοιχειοθετεί την απάντηση».

 

Τελευταίες απόπειρες;

 

Εμπνέομαι από σημαντικά πρόσωπα της αρχαιότητας, όπως η Κασσάνδρα, η Κλυταιμνήστρα, η Μήδεια. Ξαναγράφω την ιστορία τους με σύγχρονη ματιά. Λίγα χρόνια πιο πριν κάτι παρόμοιο είχα κάνει και για τον Γαργαντούα, τον Δον Κιχώτη, τον Τριστάνο και την Ιζόλδη. Θεωρώ πως αυτά τα έργα παραμένουν ζωντανά γιατί ακριβώς προσφέρονται σε συνεχώς νέες ερμηνείες. Παράλληλα, γράφω και μυθιστορήματα που ονομάζονται crossover, καθώς ο τρόπος που υλοποιούνται διαπερνά τις ηλικίες αναγνωστών. Κάποτε αυτά τα μυθιστορήματα τα ονομάζαμε «μυθιστορήματα μαθητείας». Για παράδειγμα ο «Ντέμιαν» του Έσσε, η «Αισθηματική Αγωγή» του Φλομπέρ.

 

Εικονογραφημένα βιβλία;

 

Ναι έχω γράψει και γράφω εικονογραφημένα. Οι εικόνες συμπληρώνουν τα κείμενα. Το πιο πρόσφατο, που το έγραψα με την κόρη μου, είναι το «Φεύγει – Έρχεται» που μεταφράστηκε και στα αγγλικά, συμπεριλήφθηκε στα 20 καλύτερα ξενόγλωσσα βιβλία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αναφέρεται σε ένα αγοράκι που ζει με τους γονείς του κάπου σε μια χώρα του Βορρά και προετοιμάζεται να ταξιδέψει για την πόλη που γεννήθηκε στον Νότο, ενώ ταυτόχρονα αναφέρεται και στα συναισθήματα των παππούδων, των θείων και των ξαδελφών του που τον περιμένουν.

 

Με τον αθλητισμό ασχολείστε;

 

Όχι, απλά είμαι Απολλωνιστής, γιατί εκεί έπαιξε ο πατέρας μου ποδόσφαιρο, όταν ήταν στη Σμύρνη.

 

Την ξέρετε την ιστορία των Απολλωνιστών που καμαρώνουν ότι έχουν μόνο το μπλε στην εμφάνισή τους, σε αντίθεση με τους Πανιώνιους που σύμφωνα με τον αστικό μύθο έβαλαν και το κόκκινο για να καλοπιάσουν τους Τούρκους…

 

Όχι, και δεν ασχολούμαι με αυτά. Και ο Πανιώνιος ομάδα της Σμύρνης είναι. Μια φορά όμως πήγα στο γήπεδο με τη Δόξα Δράμας και χάσαμε. Μου άρεσαν ο Γιώργος και ο Αριστείδης Καμάρας, με τον δεύτερο μάλιστα συναντηθήκαμε και ανταλλάξαμε απόψεις. Με ενοχλεί πάντως ο πρωταθλητισμός και τα ρεκόρ που κυνηγούν οι αθλητές σαν άλογα κούρσας. Στο ποδόσφαιρο η κατάσταση πάει προς το χειρότερο και οι ομάδες έγιναν επιχειρήσεις που κυνηγούν το κέρδος.

 

Μια και η κουβέντα πήγε στους καλύτερους, είστε υπέρ της αριστείας για την οποία γίνεται ντόρος τον τελευταίο καιρό;

 

Τι να την κάνουμε και γιατί να απονέμουμε την αριστεία; Καθένας ξεχωρίζει από μόνος του. Ο ταπεινός σκουπιδιάρης για παράδειγμα τελείωσε το δημοτικό, αλλά υπάρχει κι εδώ ο καλός και ο κακός εργαζόμενος. Αυτός που αδειάζει τον κάδο και αφήνει υπολείμματα σκουπιδιών στον δρόμο κι αυτός που φροντίζει να είναι καθαρός όλος ο δρόμος. Για τα σχολεία είμαι υπέρ των πειραματικών, όπου οι μαθητές επιλέγονται με κλήρωση και κατά των πρότυπων που επιλέγουν τους μαθητές τους.

 

Κάτι τελευταίο…

 

Το επώνυμό μου να προσέξετε. Δεν κλίνεται.

 

Μα πώς; Στο βόλεϊ έχουμε τον Πανταλέοντα του Παναθηναϊκού, που τον αναγκάσαμε να λέει ο Πανταλέων, του Πανταλέοντα. Γιατί δεν κλίνεται;

 

Το αναφέρει ο Τριανταφυλλίδης και το ενστερνίζεται και ο Πατάκης και ο Γεωργουσόπουλος. Υπάρχει μια τάση τριτόκλιτων επωνύμων που δεν κλίνονται σε διάφορες κοινωνικές ομάδες ή μετατρέπονται σε πρωτόκλιτα. Στη Λακωνία και λιγότερο στην Κρήτη ο Κοντολέων γίνεται Κοντολέως, του Κοντολέου, ενώ παραμένει ο Σκευοφύλαξ, του Σκευοφύλαξ. Και μάλιστα ο Τριανταφυλλίδης χρησιμοποιεί το παράδειγμα ενός στρατηγού στην Εκάλη και σε ένα συμβόλαιο αναφέρει «του Σκευοφύλαξ». Το επώνυμο δεν είναι όνομα να υπόκειται στους κανόνες της γραμματικής. Και ένα παράδειγμα από την Ιστορία. Αν εγώ λεγόμουν Κομνηνός, η γυναίκα μου θα ήταν Κομνηνού. Κι όμως, λέμε Άννα Κομνηνή γιατί είναι πορφυρογέννητη και δεν είναι κτήμα κανενός. Και η κόρη μου και η γυναίκα μου είναι Κοντολέων. Είναι μια τάση, κι ας μην ξεχνάμε ότι ζούμε σε μια εποχή όπου αμφισβητείται ακόμη και το θηλυκό με το αρσενικό, το -ο με το -η. Ποιος είναι άνδρας, ποιος είναι γυναίκα. Δεν θέλει να καθορίζεται το επίθετό του.

7.9.22

John Fante "Ρώτα τη σκόνη"

 

Οι Αμερικάνοι συγγραφείς δεν μπορώ να πω πως είναι μια από τις αναγνωστικές αδυναμίες μου. Αλλά υπάρχουν κάποιοι που πραγματικά με έχουν κάνει δέσμιο της γραφής τους.
Το μυθιστόρημα του John Fante "Ρώτα τη σκόνη" (Εκδόσεις Μεταίχμιο - Ekdoseis Metaixmio) ήταν για κάποια χρόνιά ξεχασμένο στη βιβλιοθήκη μου. Κι ήταν μέσα σε αυτόν τον Αύγουστο που καθώς δεν υπήρχαν πολλά αδιάβαστα για να επιλέξω, αποφάσισα να γνωρίσω αυτόν τον συγγραφέα που στην ουσία ανήκε στη γενιά του πατέρα μου.
Ο Fante (1909 -1983) δημιούργησε μέσα στο μεγάλο κλίμα της οικονομικής ύφεσης στις ΗΠΑ που ξεκίνησε το 1929. Και αυτόν τον σκληρό περίγυρο περιγράφει στα βιβλία του. Άργησε αναγνωριστεί, αλλά σήμερα διδάσκεται στα Πανεπιστήμια.
Ο κεντρικός ήρωας είναι το alter ego του και εξιστορώντας τα καθημερινότητά του κατά τη διάρκεια εκείνων των σκληρών χρόνων είναι ως να περιγράφει κάποιους σημερινούς τριαντάρηδες που χωμένοι μέσα σε κοινωνικά, οικονομικά και προσωπικά αδιέξοδα αναζητούν μια επαφή, μαζί με ένα μεροκάματο, μια κάποια διέξοδο στην ασφυξία που τους περιβάλλει.
Σύγχρονος και επίκαιρος λοιπόν συγγραφέας και η γραφή του έχει το άγχος όλων αυτών, αλλά και την κρυμμένη τρυφερότητα εκείνου που θέλει να σταθεί δίπλα σε κάποιον, να βοηθήσει και να βοηθηθεί.
Μια αφήγηση που σου κόβει την ανάσα και μια τελική πρόταση που είναι έτσι διατυπωμένη ώστε αυτή και μόνο θα ήταν αρκετή
να κρατά σε υψηλή θέση αυτόν που την έγραψε.

28.8.22

Αλεχάντρο Παλόμας «Ένας σκύλος»

 


Αλεχάντρο Παλόμας

«Ένας σκύλος»

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου

Εκδόσεις Opera

 

                                  Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

 

Ο Αλεχάντρο Παλόμας (Alejandro Palomas) γεννήθηκε το 1967 στη Βαρκελώνη. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και ολοκλήρωσε τις σπουδές του με ένα Master in Poetics στο New College του Σαν Φρανσίσκο. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μετέφρασε έργα σημαντικών συγγραφέων όπως η Κάθριν Μάνσφιλντ, ο Όσκαρ Ουάιλντ, η Γερτρούδη Στάιν, ο Τζακ Λόντον κ.ά. Το 2018 έλαβε το βραβείο Nadal για το βιβλίο του Un amor. Για το μυθιστόρημα του "Ένας γιος" (Opera, 2018) έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία μεταξύ των οποίων και το Εθνικό Βραβείο Νεανικής Λογοτεχνίας της Ισπανίας (2016). Βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε δεκαπέντε γλώσσες.

Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί τέσσερα μυθιστορήματα του και είναι αρκετά για να δείξουν στον έλληνα αναγνώστη την ιδιαίτερη ικανότητα αυτού του συγγραφέα να προσεγγίζει και με απρόσμενα βαθιές όσο και ευαίσθητες τομές να αναλύει ενδοοικογενειακές σχέσεις.

Οι σχέσεις των μελών μιας οικογένειας -της όποιας  οικογένειάς- όχι μόνο δεν είναι μονοσήμαντες, αλλά και μπορούν να αποτελέσουν υλικό για πολλαπλές αναλύσεις τους και μυθιστορηματικές συνθέσεις τους.

Αυτό, ο Αλεχάντρο Παλόμας μας αποδεικνύει με τούτο το πιο πρόσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά έργο του.

Όλα τα πρόσωπα -και όλα τους κεντρικά μιας και συνηθίζει ο συγκεκριμένος συγγραφέας να γράφει μυθιστορήματα όπου όλοι οι χαρακτήρες ισότιμα αναλύονται- που ο αναγνώστης τα έχει συναντήσει στο «Ένας γιος» είναι και εκείνα που κυκλοφορούν στο «Μια μητέρα»

Μια τετραμελής οικογένεια -η μητέρα, ο γιος και οι δυο κόρες. Και τρία σκυλιά. Και ο απών πατέρας.

Και αν στο «Μια μητέρα» η όποια πλοκή στηριζότανε στην προσέγγιση της απώλειας ενός ανθρώπου, εδώ ο φακός πέφτει πάνω στις αντιδράσεις από την απώλεια ενός σκύλου.

Αντιγράφω: Τότε, με φωνή οργισμένη που δεν είχα ξανακούσει και δε θα ξανάκουγα ποτέ, η γιαγιά είπε, με περιφρονητικό ύφος: «Πρέπει να είσαι ηλίθιος για να αποφασίσεις ν΄ αγαπήσεις κάποιον που ξέρεις ότι θα πεθάνει πριν από σένα». Και χωρίς ν΄ απομακρύνει το βλέμμα της από την τηλεόραση, πρόσθεσε μέσα από τα δόντια της: «ακόμα κι αν πρόκειται για σκυλί».

Το εύρημα -η απώλεια ενός ζώου και το πως κάτι τέτοιο διαμορφώνει τις σχέσεις των μελών μιας οικογένειας- ξεφεύγει από τα στενά πλαίσια μιας φιλοζωικής προσέγγισης και γίνεται προβληματισμός υπαρξιακών δομών.

Και αυτοί οι προβληματισμοί συνυπάρχουν κατά τη μυθιστορηματική διάρκεια μιας και μόνο μέρας, αλλά -ένα ακόμα συγγραφικό εύρημα- έτσι αποκτούν τη δυναμική ενός καταλύτη που θα ανασυνθέσει σχέσεις και απόψεις.

Τα ίδια, λοιπόν, πρόσωπα, και πάλι γύρω από ένα τραπέζι, μα τώρα και ενώ το καθένα διατηρεί την από το προηγούμενο μυθιστόρημα διαμορφωμένη οντότητά του, παράλληλα την προεκτείνει.

Κυρίως ο γιος και ακόμα πιο έντονα η μητέρα.

Μια μοναδική μυθιστορηματική περσόνα είναι η Αμάλια, η μητέρα τόσο του «Ένας σκύλος» όσο και του «Μια μητέρα»

Με αντιδράσεις που άλλοτε δείχνουν να είναι αφελείς, άλλοτε να εντάσσονται σε αντιδράσεις ατόμου με στοιχεία άνοιας, μα που τελικά είναι στάσεις κατανόησης και βοήθειας, η Αμάλια χαρίζει τη φωνή της στο συγγραφέα και μέσω αυτής εκείνος άλλοτε περιγράφει την τραγικότητα της πορείας του βίου προς το τέλος του – Μαζεύω σελιδοδείκτες των μυθιστορημάτων που δεν θα μπορέσω πια να διαβάσω, παρόλο που θα μου άρεσε- κι άλλοτε τολμά να πει την πιο απλή αλήθεια που συχνά δεν θέλουμε να αποδεχτούμε – Ίσως κάνω λάθος… αλλά ένα πράγμα έχω μάθει αυτά τα τελευταία χρόνια: πως ο μοναδικός τρόπος για να μη χάσουμε κάτι, είναι να του δώσουμε ένα όνομα… Γι αυτό ,όμως, για να δώσουμε όνομα σε ότι, έχει σημασία, πρέπει να είμαστε θαρραλέοι και σχεδόν ποτέ δεν είμαστε…

Και να πως η ύπαρξη ενός ζώου μπορεί να πυροδοτήσει την ονοματοδοσία κρυφών ίσως και απωθημένων σχέσεων.

Μυθιστόρημα που καταφέρνει να διαθέτει την αγωνία μιας έντονης πλοκής, χωρίς παράλληλα να περιγράφει τίποτε το έντονο.

Μα ακριβώς γι αυτό και τόσο αιχμηρό -όσο αιχμηρό αλλά και ανατρεπτικό  μπορεί να ήταν το αρνητικό φιλμ εκείνων των φωτογραφιών που κάποτε τραβούσαμε με τις παλιές, συμβατικές φωτογραφικές μηχανές.

 

(σελ. 639)

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου

Εκδόσεις Opera

 

                             

Ο Αλεχάντρο Παλόμας (Alejandro Palomas) γεννήθηκε το 1967 στη Βαρκελώνη. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και ολοκλήρωσε τις σπουδές του με ένα Master in Poetics στο New College του Σαν Φρανσίσκο. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μετέφρασε έργα σημαντικών συγγραφέων όπως η Κάθριν Μάνσφιλντ, ο Όσκαρ Ουάιλντ, η Γερτρούδη Στάιν, ο Τζακ Λόντον κ.ά. Το 2018 έλαβε το βραβείο Nadal για το βιβλίο του Un amor. Για το μυθιστόρημα του "Ένας γιος" (Opera, 2018) έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία μεταξύ των οποίων και το Εθνικό Βραβείο Νεανικής Λογοτεχνίας της Ισπανίας (2016). Βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε δεκαπέντε γλώσσες.

Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί τέσσερα μυθιστορήματα του και είναι αρκετά για να δείξουν στον έλληνα αναγνώστη την ιδιαίτερη ικανότητα αυτού του συγγραφέα να προσεγγίζει και με απρόσμενα βαθιές όσο και ευαίσθητες τομές να αναλύει ενδοοικογενειακές σχέσεις.

Οι σχέσεις των μελών μιας οικογένειας -της όποιας  οικογένειάς- όχι μόνο δεν είναι μονοσήμαντες, αλλά και μπορούν να αποτελέσουν υλικό για πολλαπλές αναλύσεις τους και μυθιστορηματικές συνθέσεις τους.

Αυτό, ο Αλεχάντρο Παλόμας μας αποδεικνύει με τούτο το πιο πρόσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά έργο του.

Όλα τα πρόσωπα -και όλα τους κεντρικά μιας και συνηθίζει ο συγκεκριμένος συγγραφέας να γράφει μυθιστορήματα όπου όλοι οι χαρακτήρες ισότιμα αναλύονται- που ο αναγνώστης τα έχει συναντήσει στο «Ένας γιος» είναι και εκείνα που κυκλοφορούν στο «Μια μητέρα»

Μια τετραμελής οικογένεια -η μητέρα, ο γιος και οι δυο κόρες. Και τρία σκυλιά. Και ο απών πατέρας.

Και αν στο «Μια μητέρα» η όποια πλοκή στηριζότανε στην προσέγγιση της απώλειας ενός ανθρώπου, εδώ ο φακός πέφτει πάνω στις αντιδράσεις από την απώλεια ενός σκύλου.

Αντιγράφω: Τότε, με φωνή οργισμένη που δεν είχα ξανακούσει και δε θα ξανάκουγα ποτέ, η γιαγιά είπε, με περιφρονητικό ύφος: «Πρέπει να είσαι ηλίθιος για να αποφασίσεις ν΄ αγαπήσεις κάποιον που ξέρεις ότι θα πεθάνει πριν από σένα». Και χωρίς ν΄ απομακρύνει το βλέμμα της από την τηλεόραση, πρόσθεσε μέσα από τα δόντια της: «ακόμα κι αν πρόκειται για σκυλί».

Το εύρημα -η απώλεια ενός ζώου και το πως κάτι τέτοιο διαμορφώνει τις σχέσεις των μελών μιας οικογένειας- ξεφεύγει από τα στενά πλαίσια μιας φιλοζωικής προσέγγισης και γίνεται προβληματισμός υπαρξιακών δομών.

Και αυτοί οι προβληματισμοί συνυπάρχουν κατά τη μυθιστορηματική διάρκεια μιας και μόνο μέρας, αλλά -ένα ακόμα συγγραφικό εύρημα- έτσι αποκτούν τη δυναμική ενός καταλύτη που θα ανασυνθέσει σχέσεις και απόψεις.

Τα ίδια, λοιπόν, πρόσωπα, και πάλι γύρω από ένα τραπέζι, μα τώρα και ενώ το καθένα διατηρεί την από το προηγούμενο μυθιστόρημα διαμορφωμένη οντότητά του, παράλληλα την προεκτείνει.

Κυρίως ο γιος και ακόμα πιο έντονα η μητέρα.

Μια μοναδική μυθιστορηματική περσόνα είναι η Αμάλια, η μητέρα τόσο του «Ένας σκύλος» όσο και του «Μια μητέρα»

Με αντιδράσεις που άλλοτε δείχνουν να είναι αφελείς, άλλοτε να εντάσσονται σε αντιδράσεις ατόμου με στοιχεία άνοιας, μα που τελικά είναι στάσεις κατανόησης και βοήθειας, η Αμάλια χαρίζει τη φωνή της στο συγγραφέα και μέσω αυτής εκείνος άλλοτε περιγράφει την τραγικότητα της πορείας του βίου προς το τέλος του – Μαζεύω σελιδοδείκτες των μυθιστορημάτων που δεν θα μπορέσω πια να διαβάσω, παρόλο που θα μου άρεσε- κι άλλοτε τολμά να πει την πιο απλή αλήθεια που συχνά δεν θέλουμε να αποδεχτούμε – Ίσως κάνω λάθος… αλλά ένα πράγμα έχω μάθει αυτά τα τελευταία χρόνια: πως ο μοναδικός τρόπος για να μη χάσουμε κάτι, είναι να του δώσουμε ένα όνομα… Γι αυτό ,όμως, για να δώσουμε όνομα σε ότι, έχει σημασία, πρέπει να είμαστε θαρραλέοι και σχεδόν ποτέ δεν είμαστε…

Και να πως η ύπαρξη ενός ζώου μπορεί να πυροδοτήσει την ονοματοδοσία κρυφών ίσως και απωθημένων σχέσεων.

Μυθιστόρημα που καταφέρνει να διαθέτει την αγωνία μιας έντονης πλοκής, χωρίς παράλληλα να περιγράφει τίποτε το έντονο.

Μα ακριβώς γι αυτό και τόσο αιχμηρό -όσο αιχμηρό αλλά και ανατρεπτικό  μπορεί να ήταν το αρνητικό φιλμ εκείνων των φωτογραφιών που κάποτε τραβούσαμε με τις παλιές, συμβατικές φωτογραφικές μηχανές.

 

(σελ. 639)

21.8.22

Benito Perez Galdos


 

Benito Perez Galdos

«Μια τέχνη που ζει από τον θάνατο -και άλλες φανταστικές ιστορίες»

Μετάφραση, σημειώσεις, επίμετρο: Δήμητρα Παπαβασιλείου

Εκδόσεις  Ροές

 

Ο Benito Pérez Galdós (1843 – 1920) υπήρξε ένας εμβληματικός Ισπανός συγγραφέας και θεωρείται εξίσου σημαντικός μυθιστοριογράφος με τον Θερβάντες.

Άφησε ένα πλούσιο έργο -31 μυθιστορήματα, 20 συλλογές διηγημάτων, 23 θεατρικά έργα και 46 ιστορικά μυθιστορήματα, γνωστά ως Εθνικά Επεισόδια καθώς καταγράφουν τις σημαντικότερες στιγμές της ισπανικής ιστορίας.

Προσωπικότητα έντονη -έζησε με πάθος την καθημερινότητά του, μελέτησε βαθιά την παγκόσμια λογοτεχνία, τη σκέψη του τη χαρακτήριζε μια ουσιαστική πολιτικοποιημένη δομή και όλα αυτά καθρεφτίζονται στα έργα του.

Θεωρείται ως βασικός εκπρόσωπος του ρεαλιστικού μυθιστορήματος της Ισπανίας (εφάμιλλος του Μπαλζάκ) αλλά και του νατουραλισμού  (μια ισπανική εκδοχή του Ζολά)

Αν και έμεινε κυρίως γνωστός για τα ρεαλιστικά του έργα (ο Μπουνιουέλ πάνω σε μυθιστορήματά του στήριξε δυο από τις πλέον γνωστές ταινίες του – Τριστάνα και Βιριδιάνα) μέσα από τα οποία και κάνει μια έντονη κριτική στα ήθη και τις αρχές της αστικής τάξης,  παράλληλα ασχολήθηκε και με το είδος εκείνου του διηγήματος που μπορεί κανείς να το ονομάσει φανταστικό και σίγουρα προπομπό του μαγικού ρεαλισμού, αλλά και των έργων του Μπόρχες.

Όπως συχνά συμβαίνει με συγγραφείς που εκφράζονται με ποικίλους τρόπους, έτσι και στην περίπτωση του Galdós τα ρεαλιστικά έργα του υπερίσχυσαν των φανταστικών και κατά τη διάρκεια των χρόνων που έζησε, αλλά και στα αμέσως επόμενα. Γενικότερα, το καυστικά κριτικό πνεύμα του δεν ήταν αρεστό στη δικτατορία του Φράνκο κι έτσι η αναγνώριση του ταλέντου του σε διεθνές επίπεδο άργησε να έλθει.

Αλλά πλέον ολοένα και περισσότερο τα έργα του επανέρχονται στο προσκήνιο.

Στην Ελλάδα στην ουσία είναι σχεδόν άγνωστος -κάποιες εκδόσεις της Τριστάνα, ενός ακόμα ρεαλιστικού μυθιστορήματος και παραδόξως κάποια από τα φανταστικά έργα του -κυρίως διηγήματα.

Το πλέον πρόσφατο αυτό με τον τίτλο «Μια τέχνη που ζει από τον θάνατο και άλλες φανταστικές ιστορίες»

Ιδιαίτερα κατατοπιστική έκδοση σχετικά με την πλευρά αυτή της συγγραφικής ταυτότητας του Galdós καθώς η Δήμητρα Παπαβασιλείου έχει φροντίσει πέρα από την ρέουσα και μέσα στο πνεύμα του αρχικού κειμένου μετάφραση που υπογράφει, να εμπλουτίσει το βιβλίο με πολλές σημειώσεις που βοηθούν τον αναγνώστη να διαπιστώσει το πως ο συγκεκριμένος συγγραφέας ενσωμάτωνε μέσα στις φράσεις του και διάφορα πολιτιστικά ή γεωγραφικά κ.α στοιχεία, αλλά και με το επίσης ενδιαφέρον επίμετρο όπου τοποθετεί τον Galdós μέσα στην εποχή του.

Από εκεί και πέρα μένει στον αναγνώστη να αφεθεί σε μια πάλλουσα και ευρηματική εξιστόρηση θαυμαστικών, υπερρεαλιστικών και φανταστικών συμβάντων όπου το αναπάντεχο τέλος άλλοτε απομυθοποιεί το ρεαλισμό  της καθημερινότητας κι άλλοτε πάλι τον στρέφει προς μια νέα θεωρητική διάσταση.

Κι έτσι ενημερωνόμαστε πως έρχονται κάποιες φορές που τα γεγονότα και ανατρέπουν τα αναμενόμενα, αλλά και πως οι παραδεδεγμένοι μύθοι αντιστρέφονται, ποιας υφής και περιεχομένου ίσως να είναι τα δώρα που το θείο βρέφος προσφέρει σε άλλα βρέφη, με ποιον τρόπο μια απλή διαδρομή με ένα τραμ μετατρέπεται σε μυθιστόρημα λαϊκών προδιαγραφών, αλλά και τα καλλιτεχνήματα που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν αν συνεργαζόντουσαν καλλιτέχνες διαφορετικών εθνικοτήτων και εποχών.

Τέτοια περιστατικά και άλλα ακόμα παρόμοια που καθώς αμφισβητούν τη λογική, καταφέρνουν να φέρουν στην επιφάνεια την ανατροπή και την επανάσταση τόσο στη σκέψη όσο και στις προθέσεις.

Μα αυτή έτσι αλλιώς είναι η στόχευση της λογοτεχνίας του υπερρεαλισμού και ο Galdós την επιτυγχάνει απόλυτα όσο και ευρηματικά.

Οι περιγραφές είναι γεμάτες από λεπτομερείς μα  και ολοζώντανες εικόνες τόπων και οδών, ενώ την ίδια στιγμή οι δομές των ιστοριών άλλοτε παραπέμπουν σε παραμύθια και άλλοτε οδηγούν σε αμφισβητήσεις διαχρονικών συμβόλων.

Τα μέσα που χρησιμοποιεί συχνά διαθέτουν έναν κοινωνικό σαρκασμό, αλλά και ένα διαβρωτικό χιούμορ. Δε διστάζει να αναζητήσει νέες προοπτικές φωτισμού σε σύμβολα και να αφεθεί σε μια διάθεση ανατροπής τους.

Τελικά ο Galdós αποδεικνύει πως η μη ρεαλιστική προσέγγιση άλλοτε μιας  καθημερινότητας κι άλλοτε διαχρονικών αξιών, μπορεί να εμπλουτίζει έναν τρόπο μη συμβατικής  σκέψης, μια στάση εν τέλει ζωής που με ελευθερία μπορεί να αποφασίζει ποιες αξίες αξίζει να ακολουθεί και ποιες όχι.

(Βιβλιοδρόμιο, 625 λέξεις)