12.5.23

Γιώργος Παναγιωτάκης "Μικρόκοσμος"

 


Αν σωστά μετρώ και θυμάμαι, ο Γιώργος Παναγιωτάκης έχει παρουσιαστεί στον χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά πριν από 18 χρόνια και από τότε μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει 15 βιβλία με το όνομά του.

 

Συνεπής συγγραφέας ως προς το κοινό που θέλει να απευθυνθεί – κυρίως παιδιά από τα μέσα του Δημοτικού έως τις αρχές του Γυμνασίου.

 

Και τη συνέπειά του αυτή την εκφράζει με μια τεχνική μείξης ρεαλισμού και φαντασίας, περιπέτειας και συναισθημάτων, διακριτικού χιούμορ και υπολανθάνουσας τρυφερότητας. Μα και με –άλλοτε υπαινικτικά, άλλοτε με περισσότερη σαφήνεια– τοποθέτηση των θεμάτων του μέσα σε συνθήκες που καθορίζονται από μια πολιτική σκέψη.

 

Κι όλα αυτά με τη χρήση μιας γλώσσας που ενώ δείχνει να κυλά με μια ήρεμη απλότητα, στην ουσία είναι γλώσσα που έχει στηριχθεί σε δομές μιας σύγχρονης τεχνικής αφήγησης, συχνά κινηματογραφικής καταγωγής.

 

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που μέσα σε αυτά τα 18 χρόνια όχι μόνο τιμήθηκε με σημαντικές διακρίσεις και βραβεία, αλλά που –για έμενα τουλάχιστον– θεωρείται ως ο σημαντικότερος συγγραφέας της γενιάς του βιβλίων για μεγάλα παιδιά.

 

Του αναγνωρίζω αυτή τη θέση καθώς διαβλέπω στα έργα του την ύπαρξη μιας «ενήλικης παιδικότητας» η οποία –πάντα κατά την άποψή μου– αποτελεί και τη βασική προϋπόθεση για να γράψει κανείς καλή λογοτεχνία που θα διαβαστεί ευχάριστα και δημιουργικά από το ανήλικο κοινό όσο και από το ενήλικο.

 

Γράφοντας «ενήλικη παιδικότητα», εννοώ εκείνη τη ματιά με την οποία ένας συγγραφέας απευθύνεται στο παιδί όχι για να το εκπαιδεύσει στις ενήλικες απόψεις του, αλλά να το μυήσει στις ανήλικες εμπειρίες του που πλέον αποτελούν για τον ίδιο εφόδια και στάσεις της ενήλικης ζωής.

 

Κάπως έτσι γράφεται η καλή λογοτεχνία για παιδιά και εφήβους και σίγουρα αυτός είναι και ο τρόπος με τον οποίον ο Γιώργος Παναγιωτάκης άλλοτε κινείται στον χώρο της φαντασίας (π.χ. «Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων», Ο Ισιντόρ και το φεγγάρι) κι άλλοτε στον χώρο του απόλυτου ρεαλισμού (π.χ. Τίγκρε).

 

Το βιβλίο που τον έκανε γνωστό είναι το συμβολικό μυθιστόρημα-παραμύθι Μικρόκοσμος, που είχε για πρώτη φορά κυκλοφορήσει το 2011 από τον Κέδρο και τώρα επανακυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη, στο συγγραφικό δυναμικό των οποίων ο Παναγιωτάκης έχει πλέον ενταχθεί.

 

Είναι ένα τεκμηριωμένο ιδεολογικά πολιτικό έργο και προσωπικά –ας μου επιτραπεί να το αναφέρω– ιδιαίτερα το χάρηκα, καθώς είμαι ο πρώτος που αμέσως μετά την μεταπολίτευση με δύο βιβλία μου (Φωκίων και Ποντικούπολη) έδωσα το στίγμα της δημιουργία ιστοριών που ενώ χρησιμοποιούν τους κανόνες παραμυθιού και φαντασίας, εντούτοις ξεκάθαρα αναφέρονται σε ρεαλιστικές πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες μικροί και μεγάλοι ζούμε και καλούμαστε ή να τις αποδεχτούμε ή να τις βελτιώσουμε ή ακόμα και να τις ανατρέψουμε.

 

Η χρήση των δυνατοτήτων μιας αφήγησης που στηρίζεται στη φαντασία και στο παραμύθι για να διαμορφώσει μια πολιτική και κοινωνική συνείδηση στο παιδί είναι παμπάλαιη, στην ουσία ξεκινά από τον Αίσωπο και βέβαια διατρέχει σχεδόν όλα τα λαϊκά παραμύθια.

 

Ο ανθρωπομορφισμός –δηλαδή η χρήση διαφόρων ζώων για να περιγράψουμε ανθρώπινες συμπεριφορές– συχνά κατηγορήθηκε πως αδικεί τα ζώα. Με άλλα λόγια είναι άδικο να θεωρείται η αλεπού ως πονηρή και ο λύκος ως κακός, ο λαγός κατεργάρης και η κουκουβάγια σοφή. Αλλά αν ως ένα σημείο αυτή η άποψη μπορεί να αναγνωριστεί πως σωστά υπερασπίζεται τη μη σύνδεση της μορφής και της φυσικής συμπεριφοράς ενός ζώου, με τη συνειδητά αντίστοιχα επιλεγμένη στάση κάποιων ανθρώπων, από την άλλη στα χέρια ενός ταλαντούχου συγγραφέα γίνεται εφόδιο να επιτευχθεί ο στόχος του έργου του –να θυμηθούμε τη Φάρμα των ζώων μα και τους Όρνιθες.

 

Στον Μικρόκοσμο αυτός ο ανθρωπομορφισμός καθόλου δεν ενοχλεί, άλλωστε τα κεντρικά πρόσωπα της ιστορίας δεν αναφέρεται πως ανήκουν σε κάποιο συγκεκριμένο είδος. Παραπέμπουν, ίσως, σε μερμήγκια, αλλά στην ουσία ο Παναγιωτάκης, περιγράφοντας το βασίλειο που ζούνε οι χαρακτήρες του, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να σκιαγραφεί με αδρές γραμμές τον δικό μας κόσμο – ένα μέρος τουλάχιστον αυτού.

 

Πρόκειται για ένα βασίλειο με μια βασίλισσα που υπάρχει μόνο και μόνο για να γεννά στρατιώτες και εργάτριες, που κι αυτοί με τη σειρά τους στόχο έχουν να επιτίθενται χωρίς κανένα λόγο στα παρόμοια πλάσματα του κοντινού άλλου βασιλείου.

 

Πλάσματα που κυκλοφορούνε στο σκοτάδι και δεν αποκτούν καμιά πρωτοβουλία δεν έχουν άλλη επιλογή από το να ζούνε, να σκοτώνουν, να πεθαίνουν.

 

Μα θα είναι αρκετό να υπάρξουν έστω και δύο μόνο από αυτούς τους κατοίκους με τις αδιαμόρφωτες συνειδήσεις –η μια στο ένα βασίλειο, ο άλλος στο απέναντι– οι οποίοι θα συνειδητοποιήσουν πως υπάρχει και κάτι ακόμα, κάτι που σε κάνει να αισθάνεσαι. Και το συναίσθημα είναι ζωή. Και ζωή είναι ο έρωτας. Και ο έρωτας είναι επανάσταση. Η επανάσταση ελευθερία. Και η ελευθερία –η νέα βασίλισσα– γεννά όχι στρατιώτες και εργάτριες, αλλά πλάσματα με όνειρα.

 

Πάνω σε αυτόν τον καμβά στήνεται η υπόθεση του έργου. Διαθέτει δράση, περιπέτεια, χαρακτήρες. Κυρίως διαθέτει μια πλήρη εξιστόρηση των καταστάσεων μη ελευθερίας – πολιτική, οικονομική, κοινωνική.

 

Αυτό που κάνει τον Μικρόκοσμο να δείχνει τόσο επίκαιρος μετά από τόσα χρόνια κυκλοφορίας του είναι από τη μια η δομημένη προσέγγιση του σε πολιτικές συνθήκες και από την άλλη οι ρέουσες περιγραφές συναισθημάτων και εικόνων.

 

Ο Παναγιωτάκης –προηγουμένως αναφέρθηκα στις κινηματογραφικές καταγωγές της γραφής του– χωρίς να αγνοεί τον διάλογο, προτιμά λογοτεχνικά να κινηματογραφεί.

 

Είτε είχε τα μάτια της ανοιχτά είτε τα κρατούσε σφαλισμένα, ήταν το ίδιο και το αυτό. Έτσι, τουλάχιστον, της φάνηκε στην αρχή. Ύστερα από λίγες στιγμές όμως συνήθισε στη μαυρίλα και ανακάλυψε ότι με λίγη καλή θέληση και αρκετή φαντασία μπορούσε να διακρίνει τι υπήρχε ένα ίσως και δύο εκατοστά μακριά από τις δαγκάνες της. Η ανακάλυψη αυτή της έδωσε κουράγιο και αποφάσισε να κινηθεί προς το βάθος της φυλακής. Προχώρησε λίγα βήματα ώσπου σκόνταψε κάπου και σωριάστηκε στο χώμα. Μάζεψε τα πονεμένα μέλη της και ψηλάφισε τον τόπο γύρω της. Οι κεραίες της άγγιξαν έναν ξαπλωμένο… (σελ. 69)

 

Αλλά και…

 

Η πρώτη εντύπωση από τον έξω κόσμο ήταν τόσο ισχυρή, ώστε απόμεινε να κοιτά αποσβολωμένη γύρω της. Είδε την καταπράσινη χλόη να λυγίζει στο πέρασμα του γυαλιστερού σκουληκιού και την κιτρινωπή γύρη να χορεύει τρελά μέσα στις λοξές ηλιαχτίδες. Άκουσε το παιχνιδιάρικο θρόισμα των φύλλων και το επιβλητικό τρίξιμο των δέντρων. Μύρισε τις μπερδεμένες ευωδιές που στροβιλίζονταν στον αέρα… (σελ. 95)

 

Ένα καθαρόαιμα καλό, πολύ καλό βιβλίο για παιδιά σε μια νέα εκδοτική πορεία, έτοιμο να κερδίσει νέους αναγνώστες.

Γιώργος Κ. Παναγιωτάκης, Μικρόκοσμος- vivliopoleiopataki.gr

10.5.23

Αγκουστίνα Μπαστερρίκα «Εξαίσιο πτώμα»

 

Αγκουστίνα Μπαστερρίκα

«Εξαίσιο πτώμα»

Μυθιστόρημα

Εκδόσεις Πατάκη

 

Η Αγκουστίνα Μπαστερρίκα γεννήθηκε το 1974 στην Αργεντινή.

Με τα έως σήμερα τρία μυθιστορήματά της, έχει κατορθώσει να αναγνωριστεί στη χώρα της ως μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες συγγραφικές φωνές.

Το «Εξαίσιο πτώμα» είναι το τρίτο της βιβλίο και γράφτηκε το 2017. Σημειώνω την χρονιά αυτή μιας και ο αναγνώστης του έργου θα πιστέψει πως η πηγή έμπνευσής του  θα υπήρξε η πανδημία του covid 19.

Κι όμως η έμπνευση της Αγκουστίνα Μπαστερρίκα είχε προηγηθεί της πανδημίας.

Δυο λόγια για την υπόθεση του έργου, έτσι όπως τη διαβάζει κανείς στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Η ξαφνική εμφάνιση ενός θανατηφόρου ιού που προσβάλλει τα ζώα μεταβάλλει αμετάκλητα τον κόσμο: Από τα θηρία μέχρι τα κατοικίδια πρέπει όλα να θανατωθούν συστηματικά, ενώ το κρέας τους δεν μπορεί να καταναλωθεί. Οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν την κατάσταση με μια δραστική απόφαση: νομιμοποιούν την εκτροφή, την αναπαραγωγή, τη σφαγή και την επεξεργασία ανθρώπινου κρέατος. Ο κανιβαλισμός γίνεται νόμος και η κοινωνία έχει διαιρεθεί σε δύο ομάδες: σ’ αυτούς που τρώνε και σ’ αυτούς που τρώγονται».

Νομίζω πως είναι σαφές πως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα δυστοπίας, ασφαλώς όχι το μόνο, αλλά σίγουρα εντελώς ιδιότυπο και τρομερά ρεαλιστικό στις περιγραφές του.

Κεντρικός χαρακτήρας ένας άντρας που έχει την ευθύνη μιας μονάδας επεξεργασίας κρέατος κι έτσι σε καθημερινή βάση έρχεται σε επαφή με όλα τα στάδια μετατροπής ανθρώπινων σωμάτων σε κρέας προς πώληση στις αγορές της πόλης.

Οι σκέψεις του -αυτές είναι που παρακολουθεί ο αναγνώστης- διακρίνονται από μια αδιέξοδη θλίψη λόγω θανάτου του μικρού γιου του. Με άλλα λόγια ο Μάρκος Τέχο ζει κυριολεκτικά μέσα και κάτω από την εξουσία του θανάτου.

Αλλά -από την πρώτη στιγμή αναρωτιέται ο αναγνώστης- πόσο παρόμοιες μπορεί να είναι οι δυο εμπειρίες θανάτου, όταν η μια δημιουργείται από την αναλγησία της επιβίωσης και η άλλη από το τραύμα της απώλειας; Όταν στη μια συμμετέχεις ενεργά, ενώ την άλλη παθητικά την υφίστασαι; Μα και ακόμα, όταν η μια έχει την επικαιρική κάλυψη της πολιτείας και η άλλη τη διαχρονικότητα του φθαρτού της ανθρώπινης ύπαρξης;  Όταν η μια είναι αποτέλεσμα πολιτικής σκοπιμότητας και η άλλη φυσικής νομοτέλειας;

Η Αγκουστίνα Μπαστερρίκα με μια άψογη τεχνική αφήγησης εξαναγκάζει τον αναγνώστη της να συμπαθήσει κατά κάποιο τρόπο τον ήρωά της -άλλωστε ο ίδιος είναι χορτοφάγος- αλλά επιφυλάσσει για το τέλος την ανατροπή αυτής της συμπάθειας.

Ο Τέχο που βιώνει τον θάνατο του παιδιού του ως μια αποτυχία τόσο ατομική όσο και αποτυχία της παντοδυναμίας των επιτευγμάτων της επιστήμης, και αφού θα προσπαθήσει να ενισχύσει τις άμυνές του παρακολουθώντας, με διάθεση αντιστάθμισης της ψυχικά παγωμένης καθημερινότητάς του, την πορεία προς το θάνατο του άρρωστου και ηλικιωμένου πατέρα του, τελικά θα ενταχθεί στο στρατόπεδο των ανθρωποφάγων για να αμφισβητήσει την αδυναμία του ανθρώπου να σχεδιάζει το μέλλον του και τη βιολογική συνέχεια της ύπαρξής του.

Και εδώ είναι ακριβώς ο πυρήνας της θέσης που η συγγραφέας προβάλει και που το έργο της από ένα μυθιστόρημα δυστοπικής πολιτικής φαντασίας, μετατρέπεται σε κείμενο φιλοσοφικού στοχασμού πάνω στον βασικό ένστιχτο της διαιώνισης του ανθρώπινου είδους.

Γιατί ο κεντρικός ήρωας όσο και αν είναι προβληματισμένος πάνω στις νέες συνθήκες, όσο και αν έχει για λόγους ατομικής επιβίωσης αποδεχτεί ένα συγκεκριμένο ρόλο μέσα στον γενικότερο κρατικό μηχανισμό, όταν θα του δοθεί η ευκαιρία να εκπληρώσει τον ασύνειδο σκοπό κάθε ζωικής ύπαρξης που δεν είναι άλλος παρά η απόκτηση απογόνων, δεν θα διστάσει να σχεδιάσει και να υλοποιήσει και να ολοκληρώσει αυτόν τον στόχο κάνοντας χρήση των ευκαιριών που η κομβική θέση του μέσα στο νέο σύστημα του παρέχει.

Με άλλα λόγια η Αγκουστίνα Μπαστερρίκα θέτει από τη μια το δίλημμα του ποια είναι η προσταγή που επικρατεί -αυτή της πρόσκαιρης επιβίωσης ή η άλλη της διατήρησης της κυτταρικής μας ταυτότητας μέσω απογόνων και από την άλλη τον προβληματισμό για το αν η όποια ηθική στάση είναι ιδιοτελής ή ανιδιοτελής;

Ο Τέχο δίνει την απάντηση, η ίδια η συγγραφέας δεν δείχνει να θέλει να πάρει θέση, άλλωστε πιο πριν από την τελική φράση του μυθιστορήματος, έχει φροντίσει με άλλες , πολλές  φράσεις, πολλές παραγράφους να υπενθυμίσει τα ανεξέλεγκτα όρια στα οποία μπορεί να οδηγηθεί η ανθρώπινη συμπεριφορά όταν αισθάνεται πως κινδυνεύουν τα κεντρικά ζητήματα βιολογικής επιβίωσης της. Και τελικά να θέσει το ερώτημα σχετικά με το αν οι πολιτικές αποφάσεις είναι -ή αν αξίζει να είναι- συμβατές με τον σεβασμό της ζωής κάθε είδους;

Μυθιστόρημα απρόσμενο -σε κρατά δέσμιο της αφήγησης αποτρόπαιων πράξεων και εικόνων, λες και επιζητά να κάνει ακόμα πιο επώδυνη την οδό της αυτογνωσίας.

Αλλά και μυθιστόρημα που προσφέρει ευκαιρίες αναστοχασμών κυρίως πάνω στο ζήτημα του κατά πόσο τελικά ο άνθρωπος έχει ξεφύγει από τα όρια του ζωικού βασιλείου  ή παραμένει απλώς το κυρίαρχο θηλαστικό του πλανήτη και που είναι έτοιμο να περιφρουρήσει χωρίς ηθικές αναστολές αυτήν του την κυριαρχία.

Η μετάφραση της Χριστίνας Θεοδωροπούλου διαθέτει την αποστασιοποιημένη οντότητα που το θέμα του έργου απαιτεί.

https://www.hartismag.gr/hartis-52/biblia/ena-eksaisio-ptwma?fbclid=IwAR2tTrw0kbhurvrhglTPYb1JJv7udycCQ0V1cJ-XcyU1rfIBrob-qBe9Ffo

(800 λέξεις)

Ελένη Τασοπούλου «Αυτό που κρύβετε στα δέντρα»

 Ελένη Τασοπούλου

«Αυτό που κρύβετε στα δέντρα»

Μυθιστόρημα

Εκδόσεις Καστανιώτη

     


 

Η Ελένη Τασοπούλου γεννήθηκε και ζει στο Αγρίνιο και έχει σπουδάσεις Νομικά.

Στην εφηβική λογοτεχνία δίνει το παρόν της με τρία βιβλία που έχει κυκλοφορήσει από το 2019 έως σήμερα.

Ήδη έχει αναγνωριστεί καθώς τα έργα της έχουν τύχει διαφόρων βραβεύσεων και διακρίσεων, αλλά επίσης έχει κάνει εμφανή και τον συγγραφικό προβληματισμό της- πιο συγκεκριμένα στο χώρο μέσα στον οποίο αφήνει τους ήρωές της να κινούνται.

Δεν είναι άλλος από το σχολικό περιβάλλον, κυρίως των διαφόρων βαθμίδων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Κι ακόμα δείχνει την προτίμησή της προς χαρακτήρες που κινούνται στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής μιας τάξης και συχνά γίνονται στόχος διαφόρων επιθέσεων εκ μέρους των συμμαθητών τους.

Το ίδιο σε γενικές γραμμές είναι το θέμα του τελευταίου  της αυτού μυθιστορήματος.

Η Τασοπούλου δείχνει να γνωρίζει καλά τις συνθήκες που επικρατούν στα σχολεία όπως επίσης πρέπει και να διαθέτει την ικανότητα να περιγράφει με απλότητα και ευθυβολία τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις μιας εφηβικής προσωπικότητας και κυρίως ενός κοριτσιού. Επίσης νομίζω πως προτιμά να χρησιμοποιεί την πρωτοπρόσωπη αφήγηση καθώς θεωρεί πως με την αμεσότητα της μπορεί από τη  μια να πλησιάσει πιο καίρια το νεαρό αναγνώστη και από την άλλη να βοηθήσει τη γραφή να  καταγράψει τον ψυχισμό της ηρωίδας της.

Κεντρικό πρόσωπο η δεκαπεντάχρονη Εύα και δίπλα της δυο συμμαθήτριές της. Και οι τρεις από τα παιδιά που δεν είναι αγαπητά μέσα στο σχολικό κόσμο, ενώ παράλληλα η καθεμιά τους έχει και το βάρος ενός οικογενειακού προβλήματος. Αν και εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες δένονται με μια δυνατή φιλία και μαζί αντιμετωπίζουν την συχνά κοροϊδευτική στάση των άλλων παιδιών του σχολείου. Μα κάποια στιγμή η Εύα -ίσως η περισσότερο ασταθής συναισθηματικά- θα κάνει κάτι που θα φανείς ως προδοσία της φιλίας τους.

Από το σημείο αυτό και πέρα, η αφήγηση χάνει τη διάθεσή της να περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τις φιλικές συζητήσεις των τριών κοριτσιών και αποκτά ένας άλλο ρυθμό, περισσότερο έντονο, με στοιχεία δράσης και αγωνίας. Αλλά στο τέλος η αρχική συνθήκη δύναμης της φιλίας επιστρέφει και αποδεικνύει πως μπορεί και για χρόνια να διατηρηθεί.

Μυθιστόρημα που σε κερδίζει με την απλότητα, την ειλικρίνεια  του και κυρίως με τους ζωντανούς χαρακτήρες του. Δεν στοχεύει σε βαθύς προβληματισμούς, κυκλοφορεί μέσα στον ιδιόμορφα αντιφατικό όσο και παράτολμο κόσμο των εφήβων και άλλοτε με το φορτισμένο συναίσθημα, άλλοτε με το διακριτικό χιούμορ καταφέρνει να ενώσει τη λογοτεχνία που μπορεί να κερδίσει ένα πλατύ κοινό  μαζί με την άλλη, εκείνη που απαιτεί να αφεθείς στην πολυσήμαντη περιγραφή της φύσης –‘Τα δέντρα όμως υψώνονται περήφανα στον καθαρό ανοιξιάτικο ουρανό, κι από πάνω τους η ήλιος αντανακλά σε κάθε μικρό φύλλο και κλαράκι κι αστραποβολά  στο στρώμα από πευκοβελόνες όπου είμαι στις πεσμένη. Γέρνω πίσω για να πάρω μια ανάσα και το λαμπερό χρυσαφένιο φως του ξεχύνεται κάτω από τα κλειστά μου βλέφαρα. Σιγά, σιγά ο γρήγορος χτύπος της καρδιάς μου καταλαγιάζει και γίνεται ήρεμος, αχνός σαν το νανουριστικό ψιθύρισμα του αέρα στις κορφές από τα κυπαρίσσια’.

Εν τέλει, το «Αυτό που κρύβεται στα δέντρα» είναι ένα σύγχρονο μυθιστόρημα ενηλικίωσης και μαθητείας γραμμένο από γυναίκα που δείχνει όχι μόνο να ξέρει να παρατηρεί τους τρόπους έκφρασης μιας σημερινής νέας κοπέλας, αλλά και που παράλληλα έχει την πείρα να ανακαλεί τις δικές της εφηβικές εμπειρίες.

 Ελένη Τασοπούλου: «Αυτό που κρύβεται στα δέντρα» (diastixo.gr)

(542 λέξεις)

9.5.23

Χρήστος Οικονόμου «Πες της»

 

Χρήστος Οικονόμου

«Πες της»

Εκδόσεις Πόλις

 

 

Ο Χρήστος Οικονόμου μας έχει συνηθίσει σε απρόσμενες οπτικά συγγραφικές συνθέσεις.

Βασικά χρησιμοποιεί μικρές φόρμες αφήγησης -τα πλέον εκτενή κείμενά του φτάνουν στα όρια του διηγήματος.

Αλλά αυτή τη φορά έδωσε στη δημοσιότητα ένα έργο που απλώνεται σε 142 σελίδες, μα που και πάλι αρνείται την ένταξη του τόσο στο χώρο του μυθιστορήματος όσο και της νουβέλας. Μια άρνηση που προκύπτει από την ίδια τη δόμηση του κειμένου.

Στην ουσία έχουμε μια εκρηκτικής γλωσσικής υπόστασης πρωτοπρόσωπη αφήγηση από μια γυναίκα για την οποία το μόνο που μαθαίνουμε είναι πως το επάγγελμά της είναι να μεταφέρει γράμματα και πακέτα, δηλαδή είναι ένας θηλυκού γένους κούριερ.

Και μπορεί ο αναγνώστης να μη  μάθει μήτε το όνομά της, μήτε και κάποιο άλλο ουσιαστικό στοιχείο για τη ζωή της, πέρα από το ότι έχει ένα στενό φιλικό δεσμό με μια άλλη γυναίκα, αλλά μέσα από τις δικές  της αφηγήσεις γνωρίζει ένα ολόκληρο πλήθος ανθρώπων -όλων, σχεδόν, εκείνων που η κούριερ συναντά κατά τη διάρκεια που παραδίδει ή παραλαμβάνει πακέτα ή γράμματα σε διάφορες περιοχές, κυρίως γύρω από τον Πειραιά ή σε μέρη της Κρήτης.

Δεν έχουμε, λοιπόν, μια κλασική φόρμα εξιστόρησης συμβάντων με συνέχεια. Αλλά κυρίως περιγραφές που μπορεί να θεωρηθούν και ως κοινωνικοί σχολιασμοί.

Οι περιγραφές αυτές  είναι συνήθως κοφτές και σε ξαφνιάζουν καθώς σε ενημερώνουν για το ποια είναι η σχέση που συνδέει αποστολέα και παραλήπτη:

Στη Γρανικού πήγα φάκελο σ΄έναν πιτσιρικά με μισοξυρισμένο κεφάλι -απ΄τον κωλόγερο είναι; Με ρώτησε, ύστερα τον άρπαξε και τον έκανε κομμάτια.

‘Άλλοτε πάλι μπορεί τα όσα η κούριερ περιγράφει να είναι περισσότερα, αλλά πάντα οι αφηγήσεις γίνονται με μια γλώσσα κοφτή, αγχωμένη και τα περιγραφόμενα ξεφεύγουν από το συνηθισμένο, αγγίζουν τα όρια μιας σουρεαλιστικής κατάστασης:

Πέραμα, μάντρα με φορτηγά. Ζητάω το αφεντικό, μου δείχνουν το κοντέϊνερ, μπαίνω, βλέπω ένα γεροντάκι μια σταλιά, γλαρωμένο στην πολυθρόνα. Καλημέρα, καλημέρα, ευγενικός ήσυχος, την ώρα που υπέγραφε -ήταν μεγάλη παραγγελία- ακούγεται απέξω φασαρία, φρεναρίσματα, φωνές. Ρίχνει ο γέρος μια ματιά απ΄ το το παράθυρο, στάσου μια στιγμή κοπέλα μου, βγα΄νει έξω. Τον βλέπω να στέκεται μπροστά σ΄ ένα φορτηγό και να φωνάζει στον οδηγό -πόσες φορές σου ‘χω πει ρε να μην τρέχεις εδώ μέσα; Ύστερα κάνει έτσι, βγάζει ένα κουμπούρι από τη ζώνη κι αρχίζει να πυροβολάει τα λάστιχα του φορτηγού -τρεις, τέσσερις, πέντε φορές. Ύστερα ξαναβάζει το κουμπούρι στη ζώνη, έρχεται, υπογράφει τα υπόλοιπα, ήρεμος, σα να μην τρέχει τίποτε, μου δίνει κι ένα εικοσάρικο –«για τη φασαρία».

Κάπως έτσι η μια σελίδα ακολουθεί την προηγούμενη, αλλά στο ενδιάμεσο υπεισέρχεται μια φράση -Πες της σ’ αγαπώ πολύ και δεν θα το ξανακάνω.

Από αυτή τη φράση και ο τίτλος του έργου, αλλά το τι μπορεί αυτή η φράση να σηματοδοτεί, κάπου στο τέλος θα γίνει φανερό, όταν πλέον και η αφήγηση θα αποκτήσει άλλο ρυθμό… Ας τον χαρακτηρίσω πιο εσωτερικό, σίγουρο λιγότερο αποστασιοποιημένο : Μη φοβάσαι, εντάξει; Μη φοβάσαι.

Κείμενο που σε παρασύρει ο γρήγορος ρυθμός του και συχνά σταματάς για να αφήσεις το χρόνο να το καταλαγιάσει μέσα στη σκέψη σου, να ηρεμήσει τον συναισθηματικό φόρτο σου.

Ο Χρήστος Οικονόμου είναι -αυτό προσωπικά πιστεύω- ένας ρεαλιστής μα και ιδιότυπα αισιόδοξος συγγραφέας.

Και σκέφτομαι πως αν κάποτε, εκεί στις δεκαετίες των ’50 ή των ’60, προτού δηλαδή να μπούνε μέσα στη καθημερινότητά μας τα σούπερ μάρκετ, υπήρχε ο παντοπώλης της γειτονιάς όπου μέσα στο παντοπωλείο του ερχόντουσαν οι γειτόνοι και μαζί με τα ψώνια τους αφήναν και τις πίκρες ή τα όνειρά τους, μαθαίνανε τα αντίστοιχα των άλλων, τώρα δεν πάμε εμείς όλοι κάπου για να μοιράσουμε και να μοιραστούμε συναισθήματα και μυστικά, αλλά αποκομμένοι, ολοένα και περισσότερο αποκομμένοι πιάνουμε στα χέρια μας τα όσα χρειαζόμαστε καθώς μας τα παραδίδει ένα κούριερ. Αυτός είναι που υποδέχεται τους καημούς μας και τα όνειρά μας και εν τέλει μετατρέπεται από ένα μεταφορά αγαθών σε συλλέκτη συναισθημάτων. Από τη συλλογικότητα των πολιτών, στην ατομικότητα της είδησης -μια περιγραφή της μετάλλαξης.

Ο κόσμος μας αλλάζει. Άλλαξε. Αλλά ο Οικονόμου μέσα στο κείμενό του έσπειρε μια διαπίστωση και μια ερώτηση -Τί θα κάνουμε τώρα, μου λέτε; Μαθαίνεται η αγάπη ή όχι; Κι αν μαθαίνεις ν΄ αγαπάς κάποιον γι αυτό που είναι, πώς μαθαίνεις να τον αγαπάς γι αυτό που θα γίνει; Φοβερό πράγμα δεν είναι, που είναι τέτοιος πόλεμος ατέλειωτος η αγάπη;

Το ‘Πες της’ δεν είναι μυθιστόρημα -κάτι τέτοιο θα απαιτούσε εξέλιξη χαρακτήρων. Θα το χαρακτήριζα -τολμηρός χαρακτηρισμός- ως χρονογράφημα.

Και ως τέτοιο το θεωρώ ιδιαίτερης ποιότητας λογοτεχνικό έργο.

 «Πες της» του Χρήστου Οικονόμου (κριτική) – Ένα «ιδιαίτερης ποιότητας χρονογράφημα» (bookpress.gr)

(739 λέξεις)

 

 

24.4.23

Μυρσίνη Ζορμπά -μικρές αναμνήσεις από το ήθος μια Υπουργού Πολιτισμού

 



 

Τη Μυρσίνη Ζορμπά τη γνωρίζω από τα χρόνια που είχε, μαζί με τον Τίτο Μυλωνόπουλο, την ευθύνη των Εκδόσεων Οδυσσέας.

Μα ουσιαστικά άρχισα να συνεργάζομαι μαζί της όταν ανέβαλε τη Γενική Διεύθυνση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου – ένα δικό της όραμα που με τη βοήθεια του τότε Υπουργού Πολιτισμού Θάνου Μικρούτσικου, το υλοποίησε.

Η πρώτη έδρα του ΕΚΕΒΙ ήταν στη βίλα Μπότση, κάπου στην Κηφισιά, κι εκεί αρχίσαμε όλοι εμείς οι συγγραφείς να συναντιόμαστε και με την καθοδήγηση της Μυρσίνης να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τη συγγραφή όχι μόνο  ως μια ατομική απασχόληση και έκφραση των ιδεών μας, αλλά και ως ένα κοινωνικό λειτούργημα που παράλληλα έπρεπε να έχει και τα στοιχεία μιας επαγγελματικής ταυτότητας που θα την ‘σκέπαζε’ η φροντίδα της Πολιτείας.

Πολλές οι πρωτοβουλίες και οι νέες ιδέες -κάποια στιγμή θα πρέπει ένας φορέας του βιβλίου (πχ ΟΣΔΕΛ) ή μια ένωση λογοτεχνών (πχ Εταιρεία Συγγραφέων) να φροντίσουν να καταγράψουν όλα όσα ξεκίνησαν εκείνα τα χρόνια, όλα εκείνα τα θέματα και τις πρωτοβουλίες που τελικά έχουν διαμορφώσει (ακόμα κι αν κάποιες από αυτές έχουν παραπλανηθεί ή εκφυλισθεί) σ’ ένα μεγάλο μέρος τη σημερινή κατάσταση που επικρατεί στο χώρο του βιβλίου και των δημιουργών του.

Κάποια στιγμή η Μυρσίνη αποχώρησε από το ΕΚΕΒΙ, η έντονη προσωπικότητά της και η συνεχής έγνοια της για τον Πολιτισμό γενικότερα και το παιδί ειδικότερα, την οδήγησε σε νέες υπεύθυνες δραστηριότητας και θέσεις. Στο τέλος ο Πολιτισμός της χώρας μας είχε την τύχη να βρεθεί κάτω από τη δική της διεύθυνση, καθώς ανάλαβε τα καθήκοντα της Υπουργού Πολιτισμού.

Δυστυχώς έμεινε στη θέση αυτή μόνο κάποιους μήνες κι έτσι δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα νέα της οράματα.

Από εκείνη την περίοδο της υπουργίας της κρατώ την ανάμνηση δυο μικρών στιγμών -ίσως φαίνονται σχεδόν ασήμαντες, αλλά προσωπικά πιστεύω πως είναι τα μικρά και περιστασιακά που δείχνουν το βάθος και τη σταθερότητα αξιών και ιδεών.

Το πρώτο συνέβη στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας.

Στην τελετή απονομής των βραβείων ήρθε η Μυρσίνη και με την ιδιότητα της Υπουργού Πολιτισμού έδωσε τα βραβεία σε σκηνοθέτες, ηθοποιούς κ.α.

Την άλλη μέρα το πρωί -Κυριακή, θυμάμαι πως ήταν- στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου όλοι σχολιάζαμε τα βραβεία και αναμέναμε την Υπουργό να κατέβει με τον σύντροφό της και να μοιραστεί μαζί μας σχέδια και ιδέες.

Αλλά εκείνη δεν κατέβηκε. Μέσω του αξέχαστου Αντώνη Παπαδόπουλου (δντη τότε του Φεστιβάλ) μας έστειλε τη συγνώμη της που δεν θα μας έβλεπε, αλλά είχε προτιμήσει να μείνει στο δωμάτιό της και από το βίντεο να δει τις ταινίες που βραβεύτηκαν και όχι μόνο αυτές.

Πράξη που σαφέστατα έδειχνε πως η Μυρσίνη Ζορμπά δεν κρατούσε μόνο τα ηνία του Πολιτισμού, αλλά ήθελε και να γνωρίζει καλά και τους ανθρώπους που τον δημιουργούσαν μέσω του έργου τους.

Αυτή είναι η πρώτη μου ‘μικρή’ ανάμνηση που θέλησα δημόσια να την  κοινοποιήσω γιατί πιστεύω πως πολλά δείχνει για το πως κάποιοι με ήθος και συνέπεια προσεγγίζουν τα έργα του Πολιτισμού.

Η δεύτερη έχει να κάνει με την σχέση της Μυρσίνης με το βιβλίο και τους δημιουργούς του.

Τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας της χρονιάς που εκείνη ήταν Υπουργός Πολιτισμού, αναγγέλθηκαν και τότε η Μυρσίνη σκέφτηκε να προσκαλέσει τους νικητές μαζί με τους πρώτους επιλαχόντες κάθε κατηγορίας στο γραφείο της για να τους συγχαρεί με ένα πιο φιλικό και καθόλου επίσημο τρόπο, να γνωρίσει όσους δεν είχε τύχει να τους έχει γνωρίσει και με όλους να  συνομιλήσει για τα βιβλία που είχαν βραβευτεί (ναι, τα είχε όλα διαβάσει)

Ήμουνα επιλαχών στην κατηγορία του εφηβικού βραβείου και παρευρέθηκα σε εκείνη τη συνάντηση. Μαζί μου εκτός από τους άλλους βραβευμένους συγγραφείς, ήταν και οι εικονογράφοι των βιβλίων και οι εκδότες τους. Η συζήτηση είχε να κάνει με τα θέματα των έργων μας και απλώθηκε σε γενικότερες ανταλλαγές απόψεων πάνω σε θέματα της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας.

Για μια ακόμα φορά, η Μυρσίνη Ζορμπά έδειχνε όχι μόνο την αγάπη της για το βιβλίο και την διάθεσή της να τιμά όσους το υπηρετούν, αλλά την έγνοια της να ενημερώνεται για θέματα που τους απασχολούν. Και βέβαια με την πράξη της αυτή τιμούσε και τον ίδιο το θεσμό των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας.

Ας σταθούμε για λίγο σε αυτή τη σκέψη, γιατί  ενώ από το τέλος Δεκεμβρίου του 2022  οι αρμόδιες επιτροπές έχουν ολοκληρώσει το έργο τους και κοινοποιήσει δημόσια της βραχείες λίστες όλων των κατηγοριών, η ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού  δεν έχει προχωρήσει στην αναγγελία των βραβευμένων έργων και δημιουργών. Και ουδείς γνωρίζει πότε αυτό θα γίνει.

Μια στάση που μειώνει τον θεσμό, τις επιτροπές, τους συγγραφείς που τα έργα τους περιέχονται στις βραχείες λίστες και γενικότερα  τους ανθρώπους του βιβλίου,  από το ίδιο το Υπουργείο που υφίσταται για να τους προστατεύει και να τους τιμά.

Άλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι. Άλλα ήθη. Δυστυχώς.

Μα πάντα θα υπάρχουν τα μέτρα σύγκρισης. Και η Μυρσίνη Ζορμπά υπήρξε ένα από αυτά τα μέτρα. Που θα πρέπει να τα θυμόμαστε και να ζητάμε να συνεχίσουν να έχουν ισχύ και περιεχόμενο.

(Εφημερίδα των Συντακτών, 24/4/2023)

(820 λέξεις)

22.4.23

'Με το ίδιο όνομα" - ο Γιάννης Παπαδάτος στο diastixo.gr

 



Ο συγγραφέας του συγκεκριμένου βιβλίου είναι από τους ελάχιστους συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί συστηματικά με την πεζογραφία για όλες τις ηλικίες και, επιπλέον, ανελλιπώς με το δοκίμιο και την κριτική σε εφημερίδες και ηλεκτρονικά περιοδικά. Όπως έχει αναφερθεί από ερευνητές, στα βιβλία του θέτει και ζητήματα θεωρίας. Έργα του έχουν ανέβει στο θέατρο κι έχουν γυριστεί στην τηλεόραση. Έχει τιμηθεί με βραβεία από διάφορα σωματεία, όπως το Ελληνικό Τμήμα της IBBY (Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου), και με τρία κρατικά βραβεία. Έχουν μεταφραστεί βιβλία του σε διάφορες γλώσσες κι επίσης ήταν υποψήφιος για διεθνή βραβεία. Έχει δε καταπιαστεί με πλείστα όσα θέματα σύγχρονα, που απασχολούν το άτομο και την κοινωνία. Κι όπως συμβαίνει με τα βιβλία των δόκιμων συγγραφέων, ο αναγνώστης και η αναγνώστρια συνομιλώντας ιδιαίτερα με αυτά τα αναδημιουργούν, συσχετίζοντάς τα με τα βιώματά τους και προσθέτοντας στην εμπειρία τους εικόνες και γεγονότα τους.

Το πρόσφατο βιβλίο του, θα το έλεγα ένα μικρό crossover ανάγνωσμα, με τίτλο Με το ίδιο όνομα, επαληθεύει με τον καλύτερο τρόπο τα προαναφερόμενα. Η αφήγηση διαπνέεται από έναν συναισθηματικό ρεαλισμό, λες και βγαίνει ατόφια από τη φύση μαζί με το ανθρωπογενές περιβάλλον της. Θα την έλεγα αφήγηση του οικολογικού πολιτισμού, μαζί με το όραμα για έναν καλύτερο κόσμο μέσα από τη διαφύλαξη και οραματική θέαση αυθεντικών αξιών. Η εσωτερική διακειμενικότητα, με τα πρόσωπα του παππού και του εγγονού από άλλα βιβλία του συγγραφέα, είναι εμφανής και στο συγκεκριμένο βιβλίο προσφέρεται με καθολικό τρόπο για ουσιαστική αναγνωστική ανταπόκριση.

Τα πραγματικά γεγονότα του βιβλίου αναδύονται αφενός από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός παιδιού και αφετέρου, τα φανταστικά, από τις δύο εγκιβωτισμένες ιστορίες του συγγραφέα παππού του. Παρουσιάζονται τα πρόσωπα των γονιών του μικρού, που εργάζονται στο εξωτερικό, της γιαγιάς και του παππού του, ο οποίος κουρασμένος από τη ζωή στην πόλη πήγαινε στο εξοχικό τους, ένα πέτρινο σπίτι μέσα στη φύση. Η ταμπέλα «Τέσσερις Εποχές» ανταποκρίνεται πλήρως στο σκηνικό. Αμπέλια, κερασιές, πορτοκαλιές, φιλύρες, κουμαριές απλώνονται στη γύρω περιοχή. Πραγματικός παράδεισος, δηλαδή. Από εκεί ο παππούς έστελνε, σε κίτρινους φακέλους, ιστορίες στον εγγονό του, για να τις διαβάσει, όταν θα μάθαινε ανάγνωση. Κι εκείνος άρχισε να τις διαβάζει έπειτα από μια μεγάλη φωτιά, που γλίτωσε ο παππούς, κατά προτροπή του, εκείνη την ιστορία που είχε άρωμα φλαμουριάς.

Δύο από αυτές τις ιστορίες, σε δεύτερο πρόσωπο, είναι εγκιβωτισμένες στην αφήγηση. Η πρώτη αναφέρεται στη μυθολογική Φιλύρα, στην ένωσή της με έναν Σειληνό (όπως αναφέρει ένας από τους μύθους που την ακολουθεί) και τη γέννηση του Χείρωνα, ο οποίος στο όνομα της μητέρας του –δέντρο πια–, πρόσφερε την ευτυχία στους άλλους θεραπεύοντας τις αρρώστιες τους. Κι η δεύτερη ιστορία –μάλλον πρόκειται για αιτιολογικό μύθο, πλασμένο από τον συγγραφέα– είναι για τις εναγώνιες προσπάθειες ενός δέντρου μέχρι να κατακτήσει το όνειρό του, που ήταν να λουστεί από τον ήλιο και να γίνει πορτοκαλιά. «Τελικά είμαστε τα όνειρά μας. Γινόμαστε ό,τι είχαμε ονειρευτεί», υπογραμμίζεται στο κείμενο (σελ. 43).

 

Οι ιστορίες, ποιητικές στο ύφος τους, που έστελνε ο παππούς με αφορμή κάποιο δέντρο, μιλούσαν για γενέθλιες αξίες όπως η φιλία, η ταπεινοφροσύνη, η επανάσταση και άλλες. Κάθε συναίσθημα, κάθε αξία κι ένα φυτό δηλαδή. Πρόκειται για μια βαθιά οικολογική συλλογιστική, που συνδέει τη φύση με τη μυθολογία και τον προσωπικό μύθο με το όνειρο. Οι προσωπικές αξίες που γίνονται κοινωνικές συνδέονται με την έννοια της οικολογικοποίησης της σκέψης του Εντγκάρ Μορέν, σχετικά με τη συνεργασία ανθρώπου και φύσης. «Είμαστε συγκυβερνήτες της γης», υπογραμμίζει ο Μορέν, για να υπάρχει η γη συνεργαζόμενοι μαζί της, ενσταλάζοντας το αξιακό της σύστημα στο δικό μας σύμφωνα και με τη Βαθιά Οικολογία. Ή αλλιώς, όπως λέει στο σημείωμά του ο συγγραφέας: «“Η ζωή συνεχίζεται”. Αλλά δεν το λέμε σωστά. “Τη ζωή εμείς τη συνεχίζουμε”. Αυτό θα πρέπει και να λέμε και να θυμόμαστε» (σελ. 56).

Είναι συγκινητική η στιγμή του εγγονού, που στα δεκάξι του πήγε να βρει τον παππού για να ζήσουν μαζί την τελευταία ιστορία. Κι αργότερα, όταν θα τη γράψει, θα θυμηθεί τα λόγια του: «Βλέπεις; Η ζωή πάντα νικάει… Η Αγάπη πάντα… Και στο τέλος –να!– το όνειρο που το έχει κάνει αλήθεια!» (σελ. 54). Με άλλα λόγια, το όνειρο και η αγάπη έπλασαν τον νέο συγγραφέα, που έχει το ίδιο όνομα και που ακόμα τις δυο ιστορίες θα μπορούσε να τις γράψει ο ίδιος. Και θα πρόσθετα ότι το «ίδιο» όνομα έχει φαντασιακά κι ο ιδανικός αναγνώστης που αναδημιουργεί το κείμενο.

Με ένα σημείωμα στο τέλος δηλώνεται και η συγγραφική πρόθεση, που μπορεί να δίνει βασικές ορίζουσες του βιβλίου, οι οποίες όμως σε τίποτε δεν εμποδίζουν τον αναγνώστη και την αναγνώστρια να συλλάβουν την κοσμοθεωρία του κειμένου, που σχετίζεται με τη διατήρηση ενός οραματικά ευτυχισμένου κόσμου, και να δημιουργήσουν τους δικούς τους φανταστικούς κόσμους, όπως θα έλεγε ο Λισιέν Γκολντμάν. Εξάλλου, η επωδός του σημειώματος το υπογραμμίζει:

…Όλα αυτά τα έκλεισα σε τούτο το βιβλίο. Που τώρα είναι δικό σας… Κι ίσως κάποια στιγμή ξεκινήσατε να γράφετε κι εσείς μια παρόμοια ιστορία με τους μύθους και τους τόπους που αγαπάτε, για όσους ακούνε στο ίδιο με το δικό σας όνομα, έχουν το ίδιο όνειρο. (σελ. 57)

Η εικονογράφηση της Φωτεινής Στεφανίδη είναι ιδιαίτερα ονειρική. Εντυπωσιακές εικόνες με βάθος αισθήσεων και ουσίας, απ’ όπου αναδύεται μια έξοχη εικονοποιία της φύσης, που παραπέμπει σε κοσμογονικού ύφους μυθολογικές ιστορήσεις προσώπων και των πράξεών τους.

Καταληκτικά: είναι απολαυστική, με ποιητικές εξάρσεις, η ανάγνωση ενός βιβλίου βαθιά ανθρώπινου και συμβολικού, αληθινά φιλοσοφημένου και οραματικού, που φαντάζει ως παρακαταθήκη προς τη νέα γενιά. Μια ανάγνωση η οποία γεφυρώνει αναγνωστικά τις ηλικίες σε ένα πλαίσιο δημιουργίας του συγγραφέα και αναδημιουργίας του αναγνώστη, που έτσι γίνεται και συνδημιουργός.

Μάνος Κοντολέων: «Με το ίδιο όνομα» (diastixo.gr)

20/4/2022

(

Napoli mon amour

 

Αλέσιο Φορτζόνε

“Napoli mon amour”

Μετάφραση: Δέσποινα Γιαννοπούλου

Εκδόσεις Πόλις

 

                                   Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

Ο Ναπολιτάνος Αλέσιο Φορτζόνε γεννήθηκε το 1986. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και κοινωνική πολιτική. Το Napoli mon amour είναι το πρώτο του βιβλίο, και τιμήθηκε με το βραβείο Berto και το Prix Méditerranée 2021 ξένου μυθιστορήματος. Το δεύτερο μυθιστόρημά του, Giovanissimi, ήταν στην τελική λίστα υποψηφιοτήτων για το βραβείο Strega. Ήδη κυκλοφορεί το τρίτο του μυθιστόρημα, με τίτλο Il nostro meglio.

Στην Ελλάδα μεταφράζεται για πρώτη φορά και νομίζω πως έχει όλες τις προϋποθέσεις να αγαπηθεί από τους έλληνες αναγνώστες.

Κεντρικός ήρωας του βιβλίου -αυτός είναι και που αφηγείται την ιστορία του- ο τριαντάχρονος Αμορεζάνο.

Ένας από τους χιλιάδες νέους άντρες που αν και έχουν ολοκληρώσει πανεπιστημιακές σπουδές, δεν κατάφεραν να βρούμε σε αυτές ένα στόχο ζωής, αλλά ούτε και μια οικονομική κάλυψη και έτσι παραδέρνουν μέσα σε μια κοινωνία που ή θέλει να τους χρησιμοποιήσει ως απλά εξαρτήματά της ή τους αφήνει να ζούνε στο περιθώριο της.

Ο ίδιος ο Αμορεζάνο, μετά το τέλος των σπουδών του, προσπάθησε να καλύψει τη διάθεσή του να ανακαλύψει κάτι νέο, εργαζόμενος κάποιο διάστημα στα καράβια.

Τα μέρη που έζησε, η ζωή μέσα σε ένα πλοίο πολύ γρήγορα τον έκαναν να επιστρέψει στις αρχικές και βασικές του επιλογές ζωής. Η λογοτεχνία γι αυτόν είναι ο χώρος στον οποίον καταφεύγει άλλοτε ως αναγνώστης κι άλλοτε ως ερασιτέχνης συγγραφέας.

Παράλληλα αναζητά μια εργασία -συνεχίζει να μένει με τους γονείς του και όσα χρήματα είχε εξοικονομήσει από την εποχή που ήταν ναυτικός ολοένα και λιγοστεύουν.

Αλλά ενώ βλέπει το αδιέξοδο που θα φτάσει όταν τα χρήματα αυτά θα σωθούνε, ούτε είναι διατεθειμένος να συμβιβαστεί με μια κενή περιεχομένου μόνιμη καθημερινότητα, αλλά και μήτε ελπίζει πως ο όποιος συμβιβασμός θα έλυνε το πρόβλημά του.

Στην ουσία είναι ένας νέος άνδρας που, όπως τόσοι άλλοι, γνωρίζει πως το αύριο θα είναι χειρότερο από το σήμερα.

Παράλληλα με τις χλιαρές προσπάθειές του ανεύρεσης εργασίας, ξοδεύει -στην κυριολεξία- τις ώρες του με τη συντροφιά ενός φίλου, του Ρούσο, ενός ατόμου που σε αντίθεση με τον Αμορεζάνο, αντιμετωπίσει τη ζωή ως μια και μόνη στιγμή και αδιαφορεί για την όποια επόμενη εξέλιξή της.

Ο Αμοριζάνο μετρά το κάθε ευρώ που ξοδεύει και σκέφτεται σοβαρά πως θα πρέπει να πάρει την απόφαση -όταν  πλέον θα έχει ξοδέψει και το τελευταίο-  να αυτοκτονήσει.

Γράφει και ξαναγράφει τρία τέσσερα διηγήματα, σχεδιάζει να τα στείλει για αξιολόγηση στον συγγραφέα που περισσότερο απ΄ όλους θαυμάζει και τριγυρνά στους δρόμους της Νάπολης.

Και κάπου εκεί θα συναντηθεί με τη Νίνα και στο πρόσωπό της θα βρει όχι ακριβώς ένα στόχο ζωής και επιβίωσης, αλλά ένα περιεχόμενο ουσίας των τελευταίων του ημερών. Κι ενώ βλέπει πως το απόθεμά του σε ευρώ εξαντλείται με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα, δεν σταματά να απολαμβάνει κάθε στιγμή -επιτέλους βρήκε ένα στόχο και ένα νόημα, ακόμα και την ψευδαίσθηση πως θα υπάρξει μια λύση.

Αλλά ο έρωτας στην εποχή μας ή θα έχει τη μορφή μιας προσωρινότητας ή τη μορφή αδιεξόδου ζωής.

Η Νίνα έχει τους δικούς της στόχους, δεν τους συνδέει με την παρουσία στη ζωή της ενός άλλου. Ο Αμοριζάνο θα μείνει μόνος. Κάτι ελάχιστα ευρώ -μικρά δωράκια του παππού και των γονιών του- θα τον κάνουν να πάρει την τελική του απόφαση.

Κι έτσι…  Ήμουν ήδη εξαντλημένος, το κεγάλι μου γύριζε, Κοίταξα πίσω, προς την παραλία, και δεν είδα τον Ρούσο, δεν είδα τίποτα. Κοίταξα μπροστά και είδα μόνο τον Βεζο΄τβιο, ύστερα από μίλια και μίλια ανοιχτής θάλασσας. Ήμουν κουρασμένος, πολύ κουρασμένος ακόμα και για να κρατηθώ από τη σημαδούρα…                                                                       Έκανα εμετό μέσα στο νερό και παρέμεινα μέσα στον εμετό μου. Ξαναέκανα εμετό και μετακινήθηκα… Τα πόδια μου δεν άντεχαν άλλο. Φαντάστηκα ότι ήταν από ατσάλι και με τραβούσαν προς τα κάτω, προς το βυθό, προς το μπλε, το βαθύ μπλε. Συνέχισα και συνέχισα και δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος, γιατί δεν είχα πια δυνάμεις και ίσως και να μην είχα ποτέ. Χάνομαι για πάντα. Αυτό ήταν, έγινα μπλε.

113 ευρώ.

Οι τελευταίες αράδες του βιβλίου παραμένουν ανοιχτές στην όποια ανάγνωση. Πνιγμός ή μήπως κάτι άλλο;

Αν κρατήσουμε την σύμβαση πως η αφήγηση από την πρώτη σελίδα μέχρι την τελευταία δεν αφήνει μήτε στιγμή το υπονοούμενο πως ο αφηγητής είναι νεκρός, τότε αυτόματα το τέλος πρέπει διαφορετικά να αναγνωσθεί. Με κάποιον συμβολικό τρόπο.

Η διαχρονικότητα του ενός ηφαιστείου, το βαθύ μπλε του βυθού, τα πόδια που βαραίνουν ίδια με ατσάλι και τελικά η αυτοτελής πρόταση -113 ευρώ- δείχνουν τον τρόπο. Εκεί όπου η κοινωνία απορρίπτει, η Φύση καλοδέχεται; Ενσωματώνει;  Ίσως…

Σε κάθε περίπτωση έχουν προηγηθεί σελίδες όπου στραφταλίζουν από ένα νεανικό ερωτισμό, προτάσεις όπου το χιούμορ χρησιμοποιείται ως εργαλείο αυτοσαρκασμού, εκφράσεις που επιστρατεύουν κλασικές ρομαντικές τεχνικές ερωτικής εξομολόγησης και όλα αυτά ιδωμένα μέσα από την αισθαντικότητα ενός ανθρώπου που δεν αποδέχεται τον συμβιβασμό και που τολμά να ρισκάρει ποντάροντας στον έρωτα.

Μυθιστόρημα απροσδόκητης ενηλικίωσης, πιο σωστά μυθιστόρημα επιστροφής από την ενήλικη ζωή στην εφηβικότητα και γι αυτό  είναι ένα κείμενο που σε παρασύρει να αποδεχτείς τη σύμβαση να διασχίσεις δρόμους και πλατείες μιας πόλης όπου αν και μεσογειακή είναι βουτηγμένη στην υγρασία και την παγωνιά ενός χειμώνα που δεν εννοεί να τελειώσει.

Αποτελεσματική η μετάφραση της Δέσποινας Γιαννοπούλου.

(850 λέξεις)

(Βιβλιοδρόμιο, 22/4/2023)