19.6.23

Η Μαρίζα Ντεκάστρο στο oanagnostis

 



Ποτέ πιο πριν

της Μαρίζας Ντεκάστρο

 Ένας συγγραφέας ωριμάζει όταν δεν αυτολογοκρίνεται, είναι ειλικρινής στις προθέσεις του, σέβεται την ιδιαιτερότητα του κοινού του (ας πούμε την ηλικία των δυνητικών αναγνωστών), όταν δεν φλυαρεί, δεν μπουκώνει το κείμενο με υπερβολές και λεπτομέρειες, δεν γράφει με εκζήτηση, δεν αγωνιά για την επικαιρότητα, επιλέγει θέματα- επίκαιρα ή μη- που τον συγκινούν, δεν νοιάζεται για τις τάσεις προσπαθώντας να είναι main stream. Και οπωσδήποτε όταν συνθέτει με οικονομία λόγου- που δε σημαίνει συντομία και ξερά λόγια-η οποία απελευθερώνει το λογοτεχνικό κείμενο από βαρίδια συντηρητισμού, διδακτισμού, σκοπιμότητας, χαϊδέματος, κ.ά.

Τους προτείνει με τον τρόπο του να σκεφτούν. Στοχάζεται μαζί με αναγνώστες και ήρωες!

Δεν υπαινίσσομαι ότι Μάνος Κοντολέων, που για το πρόσφατο νεανικό του μυθιστόρημα γράφω στον ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ, δεν είναι ώριμος συγγραφέας. Το αντίθετο! Η γραφή του Κοντολέων είναι αναλυτική και συμπυκνωμένη όπου χρειάζεται!

Ποτέ πιο πριν… Τα πρόσωπα

Η  15χρονη Ανίκα μετανάστρια σε υπερβόρεια χώρα, με τον πατέρα και την εκ πατρός θεία της, βρίσκεται αντιμέτωπη με τα πολύ  διαφορετικά (απελευθερωμένα) ήθη της χώρας υποδοχής και τη μοναξιά της ως σκουρόχρωμης ξένης ανάμεσα σε πλήθος ξανθούς, όμορφα παλικάρια και τολμηρές έφηβες. Ο μοναδικός τρόπος για να μπει στη κοινωνία τους είναι να γίνει μία απ’ αυτούς. Όταν ο ξανθός έρωτας χτυπάει την καρδιά της, συμπτωματικά κόκκινες κηλίδες βάφουν το εσώρουχό της, που σημαίνει ότι η λογοδοσία που είχε κανονιστεί στην πατρίδα πριν να φύγει πρέπει να πραγματοποιηθεί. Ακολουθεί ο γάμος, το ‘κανονικο’ σύμφωνα με τα έθιμα της κοινωνίας από την οποία προέρχεται. Γλυκά φιλιά, όνειρα, αλλά και ποτέ πιο πριν...

Είναι μπερδεμένη. Σκοτισμένη παραπαίει, ανάμεσα στις προτροπές της θείας και τη ζωή που τρέχει.

Η θεία είναι η θεματοφύλακας των παραδόσεων, οι οποίες εκ των πραγμάτων δεν επιτρέπουν την ένταξη στη νέα χώρα, ή, για να το πω αλλιώς, συντηρούν την ελπίδα για την ‘όπως πρέπει’ επιστροφή στην πατρίδα. Το οικογενειακό ‘μυστικό’, ενώ θα μπορούσε να έχει ρόλο teaser στο μυθιστόρημα, επιβεβαιώνει τις παραδόσεις. Σωστά ο συγγραφέας το εγκιβώτισε στην ιστορία αποκαλύπτοντας μία από τις πτυχές της παράδοσης.

 Ο πατέρας κατηγορείται από την αδελφή του ως ανίκανος για αρχηγός της οικογένειας επειδή κάνει τα στραβά μάτια στην κορασίδα του, της επιτρέπει να βγαίνει αργούτσικα και της αγοράζει κινητό(!). Κατά βάθος όμως είναι ρεαλιστής και έχει συνειδητοποιήσει ότι εκεί που βρίσκονται έτσι έχουν τα πράγματα με αποτέλεσμα να αποδέχεται τα πετάγματα της κόρης του.

Γύρω από τον καμβά των νεανικών σχέσεων, την απαγόρευση ή την αποδοχή τους, του οικογενειακού ‘μυστικού’ που σκιαγραφεί την ισχύ των παραδόσεων στις μη δυτικές κοινωνίες που καταδυναστεύουν τις νεότερες γενιές των κοριτσιών, ξεδιπλώνεται μια ειλικρινής προσέγγιση η οποία υπονοεί τις επιπτώσεις στον ψυχισμό των κοριτσιών, την κοινωνική καταξίωση μέσω της παράδοσης και τις δυσκολίες για την αλλαγή της. Ειλικρινής και ρεαλιστική η ενδοσκόπηση του κοριτσιού, επειδή τίποτα δεν είναι εύκολο. Η Ανίκα αμφιταλαντεύεται, τα ζυγίζει μέχρι να αποφασίσει τον καινούριο βηματισμό που θα την κάνει να νιώσει τη χαρά της ελευθερίας, το οποίο σημαίνει να αντέξει τη σύγκρουση με τη συνείδηση και την οικογένειά της. Μετράει το κόστος! Η ηρωίδα του έχει ως ένα βαθμό εσωτερικεύσει τις απαγορεύσεις που ορίζει η κουλτούρα της, όπως συμβαίνει σε πολλές νέες και μεγαλύτερες γυναίκες. Η Ανίκα αισθάνεται ότι έφτασε η ώρα  να απαλλαγεί από αυτό το βάρος και να εκφράσει τα θέλω της.

Πρόκειται λοιπόν για Μια ιστορία για τις ατομικές ελευθερίες και την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, όπως γράφεται στο οπισθόφυλλο, η οποία αποκτά μεγαλύτερο εύρος όταν συνειδητοποιήσει ο αναγνώστης ότι, οι άντρες και οι γυναίκες, ορίζουμε στο μέτρο του δυνατού, τη ζωή μας.

Αντιλαμβάνομαι ότι πρόθεση του Μάνου Κοντολέων δεν είναι η καταγγελία και η κατεδάφιση των συγκεκριμένων παραδόσεων. Θέτει το θέμα με λεπτότητα, πειστικά και εμπλέκεται στη σχετική συζήτηση η οποία άνοιξε τα τελευταία χρόνια. Αναμφίβολα, ως δυτικός άνδρας, και εμείς ως δυτικές γυναίκες, έχουμε θέσεις και απόψεις, αλλά εκτός μυθιστορήματος.

https://www.oanagnostis.gr/pote-pio-prin-tis-marizas-ntekastro/?fbclid=IwAR0-6epDdN0gurxpzY5P8O-nOdjWiwFS_wCTRwTjorlSoq4FDWxo7SOVxXA

Η Λευκή Σαρακινού στο bookpress

 





Ο αγαπημένος και βραβευμένος συγγραφέας μυθιστορημάτων για εφήβους Μάνος Κοντολέων δηλώνει για άλλη μία φορά την παρουσία του στα ελληνικά γράμματα, καταθέτοντας ένα μυθιστόρημα με σύγχρονους προβληματισμούς και θεματικές με τίτλο «Ποτέ πιο πριν» (εκδ. Πατάκη).

Η κατάλληλη στιγμή για αλλαγή

Ποτέ πιο πριν, αλλά ούτε και πιο μετά από την κατάλληλη στιγμή δεν είναι καλό να λαμβάνουμε μία μεγάλη απόφαση σχετικά με τη ζωή μας. Οφείλουμε αντίθετα να μελετάμε προσεκτικά όλες τις συγκυρίες και να αποφασίζουμε προσεκτικά πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για να αλλάξουμε κάτι ή να προβούμε σε κάποια συγκεκριμένη ενέργεια που να αφορά το μέλλον μας. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή, την κατάλληλη, χωρίς περιττές βιασύνες ούτε καθυστερήσεις, φαίνεται να αναζητά η Ανίκα, η πρωταγωνίστρια στο νέο μυθιστόρημα του Κοντολέων. Η Ανίκα είναι μία νεαρή έφηβη, κόρη μεταναστών από μία μακρινή χώρα της Ανατολής –δεν προσδιορίζεται ονομαστικά, αλλά υπονοείται μία ισλαμική ασιατική χώρα με χαμηλό βιοτικό επίπεδο και ακόμη χαμηλότερο επίπεδο για τις γυναίκες– που ζει με τον πατέρα και την αδελφή του, τη θεία της σε μια ευρωπαϊκή χώρα του Βορρά. Ούτε αυτή η τελευταία κατονομάζεται, υπονοείται όμως ότι πρόκειται για μία σκανδιναβική χώρα με άφθονες χιονοπτώσεις.

Θα καταφέρει άραγε να εκφράσει τα συναισθήματά της με τον τρόπο που το επιθυμεί;

Ο ιστορικός χρόνος κατά τον οποίο διαδραματίζονται όλα αυτά επίσης δεν προσδιορίζεται. Υπονοείται και πάλι όμως, εμμέσως πλην σαφώς, η σύγχρονη ιστορική περίοδος. Μόνο η εποχή προσδιορίζεται ως χειμώνας.

«Δεκέμβρης πλέον και τούτη η χώρα –εδώ και μέρες– έχει δοθεί στον ρυθμό μιας γιορτής. Μιας γιορτής που η Ντόνα Νεράν αρνείται να κατανοήσει. Τα έθιμά της μάλλον την ενοχλούν… Είναι το χιόνι που την ενοχλεί. Και το δυνατό κρύο… Μα πώς γίνεται να γιορτάζει ένας θεός μέσα σε τόση παγωνιά; Δεκέμβρης πλέον και η Ντόνα Νεράν –όπως εδώ και χρόνια συνηθίζει– κρατά κλειστές τις κουρτίνες, κλείνει και τα ρολά».

Η Ανίκα δεν έχει μητέρα – αυτή χάθηκε όταν η ίδια ήταν δύο μόλις ετών με ένα τραγικό δυστύχημα, το οποίο αποτελεί και το καλά κρυμμένο μυστικό της οικογένειας. Το γεγονός αυτό είναι που αναγκάζει την οικογένεια της Ανίκα να μεταναστεύει διαρκώς ολοένα και πιο βόρεια. Τώρα που η νεαρή βρίσκεται στο κατώφλι της ενηλικίωσης, αρχίζει να αναζητά απαντήσεις στα ερωτήματα που της θέτει η ίδια η ζωή, προσπαθεί να ανακαλύψει την αληθινή της ταυτότητα, αλλά και αρχίζει να νιώθει τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα. Θα καταφέρει άραγε να εκφράσει τα συναισθήματά της με τον τρόπο που το επιθυμεί;

Τα ονόματα που έχει επιλέξει ο συγγραφέας θυμίζουν παραμύθι: Ανίκα, Γιαν, Αγκίπ Ζιτάν, Ντάφνη, Ντόνα Νεράν. Ίσως μας παραπέμπουν νοερά σε κάποια μακρινή μουσουλμανική, εξωτική χώρα.

Ο Κοντολέων θίγει με έξυπνο τρόπο μία σειρά από ζητήματα που απασχολούν τους ανθρώπους του σήμερα: της μετανάστευσης και της προσαρμογής στη χώρα υποδοχής, την εφηβεία μαζί με τις ανησυχίες της, μία δύσκολη περίοδος της ζωής για τα παιδιά, κατά τη διάρκεια της οποίας οι νέοι ανακαλύπτουν την ταυτότητά τους, την υποδεέστερη θέση των γυναικών σε πολλές σύγχρονες κοινωνίες, αλλά και το ζήτημα της ελεύθερης έκφρασης και βούλησης και των ατομικών μας ελευθεριών, ακόμη και του δικαιώματός μας στον έρωτα και την ελεύθερη επιλογή ερωτικού συντρόφου.

Η Ανίκα παραμένει το κομβικό πρόσωπο της αφήγησης, στο πρόσωπο της οποίας αποκτά νόημα και η παρελθοντική αφήγηση σχετικά με την τύχη της μητέρα της. Η Ανίκα είναι μία γνήσια έφηβη του σήμερα: άλλες φορές φέρεται δυναμικά, άλλες παθητικά. Άλλες υποτάσσεται στη μοίρα και άλλοτε αντιδρά έντονα. Άλλοτε φέρεται με σύνεση και άλλοτε με παραλογισμό. Και άλλες φορές θα μας δώσει την αίσθηση ότι πραγματικά δεν ξέρει τι θέλει, ούτε τι της γίνεται στην κυριολεξία, κάτι το οποίο παθαίνουν ενίοτε όλοι ανεξαιρέτως οι έφηβοι…

https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/17933-pote-pio-prin-tou-manou-kontoleon-kritiki-anazitontas-apantiseis-sto-katofli-tis-enilikiosis?fbclid=IwAR1YikNeHCV1HoHwrRDIl5knO_QCCRJCoMmn5qNJY2914jScfBMxZde0ock


17.6.23

Ποτέ πιο πριν….. Της Κατερίνας Ζαμαρία

 

     


                                                                     Ποτέ πιο πριν…..

Της Κατερίνας Ζαμαρία

 

Ένα βιβλίο γύρω από ένα ιδιαίτερο και διαχρονικά επίκαιρο θέμα είναι το βιβλίο «Ποτέ πιο πριν» του Μάνου Κοντολέων, που απευθύνεται τόσο σε εφήβους όσο και σε ενήλικες. Εμπνευσμένο από την σύγχρονη πραγματικότητα των παγκοσμιοποιημένων κοινωνιών, έρχεται μέσα από την ιστορία της Ανίκα-αλλά και της Λούρα- να μιλήσει για κάτι που εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο: τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία αλλά και το δικαίωμα κάθε ανθρώπου-γενικότερα- στην ελεύθερη έκφραση συναισθημάτων και στην  ατομική ελευθερία.

Η Ανίκα ζει με τον πατέρα και τη θεία της πάνω από δεκαπέντε χρόνια σε μια χώρα του Βορρά. Η ίδια, όπως και οι δικοί της, έχει γεννηθεί σε μια μακρινή χώρα της Ανατολής. Ένα τραγικό γεγονός, όμως, τους ανάγκασε να μεταναστεύσουν. «Η ίδια έχει πια κουραστεί να μην υπάρχει ένας σταθερός τόπος, ένα σπιτικό και για τους τρεις τους…συνήθως αλλού τους χειμώνες κι αλλού τα καλοκαίρια…Όπου ο πατέρας έβρισκε την όποια δουλειά». Η Ανίκα, καταπιέζεται από τα αυστηρά ήθη της πατρίδας της τα οποία οι δικοί της θέλουν να της επιβάλουν. Είναι στην εφηβεία, ονειρεύεται, ο έρωτας μπαίνει στη ζωή της…. «Με λένε Γιαν….Τα δάχτυλα των δυο νέων συναντιούνται-εκείνου με την τόλμη των προγόνων του που αψηφούσαν παγόβουνα και θαλασσοταραχές , εκείνης με τη διστακτικότητα μιας φυλής υποταγμένης στην αυθαιρεσία της όποιας εξουσίας».

Στα μυθιστορήματα για νέους η κυρίαρχη θεματολογία περιστρέφεται γύρω από τη μετάβασή τους από τον κόσμο της παιδικής αθωότητας στον κόσμο της ευθύνης και της αυτονόμησης της προσωπικότητας. Η απεικόνιση, στη λογοτεχνία, της μετάβασης αυτής έχει ως ζητούμενο όχι να κατευθύνεται ο έφηβος αλλά να μάθει να πορεύεται με τις δικές του συνειδητοποιημένες επιθυμίες. Στο πρόσωπο του Άλλου ο νεαρός αναγνώστης καθρεφτίζεται, καθώς ο ήρωας είναι, ταυτόχρονα, ίδιος και διαφορετικός. Παράλληλα, μέσω της μυθοπλασίας μεταγγίζονται αξίες και πολιτισμικά κοιτάσματα. Έτσι  διαμορφώνει μια πολυεπίπεδη ταυτότητα.

Στο βιβλίο του Κοντολέων, οι νεαροί αναγνώστες ταυτίζονται με τους συνομήλικους ήρωες, βιώνουν τα συναισθήματά τους αλλά και έρχονται σε επαφή με έναν κόσμο που μπορεί ως εικόνα να τους είναι οικείος (η Ελλάδα είναι πια μια χώρα πολυπολιτισμική) αλλά δεν τον κατανοούν (και ως εκ τούτου συχνά τον λοιδωρούν και τον απαξιώνουν). Εκείνο που, ωστόσο, συχνά ξεχνάμε ή αγνοούμε όταν αναφερόμαστε στον ξένο ως Άλλο είναι η σύγκρουση που και εκείνος βιώνει.

Στη Γαλλία, τη δεκαετία του ΄80 εμφανίζεται η «λογοτεχνία beur», μέσα σε κείμενα όπου οι συγγραφείς της –Γάλλοι και δεύτερης γενιάς αραβικής καταγωγής- διεκδικούν ένα διττό ανήκειν στο μεταίχμιο δύο πολιτισμών. Η ηρωίδα του Κοντολέων βιώνει μια αντίστοιχη πολιτισμική διπολικότητα: από τη μια η οικογενειακή/εθνική κουλτούρα με την οποία έρχεται σε επαφή μέσα στο σπίτι (γλώσσα, έθιμα, αξίες, διατροφή, κανόνες) και από την άλλη εκείνη της κυρίαρχης κοινωνίας στην οποία μετέχει μέσα από ποικίλους θεσμούς (σχολείο, δημόσιοι χώροι, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τέχνη).

«Για μένα ποιο εδώ υπάρχει;» αναρωτιέται η ηρωίδα. Πατώντας πάνω στην ιστορία της Ανίκα ο συγγραφέας θα αναδείξει τις συγκρούσεις που βιώνουν όσοι καλούνται να συγκεράσουν δύο ταυτότητες. Δυσκολίες που συχνά επιτείνονται από την ηλικία, τις μνήμες αλλά και τη διάθεση του καθενός. Έτσι, αντίθετα με την Ανίκα που θα αναζητήσει τον προσωπικό της βηματισμό στη νέα συνθήκη, αντίθετα με τον Αγκίπ που θα αναμετρηθεί με μια ολόκληρη κοσμοθεωρία που απορρέει από την καταγωγή και το φύλο του και θα κάνει την υπέρβαση, η Ντόνα Νεράν θα παραμείνει πιστή/δέσμια στην κουλτούρα και στην ταυτότητα της πατρίδας της. «Το αποφάσισε: Εγώ θα φύγω…Θα επιστρέψω… Ολόγυρά της πρόσωπα άγνωστα, αδιάφορα…Ξανθά μαλλιά, φωτεινά μάτια…Άλλοι άνθρωποι…Ξένοι.»

Στο κείμενο ο Κοντολέων δεν ακολουθεί ούτε γραμμική ούτε μονοφωνική αφήγηση. Με μια εκτενή αναδρομή στο παρελθόν, μέσα από μια δεύτερη ηρωίδα, τη Λούρα,  θα αποκαλύψει όχι μόνο το καθοριστικό γεγονός που σημάδεψε τη μοίρα της οικογένειας αλλά θα αναδείξει και το γεγονός ότι κάποιες συνθήκες στη   ζωή των γυναικών δεν είναι παντού και πάντα δεδομένες. «Ένα σχοινί, ένα σχοινί φέρτε μου, να δέσω το ρεζίλι της φαμίλιας μας! Κι εσύ πώς γίνεται να κάθεσαι δίπλα στην πόρνη αυτή!....Κι όταν πια σε μέρος ερημικό την αφήσανε τη Λούρα και πήρανε αμίλητοι πια, αμίλητοι από την εξάντληση του θυμού και του μίσους, κατεύθυνση επιστροφής…η Μόνα έβγαλε κραυγή και ήταν κραυγή τρόμου, οδύνης, σπαραγμού και απελπισίας».

Στη λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες η πορεία προς την ωριμότητα είναι αποτέλεσμα -και-της διαπραγμάτευσης των νέων με την Εξουσία και τους εκφραστές της. Κατά κάποιον τρόπο, αυτή η εξουσία (που, κάποτε, λειτουργεί καταπιεστικά, συνθλίβοντας τα ατομικά χαρακτηριστικά) επενεργεί εντέλει λυτρωτικά. Κι αν για τη Λούρα η σύγκρουση με την πατριαρχική κοινωνία την οδηγεί στο θάνατο, αν κάνει την Νεράν «να αποδεχτεί τη μοίρα κάθε θηλυκού, που είναι να ακολουθεί κατά πόδας τον πιο στενό της αρσενικό συγγενή», για την Ανίκα η σύγκρουση των «θέλω» της με τα «απαγορεύεται», θα ενεργοποιήσει μια διαδικασία εσωτερικής διαμόρφωσης.

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε πέντε μέρη, με τις αφηγηματικές φωνές να εναλλάσσονται. Έτσι, το κείμενο, μέσα από τις πολλαπλές οπτικές γωνίες, οπτικές γωνίες που διαμορφώνονται από τους έφηβους αλλά και τους ενήλικες συμπρωταγωνιστές, δεν εξαντλείται σε μια αντιπαραβολή χαρακτήρων ή αξιών αλλά δίνει τη δυνατότητα μιας πιο σύνθετης αναγνωστικής εμπειρίας. Η αφήγηση, σαν ένας φακός που συνεχώς αλλάζει εστίαση, δίνει τη δυνατότητα να συλλάβει ο αναγνώστης την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ζωής, να κατανοήσει πως το βλέμμα προς αυτή διαμορφώνεται μέσα από ένα πλέγμα συνθηκών και πλήθος παραγόντων, απεγλωβίζοντάς τον από την μανιχαϊστική πρόσληψη της πραγματικότητας, που συχνά κυριαρχεί στην εφηβεία. Παράλληλα, η εναλλαγή αφήγησης-διαλόγου αλλά και του πρώτου με το τρίτο πρόσωπο, επιτρέπουν να σκιαγραφηθούν συναισθήματα, κίνητρα, σκέψεις, χαρακτήρας . Αποδίδεται έτσι και η θέαση του ενηλίκου, που ερμηνεύει και οδηγεί τα βήματα της ιστορίας, αλλά και δίνεται η δυνατότητα στον αναγνώστη να παρακολουθήσει τους ήρωες να εξελίσσονται μπροστά στα μάτια του.

Ο Κοντολέων έχει χαρακτηριστεί ως ο «αενάως έφηβος» συγγραφέας βιβλίων για νεαρούς ενήλικες. Ένας συγγραφέας που έχει την ικανότητα να απευθύνεται στους νέους χωρίς να νεανίζει. Δεν τους κλείνει το μάτι με εύκολα τεχνάσματα όπως η, καθ΄υπερβολή, χρήση της εφηβικής αργκό. Αποφεύγει τον οποιοδήποτε διδακτισμό (εξ ορισμού καταδικασμένο να αποτύχει, αφού οι έφηβοι απορρίπτουν και την πιο απλή συμβουλή) και «ενδύεται» την ψυχοσύνθεση του εφήβου, όχι μιμούμενος αλλά διατηρώντας μια εσωτερική-υπαρξιακή σχέση με την εφηβική ηλικία. Ταυτόχρονα, όπως απαιτεί η ποιοτική λογοτεχνία, δημιουργεί πλήρως αναπτυγμένους και ενήλικες χαρακτήρες, διαμορφώνοντας έτσι ένα πλήρες λογοτεχνικό σύμπαν, όπου οι ζωές των ανθρώπων αλληλοσυμληρώνονται, αλληλεπιδρούν και γίνεται σαφές ότι η περιπέτεια της ενηλικίωσης είναι διαρκής και διηλικιακή. «Να τολμάς να γνωρίζεις όχι μόνο αυτό που ξέρεις πως αγαπάς, αλλά και ό,τι μπορεί έστω και για λίγο να σου χαρίσει μια διαφορετική εμπειρία».

Αν και θεματολογικά μοντέρνος, ο Κοντολέων δεν πέφτει θύμα στις κατά καιρούς «μόδες». Κόντρα σε ένα ρεύμα «ροζ» λογοτεχνίας που δεν άφησε ανεπηρέαστη και τη λογοτεχνία για νέους και στην οποία, συχνά, αναπαράγεται η κυρίαρχη ιδεολογία περί φύλου, το βιβλίο δεν είναι ένα «κοριτσίστικο» βιβλίο που αναπαράγει την στερεοτυπική αντίληψη της θηλυκότητας.  Είναι ένα βιβλίο, πέρα από φύλο και ηλικία, που προσεγγίζει ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό της εφηβείας, τον έρωτα και τη σεξουαλική αφύπνιση, μέσα σε ένα ευρύτερο ιδεολογικό και κοινωνικό πλαίσιο, που είναι η πατριαρχία. Στην αφήγηση του συγγραφέα, το σώμα δεν είναι μόνο δίαυλος για ψυχικές και συναισθηματικές διεργασίες αλλά και για κοινωνικές και κοινωνιολογικές παρατηρήσεις και ερμηνείες…εντέλει για τη διαμόρφωση της ταυτότητας ως ατομικό χαρακτηριστικό. Καταφέρνει, λοιπόν, να διευρύνει την οπτική του αναγνώστη επιτρέποντάς του να κατανοήσει ότι είναι η κυρίαρχη κουλτούρα αυτή που διαμορφώνει στάσεις και συμπεριφορές, ακόμα και για ζητήματα αυτοδιάθεσης του σώματος.

Ο Μάνος Κοντολέων με το «Ποτέ πιο πριν» παραδίδει ένα βιβλίο όπου, με τη μαεστρία που διαθέτει στη διαχείριση «δύσκολων» θεμάτων, αγγίζει το διαχρονικό πρόβλημα της καταπίεσης των γυναικών. Όχι επιδερμικά αλλά εμβαθύνοντας στο ζήτημα της ισότητας ανδρών και γυναικών, ανεξαρτήτως θρησκείας ή καταγωγής. Ένα σύγχρονο μυθιστόρημα που χτίζεται πάνω στον άξονα των διαρκών αντιθέσεων ανάμεσα στο εδώ και το εκεί, το τότε και το τώρα, τα θέλω και τα πρέπει, τη φτώχεια του τρίτου κόσμου και τη βιομηχανική ανάπτυξη του βορρά, το πικρό πλην αναγκαίο καθήκον, το «συνηθίζω ή αποδέχομαι;»

Ένα βιβλίο που καταδεικνύει πόσα πολλά βήματα πρέπει να γίνουν ακόμα για να κατακτηθεί η ισότητα, αφού η βία ενάντια σε όσους αμφισβητούν συντηρητικές δοξασίες εξακολουθεί να υφίσταται: είτε με τη μορφή της διαπόμπευσης και του λιθοβολισμού της Λούρα σε μια χώρα της Ανατολής είτε με τη μορφή των γυναικοκτονιών στις χώρες της Δύσης.

Ένα βιβλίο που καλεί τους αναγνώστες, εφήβους και μη, να κατανοήσουν ότι η αυτοδιάθεση συνιστά θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και γι΄αυτό…. «Το πότε…πριν ή μετά, εσύ να το αποφασίσεις».


Μάνος Κοντολέων: «Ποτέ πιο πριν…» (diastixo.gr)

 

 

Bernhard Schlink «Η εγγονή»

 







Bernhard Schlink

«Η εγγονή»

Μετάφραση: Απόστολος Στραγαλινός

Εκδόσεις Κριτική

 

Ο Bernhard Schlink έγινε παγκοσμίως γνωστός όταν ένα από τα μυθιστορήματά του μεταφέρθηκε επιτυχημένα στον κινηματογράφο. Επρόκειτο για το «Διαβάζοντας στη Χάννα», έργο που μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως είναι χαρακτηριστικό λογοτεχνικό δημιούργημα ενός συγγραφέα με πολιτικές όσο και κοινωνικές ανησυχίες, μα και με συναισθηματικές ανιχνεύσεις.

Κι αυτό γιατί στα περισσότερα -αν όχι και σε όλα- τα έργα του Γερμανού αυτού συγγραφέα η πλοκή από τη μια στηρίζεται στις ιδιαίτερες πορείες ζωής των κεντρικών προσώπων και από την άλλη στο ότι αυτές πορείες συνδέονται άρρηκτα με τις πολιτικές συνθήκες που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο χαρακτήρισαν τον 20ο κυρίως αιώνα.

Γεννημένος του 1944, ο Schlink βρίσκεται πλέον σε μια ολοκληρωμένη στιγμή αναστοχασμού τόσο της όποιας απώλειας που μπορεί να έχει σημαδέψει τη ζωή ενός ανθρώπου, όσο όμως και των προβληματισμών πάνω στη συνέχεια της ζωής, κυρίως εκείνης που όχι μόνο ό ίδιος ως δυτικο-ευρωπαίος συγγραφέας εκπροσωπεί, αλλά και όλος ο Δυτικός Πολιτισμός.

Αλλά ποιες μπορεί να είναι οι ανησυχίες αυτές για ένα Γερμανό συγγραφέα που γεννήθηκε όταν ξεψυχούσε το Γ’ Ράιχ και άρα, κατά κάποιον τρόπο, κληρονόμησε τις ενοχές των προηγούμενων γενεών;

Με τη συνηθισμένη του τακτική ο Schlink στήνει το μυθιστόρημά του και μέσω αυτού καταγράφει τα αδιέξοδα όσο και τις ελπίδες του για το μέλλον του λαού του, δημιουργώντας μυθιστορηματικές περσόνες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ένα βιβλιοπώλη του Βερολίνου που έχει περάσει πια τα 70, και μια εικοσάχρονη νεαρή νεοναζί με καταγωγή από την πρώην Ανατολική Γερμανία.

Το μυθιστορηματικό εύρημα είναι πως τα δυο αυτά πρόσωπα -τα τόσο εκ πρώτης όψεως διαφορετικά μεταξύ τους- συνδέονται στενά με μια ιδιότυπη ενδοοικογενειακή σχέση και καθώς ο γηραιός βιβλιοπώλης επιχειρεί να βοηθήσει την παραστρατισμένα αμφισβητούσα  νεαρή να γνωρίσει τις αρχές του δυτικού κανόνα σκέψης και καλλιέργειας, ο Schlink από τη μεριά του στήνει ένα πλήρες έργο όπου τα πολιτικά γεγονότα πρωταγωνιστούν μέσα από τις αντιδράσεις απλών καθημερινών ανθρώπων.

Αυτού του είδους τα πολιτικά όσο και ψυχογραφικά μυθιστορήματα βοηθούν τον αναγνώστη να αποκτήσει μια πιο βαθιά γνώση των γεγονότων της Ιστορίας, στην ουσία τον πηγαίνουν μέσα στα σπίτια εκείνων που μπορεί να μην δημιούργησαν την Ιστορία, αλλά βίωσαν ο καθένας τη δική του προσωπική ιστορία.

Όπως και πιο πριν αναφέρθηκε, το μυθιστόρημα στηρίζεται στη σχέση ένας εβδομηντάχρονου δυτικογερμανού με μια εικοσάχρονη ανατολικογερμανίδα. Αλλά στην ουσία η μυθιστορηματική πλοκή είναι περισσότερο σύνθετη και πολύπλευρη.

Για μια πληρέστερη κατανόηση της υπόθεσης του έργου ή τουλάχιστον του εναύσματος που θα πυροδοτήσει την πλοκή, αντιγράφω απ΄ το οπισθόφυλλο της έκδοσης:

Καλοκαίρι 1964. Μια φοιτήτρια από το ανατολικό τμήμα του Βερολίνου και ένας φοιτητής από το δυτικό ερωτεύονται. Εκείνος τη βοηθάει να αποδράσει από την Ανατολική Γερμανία και ζουν μαζί. Μόνο μετά τον θάνατο της Μπίργκιτ ο εβδομηντάχρονος πλέον Κάσπαρ ανακαλύπτει το μυστικό που η σύζυγος του έκρυβε μια ολόκληρη ζωή: πίσω στη χώρα της είχε αφήσει μια κόρη.

Το μυθιστόρημα στην ουσία αποτελείται από δυο μέρη, καθόλου βέβαια ανεξάρτητα μεταξύ τους, αλλά που διαφέρουν ως προς την οπτική γωνία της αφήγησης.

Στο πρώτο, το παρελθόν το αφηγείται η γυναίκα του Κάσπαρ με τη μορφή  πρωτοπρόσωπης ημερολογιακής αφήγησης που θα μπορούσε να αποτελέσει το υλικό για ένα μυθιστόρημα που τελικά ποτέ δεν γράφτηκε. Στο δεύτερο η τριτοπρόσωπη αφήγηση παρακολουθεί πράξεις και σκέψεις του ίδιου του Κάσπαρ.

Με αυτό το εύρημα δομής, ο αναγνώστης μπορεί να μεταφερθεί με άνεση από το δεδομένο χθες στο υπό διαμόρφωση τώρα. Και είναι αυτό το υπό διαμόρφωση τώρα έτσι όπως μορφοποιείται μέσα στη σχέση των δυο πρωταγωνιστών -ένας θετού παππού κατόχου του ήθους του δυτικού πολιτισμού και μιας θετής εγγονής εκπροσώπου μιας νέας γενιάς που αυτομαστιγώνεται παραπλανημένη από εθνικιστικές νοοτροπίες- που δίνει την αξία του στο λογοτεχνικό έργο.

Γιατί η Τέχνη είναι η μόνη που μπορεί και να ερμηνεύσει και να θεραπεύσει. Η μόνη που μπορεί να ενώσει γενιές και να καταπραΰνει τον πόνο των τραυμάτων.

Πάρα πολύ καλός συγγραφέας ο Berhard Schlink. Το τελευταίο του μυθιστόρημα διαθέτει και τη κατασταλαγμένη συγγραφική μα και τη τεκμηριωμένη ιδεολογική του εμπειρία.

Ο Απόστολος Στραγαλινός έχει και στο παρελθόν μεταφράσει τον συγγραφέα αυτόν. Οπότε και λογικό η μεταφραστική σχέση να είναι εμφανής στο τελικό αποτέλεσμα.

(680 λέξεις)

Βιβλιοδρόμιο Νέων, 17/6/2023

 

14.6.23

«Η Μάσκα του Καπιτάνο» Κρατικό Βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Λογοτεχνικού Βιβλίου Το σκεπτικό της επιτροπής

 

«Η Μάσκα του Καπιτάνο»

Κρατικό Βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Λογοτεχνικού Βιβλίου

Το σκεπτικό της επιτροπής

Το μυθιστόρημα αυτό μπορεί να διαβαστεί μέσα από πολλές οπτικές, κυρίαρχη όμως είναι αυτή των έμφυλων ταυτοτήτων. Βασικά ερωτήματα ανακύπτουν, όπως: Τι σημαίνει αγόρι και άντρας στην εποχή μας, τι είδους ανδρισμός ή ανδρισμοί προβάλλονται; Προβάλλεται και ο ηγεμονικός ανδρισμός μέσα από τους ενήλικους λογοτεχνικούς χαρακτήρες του βιβλίου καθώς και η μεταβίβαση αυτών των προτύπων στις νεότερες γενιές, αλλά και η αντίδραση των εφήβων που είτε διατηρούν την ευαισθησία τους -στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή- παρά τις προσπάθειες να υιοθετήσουν προσωπεία αρρενωπότητας, είτε επιλέγουν να αποδεχθούν την ομοφυλοφιλία τους. Η ταυτότητα -αυτή που απορρέει ή συνδέεται με το φύλο- διαμορφώνεται σταδιακά και μέσα από κοινωνικές αναπαραστάσεις και στερεοτυπίες, και οι ήρωες του βιβλίου αργούν να την ανακαλύψουν και να κατασταλάξουν σε αυτή. Από λογοτεχνικής πλευράς, βαθμιαία οικοδομούνται τα γεγονότα της πλοκής και οι χαρακτήρες αποκαλύπτονται σταδιακά. Σε αυτό συμβάλλουν και τα σύμβολα, όπως η μάσκα, αλλά και στοιχεία τεχνικής, όπως η ενσωμάτωση στίχων ποιημάτων και τραγουδιών από την παλαιότερη και νεότερη ποίηση. Μαζί με αυτού του τύπου τις διακειμενικές αναφορές, είναι εμφανής η αυτοαναφορικότητα του συγγραφέα σε παλαιότερα έργα του και ο Κοντολέων αποδεικνύεται, και με το μυθιστόρημά του αυτό, ένας βαθύς γνώστης και προσεκτικός μελετητής της ανθρώπινης ψυχής που αυτά τα ουσιώδη για την ανθρώπινη υπόσταση ερωτήματα τα χειρίζεται με ευαισθησία και σεβασμό.

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο:

 

Ο Φιλ –δεκατετράχρονος έφηβος– αναζητά τρόπους να ξεπεράσει την ψυχρότητα με την οποία τον μεγάλωσαν οι γονείς του, αλλά και να μπορέσει κάποια στιγμή να μιλήσει χωρίς να μπλέκονται γράμματα και συλλαβές μέσα στο στόμα του.

 

Η Λάουρα, εκείνη η περίεργη γυναίκα που γνωρίζει όταν πάει να μείνει στο σπίτι του παππού του, θα σταθεί αφορμή να μάθει ο Φιλ για την ύπαρξη του Καπιτάνο.

 

Αλλά τι είναι αυτός ο Καπιτάνο; Σκληρός και άκαρδος ήρωας ενός παλιού κόμικ ή κάποιος που ο Φιλ θα ήθελε να του έμοιαζε;

 

Μια απρόβλεπτη ιστορία μυστηρίου, όπου οι καθημερινοί άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με τους υπόγειους φόβους τους και τις κρυμμένες ενοχές τους.

 

Η «Μάσκα του Καπιτάνο» είναι ένα εγγενώς διηλικιακό βιβλίο. Για τους νεαρούς αναγνώστες είναι μια τερπνή πρόσκληση να ανακαλύψουν τη μαγεία της ποίησης, της μουσικής, και όλων των παλιών πραγμάτων που έχουν μεταμορφωθεί μέσα από την αχλή του χρόνου και της νοσταλγικής αναπόλησης. Πρόκειται βεβαίως για αντικείμενα εμβληματικά, που έχουν νοηματοδοτήσει τον κόσμο και τις πραγματικότητες γενεών. Επομένως αξίζει να τα γνωρίσουν οι νεότεροι. Παράλληλα είναι ένα συναρπαστικό εφηβικό μυθιστόρημα που θίγει σύγχρονα και επίκαιρα προβλήματα. Για τους ενήλικες αναγνώστες όμως, το βιβλίο είναι μια πρόσκληση από πλευράς του συγγραφέα να μοιραστούν μαζί του την υποδόρια χαρμολύπη της νοσταλγίας. Να πυκνώσουν στη φαντασία τους τη νοσταλγία μέσα σε μια άλω συνειρμών και δυνητικών στίχων, εικόνων και τραγουδιών.

 

Τζίνα Καλογήρου, Culturebook, 2.4.21

11.6.23

Γκαμπριέλα Καμπεσόν Κάμαρα «Οι περιπέτειες της Τσίνα Άϊρον»

 







Γκαμπριέλα Καμπεσόν Κάμαρα

«Οι περιπέτειες της Τσίνα Άϊρον»

Μετάφραση: Άννα Βερροιοπούλου

Εκδόσεις Καστανιώτη

  

Ο Χοσέ Ραφαέλ Ερνάντες ( 1834 -1886) ήταν Αργεντινός ποιητής, πολιτικός, δημοσιογράφος και στρατιωτικός. Πέρα από τη σημαντική δράση του στην πολιτική ζωή της χώρας του, έγινε ιδιαίτερα γνωστός ως συγγραφέας του έπους Martín Fierro, του μεγαλύτερου έργου της λογοτεχνίας Γκαούτσο,  δηλαδή των έργων εκείνων που αφορούν τη ζωή των κατοίκων πεδινών περιοχών της Αργεντινής, της Ουρουγουάης, της Παραγουάης, της Βραζιλίας, του Νότου της Χιλής και της Βολιβίας κατά τη διάρκεια του δέκατου έβδομου αιώνα έως τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα.

Κεντρικός χαρακτήρας του αφηγηματικού αυτού ποιήματος είναι ένας γκαούτσο, επονομαζόμενος Μάρτιν Φιέρο. Οι πολιτικές και κοινωνικές αδικίες τον οδηγούν στην παρανομία και τον μετατρέπουν σε έναν λαϊκό ήρωα, καθώς αγωνίζεται τόσο για τη κοινωνική δικαιοσύνη όσο και για την ανεξαρτησία του τόπου του.

Το κατά πόσον η προσωπικότητα του ήρωα αυτού στηρίχτηκε σε πραγματικό πρόσωπο παραμένει πάντα προς επιβεβαίωση. Από τα στοιχεία που το ίδιο το έπος αναφέρει, μαθαίνουμε πως ο Φιέρο υπήρξε παντρεμένος και πατέρας δυο παιδιών.

Όλο το έπος είναι γραμμένο από την ανδρική σκοπιά. Η σκέψεις, τα συναισθήματα και γενικά τα γεγονότα που έχουν να κάνουν με τη γυναίκα του κεντρικού ήρωα απουσιάζουν.

Η Γκαμπριέλα Καμπεσόν Κάμαρα με το μυθιστόρημά της «Οι περιπέτειες της Τσίνα Άϊρόν» επιχειρεί να αφηγηθεί τη ζωή αυτής της γυναίκας, αλλά στην ουσία να περιγράψει τη θέση της γυναίκας εκείνα τα χρόνια σε εκείνες τις περιοχές, ενώ από την άλλη προσφέρει στον αναγνώστη της και μια ιδιαιτέρως πλαστική περιγραφή της φύσης των πεδιάδων της Αργεντινής.

Όταν αναχωρήσαμε, το χορτάρι κυμάτιζε και η πάμπα ήταν μια δίχρωμη θάλασσα: όταν οι μίσχοι υπέκυπταν στον άνεμο, γινόταν άσπρη σαν αφροστόλιστη* όταν ορθώνονταν και πάλι, γινόταν πράσινη, αναδεικνύοντας τις αποχρώσεις των χορταριών που έμοιαζαν με τρυφερά βλαστάρια, παρότι η εποχή της βλάστησης είχε προ πολλού περάσει. Ήτνα τώρα καιρός να επιστρέψουν όλα στο χώμα: το χλωροπράσινο πρώτα κιτρίνιζε, έπειτα έπαιρνε το χρώμα του χρυσού, της ώχρας και του καφέ, για να πέσει στη γη. Ανασαίναμε και πάλι σαν να βγήκαμε από σπήλαιο, σαν ο αέρας στην ενστάνσια να ήταν βαρύς και πνιγηρός και μολονότι ήταν ένας αέρας διάφανος όπως παντού, εκεί ήταν σαν να αναπνέεις νερό και οι φυσαλίδες να σου στέκονται στον λαιμό (σελ. 139)

Η Γκαμπριέλα Καμπεσόν Κάμαρα (1968) είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος  και ακτιβίστρια σε θέματα ισότητας των φύλων και γυναικείας χειραφέτησης, συγκαταλέγεται στις πιο δυναμικές φωνές της σύγχρονης λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας.

Και άλλωστε η επιλογή να αφηγηθεί το έπος του Μάρτιν Φιέρο από τη γυναικεία σκοπιά, αποδεικνύει τους θεματικούς προβληματισμούς της.

Δυο γυναίκες τα κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος. Η Τσίνα Αϊρόν, η γυναίκα του Φιέρο, που αποφασίζει να αναζητήσει τον σύντροφό της αφήνοντας πίσω της τα δυο παιδιά της και μια Σκωτσέζα, η Λιζ, που αναζητά κι αυτή τον δικό της σύντροφο.

Δυο γυναίκες, δυο διαφορετικοί κόσμοι, δυο διαφορετικές κουλτούρες που διασχίζουν την ενδοχώρα και ανακαλύπτουν νέες προοπτικές της φυλετικής τους ταυτότητας.

Χαρακτηριστικές οι περιγραφές των ερωτικών στιγμών όπου στην ουσία σκιαγραφούνται οι αντιδράσεις του γυναικείου σώματος όταν μέσω ενός άλλου ισότιμου σώματος ανακαλύπτει την ταυτότητά του.

… το σώμα της λύθηκε με μια λιμνούλα πάνω μου, έχυσε τον εαυτό της πάνω μου, με αγκάλιασε, με άφησε να την φιλήσω, να τη γυρίσω ανάσκελα, να ακουμπήσω την πλάτη της στο στρώμα, να της ανοίξω τα πόδια και να χώσω τα χέρια μου στα απόκρυφά της, ροζ και κόκκινα όπως η ίδια, να γνωρίσω αυτή την υγρή, μαλακή, μυώδη σάρκα, να τη γλείψω, να καθίσω πάνω της, να νιώσω την καινούρια ρυθμική κίνηση πάνω στην καινούρια αυτή θέση, να κοιτάξω το λευκό της πρόσωπο, τα διάφανα μάτια καταμεσής των κόκκινων μαλλιών που απλώνονταν στο μαξιλάρι ώσπου, επιτέλους, λύθηκα κι εγώ. (σελ. 97)

Μυθιστόρημα που λες και έχει ηθελημένα χαθεί σε εδάφη δίχως αρχή και τέλος, όπου όλα επαναλαμβάνονται ενώ πάντα τα ίδια παραμένουν, αλλά που τελικά σε κάτι διαφοροποιούνται. Στην αυτοσυνείδηση, στην πίστη πως είναι το ίδιο σου το σώμα που σε καθορίζει, στην άποψη πως ‘ξεθωριάζουν τα περιγράμματα, σβήνουν τα χρώματα, όλα συγχωνεύονται με το άσπρο σύννεφο. Κι έτσι προχωράμε’.

Από ένα επαναστατικό έπος σε ένα καθαρόαιμο κουήρ μυθιστόρημα -θα έλεγα πως δε με ξάφνιασε το γεγονός πως η αγγλική του μετάφραση διεκδίκησε, από την βραχεία λίστα, το Διεθνές Βραβείο Booker 2020.

Η ελληνική μετάφραση υπηρετεί όλη την πλαστικότητα με την οποία πρέπει να γράφτηκε το πρωτότυπο και η εισαγωγή όπως και τα σχόλια της μεταφράστριας Άννας Βερροιοπούλου ιδιαιτέρως χρήσιμα.


(Βιβλιοδρόμιο, 10/7/2023)

(730 λέξεις)

 

'Ποτέ πιο πριν' -η Ελένη Πριοβόλου στο fractal



Eκείνο που μπορώ να πω για τον Μάνο Κοντολέων, μετά από πολλά χρόνια συνύπαρξης στον λογοτεχνικό τόπο αλλά κυρίως ως αναγνώστρια του, είναι ότι παραμένει νέος, με φρέσκιες κάθε φορά ιδέες, ανατρέπει τις σταθερές του και παρακολουθεί στενά την εποχή του. Εννοώ την κάθε χρονική περίοδο της πορείας του. Διότι εποχή του ήταν και όταν άρχισε να γράφει, εποχή του και το σήμερα από το οποίο κάθε φορά αντλεί την έμπνευσή του. Όμως εκτός από τα σημερινά θέματα που καίνε την κοινωνία, καταπιάνεται και με την ιστορία, κυρίως μυθικές γυναίκες των αρχαίων τραγωδιών, για να ενώσει δομικά τον μύθο με την πραγματικότητα ακόμα και την πρόσφατη, αποδεικνύοντας πόσο αρχαίο είναι το παρόν.

Το βιβλίο «Ποτέ πιο πριν» ανήκει στα cross over μυθιστορήματα στα οποία ο Μάνος Κοντολέων πρωτοπορεί. Με λόγο περιεκτικό και άνετη αφήγηση, μιλάει για βαθειά νοήματα. Γράφει χωρίς να περιγράφει. Δεν κατονομάζει τις χώρες που διαδραματίζεται το έργο, όμως ο αναγνώστης μπορεί να το αντιληφθεί από τις νύξεις.

Η ιστορία έχει ως εξής: Μια οικογένεια ή περίπου οικογένεια-ότι απόμεινε από αυτή- μεταναστεύει από την ζεστή Ανατολή σε μια παγωμένη χώρα του Bορά μετά από μια τραγική οικογενειακή ιστορία. Είναι ο Αγκίπ Ζατάν, η κόρη του Ανίκα και η αδελφή του Ντόνα Νεράν. Η έφηβη Ανίκα θέλει να ενσωματωθεί στο νέο τόπο, ο πατέρας της προσπαθεί, αλλά η θεία της παραμένει εγκλωβισμένη στο εθιμικό δίκαιο της πατρίδας που άφησε πίσω και με το οποίο είναι απολύτως ταυτισμένη και ως εκ τούτου δεν βλέπει με καλό μάτι το «ξεστράτισμα» της ανιψιάς της από την παράδοσή τους. Και εδώ σε αυτή την παράδοση, στο τι κουβαλάει ο κάθε άνθρωπος φεύγοντας από τον τόπο του και πηγαίνοντας σε έναν άλλο τόπο, συνοψίζεται μέρος της ουσίας του βιβλίου.

«Οι μυρουδιές του τόπου μας το κάρι, ο κουρκουμάς και το  κάρδαμο», η Ντόνα Νεράν δεν έχανε ευκαιρία να φανερώνει στην ανιψιά της τα μυστικά των φαγητών της πατρίδας τους. «Μυρωδιές και γεύσεις που αρέσουν και στον πατέρα σου…. Θα αρέσουν και στον δικό σου άντρα… Όταν… Κάποτε….»

Αρχίζω από τα ονόματα των βασικών ηρώων που θυμίζουν καθώς τα διαβάζεις ένα χορευτικό γαϊτανάκι. Ζατάν, Ανίκα, Ντάφνη, Γιαν, Μόνα, Λούρα, Σιργκούνη, Ντόνα Νεράν.

Συνεχίζω με το περιβάλλον. Οι ήρωες της Ανατολής κουβαλούν την ζέστη της πατρίδας που άφησαν στον παγωμένο Βορά. Η αντίθεση κρύο ζεστό και τανάπαλι είναι εμφανής και σε κάθε βήμα- κυρίως της Ντόνα Νεράν -και επηρεάζει τον αναγνώστη, που αισθάνεται έντονα αυτή την αντίθεση. Και την ευώδη ζέστη της Ανατολής και την άοσμη υγρή παγωνιά του Βορά.

Η Ντόνα Νεράν μισεί την παγωνιά. Εκείνη μεγάλωσε μέσα στην πληρότητα-μα ναι, ακριβώς αυτό! –της ζέστης.

Ένα άλλο θέμα που πραγματεύεται το βιβλίο είναι η έννοια της πατρίδας. Του τόπου που εγγράφεται στα κύτταρα του κάθε ανθρώπου, που τον φέρνει στον οργανισμό του μέσα από οικείες αναμνήσεις και τραύματα, μυρωδιές και χρώματα.

Σκέφτεται η Ανίκα, πάνω στην προσπάθεια να βρει τα πατήματά της στην υγρή και παγωμένη νέα της πατρίδα.

Πατρίδα οφείλει να ονομάζει  τον τόπο από όπου εξορίστηκε. Μα αυτή η λέξη-πατρίδα!-λες και έχει κι αυτή εξοριστεί από τις έτσι κι αλλιώς εξορισμένες εμπειρίες της.

Το ζήτημα της αποδοχής του άλλου –εκατέρωθεν- είναι επίσης ζήτημα που απασχολεί τον συγγραφέα. Αποδοχή από την μεριά του «υποδοχέα»  αλλά και του προσερχόμενου στον τόπο υποδοχής.

… Μιας γιορτής που η Ντόνα Νεράν αρνιέται να κατανοήσει. Τα έθιμά της μάλλον την ενοχλούν…. Είναι το χιόνι που την ενοχλεί. Και το δυνατό κρύο…. Μα πως γίνεται να γιορτάζει ένας θεός μέσα σε τόση παγωνιά;

Μα ό,τι κορυφώνει το εξαίρετο τούτο βιβλίο είναι ο έρωτας του Γιαν και της Ανίκας. Καθαρός, νεανικός,  θεσπέσιος, που είναι πάνω από τα στερεότυπα, πάνω από το εθιμικό δίκαιο, πάνω από κάθε σύμβαση και κατασκευασμένη ηθική, αυτή που στην χώρα της Ντόνα Νεράν και του Ζατάν έφτασε μέχρι την καταδίκη μιας γυναίκας σε θάνατο επειδή δεν επέδειξε τους τύπους της παρθενίας της στο λευκό σεντόνι της πρώτης νύχτας του γάμου. Τούτος ο έρωτας λοιπόν φέρνει την κάθαρση, σαν τη λιακάδα μέσα στο καταχείμωνο.

Το «Ποτέ πιο πριν», είναι ένα βιβλίο ψυχής που κερδίζει την καρδιά του κάθε αναγνώστη.

 Ένα βιβλίο ψυχής • Fractal (fractalart.gr)