Pages

13.9.10

Πολύτιμα Δώρα X 2




















Υπάρχουν μερικά βιβλία που αφού τα κλείσεις συνεχίζεις να τα αγαπάς, να τα χαϊδεύεις, να τα μυρίζεις, να βλέπεις τις εικόνες και να διαβάζεις τυχαία προτάσεις και λέξεις. Γιατί έχουν την ικανότητα να αναδίδουν με το «σώμα» τους την αίσθηση που έχει δημιουργήσει το κείμενο. Ένα τέτοιο βιβλίο-κόσμημα είναι και τα «Πολύτιμα Δώρα». Οι ζωγραφιές, η γραμματοσειρά, η «ταπετσαρία» (οι ολοσέλιδες ζωγραφιές που κοσμούν τις δυο κενές σελίδες στην αρχή και το τέλος), ανακαλούν τη λάμψη αλλά και την εύθραυστη ομορφιά των πολύτιμων λίθων που «πρωταγωνιστούν» στο έργο.
Το βιβλίο γράφτηκε με αφορμή τη συμπλήρωση 30 χρόνων προσφοράς του συγγραφέα στην παιδική, νεανική αλλά και ενήλικη λογοτεχνία. Οι τρεις ιστορίες που περιλαμβάνονται στη συλλογή με τίτλο «Διαμάντια», «Μαργαριτάρια» και «Σμαράγδια» αντιστοιχούν σε τρεις άξονες της ζωής του συγγραφέα. Όπως γράφει και ο ίδιος στο τέλος:
«Οι γονείς μου φέρανε ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ από τη Σμύρνη και μου τα χάρισαν. Εγώ μεγάλωσα στην Αθήνα μαζεύοντας στις ξεχασμένες γειτονιές της ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ. Κι έπειτα γνώρισα αυτούς που θ’ αγαπούσα για όλη μου τη ζωή – και τους χαρίζω με τη σειρά μου ΣΜΑΡΑΓΔΙΑ.»
Δεν πρόκειται όμως για αυτοβιογραφικά σημειώματα. Τρεις «μύθοι» για τον τρόπο που σχηματίστηκαν οι πολύτιμοι λίθοι συνιστούν το κέλυφος για να εξερευνήσει ο συγγραφέας την ουσία της συναισθηματικής τοπιογραφίας της ζωής του αλλά και της ζωής κάθε ανθρώπου. Τα δάκρυα της μάνας που βγαίνουν από τον καημό για το παιδί της πέτρωσαν σε διαμάντια. Τα δάκρυα του ευαίσθητου ανθρώπου που έχει το δώρο να βλέπει και να ακούει αυτά που οι άλλοι προσπερνούν, τα δάκρυα της μοναξιάς που συνοδεύει τη δημιουργία, μεταμορφώθηκαν σε μαργαριτάρια. Και τα πολύτιμα δώρα που ο ερωτευμένος φέρνει στο αγαπημένο πρόσωπο θυσιάζοντας τον ίδιο του τον εαυτό έγιναν τα πράσινα σμαράγδια. Είναι τα πολύτιμα δώρα που προσφέρουμε και μας προσφέρουν. Είναι το βασικό υλικό, η μαγιά της ζωής. Είναι δώρα φτιαγμένα από πόνο και αγάπη. Αυτό τα κάνει πολύτιμα.
Η ατμοσφαιρική αφήγηση, η προσεκτική επιλογή της κάθε λέξης, και κυρίως ο ρυθμός κάνουν τα κείμενα αυτά να μοιάζουν με πεζά ποιήματα. Σαν καλοδουλεμένα γλυπτά είναι σμιλεμένες οι ιστορίες. Κάθε λέξη βρίσκει το στόχο της. Θυμηθήκαμε με τον καλύτερο τρόπο ότι τα πολύτιμα δώρα που ανταλλάσσουμε στη ζωή μας είναι αυτά που δεν πλήττονται από καμία οικονομική κρίση.
Εξαιρετικές οι ζωγραφιές της Ρίτας Τσιμόχοβα δένουν με την ευαισθησία και την ατμόσφαιρα του κειμένου. Η φύση, η υφή των πραγμάτων, οι αρχετυπικές φιγούρες που κινούνται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα και τα απαλά χρώματα και περιγράμματα βρίσκονται σε άμεση αντιστοιχία με το ύφος και την ατμόσφαιρα του κειμένου.
Ο Μάνος Κοντολέων σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ασχολείται με τη λογοτεχνία από τα παιδικά του χρόνια. Γράφει μυθιστορήματα, διηγήματα, παραμύθια και κριτικά σημειώματα. Συνεργάτης πολλών εφημερίδων, περιοδικών, τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών. Αντιπρόεδρος του ελληνικού τμήματος της Unicef. Είναι μέλος του Δ,Σ. της Εταιρείας Συγγραφέων. Είναι βραβευμένος με Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 1998. Μυθιστόρημά του έχει αναγραφεί στον Διεθνή Τιμητικό Πίνακα της ΙΒΒΥ, ενώ ήταν υποψήφιος για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν για το 2002. Μυθιστορήματά του έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στη Γαλλία και στις ΗΠΑ. Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει πάνω από 40 βιβλία του
ΕΛΕΝΗ ΣΒOΡΩΝΟΥ



Στον τόμο περιέχονται τρία παραμύθια όπου ο γνωστός συγγραφέας, με ύφος που φέρνει στο νου παλιούς παραμυθάδες, αλλά με εικόνες και λέξεις περισσότερο ποιητικές και εντόνως περιγραφικές, μιλά για πολύτιμες ή αξετίμητες αγάπες ανθρώπων οι οποίοι, λόγω αυτών των ανεκτίμητων, σπάνιων αισθημάτων, καθαγιάστηκαν, τυλιγμένοι στη φλόγα και στον πόνο τους. Και στις τρεις ιστορίες υπάρχει η έως θανάτου αγάπη και στις τρεις υπάρχει και ο πόνος της. Πόνος όχι αβάσταχτος, μια και η αγάπη είναι «Μείζων» και «Πάντα στέγει»· και τους καημούς και τους χαμούς. Τα δε «Πολύτιμα δώρα» της τα προορίζει για τους ολίγους, τους εκλεκτούς της.
Στην πρώτη ιστορία ο πατέρας, διορατικός πάντα, κατάλαβε τον πόλεμο να πλησιάζει. Δεν μας διευκρινίζεται το «πότε και το πού», αλλά μήπως και στα λαϊκά παραμύθια το ίδιο δεν συμβαίνει; Ισως γιατί πρέπει εμείς να σκεφτούμε πως «παντού και πάντα» όλα αυτά θα συντελούνται. Ο πατέρας, λοιπόν, σαν είδε τον πόλεμο να προβάλει απειλητικός, «ζήτησε από τη μητέρα να προσέχει τους γιους και το σπίτι κι έφυγε μαζί με άλλους άντρες προς τα εκεί που άρχιζαν τα βουνά». Επειτα έφυγε και ο ένας από τους δύο γιους, ο μεγάλος. «Πήραν τον αδελφό σου!», τρόμαξε η μάνα. Και πόνεσε. Και ο πατέρας αγωνιούσε κι όλο ρωτούσε. Ωσπου, «Με τον καημό του χαμένου μας παιδιού πέθανε ο πατέρας σου», απευθύνθηκε η μάνα στον μικρότερο. Κι εκείνος, χαϊδεύοντάς τη, «Θα τον βρούμε», «Θα τον βρω εγώ! Περίμενε μόνο να μεγαλώσω λίγο ακόμα!» Και όταν μεγάλωσε έφυγε. Τον αναζητούσε, και πού δεν τον γύρεψε τον αδελφό του. Μέρες, μήνες, χρόνους. Τα βρέφη στο σπίτι απέναντι από το πατρικό του μεγάλωσαν, το αγοράκι πήγε σχολείο· η μάνα περίμενε τους γιους της τις νύχτες στο ύψωμα, κοιτώντας διαρκώς στη δημοσιά για δυο ίσκιους. Τους ίσκιους των παιδιών της. Εντέλει είδε έναν μόνον. «Δεν τον βρήκα», της είπε ο μιρκότερος γιος, άντρας πια, κουρασμένος και λυπημένος. Τα δάκρυά της -τα τελευταία- πέτρωσαν κι έγιναν διαμάντια· όλο φως και ιριδίσματα.
Στη δεύτερη ιστορία, «Μαργαριτάρια», ένας νέος λαμβάνει -εκ γενετής- το θείο χάρισμα της ακρόασης και του παραμικρού ήχου, του πιο ανεπαίσθητου, του πιο σιγανού. Ακουγε τις φωνές του χώματος, τους ψιθύρους της πέτρας, την ανάσα των λουλουδιών· αργότερα όλα αυτά τα έκανε τραγούδια και οι πάντες γύρω του ευφραίνονταν· μα και παραξενεύονταν. Οταν δακρυσμένος έφυγε από κοντά τους -ακολουθώντας τη γυναίκα που ονομαζόταν Σελήνη- τα δάκρυά του έσταξαν σε λευκές, θαμπές, στρογγυλές πέτρες· τα μαργαριτάρια.
Στα «Σμαράγδια» ο ερωτευμένος νέος ψάχνει στον κόσμο να βρει κάτι, οτιδήποτε, που να πλησιάζει στο χρώμα των ματιών τής αγαπημένης του. Για να της το προσφέρει. «Πήγαινε στο μέρος της θάλασσας που τα κύματα δεν υπάρχουν», τον συμβούλεψε ένας γέρος ναυτικός. Δηλαδή στο απλησίαστο, στο πιο βαθύ σημείο του ωκεανού. Και πήγε. Κι εκεί βρήκε το χρώμα των ματιών της· σμαραγδί...
Ωραίες εικόνες, σεβασμός στην ιερότητα των αισθημάτων. Ιστορίες για μικρούς, μα και για μεγαλύτερους.
Επίσης, ιδιαίτερα όμορφες οι ζωγραφιές της Ρίτας Τσιμόχοβα, από τη Λευκορωσία (1962), με πολλά βραβεία στο ενεργητικό της.
Ελένη Σαραντίτη
Ελευθεροτυπία, 21/6/2010

11.9.10

Μια ιστορία του Φιοντόρ


Μια διεισδυτική ματιά στο θέμα της μετανάστευσης, του ξένου και της αποδοχής του «Άλλου» μέσα από ένα μυθιστόρημα υψηλής ποιότητας και λογοτεχνικής αξίας. Σε ένα ελληνικό χωριό που δεν κατονομάζεται φτάνει η Λιούμπα, ένα κορίτσι στην αρχή της εφηβείας από τη Ρωσία. Την υποδέχεται η μάνα της, εγκατεστημένη ήδη στο χωριό εδώ και πολλά χρόνια. Η μάνα έχει προσαρμοστεί πλήρως ή, πιο σωστά, έχει αφομοιωθεί. Το πρώτο πράγμα που λέει στην κόρη της είναι:«Λοιπόν, να μάθεις πως εδώ δεν με φωνάζουνε Ελόνα, μα Ελένη, κι εσένα –πρόσεξε!- αντί για Λιούμπα θα σε λέω Αγάπη». Κι ύστερα:«Αυτός είναι ο κυρ Θανάσης. Ο νέος μου άντρας!» της είπε και σχεδόν την εξανάγκασε να τον χαιρετήσει.» Αυτή είναι η «δέση του δράματος». Η Λιούμπα αρνείται όχι μόνο την αφομοίωση αλλά και τη στοιχειώδη προσαρμογή. Δεν αλλάζει το όνομά της, δε μιλά ελληνικά, δε χαμογελά, δεν πλησιάζει κανέναν, διαρκώς συγκρίνει και απορρίπτει. Ζει με το όνειρο της επιστροφής. Ο νους και η καρδιά της είναι στο πατρικό σπίτι, στον παππού της, στα τοπία της Ρωσίας, στην αγαπημένη γλώσσα. Είναι μια βίαια ξεριζωμένη ύπαρξη. Η ακραία συμπεριφορά της τροφοδοτεί τα αρνητικά σχόλια της μικρής κοινωνίας. Η κακία, το κουτσομπολιό, οι προκαταλήψεις των συγχωριανών βρίσκουν εύφορο έδαφος να ανθίσουν. Η Λιούμπα περιφέρεται σαν ξωτικό ανάμεσά τους. Ώσπου μια μέρα τη στέλνει η μάνα της να καθαρίσει ένα σπίτι. Εκεί θα συναντήσει τον Μήτια, θα μιλήσουν ρωσικά, μια ελπίδα, μια χαραμάδα φωτός στο σκοτάδι που γρήγορα διαψεύδεται όταν ο Μήτια μιλά ελληνικά. Η σωτηρία φαίνεται να έρχεται από ένα μπουλούκι τσιγγάνων από τη Ρωσία, έναν περιπλανώμενο θίασο, που έρχεται να δώσει μια παράσταση στο χωριό. Η Λιούμπα θα εμπιστευτεί τον στιβαρό αλλά σκοτεινό Νικόλκα, θεωρώντας ότι είναι ο δρόμος προς την επιστροφή. Οι ελπίδες διαψεύδονται, η Λιούμπα επιστρέφει για να καταντήσει ένα κυνηγημένο αγρίμι. Η λύση –όχι το χάπυ έντ—θα έρθει από το πρόσωπο στο οποίο συναντώνται οι δυο πατρίδες, από τον Μήτια που είναι γεννημένος από ρωσίδα μάνα και έλληνα πατέρα. Εξαιρετική ευαισθησία χαρακτηρίζει τη ματιά του συγγραφέα. Αριστοτεχνικά αποδίδει τις λεπτές αποχρώσεις της νοσταλγίας αλλά και της νεύρωσης στην οποία οδηγείται η ηρωίδα του. Εξίσου πειστικά αποδίδεται η Ελένη, μια γυναίκα που έχει σκληρύνει από την ανάγκη επιβίωσης και προσαρμογής, που έχει γίνει μια άλλη γυναίκα από την ανάγκη να γίνει αποδεκτή. Ο Μήτια, με την αριστοκρατική του καταγωγή, τη μόρφωση και την ιδιαίτερη ψυχική ευγένεια, φωτίζει ακόμη πιο έντονα την αδιαφορία και τη σκληρότητα της τοπικής κοινωνίας. Μια κοινωνία που είναι επιφανειακά μόνο εκμοντερνισμένη. Και τέλος, τα παιδιά του χωριού που παρακολουθούν, σχολιάζουν, κατακρίνουν, καταδικάζουν και στο τέλος, μέσα από την καταλυτική «ιστορία του Φιοντόρ», μεταμορφώνονται. Απολαυστική είναι η γλώσσα που διακρίνεται από μουσικότητα, με τη χαρακτηριστική συνήθεια του συγγραφέα να βάζει το ρήμα στο τέλος της πρότασης, εύστοχες παρεμβολές στίχων ρωσικής και ελληνικής ποίησης, και καλοδουλεμένες προτάσεις. Πιάνεις τον εαυτό σου να ξαναδιαβάζει μια φράση για να θαυμάσει τη μαστοριά της. Η αρχιτεκτονική του μυθιστορήματος είναι καλοζυγισμένη, σαν αρχαία δράμα, με πρόλογο, κορύφωση της περιπέτειας και έξοδο. Βραβευμένος με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 1998 και υποψήφιος για το Βραβείο Άντερσεν το 2002, ο Μάνος Κοντολέων είναι ένας καταξιωμένος συγγραφέας με πάνω από 40 μυθιστορήματα και διηγήματα (για παιδιά, εφήβους και ενήλικες) στο ενεργητικό του. Αρκετά έργα του έχουν κυκλοφορήσει και στο εξωτερικό. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Ελένη Σβορώνου

10.9.10

Κρυφός κυνηγός συναισθημάτων


Γιώργος Μαρκόπουλος
ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ
Ποιήματα
Κέδρος

Πρέπει να ήταν κάπου προς το τέλος του πρώτου μισού της δεκαετίας του '80.
Το καθημερινό "ΤΟ ΒΗΜΑ" είχε αναθέσει σε μια ολιγομελή ομάδα νέων (ακόμα τότε) λογοτεχνών να γράφουν ένα είδος σχόλιου, κάτι σαν σύντομο χρονογράφημα, δυο περίπου φορές το μήνα ο καθένας τους.
Η στήλη είχε το όνομα Σημασίες.
Δεν θυμάμαι όλα τα ονόματα όσων γράφαμε τις Σημασίες.
Αλλά σίγουρα εκτός από εμένα, γράφανε και οι: Γιάννης Βαρβέρης, Γιώργος Μαρκόπουλος, Ερρίκος Μπελιές, Γιάννης Υφαντής, Αθηνά Παπαδάκη, Νένη Ευθυμιάδη, Αντώνης Φωστιέρης...
Όλοι μας, λίγο πολύ της ίδια ηλικίας (ίσως ο πιο μεγάλος να ήμουνα εγώ) όλοι μας έχοντας κάνει τα πρώτα μεν, αλλά ουσιαστικά βήματα της λογοτεχνικής μας καριέρας.
Και με το πάθος της ηλικίας μας, αλλά και μέσα στο γενικότερο κλίμα εκείνων των χρόνων, φροντίσαμε να γνωριστούμε και με περισσότερο προσωπικό τρόπο.
(θα θυμάμαι, πάντα, εκείνο το βράδυ στο σπίτι του Βαρβέρη, όπου πίνοντας λευκό κρασί και μασουλώντας παρμεζάνα, ακούγαμε γαλλικά τραγούδια του νέου κύματος και θυμόμαστε ποιητές σχεδόν ξεχασμένους)
Μετά ο καθένας ακολούθησε τους δρόμους του, κάποιοι κρατήσαν στενή επαφή, κάποιοι χαθήκανε, με τους περισσότερους επικοινωνώ μέσα από τα βιβλία μας.
Ανάμεσα τους -όχι, δεν θέλω να το κρύψω- ο Γιώργος Μαρκόπουλος ήταν εκείνος που περισσότερο τον είχα αισθανθεί πιο κοντά μου. Δεν γίναμε ποτέ αυτό που αθα έλεγε κανείς "φίλοι". Φίλος είμαι με την Παπαδάκη, φίλος ήμουνα με την Νένη... Τον Βαρβέρη τον καμαρώνω τόσο στα ποιήματα του, όσο και στις κριτικές του. Με τον Γιώργο, όμως, κάτι άλλο με δένει. Και το τελευταίο του βιβλίο με εκανε να κατανοήσω το είδος του δεσμού.
Η αισθαντικότητά του που συνδιαλέγεται με αισθητική ματιά. Και εκείνος ο λυγμός της γνώσης που όλο θέλει να μένει κρυφός, κι όλο κάπου φανερώνεται -
Όσο γι΄ αυτά που έκανα τα πλήρωσα όλα,
πιστέψτε με, ακριβά, μια ζωή μένοντας μόνος.
Τα ποιήματα δεν μπορώ να τα κρίνω -δεν ξέρω τους κώδικες κατασκευής τους. Απλώς υπάροχουν ποιήματα που με συγκινούν και ποιητές που με βοηθούν να δω το μέσα του κόμσου -του δικού μου και των άλλων.
Ο Μαρκόπουλος ένας από αυτούς.
Το τελετείο του βιβλίο το διάβασα μετά από την προσωπική μου περιπέτεια. Ίσως και γι αυτό όταν τον πήρα τηλέφωνο για να του πως πόσο και πάλι με συγκίνησε, η φωνή μου έσπασε από ένα λυγμό.
Μα πως αλλιώς;... Αφού ο 'Κρυφός Κυνηγός' τεειώνει με τις πιο κάτω αράδες:
Και η στερνή στιγμή της ζωής μας, τέλος, που καθώς θα φεύγουμε έχοντας αφήσει, αν και δίπλα μας, πολύ μακριά φίλους και συγγενείς, από τα βουνά ή τη θάλασσα περα, κάποιος θα προβάλλει, που όμως δεν θα προφτάσουμε, δεν θα προφτάσουμε να δούμε ποιος είναι.
Νομίζω πως κάτι τέτοιο υποψιάστηκα κι εγώ πως συμβαίνει την ώρα τη στερνή.
Ο Μαρκοπουλος περιέγραψε με λέξεις την υποψία μου.
Λοιπόν, αυτή είναι η ποίηση - Μάτια γυναίκας που κλείνουν, για να σου δείξουν ότι ήρθε η ώρα να τα φιλήσεις
'Η - Δυο παιδάκια, παραμονή Χριστουγέννων, που λένε τα κάλαντα στον τάφο του πατέρα τους.

6.9.10

Ο Ανίσχυρος άγγελος στο Διαβάζω


Ρεαλιστικό μυθιστόρημα, αξιοπρόσεχτο και πρωτοπόρο, τόσο για το θέμα του, όσο και για τη γραφή του.
Το υλικό «στηρίχτηκε» στα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, όταν η νεότητα ψηλάφισε δραματικά το καινούργιο, η Αθήνα κάηκε και το σημαίνον τραγικό: ένα παιδί δολοφονήθηκε από αστυνομικό.
Ο συγγραφέας, έχοντας υπόψη του τους κινδύνους που εμφιλοχωρούν και για να μη διολισθήσει σε επικαιρότητες, αλλά μόνο να διεισδύσει στον πυρήνα της αλήθειας, έδωσε ένα μυθιστόρημα με τελείως φανταστικά πρόσωπα.
Οι διαφορετικές εστιάσεις στο θέμα και το εύρημα του πανταχού παρόντος (ανίσχυρου0 αγγέλου ως συνδετικού κρίκου και δείκτη της ανθρώπινης περιπέτειας, αναδεικνύουν την κεντρική ηρωίδα -κόρη του αστυνομικού- ως «εκπρόσωπο» της νέας γενιάς που προσπαθεί με αντικειμενικά αποσπασματικές αλλά βαθιά ανθρώπινες κινήσεις, εν μέσω δύσκολων συνθηκών, να εξηγήσει το γεγονός και βέβαια να ανιχνεύσει τα ατομικά της όρια.
Η πλευρά της αφήγησης με τα επιπλέον διακειμενικά και εξωκειμενικά σπαράγματα εξηγεί, προσθέτει, ανατρέπει, πάντα προσφέροντας δημιουργικά κενά στον αναγνώστη, ενέχοντας στον πυρήνα της στοιχεία για πολλαπλές αναγνώσεις

Γιάννης Σ. Παπαδάτος
«Διαβάζω», τεύχος 509