Pages
▼
12.1.26
Ζέτα Κουντούρη «Πρέπει να βιαστώ»
Ζέτα Κουντούρη
«Πρέπει να βιαστώ»
Διηγήματα
Εκδόσεις Κέδρος
Μια ενδιαφέρουσα συγγραφική πορεία έχει διανύσει η Ζέτα Κουντούρη από το 1992 όπου και κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο.
Άλλοτε με μυθιστορήματα, άλλοτε με διηγήματα αναζητά τα αποτυπώματα των διαπροσωπικών και πολύ συχνά ερωτικών σχέσεων πάνω στη σημερινή κοινωνία.
Το τελευταίο της βιβλίο είναι μια συλλογή δεκατριών διηγημάτων, εκ των οποίων τα εννέα είχαν δει το φως της δημοσιότητας στον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο και ένα ακόμα -αυτό με το οποίο κλείνει και η συλλογή- προέρχεται από την πρώτη της συγγραφική εμφάνιση, την επίσης συλλογή διηγημάτων «Η πρεμιέρα» (Εστία, 1992).
Και στην επιλογή αυτή -να κλείσει μια νέα συλλογή με κείμενο δημοσιευμένο πριν από τριάντα τρία χρόνια- εστιάζω την αναγνωστική μου προσέγγιση.
Το διήγημα αυτό έχει ως κεντρικό πρόσωπο μια γυναίκα που μετά από ένα αποτυχημένο γάμο, μετά από μια ζωή που δεν κατάφερε να την προσαρμόσει στα δικά της θέλω και όνειρα, παραπαίει και αναζητά με επιδερμικές σχέσεις ή ατελέσφορες ψυχοθεραπείες να σταθεί στα πόδια της. Μα δεν τα καταφέρνει. Βυθίζεται στη μελαγχολία.
«Η μελαγχολία είναι γένους θηλυκού κι έχει πότε χρώμα ροζ και πότε γαλάζιο» -με αυτήν την φράση τελειώνει το διήγημα.
Μια φράση γραμμένη το 1992 -τότε που η χειραφέτηση μιας μέσης Ελληνίδας αναζητούσε τις αναπνοές της.
Αλλά τώρα, στο 2025, το κίνημα του Με Τοο έχει θέσει γερές πλέον βάσεις, η μελαγχολία δεν είναι ένα συναίσθημα που μπορεί να χαρακτηρίζει τη μέση Ελληνίδα.
Και αυτή την νέα κατάσταση που χαρακτηρίζει τη γυναικεία παρουσία τόσο στην οικογένεια, όσο και γενικότερα στην κοινωνία, η Ζέτα Κουντούρη περιγράφει με τα διηγήματα που έχουν προηγηθεί στην συλλογή.
Τα περισσότερα από αυτά έχουν ως κεντρικό αφηγητή μια γυναίκα. Αλλά και σε όσα -στα σαφώς λιγότερα- μια ανδρική φωνή αφηγείται και πάλι η θηλυκή παρουσία κυριαρχεί.
Μπορεί άραγε η σχέση ανάμεσα σε δυο αδελφές να πάρει διαστάσεις σχέσης παράνοιας;
Ποια τα υπόγεια μονοπάτια που οδηγούν στο αδιέξοδο τις σχέσεις παιδιού με γονείς;
Με μια κοινωνία που όλα τα μετρά με το κέρδος, ο φόνος γιατί να μην είναι κι αυτός ένα μέσον άμυνας από την καταπίεση της εκμετάλλευσης;
Μια σχέση που δεν κατάφερε να στεριώσει έχει το δικαίωμα να αναζητήσει μια νέα ευκαιρία;
Τέτοιας μορφής καταστάσεις η Ζέτα Κουντούρη ανιχνεύει και αναζητά τα πρόσωπα που τα πάθη τους θα περιγράψει μέσα σε μια σημερινή κοινωνική κατάσταση.
Χρησιμοποιεί μια γλώσσα ιδιαιτέρως αποτελεσματική στην συχνά κινηματογραφική δομή της : «Κι ύστερα δεν ξέρω τι μ΄ έπιασε. Άνοιξα τον σκουπιδοτενεκέ και πέταξε πρώτα το γαλακτομπούρεκο και μετά την πίτσα. Ήταν μαργαρίτα, των οχτώ τεμαχίων και την είχα αγοράσει για μεσημεριανό. Μπήκα στο υπνοδωμάτιο μου, και για κάποιο ανεξήγητο λόγο έβαλα τα κλάματα»
Μα και οι περιγραφές συνδυάζουν το κόσμο των άλλων με τον εσώτερο ψυχισμό: «Τον τελευταίο καιρό τον περνάω κλεισμένη στο σπίτι μου. Δεν θέλω να βλέπω άνθρωπο πέρα από αυτούς που συναντάω υποχρεωτικά στο γραφείο που δουλεύω. Διάφορες φίλες μου, χωρισμένες κι αυτές, προσπαθούν να με πείσουν να αρχίσω να βγαίνω. Να κάνω μια νέα αρχή. Δεν υπάρχει άλλη λύση, επιμένουν».
Μια πινακοθήκη γυναικών του σήμερα, που δεν διστάζουν να ζητήσουν την απεξάρτησή τους από το αρσενικό κλοιό και που συχνά μπορεί και να χαρακτηρίζει τις αντιδράσεις τους ένας αμοραλισμός.
Σίγουρα όμως έχουν απομακρυνθεί από το όποιο χρώμα μελαγχολίας.
Κάτι τέτοιο θέλει να υποσημειώσει η Ζέτα Κουντούρη επιλέγοντας να κλείσει τη συλλογή διηγημάτων γραμμένων τα τελευταία χρόνια , με εκείνο του 1992;
Μπορεί -το πλέον πιθανό.
Μπορεί όμως και το ακριβώς αντίστροφο -η μελαγχολία πάντα παρούσα και με πολλούς χρωματικούς συνδυασμούς.
(580 λέξεις)
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/25907-prepei-na-viasto

No comments:
Post a Comment