Pages

20.10.13

Ο Αλέξανδρος Ακριτόπουλος για το Μέλι κόλλησε στα χείλη




  
Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό και βαθιά θεατρικότητα. Η αφηγηματική αναπαράσταση τοποθετεί κύρια και σημαντικά δρώμενα σ’ ένα κέντρο, όπως στην πλατεία ενός θεάτρου, στην πλατεία ενός χωριού του Πηλίου. Στον χώρο αυτόν, το ατομικό και το συλλογικό εκφράζονται και συγκρούονται, διαλογικά βέβαια, σε μια κρίσιμη για την Ελλάδα χρονική περίοδο. Μια εποχή φαινομενικής ανόδου αλλά και ουσιαστικής πτώσης που σημαδεύονται από κορυφαία γεγονότα, την ανάληψη και διενέργεια των Ολυμπιακών Αγώνων, κι από την άλλη την οικονομική χρεοκοπία και τον επιχειρούμενο ή επερχόμενο εκφασισμό της ελληνικής κοινωνίας.

Στην ιστορία,  η αφήγηση είναι συνειρμική και εστιασμένη στα πρόσωπα, σε πρόσωπα καθημερινά, ίσως της διπλανής πόρτας. Γίνεται με λεπτομέρεια και ρεαλισμό, με υπαινικτικό και ελαφρώς ειρωνικό ύφος, και πάντοτε με αναδρομές μικρού χρονικού βεληνεκούς που οδηγούν τον αναγνώστη από τις σκέψεις και τις δράσεις του ενός ήρωα στις αντίστοιχες του άλλου, από τον έναν τόπο στον άλλο, από το χθες στο σήμερα, από το τώρα στο πριν από λίγο, με ένα δαιδαλώδες αφηγηματικό νήμα, σ’ ένα επίσης δαιδαλώδες σχήμα σκέψεων, συναισθημάτων και συνειρμών των ηρώων.

Το ίδιο το έργο, ως μια προς ανάγνωση ιστορία καλύπτει κυκλικά μια περίοδο οκτώ χρόνων, μένοντας περισσότερο στα καλοκαίρια, από το 1998 έως το 2006, ενώ η αφηγηματικές του αναφορές ανέρχονται έως και τον μεγάλο σεισμό Βόλου-Παγασητικού-Σποράδων, το 1955.

Τότε, η μητέρα της πρωταγωνίστριας ηρωίδας, της Μέλως, είναι δεν είναι δέκα χρόνων. Άρα, οι πολιτισμικές καταβολές του έργου ανιχνεύονται στη μεταπολεμική Ελλάδα, και με τη διαδοχή ιστορίας πολιτισμού δυο γενεών, της ηρωίδας Μέλως και της μητέρας της, εκβάλλουν στη σύγχρονη πραγματικότητα των αρχών του 21ου αιώνα, στο χωριό  Άγιος Λαυρέντιος του Πηλίου.

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα στην ελληνική ύπαιθρο συνέβησαν πολλές οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές. Ιδιαίτερα στο χωριό αυτό του Πηλίου, η μετά τον σεισμό εγκατάλειψη, τα παλιά ετοιμόρροπα σπίτια, η μετανάστευση, η συντελεσθείσα αστικοποίηση των μικρών ελληνικών πόλεων, η επάνοδος των Ελλήνων μεταναστών στα χωριά και τις πόλεις τους επέφεραν αλλαγές στα ήθη και τις συνήθειες, τη νοοτροπία και εν τέλει την αστικοποίηση του τρόπου ζωής των ίδιων των χωρικών. Το «ξεπεσμένο μεγαλοχώρι» της δεκαετίας του ’70 έγινε ένα θέρετρο επώνυμων και ανώνυμων «ξένων», νεόπλουτων, βουλευτών, τραπεζικών, συμβούλων, πανεπιστημιακών, συγγραφέων, κλπ., έγινε ένα μουσικό χωριό, με εκδηλώσεις που σε τίποτε σχεδόν δεν θύμιζαν την παλιά λαϊκή παράδοση. Ανάγνωση, σελ. 184, «Ντόπιοι και «ξένοι»…    …της αλλοδαπής».

Τίποτε άλλο δεν καθρεφτίζει καλύτερα, ακόμη και σήμερα, τη ζωή ενός χωριού όσο ένα πανηγύρι, συνήθως ή ίσως και αποκλειστικά θρησκευτικό. Έτσι και στο χωριό της ιστορίας. Στο χωριό του νεαρού Άγιου, που γιορτάζει τον Αύγουστο, τότε που το καλοκαίρι διαδέχεται το ώριμο φθινόπωρο, και που στο χωριό αυτό αρχίζει το ελαφρό κρύο που προμηνύει τον επερχόμενο χειμώνα.

Τα δεκαοκτώ προηγηθέντα καλοκαίρια στο χωριό, έφεραν την ηρωίδα Μέλω από τη γέννηση στην απόλυσή της από το Λύκειο και στην αρχή μιας νέας ζωής. Να ξεφύγει από τη φτώχεια που σημάδεψε τους γονείς της και την ίδια. Ανάγνωση, σελ. 63, «Πάντα –καθώς τελειώνει… … βρήκε τις λέξεις που τις περιγράφουν….» Αυτός ο ρόλος που τελικά δεν έπαιξε η ηρωίδα, αυτή η αναζήτηση που στο κείμενο αποτελεί μια ταλάντωση ανάμεσα στη φωνή  που της λέει «φύγε» -της το είπε μια τσιγγάνα ως προφητεία ή «μοίρα της» στο πανηγύρι- και σε παραλλαγές μιας ερωτικής αίσθησης που ο συγγραφέας περιγράφει  με τη φράση μοτίβο που βρίσκουμε αυτολεξί και στον τίτλο του μυθιστορήματος, δηλαδή το «μέλι κόλλησε στα χείλη», αυτές οι ψυχικές κυρίως διαθέσεις θα σημαδέψουν την ηρωίδα ως το τέλος της ιστορίας.  

Είναι ντόπια η Μέλω, γνωρίζει στο χωριό ντόπιους και «ξένους». Θέλει να ξεφύγει από τη μίζερη κατάσταση της οικογένειας, εργάζεται στην ταβέρνα «Η γηραιά Ήπειρος» για τα έξοδά της, να ζήσει καλύτερα. Η φίλη της Αναστασία κι αυτή δεν ακολούθησαν τους άλλους συμμαθητές για πανελλήνιες. Μένουν στο χωριό. Η Μέλω αναζητεί το νέο, την ενεργητική ζωή, τη συμμετοχή της σε θεατρικό σχήμα του χωριού, αναζητεί τον έρωτα, μια σχέση που να της ανοίξει έναν δρόμο. Μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο των παραδοσιακών συμβάσεων, στο πλαίσιο του χωριού με τις συμβατικότητες των ηθών, των θεσμών, με τη συγκατάβαση του περίγυρου, ενώ γνωρίζει τον Αργύρη, περίπου συνομήλικο νέο, εκκολαπτόμενο και πολλά υποσχόμενο μικροεργολάβο των παραδοσιακών πετρόχτιστων και όχι μόνον της περιοχής του, δεν μπορεί να ξεφύγει και να αποκτήσει μια αίσθηση απελευθέρωσης, μια αίσθηση πραγματοποίησης ονείρου.

Τότε, στην πλατεία του χωριού, γνωρίζει τον Σήφη, απόγονο Κρητικού ναυτικού που έζησε στη Μαγνησία, γοητευτικό αρρενωπό σαραντάρη που γύρισε στην πατρίδα μετά από 20 χρόνια, παιδί μιας χωρικής γυναίκας χήρας που είχε το παιδί της στην ξενιτιά. Στο πιο καλό νυφοπάζαρο, στη γιορτή του Άγιου, μάνα και οικονομημένος γιος, με παρελθόν στα μπαρ της Γερμανίας, μπιραρία δική του, και τώρα μια κάβα κάτω στον Βόλο, σημαδεύουν τη Μέλω στην πλατεία του χωριού, πρωτόπειρη γκαρσόνα στην ταβέρνα για τα έξοδα, τα απαραίτητα, καθώς νόμιζε, της απελευθέρωσής της από τη φτώχεια, τη συγκατάβαση και τον κλειστό ορίζοντα του χωριού.

Ο προσυμφωνημένος γάμος ενορχηστρώνεται ακριβώς τις μέρες της απογοήτευσης της Μέλως από τον Αργύρη, καθώς αυτός προχωρεί υπολογιστικά και δεν αξιώνεται να πείσει τη Μέλω για τα γνήσια αισθήματά του. Αν και η σχέση τους ολοκληρώνεται ερωτικά τον Αύγουστο, λίγο πριν ο Αργύρης φύγει στο στρατό, η Μέλω θεωρεί τη στάση του προδοσία του έρωτά της και αρχίζει να αδιαφορεί. Έτσι, υποκύπτει στην ενέδρα του ερωτικού πόθου, της φυγής και κάθε άλλης σκέψης και συμμετοχής που την κρατάει στο χωριό. Αποφασίζει τελεσίδικα να πει το ναι, ίσως από αντίδραση, χωρίς πολλές σκέψεις. Χωρίς άλλο συναίσθημα, φόβου, ανασφάλειας, θυμού ή αμφιβολίας. Βιάζονται όμως και η μάνα του και ο Σήφης, που καθώς φαίνεται νομίζει ότι έχει βρει στη Μέλω κάθε στοιχείο της ερωτικής του ιδεολογίας: γυναίκα παρθένα, νόστιμη, άβγαλτη και φτωχή, να τον θεωρεί σωτήρα και να μην αντιδρά. Και η ίδια η τελετή του γάμου μια φυγή. Μόνον οι γονείς και η κουμπάρα στην τελετή, στην Αγία Παρασκευή.

Την πρώτη νύχτα του γάμου όμως συμβαίνουν γεγονότα που ανακόπτουν τη φυγή, το δρόμο προς την πολυπόθητη αλλά μη πλήρως κατανοητή ελευθερία και προδιαγράφουν τη μοίρα της Μέλως. Ανατρέπεται και η προσδοκία του Σήφη για την παρθενία της μικρής και νιόβγαλτης γυναίκας του. Την απωθεί βίαια και χυδαία, απογοητευμένος. Η μάνα της νεόνυμφης, κάτω από το βάρος της ντροπής για την τροπή των πραγμάτων, το παράταιρο συνοικέσιο, την τελετή του γάμου, παραμιλά,  «γίναμε ρεζίλι στο χωριό», όλο λέει και παθαίνει εγκεφαλικό επεισόδιο και μένει παράλυτη. Η Μέλω κοντά σ’ αυτά μαθαίνει ότι και το πατρικό της σπίτι, όπως σχεδόν κι αυτήν, το έχει αγορασμένο ο Σήφης.

Η νέα κατάσταση, αντί για πορεία προς την απελευθέρωση, παίρνει αντίθετη τροπή που χαρακτηρίζεται από πλήρη εξάρτηση και υποταγή της Μέλως στον Σήφη. Υποταγή στις διεστραμμένες ορέξεις του. Ορέξεις σαδιστικές. Διόλου ερωτικές μα σαδομαζοχιστικές. Η διάψευση της αγάπης για τη Μέλω επέρχεται σχεδόν αμέσως, ωστόσο στη φαρέτρα του συζύγου της υπάρχουν και άλλα βέλη. Ανέσεις, ό,τι το χρήμα και η διαστροφή, μπορούν να επιτελέσουν ως δήθεν δώρα του πολιτισμού, πραγματοποιούνται σχεδόν αμέσως, προσχεδιασμένα βέβαια. Ο φόβος που μετατρέπεται σε θυμό ή αμφιβολία κατευνάζονται και η Μέλω, μετά από δέκα μήνες γάμου εμφανίζεται στο χωριό με τζιπ και Ουκρανή παραδουλεύτρα στο ανακαινισμένο πατρικό πετρόχτιστο σπίτι που έγινε σωστό αρχοντικό στα χέρια του Ελληνογερμανού αρχιτέκτονα Άλεξ Πράσινος, ενός φίλου του Σήφη από το Μόναχο, ομοφυλόφιλου άνδρα που ανέλαβε, κατά τις οδηγίες του Σήφη, να ντύνει τη σύζυγο και να τη συμβουλεύει σε θέματα τέχνης και ένδυσης, έτσι ώστε αυτή να μάθει «τα δικά του γούστα και τα φυσικά», κατά το λαϊκόν άσμα.

Δυο χρόνια μετά, η Μέλω μέσα σε απρόσμενες ανέσεις, πολυτέλεια και ερωτική διαστροφή, μεταξύ χωριού και πόλης, αποξενώνεται απ’ όλους κι όλα, με τη μητέρα σε οίκο ευγηρίας με ανέσεις και αποκλειστική, τον πατέρα να έχει πεθάνει από μοναξιά, φτώχεια κι απαξίωση, δεν μπορεί παρά να αγναντεύει το λιμάνι και μάταια να αναζητεί το χαμένο της όνειρο, τη γλυκιά γεύση μελιού στα χείλη. Μια προσπάθεια απόδρασής της, να κατεβεί στην Αθήνα να γίνει ηθοποιός, πέφτει στο κενό, δείχνοντας πόσο ανεδαφικά είναι τα πράγματα, όταν παρουσιάζονται από κάποιους στην επαρχία από καλή βέβαια διάθεση ή από χόμπι, μα χωρίς κάποια υποδομή, προοπτική, διάρκεια και μονιμότητα.

Στο μεταξύ, η φίλη της Μέλως Αναστασία παντρεύεται τον Αργύρη και την Άνοιξη του 2003 έχουν ένα παιδί, η αντιζηλία των παλιών φιλενάδων οξύνεται και δεν αφήνει ίχνος σεβασμού, αγάπης και κατανόησης μεταξύ τους. Γίνεται θυμός, μίσος για τη διεκδίκηση ενός άντρα.  Η Μέλω επιστρέφει στην παλιά της αγάπη και διαψεύδεται για μια ακόμη φορά. Οι υποψίες, οι νύξεις του Σήφη αφήνουν πια ασυγκίνητη τη σύζυγό του που προσπαθεί να ελέγξει και τον παντοδύναμο μέχρι χθες διεστραμμένο και αλκοολικό Σήφη, επειδή αυτός φοβάται μην τη χάσει και θέλει να αποκτήσουν ένα παιδί. Γνωρίζει ότι υπάρχουν δυσκολίες από την πλευρά του, λόγω αδύνατου σπέρματος.

 Η νέα τροπή της ζωής της Μέλως χαρακτηρίζεται από διάψευση των ελπίδων, εγωιστική αδιαφορία, γνήσιο ερωτικό πόθο, ερωτικό πάθος, μίσος, τύψεις και δίψα για εκδίκηση. Μένει πλέον στο χωριό, με όλες τις ανέσεις, και αφοσιώνεται στη μάνα της που έχει γίνει φυτό, ύστερα από ένα δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο Σήφης θα την ακολουθήσει. Ανάγνωση, σελ.  192, «Μόνη η κυρία Έμμα….     … την είχε στημένη.» Η Μέλω στο χωριό θα βάλει στη θέση τους Αναστασία, Αργύρη, και Διονύση, που την κακολογούν. Ο Σήφης χάνει τη μητέρα του στο μεταξύ. Θέλει να φαίνεται παράγοντας που «έχει χρήμα, φήμη και γυναίκα ακριβά ντυμένη» ή όπως λέει κι ένα σχετικά νέο τραγούδι «έχουμε και σπόνσορα Ναβουχωδονόσορα». Εκεί, στο χωριό, σαν «ξένη» μέσα σε «ξένους», στην πλατεία όπως πάντα, θα γνωρίσει η Μέλω τον Λαέρτη, έναν νέο του μουσικού σχήματος «Νότες στο χωριό», που θα έρχεται πλέον κάθε καλοκαίρι. Και θα στραφεί σ’ αυτόν.

Τη χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων η Μέλω είναι 24 ετών και ο Σήφης περίπου 45. Το καλοκαίρι ολοκληρώνει το δεσμό της με τον περίπου συνομήλικό της μουσικό Λαέρτη. Ο νέος εραστής, ευέλικτος πλανόδιος μουσικός, προσαρμοζόμενος στην κατάσταση εργάζεται στην κάβα του συζύγου της και ενώ στον σύζυγο εγείρονται αμφιβολίες, δεν απολύεται αλλά παραμένει στην εργασία και στη σχέση του με την παντοδύναμη πλέον Μέλω. Μόνον η σκιά του παλιού Σήφη υπάρχει κι αυτή ελέγχεται από τη σύζυγο. Γι’ αυτό η Μέλω δεν αποδρά με τον Λαέρτη και παραμένει σε μια σχέση αμαρτωλού ερωτικού τριγώνου.

Η Μέλω τη χρονιά εκείνη μένει έγκυος. Σ’ έναν τόπο που το νέο δεν σέβεται το παλιό ή προσποιείται ότι δείχνει σεβασμό μα κατά βάθος είναι ανίκανο για κάτι τέτοιο, η Μέλω βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση. Τώρα, η μόνη της έγνοια είναι να μιλήσει στη μητέρα της για το γεγονός, δεν προλαβαίνει όμως να της το ανακοινώσει. Η μητέρα της πεθαίνει στον οίκο ευγηρίας που είχε εξασφαλίσει ο Σήφης. Και ο Λαέρτης όταν μαθαίνει για την εγκυμοσύνη της, την εγκαταλείπει. Τότε η Μέλω, καθώς διαψεύδεται από τους πάντες και τα πάντα, προσπαθεί να πλησιάσει με δολιότητα τον Σήφη, ο οποίος υποψιάζεται και σε μια κρίση βίας, αλαζονείας, και αποκτήνωσης, σκοτώνει το παιδί που εκείνη κυοφορεί.

Δύο μήνες μετά, ύστερα από επτά χρόνια γάμου, η Μέλω αποφασίζει να εκδικηθεί το σύζυγό της. Τέλος του καλοκαιριού του 2006, στο ανακαινισμένο σπίτι στο χωριό, σε μια έκρηξη θυμού, μίσους και εκδίκησης, τύψεων για τη χαμένη νιότη, τη χαμένη ελπίδα, την ταπείνωση, το κενό και το αδιέξοδο, η Μέλω σκοτώνει το σύζυγό της με τον ίδιο τρόπο που εκείνος την είχε ταπεινώσει, αδιαφορώντας για την εγκληματική της πράξη, ίσως θεωρώντας την και ως δίκαια πληρωμή. Ουσιαστικά όμως άδικη, γιατί κι εκείνη δεν έκανε τίποτε αρκετό για να την αποτρέψει. Στην πράξη όμως κι αυτή θύμα και θύτης μιας αδιέξοδης και χρεοκοπημένης κοινωνίας και ενός πολιτισμού ανθρώπων, που χαρακτηρίζονται από «υπεροψίαν και μέθην», από αλαζονεία και υπέρμετρη εγωπάθεια που μόνον τυφλώνει.

Έτσι, αντίθετα με την παπαδιαμαντική φόνισσα, αντί να πάρει τα βουνά, επανέρχεται στην πλατεία του χωριού και κάνει βόλτες δίπλα από το περιπολικό της αστυνομίας.



Αλέξανδρος Ακριτόπουλος
Αναπληρωτής Καθηγητής Παιδικής Λογοτεχνίας
στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

Από την παρουσίαση του Μέλι κόλλησε στα χείλη,
στη Φλώρινα – 16/10/2013


No comments:

Post a Comment