17.11.19

40 χρόνια… Έψαχνα πάντα τις Κλασικές Ιστορίες



Τριστάνος και Ιζόλδη* μια ιστορία των γλάρων
Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης
Το βιβλίο της ζωής του Μεγάλου Γαργαντούα
-Μάνος Κοντολέων :  40 χρόνια… Έψαχνα πάντα τις Κλασικές Ιστορίες-
                      Από τις Εκδόσεις Πατάκη
                               ************

Κλασικές ιστορίες και πρόσωπα που αποτελούν τις βάσεις του Δυτικού Πολιτισμού.
                                      *******

Μια μεγάλη ερωτική ιστορία από τα χρόνια του Μεσαίωνα, φτάνει και στις μέρες μας μέσα από την αφήγηση ενός… γλάρου.


Ο μεγάλος ονειροπόλος ταξιδεύει μέσα στους αιώνες και κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα.

Το βιβλίο τα ζωής του μεγάλου Γαργαντούα
Ένας  ήρωας από το παρελθόν που όμως λες κι έρχεται από το μέλλον!

                                      ***************

Κι απ’ τη δεξιά του τη μεριά αφήστε παραθύρι
να μπαίνει αέρας της αυγής κι ο ήλιος της ημέρας
Αυτά τραγούδαγε ο Τριστάνος εκεί στο σπιτάκι του δασκάλου του   και λίγο προτού πάρει την απόφαση να αφήσει πίσω του μια γυναίκα και μια ιστορία αγάπης,  για να αναζητήσει… Να ακολουθήσει εκείνη  που γεννά όλες τις Ιστορίες του κόσμου. Την Περιπλάνηση –αυτή ήταν η δική του μοίρα.
Και τώρα εγώ  είδα –το κρεβάτι δίπλα σε παραθύρι ανοιχτό στον ορίζοντα, και πάνω στο κρεβάτι εκείνον… Είδα.
Ο αέρας της αυγής σίγουρα έμπαινε, ο ήλιος της ημέρας κι αυτός εκεί ήταν… Μα…
Αέρας παγωμένος και ήλιος ασθενικός. Στις χώρες τις πολύ βορινές –το είχα ακούσει, μα πρώτη μου φορά το έβλεπα- η μέρα ελάχιστα κρατεί. Όλα βουλιαγμένα άλλοτε στο μισόφωτο των σύννεφων κι άλλοτε στο απόλυτο μαύρο ασέληνης νύχτας.
Κι ο ίδιος ο Τριστάνος… Έτσι χλομός  και ανήμπορος.  Σκιά του παλιού εαυτού του!
Τριστάνος και Ιζόλδη* μια ιστορία των γλάρων

                                   ******************

Η πρώτη εικόνα που θυμάμαι είναι το πρόσωπο ενός ανθρώπου να σκύβει από πάνω μου.
Πρόσωπο αδύνατο, με ρυτίδες και αραιά, γκρίζα γένια γύρω από το πιγούνι του.
Και μετά –η δεύτερη εικόνα-  ήταν το βλέμμα αυτού του ανθρώπου.
Αυτό το βλέμμα είναι που μου άλλαξε όλη τη ζωή.
Πάντα εκείνος που πρώτος σε κοιτά και πάνω σου ρίχνει τη ματιά του, είναι κι αυτός που θα καθορίσει το τι θα γίνεις.
Γι αυτό είναι που όλοι –άνθρωποι και ζώα- μιλάμε για τη μάτια της μάνας μας. Για το βλέμμα της που μας χάρισε το πρώτο σκίρτημα της καρδιάς.
Αλλά εγώ δε γνώρισα μανούλα.
Δεν ξέρω πως ήταν. Η ματιά της δε με έντυσε* το χνώτο  της δε με ζέστανε.
Όλα αυτά εκείνος ο άνδρας μου τα χάρισε.
Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης

                         **********************

Λένε πως το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει!
Κι αυτοί που το λένε κάτι θα ξέρουν. Εγώ πάντως πιστεύω πως κάτι τέτοιο συμβαίνει.
Έγραψα πιο πριν πως ο Γαργαντούας είναι ένας γιγάντιος άνδρας.
Και από τότε που γεννήθηκε, ένα γιγάντιο μωρό ήταν.
Το μήλο κάτω από τη μηλιά έπεσε…
Έτσι ήταν γραφτό του να γεννηθεί, μιας και ο πατέρας του γίγαντας κι αυτός ήταν.
Βέβαια, όπως συμβαίνει πάντα με τη νέα τη γενιά, τα παιδιά σε όλα ξεπερνούν τα γονικά τους.
Ο πατέρας του Γαργαντούα ήταν γίγαντας, που όμως ο γιος του έμελλε να τον ξεπεράσει.
Το βιβλίο της ζωής του μεγάλου Γαργαντούα



16.11.19

Μιχάλης Μαλανδράκης Patriot


Μιχάλης Μαλανδράκης
Patriot
Νουβέλα
Εκδόσεις Πόλις



Στα Χανιά, το 1996, γεννήθηκε ο Μιχάλης Μαλανδράκης. Σπούδασε Κινηματογράφο και αποφοίτησε από το Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου.
Η νουβέλα Patriot είναι το πρώτο του βιβλίο που εκδίδεται.
Μια εντελώς, λοιπόν, νέα παρουσία στη λογοτεχνίας μας ο Μ. Μ.
Τι ένας αναγνώστης της νεοελληνικής λογοτεχνίας περιμένει από μια πρώτη εμφάνιση ενός 23χρονου;
Εγώ -με καθαρά προσωπικό τρόπο απαντώ σε αυτό το ερώτημα- περιμένω μια γραφή όπου από τη μια θα με κάνει να εμπιστευθώ την φρεσκάδα της νιότης της και από την άλλη να με πείσει πως ξέρει νέα αφηγηματικά τερτίπια που ενώ  θα διαθέτουν τον ρυθμό της εποχής μας παράλληλα θα μου γνωρίζουν τους ανθρώπους που με κάποιο τρόπο διαμορφώνουν αυτόν τον ρυθμό.
Κεντρικός ήρωας της νουβέλας -αυτός και μας εξιστορεί την καθημερινότητά του- είναι ο εικοσιτριάχρονος Αγκίμ. Αλβανός που παιδί ήταν όταν  μετανάστευσε στην Ελλάδα με τους δικούς  του και μετά, όταν εκείνοι επέστρεψαν στην πατρίδα τους, αυτός προτίμησε να μείνει εκεί όπου είχε περάσει την εφηβεία του.
Οι γονείς μου με τον αδελφό μου φύγανε το ίδιο καλοκαίρι, Ο πατέρας μού έδωσε περιθώριο ένα μήνα, για να βρω δουλειά. Αλλιώς, θα επέστρεφα. Να επέστρεφα που; Δεν ήξερα κανένα εκεί και δεν ήταν μόνο αυτό το πρόβλημα. Ήξερα τι λέγανε για όσους επέστρεφαν  από Ελλάδα. «Γύρισαν οι Έλληνες», «Ήρθε ο πρωτευουσιάνος που δεν ξέρει να μιλάει τη γλώσσα του». Έψαξα σαν τρελός να βρω κάτι, να με κρατήσει στην Ελλάδα.
Ο Αγκίμ θα βρει δουλειά ως σερβιτόρος και τις ώρες που θα είναι ελεύθερος θα παίζει το κλαρίνο του -αυτοδίδακτο ταλέντο είναι- στους δρόμους. Μένει με άλλους δυο σε γκαρσονιέρα. Και ενώ δεν περιμένει κάτι να αλλάξει, ξαφνικά κάποιος θα προσέξει το παίξιμο του και θα του προτείνει μια άλλη δουλειά…  
Από το σημείο αυτό και πέρα ο Αγκίμ από κομπάρσος σε μια ανιαρή και μίζερη καθημερινότητα, θα πάρει ρόλο πρωταγωνιστικό, μα σε έργο που και άλλοι έχουν γράψει και άλλοι σκηνοθετούνε.
Ο Μαλανδράκης σπούδασε κινηματογράφο και ΜΜΕ, άρα έχει εντρυφήσει σε μια τεχνική αφήγησης που στηρίζεται στην γρήγορη εναλλαγή εικόνων.
Και μ’  αυτήν τη γνώση δείχνει πως αποφάσισε να ολοκληρώσει την ιστορία και να την αφηγηθεί όχι με εικόνες, αλλά με λέξεις που ενώ υποτάσσονται στην δύναμη των περιγραφών, παράλληλα κρατάνε την ικανότητα να τέμνουν σε βάθος σκέψεις και συναισθήματα.
Νιώθω πολύ καλύτερα κι αποφασίζω να πιω τον καφέ μου στη στοά Μητροπόλεως. Έχω δυο επιλογές: ή τα παρατάω όλα και γυρίζω πίσω  -μόνο με δυο χιλιάρικα καβάντζα- ή μένω εδώ. Τώρα που έστρωσα δρόμο θα φύγω; Κι απάνω τι θα κάνω;  Θα μένω με τον πατέρα και τη μάνα; Και τι θα τους πω; Δυο χιλιάρικα σε πέντε χρόνια; Αποτυχία.
Με γρήγορους ρυθμούς, λοιπόν, ο Μ. Μ. μας συστήσει τους χαρακτήρες και εξιστορεί τα γεγονότα.
Αλλά πίσω από το κινηματογραφικό ύφος, υπάρχει πάντα ο στοχασμός της λογοτεχνίας, όπως βέβαια και η κοινωνική κριτική.
Κι έτσι ο αναγνώστης της νουβέλας αυτής γνωρίζει ένα κόσμο που δίπλα του υπάρχει -από τους ανθρώπους της νύχτας μέχρι τους μετανάστες που αν και έχουν μάθει να μιλάνε άψογα τα ελληνικά, εντούτοις παραμένουν μετέωροι ανάμεσα σε δυο χώρες που καμιά τους δεν μπορούνε να  τη θεωρήσουν πατρίδα, να ενταχθούν στη δική της ταυτότητα.
Κι αυτό, νομίζω, πως είναι το μεδούλι της ιστορίας που ο νέος συγγραφέας θέλησε να αφηγηθεί -το πολύ συχνά μόνιμα ή και αποκρυπτόμενο αδιέξοδο του οικονομικού μετανάστη.
Σε μια περίοδο όπου την κοινωνία μας απασχολεί η ροή νέων προσφύγων και νέων μεταναστών, ο Μαλανδράκης έρχεται να περιγράψει τα πάθη ενός από αυτούς  που αν και έχουν περάσει χρόνια από την μετεγκατάστασή του, παραμένει –όχι οικειοθελώς- στο περιθώριο.
Μια νουβέλα που στηρίζεται σε ένα καίριο θέμα, που δεν ωραιοποιεί, μήτε και μεγαλοστομεί. Κι αν κάποιες στιγμές (κυρίως με το τέλος της) δείχνει να γέρνει προς κάτι το μελοδραματικό, εντούτοις έχει φροντίσει πιο πριν να υπενθυμίσει τις προϋποθέσεις εκείνες που οδηγούν στη δραματική όσο και αποστειρωμένη εξιλέωση.
Πηγαίνω στη γωνία και ξερνάω. Νιώθω πίσω απ΄ την πλάτη μου τους περαστικούς να με προσπερνάνε και να διαμαρτύρονται για την εικόνα μου… Έχω κλειστά τα μάτια και κάνω πως δεν ακούω. Ακούω βήματα μέχρι που φεύγουν όλοι…

Πρώτη ανάρτηση:

11.11.19

Αλεξάνδρα Μητσιάλη "17"

Το 2002 κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη το μυθιστόρημα της Αλεξάνδρας Μητσιάλη Οδός Αθώων, θάλαμος 17.

Με το βιβλίο εκείνο, η συγκεκριμένη συγγραφέας έκανε τη δεύτερη εμφάνισή της στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας. Είχε προηγηθεί το έργο Θα σε μάθω να πετάς (Όμβρος, 1998).

Το Οδός Αθώων, θάλαμος 17 ήταν ένα αισθαντικό και ιδιαιτέρως εύστοχο στις ψυχολογικές αναλύσεις αλλά και στις κοινωνιολογικές τοποθετήσεις μυθιστόρημα, που αφορούσε στην ουσία το πώς από τη μια η κλειστή επαρχιακή ζωή και από την άλλη το ανεξέλεγκτο εκπαιδευτικό σύστημα μπορούσαν να οδηγήσουν τα άτομα σε ακραίες αυτοκαταστροφικές πράξεις.

Πολυπρόσωπο μυθιστόρημα που έδινε τη δυνατότητα να εκφρασθούν τόσο εκπρόσωποι του εκπαιδευτικού συστήματος και της οικογένειας όσο και έφηβοι – κυρίως εκείνοι που τέλειωναν τη μέση εκπαίδευση.

Οι περιγραφές της μικρής πόλης (σαφέστατες οι αναφορές στην Κέρκυρα) ήταν με εύστοχο τρόπο αρκούντως αποτελεσματικές – το ιστορικό παρελθόν σημείωνε την παρουσία του δίπλα στην υγρασία της θάλασσας και στη μοναξιά των στενών δρόμων.

Η μυθιστορηματική χρησιμοποίηση της στερεοτυπικής αυταρχικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος χάριζε στη ροή της αφήγησης ολοζώντανες εικόνες που με αμεσότητα παρέπεμπαν στην σχολική ζωή εκείνων των χρόνων (μιας και το μυθιστόρημα είχε κυκλοφορήσει το 2002, και κάποια άλλη χρονολογία δεν αναφερότανε μέσα στην αφήγηση, λογικό το συμπέρασμα πως τα γεγονότα γινόντουσαν κάπου μέσα στη δεκαετία του ’90).

Να υπενθυμίσω πως εκείνη την περίοδο ξεσπούσαν οι ποικίλες αντιδράσεις των μαθητών και παράλληλα η αυταρχικότητα της σχολικής εκπαίδευσης δεν είχε ακόμα αποσχισθεί από αντιπαιδαγωγικές πρακτικές παρελθόντων εποχών.

Μέσα σε αυτές τις καταστάσεις, οι ήρωες κατέθεταν τα αδιέξοδά τους και τις όποιες αναζητήσεις διεξόδων από αυτά.

Ισομοιρασμένη η εστίαση ανάμεσα στους ενήλικες, εκπαιδευτικούς και γονείς, και στους μαθητές. Μα τελικά θα ήταν οι πράξεις των ενηλίκων που θα επηρέαζαν τις αντιδράσεις των νέων – λογική στάση για ένα μυθιστόρημα που είχε αποφασίσει να ενταχθεί στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

Μέσα από εκείνο το έργο της, η Αλεξάνδρα Μητσιάλη επιβεβαίωσε την δυναμική του ταλέντου της – μια συγγραφέας που διαθέτει προσωπικό ύφος και καταγγελτική τόλμη.

Μετά από δύο χρόνια η Μητσιάλη εκδίδει ένα παιδικό βιβλίο και από τότε μέχρι σήμερα όχι μόνο δείχνει να έχει αφοσιωθεί στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους, αλλά και να έχει καταξιωθεί πολλαπλά ως μία από τις πλέον ταλαντούχους σύγχρονους εκπροσώπους της (μόνο το 2008 θα φέρει στη δημοσιότητα ένα ακόμα βιβλίο για ενήλικες).

Εφέτος, τόσο η ίδια όσο και οι Εκδόσεις Πατάκη αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν και πάλι το μυθιστόρημα του 2002, αυτή τη φορά με μια αλλαγή στον τίτλο –Δεκαεφτά- αλλά και στη σειρά όπου το εντάξανε.

Όχι πλέον Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία, αλλά Σύγχρονη Λογοτεχνία για Νέους, και μάλιστα στην άτυπη υποκατηγoρία των μυθιστορημάτων Cross Over (έργα που ο εκδότης τα διαχωρίζει με την ένδειξη : Καμιά Λογοκρισία / Λογοτεχνία Cross Over).

Αν η επανέκδοση ενός μυθιστορήματος μετά από μια μεγάλη χρονική περίοδο αποτελεί ένδειξη της αξίας του έργου, η επανέκδοσή του και παράλληλα η ένταξή του σε μια νέα σειρά, και δη για νέους, προσφέρει μια αρκετά ενδιαφέρουσα άποψη για το πώς ίσως διαφοροποιούνται τα κριτήρια κατάταξης των έργων. Βέβαια η νεανική λογοτεχνία, και δη τα μυθιστορήματα (ελληνικά και ξένα) που τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να χαρακτηρίζονται ως cross over, ελάχιστες διαφορές έχουν από τα αντίστοιχα έργα μιας λογοτεχνίας για ενήλικες.

Παρ’ όλα αυτά διαθέτουν δικά τους χαρακτηριστικά και μάλιστα τα τελευταία δύο χρόνια έχουν δημοσιοποιηθεί ενδιαφέρουσες μελέτες και έχουν ξεκαθαρίσει ορισμούς (https://diastixo.gr/epikaira/apopseis/5006-kontoleon-15032016 - http://keimena.ece.uth.gr/main/t25/07-kouraki.pdf ).

Μα θα πρέπει επίσης να θυμόμαστε πως το μυθιστόρημα που σήμερα θα το χαρακτηρίζαμε cross over είναι σχεδόν παρόμοιο με εκείνα που τα έχουμε εδώ και χρόνια ονομάσει «μυθιστορήματα ενηλικίωσης» ή «μυθιστορήματα μαθητείας» – για παράδειγμα, Μεγάλες προσδοκίες ή Ο φύλακας στη σίκαλη.

Κεντρικό όσο και γενικό χαρακτηριστικό αυτών των έργων είναι πως στηρίζουν την ύπαρξή τους στο βίωμα ενός νέου ανθρώπου που αναζητά την προσωπική του ταυτότητα μέσα σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο. Ασφαλώς και δίπλα στον κεντρικό αυτόν ήρωα (αν όχι έφηβο, πάντως άτομο σε νεαρή ηλικία) υπάρχουν και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας που με τις πράξεις και τις αποφάσεις τους επεμβαίνουν στη ζωή του έφηβου, αλλά σε κάθε περίπτωση αυτό που διαπερνά ως βασικός άξονας όλο το έργο είναι η ζωή του νέου ατόμου. Μέσα από τα δικά του πάθη και τη δική του οπτική φωτίζονται (όσο κι αν φωτίζονται) οι ζωές και τα πάθη των ενηλίκων. Και πάλι ως παράδειγμα θα φέρω τον Ντίκενς και την κυρία Χάβισαμ στο Μεγάλες προσδοκίες.

Στο Δεκαεφτά η Αλεξάνδρα Μητσιάλη ελάχιστες διαφοροποιήσεις έχει κάνει από την πρώτη έκδοση του έργου (ίσως και όχι απαραίτητες) και ασφαλώς δε θα μπορούσε να υιοθετήσει άλλη παρέμβαση κάτω από την απαίτηση της οποίας θα υπήρχε ένα κεντρικό και βασικό εφηβικό πρόσωπο που την πορεία του στον συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο θα παρακολουθούσε ο αναγνώστης. Το έργο όχι μόνο είναι πολυπρόσωπο αλλά και όλη του η δομή είναι –όπως και πιο πριν τονίστηκε– ισομοιρασμένη σε πολλά πρόσωπα διαφορετικών ηλικιών.

Παρ’ όλα αυτά η εκδοτική του ένταξη είναι γεγονός και μάλιστα υπογράφεται και από συγγραφέα που έχει διακριθεί στο είδος των νεανικών μυθιστορημάτων και επιδιώκει τώρα να ανιχνεύσει και το κοινό των cross over, αλλά και από εκδότη που είναι αναμφίβολα ο πρωτοπόρος σε αυτήν την κατηγορία.

Έχω μια εξήγηση για το γεγονός – οι παιδαγωγικές απόψεις που πολύ συχνά έχουν κατηγορηθεί πως προσπαθούν να επιβάλουν ένα είδος λογοκρισίας στη λογοτεχνία όχι μόνο των παιδιών, αλλά και των νέων ολοένα και υποχωρούν. Άλλοτε με έντονα και τολμηρά βήματα πρώτων εκδοτικών παρουσιών (για παράδειγμα, Junk, Θα σου χαρίσω τον ήλιο, Το δέντρο των ψεμάτων, Μαξ, Αμαρτωλή πόλη κ.ά.) κι άλλοτε κάπως πλέον διακριτικά (όπως η μεταγραφή /μετονομασία του Οδός Αθώων, αριθμός 17 σε Δεκαεφτά).

Ίσως, λοιπόν, οι ασφυχτικές παιδαγωγικές στρεβλώσεις να τείνουν προς εξαφάνιση και να αφήνουν τη λογοτεχνία –την καθαρή λογοτεχνία– να αναπνέει χωρίς μάσκες υποκριτικής συγκάλυψης.

Ίσως… Μακάρι, θα έλεγα. Και σε αυτό οφείλουμε όλοι, που με τον έναν ή άλλο τρόπο ασχολούμαστε με αυτό το ζήτημα, να συμβάλλουμε με θέσεις μελετημένες και έργα φτιαγμένα με αυστηρές λογοτεχνικές προδιαγραφές.

Πρώτη ανάρτηση: https://www.vivliopoleiopataki.gr/blog/post/20003/Dekaefta/


10.11.19

«¨Ήλιος με μουστάκια» της Μελίνας Σιδηροπούλου.




Η Παιδικότητα είναι μια αξία- αυτό , είχε κάποτε υπενθυμίσει ο Μίκαελ Έντε και στην ουσία δήλωνε πως ο συνειδητός τρόπος να ερμηνεύεις την καθημερινότητά σου μέσα από την ματιά ενός παιδιού, αποτελεί μια στάση ζωής που έχει τη δύναμη να ανατρέψει κατεστημένες αντιλήψεις και στερεότυπα. Αλλά διαθέτει ακόμα την ικανότητα να φωτίζει με περισσότερες αποχρώσεις σκέψεις, συναισθήματα, ιδεολογίες.

Η λογοτεχνία για παιδιά περιλαμβάνει βασικά κείμενα που απευθύνονται σε αναγνώστες μικρών ηλικιών και που στηρίζονται κυρίως σε μια λιγότερο ή περισσότερο έντονη δράση, αλλά ακόμα και  σε κάποια άλλα που περιγράφουν τον τρόπο σκέψης και συναίσθησης παιδιών ή και εφήβων.

Η λογοτεχνία για παιδιά -συνήθως την ονομάζουμε Παιδική Λογοτεχνία- μπορεί να υποπέσει στο σφάλμα του διδακτισμού, αλλά μπορεί και να εκμεταλλευθεί την ίδια της την υπόσταση και να δημιουργήσει κείμενο που θα αφήνεται στη δυναμική της Παιδικότητας, έτσι όπως την είχε ορίσει ο Έντε.

Αυτής της τελευταίας κατηγορίας τα λογοτεχνικά κείμενα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς με έναν ιδιότυπο τρόπο ενώνουν τη ενσυναίσθηση ενός παιδιού με τη συνείδηση ενός ενήλικα.

Κείμενα που τελικά η σύγχρονη κριτική, αλλά και η επίσης σύγχρονη εκδοτική πραγματικότητα τα έχει εντάξει σε μια ειδική κατηγορία βιβλίων, αυτή των cross over.

Μυθιστορήματα συνήθως κατατάσσονται στον χώρο αυτό. Και είναι επίσης γεγονός πως στα περισσότερα η ηλικία των ηρώων – πρωταγωνιστών είναι εκείνη που βρίσκεται στο μεταίχμιο της μετάβασης από την εφηβεία στην ενήλικη περίοδο. Σπανίζουν όσα παρακολουθούν την μετεξέλιξη των συναισθημάτων του κεντρικού προσώπου από την παιδική του περίοδο έως την πρώιμη ενηλικίωση.

Ένα από αυτά και το «¨Ήλιος με μουστάκια» της Μελίνας Σιδηροπούλου.

Η συγγραφέας αυτού του βιβλίου είναι δημοσιογράφος, αλλά ασχολείται ιδιαίτερα με προγράμματα που συνδέουν τα παιδιά με τη γραφή.

Το «Ήλιος με μουστάκια» είναι το πρώτο της βιβλίο και πρέπει να αναγνωρίσω πως αυτή η πρώτη της εμφάνιση στη λογοτεχνία είναι ιδιαιτέρως εντυπωσιακή.

Η έκδοση -προσεγμένη και καλαίσθητη, όπως όλα τα βιβλία του εκδοτικού οίκου ‘Καλειδοσκόπιο’- διακοσμείται από εικόνες ενδιαφέρουσας αισθητικής που τις υπογράφει η Πέρσα Ζαχαρία.

Τόσο το κείμενο όσο και οι εικόνες διακρίνονται από αυτό που πιο πριν ορίσαμε ως ‘παιδικότητα’.

Το έργο -σπονδυλωτό μυθιστόρημα θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει- απαρτίζεται από μικρά κεφάλαια που διατηρούν το καθένα τους μια λίγο ή πολύ αυτονομία από τα υπόλοιπα.

Χωρίς να ακολουθούν μια αυστηρά χρονολογική ακολουθία, καταγράφουν τα συναισθήματα της αφηγήτριας από τα πρώτα σχολικά της χρόνια έως την ενηλικίωσή της.

Συναισθήματα που προέρχονται από σημαντικά ως καθημερινά γεγονότα της ζωής της – μικρές αταξίες, παιδικά ερωτήματα, ο χωρισμός των γονιών, η δημιουργία φίλων στο σχολείο, η λατρεία προς ένα κατοικίδιο, η σχέση με τη γιαγιά, οι αφηγήσεις του παππού, η ανασφάλειας της μητρικής φροντίδας, η αντιπαλότητα ως προς την αδελφή, οι εφηβικές εκρήξεις, το ερωτικό σκίρτημα, η απώλεια που άλλοτε επιφέρει ο θάνατος κι άλλοτε η μετακίνηση από μια ηλικία σε μια άλλη.

Ένα ολοκάθαρο λογοτέχνημα που αποτελεί και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τη γραφή του χαρακτηριστικό παράδειγμα  cross over λογοτεχνίας.

Η Σιδηροπούλου επιλέγοντας  να δομήσει την αφήγησή της σε μικρά, σχεδόν αυτόνομα κεφάλαια και που μάλιστα άλλα από αυτά να είναι εντελώς ρεαλιστικά και άλλα να  ρέπουν προς ένα σουρεαλισμό, καταφέρνει να οδηγήσει τον αναγνώστη της εντός των υπόγειων διαδρομών της Παιδικότητας -διαδρομών που από τη μια ερμηνεύουν την αποκτημένη ενήλικη ταυτότητα της αφήγησης και από την άλλη προσφέρουν την ευκαιρία να αναζητηθεί κάτι παρόμοιο στην ενδοσκόπηση της ανάγνωσης.

Πρώτη ανάρτηση: http://www.periou.gr/%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ad%cf%89%ce%bd-%ce%bc%ce%b5%ce%bb%ce%af%ce%bd%ce%b1-%cf%83%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85/?fbclid=IwAR0i7w2kgFxM9p_Bktkvryv1QNqxxukEcnDIDVH3D_Y9YtShPTNTmjxwWtY

Ο Μάνος Κοντολέων συζητά με την Έλενα Πατάκη για το μυθιστόρημα φαντασίας για παιδιά «Ο Φωκίων ΔΕΝ ήταν ελάφι»



Ε.Π. Την περίοδο που συμπληρώνονταν 40 χρόνια συγγραφικής σου παρουσίας, μας πρότεινες να επανεκδώσουμε το πρώτο σου βιβλίο – αυτή τη φορά με τον τίτλο «Ο Φωκίων ΔΕΝ ήταν ελάφι». Αυτό το ΔΕΝ –έτσι έντονα όπως είναι γραμμένο στον τίτλο– δηλώνει κάτι παραπάνω από μια απλή λέξη μέσα σε μια φράση. Μπορείς με δυο λόγια να πεις στους αναγνώστες την ιστορία του Φωκίωνα και του «ΔΕΝ» του όπως την είπες σ’ εμένα τότε;
 Μ.Κ . Ο Φωκίων ήταν ο ήρωας του πρώτου βιβλίου που έγραψα. Είχε κυκλοφορήσει το 1979 και ο τίτλος του ήταν «Ο Φωκίων ήταν ελάφι» . Ήταν το πρώτο μυθιστόρημα φαντασίας για παιδιά που μιλούσε για το Πολυτεχνείο και την εισβολή στην Κύπρο. Και… νομίζω πως παραμένει ακόμα και το μοναδικό. Το είχα γράψει θέλοντας να βοηθήσω την Άννα, την κόρη μου, να καταλάβει το τι είχε συμβεί στα χρόνια εκείνα – η Άννα γεννήθηκε το 1974. Εννοώ την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την πτώση της Χούντας, αλλά και την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο. Από τότε, ξέρεις, πίστευα πως στα παιδιά μπορείς –αλλά και πρέπει– να τους λες την αλήθεια και να τα βοηθάς να τη γνωρίζουν.

Ε.Π. Ποια υπήρξε η ανταπόκριση του κοινού τότε;
Μ.Κ. Αγαπήθηκε πολύ, βραβεύτηκε, και αποσπάσματά του έχουν ενταχθεί στα σχολικά βιβλία για να χρησιμοποιούνται στις επετείους του Πολυτεχνείου. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν γονείς που με συναντούν και μου εξομολογούνται το πόσο τους είχε συγκινήσει εκείνη η ιστορία, πόσο τους είχε βοηθήσει να καταλάβουν το τι σημαίνει Ελευθερία και Ανεξαρτησία και Δημοκρατία.

Ε.Π. Η Ελευθερία, η Ανεξαρτησία και η Δημοκρατία σε ένα μυθιστόρημα φαντασίας με ήρωα τον Φωκίωνα που είναι και ΔΕΝ είναι ελάφι! Με τον κίνδυνο να προδώσουμε τη μαγεία της ανάγνωσης, μπορείς να μας αποκαλύψεις κάποια κλειδιά που εξηγούν πώς ένα μυθιστόρημα φαντασίας συνδέεται με τις έννοιες αυτές; (Αγαπητοί αναγνώστες, μπορείτε να ΜΗ διαβάσετε την απάντηση, αν προτιμάτε να την ανακαλύψετε στο βιβλίο.)
M.K. Όπως και πιο πριν σου είπα, πρόκειται για μια συμβολική ιστορία που αναφέρεται στον αγώνα των ανθρώπων για δικαιοσύνη και ελευθερία. Ο Φωκίων –ένα παλικάρι που μοιάζει με ελάφι– έρχεται από μια φανταστική χώρα, όπου οι άνθρωποι συνομιλούν με τα ζώα. Στον τόπο του τον δυναστεύει μια αυταρχική οικογένεια μαζί με τους φρουρούς. Οι συμπολίτες του –όπως και οι δικοί του– δεν έχουν την ελευθερία μήτε να διαχειρίζονται την περιουσία τους μήτε και να επιλέγουν το μέλλον τους. Ο Φωκίων αντιδρά και αναγκάζεται να ξενιτευτεί. Στο ταξίδι του θα γνωρίσει και άλλους τόπους όπου κι εκεί κάποιοι λίγοι στερούν την ελευθερία και την αξιοπρέπεια των πολλών. Αλλά θα γνωρίσει και χαρακτήρες που –όπως ο ίδιος– δε θέλουν να σκύψουν το κεφάλι και να υποταχτούν. Ο Φωκίων αποφασίζει να κινητοποιήσει όλους αυτούς σε ένα γενικό ξεσήκωμα. Η Ελευθερία, η Ανεξαρτησία, η Δημοκρατία πρέπει να είναι για όλους και παντού. Οι περιπέτειες οι δικές του και των φίλων του φέρνουν στον νου του αναγνώστη συνθήκες παρόμοιες με αυτές που έχουμε ζήσει και στον τόπο μας –Χούντα των Συνταγματαρχών και Εξέγερση του Πολυτεχνείου, τουρκική εισβολή στην Κύπρο– αλλά και σε άλλα μέρη της γης.

Ε.Π. Αλλά εσύ, όμως, λες και δεν είχες κλείσει τους δικούς σου λογαριασμούς με όλα αυτά. Και έβλεπες ακόμα πως το μήνυμα του Φωκίωνα δεν είχε γίνει κτήμα όλων… Κι έτσι…
Μ.Κ. Ναι! Αν και περάσανε τα χρόνια κι έγραψα κι άλλα, πολλά ακόμα βιβλία, πάντα, όμως, είχα τη βεβαιότητα πως ο Φωκίων, το τόσο υπερήφανο ελάφι, κυκλοφορούσε τριγύρω μου. Με παρακολουθούσε να δει αν εξακολουθούσα να πιστεύω όσα κι εκείνος πίστευε. Και τότε τον άκουσα να μου προτείνει να γράψω ξανά την ιστορία του…

Ε.Π. Σε παρακολουθούσε;
Μ.Κ. Ακριβώς… Κοντά σαράντα χρόνια με παρακολουθούσε. Ώσπου κάποια στιγμή αποφάσισα κι εγώ να σταματήσω για λίγο να γράφω νέες ιστορίες και να ξεφυλλίσω εκείνη την πρώτη – την ιστορία της ζωής ενός ελαφιού που το λέγανε Φωκίωνα. Μα, όταν έκλεισα το βιβλίο, είχα καταλάβει πως τελικά ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι.

Ε.Π. Δεν ήταν ελάφι; Αλλά τι μπορεί να ήταν;
Μ.Κ. Διαπίστωσα πως πάντα υπάρχουν τόποι όπου η Ελευθερία, η Αξιοπρέπεια και η Δημοκρατία καταπατούνται. Κι έτσι αποφάσισα –με άλλη πια ματιά, πιο σύγχρονη– να γράψω και πάλι τις περιπέτειες αυτού του πρώτου μου ήρωα. Γιατί ποτέ δεν τελειώνει ο αγώνας να απλωθεί η Ελευθερία σε κάθε τόπο, να αγκαλιάσει το κάθε πλάσμα. Μόνο που τώρα πια θέλησα –τόλμησα, αν προτιμάς– να δω με πιο ξεκάθαρο τρόπο το έργο μου και έτσι να δηλώσω πως ο Φωκίων ποτέ δεν ήταν ελάφι!

Ε.Π. Το έγραψες από την αρχή και με εντελώς άλλον τρόπο;
Μ.Κ. Κράτησα όλα τα γεγονότα, τους ίδιους χαρακτήρες. Μόνο που τα πάντα τα είδα με έναν τρόπο σύγχρονου προβληματισμού και τα έγραψα έτσι ώστε να γίνουν –πιστεύω– πλέον ελκυστικά σε ένα σημερινό παιδί. Οπότε… Θέλω να πιστεύω πως ο Φωκίων που ΔΕΝ είναι ελάφι, αλλά ένα ονειροπόλο και τολμηρό παλικάρι, θα βοηθήσει τους νέους του αναγνώστες να πιστέψουν κι αυτοί, όπως και οι γονείς και οι παππούδες τους, στην έννοια της Δημοκρατίας και με γνώση και συνειδητοποίηση να γιορτάζουν την Επέτειο του Πολυτεχνείου.

Πρώτη ανάρτηση:
https://www.vivliopoleiopataki.gr/blog/post/20000/O-Manos-Kontoleon-suzhta-me-thn-Elena-Patakh-gia-to-muthisto/?fbclid=IwAR29WtU_hse217DYoCcam_h4RGTn3gK_cc9dK6550yY8l66IugRm2eId8Gk

3.11.19

Βενετία Πιτσιλάδή – Σουάρτ «Θύελλα στη Βενετία»




Από την εποχή εκείνη όπου ο πρωτόγονος άνθρωπος  ανακάλυψε την ανάγκη επικοινωνίας με τους άλλους συνανθρώπους του, από τότε χρονολογείται  και η ύπαρξη της αφήγησης.
Με την αφήγηση μεταφέρω τα συναισθήματα και τις εμπειρίες μου. Με την αφήγηση ενημερώνομαι  για τα αντίστοιχα συναισθήματα και εμπειρίες του άλλου.
Η αφήγηση του πρωτόγονου ανθρώπου  στηρίχτηκε στα απλά σχέδια που έχουμε ανακαλύψει σε σπηλιές, αλλά την πλήρη της μορφή την πήρε όταν πλέον ο άνθρωπος απέκτησε την ικανότητα χρησιμοποίησης των λέξεων.
Τα ομηρικά έπη μια από τις πρώτες και σημαντικότερες αφηγήσεις είναι μια μορφή μυθιστορηματικής αφήγησης και από αυτά ξεκινά η πορεία που θα μας οδηγήσει στο μυθιστόρημα.
Κι αφού περάσουμε από τα κλασικά χρόνια, την ελληνορωμαϊκή περίοδο και τους πρώτους μετά Χριστό αιώνες, απ΄ όπου έχουν σωθεί αρκετές  μυθιστορηματικές συνθέσεις, φτάνουμε στα χρόνια του μεσαίωνα και στις μεγάλες προφορικές αφηγήσεις ιπποτικών κατορθωμάτων (πχ Τριστάνος και Ιζόλδη).
Αλλά θα είναι εκεί γύρω στα 1500 με 1600 όπου ο Φρανσουά Ραμπελαί θα συνθέσει τις μυθιστορηματικές περιπέτειες των Γαργαντούα και Πανταγκρουέλ και ο Θερβάντες του Δον Κιχώτη του.
Ο 18ος αιώνας θα σφραγιστεί από έργα των Ντιντερό, Ντεφόε κ.α, ενώ ο 19ος αιώνας θα μπορέσει να διεκδικήσει την πατρότητα του μυθιστορήματος έτσι όπως έχει φτάσει μέχρι τις μέρες μας και μέσα στα δικά του χρόνια θα έχουμε συγγραφείς όπως ο Φλωμπέρ και Ουγκώ, ο Πούσκιν, ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι, ο Ντίκενς και ο Σκοτ -για να μείνουμε σε μερικά και μόνο ονόματα που σφράγισαν το λογοτεχνικό αυτό είδος.
Ο 20ος αιώνας θα συνεχίσει να υποστηρίζει τις μυθιστορηματικές συνθέσεις, καθώς μάλιστα θα βλέπει την αστική τάξη (βασικό αναγνώστη των μυθιστορημάτων) να εδραιώνει την κυριαρχία της στη Δύση.
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά μια κλασικής μυθιστορηματικής σύνθεσης;
Έντονοι χαρακτήρες  - μεγάλα πάθη, κυρίως ερωτικά- κοινωνικοί προβληματισμοί – εγκυκλοπαιδικές γνώσεις- περιγραφές τόπων.
Με αυτές τις αποσκευές οι μυθιστορηματικές συνθέσεις φτάνουν στα σπίτια των αναγνωστών τους. Και -σε μια εποχή όπου η ανάλυση χαρακτήρων και γεγονότων μόνο μέσω του γραπτού λόγου μπορούσε να επηρεάσει τον μέσο αστό- τα μυθιστορήματα αποκτούν πέρα από τη δυνατότητα προσφοράς ψυχαγωγίας και την ευκαιρία να διαμορφώσουν ιδέες και συνειδήσεις.
Ο Ντίκενς για παράδειγμα, καταγγέλλει την κοινωνική αδικία, η Τζέην Ώστιν αναζητά μια νέα θέση για το γυναικείο φύλο, ο Ουγκώ υποστηρίζει την επανάσταση των αστών, ο Τολστόι αναζητά φιλοσοφικές προεκτάσεις στην ειρηνική συμβίωση των λαών.
Οι μεγάλοι μυθιστοριογράφοι απευθύνονται σε ένα πλατύ αστικό κοινό -πολύ συχνά τα έργα τους δημοσιεύονται σε συνέχειες σε εφημερίδες.
Νομίζω πως δε σφάλλω αν υποστηρίξω πως από τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα, θα αρχίσουμε να διαβάζουμε μυθιστορηματικές συνθέσεις που θα στρέφουν την προσοχή τους και προς  την αναζήτηση  νέων δομών αφήγησης. Οι λατινοαμερικάνοι για παράδειγμα θα φέρουν στο προσκήνιο τον μαγικό ρεαλισμό, οι Γάλλοι το αντιμυθιστόρημα, οι Αμερικάνοι την μπητ γενιά κλπ
Άλλωστε ο 20ος αιώνας θα επιβάλλει μια άλλη μορφή αφήγησης -αυτή της Έβδομης Τέχνης και ο 21ος πλέον αιώνας ήδη μας κατακλύζει με την νέα αφήγηση -αυτή των σειρών του Neftlix και των άλλων παρεμφερών διαδικτυακών τόπων..
Αλλά παράλληλα το κλασικό μυθιστόρημα ζει. Και κρατά δυνατές σχέσεις με ένα πλατύ κοινό -κυρίως γυναικείο- που θέλει να διατηρεί το ατομικό δικαίωμα στην κάπως περισσότερο ατομική κάλυψη των συναισθηματικών συγκινήσεών του.
Μετεξέλιξη, λοιπόν, του κλασικής δομής μυθιστορήματος είναι αυτό που σήμερα συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε ως γυναικείο  μυθιστόρημα  ή και εμπορικό μυθιστόρημα (αν θελήσουμε να μεταφράσουμε τον αμερικάνικο όρο commercial fiction).
Δεν μου αρέσουν οι γενικεύσεις, όταν μάλιστα επιβάλλονται από τους  όρους της Αγοράς.  Δεν ανήκω σε εκείνους που βάζουν ταμπέλες στην καλλιτεχνική δημιουργία. Κι αν χρησιμοποιώ κάποιους όρους είναι για να μπορώ ταξινομώντας τις σκέψεις μου να επιτυγχάνω μια αμεσότερη επικοινωνία με τους συνομιλητές  μου.
Ας επιλέξω λοιπόν ένα χαρακτηρισμό περισσότερο αποτελεσματικό-μυθιστόρημα για ένα πλατύτερο κοινό, ένα κοινό που ανιχνεύεται σε διάφορα στρώματα οικονομικά, κοινωνικά, μορφωτικά. Και όπως όλες οι κατασκευές, έτσι και οι μυθιστορηματικές συνθέσεις αυτού του είδους, μπορεί να είναι καλοφτιαγμένες ή όχι, μπορεί να είναι ειλικρινείς ή όχι. Μπορεί κάποια από αυτά να αναζητούν με τον δικό τους τρόπο την αλήθεια, ενώ κάποια άλλα, πάλι,  να επιχειρούν να αποκοιμίζουν το κοινό τους. Γι αυτό και απόλυτα άδικο από κάποιους κύκλους να αντιμετωπίζονται συλλήβδην  ως ένα δεύτερης διαλογής λογοτεχνικό είδος -ο κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να αναζητά την αφήγηση που του ταιριάζει και ο κάθε δημιουργός έχει επίσης κι αυτός το δικαίωμα να επιλέγει το τρόπο με τον οποίο θα αναζητήσει την επαφή του με το κοινό. Κι αν κάτι θα πρέπει να βαραίνει στην όποια κριτική προσέγγιση είναι ότι έχει να κάνει με τη συνέπεια προθέσεων και εκτέλεσης.
                                                   ***********
Σκέψεις -γενικές σίγουρα- όλες αυτές που μου γεννήθηκαν καθώς  διάβαζα το μυθιστόρημα «Θύελλα στη Βενετία» της Βενετίας Πιτσιλαδή – Σουάρτ.
Η Βενετία Πιτσιλαδή  Σουάρτ  γεννήθηκε στη Λέσβο, μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε δημοσιογραφία, δημόσιες και κοινωνικές σχέσεις, ενώ στη συνέχεια μελέτησε συμβουλευτική ψυχολογία και επιστήμες της εκπαίδευσης στα πανεπιστήμια του Λονδίνου και της Γενεύης. Στην πόλη αυτή ζει πλέον μόνιμα εδώ και χρόνια. Από τη Γενεύη συμμετέχει με πολλούς τρόπους σε καλλιτεχνικές και κοινωνικές οργανώσεις - συντονίζει τις εργασίες του ελληνικού Λογοτεχνικού Κύκλου Βιβλιοφίλων Γενεύης, εκπροσωπεί την Ελβετία  στα «Διεθνή Βραβεία Giuseppe Sciacca», τα οποία δίνονται κάθε χρόνο στο Βατικανό της Ρώμης και είναι ενεργό μέλος σε πάμπολλες  παρόμοιες ομάδες. Το 2015 απέσπασε από την Ελληνική Εταιρεία Μεταφραστών Λογοτεχνίας Χρυσό Μετάλλιο για τη συμβολή της στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό.
Η Θύελλα στη Βενετία είναι το τρίτο μυθιστόρημα της συγγραφέως.
Και σε αυτό, όπως και τα δυο προηγούμενα στηρίζει την δράση και της εξέλιξη σε μια στενή παρακολούθηση των ψυχογραφικών αντιδράσεων των ηρώων της.
Στα δυο προηγούμενα το κεντρικό πρόσωπο ήταν γυναίκα. Σε αυτό ένας άντρας.

Ένα μυθιστόρημα, λοιπόν,  με κεντρικό χαρακτήρα ένα άνδρα που αν και έχει πάρει από πολύ νωρίς την τύχη του στα δικά του χέρια, στην ουσία πάντα και για όλη του τη ζωή θα αναζητά την ανεκπλήρωτη αγάπη από το πρόσωπο -το πλέον πολύτιμο για κάθε άνθρωπο. Είναι πολυπρόσωπο και σύνθετο ακριβώς όπως και η ζωή του ήρωα που περιγράφεται στις σελίδες του.
Δεν έχω σκοπό μήτε καν να επιχειρήσω μια σύντομη περίληψη του έργου. Είναι πολυπρόσωπο και σύνθετο ακριβώς όπως και η ζωή του ήρωα που περιγράφεται στις σελίδες του.
Θα προτιμήσω να σας διαβάσω μέρος από το οπισθόφυλλο της έκδοσης.
Ένα πάμφτωχο παιδί, περιφρονημένο από την οικογένειά του, μια οικογένεια του ‘σκυλολογιού’, της πλέμπας της Κέρκυρας, από ένα γύρισμα της τύχης, θα δει τη μίζερη ζωή του να αλλάζει. Θα γίνει ένας μεγιστάνας των επιχειρήσεων, ένας μπον βιβέρ, ένας άνθρωπος της απόλυτης εξουσίας. Ένας υπεράνθρωπος.
Ο μέγας και πολύ κόντες Διονύσιος Γιαννάτος, θα κατακτήσει τη Βενετία όπου θα τον ρίξει η μοίρα του, θα φτάσει στην κορυφή της επιτυχίας και θα ραγίσει τις καρδιές πολλών γυναικών…. Αλλά μια μόνο γυναίκα θα είναι ριζωμένη στην καρδιά του, μια μοναδική, αυτή που του στέρησε ΄λα όσα η ψυχή του λαχταρούσε, η μάνα του. Μάνα και κατάρα στη ζωή του.


Δεν έχω διαβάσει τα δυο προηγούμενα μυθιστορήματα της συγγραφέα  μας. Με ένα εντελώς, λοιπόν, παρθένο τρόπο ολοκλήρωσα τις 350 περίπου σελίδες της πρόσφατης αυτής μυθιστορηματικής της σύνθεσης.
Και από μια αμήχανη στάση με την οποία ξεκίνησα, κατέληξα σε ένα πλατύ χαμόγελο καθώς είχα ολοκληρώσει τις σελίδες του κειμένου και ξεφύλλιζα τις τελευταίες που φιλοξενούν φωτογραφίες τόπων και χαρακτήρων  που αναφέρονται στο έργο.
Χαμογέλασα καθώς ανακάλυπτα πως η Βενετία Σουάρτ έπαιζε συνεχώς μαζί μου.
Ξεκίνησε από τον ίδιο τον τίτλο -η πόλη που φιλοξενεί τα γεγονότα έχει ως όνομα εκείνο της ίδιας της συγγραφέα. Γιατί μπορεί η Βενετία να είναι μια χαρακτηριστική και ιδιαίτερα ατμοσφαιρική πόλη, αλλά κάλλιστα μέσα στο έργο τη θέση της θα μπορούσε να την έχει η Φλωρεντία ή ακόμα και η Ρώμη.
Μα είναι τόσο, μα τόσο προκλητικά συναρπαστικό ο συγγραφέας να φτιάχνει ένα βιβλίο όπου το θέατρο όσων θα περιγράψει έχει το δικό του όνομα. Λίγοι συγγραφείς έχουν μια τέτοια τύχη!
Και με την ίδια λογική -αυτή την υπέροχη εξουσία του συγγραφέα- η Βενετία Σουάρτ αποφασίζει να χρησιμοποιήσει πορτραίτο από μια άλλη εποχή για να μας συστήσει το δικό της ήρωα, να περιγράψει το δικό της κέντρο διασκέδασης με τις ζωγραφιές που άλλο κέντρο περιγράφουν, να τοποθετήσει δίπλα σε αληθινά παλάτια τα αρχοντικά των δικών της ηρώων – τέκνων του δικού της μυθιστορηματικού κόσμου, να δηλώσει φιλικές σχέσεις των φανταστικών ηρώων της με πρόσωπα αληθινά.
Λοιπόν, σε αυτό το μυθιστόρημα κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος που από τη μια περιγράφει ένα αληθινό και από την άλλη έχει στήσει ένα ολότελα μυθιστορηματικό.
Αλλά ας δούμε λίγο και τα άλλα στοιχεία που τούτο το έργο διαθέτει και το πόσο αυτά ταιριάζουν με τα κεντρικά χαρακτηριστικά ενός κλασικής δομής μυθιστορήματος.



1-  Έντονοι χαρακτήρες

Πολυπρόσωπο μυθιστόρημα. Κι ενώ έχουμε τον κεντρικό ήρωα, η συγγραφέας συνεχώς φροντίζει να μας υπενθυμίζει πως όπως στη ζωή , έτσι και μέσα σε στο δικό της μυθιστόρημα, το ένα πρόσωπο συνυπάρχει με άλλα . Κι αυτά τα άλλα  επίσης σκέφτεται να μας τα συστήνει με έντονες και καίριες περιγραφές. Όλα τους, δε, οδηγούν τις πράξεις τους στα άκρα -κάτι που σχεδόν πάντα συναντάμε στα κλασικής μορφής μυθιστορήματα.
Του κεντρικού ήρωα η συμπεριφορά προέρχεται από μια μεγάλη και αγιάτρευτη στέρηση. 
Αυτό που θα καθορίσει τις συμπεριφορές του είναι η απουσία της μητρικής  φροντίδας. Όσο και αν στρέφει την ενεργητικότητά του σε επιχειρηματικά σχέδια, όσο κι αν χώνεται βαθιά σε ερωτικά πάθη, η απουσία -αν θέλετε η προδοσία – της μητέρας θα τον  συντροφεύει σε όλη του  τη ζωή.
(σελ.56 -Όταν αργότερα – σελ. 58 -Φτάααανει!)






2-  Μεγάλα πάθη, κυρίως ερωτικά-


Η Βενετία Πιτσιλαδή – Σουάρτ αναγνωρίζει το πόσο σημαντικό είναι στη ζωή των ανθρώπων το ερωτικό πάθος. Και μάλιστα αυτό το πάθος που από τη μια φέρνει κοντά τα σώματα, και από την άλλη ενώνει τις ψυχές. Ο έρωτας οδηγεί άλλοτε σε υψηλές σκέψεις και πράξεις κι άλλοτε σε πράξεις ποταπές και συναισθήματα αμαρτωλά.
Η ερωτική ένωση ισορροπεί κάπου ανάμεσα στην εκτίμηση και τη καταπίεση.
(σελ. 137 -Μόλις έφτασαν – σελ. 138 -να γίνει γυναίκα του)










3-  Κοινωνικοί προβληματισμοί –
Όπως στα κλασικά μυθιστορήματα, έτσι κι εδώ έχουμε κάποιους ήρωες που μας καταθέτουν κοινωνικούς προβληματισμούς. Γιατί -αυτό ας μην το ξεχνάμε- το μυθιστόρημα δεν περιγράφει μόνο ατομικές πράξεις, αλλά και κοινωνικές συνθήκες.
(σελ.233 –«Ξέρεις, Τζορτζίνο – σελ.235 – ισοπέδωσης των πάντων)















4-  Εγκυκλοπαιδικές γνώσεις-
Ας μη λησμονάμε πως ο μυθιστοριογράφος είναι ένας μικρός θεός. Πλάθει ζωές και προικίζει τους ήρωές του με σκέψεις και συναισθήματα. Γι αυτό και θα πρέπει να γνωρίζει καλά πολλά θέματα που αφορούν τις ανθρωπιστικές επιστήμες.
Στο συγκεκριμένο έργο, από την αρχή η συγγραφέας του μας κάνει γνωστό πως έχει καλά μελετήσει το θέμα της και πως με σταθερό τρόπο θα στηρίξει τις θέσεις της.
Στα παράθεμα των πρώτων σελίδων διαβάζουμε τη φράση του Καρλ Γιουνγκ :« Ο υγιής άνθρωπος δεν βασανίζει τους άλλους. Γενικά είναι οι βασανισμένοι εκείνοι που εξελίσσονται σε βασανιστές»΄
Για να περιγράψεις μάλιστα αντιδράσεις προσώπων, σαφέστατα πρέπει να έχεις εντρυφήσει σε πορίσματα της ψυχολογίας  και της κοινωνιολογίας. Αλλά δε θα πρέπει να παρουσιάζονται αυτές οι γνώσεις με τρόπο ψυχρά επιστημονικό. Αντίθετα θα πρέπει να έχουν απόλυτα ενδυθεί τα ενδύματα της ψυχής των ηρώων.

(σελ. 246 –«Σήμερα» σκέφτηκε -  σελ 248- γεμάτα έρωτα…)



5-  Περιγραφές τόπων

Μπορεί σήμερα όλοι μας να έχουμε κάνει πολλά ταξίδια, να έχουμε μέσα από τηλεοπτικές εκπομπές βρεθεί σε τόπους μακρινούς, αλλά η μυθιστορηματική αφήγηση έχει πάντα τη δική της δύναμη στις περιγραφές των τόπων. Κι αυτό γιατί θα είναι αυτοί οι τόποι που θα προσφέρουν το δικό τους βάθος στους χαρακτήρες.
Όπως οι άνθρωποι με σάρκα και οστά, έτσι και οι χάρτινοι ήρωες των μυθιστορημάτων χαρακτηρίζονται από τα μέρη που αγαπούν και συχνάζουν.
Και ο πατέρας τους -ο μυθιστοριογράφος- με απόλυτη γνώση θα πρέπει να μπορεί να περιγράψει τα μέρη όπου ζούνε οι ήρωές του. Και -να μια ακόμα μυθιστορηματική τσαχπινιά- να φέρει το ίδιο του τον εαυτό δίπλα στους ήρωες του
(σελ. 161- Εκείνο το γλυκό – σελ. 163 -την απονομή των βραβείων)






                                      **********
Αλλά ένα λογοτεχνικό έργο αποτελείται από λέξεις. Και οι λέξεις δημιουργούν φράσεις. Οι φράσεις παραγράφους… Οι παράγραφοι σελίδες. Οι σελίδες κεφάλαια…
Το μυθιστόρημα είναι γλώσσα.
Η Γλώσσα της Βενετία Πιτσιλαδή – Σουάρτ είναι γλώσσα απλή και άμεση. Νομίζω πως τα αποσπάσματα που σας διάβασα το αποδεικνύουν αυτό.
Μα ακόμα ένα μυθιστόρημα είναι και μια κατασκευή . Και όπως όλες οι κατασκευές  έχει τη δικιά του δομή. Αυτή που ή θα το κρατά σταθερό ή θα το αφήσει κάποια στιγμή να καταρρεύσει.
Η Βενετία Πιτσιλαδή – Σουάρτ αποφάσισε να χρησιμοποιήσει μια δομή που ταιριάζει στην καθημερινότητα  ενός ανθρώπου. Θέλω να πω πως αποφάσισε να περιγράφει γεγονότα και καταστάσεις με τον τρόπο που συμβαίνουν λίγο πολύ και στη αληθινή ζωή.
Παρακολουθεί συνεχώς τον ήρωά της -λες και γίνεται μερικές φορές εκείνη ο Διονύσης Γιαννάτος. Και τα υπόλοιπα πρόσωπα τα φωτίζει σε εκείνες τις στιγμές που με τις πράξεις τους επεμβαίνουν στη ζωή του κεντρικού χαρακτήρα.
Τελικά το «Θύελλα στη Βενετία» είναι ένα χορταστικό ανάγνωσμα. Με αντιφάσεις, ανατροπές. Με αποσιωπήσεις αλλά και ξεσπάσματα .
Πληθωρικό -ας του δώσω αυτόν τον χαρακτηρισμό. Μα και με ευθύνη γραμμένο.
Μέσα από αυτό τελικά μπορείς να γνωρίσεις ουσιαστικά τη συγγραφέα του.
Άρα διαθέτει το μέγιστο προσόν για ένα λογοτεχνικό έργο. Είναι ειλικρινές.

1.11.19

Αλεχάντρο Παλόμας «Ένας γιος»




Αλεχάντρο Παλόμας «Ένας γιος»
 Μετάφραση: Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου
Εκδόσεις Opera 

Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στα μυθιστορήματα εκείνα που στηρίζονται στις συναισθηματικές αντιδράσεις ατόμων διαφορετικών ηλικιών μεταξύ τους. Διαθέτουν ένα είδος κυκλικής θεώρησης του θέματος που αναλύουν.

Στην ουσία κάτι τέτοια μυθιστορήματα εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία των cross over λογοτεχνικών βιβλίων και η ικανότητα τους να μπορούν να αποτελούν ενδιαφέρον ανάγνωσμα για αναγνώστες από 13 ετών έως… 83 plus, νομίζω πως τα κατατάσσει ακόμα στα λογοτεχνικά εκείνα έργα που αναπτύσσουν την προβληματική τους με τρόπους ιδιαιτέρους ευρηματικούς όσο και ουσιαστικά καίριους μέσα στην απλότητά τους.

 Ένα τέτοιο έργο είναι και το μυθιστόρημα «Ένας γιος» του πολυμετραφρασμένου Καταλανού Αλεχάντρο Παλόμας (Βαρκελώνη 1947). Δυο τα κεντρικά πρόσωπα του έργου – ο Γκιγέρμο, ένα αγόρι, γύρω στα δέκα και ο πατέρας του, ο Μανουέλ. Η μητέρα και σύζυγος απουσιάζει από τη ζωή τους, αλλά η απουσία της είναι αυτή που θα κινητοποιήσει την όλη δράση. Ο μικρός πέρα από την προσωπική  έντονη έλλειψη της μητέρας που βιώνει, έχει να αντιμετωπίσει και την περίεργη στάση του πατέρα του που δείχνει από τη μια κάτι να τον απασχολεί και από την άλλη πως κάτι θέλει να κρύψει.

Ο Γκιγέρμο θα αναζητήσει τη βοήθεια από ένα πρόσωπο φανταστικό -τη Μαίρη Πόππινς. Είναι η ηρωίδα που όχι μόνο όλα τα καταφέρνει, αλλά και που τον ίδιο τον συνδέει με την μητέρα του.

Μα η τόσο έντονη ταύτιση του μικρού με αυτήν την ηρωίδα –Εμένα θα μου άρεσε να γίνω η Μαίρη Πόππινς!, δηλώνει στη δασκάλα του, θα κάνει την τελευταία να ζητήσει τη βοήθεια της ψυχολόγου του σχολείου.

Κι έτσι, με βήματα αργά, θα ξεκινήσει μια πορεία αυτογνωσίας τόσο του μικρού όσο και του πατέρα του που στο τέλος θα τους οδηγήσει και σε μια ουσιαστική αλληλοαναγνώριση.

Το μυθιστόρημα δομείται πάνω σε διαδοχικές πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των κεντρικών ηρώων και έτσι από τη μια διαθέτει μια αμεσότητα, αλλά και μια ταχύτητα κινηματογραφική και από την άλλη προσφέρει στον Παλόμας την ευκαιρία να αποδείξει πως ξέρει όχι μόνο να δημιουργεί χαρακτήρες, αλλά και μέσω των λέξεων και των φράσεων να τους χαρίζει πνοή. Πίσω, όμως, από αυτήν την κατά κάποιο τρόπο ενδοοικογενειακή υπόθεση, δίνουν το παρόν τους και καίρια σημερινά ζητήματα. Η οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις που έχει αυτή στην καθημερινή ζωή και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Μα και οι πολιτισμικές διαφορές που έντονα παρεμβαίνουν στις ζωές ανθρώπων με διαφορετικούς ηθικούς και κοινωνικούς  κανόνες που προέρχονται από άλλες χώρες και καλούνται τώρα να ‘συγκατοικήσουν’. Και το πως τα σύμβολα μια απελευθερωτικής  φαντασίας πάντα διατηρούν τη δυναμική τους και επιβεβαιώνουν την ανάγκη ύπαρξή τους.

Τέλος η πρόταση για κατανόηση των αδυναμιών τόσο των δικών μας όσο και των άλλων και αμέσως μετά η απόφαση να υπερνικηθούν οι στερεοτυπικοί διαχωρισμοί.

Μυθιστόρημα φαινομενικά απλό. Στην ουσία γραμμένο με μεγάλη μαεστρία, χρησιμοποιεί τη συναισθηματική φόρτιση για να καταγράψει σύγχρονα προβλήματα και πάντα μέσα από μια απλότητα να προτείνει δρόμο προς επίλυσή τους.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη μετάφραση της Αλεξάνδρας Γκολφινοπούλου μιας και καταφέρνει να διατηρήσει και στην ελληνική απόδοσή τους το τόσο ξεχωριστό ύφος των μονολόγων.

Πρώτη ανάρτηση:
http://www.periou.gr/%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ad%cf%89%ce%bd-%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%87%ce%ac%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%bf-%cf%80%ce%b1%ce%bb%cf%8c%ce%bc%ce%b1%cf%82-%ce%ad/