13.7.20

«Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης» - η Χρύσα Κουράκη στο diastixo

«Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης» - η Χρύσα Κουράκη στο diastixo

 

Η δεκαετία του 1970 αποτελεί ένα σημείο σταθμό για τη σύγχρονη, ελληνική Παιδική Λογοτεχνία ή τη Λογοτεχνία για Παιδιά, όπως επισημαίνει και επιμένει ο Μάνος Κοντολέων να αναφέρεται, δίνοντας έμφαση στη λέξη Λογοτεχνία. Μέχρι το 1970 η Παιδική Λογοτεχνία στην Ελλάδα δεν είχε διαφοροποιηθεί από τα πρότυπα του 19ου αιώνα τόσο στη θεματική, όσο και στην παρουσίαση ενός ιδεατού κόσμου, όπου τα κακώς κείμενα δεν θίγονται και όλα αντιμετωπίζονται μέσα από το πρίσμα του ηθικοδιδακτισμού. Ωστόσο, μετά τη μεταπολίτευση και τις κοινωνικές, πολιτικές, παιδαγωγικές και εκπαιδευτικές αλλαγές που αυτή έφερε, εμφανίζονται νέοι συγγραφείς, όπως η Ζωρζ Σαρή και η Άλκη Ζέη, που τολμούν να μιλήσουν στα παιδιά πρώτη φορά για πολιτικά και ιστορικά γεγονότα, θεωρώντας τους αναγνώστες τους αυτόνομες προσωπικότητες, που μπορούν να μάθουν και να ακούσουν τα πάντα ισότιμα με τους ενήλικες, επιδιώκοντας να κατανοήσουν τον κόσμο στον οποίο ζουν.

Με αυτή την πεποίθηση ξεκίνησε και ο Μάνος Κοντολέων, νέος συγγραφέας της εποχής, να γράφει κείμενα για παιδιά, όπως ο ίδιος ομολογεί σε άρθρο του στη SLpress.gr. Τα πρώτα του βιβλία είχαν κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο και ήταν απόλυτα εναρμονισμένα με το πνεύμα των συγγραφέων που προηγήθηκαν. Ο Φωκίων ήταν ελάφι και το Κάποτε στην Ποντικούπολη ήταν δυο βιβλία με ξεκάθαρα πολιτική άποψη, εμπνευσμένα από τα πρόσφατα γεγονότα της Δικτατορίας και ιδωμένα όχι υπό το πρίσμα του ρεαλιστικού μυθιστορήματος μαρτυρίας, που η Ζωρζ Σαρή και η Άλκη Ζέη είχαν εισαγάγει, αλλά μέσω του φανταστικού, στοιχείο που φυσικά προσέγγιζε και συμπεριλάμβανε αναγνώστες ακόμη μικρότερης ηλικίας. Τα δυο βιβλία, παρ’ όλες τις αντιδράσεις που μπορεί να συνάντησαν, αγαπήθηκαν πολύ από μικρούς και μεγάλους αποκτώντας τη διαχρονική και διηλικιακή αξία που μπορεί ένα καλό, λογοτεχνικό βιβλίο να φέρει.

Τα ονόματα των ηρώων αλλάζουν επίσης, όπως και ο τίτλος, το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθύνεται, διευρύνεται, αλλά η ουσία παραμένει ίδια.

Σαράντα ένα χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή τους (1979-2020) και σε μια παγκόσμια πολιτική και κοινωνική συγκυρία γεγονότων που καθιστά τα βιβλία πιο επίκαιρα από ποτέ, ο Μάνος Κοντολέων επανέρχεται με τη συγγραφική εμπειρία και ωριμότητα που έχει αποκτήσει να «ξαναδεί» αυτά τα κείμενα και να τα ξαναγράψει. Τα νέα βιβλία είναι εναρμονισμένα πλέον στη σύγχρονη ματιά, στις ανάγκες και στα ενδιαφέροντα ενός παιδιού του 21ου αιώνα, αλλά και στο προσωπικό συγγραφικό ύφος που ο ίδιος έχει πλέον καθιερώσει. Έτσι, το Ο Φωκίων ήταν ελάφι γίνεται Ο Φωκίων Δεν ήταν ελάφι (2018) και το Κάποτε στην Ποντικούπολη μετουσιώνεται στο Οι δίδυμοι ήλιοι της Ποντικούπολης. Στους Δίδυμους ήλιους της Ποντικούπολης το κείμενο μεγαλώνει και γίνεται πιο μεστό, οι συμβολισμοί γίνονται πιο έντονοι, αλλά ταυτόχρονα και πιο ξεκάθαρα προσανατολισμένοι στις αξίες της δικαιοσύνης, της ισότητας και της ενεργού πολιτότητας. Το εξώφυλλο αλλάζει και «ωριμάζει» με μια συμβολική για το περιεχόμενο του βιβλίου δημιουργία της Μυρτώς Δεληβοριά και ασπρόμαυρες αφαιρετικές εικόνες συνοδεύουν κάθε του κεφάλαιο, σε αντίθεση με την έγχρωμη, πιο «παιδική» για τα σημερινά δεδομένα αρχική εικονογράφηση του Αντώνη Καλαμάρα. Τα ονόματα των ηρώων αλλάζουν επίσης, όπως και ο τίτλος, το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθύνεται, διευρύνεται, αλλά η ουσία παραμένει ίδια.

Σε μια πόλη που κατοικούν ποντίκια, στην πλαγιά ενός βουνού με δυο κορυφές και δυο ασθενικούς ήλιους, υπάρχει η Φάρμα με το Τυροκομείο που ανήκει εδώ και δέκα γενιές στην οικογένεια του Βαρόνου Πανταλέων. Ενός Βαρόνου που ζει πλουσιοπάροχα εκμεταλλευόμενος τους εργάτες του και έχει μάθει να παίρνει χωρίς να δίνει. Οι ποντικοί-εργάτες που ζουν σε άθλιες συνθήκες έχουν μάθει να υπομένουν και να μη διεκδικούν τίποτα, στερούμενοι την αξιοπρέπεια και το θάρρος τους, το οποίο πολύ εύστοχα συμβολίζεται με τις ουρές τους, που οφείλουν να είναι μικρές, αδύναμες και κρυμμένες κάτω από τα ρούχα τους. Ο Βαρόνος Πανταλέων κυριαρχεί και επιβάλλεται ευνουχίζοντας τη φύση και στερώντας τα φυσικά δικαιώματα όχι μόνο των εργατών του, αλλά και του επίτηδες ξεδοντιασμένου τσακαλιού που έχει πάντα δίπλα του ως κατοικίδιο. Ακόμη και το πολυτελές σπίτι του βρίσκεται κάτω από τη γη, δηλώνοντας τη σαφή διαφοροποίησή του από τον απλό λαό που δεν θέλει καν να αντικρίζει.

Όμως όλα αυτά αλλάζουν, όταν η Κάλη, η νεαρή ποντικίνα, χάνει δυο δάχτυλά της σε εργατικό ατύχημα, εξαιτίας της παραμέλησης συντήρησης των μηχανημάτων του εργοστασίου, προς όφελος του κέρδους. Ταυτόχρονα ο Πανταλέων την απολύει, καθώς πια δεν μπορεί να του προσφέρει αποδοτική εργασία και το ίδιο κάνει στον ηλικιωμένο πατέρα της. Μειώνει αδικαιολόγητα τους μισθούς του προσωπικού κάνοντάς το να αντιδράσει για πρώτη φορά και να οδηγηθεί σταδιακά και μεθοδικά σε απεργία. Και ενώ η λέξη απεργία δεν αναφέρεται πουθενά στο κείμενο, γίνονται απόλυτα σαφείς οι αιτίες που μπορεί να οδηγήσουν σε αυτήν, οι αντιδράσεις που μπορεί να επιφέρει, τα δικαιώματα των εργαζομένων και η αρμονική, αποδοτική σχέση που θα πρέπει να έχει ο εργοδότης με τον εργαζόμενο. Οι ποντικοί μέσα από δύσκολες διαδικασίες αποκτούν σθένος –γι’ αυτό και οι ουρές τους δυναμώνουν, ψηλώνουν και πλέον επιδεικνύονται έξω από τα ρούχα τους–, συσπειρώνονται και διεκδικούν. Ο γιος του Πανταλέων διαφοροποιείται από τον πατέρα του, τάσσεται με τους εργαζόμενους και μέσα από τον έρωτα και την αγάπη που πάντα δίνει δύναμη στους νέους και τους κάνει να ονειρεύονται έναν καλύτερο κόσμο, συνδιαμορφώνει με τους όμοιούς του πια ποντικούς μια νέα, ισότιμη και δίκαιη εργασιακή σχέση. Οι δυο κορφές και οι δυο ασθενικοί ήλιοι της Ποντικούπολης συμβολικά και πάλι ενώνονται και αποκτούν τη δύναμη και το φως που ο ένας και μόνο ήλιος μπορεί να προσφέρει. Ο ήλιος της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της ισότητας.

Είναι βέβαιο πως κάποιος ενήλικας που διαβάζει το κείμενο, θα σκεφτεί πως Οι δίδυμοι ήλιοι της Ποντικούπολης έχουν γραφτεί για να εξηγήσουν τη Ρωσική ή τη Γαλλική Επανάσταση, τη σχέση κολίγων και τσιφλικάδων ή οποιαδήποτε πανομοιότυπη κατάσταση, η οποία καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Παράλληλα, ο ενήλικος αναγνώστης θα αναγνωρίσει τους συμβολισμούς που είναι πολλοί και θα αναζητήσει να ερμηνεύσει τη σχέση σημαινόντων και σημαινομένων στην πρόθεση του συγγραφέα. Το ίδιο ουσιαστικά θα κάνει και το παιδί αναγνώστης, το οποίο μέσα από διαφορετικά επίπεδα ανάγνωσης θα κατανοήσει, θα αναζητήσει και πιθανώς θα κάνει ερμηνευτικούς συνειρμούς με βάση τις εμπειρίες, τη δεδομένη κοινωνική και ιστορική του γνώση. Στην πορεία της ζωής του και καθώς τα βιώματά του θα εμπλουτίζονται, θα ανατρέξει ξανά στο ίδιο βιβλίο για να αποκτήσει διαφορετικές αναγνωστικές ανταποκρίσεις και να συμπληρώσει, να επεκτείνει, να επανεξετάσει μέσα από άλλη οπτική αυτά που οι λέξεις δηλώνουν και συνδηλώνουν. Έτσι εξηγείται και η επιθυμία πολλών γονιών σήμερα, που οι ίδιοι υπήρξαν αναγνώστες της πρώτης έκδοσης του βιβλίου, να επανεκδοθεί το κείμενο που καθόρισε τους ίδιους ως προσωπικότητες και που τώρα ως ενήλικες το διαβάζουν στα δικά τους παιδιά αναγνωρίζοντας τη διαχρονική του αξία (βλ. εδώ). Εξάλλου, σε αυτή την αποδεδειγμένα διαχρονική, συνεχώς ανανεούμενη σχέση αναγνώστη-κειμένου έγκειται και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που παρουσιάζει το συγκεκριμένο βιβλίο, που θεωρώ πως θα αγαπηθεί για ακόμη μια φορά από το παιδικό –και όχι μόνο– κοινό.

 

Οι δίδυμοι ήλιοι της Ποντικούπολης
Μάνος Κοντολέων
εικονογράφηση: Μυρτώ Δεληβοριά
Εκδόσεις Πατάκη
128 σελ.
ISBN 978-960-16-8609-7

 

(Πρώτη ανάρτηση diastixo, Ιούλιος 2020)


12.7.20

Ο Απόστολος Πάππος στο Elpinex για το "Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης"

Ελλάδα, 1979. Ο πληθωρισμός πλησιάζει το 20%. Η Ελλάδα μπαίνει στην ΕΟΚ, πρόγονο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κερδίζοντας τη Σοβιετική Ένωση, η Εθνική προκρίνεται για πρώτη φορά σε τελικά Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος. Έρχεται στην Ελλάδα ο Γκάλης για λογαριασμό του Άρη. Παραίτηση Σημίτη από το εκτελεστικό γραφείο του ΠΑΣΟΚ, το οποίο ετοιμάζεται να κυβερνήσει “στις 18 σοσιαλισμός”. Συζητήσεις με την Τουρκία για την υφαλοκρηπίδα και ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών.

Ελλάδα, 1979. Η Ελλάδα διανύει το πέμπτο έτος της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Η επταετής ασέλγεια της Χούντας στο ασθενικό σώμα της ήδη τραυματισμένης από τον πόλεμο Ελλάδας, το Πολυτεχνείο, οι Λαμπράκηδες και ο βίαια απών νονός τους, το 1-1-4, το ψωμί, η παιδεία, η ελευθερία, τα βασανιστήρια, η Κύπρος, ο Μακάριος, ο Μάλλιος κι ο Γουέλς, οι μεγάλες πορείες των εκατό+ χιλιάδων κόσμου, η φτώχεια, ένας σφυγμός που δεν ακούς αλλά υποθέτεις πως δεν έχει πάψει και κρατά ζωντανό τον ασθενή.

 

Ελλάδα, 1979. Σε φημισμένο πρότυπο γυμνάσιο-Λύκειο του επίνειου της πρωτεύουσας πέρασαν από ανάκριση (ανακριτής κανονικός, όχι οι καθηγητάδες) τον 14χρονο αδερφό μου επειδή με άλλους συμμαθητές τους τόλμησαν να βγάλουν μαθητική εφημερίδα όπου έκαναν το εγκληματικό λάθος να συμπεριλάβουν αφιέρωμα στην ποίηση του Κώστα Βάρναλη. Τόση δημοκρατία και ελευθερία έκφρασης υπήρχε πέντε χρόνια μετά την επιστροφή του καθαγιασμένου “Εθνάρχη”.

Πώς θα σου φαινόταν, λοιπόν, να μιλήσει κάποιος στα μικρά παιδιά της Ελλάδας, εκείνο το 1979, για εργασιακά δικαιώματα, για εργοδοτική καταδυνάστευση, για συγκέντρωση πλούτου, για προστασία του περιβάλλοντος και τήρηση κανόνων από τα εργοστάσια; Για εργατικά ατυχήματα, ποιότητα ζωής, κοινωνικές τάξεις και χαρακτηριστικά των αρχόντων;

Ο μέγας τεχνίτης του λόγου, Μάνος Κοντολέων, εκείνη τη χρονιά, τριάντα τριών ετών έγραφε η νιότη του, χτυπά με το Ο Φωκιών δεν ήταν ελάφι και το “Κάποτε στην Ποντικούπολη” (Καστανιώτης) και στρέφει τα βλέμματα της εποχής πάνω του. Μιλά στα παιδιά με τη γλώσσα μιας απροσποίητης ειλικρίνειας, βάζοντας στην ατζέντα της παιδικής λογοτεχνίας μια για τα καλά πολιτικοποιημένη ματιά που προχωρούσε ένα βήμα πιο πέρα τον ενίοτε πολιτικοποιημένο λόγο της Άλκης Ζέη και της Ζωρζ Σαρή που είχαν φωτίσει το πρώτο αστέρι. Ο Κοντολέων και με τα δύο εκείνα βιβλία δρούσε στο υποσυνείδητο το οποίο έπρεπε να αποσυμβολίσει τις δύο ιστορίες του και να κάνει τις αναγωγές στην πραγματικότητα του μικρού αναγνώστη, μια διαδρομή που ήδη ήξερε καλά να διανοίγει.

Τέσσερις δεκαετίες (συν ένα) μετά, ξαναφέρνει στα ράφια εκείνο το βιβλίο της Ποντικούπολης. Δεν κάνει προώθηση χειρογράφου και επανέκδοση. Προβαίνει σε μια δυναμική αναθεώρηση και αναμόρφωση του τότε βιβλίου, του αλλάζει ακόμα και τον τίτλο και με την συγγραφική ωριμότητα που κατέχει, παρουσιάζει κάτι άκρως δυναμικό, διεισδυτικό, ώριμο και επικαιροποιημένο.

Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης, μας μεταφέρουν σ έναν παράξενο τόπο που σκιάζεται από ένα βουνό με δυο κορυφές και φωτίζεται από δυο ήλιους. Σε αυτόν τον τόπο, υπάρχει ένα εργοστάσιο τυριών που ανήκει, δέκα γενιές τώρα, στην οικογένεια του φιλάργυρου Βαρόνου Πανταλέων του Δέκατου, νυν ιδιοκτήτη, και παράγει το φημισμένο τυρί Δίδυμοι Ήλιοι. Όλοι οι κάτοικοι αυτού του τόπου δουλεύουν στο εργοστάσιο αυτό και μένουν σε σπιτάκια που βρίσκονται κοντά στη φάρμα.

Όταν ένα χαλασμένο κοπίδι αρπάζει δυο δάχτυλα της Κάλης, ο ιδιοκτήτης όχι μόνο δεν σκέφτεται τίποτα για την τραυματισμένη εργάτρια, αλλά την απολύει κιόλας επειδή λέρωσε με το αίμα της τη μηχανή του και χάλασε πολύ χαρτί, ενώ τον πατέρα της του αλλάζει πόστο υποβιβάζοντάς τον ουσιαστικά και μισθολογικά.

“Λοιπόν, κυρ Βρασίλη, θα πάνε το βρούμε το αφεντικό… Εσύ… κι εγώ μαζί σου!… είπε η Λαλούσα.
Ο Βρασίλης την κοίταξε ξαφνιασμένος.
“Τρελάθηκες, κόρη μου; Ποιος έχει τολμήσει να μιλήσει στον Πανταλέων τον Δέκατο;…”

Η συνάντηση με το αφεντικό ήταν σκέτη απογοήτευση. Και τότε ξεκίνησαν όλα. Οι εργαζόμενοι αποφασίζουν αγώνα για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας αλλά και της ποιότητας ζωής τους. Το αποτέλεσμα των διεκδικήσεών τους δεν είναι εύκολο να το μαντέψεις… Όσο κι αν το παραμύθι αυτό δεν είναι τόσο παραμύθι…

Μέσα από μια απολαυστική φαντασιακή αφήγηση, εύρυθμη, με λέξεις διαλεγμένες μια και μια όπως πάντα, με πλήθος εμβριθών συμβολισμών και αλληγορικών ιδεών, ο δεινός μυθοπλάστης Μάνος Κοντολέων φέρνει έναν μεστό οδηγό διαμαρτυρίας και αντίστασης, ένα αιχμηρό εγχειρίδιο μη αποδοχής των άνωθεν θεσφάτων και αναδεικνύει το ρόλο της απεργίας δίχως να συμμερίζεται τον κάποτε εκφυλισμό της από τους διαχειριστές της. Γιατί όταν θα φτάσεις στα δεκαοκτώ ή στα είκοσι πέντε και θα βλέπεις σημάδια στο σβέρκο σου, θα είναι κάπως αργά να κόψεις την αλυσίδα από το πόδι. Πρέπει να ξέρεις. Και με την Ποντικούπολη θα ξέρεις.

Το εκτενές αυτό παραμύθι δεν αναπτύσσει απλώς υποδειγματικά μια ενδιαφέρουσα ιστορία με καλοφτιαγμένους ήρωες, ούτε ανασηκώνει απλώς τα συναισθήματά τους και τους συσχετισμούς εργατών και αφεντάδων, φτιάχνοντας μια κάποια ιστορία συσχετισμών. Δεν είναι μόνο ένας οδηγός συμπεριφοράς στον εργασιακό βίο, όπως προείπα, αλλά κάτι ακόμα βαθύτερο. Είναι η ψηλάφηση της φύσης της εξουσίας και των συχνά άνευ ποιότητας ενοικιαστών της, είναι η διαδρομή στο τούνελ που κάνει ο φόβος όταν δεν έχεις αναρωτηθεί ξανά “μα γιατί;”. Είναι μια ωδή στο “κάτι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό”. Μια ολόκληρη ιδεολογία, όχι κάποιου κομματικού επιτελείου όπως είπαν κάποτε αφελώς στον ίδιο τον συγγραφέα, αποκαλύπτεται. Μια ιδεολογία αξιοπρέπειας και επιβίωσης που πρέπει πάντα να ξέρεις και να υπερασπίζεσαι σε όποιο σημείο του ιδεολογικού φάσματος κι αν στέκεις. Εκτός κι αν θεωρείται αρκούντως κομμουνιστικό να διαμαρτύρεσαι επειδή σου έκοψαν δυο δάχτυλα και από πάνω σε απέλυσαν γιατί λέρωσες χαρτί και κόστισες. Μη γελάτε. Υπάρχουν και τέτοιοι υπερασπιστές.

Ο Κοντολέων δεν έχει πάψει, τα τελευταία χρόνια ειδικά, να πειραματίζεται με παλαιότερα βιβλία, δικά του και άλλων. Άλλοτε επανεγγράφει τα ιερά της παγκόσμιας λογοτεχνίας (Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης), άλλοτε επανεγγράφει τα δικά του (Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι), άλλοτε σμίγει τρία δικά του βιβλία εις σάρκα μίαν (Φιλαράκια), τώρα επιστρέφει ξανά στα γεννητούρια του. Γιατί το κάνει αυτό; Γιατί ασχολείται ξανά με μια ιστορία που ειπώθηκε;

Ο συγγραφέας τα λέει καλύτερα:

Δυο είναι οι λόγοι. Που θέλησα να γράψω ξανά την ιστορία αυτή.

Ο πρώτος είναι πως εκείνο το βιβλίο του 1979, αν και ήταν γραμμένο από έναν παθιασμένο μεν, αλλά πρωτόπειρο συγγραφέα, ιδιαίτερα αγαπήθηκε και συζητήθηκε. Θα έλεγα πως στάθηκε η αφορμή μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να με κάνει γνωστό. Σκέφτηκα, λοιπόν, να ανταποδώσω αυτή τη φροντίδα και να γράψω ξανά για τους ίδιους ήρωες και για τους ίδιους αγώνες τους, με την πείρα όμως τη συγγραφική που πιστεύω πως πλέον διαθέτω.

Ο δεύτερος λόγος ίσως είναι περισσότερο ουσιαστικός. Έχει να κάνει με τη διαρκή –από τότε μέχρι τώρα– άποψή μου πως στα παιδιά πρέπει να λέμε πάντα την αλήθεια μας. Και να τη λέμε με όση γίνεται και μπορούμε ειλικρίνεια και να τα αφήνουμε στη συνέχεια, αφού γνωρίσουν και τις αλήθειες των άλλων, να επιλέγουν τη δική τους.

Αυτό που πριν σαράντα χρόνια πίστευα –το τρίπτυχο: Ελευθερία, Ισότητα, Δημοκρατία– εξακολουθώ και να το πιστεύω και να το υπερασπίζομαι.

Κι έτσι να γιατί αποφάσισα το νέο μου βιβλίο για παιδιά να βασίζεται πάνω στα γεγονότα του πρώτου.

Μα τίποτε άλλο δεν είναι πια το ίδιο – στον κόσμο μας και σε αυτή την ιστορία.

Άλλο να χρησιμοποιείς ως τίτλο το «Κάποτε στην Ποντικούπολη» κι άλλο το «Ο Δίδυμος Ήλιος της Ποντικούπολης».

Τελικά, μεγαλώνοντας έγινα –φαίνεται– περισσότερο αισιόδοξος. Πιο μαχητικός.

Ένα παιδί –ευτυχώς– παρέμεινα“.

Για αναγνώστες από 9 ετών, δίχως ηλικιακό περιορισμό ασφαλώς.

Το καλοκαίρι του 2020, οι εκδόσεις Πατάκη και ο συγγραφέας επέλεξαν να επανεκδώσουν ταυτόχρονα δύο βιβλία του συγγραφέα, το “Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης” και την “Ερωτική Αγωγή”. Πρόκειται ουσιαστικά για μια συμβολική διπλή έκδοση που απευθύνεται σε δύο διαφορετικά ηλικιακά κοινά και σηματοδοτεί την μεγάλη ανάγκη για ανάγνωση από όλους, την συνύπαρξη διαφορετικών αναγνωστών και διαφορετικών ειδών λογοτεχνίας, προερχόμενα από τον ίδιο συγγραφέα, φανερώνοντας ότι κάποιος μπορεί να θέτει με επιτυχία προβληματισμούς σε διάφορες ηλικίες ανθρώπων και να συνομιλεί σε διάφορα επίπεδα μαζί τους.

ΥΓ: Το 2004 ο Μάνος Κοντολέων παρουσίασε την Ερωτική Αγωγή στην Ερμούπολη. Ήταν η πρώτη φορά που τον είδα από κοντά να μιλά για ένα βιβλίο του, στις μέρες της δικής μου ερημιάς στην πόλη του Ερμή. Και το παράξενο ήταν ότι το πρώτο βιβλίο του που διάβασα ήταν αυτό και όχι κάποιο παιδικό.

 

Απόστολος Πάππος (Elniplex Ιουλιος 2020)

 


Η Βικυ Πάτσιου για το "Ερωτική Αγωγή"

            Θα μπορούσε άραγε η Ερωτική αγωγή, το μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων που πρόσφατα επανακυκλοφόρησε,  να δανειστεί τον τίτλο του από κάποιον στίχο του Σεφέρη, του Παλαμά ή του Καρυωτάκη; - για να αναφερθώ σε μερικούς από τους νεοέλληνες ποιητές στους οποίους ευθέως παραπέμπει ο συγγραφέας, ή μήπως θα προτιμούσε να θυμηθούμε μεταξύ άλλων την Αισθηματική αγωγή του Φλωμπέρ και τον Ερωτισμό του Ζωρζ Μπατάιγ; Κειμενικός χώρος που υπόκειται σ’ ένα ειδικό καθεστώς, ο τίτλος του συγκεκριμένου έργου αποτελεί συστατικό στοιχείο της δομής του και παρέχει ισχυρές ενδείξεις για το περιεχόμενό του επιτρέποντας τη δημιουργία συνειρμικών ακολουθιών που λειτουργούν ως διερεύνηση των θεμελιακών νοημάτων του.

            Μυθιστόρημα «ασεβές», προσωπικό και ιδιότυπο χαρακτηρίζει  ο Μάνος Κοντολέων το έργο του στο Επιλογικό σημείωμα, αφήνοντας τον αναγνώστη να υποθέσει ότι μπορεί να μεταμορφωθεί σε λαθραναγνώστη και να παραβιάσει τον χώρο του ιδιωτικού για να κρυφοκοιτάξει, να θυμηθεί, να ανακαλέσει τις δικές του εικόνες, γεύσεις και ήχους, να περιπλανηθεί στο δικό του παρελθόν ή να κατασκευάσει το μέλλον του. Η Ερωτική αγωγή είναι τελικά ένα μυθιστόρημα για τον χρόνο, την ηδονή και τον θάνατο; Ένα βιογραφικό, ένα «ιστορικό» ή μήπως ένα μυθιστόρημα μαθητείας; Πώς θα μπορούσε εξάλλου το μυθιστόρημα να συγκριθεί με έναν πίνακα ζωγραφικής (τα λιωμένα ρολόγια του Νταλί), την επανάσταση του κυβισμού ή τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν;

            Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. «Ο πατέρας του Άρη, ο Χρήστος Βαλλής, είχε γεννηθεί σε κάποιο ορεινό κεφαλοχώρι της Ηπείρου, μερικά χρόνια αφότου είχε μπει ο 20ός αιώνας- ο αιώνας που θα ξεκινούσε με τα πιο μεγάλα κινήματα ανθρωπιστικών ιδεών και θα κατέληγε στις πιο οργανωμένες τάσεις κυριαρχίας των ελαχίστων πάνω στους πάμπολλους... Ο αιώνας που με το λίκνισμα του έρωτα θα άνοιγε τα μάτια του και θα τα έκλεινε με τους τριγμούς του ηδονισμού- την Ευρώπη, στις αρχές του 1900, την κατακτούσαν τα ταγκό του Εντουάρντο Μπιάνκο∙ μετά από ογδόντα με ενενήντα χρόνια, οι κάτοικοι των πρωτευουσών της θα τρώγανε au poivre  παρακολουθώντας σε video wall τη Μαντόνα σε εικονικό οργασμό- σαν αστήρ διάττων, σαν ήρως ανεξήγητων... θαυμάτων».

            Στη διαδρομή του από τη μοναξιά των κορυφογραμμών του χωριού του, στα υγρά σοκάκια των Ιωαννίνων και από κει στο περιβάλλον της μεσοπολεμικής Αθήνας με τους ποιητές, τα πολιτικά πάθη, το τραμ, τα καφενεία, τα ζαχαροπλαστεία του Συντάγματος και τα θέατρα, και τέλος ύστερα από μια σύντομη περιπλάνηση σε χώρες της Ευρώπης, στο Μανχάτταν της Νέας Υόρκης, ο ήρωας θα διασταυρωθεί με την επιστήμη, την τέχνη, την πολιτική και την ιστορία αναζητώντας σταθερά την αυτάρκεια, την αναγνώριση και την επιβολή. Ο προσεκτικά και ψύχραιμα σχεδιασμένος γάμος του με την κόρη επιτυχημένου εργολάβου οικοδομών και η προοπτική μετεγκατάστασής του από τη μίζερη κάμαρα του Θησείου στο διώροφο νεοκλασικό της Φωκίωνος Νέγρη επιβεβαιώνουν τη μετάλλαξή του σε αστό που γνωρίζει την ακρίβεια και τη σαφήνεια των υπολογισμών: «[Τον Χρήστο Βαλλή] τον ενοχλούσε πια η μιζέρια της κάμαράς του. Τα δυο μικρά δωμάτια. Εκείνο το κρεβάτι που έτριζε. Η ντουλάπα που δεν έκλεινε η πόρτα της... Και δεν του έβγαινε από το μυαλό το λουτρό του σπιτιού της οικογένειας Τσιμένογλου... Αν έπρεπε να απαντήσει τί ήταν αυτό που περίμενε με περισσότερη αγωνία από τον γάμο του να κερδίσει, τη χρήση του κορμιού της Ελένης ή τη χρήση του μπάνιου του σπιτιού της, μάλλον δεν θα δίσταζε και θα απαντούσε «Το μπάνιο»».

            Η οργάνωση και η ιεραρχία οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής τάξης, οι ιδεολογικές και οι φιλοσοφικές αντιλήψεις, η αστική κυριαρχία και οι τεχνολογικές εξελίξεις συγκροτούν και υποστηρίζουν το πλαίσιο της αφήγησης, η οποία δεν αναταποκρίνεται απολύτως στις ρεαλιστικές  προδιαγραφές και τις αναλογίες της με τον πραγματικό κόσμο, παρόλο που εκβάλλει σ’ αυτόν. Η πραγματολογική προσέγγιση και επεξεργασία του αφηγηματικού υλικού παραμένει εν μέρει αποκλίνουσα καθώς στοχεύει, πέρα από κάθε αναπαραστατική πρόθεση,  στο να διατυπώσει μια θεωρία των πράξεων του έρωτα που κινούνται στη δική τους χρονικότητα και αποκτούν μια ιδιαίτερη αξία γνωστικής εξερεύνησης, χωρίς να ακολουθούν τον καταναγκαστικό συγχρονισμό με άλλες κοινωνικές σχέσεις και αποδεκτές, προσχηματισμένες ισορροπίες και συμβιβασμούς.

            Με αφετηρία τη σημασία και την ένταση της εμπειρίας ο συγγραφέας σκηνοθετεί τη δυναμική των εσωτερικών αντιθέσεων και συνθέτει χρησιμοποιώντας τον ιστορικό πυρήνα της αφήγησης, μια συνολική θεώρηση της ζωής, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθεί τα σκιρτήματα της συνείδησης και της βούλησης αναδεικνύοντας τον έρωτα ως βασικό μέσο επιβεβαίωσης ή άρνησης της ύπαρξης. Αποδεσμεύοντας ταυτίσεις και προβολές η διάρθρωση και οι μηχανισμοί του έργου εξασφαλίζουν μια στέρεη θέση στη κύρια διάσταση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας και αναδεικνύουν τον προσωπικό μύθο του ήρωα Χρήστου Βαλλή σε μια σταθερή συμβολική δομή γύρω από την οποία θεμελιώνεται η τελετουργία της ερωτικής τέχνης και οργανώνεται η μορφοποίηση της επιθυμίας και της φαντασίωσης.

            Πρόκειται για την επεξεργασμένη εικόνα μιας δυναμικής και παράδοξης προσωπικότητας με απροσδόκητα χαρακτηριστικά για την οποία τα όρια του κόσμου είναι άμεσα συνδεδεμένα με τα όρια του σώματος και την οικονομία της απόλαυσης στις πιθανές εκδοχές και παραλλαγές της. Βασική ιδιότητα της εικόνας αυτής σε όλη την έκταση της αφήγησης παραμένει το γεγονός ότι η προσεκτική παρατήρησή της μπορεί να αποκαλύψει σταδιακά περισσότερες όψεις από εκείνες που χρειάστηκαν για να προσδιορίσουν την κατασκευή της, επιτρέποντας έτσι να αξιοποιηθεί ένας ευρύς αριθμός συγκείμενων πρόσληψης προκειμένου να γίνει δυνατή η αποκωδικοποίησή της.

            Διάδοχος και συνεχιστής της πατρικής κληρονομιάς ο Άρης Βαλλής  ζει και μεγαλώνει μέσα σε ένα καθημερινό και ιδιότυπο πάθος ανάμεσα στον πατέρα και τη θεία του σε μια εποχή μετάβασης «από το συναίσθημα στη λογική, από το ξαφνικό στο προγραμματισμένο, από την σχεδόν αθωότητα στη πλήρη ιδιοτέλεια». Η εγκυρότητα της μορφής του συναρτάται από την έκρηξη της ερωτικής επιθυμίας που ανακαλύπτει και παρέχει όλες τις πιθανές μάσκες της αδιέξοδης αναζήτησής της. Στην ιδιαίτερη αυτή γραμματική της επιθυμίας η μεταμφίεση και η παραμόρφωση αποτελούν τους βασικούς οργανωτικούς κανόνες μιας δοκιμασίας της οποίας η έκβαση έχει προκαθοριστεί. Μέσα στη δυναμική της σύγκρουσης και της διάψευσης η παραπλανημένη όραση και η πεινασμένη αφή βρίσκουν ανακούφιση στην εμπειρία του θανάτου: «Στο σημείο που η θάλασσα έχει γλείψει το βράχο, το πτώμα ανδρός γυμνού βρέθηκε την επομένη μέρα, την πρώτη του νέου αιώνα. Κομματιασμένο σχεδόν... Και στο γυμνό του στήθος μια βαθιά ουλή. Το αίμα πάνω της ξερό. Τα ρούχα του ολόγυρα πεταμένα. Ρούχα ανδρικά και γυναικεία... Εκεί- σε οίκημα πολυώροφο και στα γύρω μαγαζιά-, στο ουδέτερο κέντρο της πόλης, όσοι ρωτήθηκαν μιλήσανε για έναν ήσυχο άνδρα, ευγενικό, μοναχικό, με μόνο πάθος την ποίηση, τους πίνακες ζωγραφικής και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Και ξαφνιαστήκανε για αυτόν τον τρόπο θανάτου».

            Το μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων δεν είναι ένα απλό διαφωτιστικό παράδειγμα μιας εκδοχής της ανθρώπινης μοίρας που εξετάζει την ποικιλία της εμπειρικής πραγματικότητας. Είναι ένα έργο που μας θυμίζει με τρόπο ιδιαίτερα ευρηματικό, εύστοχο, όσο και χαρισματικό την ικανότητα της μυθοπλασίας να δημιουργεί εναλλακτικά και απρόβλεπτα μοντέλα του κόσμου: μοντέλα φανταστικά, θαυμαστά ή γκροτέσκα∙ σε τελευταία ανάλυση να κατασκευάζει αυτό που μπορεί να γίνει, δηλαδή να ειπωθεί, να συγκρατηθεί και να διεισδύσει στο λόγο.

 

                                                                             ΒΙΚΥ ΠΑΤΣΙΟΥ

 

                                                              Καθηγήτρια, Παιδαγωγικό Τμήμα, ΕΚΠΑ       

 

(Bookpress, Ιούλιος 2020)                  


11.7.20

«Τραγούδια για την πυρκαγιά» Juan Gabriel Vásquez

 

 

«Τραγούδια για την πυρκαγιά»

Juan Gabriel Vásquez

μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης

Ίκαρος, 2020

 

 

Ο Juan Gabriel Vásquez, γεννημένος το 1973 στην Μπογκοτά της Κολομβίας, με τέσσερα μυθιστορήματα και δυο συλλογές διηγημάτων έχει καταφέρει να αναγνωριστεί ως ένας ποιοτικός συγγραφέας σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και να μην ταυτίζεται με τον μεγάλο ηγέτη της λατινικής λογοτεχνίας (και συμπατριώτη του), τον Μαρκές.

Και είναι γεγονός πως η γραφή του Vásquez δεν έχει στοιχεία ενός μαγικού ρεαλισμού. Μα από την άλλη δεν μπορεί κανείς να μην αναγνωρίσει εκείνο το ιδιότυπο χαρακτηριστικό πολλών συγγραφέων της Λατινικής Αμερικής που θα το περιέγραφα ως ‘ρεαλιστική παραμυθία’ -ρεαλιστική μιας και έχει να κάνει με καθημερινά και πάντως εντελώς υπαρκτά γεγονότα, και παραμυθία καθώς το καθημερινό προσφέρεται με μια υπερβατική προσέγγισή του.

Σπαρμένες δώθε – κείθε εκφράσεις όπως ‘θλιμμένα οστά’ ή περιγραφές όπως ‘…τα σκυλιά γάβγισαν, και μάλλον ήταν το γάβγισμα που κάλυψε τον ήχο από τις μπότες καθώς ανέβαιναν τις σκάλες’, αλλά και ‘…ανάμεσα σε τοίχους που ήδη μύριζαν κακό ύπνο’ νομίζω πως αποσαφηνίζουν τον τρόπο γραφής που ίδια με συγγραφικό αίμα κυλά στις φλέβες πάρα πολλών πεζογράφων αυτής της Ηπείρου.

Ο ίδιος ο Vásquez έχει δηλώσει πως γράφει κάτω από την παράδοση που εδραίωσαν Μπόρχες και Μαρκές, την ίδια στιγμή και που επαναστατεί σε αυτήν.

Κάτι που ακόμα έχει τονίσει είναι πως έχοντας ζήσει και εργαστεί σε χώρες της Ευρώπης, άφησε το ταλέντο του να περάσει και μέσα από τα ίχνη των μεγάλων συγγραφέων της Δύσης.

Προθέσεις και δηλώσεις όλα αυτά θα μπορούσαν να ήταν. Αλλά έτσι ακριβώς συμβαίνει.

Ο νέος συγγραφέας φωτίζει τη χώρα του και τους ανθρώπους της την ίδια στιγμή που η ματιά του φανερώνει τις επιδράσεις που πάνω της έριξε η δυτική κουλτούρα.

Η Κολομβία μονίμως παρούσα και με συχνότατες χρήσεις τοπονύμιων και αξιοθέατων, αποκτά το κύρος ενός σκηνικού που δίχως αυτό, η αφηγούμενη ιστορία ίσως και να μην υπήρχε.

Ο  Vásquez κρατά με αυτό τον τρόπο το ιδιωτικό σε συνεχή συμπόρευση με το δημόσιο – στάση που έχουμε συναντήσει και σε κλασικά μυθιστορήματα- κι έτσι τοποθετεί  τον εαυτό του ανάμεσα στους προοδευτικούς αριστερούς συγγραφείς της εποχής του.

Η συλλογή διηγημάτων «Τραγούδια για την πυρκαγιά» αποτελείται από εννέα εκτενή διηγήματα που όλα τους αφορούν πρόσωπα και καταστάσεις της Κολομβίας.

Οι αφηγητές κάθε διηγήματος ποικίλλουν. Άλλοτε μπορεί να είναι ένα από τα πρόσωπα του διηγήματος, άλλοτε ο ανώνυμος (αν και ταυτιζόμενος με τον ίδιο τον συγγραφέα) αφηγητής που ή κρατά τη ροή της εξιστόρησης ή την αφήνει   να ολοκληρωθεί από ένα εκ των πρωταγωνιστών.

Πέρα όμως απ΄ τον τόπο που συνδέει τα διηγήματα, υπάρχει και μια ακόμα πλέον ουσιαστική όσο και βαθιά σύνδεση τους.

Αυτή που της προσφέρει  μια μελέτη θανάτου. Πιο σωστά μια μελέτη απώλειας.

Άλλοτε η απώλεια που φέρνει η φθορά του χρόνου, άλλοτε η ανεξέλεγκτη πίκρα από την απώλεια ενός παιδιού ή οι τύψεις για το ότι κάποιος επιβίωσε στη θέση ενός άλλου. Απώλεια που φέρνει η συνειδητοποίηση μιας προδοσίας, η απώλεια που επιλέγει αυτός που αποφασίζει να αυτοκτονήσει, η απώλεια συναισθημάτων από την έκφραση βίας, αλλά και η απώλεια της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Με άλλα λόγια η Ιστορία έτσι όπως μπήκε απροειδοποίητα μέσα στις ιστορίες των ανθρώπων και τις διαμόρφωσε  συχνά ερήμην τους.

Παρόμοια στάση έχει ο Vásquez και σε προηγούμενά έργα του και νομίζω πως αυτά τα στοιχεία -φωτισμός του ατομικού μέσα σε αποχρώσεις που γαληνεύουν ακόμα κι όταν θλίβουν-είναι που και του έχει χαρίσει αυτήν την παγκόσμια αναγνώριση, αλλά και τη θερμή υποδοχή εκ μέρους των ελλήνων αναγνωστών.

Η εμπειρία του Αχιλλέα Κυριακίδη τόσο ως προς την μετάφραση γενικότερα έργων συγγραφέων της Λατινικής Αμερικής όσο και ειδικότερα των βιβλίων του Vásquez, χαρίζει μια αβίαστη ροή στην ανάγνωση των διηγημάτων. Πολύτιμες και οι πολλές σημειώσεις -φωτίζουν τα πατήματα της έμπνευσης του συγγραφέα.

 

(Τα Νέα – Βιβλιοδρόμιο, 11/7/2020)


9.7.20

Η Σοφία Μαντουβάλου για το "Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης"

Ποντίκια, Ψηλά τις ουρές!
Ένα βιβλίο για ψηλά τα μυαλά.






Η αίσθηση ότι ο Μάνος Κοντολέων σε όλα τα είδη λογοτεχνίας που καταπιάνεται , κεντάει με τις λέξεις του εικόνες, έννοιες ,συναισθήματα, καταστάσεις, ιδεολογίες, εποχές , δεν είναι καινούργια. Επιβεβαιώθηκε όμως μέσα μου ακόμα μια φορά καθώς ξαναδιάβασα το καινούργιο- παλιό βιβλίο που είχα αγαπήσει σαράντα χρόνια πριν στην αρχή της συγγραφικής μας τότε πορείας . Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης (Εκδόσεις Πατάκη, αποτελούν μία ανανεωμένη , από την κορυφή μέχρι τα νύχια περιπέτεια της ιστορίας "Κάποτε στην Ποντικούπολη" (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1979). 
Με κατακτημένο εδώ και τόσα χρόνια το παιχνίδι της γραφής με το οποίο πρωτοπορεί ,αποτυπώνει και αναπλάθει την πραγματικότητα, ο Μάνος Κοντολέων δημιουργεί ένα καινούργιο βιβλίο με σταθερή τη λογοτεχνική πολιτικοποιημένη ματιά του .
Εκείνοι και οι άλλοι, όλοι τους ποντίκια. Ίδιοι αλλά όχι ίσοι. Τα αφεντικά , ο επιστάτης οι εργάτες , όλοι τους πιασμένοι σε διαφορετικές φάκες. 
Ο συγγραφέας με συμβολισμούς ζωής ,βγάζει στην επιφάνεια τις υπόγειες διαδρομές της εξουσίας , την αδικία, το φόβο,  την υπακοή αλλά και τις διαδρομές συνειδητοποίησης του μυαλού μέσα από καταστάσεις αιτίας-αποτελέσματος .

5.7.20

Ο Αλέξης Πανσέληνος για την "Ερωτική Αγωγή"


Μάνο καλησπέρα.

Αποτελείωσα χθες την ανάγνωση της «Ερωτικής Αγωγής» σου. Εξαιρετική ιδέα η επανέκδοση αυτού του τόσο σημαντικού βιβλίου του 2003 - ενός ώριμου δημιουργήματος του πολύπτυχου ταλέντου σου.

Δεν το ήξερα και ομολογώ πως με κατέπληξε και με γοήτεψε. Είναι ένα σύνθετο βιβλίο, όπου αναδιφείς στα έγκατα της ανθρώπινης – τόσο της γυναικείας όσο και της ανδρικής - ερωτικής ύπαρξης και λειτουργίας.

Μα και καταγράφεις με πολύ οξύ βλέμμα την νεοελληνική ιδιαιτερότητα του πατριαρχικού και του ομοφυλικού στοιχείου του ερωτισμού, όπως και με ιδιαίτερη τρυφερότητα τη γυναικεία στέρηση, την περιστασιακή εμπορευματοποίηση της λίμπιντο (σαν στοιχείου αντίστασης και αυτοδικαίωσης πολλών γυναικών που δεν μπορούν αλλιώς να βρουν μια θέση στον κόσμο των ανδρών)  και την γρήγορη αποστρατεία τους από την ερωτική δράση.

Από πού να πιάσει και από πού να αρχίσει κανείς. Και πέρα από αυτό -που θα μπορούσε να μοιάζει και ως ένα περιοριστικά "ηθογραφικό" βλέμμα-  η δική σου ματιά απλώνεται σε ένα ιστορικό εύρος που ξεδιπλώνει όλες τις κρίσιμες δεκαετίες της νεοελληνικής ιστορίας, φτάνοντας μέχρι τις μέρες μας και εξηγώντας (χωρίς να θεωρητικολογείς) πολλά από τα προβλήματά της.

Δεν θα μπορούσα να φανταστώ πιο καίριο τρόπο να εξετάσεις και τον ερωτισμό και την ιστορία μας, απ' ότι το κατάφερες με αυτό το βιβλίο.

Δεν ξέρω τι υποδοχή του επιφύλαξε η κριτική μας - αλλά η κριτική μας συχνά στάθηκε κουτσή και μισότυφλη για τα δύσκολα προτάγματα της μεγάλης τέχνης. 

Σ' ευχαριστώ που είχες την καλοσύνη να μου το στείλεις !

 

                  Αλέξης Πανσέληνος

              5/7/2020

 


Συνέντευξη στο Athens Voice

Μάνος Κοντολέων
Μάνος Κοντολέων: Ένας Ιανός της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας
«Οι ιδεολογίες προδίδονται από αυτούς που έχουν αναλάβει να τις υλοποιήσουν»

Γιούλη Τσακάλου : 
Συνέντευξη με τον Μάνο Κοντολέων με αφορμή τα νέα του βιβλία, το παιδικό «Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης» και το μυθιστόρημα «Ερωτική αγωγή» (Πατάκης).

Δεν ξέρω πόσο συχνά εσείς το διαπιστώνετε, αλλά σε μένα συμβαίνει αρκετά συχνά, όταν μπαίνω σε ένα βιβλιοπωλείο και αναζητώ νέα ή παλαιότερα βιβλία. Υπάρχουν –αυτό διαπιστώνω– συγγραφείς που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κυριαρχούν μέσα στον χώρο. Κάποιοι από αυτούς επειδή εκείνο τον καιρό κυκλοφόρησε το νέο τους βιβλίο, μα και κάποιοι άλλοι που μόνιμα τα δικά τους τα βιβλία είναι σε διάφορα ράφια και πάγκους και μου προσελκύουν το ενδιαφέρον. Ένας από αυτούς τους συγγραφείς και ο Μάνος Κοντολέων. Πάνω από 40 χρόνια κυκλοφορούν βιβλία του και μάλιστα βιβλία κάθε είδους – από παιδικά έως εφηβικά, από μυθιστορήματα έως συλλογές διηγημάτων. Το κάθε ένα μια πρόκληση, το καθένα διαφορετικό από τα άλλα. Και σκέφτομαι πως αν ο θεός των αρχαίων Ρωμαίων που συμβόλιζε τόσο τη νεότητα όσο και την ωριμότητα ήταν ο Ιανός, ένας Ιανός της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας είναι και ο Μάνος Κοντολέων.

-Είστε ένας από τους ελάχιστους έλληνες συγγραφείς που πάνω από 40 χρόνια έχουν μια διαρκή παρουσία τόσο στη λογοτεχνία για παιδιά όσο και στη λογοτεχνία για ενήλικες. Θα έλεγα, μάλιστα, πως αν και όχι ο μόνος, σίγουρα πάντως είστε ο πλέον χαρακτηριστικός. Πώς εξηγείτε τη διπλή σας συγγραφική ταυτότητα;

Ξεκίνησα να γράφω για να καταλάβω τους άλλους, αλλά και να βοηθήσω αυτούς τους άλλους να καταλάβουν εμένα. Λογικό ήταν όσα χρόνια ζούσα έχοντας γύρω μου άτομα της δικής μου ή και μεγαλύτερης ηλικίας να θέλω αυτούς να καταλάβω, αλλά και εκείνοι να κατανοήσουν τις δικές μου ανάγκες. Μα από τη στιγμή που απέκτησα παιδιά τότε υπήρχαν νεότερά μου άτομα που ήθελα να πλησιάσω, όπως επίσης ήθελα κι αυτά να έρθουν κοντά μου. Το άπλωμα, λοιπόν, των συγγραφικών μου προσπαθειών ήταν αναμενόμενο να συμβεί. Από το 1974 που έγινα για πρώτη φορά πατέρας, η λογοτεχνία για μένα έπαψε να έχει διαχωρισμούς ως προς την ηλικία των αναγνωστών της. Ένας είναι ο συγγραφέας, μία είναι και η ουσία για το κείμενο που κάθε φορά γράφει. Οι αναγνώστες διαφοροποιούνται αλλά οι όποιες διαφοροποιήσεις αναγνωστών δεν καθορίζονται μόνο από τη βιολογική τους ηλικία. Κείμενα όπως «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» ή «Ο Μικρός Πρίγκιπας» επιβεβαιώνουν αυτή τη θέση μου. Τελικά και μετά από τόσα χρόνια όπου και γράφω και διαβάζω και κρίνω βιβλία διαφόρων ειδών, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που τους διακρίνει και τους ενεργοποιεί μια ενήλικη παιδικότητα. Μέγα προσόν, πιστέψτε με. Σε κρατά σε μια διαρκή νεότητα και σου χαρίζει μια συνεχή επαναστατικότητα.

-Βιβλία, λοιπόν, για παιδιά αλλά και για μεγάλους; Τι σας αρέσει περισσότερο να γράφετε;

Και τα δύο, αφού άλλωστε και τα δύο είδη συνεχώς υπηρετώ. Έχω στην προσωπική μου ιστοσελίδα σημειώσει πως: Όταν είμαι, ή θέλω να είμαι, αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά. Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους. Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες. Μπορεί ως ένα βαθμό κάτι τέτοιο να εκφράζει μια σχετικότητα, αλλά στο βάθος παραμένει κάτι που έχει το νόημά του. Και για να γίνω πιο σαφής, θα μου επιτρέψετε να υπενθυμίσω πως στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά και εφήβους έχω διαπραγματευθεί θέματα όπως αυτά των ναρκωτικών, του διαζυγίου, της οικολογίας, της σεξουαλικής ταυτότητας, των διαπροσωπικών και ενδοοικογενειακών σχέσεων και των πολιτικών καταστάσεων. Αλλά και αντίστοιχα στη λογοτεχνία για ενήλικες παρόμοια θέματα με έχουν απασχολήσει ­–αρκεί μόνο να υπενθυμίσω πως με την «Ερωτική Αγωγή» διαβάζω έναν αιώνα μέσα από τις εκφράσεις της σεξουαλικότητας, με το «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της» καταγράφω τις αντιδράσεις πάνω στην παρουσία λεσβιακών σχέσεων, με τα διηγήματα «Ερωτικές ιστορίες μιας Παιδικής Ηλικίας» ανιχνεύω το ερωτικό ένστιχτο των παιδιών, ενώ με το «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο» αναζητώ να διαβάσω ξανά τους μύθους που πάνω τους στηρίχτηκε ο δυτικός πολιτισμός μας.

-Αρχές καλοκαιριού του 2020 δίνετε στην κυκλοφορία δύο βιβλία σας που, αν και σε νέα εμφάνιση, αποτελούν παλιές συγγραφικές σας προτάσεις. Ένα παιδικό, «Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης», και ένα ενήλικο μυθιστόρημα, «Ερωτική αγωγή» (εκδόσεις Πατάκης). Τι σηματοδοτεί για εσάς αυτή η ταυτόχρονη κυκλοφορία;

Το τι σημαίνει για μένα αυτή η ταυτόχρονη κυκλοφορία των δύο βιβλίων μου ίσως να μην έχει και τόση σημασία για τους αναγνώστες αυτής της συνέντευξης. Πιστεύω όμως πως έχει σημασία κάτι άλλο. Κάτι που έχει να κάνει με την ίδια τη φύση της λογοτεχνικής δημιουργίας και της αντιστοίχισης του κάθε έργου τόσο με την εποχή που γράφτηκε όσο και με τις θέσεις του δημιουργού του. Τα λογοτεχνικά έργα έχουν ημερομηνία γέννησης και γι’ αυτό και ανήκουν σε εποχές ιδεολογικών αναζητήσεων.
Το 1979, που κυκλοφόρησε η «Ποντικούπολη» στην πρώτη της μορφή, ξεκινούσε η μεγάλη και πολλαπλά σημαντική περίοδος της Μεταπολίτευσης με την οποία και στην ουσία θα έκλεινε ο 20ός αιώνας για τη χώρας μας. Το 2003 που κυκλοφόρησε η «Ερωτική αγωγή» μόλις είχε πλέον κλείσει αυτός ο αιώνας και ξεκινούσε ο προβληματισμός για το προς τα πού θα οδεύσει ο νέος.
Τόσο ως συγγραφέας, όσο και ως ένα άνθρωπος της εποχή μου, θέλησα να σταθώ απέναντι στις προκλήσεις και τους προβληματισμούς τόσο του τέλους όσο και της αρχής. Όσο κι αν είναι εντελώς διαφορετικά κείμενα, αυτά τα δύο βιβλία, τούτο το δίπολο «τέλους - αρχής», σηματοδοτούν και παράλληλα καταθέτουν τις προσωπικές μου θέσεις και ανησυχίες. 41 χρόνια μετά από το πρώτο και 17 από το δεύτερο διαπιστώνω πως μήτε έχω αλλάξει τις θέσεις μου, μήτε και έχουν τροποποιηθεί οι ανησυχίες μου. Και κάτι τέτοιο νομίζω πως σημαίνει πολλά που αξίζει να τα δούμε και να τα συζητήσουμε με τη γαλήνη που η χρονική απόσταση μας χαρίζει.
Με άλλα λόγια, είδα αυτά τα δύο βιβλία ως σταθμούς στην πολυετή καριέρα μου αλλά και ως επίσης κεντρικά σημεία ενός πολυδύναμου κοινωνικού αλλά και λογοτεχνικού προβληματισμού. Στην ουσία μιλάμε για δύο καθαρώς πολιτικά λογοτεχνικά έργα. Και έτσι η ταυτόχρονη επανακυκλοφορία τους επιβεβαιώνει και την παράλληλη και ισότιμη παρουσία μου στους χώρους της λογοτεχνίας και για παιδιά και για ενήλικες.

-Από το «Κάποτε στην Ποντικούπολη» (Καστανιώτης, 1979) στο «Οι Δίδυμοι ήλιοι της Ποντικούπολης» (Πατάκης, 2020). Οι διαφορετικοί τίτλοι σηματοδοτούν και διαφοροποιήσεις στο κείμενο;

Η «Ποντικούπολη» του 1979 είναι το πρώτο μου βιβλίο που κυκλοφόρησε και το δεύτερο ολοκληρωμένο έργο που είχα γράψει. Λογικό ήταν να διαθέτει προσόντα μα και ελαττώματα μιας κάπως άπειρης συγγραφικής ταυτότητας. Όμως τόσο την έμπνευση όσο και το θέμα μπορώ και σήμερα να τα υποστηρίξω. Πρόκειται για τον αγώνα μιας ομάδας ποντικών, που εργάζονται στο εργοστάσιο τυριών ενός άλλου ποντικού, για τη θεσμοθέτηση και εφαρμογή καλύτερων και ασφαλέστερων συνθηκών εργασίας, όπως και προστασίας του περιβάλλοντος.
Πιστεύω πως στα παιδιά, που έτσι και αλλιώς για το κάθε τι ενημερώνονται, πρέπει να μιλάμε με ειλικρίνεια. Η λογοτεχνία άλλωστε μόνο έτσι μπορεί να υπάρχει, αν είναι ειλικρινής. Από το 1979 μέχρι και σήμερα αυτό πιστεύω. Αλλά είναι λογικό μέσα σε αυτά τα χρόνια και εγώ να έχω βελτιώσει τις τεχνικές μου αφήγησης, αλλά και το κοινό των παιδιών να έχει διαφοροποιήσει τα αναγνωστικά του γούστα. Έγραψα, λοιπόν, ξανά την ίδια ιστορία, εμπλουτισμένη όμως με νέα πρόσωπα, με ουσιαστικές διαφοροποιήσεις περιγραφών, πάντα όμως με τον ίδιο στόχο και την ίδια τοποθέτηση. Ίσως λιγότερο ρεαλιστική και περισσότερο μυθοπλαστική. Μάλλον με τα χρόνια έχω αποκτήσει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην αποτελεσματικότητα της φαντασίας.

-Όμως η «Ερωτική αγωγή» δεν έχει υποστεί αλλαγές.

Αυτό το μυθιστόρημα το έγραψα σε μια φάση της συγγραφικής μου πορείας όπου διέθετα πλέον εμπιστοσύνη στην αφηγηματική τεχνική μου και επίσης είχα ξεκάθαρα καταλήξει στο ποιο ήταν το προφίλ του 20ού αιώνα. Δεν υπήρχε λοιπόν λόγος να επέμβω και να διορθώσω κάτι.
Απλώς, και καθώς ολοένα και διαπιστώνω τα αδιέξοδα στα οποία η παγκοσμιοποιημένη κοινωνία μας οδηγείται, έχω καταλήξει στην άποψη πως ο τρόπος που είχα αναγνώσει τα πεπραγμένα του προηγούμενου αιώνα παραμένει επίκαιρος. Αυτή η μετατροπή του Έρωτα σε Ερωτισμό, δηλαδή στην ουσία η μετατροπή του ατόμου από δημιουργό συναισθήματος σε καταναλωτή παρορμήσεων, είναι το κεντρικό ζήτημα που θα πρέπει να λύσουμε, αν θέλουμε να συνεχίσει η ζωή να έχει τα ηθικά χαρακτηριστικά που μέχρι τώρα της είχαμε προσδώσει.
Αλλά και ο τρόπος που είχα τότε χρησιμοποιήσει τη γλώσσα για να περιγράψω πολύ έντονες και συχνά τολμηρότατες σεξουαλικές παρορμήσεις, θεωρώ πως δεν έχει ξεπεραστεί. Αυτή η συνύπαρξη λέξεων που έρχονται από την αρχαιότητα με λέξεις σημερινές, δίνει στο μυθιστόρημα κάτι το διαχρονικά επικό και παράλληλα απενοχοποιεί αυτές τις ίδιες τις λέξεις.

-Οπότε η ταυτόχρονη κυκλοφορία σηματοδοτεί...

Ναι, πολύ σωστά το επισημαίνετε, τόσο εγώ προσωπικά όσο και εκδόσεις Πατάκη, στην ουσία δηλαδή η Άννα και η Έλενα Πατάκη, αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε αυτό το καλοκαίρι της ελπίδας με μια συμβολική πράξη συνύπαρξης διαφορετικών αναγνωστών, διαφορετικών λογοτεχνικών ειδών, αλλά κοινών προβληματισμών και προτάσεων για λύσεις. Είναι μια πράξη που ασφαλώς χαρακτηρίζει την όλη τη συγγραφική μου πορεία, αλλά και τη σημαντική και μακρόχρονη παρουσία των εκδόσεων Πατάκη σε αυτά τα δυο είδη λογοτεχνίας.

-Γιατί χάνουμε τη φαντασία μας; Είναι η ενηλικίωση που φέρνει τον ρεαλισμό ή η ενήλικη φαντασία είναι «επικίνδυνη»;

Νομίζω πως και τα δύο ισχύουν. Αν μπορώ ως ενήλικος να φανταστώ, για παράδειγμα, έναν κόσμο δικαιότερο, τότε μπορεί να θελήσω να υλοποιήσω αυτό το όνειρο. Και η υλοποίηση κάθε ονείρου εμπεριέχει την περίπτωση ανατροπής μιας ισχύουσας τάξης πραγμάτων. Εμπεριέχει επαναστατικές τάσεις και γι’ αυτό είναι και επικίνδυνη. Η κοινωνία αυτο-προστατεύεται και μας πείθει και ατομικά να προστατευθούμε. Κι έτσι το όνειρο το ονομάζουμε φαντασίωση ή στάση ανώριμη. Το αφήνουμε να διασκεδάζει τα παιδιά και φροντίζουμε από τη στιγμή της εφηβείας κιόλας να αποδυναμωθεί και να θεωρηθεί ουτοπία, ίσως και χίμαιρα.

-Ο Μάνος Ελευθερίου είχε πει, «Τα τραγούδια που ’χω γράψει τα φοβάμαι / μήπως βγούνε κάποια μέρα αληθινά», πιστεύετε το ίδιο και για τα γραπτά-βιβλία σας;

Δεν ανήκω σε εκείνους τους συγγραφείς που γράφουν αυτό που διαισθάνονται πως έρχεται, αλλά αντίθετα ότι ήδη έχει φτάσει. Οπότε δεν μπορώ να έχω αυτό το είδος του φόβου. Μα… ναι, ίσως μια πίκρα καθώς ξαναδιαβάζω αυτά που έγραψα πριν από χρόνια και βλέπω πως τελικά οι ίδιες συνθήκες εξακολουθούν να ισχύουν. Ο ερωτισμός ευνουχίζει τον έρωτα, οι ιδεολογίες προδίδονται από αυτούς που έχουν αναλάβει να τις υλοποιήσουν, η Τέχνη απομυζάται από τους καλλιτέχνες, οι συγγραφείς μετατρέπονται σε μεταπράτες των γραπτών τους και η λογοτεχνία για παιδιά ονομάζεται βιβλίο για παιδιά.

-Πιστεύετε πως «η εποχή μας έχει ανάγκη από τον δικό της Δον Κιχώτη»;

Ο Δον Κιχώτης γράφτηκε από τον Θερβάντες για άλλους λόγους (περισσότερους θα έλεγα πρακτικούς) και για άλλους λόγους εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι επίκαιρος. Συμβολίζει το δικαίωμα να μετατρέπεις το προσωπικό σου όνειρο σε προσωπική καθημερινότητα. Και οι άνθρωποι όσο κι αν κάτι τέτοιο το θεωρούμε στην καλύτερη των περιπτώσεων ως γραφικότητα, στην ουσία το αναζητάμε. Και καθώς δεν τολμάμε να το υλοποιήσουμε, αφήνουμε ένα τέτοιο ρίσκο να πέσει στους ώμους ενός συμβόλου.

-Μας θυμίσατε και πιο πριν αυτό που είναι γραμμένο στην προσωπική σας ιστοσελίδα: «Όταν είμαι –ή θέλω να είμαι– αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά. Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους. Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες. Κι όμως, τελικά… Τίποτε από εμένα δεν φαίνεται». Αν αυτή τη χρονική περίοδο γράφατε, σε όσα διαδραματίζονται γύρω μας θα προσθέτατε κάτι από τα προσωπικά σας βιώματα;

Έχω πλέον φτάσει σε μια ηλικιακή περίοδο, αλλά και έχω επίσης κατακτήσει την ικανότητα να βιώνω την επικαιρότητα φιλτραρισμένη μέσα από μια διαχρονική ματιά. Μπορεί τα γεγονότα να διαφοροποιούνται από τη μια χρονιά στην άλλη, αλλά πίσω από αυτές τις όποιες διαφοροποιήσεις, προσωπικά διακρίνω τις ίδιες πάντα συνθήκες που δημιουργούν τα προβλήματα. 
Έχουμε πεισθεί να βλέπουμε κάθε φορά ένα δένδρο και να αγνοούμε την ύπαρξη του δάσους. Αλλά για να απαντήσω με σαφήνεια στην ερώτησή σας –ναι, αυτό τον καιρό γράφω κάτι που αποτυπώνει το πώς εγώ βλέπω χαρακτήρες όπως αυτούς μιας Κλυταιμνήστρας και ενός Ορέστη. Και, πιστέψτε με, πως αν και το έργο μου κινείται σε εκείνη τη μακρινή εποχή, εντούτοις γράφεται σύμφωνα με τα προσωπικά μου βιώματα τόσο του δικού μου παρελθόντος όσο και του δικού μου παρόντος. Τίποτε πιο προσωπικό από τη λογοτεχνία, όταν δημιουργείται. Γι’ αυτό και τίποτε πιο προσωπικό από τον τρόπο που με τον κάθε ένα αναγνώστη της επικοινωνεί.

-Φοβάστε;

Αν έλεγα όχι, θα έλεγα ψέματα. Αν πάλι έλεγα ναι, και πάλι ψέματα θα ήταν. Ανησυχώ, ίσως είναι το σωστό ρήμα που με εκφράζει. Αλλά από την άλλη σκέφτομαι τα προβλήματα που ζήσανε γενιές προηγουμένων εποχών και λέω πως είναι έπαρση και ύβρις που πιστέψαμε πως η δική μας εποχή θα έμενε αλώβητη. Παρόλα αυτά υπάρχει κάτι που εμείς για πρώτη φορά βιώνουμε. Και που αστόχαστα ετοιμαζόμαστε να κληροδοτήσουμε στους απογόνους μας. Αναφέρομαι στο οικολογικό ζήτημα. Και αυτό με φοβίζει.

-Φοβάστε πως η γλώσσα μας πεθαίνει;

Δεν ξέρω αν θα πεθάνει. Μπορεί να φτωχαίνει… Αλλά ξέρω πως μια γλώσσα πεθαίνει όταν οι λέξεις που την αποτελούν παύουν να έχουν κάτι να σηματοδοτήσουν. Και η κάθε λέξη σηματοδοτεί μια έννοια, μια εικόνα, ένα αντικείμενο, ένα συναίσθημα. Πάνω στις λέξεις έχει μέχρι σήμερα στηριχτεί η αφήγηση. Μα τώρα είμαστε πλέον στην εποχή της εικόνας. Με εικόνες γίνεται η νέα αφήγηση. Οπότε ίσως πρώτιστη σημασία να έχει η προσπάθεια ο άνθρωπος να μπορεί να είναι ικανός και να αφηγείται και να μπορεί να έχει ανάγκη την αφήγηση. Να υποστηρίζουμε από τη μία την παγκοσμιοποίηση και από την άλλη να φοβόμαστε πως θα χαθεί η γλώσσα του καθενός μας, ίσως είναι κάτι παράλογο. Οι εικόνες είναι οι λέξεις μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας.
Προσωπικά να και δεν τα το ζήσω, το αποδέχομαι – κι άλλωστε δεν μπορώ και να το εμποδίσω. Αλλά τουλάχιστον ας ξεκινήσει μια προσπάθεια να έχουν οι εικόνες τον πλούτο και την αισθητική που έχουν οι λέξεις.

-Υπάρχουν βιβλία που πολύς κόσμος τα διαβάζει μεν αλλά... δεν έχει να αποκομίσει ουδέν! Το βιβλίο είναι και δημιουργός συνειδήσεων;

Υπάρχουν βιβλία που προσφέρουν μια απλή ξεκούραση. Άλλα που προσφέρουν αναστοχασμό. Άλλα που χαρίζουν εμπειρίες. Όλα τα έχει ανάγκη ο απλός καθημερινός άνθρωπος. Μα αξίζει να μάθει αυτός ο καθημερινός αναγνώστης και να επιλέγει τα καλύτερα από κάθε είδος και να γνωρίζει πως το καθένα άλλες ανάγκες του καλύπτει.

-Παράλληλα με την έντονη συγγραφική σας παρουσία, δημοσιεύετε συχνά κριτικά σημειώματα σε ηλεκτρονικά περιοδικά και σε διάφορα έντυπα. Ποια είναι η άποψή σας για τον ρόλο της κριτικής;

Ναι, έχω μια τακτική παρουσία και στον χώρο αυτό. Αλλά δεν θεωρώ τον εαυτό μου κριτικό. Γράφω τα σημειώματα αυτά ως ένας αναγνώστης με μεγάλη αναγνωστική εμπειρία, αλλά και ως ένας συγγραφέας που γνωρίζει από τη μία βασικές αρχές θεωρίας της λογοτεχνίας και από την άλλη αυτές τις αρχές τις χρησιμοποιεί στα δικά του έργα και τις αναζητά στα έργα των άλλων. Κι αν δεν θεωρώ κριτικό τον εαυτό μου είναι γιατί δεν γνωρίζω όλα τα έργα που κυκλοφορούν έτσι ώστε να έχω μια πληρέστατη άποψη του συνόλου. Περισσότερο ως ενδιάμεσος δρω όταν γράφω τα σημειώματα αυτά – ένας επαρκής αναγνώστης που συνομιλεί από τη μία με τον συγγραφέα και από την άλλη ενημερώνει έναν άλλον αναγνώστη.
Δεν έχει πλέον νόημα να μην εκφράζεις την άποψή σου. Έτσι κι αλλιώς όλοι μιλάνε για όλους και από κανένα δεν ζητάμε εχέγγυα των απόψεών του... 

-Και τέλος μια κάπως ανορθόδοξη ερώτηση, αλλά ξέρω πως είστε άνθρωπος που δεν κρύβει σκέψεις και λόγια. Πώς θα χαρακτηρίζατε τη μακρόχρονη πορεία σας στον χώρο της λογοτεχνίας μας, τόσο της ενήλικης όσο και της παιδικής/εφηβικής;

Ναι, δεν έχει πλέον νόημα να μην εκφράζεις την άποψή σου. Έτσι κι αλλιώς όλοι μιλάνε για όλους και από κανένα δεν ζητάμε εχέγγυα των απόψεών του. Ας μιλάμε, λοιπόν, και για το πώς ο καθένας μας βλέπει το εαυτό του και το έργο του.
Είμαι ικανοποιημένος με τη συγγραφική μου πορεία. Με 16 μυθιστορήματα, 5 συλλογές διηγημάτων και πάνω από 50 λογοτεχνικά έργα για μεγάλα και μικρότερα παιδιά πιστεύω πως μπορώ να ισχυριστώ πως σεβάστηκα και τίμησα το ταλέντο που η φύση με προίκισε. Είμαι ακόμα ικανοποιημένος με την ανταπόκριση των αναγνωστών μου. Το ξέρω πως αγαπούν αυτά που γράφω και τα εκτιμούνε.
Οι άνθρωποι της λογοτεχνίας για παιδιά ιδιαιτέρως με έχουν τιμήσει – η Ημερίδα που διοργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο της Αθήνας, στο τέλος του 2018, για τα 40 χρόνια συγγραφικής μου παρουσίας, το αποδεικνύει. Όπως και τα διάφορα βραβεία που βιβλία μου έλαβαν.
Ίσως –σας είπα θα πρέπει να μιλάμε με ειλικρίνεια– να αισθάνομαι κάπως αδικημένα τα βιβλία μου της ενήλικης λογοτεχνίας. Ασφαλώς και προσεχθήκανε, αλλά… Νομίζω πως η ελληνική κοινωνία είναι αρκούντως διστακτική και δεν αποδέχεται εύκολα το γεγονός πως κάποιος μπορεί να έχει πολλά πρόσωπα, όλα τους ταυτόχρονα ισχυρά και δυναμικά.
Αλλά να που φτάσαμε στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε αυτή μας τη συζήτηση. Η ταυτόχρονη κυκλοφορία δύο μυθιστορημάτων μου –ένα για ενήλικες και ένα για παιδιά– μάλλον σηματοδοτεί πως αυτή η διστακτικότητα έχει πλέον ξεπεραστεί.
Σε κάθε περίπτωση, θέλω να σας ευχαριστήσω για την ευκαιρία που μου δώσατε να ξεδιπλώσω τις σκέψεις μου και να αναφερθώ με αρκετές λεπτομέρειες σε βασικά ζητήματα του έργου μου.

«Πηγή: https://www.athensvoice.gr/culture/book/660147_manos-kontoleon-enas-ianos-tis-syghronis-ellinikis-logotehnias»