22.11.14

Ερωτήσεις, απαντήσεις και σχόλια της κοινότητας Book Trolls



Ο Μάνος Κοντολέων απαντά σε ερωτήσεις των μελών της κοινότητάς μας

21/11/2014

Ο κ. Μάνος Κοντολέων είναι ο πρώτος συγγραφέας, με τον οποίο ξεκινάμε μια νέα ενότητα στη βιβλιοφιλική μας κοινότητα. Πρόκειται για την ενότητα των συνεντεύξεων. Η ιδιαιτερότητα αυτών των συνεντεύξεων, αν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ιδιαιτερότητα, είναι πως τις ερωτήσεις τις αποφασίζουν και τις θέτουν τα μέλη της κοινότητάς μας. Κοντολογίς, τα μέλη του BookTrolls.Gr ρωτάνε και ο συγγραφέας απαντά!

Όταν προσεγγίσαμε τον κ. Κοντολέων, «διαδικτυακά», προκειμένου να μας παραχωρήσει αυτή τη συνέντευξη, μας περίμενε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Η απάντησή του ήταν αυτό που λέμε «ζεστή» με όλη τη σημασία της λέξης. Στα δυο – τρία emails, που ανταλλάξαμε, αισθανθήκαμε, πως μιλούσαμε με έναν πολύ ζεστό άνθρωπο· με έναν φίλο.  Ο κ. Κοντολέων μας τίμησε, λοιπόν, όχι μόνο, απαντώντας στις ερωτήσεις των μελών της βιβλιοφιλικής μας κοινότητας αλλά και με την αμεσότητα και τη ζεστασιά της ανταπόκρισής του.

Σχετικά με το συγγραφικό του έργο, θα μπορούσαμε, σίγουρα, να γράψουμε πολλές παραγράφους, αναφέροντας βραβεύσεις, αναγνωρίσεις και φυσικά ένα πλήθος βιβλίων, που έχουν αγγίξει τις καρδιές μικρών και μεγάλων αναγνωστών. Ωστόσο, θα προτιμήσουμε να «δώσουμε τον λόγο» στον ίδιο τον συγγραφέα.

1. Κύριε Κοντολέων η πρώτη ερώτηση είναι μια ερώτηση, που θα θέλαμε να ρωτήσουμε όλους τους συγγραφείς. Τι είναι αυτό που «ωθεί» κάποιον στο να αρχίσει να γράφει; Ποιο είναι (και πως είναι) εκείνο το σημείο, που είπατε «Θέλω να γράψω ένα βιβλίο»;

- Ενδιαφέρουσα ερώτηση. Μα η απάντησή μου θα αφορά μόνο εμένα. Κάθε συγγραφέας θα έχει, φαντάζομαι, και τη δική του εξήγηση στο ερώτημα αυτό. Λοιπόν, η δική μου απάντηση έχει δυο σκέλη. Το ένα αφορά την εποχή που ξεκινούσα να γράφω. Τότε αυτό που με έσπρωχνε να εκφράσω σκέψεις και συναισθήματα πάνω στο χαρτί και με τη μορφή μιας δομημένης αφήγησης δεν μπορώ να το προσδιορίσω με ακρίβεια. Ίσως επειδή ήμουνα πάντοτε μανιώδης αναγνώστης, ίσως γιατί πολύ σύντομα είχα ανακαλύψει την εξουσία που μπορεί ένας συγγραφέας να έχει πάνω στη ψυχή του αναγνώστη του, ίσως το ότι ήθελα να με ακούσουν όσο περισσότεροι άλλοι γινότανε. Αλλά αυτά τότε… Τώρα… Τώρα, μετά από κοντά σαράντα χρόνια συγγραφής και αμέτρητες σελίδες, το να γράφω είναι ο μοναδικός τρόπος ζωής που γνωρίζω. Θέλω να γράφω, όπως θέλω να αναπνέω. Κάτι περισσότερο από το ‘θέλω’… Το έχω ανάγκη για να υπάρχω.

2. Είστε πολυγραφότατος και μάλιστα σε διάφορες λογοτεχνικές κατηγορίες. Νιώθετε κάποιο λογοτεχνικό είδος περισσότερο ή λιγότερο απαιτητικό από κάποιο άλλο;

- Γράφω μυθιστορήματα για μεγάλους, για νέους, για παιδιά. Γράφω διηγήματα, παραμύθια… Το κάθε έργο μου –άσχετα σε ποια κατηγορία εντάχθηκε εκδοτικά- είναι κομμάτι της δικής μου ψυχής, δημιουργήθηκε από την ανάγκη μου να εκφράσω κάτι πολύ δικό μου. Το γιατί άλλοτε επιλέγω συνομιλητή – αναγνώστη συνομήλικο μου κι άλλοτε νεώτερο μου, το γιατί άλλοτε διαλέγω τη φόρμα μιας ρεαλιστικής αφήγησης κι άλλοτε μιας φανταστικής ή συμβολικής, ομολογώ πως δεν το ξέρω. Υποψιάζομαι διάφορα, αλλά βέβαιος δεν μπορεί να είμαι. Το πιο πιθανό, πάντως, είναι πως μου αρέσει να επικοινωνώ με άτομα διαφορετικών ηλικιών, ίσως γιατί κι εγώ ο ίδιος ενώ τη μια στιγμή βλέπω τη ζωή ως άτομο μιας κάποιας ηλικίας, την άλλη την αντιμετωπίζω με τη ματιά μιας διαφορετικής βιολογικής κατάστασης. Άρα –για να επανέλθω στο απαιτητικό που με ρωτήσατε- ότι κι αν γράφω με την ίδια ευθύνη τα αντιμετωπίζω.

3. Έχετε βραβευθεί ουκ ολίγες φορές και μάλιστα ήσασταν υποψήφιος για το διεθνές βραβείο Άντερσεν; Τι σημαίνουν αυτές οι βραβεύσεις για εσάς;

- Καλά και όμορφα είναι τα βραβεία. Μα και ιδιαιτέρως προβεβλημένα αν και δεν θα έπρεπε. Οι βραβεύσεις δεν είναι ποτέ αντικειμενικές και πολύ συχνά μπορεί κανείς να πει πως είναι και διαβλητές. Καταλαβαίνω πως ο μέσος αναγνώστης στέκεται κάπως στο αν ένα βιβλίο είναι ή όχι βραβευμένο , μιας και θεωρεί πως έτσι υπάρχει ένα αντικειμενικό στοιχείο για να το επιλέξει, αλλά οι αναγνωστικές επιλογές πρέπει να είναι πολύ προσωπικές υποθέσεις. Δεν ερωτευόμαστε τις πιο όμορφες γυναίκες και τους πιο χαρισματικούς άντρες. Ερωτευόμαστε τα άτομα που σε εμάς – στον καθένα από εμάς ξεχωριστά- έχουν κάτι το πολύ ιδιαίτερο να πούνε. Όμως –και για να μη θεωρηθώ υπερόπτης- στον κάθε συγγραφέα αρέσει να του αναγνωρίζουν την αξία του έργου του. Μόνο που αν η αναγνώριση αυτή έχει προέλθει μετά από δικές του ‘υπόγειες’ ενέργειες, τότε δεν κατανοώ πως ξεγελά τον εαυτό του και χαίρεται για κάτι που θα έπρεπε να τον κάνει να ντρέπεται.

4. Ζούμε σε μια εποχή κυριαρχίας της εικόνας. Υπάρχει, κατά τη γνώμη σας, κάποιος τρόπος να «μυήσουμε» τα παιδιά μας να αγαπήσουν το εξωσχολικό βιβλίο και τη λογοτεχνία γενικότερα;

- Αν θέλεις να βοηθήσεις κάτι να υπάρχει και να ανθίσταται στις επιθέσεις αντιπάλων του, θα πρέπει να το ενδυναμώνεις με ποιότητα. Θα κάνουμε τα παιδιά μας να αγαπήσουν το βιβλίο μόνο αν τους προσφέρουμε καλό λογοτεχνικό βιβλίο. Μα για να προσφέρεις κάτι καλό πρέπει να ξέρεις και να το ανακαλύπτεις, αλλά πιο πριν θα πρέπει αυτό το καλό να έχει δημιουργηθεί. Άρα θα έλεγα πως αν θέλουμε να βοηθήσουμε την Τέχνη του Λόγου να εγγραφεί μέσα στην καθημερινότητα των σημερινών παιδιών και αυριανών ενηλίκων, ας μην ασχοληθούμε τόσο με τους αντιπάλους της, αλλά με όσους την δημιουργούν και την φροντίζουν. Και από αυτούς να απαιτήσουμε ήθος, συνέπεια και ποιότητα

5. Έχετε επισκεφθεί πλήθος σχολείων. Το σχολείο και το εκπαιδευτικό μας σύστημα εν γένει, προωθεί το διάβασμα εξωσχολικών βιβλίων και τη φιλαναγνωσία ή μήπως με τον φόρτο εργασίας φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα;

- Προσπάθειες γίνονται. Αλλά το όλο σύστημα δεν έχει δομηθεί πάνω σε εξυπηρέτηση ενός τέτοιο υ στόχου. ‘Όμως, εγώ δεν είμαι μήτε παιδαγωγός μήτε και εκπαιδευτικός. Συγγραφέας είμαι και το μόνο (καθόλου όμως λίγο) που πρέπει να κάνω είναι να φροντίζω να γράφω τα βιβλία μου με όσο περισσότερο γίνεται ήθος και συνέπεια (όπως και στην προηγούμενη απάντησή μου τόνισα). Το πώς το έργο το δικό μου και των άλλων συγγραφέων θα αξιολογηθεί και το πώς θα το χρησιμοποιήσουνε, έχει να κάνει με άλλες δομές της κοινωνίας.

6. Είστε ένας τολμηρός, αν μας επιτρέπετε, την έκφραση συγγραφέας. Πως αλλιώς θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον συγγραφέα του «Εέ» αλλά ταυτόχρονα και του «Ανίσχυρου Άγγελου»; Αυτό σημαίνει πως γράφετε ό,τι σας αγγίζει, χωρίς να «πλαισιώνεται», τρόπον τινά, η πένα σας;

- Όχι, δε λογοκρίνομαι. Γράφω την αλήθεια μου και αν σε κάποιον πρώτιστα λογοδοτώ είναι ο ίδιος μου ο εαυτός.

7. Παρόλο, που έχετε γράψει και βιβλία για «μεγάλους» νιώθουμε πως είστε περισσότερο γνωστός ως συγγραφέας παιδικών βιβλίων; Είναι κάτι που και εσείς το νιώθετε;

- Αναγνωρίζω πως τα έργα μου για παιδιά και νέους είναι πιο γνωστά από τα άλλα που αφορούν ενήλικους αναγνώστες. Αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με το ότι τα πρώτα είναι πιο καλά από τα δεύτερα, αλλά με το ότι η λογοτεχνία για παιδιά και νέους στην Ελλάδα δεν ήταν ιδιαιτέρως ανεπτυγμένη, ήταν φορτωμένη με στενές παιδαγωγικές διαθέσεις κι εγώ (μαζί με κάποιους ακόμα συγγραφείς της γενιάς μου) ανεβάσαμε τις απαιτήσεις συγγραφής των βιβλίων για παιδιά και εφήβους και δημιουργήσαμε πρωτοποριακά έργα για την ντόπια παραγωγή. Κι έτσι ενώ με το «Μάσκα στο φεγγάρι» για παράδειγμα, κερδίζω το πρώτο μου Κρατικό Βραβείο Εφηβικού Βιβλίου, το «Ιστορία Ευνούχου» δεν το προσέχει η κατεστημένη κριτική. Κι έτσι ενώ το «Ο αδελφός της Ασπασίας» είναι best και long seller βιβλίο της Π. Λ. το «Ερωτική Αγωγή» απλώς καταφέρνει να υπάρχει στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Αλλά –ας αναλογιστώ και τις δικές μου ευθύνες- κι εγώ δεν φρόντισα και τόσο να αναμειχθώ στα συστήματα ανάδειξης των συγγραφέων της ελληνικής σύγχρονης λογοτεχνίας. Το είπα και πιο πριν. Κυρίως με απασχολεί αυτό που γράφω όσο καιρό το γράφω και όχι το πώς θα το υποστηρίξω στη συνέχεια όταν πια θα κυκλοφορεί.

8. Εσείς, τι βιβλία διαβάζετε; Έχετε προτιμήσεις ως προς το λογοτεχνικό είδος ή αγαπημένους συγγραφείς;

- Διαβάζω τα πάντα.

9. Πως αισθάνεστε, όταν ολοκληρώνετε ένα βιβλίο;

- Υπερήφανος, ανακουφισμένος… Και αμέσως μετά αγχωμένος καθώς αναρωτιέμαι «Θα υπάρξει επόμενο;»

10. Έχετε έντονη και δραστήρια παρουσία στο Διαδίκτυο. Διατηρείτε προσωπικό blog, έχετε λογαριασμό στο Twitter και στο Facebook. Βοηθάνε όλα αυτά τα μέσα ένα συγγραφέα αλλά και έναν αναγνώστη;

- Πιστεύω πως το διαδίκτυο σηματοδοτεί μια νέα εποχή. Το γεγονός πως μπορεί ο καθένας μας να επικοινωνεί άμεσα με ένα θεωρητικά απεριόριστα αριθμό άλλων ανθρώπων, ενώ η Γνώση γίνεται προσβάσιμη ανά πάσα στιγμή από τον όποιον άνθρωπο, αλλάζει πολλά και δημιουργεί νέες συνθήκες. Ως συγγραφέας θέλω να επικοινωνώ, αλλά κυρίως θέλω να αισθάνομαι και να κατανοώ αυτές τις αλλαγές.Ως αναγνώστης πάλι χαίρομαι με τις ποικίλες γνώμες που μπορώ ανά πάσα στιγμή να έχω για κάποιο βιβλίο που διάβασα ή που σκοπεύω να διαβάσω. Ακόμα είναι σημαντικό που ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να κοινοποιεί τις απόψεις του. Αυτού του είδους η δυναμική ανταλλαγή πληροφοριών και απόψεων αμφισβητεί την εξουσία του καταστημένου, αλλά από την άλλη κινδυνεύει να γίνει θύμα μιας άναρχης προσφοράς γνώσεων και απόψεων. Πρέπει να μάθουμε να χρησιμοποιούμε το διαδίκτυο, όπως πρέπει να γνωρίζουμε το πώς χρησιμοποιείται κάθε άλλο προϊόν της τεχνολογίας. Πάντως -για να τελειώσουμε αυτή τη συζήτησή μας με κάτι το θετικό –είναι το διαδίκτυο που μας έδωσε την ευκαιρία να επικοινωνήσουμε. Άρα…



Εκ μέρους όλης της κοινότητας,
Κύριε Κοντολέων σας ευχαριστούμε.



5 σχόλια

Nikos - 21/11/2014, 19:43
Ένας εξαιρετικός συγγραφέας και ο λόγος του πολύ ζεστός. Του ευχόμαστε κάθε επιτυχία και τον ευχαριστούμε.

Ioanna - 21/11/2014, 20:04
Εξαιρετική συνέντευξη!Το αποτέλεσμα ήταν πολύ καλύτερο απ’ότι περίμενα!Συγχαρητήρια κι στις δύο πλευρές,τους διαχειριστές της κοινότητας κι τον κ.Κοντολέων!(Προσωπικά,να σας ευχαριστήσω που συμπεριλαμβάνονται κι οι δικές μου ερωτήσεις μέσα σ’αυτή τη συνέντευξη!)

Ρούλα - 21/11/2014, 20:09
Άμεσος & κατατοπιστικός ! Έυχομαι μόνο επιτυχίες !

Mimoza - 21/11/2014, 23:23
Πολύ όμορφη συνέντευξη. Ο κ. Κοντολέων σε κάνει να νιώθεις οτι βρίσκεται κάπου γύρω και απαντά στις ερωτήσεις μας. Εύχομαι ολόψυχα να είναι γεμάτος έμπνευση και να μας χαρίζει σπουδαία βιβλία.

Nikos - 22/11/2014, 07:35
Να σας πω, ότι μόλις τώρα έλαβα ένα email από τον κ. Κοντολέων, ο οποίος μου ζήτησε να μεταφέρω σε όλα τα μέλη της κοινότητάς μας την αγάπη του :-)


πηγή:
http://booktrolls.gr/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD/

Γεύση ... από τα παλιά

Πρόκειται για ένα βιβλίο που διάβασα πρώτη φορά στην εφηβεία μου και που ξαναδιάβασα μετά από χρόνια ως ενήλικη πια. Mέσα από την ιστορία δύο νέων παιδιών, της Φαίδρας και του Οδυσσέα, o συγγραφέας μιλάει για το aids. Το κάνει με ευθύτητα και χωρίς καμία ωραιοποίηση και ευαισθητοποιεί τα νέα παιδιά, όχι με διδακτισμό και κουνώντας το δάχτυλο, αλλά διηγούμενος την αλήθεια μιας ιστορίας με ήρωες δύο παιδιά σαν αυτά που θα διαβάσουν το βιβλίο. Είναι μια ιστορία που κουβαλάει όλη την ορμή και την ομορφιά αλλά μαζί και την απερισκεψία της νιότης. Και επισημαίνει, παρουσιάζοντας πολύ υγιείς σχέσεις γονιών-παιδιών, τον καθοριστικό και αναντικατάστατο ρόλο των μεν στη ζωή των δε, ως το μόνο πραγματικό στήριγμα όταν όλα γκρεμίζονται. Το βιβλίο, αν και σκληρό λόγω θέματος, αφήνει τελικά την αίσθηση ότι η ζωή, ακόμα και μέσα στη σκοτεινιά της, μπορεί να έχει φωτεινές στιγμές, είναι γλυκιά και πικρή μαζί. Σαν πικραμύγδαλο.

Φοίβη Λέκκα


Πηγή:

 http://www.mothersblog.gr/i-politistiki-atzenta-tis-evdomados/item/21903-afieroma-paidikon-vivlion-apo-ti-foivi-lekka#ixzz3Jn1P5tCP

17.11.14

Προσπαθεί να γνωρίσει , μαζί με τους πρωταγωνιστές του, τον κόσμο που ο ίδιος πλάθει...




Από την παρουσίαση του μυθιστορήματος "Δυο φορές Άνοιξη" στο βιβλιοπωλείο της Πάτρας ΄Πολύεδρο' (14/11/2014)    

 Καταρχάς, θέλω να ευχαριστήσω το Πολύεδρο για την ευκαιρία που μου δίνει να μιλήσω για την «επαφή» μου με το καινούριο μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων, «Δυο φορές Άνοιξη» εκδ. Πατάκη. Για μένα είναι ιδιαίτερη χαρά, διότι πρόκειται για έναν εξαιρετικά αγαπητό και επιτυχημένο συγγραφέα και αυτό αποδεικνύεται όχι μόνο από την αποδοχή του στο ευρύ κοινό, αλλά κυρίως στην αποδοχή που έχει από ένα δύσκολο αναγνωστικό κοινό, τα παιδιά.
   Γνωρίζουμε πολύ καλά, ότι όλα έχουν λεχθεί στα μυθιστορήματα, στα διηγήματα, ποιήματα και στα υπόλοιπα λογοτεχνικά είδη. Θέματα όπως ο έρωτας, η αγάπη, ο θάνατος και ούτω καθεξής, είναι βασικές έννοιες που προβάλλονται συνέχεια. Αυτό, όμως, που καθιστά ικανό έναν συγγραφέα ή ποιητή είναι ο τρόπος με τον οποίο τα παρουσιάζει, τα εκφράζει. Ο τρόπος αυτός έγκειται στην ιδιαιτερότητα της γραφής, στην πρωτοτυπία, στις επιρροές και βιώματα, στις ιδέες που όλα αυτά διαφέρουν από συγγραφέα σε συγγραφέα και από ποιητή σε ποιητή. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρώ ότι ο Μάνος Κοντολέων είναι ένας συγγραφέας που ξεχωρίζει για τον τρόπο που χειρίζεται τις θεματικές στα έργα του και όχι μόνο. Αναφύεται η απλότητα που σε συνδυασμό με την ποιητική του έκφραση, σε κάθε έργο του, προσπαθεί να γνωρίσει , μαζί με τους πρωταγωνιστές του, τον κόσμο που ο ίδιος πλάθει, σαν ένα παιδί που εξερευνεί με παρθενικό τρόπο τον κόσμο στον οποίο καλείται να ζήσει.
   Ας εστιάσουμε, όμως, στο εν λόγω έργο που συγκαταλέγεται στο ονομαζόμενο ερωτικό μυθιστόρημα. Οι ζωές δύο νέων ανθρώπων, της Ανθής και του Δημήτρη καθώς και των οικείων τους, συναντιούνται και πριν οι αυτοί νέοι κλείσουν τα είκοσι τους χρόνια, μία απρόσμενη εγκυμοσύνη της Ανθής τους οδηγεί στο γάμο και σύντομα στη γέννηση ενός δεύτερου παιδιού. Τα χρόνια περνούν και ενώ ο Δημήτρης εξελίσσεται επαγγελματικά η Ανθή βιώνει  την πλήξη τις καθημερινότητας, την απομάκρυνση από τις δικές της ανάγκες και  επιθυμίες, νιώθοντας ανελεύθερη και εγκλωβισμένη σε έναν τετριμμένο τρόπο ζωής. Μέχρι τη στιγμή που θα βρεθεί στο δρόμο της ένας νέος φωτογράφος , ο Μανουήλ και θα διαταράξει τις ισορροπίες της, καθώς θα εισχωρήσει σε νέους κόσμους και θα γνωρίσει το πάθος και τον έρωτα. Και κάτι ακόμα, το δίλημμα της επιλογής. Ο ερχομός και ενός τρίτου παιδιού και αυτή τη φορά είναι κορίτσι, θα τη φέρει αντιμέτωπη με άλλους προβληματισμούς. Ωστόσο, παραμένει στην οικογένεια της, μακριά, όμως, από τις επιθυμίες της.
   «Επιθυμία», μία από τις πιο βασικές έννοιες του έργου. Τα πρέπει, οι ανάγκες, θέλω, διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην εξέλιξη της ζωής των προσώπων, καθώς αυτά καθίστανται το σημείο αναφοράς, είναι το έναυσμα για την πραγματοποίηση των πράξεων των ηρώων. Άλλωστε, αυτό συμβαίνει και στην πραγματικότητα. Εντούτοις, υποχωρούν τα θέλω των ανθρώπων, θυσιάζονται στο βωμό μιας συμβιβασμένης ζωής χωρίς κάποιο πάθος (πάθος σε οποιοδήποτε επίπεδο) ή τουλάχιστον χωρίς κάποια ανατροπή; Κάνουμε λόγο, λοιπόν, για μία ζωή που δεν είναι εν εξελίξει. Και τίθεται και ένας άλλος προβληματισμός, κατά πόσο μας δίνεται μία δεύτερη ευκαιρία, μία «δεύτερη άνοιξη» που θα είμαστε παρόντες να την αδράξουμε, ώστε να απελευθερωθούμε από τα δεσμά της αδράνειας και να περάσουμε στην απέναντι όχθη της ελπίδας και της δράσης.
   Έτσι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, θεωρώ πως «Δυο φορές Άνοιξη» είναι η δεύτερη ευκαιρία που μας δίνεται για να ολοκληρώσουμε κάτι που δεν μπορέσαμε να πραγματώσουμε. Στο μυθιστόρημα ,όμως , δεν διέκρινα μόνο τις απραγματοποίητες επιθυμίες της Ανθής, αλλά και  τις χαμένες ευκαιρίες της μητέρας της, Χριστίνας Γκλαβάνη, που τις άφησε για μία υποτιθέμενη καλύτερη ζωή στην πόλη. Η περιγραφή της μητέρας της Ανθής αποπνέει μία μελαγχολία για το απραγματοποίητο μαζί με αυτό το πικρό «Πια» που δηλώνεται μέσα στα λόγια της για την αδυναμία της να εκπληρώσει τα όνειρά της και ίσως την αδημονία να είναι το παιδί της εκείνο που θα αποτελέσει τη δεύτερη άνοιξη, μία δεύτερη προσπάθεια ,για να ατενίσει το μέλλον και ολοκληρώσει τις επιθυμίες. Θα της δοθεί της Ανθής η δεύτερη άνοιξη; και αν ναι με ποιον τρόπο;
   Το ρεαλιστικό σε συνδυασμό με το ονειρικό στοιχείο εμφιλοχωρούν στην τέχνη του Μ.Κ. Αρχικά, άνθρωποι συνηθισμένοι με όλα τα πάθη, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της καθημερινής ζωής, εικόνες οικείες στον αναγνώστη, εμπλέκονται ποιητικά , αλλά και με μεταφυσικά στοιχεία, για παράδειγμα το όνειρο της Χριστίνας Γκλαβάνη με τις δύο όμοιες γυναίκες που συμβόλιζαν δύο φορές την άνοιξη. Ακολούθως, και η συχνή αναφορά σε διάφορους στίχους από τραγούδια ή η αναφορά σε στίχους της Μαρίας Πολυδούρη πριν από κάθε μέρος/ θεματική ενότητα, αποδεικνύει την τρυφερή προσέγγιση του συγγραφέα στα δρώμενα της ιστορίας.
   Θα ήθελα, επίσης, να αναφερθώ και σε ένα άλλο μοτίβο που κρίνω ότι είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Η αίσθηση της μυρωδιάς, των αρωμάτων που παίζουν σημαντικό ρόλο στην τέχνη του Μ.Κ. Το διακρίνουμε και σε άλλα έργα του όπως «Γεύση Πικραμύγδαλου», «Λεβάντα της Άτκινσον», αποδίδοντας έτσι ένα δικό του άρωμα ζωής και αίσθησης του είναι στην τέχνη του. «Μυρίζει σαν την πρώτη μέρα της άνοιξης», λόγια αληθινά που δείχνουν την ομορφιά της ζωής και που φανερώνουν ότι μία από τις πέντε αισθήσεις μας μας οδηγεί σε νοσταλγικές εικόνες, σε περιγραφές προσώπων και γεγονότων.
   Επιπρόσθετα, παρατηρούμε την άμεση επαφή του συγγραφέα με τη φύση. Άλλωστε αυτό φαίνεται και από τον τίτλο του μυθιστορήματος. Διακρίνουμε ένα περίεργο παιχνίδι με τα χρώματα, τα οποία τα αναμειγνύει με τα στοιχεία της φυσικής ομορφιάς. Ενδεικτικά, αναφέρω το πράσινο χρώμα των ματιών τω δύο ανδρών, του Δημήτρη είναι «σε απόχρωση ανοιξιάτικου φύλλου» ενώ του Μανουήλ «πράσινο χρώμα της θάλασσας που υπόσχεται ταξίδια, παραδείσια νησιά, λησμονημένα ναυάγια»Το ίδιο χρώμα, διαφορετικό όμως βλέμμα. Και επίσης το χρώμα των ματιών του κοριτσιού που είναι πράσινα και αποκαλύπτεται στο τέλος τι θυμίζουν.
    Μέσα από την απλότητα της γλώσσας, τη ζωντανή και άμεση γλώσσα, ο Μ.Κ. καταφέρνει να μας κερδίσει με το καινούριο του έργο. Με εύστοχο τρόπο, τοποθετεί τις λέξεις που γίνονται άθυρμα των λογοτεχνικών του διαθέσεων. Αυτή η απλότητα μαζί με την ωριμότητα και εκλέπτυνση δε σημαίνει κάτι το πρόχειρο και περιττό. Αντιθέτως, θέλει κατοχή της τέχνης των μέσων αλλά είναι και μία στάση ηθική, που δεν περιφρονεί τον άνθρωπο και που τον καθοδηγεί στο δρόμο της κατανόησης. Γλώσσα που κινητοποιεί τις αισθήσεις μας και που μας παρέχει μία εις βάθος λεπτομερή περιγραφή των προσώπων, χωρίς να κουράζει και αυτό αποφέρει ένα θετικό αποτέλεσμα.
    Είναι ένα κείμενο ρεαλιστικό και παράλληλα με στοιχεία μυθιστορηματικά ,το οποίο μας βάζει να λογιστούμε τι πραγματικά έχει ανάγκη ο καθένας μας. Ένα κείμενο που μας δείχνει ότι η ζωή μας παρέχει απλόχερα όχι μία φορά αλλά δύο φορές την άνοιξη , αρκεί να την αντιληφτούμε γρήγορα και να την αποδεχτούμε.       

                                                                            Μαριβάσια Κολλιοπούλου

                                                                          Φοιτήτρια του τμήματος Φιλολογίας                                                                                               του Πανεπιστημίου Πατρών.                        

15.11.14

Ομογενείς και ελληνική λογοτεχνία (ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ)


Η ελληνική λογοτεχνία… βοηθά τους ομογενείς να έχουν στενή σχέση με την πατρίδα

Συνέντευξη στο Εθνικό Κήρυκα Νέας Υόρκης

12 / 11/ 2014



Μάνος Κοντολέων - Ενας συγγραφέας «κεφάλαιο» για το ελληνικό βιβλίο, για το παιδικό -και όχι μόνο- βιβλίο. Ενας άνθρωπος που η πορεία του στην συγγραφή σου δίνει την εντύπωση ότι γεννήθηκε για να γράφει. Και εδώ που τα λέμε κάπως έτσι είναι αφού, όπως λέει και ο ίδιος, «γύρω στα δώδεκα χρόνια μου άρχισα κι εγώ να γράφω». Από τότε έβγαλε το πρώτο του βιβλίο γύρω στα 1979 και μέχρι σήμερα έχει μία πολύ πλούσια συλλογή σε βιβλία, περιοδικά, άρθρα, εφημερίδες, έργα, μεταφράσεις, με μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα, παραμύθι, δοκίμιο. Δηλαδή ό,τι έχει σχέση με χαρτί και με μολύβι, με αποτύπωση του μέσα μας στο χαρτί ο κ. Κοντολέων έχει την υπογραφή του.

Ο Αθηναίος συγγραφέας και πολυβραβευμένος από την Eταιρία Eλλήνων Λογοτεχνών και από τον Kύκλο του Eλληνικού Παιδικού Bιβλίου δεν γράφει για να …γράψει ή για να πουλήσει. Γράφει γιατί απλά έχει πολλά να πει, έχει πολλά να δώσει, έχει πολλά να προσφέρει. Και το κάνει με τον καλύτερα δημιουργικό τρόπο για τα παιδιά και τους γονείς. Για τους μικρούς μας ηγέτες της ζωής μας ο κ. Κοντολέων έχει μια πλειάδα από βιβλία για όλες τις ηλικίες και όλους τους …τύπους των παιδιών. Για τα «μεγάλα παιδιά», όμως, τους γονείς, έχει τα δικά τους βιβλία αλλά και πολλούς προβληματισμούς βγαλμένους από την ζωή. «Οσο κι αν κάποιος φοβάται για το αύριο, όσο κι αν πιστεύει πως η καθημερινότητα θα είναι δύσκολη, δε θα πρέπει να απελπίζεται. Πρέπει να ονειρεύεται καλύτερες μέρες και να προσπαθεί αυτές οι πιο καλές μέρες να έρθουν το συντομότερο δυνατόν», τονίζει ο κ. Κοντολέων και στέλνει το μήνυμα στους σημερινούς γονείς με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, ενώ παράλληλα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για όσους παίρνουν αψήφιστα κάποια θέματα «θεωρώ πως με αυτό που αποφασίζουμε σήμερα καθορίζουμε αυτό που θα μας συμβεί αύριο. Δεν θέλω να θεωρήσω ως απειλή αυτό που ίσως θα ματαιώσει ό,τι ονειρευτήκαμε. Αλλά αντίθετα το αντιμετωπίζω ως εμπειρία. Η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι μια σειρά από μάχες. Ακόμα κι αν χάσεις κάποιος μερικές, σημασία έχει το να κερδίσει τον πόλεμο».

Για τον κ. Κοντολέων «ένα βιβλίο είναι μια από τις πολλές εμπειρίες που ένας άνθρωπος γνωρίζει στη ζωή του. Συνεισφέρει στην αλλαγή της προσωπικότητας, αλλά δεν είναι το μόνο που το κάνει. Μέσα από τα βιβλία γνωρίζουμε ή επιβεβαιώνουμε αυτά που ή δεν έτυχε εμείς οι ίδιοι να ζήσουμε ή αν και τα γνωρίσαμε δεν τα είχαμε πολυεδρικά αντιμετωπίσει».
Συνεπώς το βιβλίο είναι το μέρος που «έχει κρυφτεί μια καρδούλα που πάλλεται. Στο κάθε βιβλίο, του κάθε συγγραφέα υπάρχει ένα έστω και μικρό νεύμα επικοινωνίας». Και αυτό το «νεύμα επικοινωνίας» είναι που κάνει τον κ. Κοντολέων να πιστεύει ότι «η ελληνική λογοτεχνία βοηθά τους ομογενείς να διατηρούν μια στενή και ουσιαστική σχέση με την πατρίδα».


«Περιοδικό»: Η αγάπη σας για το βιβλίο έχει αποδειχτεί από τα χρόνια που βρίσκεσθε στο χώρο της συγγραφής βιβλίων. Πότε παρουσιάστηκε στη ζωή σας το… μικρόβιο;

Μάνος Κοντολέων: «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου αγαπούσα τα βιβλία και τις ιστορίες που αυτά μου χαρίζανε. Ηταν, λοιπόν, αναμενόμενο, εκεί γύρω στα δώδεκα χρόνια μου να ξεκινήσω κι εγώ να γράφω. Μικρές καθημερινές ιστορίες βασισμένες στις παιδικές μου εμπειρίες. Κι έτσι ανακάλυψα τη χαρά να εκφράζεις με λέξεις τα συναισθήματά σου και να τα μοιράζεσαι με άλλους».

«Περιοδικό»:Το συγγραφικό σας έργο είναι πολύ μεγάλο. Παιδικά, νεανικά αλλά και για ενήλικες. Αν σας ζητούσε κάποιος να του πείτε ποιο βιβλίο σας σημάδεψε περισσότερο τι θα απαντούσατε;
Μάνος Κοντολέων: «Είναι αλήθεια πως έχω γράψει πολλά βιβλία και πολλών ειδών. Οσο κι αν όλα τα αγαπώ όπως ο γονιός το ίδιο αγαπά όλα του τα παιδιά, δε μπορώ να κρύψω πως υπάρχουν μερικά που κατέχουν μια ξεχωριστή θέση αν όχι στην καρδιά μου, σίγουρα μέσα στη σκέψη μου. Αλλά το ποια είναι δεν θέλω να το φανερώσω. Γιατί αυτό που ο συγγραφέας αγαπά στο έργο του δεν είναι κατ’ ανάγκη το ίδιο και για τον κάθε αναγνώστη του».

«Περιοδικό»:Εχετε γράψει στον ιστότοπο σας:
Οταν είμαι -ή θέλω να είμαι- αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά.
Οταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους.
Οταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες.
Εσείς πως αισθάνεστε περισσότερο; Παιδί, έφηβος ή ενήλικας; Και από που πηγάζει;
Μάνος Κοντολέων: «Ανάλογα με ότι συμβαίνει στη προσωπική ζωή μου, αλλά και στον κόσμο όλο, είμαι άλλοτε αισιόδοξος κι άλλοτε πάλι φοβάμαι. Βέβαια, όσο κι αν κάποιος φοβάται για το αύριο, όσο κι αν πιστεύει πως η καθημερινότητα θα είναι δύσκολη, δε θα πρέπει να απελπίζεται. Πρέπει να ονειρεύεται καλύτερες μέρες και να προσπαθεί αυτές οι πιο καλές μέρες να έρθουν το συντομότερο δυνατόν. Ετσι κι εγώ γράφω για αναγνώστες κάθε ηλικίας γιατί μου αρέσει να είμαι δίπλα και σε παιδιά και σε εφήβους και σε ενήλικες. Οπως επίσης το ίδιο μου αρέσει να έχω δίπλα μου άτομα κάθε ηλικίας και φύλου. Θα έλεγα πως εν τέλει γράφω για να έχω πάντα γύρω μου πολλούς, μα πολλούς φίλους. Τους αναγνώστες μου».

«Περιοδικό»:Στο «Δυο φορές Ανοιξη» παρακολουθούμε την ζωή μιας κοπέλας, ήσυχης, ήρεμης, που μικροπαντρεύτηκε και άλλαξε πορεία στη ζωή της. Μια τροπή που τη συναντάμε αρκετά ειδικά στις παλαιότερες γενιές. Θεωρείτε ότι τα απωθημένα από μια τόσο ξαφνική αλλαγή στα όνειρά μας μπορεί να είναι απειλητικά για το μέλλον μας;
Μάνος Κοντολέων: «Μέσα στο μέλλον υπάρχει το παρελθόν μας. Οσο κι αν αποδέχομαι και το τυχαίο στη ζωή του κάθε ανθρώπου, θεωρώ πως με αυτό που αποφασίζουμε σήμερα καθορίζουμε αυτό που θα μας συμβεί αύριο. Δεν θέλω να θεωρήσω ως απειλή αυτό που ίσως θα ματαιώσει ό,τι ονειρευτήκαμε. Αλλά αντίθετα το αντιμετωπίζω ως εμπειρία. Η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι μια σειρά από μάχες. Ακόμα κι αν χάσεις κάποιος μερικές, σημασία έχει το να κερδίσει τον πόλεμο».

«Περιοδικό»:Στα βιβλία σας έχετε πολλές φορές επικεντρωθεί σε θέματα «καυτά» για την Κοινωνία μας, όπως τα ναρκωτικά, το AIDS, η απιστία/επιθυμία, τους μετανάστες, αλλά και τραγικά γεγονότα όπως ο θάνατος ενός μαθητή (Βασισμένο στον Γρηγορόπουλο). Είναι η ανάγκη σας να εκφράσετε τα γεγονότα ή ανάγκη σας να ομορφύνετε έναν κόσμο που συνέχεια ασχημεύει;
Μάνος Κοντολέων: «Μέλος μιας κοινωνίας είμαι. Κι όσο κι αν προσωπικά δεν έχω ζήσει ό,τι έχω κατά καιρούς περιγράψει στα βιβλία μου, δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να τοποθετούμαι μπροστά σε επίκαιρα ή διαχρονικά ζητήματα. Δεν φιλοδοξώ να αλλάξω τον κόσμο. Αλλά προσπαθώ να αλλάξω τη ματιά ενός ανθρώπου -του εκάστοτε αναγνώστη μου».

«Περιοδικό»:Θεωρείτε ότι μέσα από ένα βιβλίο ο άνθρωπος μπορεί να ωριμάσει; Μπορεί να δει την ζωή ποιο θετικά;
Μάνος Κοντολέων: «Ενα βιβλίο είναι μια από τις πολλές εμπειρίες που ένας άνθρωπος γνωρίζει στη ζωή του. Συνεισφέρει στην αλλαγή της προσωπικότητας, αλλά δεν είναι το μόνο που το κάνει. Μέσα από τα βιβλία γνωρίζουμε ή επιβεβαιώνουμε αυτά που ή δεν έτυχε εμείς οι ίδιοι να ζήσουμε ή αν και τα γνωρίσαμε δεν τα είχαμε πολυεδρικά αντιμετωπίσει».

«Περιοδικό»:Διηγόσαστε τη ζωή της Ανθής και την καθημερινότητά της δίνοντάς μας από την αρχή την αίσθηση ότι κάτι λείπει. Τελικά η Ανθή αισθάνθηκε ποτέ ολοκληρωμένη και αν όχι ήταν στόχος σας να παρουσιάσετε ότι ο άνθρωπος δεν ολοκληρώνεται;
Μάνος Κοντολέων: «Στόχος μου -και πιστεύω μου- είναι πως ο άνθρωπος συνεχώς οδεύει προς μια ολοκλήρωση. Οι περισσότεροι βαδίζουμε σε αυτόν τον δρόμο χωρίς συνειδητή προσπάθεια για να κατανοήσουμε τους εαυτούς μας. Αλλά η ζωή είναι γεμάτη από εμπειρίες και μαθήματα. Μια Γνώση είναι η ζωή που ποτέ δεν τελειώνει. Η Ανθή -αφού με ρωτήσατε γι αυτήν- κάποια στιγμή πλησίασε την ολοκλήρωση. Την ίδια ώρα τέλειωνε και το βιβλίο. Μα η ζωή της ηρωίδας μου συνεχίζεται και δεν μπορώ πια εγώ να σας πω αν η ίδια θα καταφέρει να κρατήσει αυτήν την ωριμότητα. Οπως κάθε πλάσμα, έτσι και οι ήρωες ενός βιβλίου έχουν ευθύνη των πράξεών τους».

«Περιοδικό»: Η Ανθή αν και επέτρεψε στον εαυτό της μια παρασπονδία ήταν πάντα υπόδειγμα μητέρας. Θεωρείτε ότι όλοι μας έχουμε δικαίωμα στο λάθος;
Μάνος Κοντολέων: «Δεν ξέρω αν η Ανθή έκανε λάθος ή όχι. Στην ουσία δεν ξέρω ποιο τυχόν είναι αυτό το λάθος που υπονοείτε. Το ότι παντρεύτηκε σε πολύ νεαρά ηλικία; Μα κάτι τέτοιο γιατί σώνει και κακά να θεωρήσει κανείς πως είναι λανθασμένη απόφαση; Μήπως επειδή αφέθηκε να ζήσει ένα μεγάλο έρωτα; Μήπως ήταν λάθος που δεν ακολούθησε αυτόν τον έρωτα μέχρι τέλους;… Πολύ απλά σας το δηλώνω -αυτό που κάνουμε παρορμητικά ποτέ δεν θα πρέπει εκ των υστέρων ή να το κατακρίνουμε ή να το θαυμάζουμε. Ακολουθήσαμε την παρόρμηση μιας στιγμής -αυτό και μόνο. Αυτό και μόνο έκανε η Ανθή δυο φορές στη ζωή της».

«Περιοδικό»:Ο Δημήτρης από την άλλη επέτρεψε αρκετές. Ο άντρας είναι ποιο ευάλωτος στο πειρασμό; Τον βλέπουμε όμως ότι ποτέ δεν προσπάθησε να αφήσει το σπίτι του. Η αγάπη ήταν αυτό που τον κράτησε ή το αίσθημα της ευθύνης απέναντι στα παιδιά του;
Μάνος Κοντολέων: «Και για τις πράξεις του Δημήτρη τα ίδια έχω να πω. Αλλά κι αυτός -όπως και η Ανθή- όταν είδαν πως αυτά που οι παρορμήσεις τους οδήγησαν, είχαν πια να κάνουν με τη ζωή ενός άλλου, τότε βάλανε στην άκρη τις παρορμήσεις και πράξανε με σοβαρότητα και συναίσθημα ελεγχόμενο».

«Περιοδικό»: Ούτε στην Ανθή επιτρέψατε να φερθεί επιπόλαια και να φύγει. Είναι η άποψή σας ότι ο γάμος πρέπει να κρατιέται με όποιο τίμημα; Ή ότι υπήρχε η αγάπη ανάμεσα στο ζευγάρι και έπρεπε απλά να βρεθεί ξανά η φλόγα;
Μάνος Κοντολέων: «Πιστεύω πως ένας γάμος αξίζει να σωθεί αν είναι υγιής. Αν δεν είναι ας διαλυθεί. Μα μόνο οι ίδιοι οι δυο σύζυγοι μπορεί να ξέρουν αν ο γάμος τους αξίζει να σωθεί ή όχι».

«Περιοδικό»: Η Αλίκη είναι το άκρως αντίθετο της Ανθής, όμως φίλες παντοτίνες. Πιστεύετε στη φιλία που δεν σβήνει στο χρόνο και αν ναι τι βάσεις πρέπει να έχει;
Μάνος Κοντολέων: «Υπάρχουν φιλίες που κρατάνε μια ζωή. Νομίζω όμως πως είναι σπάνιες. Κι αν κάτι τέτοιο επιτευχθεί είναι για πολλούς λόγους. Στην περίπτωση των δυο ηρωίδων μου πιστεύω πως αυτό που τις ενώνει είναι το ότι διαφέρουν μεταξύ τους, αλλά η μια θαυμάζει αυτό που η άλλη είναι».

«Περιοδικό»: Μέσα στο βιβλίο σας αναφέρεστε πολλές φορές στην ποίηση. Την έχετε τολμήσει; Το σκέφτεστε;
Μάνος Κοντολέων: «Διαβάζω ποίηση. Βλέπω συχνά με τον τρόπο όρασης που ένα ποίημα διαθέτει. Και έχω γράψει κι εγώ κάποια ποιήματα… Κάποτε… Πριν από πολλά, πάρα πολλά χρόνια».

«Περιοδικό»: Για τους γονείς πρώτος ρόλος στη ζωή τους έχουν -και πρέπει να έχουν- τα παιδιά τους. Ομως μια μάνα και ένας πατέρας δεν παύουν να είναι άνθρωποι. Πιστεύετε ότι η συνήθεια και η ρουτίνα μπορεί να μετατρέψει τον έρωτα σε μίσος ή ακόμα χειρότερα σε αδιαφορία; Ποιο ήταν το μεγαλύτερο λάθος του ζευγαριού του «Δυο φορές Ανοιξη»;
Μάνος Κοντολέων: «Πιστεύω πως χωρίζουν οι σύζυγοι. Οι γονείς δεν χωρίζουν. Εννοώ πως το κάθε παιδί πρέπει να βλέπει πως οι δυο γονείς του πάντα το φροντίζουν, ακόμα κι όταν ζούνε ξεχωριστά. Το λάθος της Ανθής και του Δημήτρη ήταν πως κάποια στιγμή αφέθηκαν σε μια καθημερινή ρουτίνα. Κράτησε ο καθένας τους τα δικά του όνειρα και τις δικές του διαψεύσεις. Ως ζευγάρι δεν σχεδιάσανε ένα μέλλον. Αφεθήκανε -αυτό ήταν το λάθος τους».


«Περιοδικό»:Πόσα βιβλία έχετε; Πρόσφατα αναρτήσατε στο διαδίκτυο φωτογραφίες με τις βιβλιοθήκες σας που είναι ουκ ολίγες. Τα έχετε διαβάσει όλα; Εχετε σταματήσει ποτέ το διάβασμα ενός βιβλίου ή τελειώνεται ό,τι ξεκινάτε;
Μάνος Κοντολέων: «Α, πάρα πολλά βιβλία έχω στη βιβλιοθήκη μου. Και πολλά έχω κατά καιρούς δωρίσει σε βιβλιοθήκες, συλλόγους κλπ. Η μόνη καταναλωτική μου μανία έχει να κάνει με την απόκτηση βιβλίων. Αγοράζω βιβλία από τα παιδικά μου χρόνια. Το πάθος μου γι αυτά με έχει οδηγήσει σε ακραίες ενέργειες. Διαβάζω κάθε μέρα. Και πολύ συχνά έχω σταματήσει την ανάγνωση ενός βιβλίου προτού το τελειώσω. Ισως μια άλλη φορά να το συνεχίσω. Ισως όχι. Ο κόσμος των βιβλίων για μένα δεν διαφέρει και τόσο από τον κόσμο των ανθρώπων. Ζω μαζί τους, δίπλα τους, απέναντί τους. Συνομιλώ μαζί τους, διαφωνώ, παθιάζομαι, αδιαφορώ».
«Περιοδικό»:Θεωρείται ότι το καλό μυθιστόρημα εκτιμάται πάντα από το κοινό;
Μάνος Κοντολέων: «Οχι».

«Περιοδικό»:Οι ομογενείς μας αγαπάνε την Ελληνική λογοτεχνία. Ποιο από τα βιβλία σας θα τους προτείνατε οπωσδήποτε να διαβάσουν και ποιο όχι;
Μάνος Κοντολέων: «Τόσα βιβλία και τόσοι αναγνώστες. Αφού εγώ τα έγραψα, τα βλέπω σαν παιδιά μου. Δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω. Οι αναγνώστες μου ας επιλέξουν μόνοι τους. Μόνο που τους παρακαλώ ακόμα κι αν δεν τους αρέσει αυτό που θα διαβάσουν, ας το σεβαστούν. Μέσα σε κάθε βιβλίο έχει κρυφτεί μια καρδούλα που πάλλεται. Στο κάθε βιβλίο, του κάθε συγγραφέα υπάρχει ένα έστω και μικρό νεύμα επικοινωνίας».

«Περιοδικό»:Και μία συμβουλή στους ομογενείς μας από έναν τόσο επιτυχημένο και έμπειρο του χώρου συγγραφέα.
Μάνος Κοντολέων: «Δεν μου αρέσει να δίνω συμβουλές. Προτιμώ να ακούω τους άλλους να μου δίνουν εκείνοι μια συμβουλή. Αλλά μιας το ζητήσατε, ας πω πως πιστεύω πως η ελληνική λογοτεχνία βοηθά τους ομογενείς να διατηρούν μια στενή και ουσιαστική σχέση με την πατρίδα. Ομως φαντάζομαι πως αυτό που μόλις συμβούλεψα να είναι γνωστό από τους αναγνώστες αυτών των σελίδων της εφημερίδας σας. Άρα η συμβουλή μου αυτή είναι μάλλον περιττή. Προτιμώ να εκφράσω τη χαρά μου που μου δώσατε την ευκαιρία αυτής της συζήτησης».

«Περιοδικό»: Κύριε Κοντολέων σας ευχαριστούμε πολύ.
Μάνος Κοντολέων: «Κι εγώ, πολύ σας ευχαριστώ».

http://www.ekirikas.com/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD-%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%AF/

3.11.14

Ποιος είναι αυτός που θα αξιωθεί Δυο φορές Άνοιξη;



www.tvxs.gr


Ο συγγραφέας Μάνος Κοντολέων, αφηγείται τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής -από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο - του τελευταίου του μυθιστορήματος που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη.

"Συνήθως γράφω τα βιβλία μου ξεκινώντας από κάποιο γεγονός ή κάποιο πρόσωπο που θα αποτελέσει τη βάση του έργου μου.
Στη συνέχεια αποφασίζω για το πως θα αρχίσω την εξιστόρηση και σχεδιάζω σε γενικές γραμμές το τέλος.
Και κατόπιν,  από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, ολοκληρώνεται το έργο.

Μα με το τελευταίο μου αυτό μυθιστόρημα, δεν γράφτηκε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο.
Αντίθετα πρώτα κατασκεύασα όλο τον βασικό σκελετό   των γεγονότων, ολοκλήρωσα σχεδόν πλήρως τους κεντρικούς χαρακτήρες και μετά πλέον ξεκίνησα τη γραφή.

Με αυτόν τον τρόπο δουλεύοντας είχα μεγαλύτερη δυνατότητα να μορφοποιήσω το έργο μου πάνω στους τρεις βασικούς άξονες που ήθελα να αναφερθώ.
Αυτοί οι άξονες υπάρχουν σχεδόν σε όλα μου τα βιβλία. Αποτελούν βασικά ζητήματα προβληματισμών μου. Αλλά ποτέ άλλοτε δεν συνυπήρξαν ισότιμα.

Α. Ο έρωτας

Σχεδόν σε όλα μου τα έργα με απασχολεί ο τρόπος που εκφράζουν οι άνθρωποι τη σχέση τους με το ερωτικό ένστιχτο. Πόσο τους απογειώνει ή τους καταθλίβει, αν τους κάνει ευτυχισμένους ή δυστυχισμένους, αν έχουν πληγωθεί ή αν πληγώσανε, αν ξεγελαστήκανε ή όχι. Αν οι επιθυμίες τους ανθίσανε ή εν τέλει μαραθήκαν.

Β. Η πατρότητα

Ενώ η έννοια και η φύση της μητρότητας είναι απ΄ όλους μας παραδεχτή και κατά κάποιον τρόπο όλοι έχουμε την ίδια άποψη για το περιεχόμενο και την ουσία της, δεν συμβαίνει το ίδιο με την πατρότητα.

Ποιος είναι ο πατέρας; Αυτός που καθορίζεται από τη Φύση ή αυτός που ορίζεται με κοινωνικά κριτήρια. Πόσο ο πατέρας, ως ενσυνείδητο ον, αναλαμβάνει τις ευθύνες της πράξης του από την πρώτη στιγμή;

Όλοι μας αποδεχόμαστε πως η γυναίκα είναι αυτή που δίνει τη ζωή. Αλλά σε μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, η ηρωίδα όταν ο άντρας τής αναγνωρίζει αυτήν την ικανότητα, εκείνη του απαντά πως «οι άντρες προσφέρουν τον θάνατο, άρα την αιώνια ζωή» .
Με δυο λόγια, πόσο βαθιά μπορεί να φτάσει η πατρότητα;

Γ. Λογοτεχνία για πολλούς

Υπάρχει καλή και κακή λογοτεχνία; Και αν ναι, τότε είναι απαραίτητο η καλή να απευθύνεται σε λίγους και η κακή σε πολλούς;
Μπορεί να υπάρξει καλή λογοτεχνία που συνάμα να αγγίζει τα ενδιαφέροντα μεγάλου αριθμού αναγνωστών;
Σε αυτά τα ερωτήματα ψάχνω συνέχεια για απαντήσεις.

Προσωπικά θεωρώ πως δεν υπάρχει κακή λογοτεχνία. Η λογοτεχνία (ως Τέχνη του Λόγου) μόνο καλή μπορεί να είναι. Διαφορετικά δεν έχουμε λογοτεχνία, αλλά αφήγηση γεγονότων.

Και με τίποτε δεν μπορώ να αποδεχτώ πως η ικανή και αναγκαία συνθήκη για να θεωρηθεί ένα μυθιστόρημα καλό είναι τα να γίνεται κατανοητό μόνο από λίγους και δυσνόητο από τους πολλούς. Αυτή τη σκέψη την αποδεικνύουν τα μεγάλα κλασικά έργα.

Πάνω, λοιπόν, σε αυτούς τους τρεις άξονες αποφάσισα να στήσω την πλοκή, αλλά και την ουσία του «Δυο φορές Άνοιξη».

Θέλησα τα πρόσωπα του έργου μου να είναι καθημερινοί άνθρωποι, με όλα τα καθημερινά πάθη τους και όλες τις καθημερινές όμορφες ή όχι  στιγμές τους. Και μέσα από αυτά τα καθημερινά τους λάθη να οδηγηθούν σε μια στιγμή όπου όλα θα φωτίζονται με ένα άλλο φως.

Μια ιστορία που δείχνει να αφορά μια γυναίκα –τη γυναίκα του διπλανού διαμερίσματος και ένα άντρα –τον άντρα που ίσως να δουλεύει στο διπλανό γραφείο.
Μέσα στην κοινή ζωή τους θα περάσει ως διάτων αστέρας ένας άλλος άνθρωπος που θα έχει όλα όσα οι ίδιοι δεν διαθέτουν. Αλλά που μπορεί να ήθελαν να τα διέθεταν και να τολμούσαν να τα πράξουν. Την ίδια στιγμή που κι εκείνος, ο άλλος,  ίσως να θωρακίζεται πίσω από την μοναδικότητά του, για να αποφύγει τη δέσμευση μιας σχέσης, μα έτσι και να χάνει και τις αντίστοιχες προεκτάσεις της.

Αλλά η ίδια η ζωή ακολουθεί δρόμους επανάληψης. Η Άνοιξη έρχεται και επανέρχεται…
Και τελικά ποιος είναι αυτός που θα αξιωθεί να ζήσει… «Δυο φορές Άνοιξη»;
Ο συμβατικός Δημήτρης, ο εκκεντρικός Μανουήλ ή η διχασμένη Ανθή;

Κάπως έτσι ξεκίνησε και κάπως έτσι τελείωσε το μυθιστόρημα αυτό.
Το ξεκίνησα μόλις άρχιζε μια νέα χρονιά, στο σπίτι μου στην Κηφισιά και το ολοκλήρωσα καθώς υποδεχόμουνα το Φθινόπωρο στο Πήλιο, στο χωριό που μου αρέσει να ξεφεύγω από την δική μου καθημερινότητα.

Τώρα πλέον το μυθιστόρημα αυτό είναι για μένα παρελθόν.
Μα δίπλα μου ήρθαν να κατοικήσουν  οι ήρωές του και τους βλέπω να συνομιλούν με τα άλλα πρόσωπα που κατά καιρούς σχεδίασα για να ζούνε μέσα σε όσα εγώ –όπως κάθε συγγραφέας- ονειρεύεται και σχεδιάζει.-"


Πρώτη δημοσίευση στο:
http://tvxs.gr/news/biblio/poios-einai-aytos-poy-tha-aksiothei-na-zisei%E2%80%A6-dyo-fores-anoiksi


2.11.14

Στην εφημερίδα Θεσσαλία (26/10/2014)

Συνομιλία με την Αργυρώ Μουντάκη
Στην εφημερίδα Θεσσαλία  (26/10/2014)



 Κύριε Κοντολέων είστε καταξιωμένος συγγραφέας για όλες τις ηλικίες. Ήταν όνειρο παιδικό; Πώς προέκυψε;

-Από τη μητέρα μου, που μου έλεγε ιστορίες παρμένες μέσα από την καθημερινότητα, εγώ έμαθα να παρακολουθώ ότι συμβαίνει γύρω μου. Και μετά, μέσα στα βιβλία που διάβαζα, έβρισκα πολλά από αυτά που εγώ είχα αισθανθεί. Μέχρι που κάποια στιγμή (εκεί γύρω στα 12 ήμουνα) αποφάσισαν να γράψω κι εγώ μια δική μου εμπειρία και να την μοιραστώ με άλλους. Τη λύπη μου για τον θάνατο ενός αγαπημένου μικρού ζώου την έκανα διήγημα και την έστειλα να δημοσιευθεί στο περιοδικό «Διάπλαση». Κι έτσι ξεκίνησαν όλα…

Η οικογένεια σας πόσο καθόρισε την επιλογή αυτή;

-Οι γονείς μου στάθηκαν δίπλα μου από το πρώτο εκείνο διήγημα μέχρι τη μέρα που έφυγαν από κοντά μας. Υπήρξαν οι πρώτοι αναγνώστες των πρώτων μου συγγραφικών σχεδιασμάτων. Μεγάλο κι αυτό το δώρο που μου κάνανε.

Οι σπουδές σας συνέβαλαν; Τι θα προτείνατε στα νέα παιδιά, που θέλουν να γίνουν συγγραφείς;

-Σπούδασα Φυσική γιατί… Γιατί ήμουνα ανορθόγραφος κι έτσι δεν θα μπορούσα να περάσω σε μια θεωρητική σχολή. Με τη Φυσική τελικά δεν ασχολήθηκα, αλλά έχει σταθεί η αιτία να πιστεύω πολύ στη δομή ενός έργου λογοτεχνικού.  Γι αυτό και δεν έχω κάτι συγκεκριμένο να προτείνω σε ένα νέο που θέλει να γίνει συγγραφέας. Παρά μόνο να του πω πως ότι κι αν σπουδάσει, αν θέλει να γίνει ένας υπεύθυνος συγγραφέας πρέπει πάνω απ΄ όλα να διαβάζει πολλά και διάφορα.

Μανόλο και Μανολίτο ή Μανολίτο και Μανόλο; Ποιος επηρεάζει ποιον περισσότερο; Ή μια εποικοδομητική διάδραση δίχως περισσότερο ή λιγότερο;

-Οι αληθινά ουσιαστικές σχέσεις στηρίζονται στην αμοιβαιότητα. Από τον μικρό Μανολίτο, ο μεγάλος Μανόλο παίρνει τη φρέσκια ματιά. Και ο Μανολίτο ρουφά την πείρα του Μανόλο.

Η φύση έχει θεϊκό ρόλο στο βιβλίο αυτό. Ως άνθρωπος πώς φιλοσοφείτε μαζί της ή εξ’ αιτίας της;

-Η οικολογική συνείδηση πρέπει να στηρίζεται στην βάση πως ο άνθρωπος είναι μέρος κι αυτός της Φύσης. Προστατεύω τη Φύση σημαίνει προστατεύω τον εαυτό μου και τους άλλους ανθρώπους. Μέσα στη Φύση υπάρχει όλος ο κύκλος της ζωής. Και αν από κάπου μπορούμε να πάρουμε κάτι ελπιδοφόρο, είναι από την ίδια τη Φύση… Από το κυκλάμινο που κάθε φθινόπωρο ξεπετιέται μέσα από το χώμα, ακριβώς στο ίδιο το σημείο που είχε θαφτεί.

Η σχέση παππού εγγονού σας έχει απασχολήσει πολύ στα έργα σας. Νομίζω και πριν γίνετε ο ίδιος παππούς. Σα να ήσασταν έτοιμος να γίνετε παππούς…

-Αν τα παιδιά μου στάθηκαν η αφορμή να γράψω  παιδικά βιβλία, ο εγγονός μου είναι τώρα η αιτία να αναζητώ το πώς μπορεί κάποιος να αμφισβητεί την πλήξη και να ανακαλύπτει τη χαρά του παιχνιδιού.

Η ζήλεια των παιδιών σας απασχολεί και «Στο Νησί της Ροδιάς» και στο «Κόκκινο καραβάκι κόκκινο ποδήλατο»…

- Δεν είχα αδέλφια. Η σχέση μεταξύ αδελφών μου είναι άγνωστη. Μα καταλαβαίνω πως πρέπει να είναι δυνατή. Κι όπως κάθε δυνατή σχέση άλλοτε θωπεύει κι άλλοτε πληγώνει.

Η προσφυγιά είναι άλλο θέμα που σας απασχολεί. Ποιο θεωρείτε το χειρότερο δεινό για τους πρόσφυγες;

-Οι γονείς μου είχαν έρθει από τη Σμύρνη. Κι έτσι ξέρω πολύ καλά το τι μπορεί να σημαίνει για κάποιον να του στερείς το δικαίωμα να τριγυρνά στα μέρη που κάποτε ανάσαινε.


Κάποτε μου είχατε πει ότι γράψατε ένα βιβλίο σε μία μέρα. Είναι θέμα έμπνευσης, οργάνωσης ή κάτι άλλο μία τόσο παραγωγική μέρα;

-Ο χρόνος για να γραφτεί ένα βιβλίο δεν έχει να κάνει μόνο  με πόσες ώρες είσαι πάνω από το πληκτρολόγιο του υπολογιστή σου. Αλλά κυρίως με τον πόσο καιρό η ιδέα και η δομή απασχολούν τη  σκέψη σου. Έχω μάθει να δουλεύω πολύ με το μυαλό κι έτσι γενικά ο χρόνος που χρειάζομαι για να καταγράψω τις ιδέες συχνά είναι πολύ πιο λίγος. Με άλλα λόγια –και για να απαντήσω ακριβώς στην ερώτηση αυτή- δεν είναι τόσο θέμα έμπνευση όσο οργάνωσης.

Από την επαφή σας με τα παιδιά στα σχολεία τόσα χρόνια τώρα, τι σας έχει κάνει περισσότερο εντύπωση; Κάτι που σας έχει μείνει αξέχαστο…

-Κάθε φορά είναι και μια άλλη φορά. Γιατί αν ο κάθε άνθρωπος διαφέρει από τον άλλο, πόσο μάλλον το κάθε παιδί από το διπλανό του. Από τις επισκέψεις μου στα σχολεία και δίνω και παίρνω. Και εκείνο που κάθε φορά ως πολύτιμο λάφυρο κουβαλώ  μαζί μου είναι τα παιδικά τους μάτια.


Πώς βλέπετε τη σύγχρονη εκδοτική παραγωγή και για το βιβλίο που στοχεύει στους ενήλικες αναγνώστες και γι’ αυτό που στοχεύει στα παιδιά.

 -   Η κρίση έχει κι εδώ αφήσει το αποτύπωμά της. Βιβλία που στοχεύουν στο γρήγορα κέρδος μιας κατανάλωσης. Μα σκέφτομαι –εγώ που ξεκίνησα τη συγγραφική μου πορεία τα χρόνια που έπεφτε στον τόπο μας η χούντα- πως δεν μπορεί κάποια στιγμή θα βρεθούν οι συγγραφείς εκείνοι που θα γράψουν με ένα νέο ήθος λογοτεχνία για αναγνώστες μικρούς και μεγάλους. Αλλά αν θέλετε μια πιο εξειδικευμένη σκέψη μου –αυτό πιο δύσκολα θα επιτευχθεί στη λογοτεχνία για παιδιά. Κι αυτό γιατί είναι πολύ πιο δύσκολο το είδος της αφήγησης που απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους.

Σας ευχαριστώ θερμά!

 -  Κι εγώ για την τόσο ουσιαστική αυτή συζήτηση.

19.10.14

Ο Εέ άπό τ' άστρα




Ο Εέ άπό τ' άστρα
Εικονογράφηση: Αντώνης Καλαμάρας,
 νέα έκδοση βελτιώμένη,
Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2014

(http://miaforakienankairoimikrieleni.blogspot.gr/2014/10/blog-post.html)


Ανήκω σε μια γενιά παιδιών που μεγάλωσαν με το μυαλό και το βλέμμα καρφωμένο στον μαγικό κόσμο του διαστήματος. Από τη Μάχη των πλανητών ως το Σταρ Τρεκ κι από την Οδύσσεια του διαστήματος ως τον ΕΤ, η γενιά μου χρόνια ταλανίστηκε από το ερώτημα της ύπαρξης ή μη εξωγήινης ζωής. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πώς ένιωσα όταν διάβασα αυτό εδώ το βιβλίο, ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε για τα παιδιά της δικής μου γενιάς πριν από κοντά τριάντα πέντε χρόνια. Κι ας μην έχει την παραμικρή πρόθεση να απαντήσει, τουλάχιστον με τον τρόπο που εγώ θα 'θελα, στο καυτό ερώτημα της ύπαρξης ή μη εξωγήινης ζωής που βασάνισε την παιδική μου ηλικία. Ως βιβλίο φαντασίας, αυτή τη θεωρεί δεδομένη. Ο ήρωάς του, ο Εέ, ορατός μονάχα από τα παιδιά, καταφτάνει μια μέρα απ’ το μακρινό Αστέρι των Παιδιών στη Γη κι αλλάζει με θαυμαστό τρόπο τη ζωή δυο αδερφών, της Άννας και του Δημήτρη. Είναι ένα πλάσμα με απίθανες δυνάμεις, ικανό να εκμηδενίσει χρόνους κι αποστάσεις, να μεταμορφώσει κόσμους, να μεταλλάξει ανθρώπινα αισθήματα και συμπεριφορές, προβάλλοντας ολοζώντανο στα μάτια των παιδιών έναν κόσμο ομορφιάς, ανθρωπιάς, ευαισθησίας, οικολογικής συνειδητοποίησης.

Θα μου πείτε, τι είναι αυτός ο Εέ, κανένας θαυματοποιός; Την απάντηση, νομίζω, θα τη δώσουμε αν διαβάσουμε το σημείωμα του συγγραφέα, εκεί που εξηγεί ότι το μυθιστόρημα αυτό το έγραψε μαζί με παιδιά αναγνώστες του παιδικού περιοδικού Παιδιά γεια χαρά. Αυτά του έδωσαν τους ήρωες και τα επεισόδια μέσα από τα γράμματά τους. Ο ίδιος συνένωσε, συνταίριαξε, έδωσε το λογοτεχνικό χρώμα και την αφηγηματική γραμμή στην ιστορία του. Κι έδωσε, ή τουλάχιστον αίσθησή δική μου είναι πως ο συγγραφέας το έδωσε, και κάτι ακόμα, ένα στοιχείο στην πλοκή που παρακάμπτει με μαεστρία το σκόπελο του να θεωρηθεί ο Εέ ένας κοινός θαυματοποιός: Έτσι, όσο σφοδρή κι αν αναδύεται στο κείμενο η επιθυμία των παιδιών να δουν τον κόσμο τους να μεταμορφώνεται από τις μαγικές δυνάμεις του Εέ, τα θαύματα του εξωγήινου φίλου τους δεν κρατάνε για πολύ. Ο μαγικός του κόσμος, έτσι όπως ξεπετάγεται μέσα από την άχαρη καθημερινότητά τους με υπερρεαλιστικές εικόνες λαμπερής ομορφιάς, φαντάζει περισσότερο σαν προβολή ονείρου παρά σαν παγιωμένη πραγματικότητα. Με κάποιον τρόπο, ο Εέ δείχνει τον δρόμο, κάνει το όνειρο να μοιάσει απτό και εφικτό. Δε σερβίρει έτοιμες λύσεις. Δίνει υπόσταση στο όραμα. Και γι' αυτό κι η δική του παραμονή στη Γη δεν είναι παρά μόνο προσωρινή, μια παρένθεση στην ασχήμια, μια ανάσα ελπίδας, ένας αντικατοπτρισμός ενός άλλου κόσμου, μακρινού κι ωστόσο εν δυνάμει υπαρκτού.

Εκσυγχρονισμένη, τεχνολογικά ενημερωμένη και βελτιωμένη, αυτή η νέα έκδοση του Εέ από τ’ άστρα σε αφήνει εντέλει με μια γλυκόπικρη αίσθηση: Από τη μια, χαμογελάς στη σκέψη πως, όσα χρόνια κι αν περάσουν, η άδολη επιθυμία των παιδιών για έναν καλύτερο κόσμο θα είναι ίδια κι απαράλλαχτη. Κι από την άλλη, συνειδητοποιείς πως η γενιά παιδιών για την οποία και με την οποία γράφτηκε αυτό το βιβλίο, η δική σου γενιά, κληροδοτεί με προθυμία στα δικά της παιδιά τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες παθογένειες που κάποτε ήθελε κι η ίδια να εξαλείψει. Κι υποψιάζεσαι, χωρίς ωστόσο να θες να το πιστέψεις, με το βλέμμα πια όχι στ’ αστέρια αλλά στον κόσμο που σε περιβάλλει, πως ίσως η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση να μην είναι άλλο από ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή απ’ το Αστέρι των Παιδιών, εκεί που όλα είναι λαμπερά, θαυμαστά κι αιώνια, εδώ κάτω, στον Πλανήτη Γη.

Ελένη Γεωργοστάθη