24.5.19

«H Κασσάνδρα στην Μαύρη άμμο» στο βιβλιοπωλείο Discover, στην Πάτρα

«H Κασσάνδρα στην Μαύρη άμμο» του Μάνου Κοντολέων Εκδ. Πατάκη
Παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Discover στις 11 Μαίου 2019



Βασίλική Ρεσβάνη: Εκπαιδευτικός- υπ. Διδ. Του Πανεπιστημίου Πατρών


Όταν στα τέλη Απριλίου πέρσι έπιασα στα χέρια μου την Κασσάνδρα στην Μαύρη άμμο του Μάνου Κοντολέων, διαβάζοντας έκανα θα έλεγε κανείς ένα flash back και βρέθηκα στην ηλικία του γυμνασίου όπου μελετούσαμε τα αριστουργήματα της αρχαίας Ελληνικής γραμματείας. Τότε που προσπαθούσα να ερμηνεύσω τα μεγάλα νοήματα, πίσω από τους υπέροχους μονολόγους.
Το νέο αυτό μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων εμπλουτίζει τη γνώση μας για μια μορφή της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, την τραγωδία. Η Κασσάνδρα, δευτερεύουσα ηρωίδα στο κλασσικό έπος, γίνεται πρωταγωνίστρια και φανερώνεται μπροστά μας, σύγχρονη, ευθύς, αποκαλυπτική χωρίς να φοβάται κανέναν και τίποτε. Διαχρονική και διεκδικητική σε μια εποχή όπου τότε η γυναίκα δεν είχε τόσα δικαιώματα. Κι όμως στο  «Η Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο»  ο Κοντολέων αφηγείται και πραγματεύεται το αρχαίο δράμα της Τροίας με την Κασσάνδρα να είναι αυτή που με το δυναμισμό της, οδηγεί τον αναγνώστη να θεωρεί ότι είναι εκείνη που τυχόν μπορεί να αλλάξει την υπάρχουσα γνωστή εξέλιξη του αρχαίου δράματος.
Σε ένα όμως cross over μυθιστόρημα όπως άλλα που έχει γράψει ο συγγραφέας, «Αμαρτωλή πόλη» ή «Μάσκα στο φεγγάρι», είναι έκδηλο το τέλος αλλά ο αναγνώστης γνωρίζοντας το τώρα εισέρχεται πιο σοφός στην ανάδυση της ιστορίας έτσι όπως ξεδιπλώνεται στις γραμμές, στις λέξεις, που με τόση σύνεση έψαξε και εμπιστεύτηκε ο συγγραφέας για να δημιουργήσει το έργο του. Γνώστης τόσο των γεγονότων όπως περιγράφονται στα έργα των αρχαίων τραγικών, μελετητής των αναλύσεων των έργων αυτών και δεξιοτέχνης στην σύνδεση των στοιχείων που συνθέτουν γεγονότα και πρόσωπα, ο Μάνος Κοντολέων μάς μεταφέρει στην τότε εποχή μέσα από την φωνή μίας γυναίκας και μάλιστα δίνοντάς της ένα ύφος που καθηλώνει τους αναγνώστες, αλλά και πιθανούς θεατές μιας θεατρικής μεταφοράς του μυθιστορήματος.
Άλλωστε, κι έτσι όπως είναι γραμμένο το έργο, βοηθά τον; αναγνώστη να φαντάζεται από μόνος του τη μουσική, τα σκηνικά, τους φωτισμούς. Διαβάζοντας ο αναγνώστης, δίνει στον εαυτό του την ευχαρίστηση να σκηνοθετεί ο ίδιος τις εικόνες του λογοτεχνικού κειμένου. Μεταβαίνει από την απόλαυση μιας μορφής Τέχνης σε μια άλλη.... Αν ένα βιβλίο το κατορθώνει αυτό έχει πετύχει έναν από τους βασικούς στόχους της δημιουργικής ανάγνωσης. Ο αναγνώστης ταξιδεύει' διαβάζοντας την Κασσάνδρα.
Πριν διαβάσω την Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο έκανα σκέψεις πάνω στον τίτλο. Μπορεί η άμμος να αποτελέσει υλικό να εμπιστευτείς και να στηρίξεις ιδέες ή να δημιουργήσεις; Μπορεί το χρώμα της να προμηνύει το θέμα του βιβλίου; Μπορεί το όνομά της ηρωίδας, αν δεν είχα διαβάσει ποτέ μου τα αριστουργήματα της αρχαίας Ελληνικής γραμματείας, να μου φανέρωνε κάτι; Στη συνέχεια μετά την ανάγνωση έψαχνα να βρω λέξεις για να γράψω τις σκέψεις μου για το βιβλίο «Έψαχνα πάντα τις λέξεις. Πρώτα εκείνες που θα πείθανε... Τους άλλους. Μετά όσες θα μπορούνε να παρηγορήσουνε... Εμένα. Πάντα λέξεις έψαχνα. Λέξεις που μου κρυβόντουσαν... Κι άφηνα τον καιρό να αποφασίζει...» -τα λόγια της ίδιας της Κασσάνδρας γίνανε δικά μου.
Σε μια κριτική για το βιβλίο ο Κ. Δρουγαλάς σημειώνει για το ύφος με το οποίο είναι γραμμένο το βιβλίο τα εξής: Η γλώσσα του βιβλίου είναι εκφραστική, η σύνταξη των προτάσεων παραπέμπει ευθέως στην αρχαία τραγωδία με την αλλαγή του ρήματος μέσα στις προτάσεις, το ύφος είναι καλαίσθητο και η ατμόσφαιρα ιδιαιτέρως υποβλητική –ακριβώς όπως θα ταίριαζε σε ένα μυθιστόρημα που θα «έπαιζε» με την αρχαία τραγωδία. Το μυθιστορηματικό κείμενο είναι διανθισμένο με αποσπάσματα από την Ιλιάδα (είτε στη μετάφραση του Μαρωνίτη είτε σε αυτή των Καζαντζάκη-Κακριδή), καθώς και από τις τραγωδίες Αγαμέμνων του Αισχύλου κι από τις Τρωάδες του Ευριπίδη.://www.literature.gr/
Σε άλλη κριτική η Τέσσυ Μπάιλα θα πει: Ο Κοντολέων δεν ψάχνει τις λέξεις, οι οποίες θα πείσουν, ούτε εκείνες τις παρηγορητικές που θα ηρεμήσουν τον ίδιο και τον αναγνώστη του. Σκύβει μέσα στη γλωσσική φαρέτρα της αρχαιότητας και συναρμολογεί φράσεις ζυμωμένες με την σημερινή χρήση της γλώσσας. Αρπάζει καίριες λέξεις, λέξεις πύρινες και αιχμηρές, κι ενώ τις βουτά στην ηδύτητα της γραφής του, τις εξαπολύει κατεναντίον μας, για να μας εισάγει, χωρίς κανέναν ενδοιασμό στις περιοχές της δικής μας ενδοσκόπησης και να συνδηλώσει παράλληλα τις προσωπικές του ανησυχίες, βλέποντας τον κόσμο να αλλάζει ξανά. Και μέσα από την δεξαμενή των ανεξάντλητων ελληνικών μύθων εκείνος επιλέγει την Κασσάνδρα για να υψώσει τη δική του φωνή απέναντι στις πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις που βιώνει ο κόσμος σήμερα. Χωρίς θυμό. Μονάχα με τη σύνεση και τη φρόνηση ενός ανθρώπου που η γνώση των επερχόμενων τον συντάραξε.
Το βιβλίο αυτό εμπνέει κάθε γυναίκα να θέλει να παλέψει για ό,τι θεωρεί σωστό. Η Κασσάνδρα πριγκίπισσα με προκαθορισμένο από άλλους το δικό της μέλλον θέλει να το αλλάξει και εν μέρει το καταφέρνει. Αρνείται την επιβολή του θεού και την πρότασή του, αρνείται να δει το επικείμενο τέλος ενώ το ξέρει ότι θα έρθει. Μάντισσα η ίδια στο ιερό του Απόλλωνα διακατέχεται από το βάρος της ικανότητάς της να βλέπει το μέλλον στην Μαύρη Άμμο -χώρο ενσάρκωσης των εφιαλτικών οραμάτων της. Είναι η ίδια που ξέρει αλλά και η ίδια αυτή που δεν γίνεται πιστευτή. Πόσο τραγικό πρόσωπο αλήθεια!
Θα πει η ίδια η Κασσάνδρα « Η Μαύρη Άμμος έχει καταπιεί τη ζωή μου, Έχει σκεπάσει την πόλη μου. Σ. 129. Ο ίδιος ο συγγραφέας σε συνέντευξή του θα πει; Μ ε ενδιέφερε να χαρίσω φωνή στο σύμβολο των ανθρώπων εκείνων που αν και μπορεί να ξεχωρίσει πού οδηγούν τα πάθη των πολλών, δεν μπορεί να τους πείσει για την καταστροφές που θα τους χτυπήσουν. Η Κασσάνδρα -ως θεατρική ηρωίδα-έχει ενσαρκωθεί αρκετές φορές στο θέατρο, και ίσως πολλές από αυτές τις φορές οι θεατές να έχουν συγκλονιστεί από το γεγονός ότι αυτή ξέρει -και μαζί της και οι ίδιοι,  ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου οδηγούνται στην πτώση και τελικώς στη γνώση μέσα από την κάθαρση που κάθε έργο αρχαίας τραγωδίας ενέχει. Ο αναγνώστης της Κασσάνδρας στην Μαύρη Άμμο είναι υποψιασμένος περίπου τι θα διαβάσει αλλά.... όταν ο συγγραφέας είναι ο Μάνος Κοντολέων το αποτέλεσμα τον εκπλήσσει για ακόμη μία φορά.. Σε έναν σημείο του βιβλίου θα έλεγα κομβικό αυτής της ενδοσκόπησης της Κασσάνδρας ως προς την επιλογή που έκανε και που αυτή επηρέασε την όλη της πορεία και ζωή. Λέει:
Γυναίκα ήθελα να παραμείνω.
Το σώμα μου ήθελα να το δω να πάσχει από ανομολόγητους πόθους και να φθείρεται από το άγγιγμα των ετών.
Να γερνώ με όσους αγάπησα.
Μαζί τους να πεθαίνω. Θνητή – η ταυτότητά μου.
Κι έτσι ενώ πρώτη είχα δεχτεί την πρόταση του θεού, μετά του έστρεψα το κεφάλι. Τα χείλη του δεν βρήκαν τα δικά μου.
Ναι και εγώ που έμεινα να φωνάζω – ως παραλογισμένη – τα λάθη των ανθρώπων.
Και να μην γίνομαι πιστευτή. Από κανέναν.
Κανέναν…. Υπήρχαν φορές που ακόμη κι εγώ η ίδια δεν αποφάσιζα να πιστέψω στα ίδια μου τα λόγια.
Η κατάρα ενός θεού – αυτή η μεγίστη τιμωρία των ανθρώπων. Σελίδα 83
Το έργο αυτό μεταφέρει έμμεσα τις ελπίδες μιας εποχής, τις αγωνίες και τα θέλω των δυνατών του τότε. Και με ένα απρόβλεπτο τρόπο ενώνει τις θέσεις του με τις αντίστοιχες θέσεις προηγούμενου έργου του ίδιου του συγγραφέα. «Μετά ήταν που ήρθε η άλλη μέρα. Και η άλλη εποχή» Η χώρα χωρίστηκε στα δύο, όσοι μένανε στο Εκεί θέλανε να πάρουν το Εδώ, αυτοί που είχαν το Εδώ θέλανε να κάνουν δικό τους και το Εκεί..... Αυτοί που είχαν το Εκεί βρέθηκαν να είναι οι νικητές. Και αυτούς που μένανε στο Εδώ τους άφησαν με λίγο φαΐ, λίγο νερό λίγα χρήματα» (απόσπασμα από το «Δεν με λένε Ρεγγίνα, Άλεχ με λένε» του Μ. Κοντολέων).
«Ο κόσμος μοιρασμένος ανάμεσα στο θρόνο του Ολύμπου από τη μια και από την άλλη στους θρόνους των πιο ταπεινών βουνών, των λιμανιών, και των οικισμών που στολίζουν τις πεδιάδες. Βασιλιάδες των θνητών απ΄ εδώ κυρίαρχοι της αθανασίας απ΄ την άλλη. κι ανάμεσά τους πρόσωπα σαν και το δικό μου. Οι μάντεις και οι μάντισσες. Να ερμηνεύουμε τη βούληση των αθανάτων και να δικαιολογούμε την αλαζονεία όσων αγνοούμε την Ευθύνη τη φαυλότητα των άλλων που δεν επιδέχονται το τελεσίδικο πεπρωμένο τους. Όπως και να το κάνουμε, όλα αυτά έχουν να κάνουν με όσους ηγεμονεύουν. Μία μέρα ή κάποια χρόνια; Μια αιωνιότητα και για πάντα; Ανύπαρκτη εν τέλει η διαφορά. Η ηγεμονία γλυκύτατη ακόμα και αν είναι στιγμιαία. Αναμονή λοιπόν…..» σελίδα 43- 44
Η Κασσάνδρα ξέρει τι πρόκειται να γίνει, ξέρει τι θέλει αλλά άλλοι έχουν αποφασίσει τόσο για τους ίδιους όσο και για την ίδια, το μέλλον τους και το μέλλον της. Είναι οι θεοί που εμπλέκονται στα μελλούμενα; Πάντοτε; Δεν το νομίζω αυτό. Ακόμη και η ίδια η Κασσάνδρα αν άλλαζε κάποιες από τις επιλογές της ή αν παρουσίαζε διαφορετικά τα γεγονότα και τελικά έπειθε, θα μπορούσε να αλλάξει το τέλος που θα ερχόταν;Ο Πρίαμος, ο Έκτορας, ο Πάρης άνδρες που ως.... «βασιλίσκοι δεν τολμούν να ρισκάρουν την ασημαντότητά τους. Η Κασσάνδρα ακούει, βλέπει, νιώθει ερμηνεύει τα σημερινά και μαντεύει τα μελλούμενα φτάνοντας στο πιο σημαντικό –«Η ιστορία το έμαθα πλέον και το βλέπω να επιβεβαιώνεται- γράφεται από την αλαζονεία των ηγετών και από τις προσπάθειες να στολίσουν το βίο τους με λάμψεις φθαρτές- ένα κομμάτι γης, κάποια χρυσά νομίσματα, ύμνους που να αναφέρονται στις πράξεις τους και γυναίκες που πριν από το όνομά της καθεμιάς τους θα μπορεί να τοποθετηθεί ένα επίθετο- Μεγάλη, σεβαστή, Θεά.... Ωραία»
Απούσα από τη Μαύρη Άμμο μου- επιβεβαιώνω τις μνήμες μου. (Η Ελένη)
Ένα φάντασμα… Και ξαφνικά ουρλιάζω. Συνειδητοποιώ.
Μια πρόφαση υπήρξε η Ελένη
Δεν τη διεκδίκησαν δύο άνδρες, μήτε δύο λαοί.
Τη χρησιμοποιήσαν.
Άνδρες από τη μια μεριά του πελάγου, άνδρες και από την άλλη.
Και η απόλυτη κυριαρχία να τους ερεθίζει σκέψεις και κορμιά.
Ο πόλεμος πράξη άρρενος.
Τον χρεώσανε σε μια γυναίκα.
Τόσο λίγο ανδρείοι….
Ανδρόγυνες!
Μετά από αυτό τον μονόλογο μέσα στην αφήγηση των γεγονότων η σύγχρονη Κασσάνδρα συνειδητοποιεί και καθώς αναλύει το φυσικό στοιχείο μία μπόρα ξεσπά για την εξέλιξη του έργου….Υπήρξαν πολλές φορές που θεώρησα ότι το κείμενο είναι τόσο αριστοτεχνικά δομημένο και προσεγμένο που δεν θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει με ευκολία ένα απόσπασμα με μονόλογο της Κασσάνδρας στο νέο έργο από κάποιο αντίστοιχο του αρχαίου κειμένου. Είναι η πένα του συγγραφέα που συνταιριάζει ύφος, προτάσεις, λέξεις, εποχές και αναδεικνύει ήρωες που πλέον συνομιλούν μαζί του και αλληλεπιδρώντας δημιουργείται τελικά ένα μοναδικό νέο κείμενο. Όταν το τελευταίο έρχεται στα χέρια των αναγνωστών, τότε αρχίζει μία άλλη συνομιλία.....
Δεν θα το τοποθετούσα αυστηρά στα υπόλοιπα έργα του Μ. Κ. για ενήλικες, διότι θεωρώ ότι θα μπορούσε να αποτελεί ένα υπέροχο παράλληλο βιβλίο για τον φιλόλογο που αναζητά πέραν από το αναλυτικό πρόγραμμα να εμπνεύσει τους μαθητές του. Η Κασσάνδρα της Ιλιάδας και της Ορέστειας πόσο κοντά είναι αλήθεια με την Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο; Γνωρίζει περισσότερα για τις εποχές του τότε και του τώρα η Κασσάνδρα του Μάνου Κοντολέων; Είναι διαχρονική; Η Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο, έχω την αίσθηση ότι θα αποτελεί για καιρό σημείο αναφοράς και βιβλίο με διθυραμβικές κριτικές γιατί πολύ απλά είναι γραμμένο έτσι ώστε να μαγεύει και σε αυτό συνηγορεί η ίδια η ηρωίδα του - η μάντισσα και μάγισσα Κασσάνδρα!
Πριν ολοκληρωθεί η παρουσίαση θα ήθελα και εγώ να προσφέρω στο βωμό αυτής της τραγωδίας κάτι δικό μου που γράφτηκε  από εμένα πριν πολλά χρόνια αλλά θα έλεγε κανείς μπορεί να το είχε πει η Κασσάνδρα στο πεθαμένο αδελφό της θέλοντας και πάλι να το πει τόσα πολλά και τίποτε αλήθεια να μην εκστομίζει.
Ετεροχρονισμένη συνάντηση   17-2-2000
Έφυγες και δεν πρόλαβα
Μία αιωνιότητα ανοίγεται
Προχώρα! Είναι ο δρόμος σου.
Είναι η «ζωή» σου.

Έφυγες και εγώ το ΄νιωσα,
το κενό στην ψυχή μου.
Δεν γνώρισα!
Ίσως ήταν έτσι το γραπτό.
Ίσως το μεγάλο φως να είναι αλλού.
Εσύ να το διαθλάς στο εξής…..

Έφυγες και αντιφατική η λύπη
Πορεύεσαι για κάπου που όλοι
Αγωνιούμε αν τελικά θα πάμε.
Λυπάμαι, αλλά και χαίρομαι.
Ίσως όμως εκεί ψηλά κάποιοι περιμένουν.
Κάποιοι που αν δεν το ΄νιωσες ποτέ,
Είναι κοντά μας σε στιγμές, για να τις ξεπερνάμε.

Δεν πρόλαβα αλλά το ΄νιωσα
Λυπάμαι, μα το δάκρυ επιβράδυνση πορείας.
Σ΄ αφήνω και κάνε αυτό που έχεις κληθεί.
Πορεύσου!
Η μνήμη μας,
 φωτοδότης στον κόσμο
Η ζωή σου,
οδηγός στη ζωή.
Η φροντίδα σου,
Έργα δημιουργία,
Πορεύσου…..                                                                        Βασιλική Ρεσβάνη

5.5.19

Με 500 λέξεις... (Καθημερινή, 5/5/2019)




Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;
- Μια στοίβα! Πάνω – πάνω το : «Η κυρία Όσμοντ» του Τζων Μπάνβιλ

Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;
- Ομολογώ πως δεν έχω ποτέ σκεφτεί κάτι τέτοιο. Ίσως γιατί τα μεγάλα πάθη προτιμώ να τα διαβάζω ή να τα γράφω από το να τα ζω εγώ ο ίδιος

Διοργανώνετε ένα δείπνο. Ποιους συγγραφείς καλείτε, ζώντες και τεθνεώτες;
- Από τους ζώντες θα φώναζα πολλούς, αλλά για να μην παρεξηγηθώ από ακόμα περισσότερους, αναφέρω μόνο τον Θωμά Κοροβίνη και τον Θανάση Τριαρίδη -όσοι τους γνωρίζουν από κοντά, θα με καταλάβουν. Από ξένους… Τον Όσκαρ Ουάιλντ και τον Κάφκα -απροσδόκητες κουβέντες θα περίμενα να ακούσω.

Ποιο ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που μάθατε πρόσφατα χάρη στην ανάγνωση ενός βιβλίου;
- Διαβάζω συνήθως λογοτεχνία. Και από τα δικά της ‘τέκνα’ δεν περιμένω κάτι να μάθω, αλλά να αισθανθώ.

Ποιο κλασικό βιβλίο διαβάσατε πρόσφατα για πρώτη φορά;
- Το «Η Παναγία των Παρισίων» του Ουγκώ… Αφορμή η πρόσφατη καταστροφή του ναού.

Και ποιο είναι το βιβλίο που έχετε διαβάσει τις περισσότερες φορές;
- Με ταξιδεύετε πολλά χρόνια πίσω. Στην εφηβεία μου. Τότε που διάβασα για πάνω από τέσσερεις φορές και αμέτρητες ξεφύλλισα το μυθιστόρημα της Σελίνκο «Ντεζιρέ»

Έχετε Facebook, Twitter κ.τ.λ.; Εάν ναι, εμποδίζουν ή εμπλουτίζουν το γράψιμο και το διάβασμα;
- Έχω, αλλά τα χρησιμοποιώ για συγκεκριμένους λόγους που -ομολογώ- αφορούν τη συγγραφική μου παρουσία και όχι τη συγγραφική και αναγνωστική μου ταυτότητα.
-
«Η Κασσάνδρα στη μαύρη άμμο»: Τι σας έκανε να επιλέξετε την Κασσάνδρα ως ηρωίδα;
- Η διαχρονικότητα αυτού που για μένα συμβολίζει η Κασσάνδρα. Το άτομο εκείνο που μπορεί να βλέπει το που οδηγούν οι άφρονες πράξεις ηγεμόνων και λαών, αλλά δεν μπορεί να τους πείσει να μην τις πράττουν.

Πώς αντανακλάται στο σήµερα αυτός «ο ιδιότυπος πολιτικός προβληµατισµός του χτες», όπως περιγράφετε το μυθιστόρημά σας;
- Νομίζω πως η εποχή μας είναι κατ΄ εξοχή μια περίοδος της ανθρωπότητας όπου εμείς οι ίδιοι οι άνθρωποι καταστρέφουμε όλα όσα ή μας χαρίστηκαν από τη Φύση ή μας κληροδοτήθηκαν από τις προηγούμενες γενιές. Η συλλογική εμπειρία αγνοείται, ακριβώς όπως ένας επαναστατημένος έφηβος αδιαφορεί για την όποια συμβουλή του γονιού του. Μόνο που η Δυτική Κοινωνία του 21ου αιώνα δεν μπορεί να ισχυριστεί πως διανύει περίοδο εφηβείας.

Σαράντα χρόνια, σχεδόν εξήντα βιβλία: αν είχατε την ευκαιρία ένα από αυτά να το ξαναγράφατε, ποιο θα ήταν και τι θα αλλάζατε;
-Ναι, καθώς ολοκληρώνεται μια σαραντάχρονη πορεία, αυθόρμητα από τη μια άρχισα να επεξεργάζομαι κείμενα κλασσικά και από την άλλη να ξαναγράφω τα πρώτα μου βιβλία. Ίσως γιατί θέλω από τη μια να διορθώσω τα λάθη της συγγραφικής μου νεότητας και από την άλλη να μαθητεύσω εν νέου στα εργαστήρια των μεγάλων Δασκάλων


.https://l.facebook.com/l.php?u=http%3A%2F%2Fwww.kathimerini.gr%2F1022207%2Farticle%2Fproswpa%2Fproskhnio%2F500-le3eis-me-ton-mano-kontolewn%3Ffbclid%3DIwAR3acaFibsiAfO7fUoh8BbA-ok12T8cvaaCq6NCt_sJvieyZ8twiHXlOW4I&h=AT27NXJiCrdhpKeIhIl7w4m3gSrWLwRmnlLJh4tglcB0MVEpyA_EERxhaAcbYPmjpW7qaiJT9ItU8AVC5pob5aGECBe3It9BaoS7yVByUfksQxl8E_3qmQJu2zlRVNAvVj_j6Vshv29IHhp45VM

18.4.19

Βασίλης Γκουρογιάννης «Αναψηλάφηση»




Ο Βασίλης Γκουρογιάννης (1951) έγραψε ένα βιβλίο για να σχολιάσει την εποχή που σφράγισε τη γενιά του.
Το νέο του αυτό μυθιστόρημα βασίζεται σε ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα από την περίοδο της χούντας και της μεταπολίτευσης  μέχρι και τις μέρες μας. Και αυτά όλα τα γεγονότα τα περιγράφει μέσα από τη ματιά του κεντρικού του ήρωα -ενός ηλικιωμένου, πλέον, φιλολόγου, που κατά τη διάρκεια της Χούντας και αφού είχε συλληφθεί για συμμετοχή του σε αντιστασιακή ομάδα και είχε βασανισθεί, στη συνέχεια  κατέφυγε στη Βαρκελώνη όπου και έζησε προσπαθώντας να ξεχάσει τα τραύματα που άφηνε πίσω του.
Αλλά τα 50 χρόνια απουσίας είναι πολλά και τον έχουν κάνει να αισθάνεται ως ένας άνθρωπος που δεν έχει που να πατήσει. Η Ισπανία ποτέ δεν έγινε η πατρίδα του και η Ελλάδα -στην οποία επιστρέφει- μοιάζει τόσο διαφορετική από εκείνη που είχε αφήσει.
Όλοι οι σύντροφοί του έχουν ή συμβιβαστεί με ένα μικροαστικό τρόπο ζωής ή έχουν υποταχτεί σε μια κούρσα κερδοσκοπίας ή και έχουν αφεθεί σε μια άνευ νοήματος αναπόληση ενός παρελθόντος που κανείς δεν του αναγνωρίζει την όποια ουσιαστική αξία.
Η χώρα όλη έχει αλλάξει. Και ο άνθρωπος αυτός -που πέρασε όλη του τη ζωή, ως φιλόλογος, χωμένος μέσα στη μητρική του γλώσσα- ανακαλύπτει πως ακόμα και αυτή ή ίδια η ελληνική γλώσσα που είχε διδαχτεί και είχε μάθει να χρησιμοποιεί, έχει αλλοιωθεί, έχει παραμορφωθεί… Μαζί με τους ανθρώπους και τα ήθη τους και η γλώσσα τους  ακολουθεί  μια πτωτική πορεία προσαρμογής σε περιπτωσιακές καταστάσεις .
Το μυθιστόρημα δομείται σε ολιγοσέλιδα, κατά το πλείστον, κεφάλαια που, με συνεχείς εναλλαγές, οδηγούν τον αναγνώστη από το χτες στο σήμερα. Κι έτσι με τρόπο που ακριβώς επειδή συνδέει αυτό που στο παρόν βιώνεται με ότι στο παρελθόν συνέβη, ο ήρωας ξεδιπλώνει με πειστικότητα τα πάθη του και ο ίδιος ο Γκουρογιάννης βρίσκει την ευκαιρία από τη μια με καίριες επισημάνσεις να στιγματίζει την πτώση, αλλά και από την άλλη με περιγραφές καθηλωτικές να αναστήσει τα βασανιστήρια και τους αρχιβασανιστές.
Θεωρώ πως είχε έρθει η εποχή να καταγραφεί στη ελληνική λογοτεχνία αυτή η εσωτερική σχέση της Επταετίας των Συνταγματαρχών με το  σήμερα μιας χώρας που σέρνεται μέσα στην καθημερινότητα μιας  παγκοσμιοποιημένης  οικονομικής αναλγησίας.
Ο Βασίλης Γκουρογιάννης ασφαλώς και δεν έδωσε τυχαία τον τίτλο «Αναψηλάφηση» στο μυθιστόρημά του. Θέλησε να ξαναδεί την Ιστορία κάτω από το φως των πλέον πρόσφατων στοιχείων. Η περίοδος της Χούντας και της όποιας αντίστασης προς αυτήν έχει πλέον διανύσει την μεγαλόστομη περίοδο της και χρειάζεται να φωτιστεί το πως από εκείνο το  ένα ιστορικό συμβάν φτάσαμε σε ένα άλλο* πως οι ιδεολογίες  αντικατασταθήκανε από τις ιδεοληψίες.
Ο Γκουρογιάννης ενώ περιγράφει με ενδελεχείς λεπτομέρειες την αυτό-αναψηλάφηση του ήρωα  του, την ίδια στιγμή κάνει μια ακόμα πιο τολμηρή κίνηση και φέρνει δίπλα του τον βασικό βασανιστή του και τον αφήνει να ξεδιπλώσει τον παρανοϊκό του λόγο που -όπως το βλέμμα του φιδιού μαγνητίζει το θύμα του- μπορεί να καταφέρνει, αν και νικήθηκε,  να επεμβαίνει στις αντιδράσεις των πάλαι ποτέ θυμάτων του, και να ευνουχίζει τις σκέψεις τους. Με άλλα λόγια διατυπωμένο – υπάρχουν πολλοί τρόποι να βασανίζουν οι λίγοι τους πολλούς και κάποιοι από αυτούς δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των επίσημων απαγορεύσεων.
Λέξεις όπως : δημοκρατία, ελευθερία, θεσμοί, δείχνουν να έχουν χάσει το αρχικό και βασικό τους περιεχόμενο. Και το κυριότερο δεν υπάρχει κανείς να το αναζητήσει.
Τα όνειρα έχουν διαψευσθεί, το πολίτευμα έχει μεταλλαχθεί, το αυθαίρετο επιβάλλεται και η ασυδοσία επιβραβεύεται. Η γλώσσα εκχυδαΐζεται. Εκείνοι που αντιστάθηκαν είναι έτοιμοι να καταθέσουν την όποια συνέχιση αντίδρασης. Το αδιέξοδο δεν είναι σημείο, αλλά κατάσταση.
Όλα αυτά θέλησε ο συγγραφέας του «Ασημόχορτο ανθίζει» και του «Κόκκινο στην πράσινη γραμμή» να τα μετατρέψει σε ένα μυθιστόρημα όπου κυριαρχεί η άψογη τεχνική αφήγησης και η διάθεση να δοθεί μια νέα πρόταση πολιτικού  μυθιστορήματος.


Πρώτη ανάρτηση:
https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/gkourogiannis-basilis-metaichmio-anapsilafisi-kontoleon

17.4.19

Κι η σιδερώστρα έκοβε την τηλεόραση στα δυο


Μάνος Κοντολέων, Κι η σιδερώστρα έκοβε την τηλεόραση στα δυο


  Το πήρα χαμπάρι με καθυστέρηση ενός μηνός, ότι από τις 3 έως 9 του Μάρτη ήταν η εβδομάδα «διάβασε ένα ebook». Η «Ανοικτή βιβλιοθήκη», συμμετέχοντας, έθετε στη διάθεση των αναγνωστών της διηγήματα, ενός συγγραφέα κάθε μέρα, τα οποία θα μπορούσαν να κατεβάσουν και να τα διαβάσουν. Εγώ, λάτρης του ηλεκτρονικού βιβλίου (έχω διαβάσει ένα σωρό στο tablet μου) αποφάσισα να συμμετάσχω αναδρομικά, διαβάζοντας τα διηγήματα τεσσάρων συγγραφέων, οι οποίοι με ενδιέφεραν.
  Ο πρώτος συγγραφέας ήταν ο Τουργκένιεφ με το διήγημά του «Ο σκύλος». Σειρά είχε ο Τολστόι με το διήγημά του «Οι τελευταίες στιγμές ενός κατάδικου». Στη συνέχεια ο Ροΐδης, με δυο διηγήματα, «Η ιστορία ενός σκύλου» και «Η ιστορία μιας γάτας». Και τέλος ο Μάνος Κοντολέων με την πρώτη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Κι η σιδερώστρα έκοβε την τηλεόραση στα δυο», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 1982.
  Ξεκινάω ανορθόδοξα παραθέτοντας δυο αποσπάσματα από ένα κείμενο οιονεί εισαγωγή.
  «…και χαρακτηρίζουν τις συγγραφικές του εμμονές».
  Πρόσφατα έγραψα για την τελευταία ταινία της Naomi Kawase «Κάθε χίλια χρόνια» ότι «Τελικά με την Kawase διαπιστώνω ακόμη μια φορά ότι πάρα πολλοί σκηνοθέτες έχουν τις θεματικές και/ή υφολογικές εμμονές τους. Η εμμονή της Kawase είναι κυρίως υφολογική, και οι ερωτικές της ιστορίες είναι απλά το στημόνι για να υφάνει τον υφολογικό της καμβά». Για τις συγγραφικές εμμονές του Μάνου Κοντολέοντα θα έλεγα ότι είναι θεματικές και υφολογικές.
  Για τις θεματικές του εμμονές διαβάζουμε (ίσως το γράφει ο ίδιος) ότι «Τα κείμενα της συλλογής δημιουργούν μικρά πορτραίτα ανθρώπων που κυκλοφορούν ανάμεσά μας, μέσα στα όρια μιας αστικής περιοχής…». Αυτό που δεν γράφει είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι μοναξιασμένοι, ότι ζουν μια περιφερειακή και δυστυχισμένη ζωή. Όσο για τις υφολογικές, αυτό που παρατηρούμε είναι η «παραμυθική» αφήγηση στην οποία ο διάλογος σπανίζει, όπως και τα λογοτεχνικά μπιχλιμπίδια που βλέπουμε σε άλλα πεζογραφήματα.
  Στο πρώτο διήγημα «Εγώ κι εκείνος ή εκείνος κι εγώ» βλέπουμε τον μοναξιασμένο ήρωα για τον οποίο λέει ο τριτοπρόσωπος αφηγητής ότι «Η δική του ζωή ήταν ολάκερη μια υποταγή με ασφυχτικά, οδυνηρά, επώδυνα “δεν”. Δε χόρτασε, δε σπατάλησε, δεν τόλμησε, δεν αγάπησε, δεν ερωτεύτηκε, δεν έκανε έρωτα, δε γάμησε-ούτε καν αυτό». Αντιστικτικά έχουμε τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή με τις κατακτήσεις του και την ειρωνεία του, στην οποία σιγοντάρει και η συνάδελφός τους στη δουλειά.
  Στο διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή ο ήρωάς μας δεν είναι μόνος, όμως νιώθει εξίσου μοναξιασμένος μέσα στην οικογένειά του. Θυμάται ευτυχισμένες στιγμές των πρώτων ερώτων με τη γυναίκα του. Τώρα η σιδερώστρα και η τηλεόραση είναι τα κύρια αξεσουάρ της οικογενειακής του «ευτυχίας».
  Στο «Όσα ξέρει ο νοικοκύρης» η εγκαταλειμμένη εδώ και χρόνια από το σύζυγό της γυναίκα μιλάει για τη ζωή της και κυρίως για το γιο της που είναι ομοφυλόφιλος. Δεν την πειράζει, ένας άντρας στο σπίτι (το γιο της προφανώς δεν τον θεωρεί για άντρα) είναι μια ασφάλεια, προσφέρει μια προστασία. Και όταν πηγαίνουν διακοπές, το τρίο είναι πάντα μαζί.
  «Οι καθαρίστριες στα δημόσια ουρητήρια δεν έχουν φύλο». «Μοιάζουν με τους αγγέλους. Το ίδιο κι αυτοί, μήτε αρσενικοί είναι, μήτε θηλυκοί…Κανείς δεν τις προσέχει, κι αυτές σε κανένα δε δίνουν σημασία». Κάποτε, στα νιάτα τους, η ζωή τους ήταν γεμάτη υποσχέσεις. Όμως η βιοπάλη συνέτριψε τους συζύγους, και αυτές εκλιπαρούσαν για μια θέση στα δημόσια ουρητήρια.
  Υπάρχουν άραγε ακόμη; Στην Ιεράπετρα, στη θέση των ουρητηρίων που το επόπτευαν η κουτσο-Μαρία με την κόρη της κτίσθηκε το δημαρχείο, που τώρα πια στεγάζει μόνο κάποιες υπηρεσίες του. Τι να έγιναν άραγε; Θα ζει τουλάχιστον η κόρη; Είχαν και ένα γλάρο συντροφιά. Τι μου θύμισες, Μάνο Κοντολέων.
  «Πάμε να φάμε σήμερα στο Καβούρι;».
  Απηυδισμένος από τη δουλειά στο γραφείο το θεωρεί σαν απόδραση, σαν διαφυγή από το ζοφερό περιβάλλον της εργασίας, όμως κανείς δεν φαίνεται να συγκινείται από την πρότασή του, ούτε άντρας ούτε γυναίκα. Ακόμη και εκείνος που βρίσκεται τυχαία δίπλα του στο φανάρι, στον οποίο απευθύνει απελπισμένα την ίδια ερώτηση.
  «Έτσι…».
  Στην πραγματικότητα το διήγημα θα έπρεπε να τιτλοφορείται «Έξω». «Έξω!» λέει στα πεθερικά του, στα αδέλφια του, στους γονείς του. Έδιωξε και τη γυναίκα του. Στο τέλος έδιωξε και τα παιδιά του. Ο Κοντολέων δεν μας λέει, σε αυτό το σύντομο διήγημα, αν κατάφερε να διώξει και το νοσοκομειακό από το Δρομοκαΐτειο. 
   «Με την ευκαιρία της άφιξης της θείας από το Λος Άντζελες, ή το ανάποδο».
   Για να είμαι ειλικρινής αυτό το ανάποδο δεν το κατάλαβα. Και κανείς δεν ένοιωθε δυστυχισμένος με την άφιξή της, ούτε κατά την τελετή του αποχαιρετισμού στα «Εφτά αδέλφια». Μόνο ο αφηγητής, μικρό παιδί, νομίζει ότι νιώθει τη στενοχώρια της μητέρας του, κοντή και καθόλου όμορφη, ανάμεσα σ’ αυτές τις γυναικάρες τις μικρασιάτισσες. Και ένας που τη χόρεψε, νόμισε ότι το έκανε από οίκτο. Το κατάλαβε και ο ίδιος ότι ήταν υπερβολικός, γιατί το διήγημα τελειώνει: «Καλά! Βλακείες, ανοησίες, χαζομάρες! Ήθελα να ’ξερα [«ήθελα και να κάτεχα» λέμε στην Κρήτη, θυμήθηκα τώρα] μέχρι πότε θα μένω έτσι παιδί! Έτσι ανήλικος! Φαντασιόπληχτος! Έτσι μαλάκας! Μέχρι πότε – γαμώ το! Μέχρι πότε!». Και, στην ηλικία του αφηγητή, θυμάμαι πόσο ζήλεψα που η μητέρα μου χόρεψε με κάποιον πολύ μικρότερό της στον αρραβώνα της Μαρικούλας, μιας γειτόνισσας. 
  «Η εφηβεία της… τα νιάτα της… τόσα χρόνια μοναξιάς». Ο λόγος για μια δασκάλα σε ένα διήγημα με ένα τίτλο μακρινάρι που βαριέμαι να τον γράψω. Δύσκολη η ζωή του εκπαιδευτικού, είτε είναι δάσκαλος είτε είναι καθηγητής.
  Μου το είπε η συναδέλφισσα η Ζοζεφίνα, που το έλεγε κάποια δασκάλα. «Όταν είμασταν μαθητές, μας πήδαγαν οι δάσκαλοί μας [εγώ έφαγα άγριο ξύλο από τον συγχωρεμένο τον Κατσιδονιώτη, δάσκαλο, και τον επίσης συγχωρεμένο Μιχαλάκη, μαθηματικό]. Τώρα που είμαστε δάσκαλοι μας πηδάνε οι μαθητές μας [μην τολμήσεις και αγγίξεις μαθητή, θα καθίσεις στο σκαμνί του κατηγορουμένου]. Καλά, εμείς πότε θα πηδήξουμε;
  Στην άλλη ζωή ίσως, μπορεί να έχει και ο Παράδεισος σχολεία, αν είμαστε εννοείται από τους τυχερούς.
  Το διήγημα αυτό έχει ενδιαφέρον γιατί κάποια στιγμή μιλάει ο ίδιος ο συγγραφέας, όχι σαν αφηγητής πια, για τον εαυτό του. «Τελικά αποφάσισα να την κάνω δασκάλα. Έτσι, αυθαίρετα! Μια αυθαιρεσία απόλυτα-νομίζω-δικαιολογημένη σ’ ένα συγγραφέα. Κάτι τέτοιες αυθαιρεσίες με κάνουν να αισθάνομαι – όταν γράφω – πως είμαι ένας μικρός θεός, ένας πλάστης συγκεκριμένων ανθρώπων». Εγώ πάλι, σαν κριτικός, νοιώθω σαν ένας δικαστής πάνω στην έδρα που κρίνει αν ένα έργο αν είναι καλό ή κακό. Εν τάξει, τον κακό συγγραφέα/σκηνοθέτη δεν τον στέλνω και στη φυλακή. 
  Να και ένας σύντομος τίτλος, «Η εκδρομή».
  «Μέσα στη θάλασσα με 40 παιδιά κι ένα νέο, άπειρο δάσκαλο. Ναι, αυτό ήταν! Η ευθύνη». Δεν ξέχασα ποτέ τις σαράντα τόσες μαθήτριες που πνίγηκαν στην Κρήτη, δεν είχα διορισθεί ακόμη, και γι’ αυτό μόνο σε μονοήμερες εκδρομές συμμετείχα.
  Το ειδύλλιο προσημαίνεται, χωρίς να δηλώνεται με σαφήνεια, με τον νεαρό καθηγητή. 
  Στο επόμενο διήγημα ο αφηγητής ξεκινάει με τη λαχτάρα που είχε από μικρός να αποκτήσει ένα σκυλί [εγώ ποτέ]. Αυτό το σκυλί ήταν η αιτία να χάσει την αρραβωνιαστικιά του. Με ένα σκυλί, είμαι σίγουρος γι’ αυτό, δεν ξέρεις ποτέ τι σου ξημερώνει.
  Και η «Φανή» επίσης θυμάται τα νιάτα της, τους έρωτές της. Έχουν περάσει σαράντα χρόνια, το κορμί της πλαδάρεψε. Άθλια γερατειά!!!
  «Πώς και γιατί δεν έγραψα ένα διήγημα».
  Σκέφτηκα να γράψω ένα διήγημα με ηρωίδα μια πόρνη… Μα αγνοώ το θέμα, δεν έχω πια προσωπική εμπειρία. Έχω να πατήσω το πόδι μου σε οίκο ανοχής από τον καιρό που ήμουνα έφηβος, κοντεύουν-τι κοντεύουν!-περάσανε είκοσι χρόνια από τότε. Υποθέτω πως τα πράγματα θα έχουν διαφοροποιηθεί».
  Δεν έχω διαβάσει άλλο έργο του Κοντολέοντα, ίσως τελικά να έγραψε αυτό το διήγημα και να βρίσκεται σε άλλη συλλογή.
  Όμως μπορεί και όχι. «Μα για την ηλικία μου, για τη φήμη μου, για την οικογενειακή και κοινωνική μου θέση, μια τέτοια απόπειρα εισόδου θα είναι μια πολύ, μα πολύ παράτολμη πράξη».
  Πρωτοκλασάτος συγγραφέας, ναι, θα ήταν μια πολύ, μα πολύ παράτολμη πράξη.
  «Τα στερνά», ένα διήγημα που δημοσιεύτηκε σε συλλογικό τόμο το 1969 από τις εκδόσεις «Κάλβος», δίνει το στίγμα των διηγημάτων αυτής της συλλογής, ίσως και των μεταγενέστερων έργων του Κοντολέοντα. Η έφηβη γεμάτη αισιοδοξία για το μέλλον, ο συμβιβασμός για ένα γάμο που δεν ήταν ακριβώς αυτός που ονειρευόταν, και στο τέλος η ματαίωσή του λόγω ενός ατυχήματος και της μικρής προίκας, μια τυπική ιστορία για πολλές κοπέλες, αλλά και πολλούς άνδρες.
  Ποια είναι η «Χίμαιρα»;
  Το να αντιστρατεύεσαι τις εξελίξεις. Κάποιοι έτριβαν τα χέρια τους δίνοντας το παλιόσπιτό τους για αντιπαροχή, άλλοι όμως ήσαν εντελώς απρόθυμοι, καθώς ήταν δεμένο με τις αναμνήσεις τους. Το ίδιο και η ηρωίδα του Κοντολέοντα. Το ίδιο και μια φίλη μου. Και αρκετοί άλλοι, φαντάζομαι. «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο». Χαμένος κάθε χρόνος που είναι πια παρελθόν. Το να τον αναζητάς είναι μια χίμαιρα. Ή μήπως όχι;
  Πολύ μου άρεσαν τα διηγήματα αυτά του Μάνου Παντολέοντα (πήγα να το διορθώσω αλλά το μετάνιωσα. Ας μείνει σαν ανάμνηση του συγχωρεμένου Βαγγέλη Παντολέοντα, πολύ καλού συνάδελφου, επίσης φιλόλογου, στο 61ο λύκειο στην Γκράβα όπου υπηρέτησα για έξι ολόκληρα χρόνια). 

Αναρτήθηκε από Babis Dermitzakis στις Sunday, April 14, 2019
https://hdermi.blogspot.com/2019/04/blog-post_14.html?fbclid=IwAR2eR48NiI_cbHAwqxvFF4ZunGU96uKKaW0jOVZgafioYydDHETzMHzwhxk

4.4.19

Χριστίνα Φραγκεσκάκη: «Υπόγεια εκδρομή»

Τα βιβλία γνώσης για παιδιά αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία της εκδοτικής παρουσίας, που δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής γνώσεων σε άτομα μικρών ηλικιών. Στην ουσία, πρόκειται για βιβλία που προσφέρουν τη γνώση, αλλά με τη διάθεση αυτή η προσφορά να γίνεται με ελκυστικό όσο και τεκμηριωμένο μα καθόλου ακαδημαϊκό τρόπο. Κατηγορία βιβλίων που παρουσιάζει ιδιαίτερη άνθηση τα τελευταία χρόνια και η οποία καταθέτει μια απρόσμενη αντίθεση ως προς την κυρίαρχη τάση των αντίστοιχων ετών, έτσι όπως τη βλέπουμε αυτήν να καθορίζει το περιεχόμενο των λογοτεχνικών κειμένων για παιδιά.
Ενώ οι ιστορίες για παιδιά (σε έναν τουλάχιστον βαθμό) ολοένα και γέρνουν προς έναν νεοδιδακτισμό, τα βιβλία γνώσεων ολοένα και πιο έντονα αναζητούν το όποιο περιεχόμενό τους να το προσφέρουν απαλλαγμένο από έναν στείρο διδακτισμό. Αυτό το επιτυγχάνουν από τη μια με καταγραφές της πληροφορίας άλλοτε με τρόπο απλό κι άλλοτε με τρόπο σαφώς λογοτεχνικό και από την άλλη με την υποστήριξη ενός ιδιαιτέρως αισθητικά αναπτυγμένου layout των σελίδων, όπου ή εικονογραφήσεις ή φωτογραφίες προσφέρουν μαζί με την τεκμηρίωση και μια αισθητική αγωγή. Το φαινόμενο σαφώς ερμηνεύεται από την ολοένα και πιο έντονη ανάπτυξη της τεχνολογίας, αλλά και με την επίσης έντονη διάθεση εικονογράφων μας να επιβεβαιώσουν την εποικοδομητική συνύπαρξη του ταλέντου τους με τις καλές, εξειδικευμένες σπουδές τους.

Αν θέλουμε με έναν άλλο τρόπο να ερμηνεύσουμε αυτό το φαινόμενο διαφοροποίησης μεταξύ βιβλίων αφήγησης και εκείνων της γνώσης, μπορούμε να ισχυριστούμε πως οι εικαστικοί είναι περισσότερο ικανοί να επιβάλουν την ελευθερία της Τέχνης τους στους εκπαιδευτικούς, απ’ ό,τι οι συγγραφείς έχουν τη διάθεση να εκφράσουν μια αντίστοιχη ανεξαρτητοποίηση. Περίεργο –εκ πρώτης όψεως– κάτι τέτοιο, αλλά πάντα η Τέχνη του Λόγου όσο κι αν προχωρεί σε βαθύτερους προβληματισμούς, σε σχέση με τις Εικαστικές Τέχνες, παραμένει περισσότερο εξαρτημένη από μια διστακτική έως και συντηρητική στάση απέναντι σε άτομα νεαρής ηλικίας.

Σκέψεις όλα τα παραπάνω, που δημιουργήθηκαν από την ανάγνωση του βιβλίου Υπόγεια εκδρομή της Χριστίνας Φραγκεσκάκη.

Η Χριστίνα Φραγκεσκάκη θεωρώ πως είναι μια ιδιότυπη παρουσία στον χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά. Κι όχι μόνο γιατί και λογοτεχνία ενηλίκων έχει γράψει, αλλά κυρίως γιατί ακόμα και τα πλέον «παιδικά» κείμενά της τα διακρίνει μια γνήσια λογοτεχνική ταυτότητα, έτσι ώστε με έναν δικό της τρόπο –θα τον χαρακτήριζα «ποιητική πρόζα»– να γεφυρώνει τις λογοτεχνικές αφηγήσεις ως προς το αν απευθύνονται σε μικρούς ή μεγάλους αναγνώστες.

Αυτό συμβαίνει και σε τούτο το βιβλίο – σαφώς βιβλίο γνώσεων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η παροχή πληροφοριών έχει να κάνει με το ποια εικαστικά έργα μπορεί κανείς (μικρός αλλά και μεγάλος) να δει σε 19 στάσεις του μετρό της Αθήνας. Η ιδέα είναι πρωτότυπη, καθώς έρχεται να τεκμηριώσει την ύπαρξη καλλιτεχνημάτων που στο σύνολό τους, τουλάχιστον, δεν είναι στους περισσότερους χρήστες του μετρό γνωστά.

Η Φραγκεσκάκη δημιουργεί με αχνό, ποιητικό τρόπο μια λογοτεχνική ηρωίδα –τη μικρή Νεφέλη– και της χαρίζει τη συντροφιά μιας λέξης – «Έλα». Λέξη μελωδική και φιλική. Λέξη που προσκαλεί, σε αυτή τη διαδρομή από τη μια στάση στην άλλη, τον αναγνώστη (επαναλαμβάνω, μικρό και μεγάλο) να γνωρίσει τα έργα που κοσμούν τις υπόγειες στάσεις, αλλά παράλληλα και να ενημερωθεί για την ιστορία όσων έχουν συμβεί ή και συμβαίνουν στην επιφάνεια.
Και για μια ακόμα φορά η Φραγκεσκάκη αδιαφορεί για προκαθορισμένες τεχνικές αφήγησης και αναζητά τον προσωπικό της τρόπο έκφρασης. Και να πώς αμέσως κιόλας –από την πρώτη τη σελίδα– ξεκινά:

Και ξαφνικά σηκώνεται αεράκι, τι αεράκι δηλαδή, αέρας δυνατός, βοριάς, κι αρχίζουν οι σελίδες του βιβλίου να γυρίζουν, να γυρίζουν, να φεύγουν από τα δάχτυλα της Νεφέλης, να γυρίζουν και να μη σταματούν. Και δε φτάνει αυτό, τώρα οι λέξεις σαλεύουν, έτοιμες είναι να πέσουν, δεν πέφτουν όμως, ισορροπούν και χορεύουν, ναι, καλά ακούσατε, χορεύουν και τραμπαλίζονται. Τα γράμματα ξεκολλούν από τις λέξεις τους, σηκώνονται, ελαφροζυγίζονται, δίνουν μια κι αρχίζουν να πετούν!

Το όλο εγχείρημα ολοκληρώνεται με μια σειρά παιχνιδιών δράσης (υπεύθυνη για αυτά η Καλλιόπη Κύρδη), τα οποία όμως δεν έχουν τη συνηθισμένη, σε τέτοιου είδους συμπληρώματα μιας ιστορίας, απλοϊκή ή και απλοποιημένη μορφή κουίζ πολλαπλών απαντήσεων, αλλά είναι προεκτάσεις της περιγραφόμενης εκδρομής του λογοτεχνικού κειμένου και, βέβαια, η εικονογράφησή τους απόλυτα έχει εναρμονιστεί με το όλο κλίμα και ύφος των σελίδων που έχουν προηγηθεί.

Αλλά όλα τούτα αποκτούν μια εξαίσια εκδοτική παρουσία από τις εικόνες της Ευαγγελίας Γουτιάνου. Εικόνες που καταφέρνουν να συνδυάσουν με εικαστική ελευθερία χρώμα, σχέδια και φωτογραφίες σε ένα τελικό αποτέλεσμα όπου, χωρίς να προδίδεται η αντικειμενικότητα της πληροφορίας, παράλληλα προσφέρεται και η ευκαιρία να πιστέψει ο αναγνώστης (σε αυτή την περίπτωση, κυρίως ο μεγάλος) πως εντέλει η Αθήνα διαθέτει κάποιες ομορφιές, κάποια κρυφά σημεία όπου η πεζή καθημερινότητα στολίζεται με στάσεις εικαστικής αισθητικής.

frageskΜια ακόμα άψογη έκδοση του Καλειδοσκόπιου, που ίσως κάποιοι να τη θεωρήσουν «δύσκολη» για παιδιά. Θα είναι εκείνοι που ξεχνούν πως η αληθινά ουσιαστική γνώση είναι αυτή που τελικά οδηγεί στην καλλιέργεια πνεύματος και συναισθημάτων. Και πως κάτι τέτοιο θα το δούμε να ανθίζει όχι την επόμενη μέρα, μα σε βάθος χρόνου και με συνεχή υπονόμευση του φθηνού και του εύκολου.


Ισμήνη Χ. Μπάρακλη «Το χελιδόνι του Βορρά»





Το μυθιστόρημα «Το χελιδόνι του Βορρά» είναι  το πέμπτο μυθιστόρημα (έχει ακόμα γράψει και τρία παιδικά) της Ισμήνης Χ. Μπάρακλη.
Αλλά είναι το πρώτο που εγώ διάβασα. Και που αμέσως θέλησα να γράψω γι’ αυτό μιας και νομίζω πως πέρα από την ίδια την δική του μυθιστορηματική οντότητα, φέρνει στην επιφάνεια και ένα ακόμα ζήτημα που συνέχεια πλανάται στο χώρο αναγνωστών και κριτικών, αλλά που κανείς δε θέλει να αναφερθεί  σε αυτό ξεκάθαρα.
Αλλά ας δούμε πρώτα το ίδιο το έργο όπως και την έως τώρα εκδοτική παρουσία της Μπάρακλη.
Τα προηγούμενα βιβλία της, σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία που θα βρει κανείς στη βάση της Βιβλιονέτ, πρέπει να τα διακρίνει μια ματιά που αν και αφορά τις εμπειρίες γυναικών, μάλλον ξεφεύγουν από το να περιγράψουν γεγονότα και σκέψεις κοντινές με το είδος εκείνο που χαρακτηρίζει την κλασική ηρωίδα ενός ‘γυναικείου’ μυθιστορήματος.
Έτσι, μπορώ να θεωρήσω πως και το κεντρικό πρόσωπο σε αυτό το μυθιστόρημα, η Δάφνη, με την ανεξάρτητη ιδιοσυγκρασία της, το πείσμα της και την κοινωνική της τόλμη αποτελεί μια ακόμα έκφραση μυθιστορηματικής περσόνας του κόσμου της συγκεκριμένης συγγραφέα.
Υποθέτω, λοιπόν – και πάνω σε αυτή την υπόθεση στήριξα την ανάγνωσή μου- πως η Ισμήνη Μπάρακλη έχει μια σταθερή συγγραφική ταυτότητα τόσο στη σύλληψη της ιδέας του κάθε έργου της, όσο και στην εκτέλεση του που θα ακολουθήσει.
Στο τελευταίο αυτό μυθιστόρημα το κεντρικό πρόσωπο μπορεί και πάλι να είναι μια γυναίκα, αλλά η ζωή της άμεσα καθορίζεται από δύο άνδρες, ηλικιακά μεγαλύτερούς της. Από τον πατέρα της και από τον πιο στενό του φίλο. Στην ουσία έχουμε τρεις πρωταγωνιστές που ο καθένας τους εμπλέκεται στις ζωές των άλλων.
Η εξιστόρηση -ο λεγόμενος μυθιστορηματικός χρόνος- ξεκινά από τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα και τελειώνει καθώς στο προσκήνιο έρχεται ο 21ος.  Αυτή η εξιστόρηση δε γίνεται με τρόπο γραμμικό. Το όλο μυθιστόρημα είναι δομημένο σε μάλλον ολιγοσέλιδα κεφάλαια που οδηγούν τον αναγνώστη άλλοτε προς τα εμπρός, άλλοτε προς τα πίσω. Άλλοτε εστιάζονται στον ένα από τα τρία κεντρικά πρόσωπα, άλλοτε σε κάποιο άλλο.
Δεν είναι εύκολο να προσπαθήσει κάποιος να συνθέσει μια περίληψη της υπόθεσης του έργου. Τα γεγονότα είναι πολλά, οι τρεις κεντρικοί ήρωες διεκδικούν ο καθένας το δικό του μερίδιο. Κι άλλωστε ενώ τα όσα διαδραματίζονται κρατούν σε αδιάκοπη εγρήγορση το ενδιαφέρον του αναγνώστη -κάποια, μάλιστα, από αυτά είναι ιδιαιτέρως έντονα-  τελικά οι ζωές αυτών των ανθρώπων δεν ξεφεύγουν από εκείνες των απλών ‘δικών’ μας,  συναρμολογούνται  από τα πάθη εκείνα  που η Ιστορία δε θα γράψει γι αυτά,  μιας και πάνω τους η ίδια απλώνει τις ρίζες της.
Με αυτόν τον τρόπο φανερώνεται η τάση της Μπάρακλη να αναζητά τις επεμβάσεις από τη μια της μοίρας και από την άλλη τις ατομικές ευθύνες του κάθε ανθρώπου ως προς τη διαμόρφωση της δικιάς του ζωής. Τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα δηλώνουν τη δυναμική τους, αλλά όλο το έργο θα το αδικούσε κάποιος αν το χαρακτήριζε ως ιστορικό. Περιλαμβάνει τις  καταγραφές των ζωών απλών ανθρώπων που βρεθήκανε μέσα στο ρου της Ιστορίας.
Ανήκει με άλλα λόγια στο είδος εκείνο των λογοτεχνικών συνθέσεων, και που προσωπικά θα τα χαρακτήριζα «αφηγηματική λογοτεχνία», δηλαδή στην κατηγορία εκείνη των λογοτεχνικών κειμένων που θέλουν (και καλά γνωρίζουν να το εκτελούν) να αφηγηθούνε τις πράξεις πρωτίστως και δευτερευόντως τις σκέψεις.
Νομίζω πως αυτή ακριβώς είναι και η ταυτότητα των έργων της κλασικής λογοτεχνίας, μόνο που στην περίπτωση της Μπάρακλη, τα συνεχή forward και rewind προσφέρουν ένα ιδιαίτερο φωτισμό του αίτιου και του αιτιατού, δίνουν μεγαλύτερο βάρος στα συναισθήματα, αλλά  και απαιτούν μια συνεχή εγρήγορση εκ μέρους του αναγνώστη.
Αληθινά ενδιαφέρον μυθιστόρημα που προσωπικά μου σύστησε μια συγγραφέα που θα θελήσω να την παρακολουθήσω και στο μέλλον.
Αλλά την ίδια στιγμή και καθώς έφτανα στην τελευταία σελίδα, μου δημιουργήθηκε η διάθεση να θέσω ένα ζήτημα που όπως και πιο πριν ανέφερα συνέχεια πλανάται στο χώρο αναγνωστών και κριτικών, αλλά που κανείς δε θέλει να αναφερθεί σε αυτό ξεκάθαρα.
Έχει να κάνει με τη συχνά άδικη και ανερμάτιστη κατηγοριοποίηση κάποιων έργων -κυρίως, αν όχι και μόνο, μυθιστορημάτων- που για διαφόρους λόγους αποκτούν -χωρίς πρώτα να αναγνωστούν- το στίγμα άλλοτε του «ποιοτικού έργου»  κι άλλοτε εκείνο της «ελαφράς λογοτεχνίας».

Ισμήνη Χ. Μπάρακλη

Είναι γεγονός πως πάμπολλα πλέον είναι το μυθιστορήματα που εκδίδονται, όπως επίσης είναι γεγονός πως η πλήρης ανάπτυξη του διαδικτύου έχει πάρει την απόλυτη εξουσία ενημέρωσης από τα χέρια των καθιερωμένων κριτικών του έντυπου τύπου, όπως επίσης και από την επικράτεια των έγκυρων βιβλιοφιλικών ιστοσελίδων. Αλλά την ώρα που η απόλυτη ισχύς των ολίγων τραυματίζεται, την ίδια ώρα αναπτύσσεται και μια ανεξέλεγκτη κατάθεση απόψεων από ανθρώπους που έχουν αποφασίσει να κρίνουν τα λογοτεχνικά έργα σύμφωνα με το δόγμα ‘Μου αρέσει – Δε μου αρέσει’ και τις κρίσεις τους αυτές μπορούν να βρούνε φιλόξενους διαδικτυακούς χώρους να τις αναρτήσουν.
Έχω την αίσθηση πως ανάμεσα στους συντάκτες των δυο πρώτων  κατηγοριών και της τρίτης δεν υπάρχει -ίσως και μην μπορούσε να υπάρξει- επικοινωνία και πόσο μάλλον ταύτιση απόψεων.
Αλλά και την ίδια στιγμή, στον ευρύτερο εκδοτικό χώρο αυτό το ‘ρήγμα’ αποτελεί ένα είδος διαμόρφωσης επιχειρηματικού σχεδιασμού και εμπορικής  εκμετάλλευσης.
Υπάρχουν εκδότες που επιλέγουν τα προς έκδοση βιβλία σύμφωνα με το προφίλ που ήδη οι συγγραφείς τους έχουν δημιουργήσει ή προσφέρονται να δημιουργήσουν* υπάρχουν ακόμα και βιβλιοπωλεία που αποφεύγουν να έχουν στα ράφια τους βιβλία που θα μπορούσε το βασικό κοινό τους να τα χαρακτηρίσει ‘εμπορικά’ ή αντίστοιχα ‘δύσκολα’.
Ασφαλώς δικαίωμα κάθε επιχείρησης να επιλέξει τον τρόπο λειτουργίας της, αλλά κατά πόσο έχει το ηθικό δικαίωμα ένας κριτικός με εμπειρία και θέληση να διαμορφώσει ένα πλουραλισμό στις επιλογές όσων τον διαβάζουν, να επιλέγει -σχεδόν αβασάνιστα- τα προτεινόμενα από αυτόν έργα με βάση όχι την ίδια τους την ποιοτική κλπ. οντότητα, αλλά εξωτερικά στοιχεία;
Θέμα, θεωρώ, μεγάλο και το οποίο διαμορφώνει μια αρρωστημένη κατάσταση στο χώρο γενικότερα του ελληνικού λογοτεχνικού βιβλίου και επηρεάζει αρνητικά όλους όσους εμπλεκόμαστε σε μια διαδικασία συγγραφής, έκδοσης, ανάγνωσης και κριτικής. Απλώς το έθεσα και ασφαλώς δεν θεωρώ πως ολοκληρώθηκε ο προβληματισμός του.
Επιστρέφω τώρα στο «Το χελιδόνι του Βορρά», για να τονίσω πως σου κρατά το ενδιαφέρον, πως διαθέτει μια αντικειμενική θεώρηση των ιστορικών γεγονότων, πως η δημιουργός του το έχει προικίσει με έντονους χαρακτήρες και το έγραψε με μια στιβαρή γλώσσα. Αλλά ας μου επιτραπεί επίσης να εκφράσω την διαφωνία μου με το εξώφυλλο. Δεν θέλω να σχολιάσω την αισθητική του (άλλωστε αυτό δεν ήταν που με ενόχλησε). Αναφέρομαι στο ύφος του -τόσο τρυφερό για να καλύψει τραγικά γεγονότα που σημάδεψαν τον 20ο αιώνα και που η Ισμήνη Μπάρακλη τα επέλεξε για να μας πει πως σημάδεψαν και τις ζωές εκείνων που πάνω τους στήριξε το συγκεκριμένο έργο της.

28.3.19

Κατερίνα Κρις «Άβιβλος συγγραφέας Φραντζ Κλάφτα – Τα λόγια είναι περιττά»

Παιδικό χαμόγελο σε ενήλικο πρόσωπο


Κατερίνα Κρις «Άβιβλος συγγραφέας Φραντζ Κλάφτα – Τα λόγια είναι περιττά»
Εκδόσεις  Πατάκη


Μου χρειάστηκαν 40 χρόνια για να βρω την έκφραση που περιγράφει τον τρόπο που προσπαθώ να γράφω τα βιβλία μου εκείνα που ανήκουν στη λογοτεχνία για παιδιά – «ενήλικη παιδικότητα».

Είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο έχουν γραφτεί όλα τα κείμενα που απευθύνονται σε παιδιά και παράλληλα σε ενήλικες. Είναι τα κείμενα αυτής της κατηγορίας που διατηρούν τη δυνατότητα να συνομιλούν με αναγνώστες διαφόρων εποχών.

Αναφέρομαι στα παραμύθια του Ουάιλντ μα και του Άντερσεν, τον Μικρό Πρίγκιπα ή την Αλίκη, τον Πίτερ Παν ή τη Μαίρη Πόππινς. Και για να μνημονεύσω και τους δικούς μας – Μάρω Λοΐζου, Ι. Δ. Ιωαννίδης, Φωτεινή Φραγκούλη…

Ιστορίες σαφώς γραμμένες με το συγγραφικό βλέμμα στραμμένο προς το παιδί, αλλά που αυτό το ίδιο βλέμμα δεν αποποιείται το δικαίωμα του ενήλικα να στοχάζεται με τη μαγική αθωότητα ενός παιδιού.

Και να πώς φτάνει ως τις μέρες μας το πάθος του Αηδονιού που το οδηγεί ως τον θάνατο, να πώς πάντα συναρπάζει η ελπίδα της Τοσηδούλας για ένα καλύτερο μέλλον, να πώς πάντα οδηγεί σε ενδοσκόπηση ο μονόλογος της Αλεπούς…

Ενήλικη παιδικότητα – αυτός είναι ο σωστός όρος. Και όσοι πιστεύουν πως στα παιδιά πρέπει να προσφέρουμε λογοτεχνία με τα κριτήρια που τους προμηθεύουμε υποδήματα ή εκπαιδευτικά παιχνίδια, ας καταλάβουν πως η Τέχνη δε χρειάζεται παρά ελευθερία έκφρασης και ειλικρινή ταύτιση του δημιουργού με το δημιούργημά του. Από εκεί και πέρα ο αναγνώστης θα κάνει τις επιλογές του και θα αφεθεί στους δικούς του ρυθμούς για να ενεργοποιηθεί από το λίγο ή πολύ κρυμμένο μυστικό της ιστορίας που διάβασε.

Μα –δεν έχω λόγο να μη το ομολογήσω– πάντα πίστευα πως αυτή η ενήλικη παιδικότητα της γραφής υπήρχε σε κείμενα όπου το συναίσθημα που τα δημιουργούσε ήταν κάτι που αφύπνιζε μια αναπόληση, έναν στοχασμό, ακόμα και μια θλίψη. Και σε μια κάπως ακραία και ασφαλώς σπάνια περίπτωση, προκαλούσε το μειδίαμα – η περίπτωση του Μικρού Νικόλα, για παράδειγμα.

Αυτό πίστευα… Μέχρι πριν από λίγες μέρες, όπου έφτασε στα χέρια μου το τελευταίο βιβλίο της Κατερίνα Κρις «Άβιβλος συγγραφέας Φραντζ Κλάφτα – Τα λόγια είναι περιττά».

Πρώτη μου αντίδραση… Μια ενόχληση. Δε θα ήθελα να χαριεντίζεται κάποιος με ογκόλιθους της λογοτεχνίας.

Αλλά στη συνέχεια σκέφτηκα πως ίσως ακόμα ένας τρόπος να διαβάζει κανείς τη βαθιά αμφισβήτηση του μεγάλου Τσέχου είναι να τολμά να παίζει με το ίδιο του το όνομα.

Και με αυτή την αποενοχοποίηση πήρα να ξεφυλλίζω το βιβλίο.

Κείμενο και εικονογράφηση (δεμένα με έναν απόλυτο τρόπο) έχουν την υπογραφή της Κατερίνας Κρις. Κάτι που έχει γίνει και σε όλα τα προηγούμενα βιβλία της.

Το χιούμορ –όπως σε όλα τα προηγούμενα– και εδώ κυρίαρχο.

Μα είναι ένα χιούμορ που ενώ φαίνεται να στρέφεται προς τα παιδιά (άλλωστε το βιβλίο σε σειρά παιδικής λογοτεχνίας έχει ενταχθεί), στην ουσία σατιρίζει τις αντιδράσεις των ενηλίκων. Μα με έναν τρόπο παιδικό, κεφάτο τρόπο και γι’ αυτό ιδιαιτέρως αποτελεσματικό.

Θέμα του βιβλίου η εξιστόρηση της ζωής και κυρίως των σκέψεων ενός συγγραφέα… τεμπέλη. Μα συγγραφέα που ξέρει καλά να ενεργοποιεί προς όφελός του τα περίφημα ΜΜΕ και τις προτροπές του πλέον σύγχρονου marketing.

Σταχυολογώ σκέψεις του Κλάφτα:

– Ένας συγγραφέας πρέπει να είναι μαθημένος στα δύσκολα, πρέπει να επιλέγει το ακατόρθωτο, το τέλειο, το ιδανικό… ώστε να έχει μια καλή δικαιολογία, αν δεν τα καταφέρει.

–Το πιο δύσκολο πράγμα σε ένα μυθιστόρημα είναι να το τελειώσεις. Θα γράψω λοιπόν το τέλος του μυθιστορήματός μου πριν αρχίσω να γράφω την αρχή, ώστε να εξασφαλίσω πως θα το τελειώσω. Μετά τι θα μείνει; Να γράψω λίγο μπλα μπλα στη μέση και μια αρχή για το τέλος και, τέλος, έτοιμο το βιβλίο.

–Το φιλοσόφησα. Δεν ήταν τυχαίο που ο αναβλητικός μου εαυτός με εμπόδιζε να γράψω. Δεν έγραφα τόσο καιρό, ώστε να μεγαλώσω και να γίνω ένας πιο ώριμος συγγραφέας.

Με τα πιο πάνω παραδείγματα νομίζω πως είναι σαφές πως το συγκεκριμένο βιβλίο, αν και έχει όλες τις δομές έκδοσης ενός παιδικού αναγνώσματος, εντούτοις στρέφει το βλέμμα του κυρίως προς τον ενήλικο και αυτόν τελικά σατιρίζει.

Η ενήλικη παιδικότητα δείχνει ολόφρεσκη και γι’ αυτό και πολυδύναμη.

Και ο μικρός σε ηλικία αναγνώστης θα το χαρεί, αλλά ακόμα περισσότερο ο έφηβος και ακόμα περισσότερο κάποιος ενήλικος (τουλάχιστον αυτός που θα μπορεί να θυμάται πως αξίζει κανείς να γελά και με την αθωότητα ενός παιδιού).

Η εικονογράφηση πανέξυπνη, ακολουθεί το όλο πνεύμα του κειμένου και δένεται αρμονικά μαζί του.

Βιβλίο –συνολικά αν θέλει κανείς να το κρίνει– που σαφώς προτείνει μια συγγραφή όπου το κλασικό ξέρει να μετατρέπεται σε μοντέρνο και που επίσης καταθέτει έναν τρόπο σχολιασμού της καθημερινότητας των ενηλίκων που πλέον έχει ακουμπήσει και τους εφήβους και τα παιδιά –αναφέρομαι στις προσπάθειες επιτυχίας που δε βασίζονται στον κάματο, αλλά στην άνεση, που δεν επενδύουν στην ουσιαστική γνώση, αλλά στην επίφαση μιας δεξιότητας.

Πρώτη ανάρτηση: https://www.vivliopoleiopataki.gr/news/pediko-chamogelo-se-eniliko-prosopo/