30.6.15

Λογοτεχνία και ζωή

Όταν η ζωή  γεννά τη λογοτεχνία...
Ή μήπως όταν η λογοτεχνία γίνεται ζωή;



Ο Μανολίτο είναι ένα αγόρι που αγαπώ πολύ.
Κι αυτός, όμως, πολύ αγαπά κι εμένα…
Όχι, δε μένουμε στο ίδιο σπίτι. Μα έχουμε ονόματα που μοιάζουν…

Εμένα με λένε Μανόλο. 

27.6.15

Θωμάς Κοροβίνης «Τι πάθος ατέλειωτο και άλλες ιστορίες»

Θωμάς Κοροβίνης
«Τι πάθος ατέλειωτο και άλλες ιστορίες»
Αφηγήματα

Εκδόσεις Άγρα

     



Ο Θωμάς Κοροβίνης είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες, μα και αγαπητές συγγραφικές μας παρουσίες.
Με γερές φιλολογικές βάσεις ξεκίνησε να ψάχνει τις σχέσεις που συνδέουν τον ελληνικό και τον τούρκικο πολιτισμό τόσο στη λογοτεχνία όσο και στη μουσική, μα και κυρίως στις σχέσεις των δύο λαών.
Παράλληλα με το φιλολογικό, λαογραφικό και λογοτεχνικό του έργο ασχολείται και με τη μουσική. Γράφει τη μουσική, τους στίχους λαϊκών τραγουδιών και παράλληλα τα ερμηνεύει.
Προσωπικότητα πληθωρική έχει δημιουργήσει  ένα κοινό που τον ακολουθεί και τον αγαπά καθώς ο ίδιος αναζητά τον τρόπο που συνδέεται  το παρελθόν μας με το παρόν.
Η συγγραφική του ιδιοτυπία είναι ο τρόπος που προσεγγίζει τους χαρακτήρες των ηρώων του. Ο Κοροβίνης είναι ένας ανθρωποκεντρικός  λογοτέχνης. Ακόμα κι όταν περιγράφει έναν τόπο, στην ουσία τον φωτίζει ως χώρο όπου όχι μόνο φιλοξενεί ανθρώπους, αλλά και από τους ανθρώπους παίρνει τα κεντρικά χαρακτηριστικά του, μα και τις πλέον ενδιαφέρουσες λεπτομέρειές του.
Τα πιο πρόσφατα έργα του, αυτό το ανθρωποκεντρικό στοιχείο χρησιμοποιούν για να επικοινωνήσουν με τον αναγνώστη τους.
«Ο γύρος του θανάτου», «Το αγγελόκρουσμα», «’55», «Το πρώτο φιλί» -όλα έργα όπου η ανθρώπινη φωνή περιγράφει την ανθρώπινη ανάσα.
Η συλλογή αφηγημάτων «Τι ατέλειωτο πάθος» αυτή την διάθεση του Θωμά Κοροβίνη να καταγράψει τα έργα των ανθρώπων μέσα από τις πιο προσωπικές τους στιγμές, την ολοκληρώνει  με μαεστρία και συνέπεια.
Κεντρικά πρόσωπα στα αφηγήματα είναι άτομα υπαρκτά και γνωστά σε όλους (Βαμβακάρης, Καζαντζίδης, Πόλυ Πάνου, Νταντωνάκη, Ρασούλης, Παπάζογλου, Ταχτσής, Ζατέλη, Μεντή)  ή άλλα, όχι γνωστά που ίσως κάποια φορά να έτυχε να τα προσέξει ο συγγραφέας. Αλλά είναι και οι πόλεις –Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινούπολη, Μυτιλήνη, Βόλος. Όμως κι αυτές περιγράφονται μέσα από την καθημερινότητα μιας ανθρώπινης παρουσίας.
Όλα τους έχουν γραφτεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων και είχαν δει το φως μιας πρώτης δημοσίευσης σε διάφορα έντυπα.
Κάποια γέρνουν προς τη μορφή του διηγήματος, κάποια άλλα  αγγίζουν τα όρια του δοκίμιου.
Καθώς ο Κοροβίνης αποφάσισε όλα αυτά μαζί να μας τα παρουσιάσει, θέλησε το καθένα από αυτά να το αφιερώσει και σε δικούς  του ανθρώπους που με τον έναν  ή τον άλλο τρόπο στάθηκαν η αφορμή να τα εμπνευστεί και να τα γράψει.
Κρατάμε, λοιπόν, στα χέρια μας ένα μικρό βιβλίο ανθρώπινων σχέσεων. Τόσο ως προς το περιεχόμενο του, όσο και ως προς τη μορφή του.
Είναι ως ο Κοροβίνης να προσφέρει το αντίδωρό του σε όσους του είχαν κάποια στιγμή χαρίσει το δικό τους δώρο –τη φιλία τους.
Μα τι άλλο από προσφορά είναι η κάθε λογοτεχνική έκφραση;
Άψογη η όλη έκδοση. Όπως άλλωστε όλα τα βιβλία που κυκλοφορεί η Άγρα.



Πρώτη δημοσίευση: http://fractalart.gr/thomas-korovinis-2/

19.6.15

Η Γεωργία Γαλανοπούλου και η Σονάτα της Φανής


Γεωργία Γαλανοπούλου
«Ο Βόρακας, ο Κόρακας και η Σονάτα της Φανής»
Εικονογράφηση: Βαγγέλης Παυλίδης
Εκδόσεις Πατάκη


Τρία σίγμα στη σειρά
Τα χωρίζω βιαστικά
Το  ‘να στην αρχή το βάζω
Τ΄ άλλο στο τέλος και διαβάζω.
Δεν είναι ασβός, ούτε σεισμός!
Μην είναι τάχα σεβασμός;


Η λέξη σεβασμός σπάνια χρησιμοποιείται όταν κανείς θέλει να μιλήσει ή να γράψει για την προστασία της Φύσης.
Κι όμως η βάση κάθε οικολογικής πράξης, η αρχή της ίδιας της οικολογικής συνείδησης είναι ακριβώς η έννοια που εμπεριέχεται σε τούτη τη λέξη με… τα τρία σίγμα στη σειρά.
Η ιστορία που με τόση ευαισθησία γραφής και βαθυστόχαστα μας αφηγείται η Γεωργία Γαλανοπούλου σε αυτή τη λέξη στηρίζεται.
Και έτσι αυτόματα το εν λόγω βιβλίο ξεχωρίζει από τα περισσότερα άλλα που ασχολούνται με οικολογικά μηνύματα.
Η Γαλανοπούλου ‘κτυπά’ στην καρδιά του προβλήματος.
Αυτό που δε σέβεσαι μήτε το αγαπάς, μήτε και το προστατεύεις.
Αλλά αυτή εδώ η εξιστόρηση της αντιπαράθεσης από τη μια της πλεονεξίας (την εκπροσωπούν ο Βόρακας και το τσιράκι του ο Κόρακας) και από την άλλη της ανιδιοτέλειας (την εκπροσωπεί η Φανή) δεν βασίζεται μόνο σε μια σωστή τοποθέτηση της οικολογικής δράσης, αλλά μορφοποιείται με άψογο τρόπο τόσο λογοτεχνικά όσο και εικαστικά.
Το κείμενο είναι στο μεγαλύτερο μέρος του γραμμένο με ποιητικές φόρμες. Αλλά σε ξαφνιάζει το πόσο ρωμαλαία μπορεί να γίνει η εξιστόρηση μιας ιστορίας όταν με ευφάνταστο τρόπο χρησιμοποιηθεί η ρίμα.

Να ξέρεις άραγε να πει κανείς
Την ιστορία της Φανής;
Πώς χάθηκε απ’  τη φύση
Κι αν πάλι θα γυρίσει;
Ο Βόρακας ξέρει! Ίσως μιλήσει…

Να το καράβι του!
Σαν φάντασμα στέκει φοβερό
Σ΄ άδεια λιμάνι δίχως νερό.
Κι έτσι που γένει ρημαγμένο
Λένε πως είναι στοιχειωμένο!

Δεν θα είναι υπερβολή αν ισχυριστώ πως η γραφή της Γαλανοπούλου διαθέτει μια ιδιότυπη γοτθική ταυτότητα. Δημιουργεί μια σκοτεινή όσο και υπόγεια ατμόσφαιρα, που όμως εκεί που πρέπει μετατρέπεται σε ύμνο δοξαστικό.
Και κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη όχι τόσο ή μόνο με τα γεγονότα, αλλά κυρίως με τη ροή των φράσεων που αυτές είναι που στην ουσία στήνουν τη δράση.

Είμαι του ήλιου θυγατέρα,
Έχω τη βροχή μητέρα!
Το νερό ειν΄ αδελφός μου,
Ο αέρας ξάδελφός μου!
Αν φύγω εγώ θα φύγουν όλοι!
Κι αυτή εδώ η δόλια πόλη
Γκρίζο θα γίνει περιβόλι!

Σε μια πόλη που έχει χαθεί η χαρά της υγιούς φύσης, μια ομάδα παιδιών προσπαθούν να κατανοήσουν το τι έχει συμβεί και το πώς μπορεί η όλη αυτή άσχημη κατάσταση να ανατραπεί.
Αλλά στην ουσία το ενδιαφέρον του αναγνώστη δεν το κρατούν τόσο- και όχι μόνο-  τα γεγονότα, αλλά κυρίως η ροή των φράσεων. Αυτές είναι που στην πριμοδοτούν  τη δράση.
Τούτο το κλίμα του κειμένου είχε την μεγάλη τύχη να το υπηρετήσουν με τρόπο μοναδικό οι ζωγραφιές του Βαγγέλη Παυλίδη.
Γοτθικές κι αυτές θα τις χαρακτήριζα και σε ξαφνιάζουν καθώς ενώ από τη μια υπηρετούν τις λέξεις, μα και τις προεκτείνουν (όπως κάθε καλή εικονογράφηση οφείλει να κάνει) από την άλλη έχουν όλη την αυτονομία έργων ζωγραφικής.
Μια πολύ προσεγμένη έκδοση, αληθινό κόσμημα εκδοτικής μέριμνας.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.thinkfree.gr/%CE%AD%CF%87%CE%B5%CE%B9-%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B7-%CE%BF-%CF%83%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA/



Ο Γιώργος Συμπάρδης για "Μεγάλες Γυναίκες"



Γιώργος Συμπάρδης
«Μεγάλες γυναίκες»
Μεταίχμιο


Μέσα στη ζωή μια μεσήλικης γυναίκας που ζει μόνη και σέρνει τις μέρες της με ανούσια τηλεφωνήματα σε κάποια συγγενή και στις Κυριακές της τραβά σε εκκλησία γειτονικής ενορίας για να παρακολουθήσει τη λειτουργία από ένα συγκεκριμένο ιερέα, εισβάλει ένας νεαρός, από εκείνους που δείχνουν να ζούνε στο περιθώριο της ζωής των άλλων.
Στο πρόσωπό του η ηρωίδα της νουβέλας του Συμπάρδη θα δει…  Τι άραγε βλέπει. Ένα γιο; Ένα εραστή; Μια χαμένη νιότη;… Ή μήπως απλώς είναι ένας καθαρός σαρκικός πόθος που τη σπρώχνει να βάλει μέσα στο σπίτι ένα νεαρό άντρα που κάποια στιγμή θα εξαφανιστεί άξαφνα και απροσδόκητα, ακριβώς όπως είχε παρουσιαστεί.
Την ίδια ώρα, στην πέρα ενορία, μια άλλη μοναχική ηλικιωμένη θα βρεθεί το ίδιο ξεγελασμένη από κάποιον παρόμοιο –ή μήπως τον ίδιο;- νεαρό.
Κι ενώ γύρω από τις δυο γυναίκες θα ξεκινήσει ένας χορός διαδόσεων και κουτσομπολιού, εκείνες θα στραφούν η μια προς την άλλη και αγνοώντας την κοινωνική ματιά που τις περιεργάζεται και τις σχολιάζει, θα συνεχίσουν την καθημερινότητά τους, μα τώρα πλέον ίσως χορτασμένη από αυτό που τολμήσαν και για λίγο χαρήκανε.
Ο Γιώργος Συμπάρδης έγραψε μια ιστορία χρησιμοποιώντας όσα λιγότερα στοιχεία γινότανε. Μια καθαρή λογοτεχνία του minimal. Παρόμοια τεχνικής με αυτή του γάλλου Μοντιανό ή του αμερικάνου Τόρρες.
Η minimal λογοτεχνία διακρίνεται από τη λιτή χρήση περιγραφών. Το ίδιο λιτή, ελεγχόμενη θα έλεγα, πως είναι και η παροχή πληροφοριών σχετικά με τους ήρωες.
Κάτι που όμως δε σημαίνει πως οι βασικές πληροφορίες για τους χαρακτήρες και τις διαθέσεις των κεντρικών προσώπων δεν παρέχονται. Απλώς είναι ελάχιστες, μα καίριες. Και σε σωστά μέρη κρυμμένες –στο τέλος ο αναγνώστης κατανοεί το ‘κρυφτούλι’ του συγγραφέα.
Θα έλεγα πως αυτή η τεχνική δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να  ‘συν -γράψει΄ κατά κάποιο τρόπο το κείμενο.
Ο Γιώργος Συμπάρδης, συγγραφέας έτσι κι αλλιώς του ελάχιστου και το υπαινικτικού, με το βιβλίο του αυτό δοκιμάζει τα όρια της τεχνικής αυτής.
Το τελικό αποτέλεσμα δικαιώνει την προσπάθεια;
Αν μου επιτρέπεται να χρησιμοποιήσω όρους μαθηματικούς , θα έλεγε κατά εβδομήντα τις εκατό.

Καθώς τελειώνεις το έργο, αισθάνεσαι πως η κεντρική ηρωίδα παρέμενε σε μια σκιά. Ίσως έντονα καμουφλαρισμένα  τα μυστικά της  που θα φωτίζανε άπλετα τα ‘θέλω’, τα ‘προσδοκώ’, τα ‘διακινδυνεύω’  και τα ‘αποφεύγω’. Καμουφλαρισμένα, κρυμμένα τόσο πολύ ώστε να αποσιωπούνται.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=201170

11.6.15

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης για τη ζωή μιας Ζωής






Πρώτη δημοσίευση:

http://fractalart.gr/grigoriadis-theodoros/



Πολλά είναι εκείνα τα μυθιστορήματα που ή δεν αναφέρουν τον τόπο στον οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα που περιγράφουν ή αν τον ονοματίζουν απλώς μια αναφορά κάνουν σε αυτόν ή έστω επιφανειακές περιγραφές καταθέτουν κάποιων συγκεκριμένων σημείων του.
Με άλλα λόγια ο τόπος είναι απλώς ένα σκηνικό που δεν επηρεάζει  καθόλου τις ζωές των ηρώων, ούτε και από αυτούς ο ίδιος καθορίζεται.
Σε άλλα , όμως, λογοτεχνικά κείμενα οι σχέσεις που συνδέουν χαρακτήρες και τόπους όχι απλώς είναι σημαντικές, όχι μόνο  και καθοριστικές μπορεί  κανείς να τις χαρακτηρίσει, αλλά αποτελούν βασικό, καίριο θεμέλιο του όλου έργου. Χωρίς τον συγκεκριμένο τόπο , το συγκεκριμένο έργο δεν μπορεί να διανοηθεί.
Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης στα περισσότερα από τα μυθιστορήματά του αυτή την στενή σχέση ανθρώπων και τόπων αναπτύσσει.
Και όχι μόνο καταφέρνει να περιγράψει με ουσιαστική και βαθιά ζωντάνια τα μέρη στα οποία ζούνε τα πρόσωπα των έργων του, αλλά πολύ συχνά μετατρέπει αυτά τα ίδια τα μέρη σε ουσιαστικούς πρωταγωνιστές ή έστω σε κεντρικούς άξονες της εξέλιξης της δράσης.
Όπως κάθε συνεπής με τις εμμονές του συγγραφέας, έτσι και ο Γρηγοριάδης έχει πολύ γρήγορα δείξει πως μια βασική συγγραφική εμμονή του είναι οι τόποι –πόλεις και ύπαιθρος- της Βόρειας Ελλάδας. Άλλοτε η Μακεδονία, πιο πολύ ίσως η Θράκη.
Στα ίδια μέρη και πάλι κυκλοφορεί με το τελευταίο του αυτό μυθιστόρημα.
Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Ορεστιάδα, Διδυμότειχο…
Η κεντρική ηρωίδα, η καθηγήτρια αγγλικών Ζωή, άλλοτε επιλέγει κι άλλοτε η μοίρα τη στέλνει σε αυτές τις πόλεις να ζήσει.
Τελειώνει το Πανεπιστήμιο, κάποια στιγμή θα διοριστεί στο Δημόσιο, σε Γυμνάσια επαρχιακών πόλεων θα διδάσκει, στη Θεσσαλονίκη θα γνωρίσει τους άντρες που θα σημαδέψουν τη ζωή της, κάποιους ακόμα σε ακριτικά φυλάκια και νοσοκομεία και…
Και αναρωτιέται ο αναγνώστης αν τελικά η ζωή της Ζωής θα ήταν διαφορετική αν οι πόλεις που τη φιλοξενήσανε ήταν κάποιες άλλες.
Μάλλον θα ήταν. Γιατί καθώς τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα μέσα στη δεκαετία του ’80 κυρίως,  μπορούμε εύκολα να παραληρήσουμε την αλλαγή που η Βόρεια Ελλάδα βίωνε εκείνα τα χρόνια, με την αλλαγή στη ζωή της πρωταγωνίστριας.
Οι τόποι αναζητούν τη νέα τους ταυτότητα –ένα μείγμα ελληνικότητας και ευρωπαϊκής προοπτικής- την ίδια στιγμή που και η νέα γυναίκα αναζητά να συνδυάσει ρόλους πατροπαράδοτους του φύλου της με τις αποφάσεις μιας χειραφέτησης.
Ολοζώντανα έχει πλάσει την ηρωίδα του ο Γρηγοριάδης. Και με γνώση  όσο και πάθος μας ξεναγεί στις πιο απομακρυσμένες περιοχές της βορειανατολικής ελληνικής μεθορίου.

Μυθιστόρημα επισήμανσης ατομικών αδιεξόδων και κατάθεσης ερωτικών διεξόδων. Όλα εκεί που το ένα τελειώνει και αρχίζει το άλλο. Σε μια ανθρωπογεωγραφική μεθόριο.

8.6.15

Έθιμα Ταφής



Ισλανδία, 19ος αιώνας.
Μια χώρα  που λες και ζει μέσα στη μόνιμη παγωνιά. Και μια κοινωνία που αναζητά τρόπους να ζεστάνει τις αισθήσεις της.
Μέσα σε μια τέτοια παγωνιά –της Φύσης και των συναισθημάτων- ένα άγριο έγκλημα θα ταράξει την μικρή κοινωνία που ακόμα κινείται σε ρυθμούς παλαιών εποχών.
Έγκλημα πάθους μέσα σε μια ομάδα ανθρώπων που θεωρούν το πάθος ως μεγίστη αμαρτία. Ίσως γιατί μέσα από τα πάθη συλλαβίζονται οι ανατροπές.
Η πρωταγωνίστρια του εγκλήματος θα θεωρηθεί ένοχη και θα καταδικαστεί σε θάνατο.
Μα ώσπου να εκτελεσθεί η ποινή, θα οδηγηθεί σε μια οικογένεια αγροτών όπου θα βοηθά στις καθημερινές δουλειές.
Δίπλα της ένας ιερέας θα προσπαθεί να την συμφιλιώσει με τον ιδέα του θανάτου.
Μα η ίδια θα πρέπει να αποδεχτεί το αμετάκλητο μιας άδικης ποινής.
Η συμβίωση της μελλοθάνατης  με τα μέλη της οικογένειας θα δημιουργήσει ανατροπές στη σκέψη και στα συναισθήματα.
Και πίσω από τη σκιά μιας βίαιης πράξης θα ζητά να ανθίσει μια αγνή και ανέλπιδη αγάπη.

Μυθιστόρημα έντονων περιγραφών της φύσης. Μας πηγαίνει σε μια χώρα που δεν γνωρίζουμε σχεδόν καθόλου και σε μια εποχή που την έχουμε λησμονήσει. Μα που καταφέρνει –αν και περιγράφει το χτες- να φωτίζει το τώρα. Γιατί το άδικο πάντα –ή ακόμα;- κυριαρχεί και ο άνθρωπος πάντα –μα και για πάντα;- μόνος του αντιμετωπίζει τα μεγάλα μυστήρια ζωής, έρωτα και θανάτου.


Πρώτη δημοσίευση:

Δέκα ζωές σε μία





Οι μυθιστορηματικές βιογραφίες έλκουν πάντα το αναγνωστικό ενδιαφέρον πολλών φίλων της λογοτεχνίας. Ιδίως αν η βιογραφούμενη μυθιστορηματική προσωπικότητα είναι πρόσωπο του πρόσφατου παρελθόντος και ο βιογράφος – μυθιστοριογράφος του είναι συγγενικό πρόσωπο.
Κάτι τέτοιο συμβαίνει με τη συγγραφή του βιβλίου «Δέκα ζωές σε μία».
Κεντρικό πρόσωπο ο Ευάγγελος Αβέρωφ – Τοσίτσας και συγγραφέας η κόρη του Τατιάνα Αβέρωφ.
Οι δυο προϋποθέσεις, λοιπόν, να κερδηθεί το ενδιαφέρον πολλών αναγνωστών, υπάρχουν. Αλλά οι αναγνώστες θα ικανοποιηθούν;
Αν αυτός που θα αποφασίσει να διαβάσει το βιβλίο για να πλησιάσει πιο κοντά στον Αβέρωφ που η ελληνική μεταπολεμική κοινωνία είχε γνωρίσει -τον πολιτικό δηλαδή που για χρόνια πρωταγωνίστησε σε καίριες ιστορικές στιγμές και συμμετείχε σε βασικές λήψεις αποφάσεων- ίσως απογοητευθεί. Γιατί η συγγραφέας –κόρη του Υπουργού Εξωτερικών και Άμυνας των διαφόρων κυβερνήσεων του Κωνσταντίνου Καραμανλή- δεν θέλησε να φωτίσει την προσωπικότητα του ανθρώπου που καθημερινά διαβάζαμε γι αυτόν στα διάφορα πολιτικά έντυπα, αλλά αντιθέτως να φωτίσει τα πρώτα χρόνια της ζωής του, αυτά που κι εκείνον καθόρισαν, αλλά και που η ίδια αισθανότανε να της λείπουν σε ότι είχε να κάνει με τον πατέρα της.
Ο επώνυμος γονιός ίσως να σκίαζε τον καθημερινό άνθρωπο μιας προπολεμικής Ελλάδας.
Έτσι στο «Δέκα ζωές σε μία» παρακολουθούμε  -συχνά με μυθιστορηματική αυθαιρεσία- το πώς πλάστηκε ένα αγόρι πλούσιων γαιοκτημόνων της Θεσσαλίας για να γίνει ένας άνδρας που έστρεψε το βλέμμα του προς την Ευρώπη, την ώρα που έχωνε πιο βαθιά τις ρίζες του στην πατρίδα του.
Οι περιγραφές είναι πλούσιες και με κλασσική συγγραφική διάθεση δοσμένες.
Μα το μυθιστόρημα δεν έχει μόνο μια πλευρά. Ανάμεσα στις εξιστορήσεις του παρελθόντος, εισβάλουν οι αναζητήσεις της σημερινής  γυναίκας για να κατανοήσει αυτόν που ενώ για την ίδια ήταν ένας πατέρας, για όλους τους άλλους ήταν ένα πρόσωπο που κάποιοι λατρέψανε, κάποιοι μισήσανε.
Αυτό το μέρος του βιβλίου είναι –προσωπικά πιστεύω- το πλέον ενδιαφέρον καθώς ανιχνεύει τις ψυχογραφικές συνδέσεις πατέρα και κόρης.
Η Τατιάνα Αβέρωφ αποφάσισε να μπολιάσει την Ιστορία με τη δυναμική της Λογοτεχνίας.
Και νομίζω πως το πέτυχε.




Πρώτη δημοσίευση:

http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=198118