20.1.17

Μυθιστόρημα ενηλικίωσης: γεφυρώνοντας το χάσμα

Μυθιστόρημα ενηλικίωσης: γεφυρώνοντας το χάσμα
Της Γεωργίας Γαλανοπούλου //




Λέγεται πως το μήνυμα βρίσκεται στη συσκευασία. Έτσι κι εδώ. Στο εξώφυλλο δεσπόζει η απεικόνιση νεαρής γυναίκας, με μάτια βουρκωμένα, στραμμένα στην οθόνη ενός κινητού. Στο πάνω μέρος, απόλυτος και κατηγορηματικός, κυριαρχεί ο τίτλος: Αμαρτωλή Πόλη. Και κάτω-κάτω δεξιά, μέσα σε διακριτικό πλαίσιο η σήμανση: Καμία Λογοκρισία, Λογοτεχνία Crossover. Σε συνδυασμό, τίτλος και εικόνα λειτουργούν απροκάλυπτα ως πομπός για να στείλουν αστραπιαία το σήμα: Η «αμαρτωλή πόλη» ευθύνεται για τα υπερχειλίζοντα δάκρυα του κοριτσιού. Μια δεύτερη ματιά στο φιλοτεχνημένο από το Φώτη Πεχλιβανίδη περίβλημα είναι καταλυτική για την πρόσληψη του αμέσως επόμενου μηνύματος, το οποίο προκύπτει διαμέσου συσχέτισής του με τα κόμικς, ίσως και τη γραφιστική νουβέλα, είδη-εκφραστές των κοινωνικών  προβληματισμών ενός νεανικού κοινού, συνήθως μη πολιτικοποιημένου. Σ’ ένα τέτοιο κοινό-προφανέστατα και όχι μόνον- απευθύνεται με το νέο του βαθυστόχαστο και αφυπνιστικό μυθιστόρημα ο Κοντολέων, έχοντας κατά νου, βεβαίως, και τους ενήλικες μόνιμους αναγνώστες του.  Άλλωστε, η σήμανση crossover αυτό προσδιορίζει: Το μυθιστόρημα που διασχίζει την ηλικιακή απόσταση ανάμεσα στην εφηβεία και την ενηλικίωση προσδοκώντας να αναγνωστεί τόσο από νέους όσο κι από τις πιο ώριμες ηλικίες.                                 Το crossover, επίσης γνωστό ως μυθιστόρημα ενηλικίωσης, είναι ένα είδος που κατέχει καλά ο Κοντολέων και το οποίο μας πρωτοπαρουσίασε τη δεκαετία του 90 με τη Γεύση Πικραμύγδαλου, αλλά και το βραβευμένο με κρατικό βραβείο μυθιστόρημα Μάσκα στο Φεγγάρι.  Έχοντας ήδη γράψει βιβλία για παιδιά, εφήβους αλλά και ενήλικες, είχε ίσως από τότε παρατηρήσει το χάσμα ανάμεσα στο avant-garde περιβάλλον της ενήλικης λογοτεχνίας και τις συντηρητικά καθορισμένες κατευθυντήριες γραμμές των βιβλίων για μικρές και μεσαίες ηλικίες. Στο νέο βιβλίο του, επιχειρώντας να γεφυρώσει περεταίρω το χάσμα, ενσωματώνει στη γραφή του  γλωσσικά στοιχεία φιλικά και οικεία προς τη νεολαία, απελευθερώνει την αφηγηματική τεχνική του από παραδοσιακές συμβάσεις, ενώ συχνά εκλαϊκεύει το λόγο του χωρίς ωστόσο να τον εκχυδαΐζει. Εστιάζει στη μέση οικογένεια, στους καθημερινούς ανθρώπους, σε χαρακτήρες με ιδιαιτερότητες, πάθη και αδυναμίες. Με την ψυχή στο στόμα, μα κι επικριτικά κάποτε, τους παρακολουθεί να ακροβατούν στην άκρη του γκρεμού ή να περνούν μέσα από τα επικίνδυνα στενά της ανεξέλεγκτης παραβατικότητας, της βίας, της σεξουαλικής εκμετάλλευσης, του φόβου που μεταμορφώνεται σε θυμό και αυτοκαταστροφική μανία. Καταστάσεις σκληρές για αλλοτινές εποχές σε σχέση με τα νεανικά βιβλία. Ωστόσο, ταμπού σαν κι αυτά είναι πλέον ξεπερασμένα από τους ίδιους τους νέους, διευκολύνοντας ακόμη περισσότερο τη διαγενεακή διέλευση της λογοτεχνίας από την ενήλικη στην εφηβική και αντίστροφα μέσω της κατηγοριοποίησης crossover.                                                                                                     Ο λόγος για την Αμαρτωλή Πόλη και το επαναλαμβανόμενο ρητορικό ερώτημα του παντογνώστη αφηγητή, που πλανάται σε όλη σχεδόν την έκταση του βιβλίου. ‘Πότε μια πόλη γίνεται αμαρτωλή; Μήπως είναι οι κάτοικοί της που αφού πρώτα οι ίδιοι αμαρτήσουν, στη συνέχεια μολύνουν και την πολιτεία που τους φιλοξενεί;’ Και τι είναι εντέλει η αμαρτία; ‘Είναι η αδικία’, μας λέει αρχικά ο αφηγητής σαν να βαδίζει ψάχνοντας, σαν να προσκαλεί τον αναγνώστη να ψηλαφίσει κι αυτός μαζί του, να σκεφτεί ανάμεσα σ’ εκείνο που σήμερα ο κοινός νους εκλαμβάνει ως βαρύ ηθικό ή θρησκευτικό ‘παράπτωμα’ και αυτό που ερμήνευαν ως αμαρτία προγενέστεροι, ανάλογα με τις εκάστοτε αντιλήψεις. Κι εκεί κάπου ανάμεσα στις τελευταίες 50 σελίδες, και έχοντας διασχίσει ήδη πάνω από τριακόσιες, με βεβαιότητα αποφαίνεται ο αφηγητής: ‘Αμαρτία μπορεί να σημαίνει και αδικία. Μπορεί παραπλάνηση. Ένα κάποιο-μοιραίο-λάθος’. Στεκόμαστε στο αρχαιοελληνικό ‘λάθος’. Από τη στιγμή που θα διαπραχθεί, ακούσια ή εκούσια, μας λέει ο Αριστοτέλης στην Ποιητική, μια αλυσίδα αναπόφευκτων γεγονότων ενεργοποιείται με αποτέλεσμα τη δυστυχία του τραγικού ήρωα ως και την τελική του πτώση. Έτσι κι εδώ. Το πρώτο λάθος οδηγεί στο δεύτερο, περνά αλυσιδωτά στο επόμενο, ο έλεγχος χάνεται, η ανωριμότητα υπερισχύει, ενώ οι ήρωες, από το ψηλό σκαλί που κάποτε βρίσκονταν κατακρημνίζονται στο τελευταίο.                                                                             Η πόλη, αν και σκόπιμα δεν κατονομάζεται, μας είναι γνώριμη και δεν εκπλήσσει. Είναι η παρηκμασμένη Αθήνα και κατ’ επέκταση ολόκληρη η χώρα της χρεωκοπίας και της εγκατάλειψης, των κλειστών καταστημάτων, των διαλυμένων οικογενειών, των οικονομικά κατεστραμμένων, των θυμωμένων πολιτών στους δρόμους και τις πλατείες. Οι αναθυμιάσεις της δυσοσμίας της, αλλά και της ανασφάλειας που αυτή εκπέμπει, διηθίζονται σε κάθε γωνιά της, διεισδύουν στα σπίτια, διαποτίζουν τις ζωές των πολιτών, γκρεμίζουν αξίες, ματαιώνουν όνειρα και απηχώντας στίχους από το εμβληματικό ποίημα του Άλλαν Γκίνσμπερκ (στην προμετωπίδα) , μετασχηματίζονται σε Ουρλιαχτό. Σ’ αυτό το ζοφερό- και καθόλου επίπλαστο- περιβάλλον τοποθετεί ο Κοντολέων τους ήρωές του, άλλους σε καλύτερη κι άλλους σε χειρότερη μοίρα, άλλους ν’ αφήνουν τον τόπο για να σπουδάσουν έξω, άλλους να διαλύουν την οικογένεια γιατί δεν αντέχουν να ζουν στη μιζέρια, άλλους να παγιδεύονται στη φτώχεια και την απραξία, άλλους να εκδίδονται για να τα βγάλουν πέρα ή να μετατρέπουν το θυμό και το φόβο τους σε όπλο κατά του εαυτού τους. Φοβισμένοι άνθρωποι και θυμωμένοι. Θύτες και θύματα, πολίτες μιας παρηκμασμένης πόλης.
Έξι είναι οι βασικοί ήρωες και οι πέντε από αυτούς διαπράττουν σφάλματα, κουβαλούν αμαρτίες δικές τους ή αυτές που τους φόρτωσαν κάποιοι άλλοι. Ο αφηγητής-συγγραφέας τους παρακολουθεί να ταλανίζονται βήμα-βήμα και αναμοχλεύοντας το παρόν με το παρελθόν τους, ξεσκεπάζει τις αδυναμίες τους, φωτίζει τις ιδιαιτερότητές τους, εστιάζει στην ανεπάρκειά τους να προσαρμοστούν στη νέα τάξη πραγμάτων. Σχολιάζει, στηλιτεύει, συμπαρίσταται και συμπονά ο αφηγητής, ενώ διαρκώς αμφιταλαντεύεται πάνω από την αμφιμονοσήμαντη απεικόνιση της πόλης-χώρας και των καθημαγμένων πολιτών-ηρώων του που την κατοικούνε.  Εντέλει, τα βάρη θα ριχθούν στην πόλη. Όχι άμεσα, μήτε από τον ίδιο τον αφηγητή, αλλά δια στόματος του νεαρού Τονίνο, ενός ήρωα, που παρά τις αδυναμίες του, στο τέλος αναδύεται ως ο θαρραλεώτερος όλων. ‘Ένοχοι και αθώοι όλοι μας’ αποφαίνεται. ‘Την αμαρτία χρέωσέ την στην πόλη!’

Πρώτη δημοσίευση:
http://fractalart.gr/amartwli-poli/
19 Ιανουαρίου 2017

22.12.16

Αμαρτωλή Πόλη -Παραβιάσεις και μεταμορφώσεις

Παραβιάσεις και μεταμορφώσεις στην Αμαρτωλή πόλη του Μάνου Κοντολέων

Από την Βίκυ Πάτσιου



Το έργο του γνωστού και καθιερωμένου συγγραφέα Μάνου Κοντολέων, που διανύει στα γράμματά μας μία γόνιμη πορεία σχεδόν σαράντα ετών (τα πρώτα του βιβλία κυκλοφόρησαν το 1979) θέτει πολλά ερευνητικά ερωτήματα, μεταξύ άλλων, σχετικά με την έννοια της «ιστορικότητας» της ανάγνωσης, της πρόσληψης του λογοτεχνικού κειμένου και του λογοτεχνικού κανόνα, ενώ συνολικά μας επιβάλλεται όχι μόνο με τον όγκο και την ποιότητά του, αλλά και την ευρηματική ή και αμήχανη, για τους ειδικούς, παραδοξότητα να διαβάζεται από ενηλίκους, εφήβους και παιδιά. Το έργο του διαβάστηκε από πλήθος νέων και ενηλίκων αναγνωστών, βραβεύτηκε από πολλούς φορείς, τιμήθηκε με κρατικό βραβείο και γνώρισε διαδοχικές επανεκδόσεις.

Πότε και ποιοι διάβασαν/διαβάζουν το έργο του; Ποιο είναι το διαφορετικό νόημα που κάθε φορά του αποδίδεται και πόσο αυτό επηρεάζεται από το ιδεολογικό κλίμα της εποχής; Η ελευθερία του αναγνώστη είναι απεριόριστη ή ακολουθεί, έως ένα βαθμό, τις αντικειμενικές ιδιότητες που ορίζει η επιφάνεια των λέξεων; Ποια είναι τα όρια της γραφής και η σχέση τους με το θέμα που επιλέγεται; Ίσως, κανένας άλλος συγγραφέας, από την εποχή της μεταπολίτευσης και μετά, δεν έθεσε ιστορικά τόσα ερωτήματα για τα όρια του αναγνωστικού κοινού και τον προσδοκώμενο αναγνώστη, τη λογοκρισία και την αυτολογοκρισία, τους τρόπους έκφρασης και την υπονόμευσή τους με τον τρόπο, τη διαύγεια αλλά και την επιμονή που τα έθεσε ο Μάνος Κοντολέων.

Το τελευταίο μυθιστόρημα του συγγραφέα η Αμαρτωλή πόλη, με τις προφανείς διακαλλιτεχνικές συνδηλώσεις της, παραπέμπει στον σκοτεινό λαβύρινθο της αστικής μεγαλούπολης που συνδέεται παρηγορητικά ή και αντιστικτικά με τα περίχωρα και την εξοχή, τον χώρο όπου τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα επουλώνουν ή αντιμετωπίζουν τα τραύματά τους. Η ηρωίδα του μυθιστορήματος, η Στεφανία, δεν αποτελεί μια τυπική γυναικεία φωνή , αλλά μια ξεχωριστή φωνή κοριτσιού με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αποτυπώνονται στη λογοτεχνική εκφορά και την αναπαράσταση του αφηγηματικού υποκειμένου: έχουμε να κάνουμε με μια ανώριμη ωριμότητα και μια φωνή που γίνεται κραυγή σε ένα κόσμο που καταρρέει.

H συγκεκριμένη ηρωίδα μας προσφέρει μια προνομιακή θέα του γιατί ή για ποιον γράφει κανείς, καθώς αναπτύσσει ή εκθέτει ένα λόγο για τη βιωμένη της εμπειρία που αποσταθεροποιεί δραστικά τους καθιερωμένους λόγους περί κανονικότητας, που συνήθως συνοδεύουν την πορεία προς την ενηλικίωση και την κοινωνική ένταξη. Στη διαδρομή της η ηρωίδα πραγματοποιεί μια πολλαπλή παραβίαση, καθώς καταπατά τα όρια του επικίνδυνου και του απαγορευμένου και συναντά αλλόκοτα πλάσματα που μεταμορφώνονται ή συρρικνώνονται ανάλογα με τους φόβους ή τις επιθυμίες της.

Ένα από τα ζητήματα που θέτει στον αναγνώστη ένα έργο, όπως αυτό του Μάνου Κοντολέων, που κάλυψε συνολικά πολλά από τα λογοτεχνικά είδη, είναι και αυτό της κατάταξης. Σημείο αφετηρίας για την ένταξη του συγκεκριμένου μυθιστορήματος σε κάποιο είδος ή κατηγορία, θα μπορούσαν να αποτελούν τα στοιχεία που μας παρέχει ο ίδιος ο συγγραφέας για το πώς θα έπρεπε να διαβαστεί το έργο του. Στην περίπτωση αυτή ο συγγραφέας ανταγωνίζεται ή συμπληρώνει τον αναγνώστη του σε μια προσπάθεια να νομιμοποιηθεί ή να αξιοποιηθεί η χρήση ενός πλούσιου παρακειμενικού υλικού από την οπτική μιας θεωρίας της πρόσληψης που αντιμετωπίζει είδη, μορφές και περιεχόμενα ως κοινωνική μεταβλητή. «Ολόκληρο τον πρώτο χρόνο συγγραφής του μυθιστορήματος δεν μπορούσα να αποφασίσω αν το έργο που γράφω ανήκει στη λογοτεχνία για νέους ή στην άλλη, αυτή των ενηλίκων», σημειώνει ο ίδιος. Και συνεχίζει: «Τελικά κατάλαβα πως για μια ακόμα φορά υπηρετούσα το είδος του μυθιστορήματος ενηλικίωσης –το Βildungsroman, όπως διεθνώς αποκαλείται– και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μυθιστορηματική καταγραφή της πορείας ενός νεαρού ατόμου προς την ατομική του και συνειδητή του ενσωμάτωση στον κόσμο των ενηλίκων […] Πιστεύω, λοιπόν, πως και η Αμαρτωλή πόλη είναι –ή διεκδικεί να είναι– ένα σύγχρονο μυθιστόρημα ενηλικίωσης ή –με τον νέο τρόπο ονοματοδοσίας αυτού του λογοτεχνικού είδους– ένα μυθιστόρημα crossover»1.
Αν η ύπαρξη του Βildungsroman θεωρείται ότι επικυρώνεται με το εμβληματικό μυθιστόρημα του Γκαίτε Τα χρόνια μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ (1796) ως ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος, η στοίχιση με ένα άλλο ειδολογικό μοντέλο, αυτό του crossover, καθώς και η προσέγγισή του ως μετεξέλιξη ή μεταμόρφωση ενός προηγούμενου, εγείρει διάφορα θεωρητικά ζητήματα, που φέρνουν στο προσκήνιο οι ολοένα αυξανόμενες μελέτες, έρευνες και κριτικές των τελευταίων χρόνων στην ευρωπαϊκή κυρίως βιβλιογραφία σχετικά με τη λογοτεχνία crossover2. Η ομοιοσυστασία του θεωρούμενου ως μοντέλου, η ομοιογένεια των επικαλούμενων ιστορικών παραδειγμάτων, που φτάνουν στο βάθος των αιώνων, τα σύγχρονα παραδείγματα και η απόστασή τους σε σχέση με το νοούμενο ειδολογικό επίκεντρο, είναι ορισμένα από αυτά.

Πρόκειται τελικά για τάση, εκδοτικό φαινόμενο ή απλώς επινόηση του 21ου αιώνα; Το ζήτημα που θέτει ο Μάνος Κοντολέων με την Αμαρτωλή του πόλη και τη λογοτεχνία crossover έχει μόλις ανοίξει.

21.12.16

"Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ" Ο Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Β. Δ. Αναγνωστόπουλος, γράφει στο περιοδικό ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ, τεύχος 122

"Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ"
Ο Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Β. Δ. Αναγνωστόπουλος, γράφει στο περιοδικό ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ, τεύχος 122


Στο καινούργιο βιβλίο του ο Μάνος Κοντολέων αφηγείται ιστορίες στον εγ-
γονό του Μανολίτο, έχοντας μαζί στην παρέα τον παππού και τη γιαγιά του
Μανουήλ, αλλά και την κατάλευκη σκυλίτσα, τη Νύχτα! Ο τίτλος παίζει με
τρία ομόρριζα ονόματα: «Μανόλο, Μανολίτο και… Μανουήλ».
Η ιστορία διαιρείται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, με τίτλο «Τρία δέντρα, τριάντα τριανταφυλλιές» (σελ. 9-70), η αφήγηση αναφέρεται στον παππού Μανόλο, στον εγγονό Μανολίτο και στη Νύχτα το σκυλάκι τους. Η Νύχτα χάνεται,
οπότε θ’ αρχίσουν έρευνες για τον εντοπισμό της. Για καλή τους τύχη, την
άλλη μέρα τη φέρνει στην αγκαλιά του ένα αγόρι που δουλεύει σε παρακείμε-
νο φυτώριο, που έχει ιδιοκτήτη έναν γνωστό τους γεωπόνο. Και το όνομα του
αγοριού... Μανουήλ! Ο Μανολίτο και ο Μανουήλ θα γίνουν φίλοι. Θα τους
πει κι αυτός για τον παππού του, ενθυμούμενος τις ιστορίες και τα παραμύθια που του έλεγε...
Στο δεύτερο μέρος, με τίτλο «Ένα ταξίδι μόνο» (σελ. 70-112), περιγράφεται το ταξίδι που επιχειρούν οι τέσσερίς τους προκειμένου να επισκεφτούν τον παππού και τη γιαγιά του Μανουήλ.
Το κείμενο προσφέρεται για διάλογο με τον αναγνώστη:
1. Από τους τέσσερις ήρωες της ιστορίας, ο αναγνώστης ξεχωρίζει τη μορφή του παππού, που δεν είναι άλλος από τον συγγραφέα του βιβλίου. Ο Μανόλο, λοιπόν, είναι ένας σοφός παππούς, που γνωρίζει πώς να φέρεται
στον εγγονό του, πώς να του μιλά και να του ξυπνάει τα όνειρα, συζητώντας για τη φιλία, τα λουλούδια, τα δέντρα, τη γη. Την ίδια σοφία εμφανίζεται να διαθέτει και ο παππούς του Μανουήλ.
2. Ο Μανολίτο και ο Μανουήλ βρίσκονται στην εφηβική ηλικία (μάλλον την
προεφηβική), γεμάτοι με απορίες και πολλά ερωτηματικά. Θα έλεγε κανείς
ότι βρίσκονται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο παραμύθι και στην πραγματικό-
τητα. Διαβάζουμε στη σελ. 94: «…Ένα νέο παλικάρι πρέπει κάποια στιγμή να
ζήσει όχι μόνο το παραμύθι, αλλά και την ίδια την πραγματικότητα… Όμως
είναι τόσο όμορφο να μην ξεχνάμε πως πάντα υπάρχουν και τα όνειρα…»
Λόγια αληθινά και πειστικά, όταν λέγονται από τον παππού ή τη γιαγιά.
3. Ο διάλογος αποτελεί το κύριο στοιχείο της αφήγησης, παραπέμποντας σε
σύγχρονο «εκπαιδευτικό» μοντέλο, στην εποχή δηλαδή του διαλόγου και
4. Συνολικά, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι το αφήγημα είναι σε πρώτο επίπεδο «οικολογικό», προβάλλει δηλαδή πτυχές του φυσικού κόσμου, ενώ σε βαθύτερα επίπεδα προβάλλει ιδέες και απόψεις για την «τέχνη» της ζωής. Οι αναπλασμένες μυθολογικές αναφορές στη Δάφνη και τον Απόλλωνα, στην Πίτυν (το πεύκο) και τον Κυπάρισσο (κυπαρίσσι), στα λουλούδια και τη γη, καθιστούν οικειότερη γνωστικά τη μυθολογία και τη δενδρολογία, καλλιεργώντας ταυτόχρονα τον σεβασμό σε καθετί το φυσικό.
5. Ένα ακόμα στοιχείο που εντυπωσιάζει στην αφήγηση είναι η διακειμενικότητα, η επικοινωνία κειμένων και ηρώων διαφορετικής εποχής. Πιο συγκεκριμένα, διαπιστώνουμε ότι από τα τρία ονόματα τα δύο πρώτα παραπέμπουν σε προηγούμενο ομώνυμο μυθιστόρημα του ίδιου συγγραφέα
(Μανόλο και Μανολίτο, Πατάκης 2013), και το τρίτο όνομα στο διήγημα
του Βιζυηνού, «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον». Έτσι, διαβάζουμε στο
Σημείωμα του συγγραφέα: «Δε γίνονται μόνο οι άνθρωποι φίλοι. Γίνονται
και οι ήρωες των βιβλίων».
Γενικά, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ο παππούς ως αφηγηματικό πρόσωπο της Παιδικής Λογοτεχνίας αποτελεί εμβληματική φιγούρα και έχει αξιοποιηθεί από πολλούς παλαιούς, νεώτερους και σύγχρονους συγγραφείς. Είναι κυρίαρχο πρόσωπο, που κινεί με επιδεξιότητα το νήμα της αφήγησης, κυρίως με τον διάλογο και την υπομονή. Αυτή η αντίστιξη μεταξύ παππού και εγγονού παραπέμπει σε παιδαγωγικό μοντέλο, όπου βασίζεται η παιδαγωγική διαδικασία, υλοποιούμενη με τρόπο διαλογικό, ισότιμο και με χιουμοριστικό ύφος. Όπως επισημάναμε και παραπάνω, η λογοτεχνία για παιδιά και εφήβους αναδεικνύεται έτσι σε «παιδαγωγούσα» δύναμη, όπως τόνιζε συχνά ο αείμνηστος πρόεδρος του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, Κωνσταντίνος Δεμερτζής

20.12.16

Αμαρτωλή Πόλη - η γνώμη μιας αναγνώστριας


Είναι από τα βιβλία που διαβάζοντάς το φτάνεις σε κάποιο σημείο που δε θες να το αφήσεις.. Σε "τρώει" να δεις τι θα συμβεί.. (Το Σάββατο 10/12 διάβαζα ως τις 2:00 και δεν έλεγα να το αφήσω!)

...Τι θα συμβεί στη Στεφανία, στον φίλο της , τον Τονίνο, που ξεκίνησε για "Σαμποτάζ" μα τελικά συνειδητοποίησε πως όλα τα έκανε να φαίνονται όπως ήθελε, για να έχει ένα καλό "Καμουφλάζ".
Θα τολμούσα να πω πως είναι "ώριμος", τόσο όσο να καταλάβει πώς πρέπει να προβάλει τον εαυτό του ως μαθητής, για να είναι αποδεκτός. Κρύβει το πραγματικό του εγώ για να μην απορριφθεί. Όταν το αποδέχεται καταστρέφει τον εαυτό του αντιλαμβανόμενος πως δεν κατάφερε να γίνει αυτό που ήθελε. Δεν έκανε σαμποτάζ!
Η δε Στεφανία, ένα κορίτσι τόσο καθημερινό, πραγματικό, ρεαλιστικό. Συγκλονιστικά αληθινό. Έρμαιο της μη καθοδήγησης από κάποιον δικό της, καταλήγει να γίνει αντικείμενο πόθου. Όχι αληθινού, τρυφερού, ζεστού όπως με τον Κωνσταντίνο. Έτσι νομίζει ότι γίνεται κυρίαρχη του εαυτού της. Χάνει/διώχνει τον άνθρωπο που ίσως κρύβει μιαν ελπίδα στοργής, αγάπης, τρυφερότητας. Μπορεί και να τον ζηλεύει που ζει σε μια οικογένεια κανονική που στις μέρες μας σπάνια βρίσκεις. Κατά βάθος δεν μπορεί να τον εμπιστευτεί απόλυτα, φοβάται μην την προδώσει όπως οι γονείς της. Το αντρικό πρότυπο το αμφισβητεί, την έχει απογοητεύσει, την έχει "εγκαταλείψει", έχει δείξει αδυναμία. Το μητρικό το απορρίπτει.
Και στις δύο περιπτώσεις  -και της Στεφανίας και του Τονίνο- απούσα η οικογένεια. Γονείς που δεν είναι έτοιμοι για γονείς, άνθρωποι που για άλλα ξεκινούν κι αλλού τραβάνε. Άνθρωποι που δεν ξέρουν πώς να διαχειριστούν σωστά όσα τους τυχαίνουν. Εξαπατημένοι από το "αμερικανικό όνειρο" της εποχής δεν μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά τα παιδιά τους, δεν βρίσκονται δίπλα τους, γιατί αλλιώς είχαν φανταστεί τη ζωή τους κι αλλιώς τους βγήκε. Επηρεασμένοι από την σκληρή κρίση -οικονομική και κοινωνική- δεν μπορούν; δεν ξέρουν; να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. (Νομίζω είναι σκληρή η κριτική μου, ίσως λόγω ηλικίας, ίσως λόγω του φόβου μην καταλήξω έτσι στα 50 μου!)

Με σόκαρε. Το γεγονός ότι είναι η καθημερινή ζωή πολλών ανθρώπων, νέων και μη. Ζωές που τρέχουν παράλληλα γύρω μας κι εμείς δεν γνωρίζουμε. Ή μάλλον όλο και κάτι έχουμε υποψιαστεί, έχουμε ακούσει αλλά το αφήνουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας γιατί "δε μας αφορά". Δεν είναι λέμε τα δικά μας παιδιά, η δική μας οικογένεια, οι φίλοι μας. Κι όμως πόσες φοιτήτριες δεν καταλήγουν έτσι; Πόσοι νέοι σαν τον Τονίνο; Πόσοι οικογενειάρχες δεν εξαθλιώθηκαν/ώνονται από την κρίση; Ο Κλεάνθης δεν αυτοκτόνησε όπως άλλοι αλλά σκότωσε αλλιώς τη ζωή του.

Έχω μεγαλώσει σε μια οικογένεια που οι γονείς μου ζουν κι είναι μαζί 42 χρόνια. Φαντάζομαι όσο μπορώ, πόσο δύσκολο ήταν γι' αυτούς να μη βάλουν κάποιες φορές τον εαυτό τους πάνω από τα παιδιά τους και να κοιτάξουν να τα προστατέψουν. Πόσο δύσκολο είναι να καταπνίξεις το θυμό σου, τη δυσαρέσκεια που νιώθεις στη σχέση σου ενίοτε και να σκεφτείς καθαρά και ψύχραιμα τι είναι το σωστό για τα παιδιά σου. Για το μέλλον. Εύχομαι να γίνω σαν αυτούς! Και το βιβλίο αυτό  με έκανε να το συνειδητοποιήσω πολύ έντονα. Εύχομαι οι άνθρωποι να μπορέσουν να βρουν τον δρόμο τους μέσα σε αυτήν την αμαρτωλή πόλη, σε αυτόν τον αμαρτωλό κόσμο και να σταθούν στα πόδια τους με αξίες που θα τους βαστούν ακέραιους.
Η ελπίδα που νιώθω ότι τελικά φωτίζει αμυδρά  στους νέους μέσα από το μυθιστόρημα αυτό, εύχομαι να γίνει φλόγα όσο κι αν φοβάμαι για το αντίθετο.

Με δυο λόγια – ο Μάνος Κοντολέων με την ‘Αμαρτωλή Πόλη» του, με "τάραξε" ευχάριστα κι εποικοδομητικά για ακόμα μια φορά. Όπως στα 20 μου με το άλλο  μυθιστόρημά  του, το   "Γεύση πικραμύγδαλο".

Δώρα Τρουπή
28 ετών
Δασκάλα

18.12.16

Ο Θωμάς Κοροβίνης για την "Αμαρτωλή Πόλη"


"Οι αμαρτίες των ανθρώπων πάντα παρόμοιες, ίδιες".
Οι πόλεις οι αμαρτωλές είναι που κάθε φορά αλλάζουν".

Ο Μάνος Κοντολέων, συγγραφέας με πολλά εύσημα στο ενεργητικό του, και μια σειρά πεζογραφημάτων κάθε κατηγορίας, που απευθύνονται σε όλη την ηλικιακή και ασχολούνται με όλη την ψυχολογική γκάμα του ανθρώπου, ελληνοκεντρικός αλλά με ισχυρές αφομοιωμένες επιδράσεις και από το ύφος σύγχρονων ξένων συγγραφέων, -με σύντροφο την επίσης ταλαντούχα πεζογράφο και μεταφράστρια Κώστια Κοντολέων, ανήκει στους δημιουργούς, τους οιονεί ταγμένους στην σαγηνευτική και αγωνιώδη περιπέτεια της γραφής.
Στο μυθιστόρημα "Αμαρτωλή πόλη" πρωταγωνιστούν τέσσερα πρόσωπα που εκπροσωπούν την δοκιμασία της μετάβασης από την ηλικία της νεανικής αθωότητας στην ωριμότητα. Τέσσερις ζωές που αγωνίζονται με φρόνημα περήφανο και έντονη διάθεση αυτοπροσδιορισμού να επιβιώσουν τον καιρό της καταβύθισης της χώρας στο κενό.
"Οι κούκλες καθισμένες ζευγαρωτά
κρατώντας χαλασμένα ζαχαρωτά
μέσα σε ροζ και χρυσαφένια αμπαλάζ
Σαμποτάζ! Θα τους κάνουμε......σα...."
Ο έρωτας με τις παραμέτρους του, μόνιμο μοτίβο ενασχόλησης του συγγραφέα. Ο βιασμός των νεανικών ονείρων σ' ένα κυκεώνα ανασφάλειας και έλλειψης προοπτικών. Οι αμαρτίες των ηρώων του, αποκύημα μιας καθολικής αμαρτίας, μιας καταστροφής στην οποία προηγουμένως έχει βουλιάξει όλη η χώρα.
Ο Κοντολέων επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά ότι είναι βαθιά κοινωνικός συγγραφέας με το σπάνιο προσόν να μπορεί "γλυκομίλητα" να αναφέρεται σε ναυάγια της ζωής και να αναλύει άγριες και αδιέξοδες καταστάσεις.

https://www.facebook.com/thomas.korovinis.5?fref=nf&pnref=story

16.12.16

Ανδρέας Καραγιάν «Άκρατος γέλωτας»



Ανδρέας Καραγιάν
«Άκρατος γέλωτας»
Βιβλιοπωλείον της Εστίας


  
Μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα περίπτωση σύγχρονου συγγραφέα του ελλαδικού χώρου, είναι ο κύπριος Ανδρέας Καραγιάν.
Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στη συνέχεια πήγε στο Λονδίνο για την απόκτηση ειδικότητας.  Ήταν προς το τέλος της δεκαετίας του ’60  και  το όλο κλίμα εκείνης της εποχής, τον βοηθά να πάρει την απόφαση να στραφεί προς ότι πιο γνήσιο διέθετε η προσωπικότητά του. Κι έτσι σπουδάζει πρώτα ζωγραφική και μετά χαρακτική τόσο στη Μεγάλη Βρετανία όσο και στη Γερμανία.
Θα είναι το 1978 που θα κάνει την πρώτη του ατομική έκθεση στην γκαλερί  «Ώρα» στην Αθήνα.
Από εκεί και πέρα αναγνωρίζεται  και εκτιμάται η παρουσία του στο χώρο της ζωγραφικής, ενώ ο ίδιος παράλληλα θα ασχοληθεί και με τη κριτική θεάτρου και κινηματογράφου.
Το 2007 προσκαλείται στην Αλεξάνδρεια από την εκεί Βιβλιοθήκη και δημιουργεί μια σειρά έργων εμπνευσμένων από την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της πόλης αυτής. 
Το 2008 κυκλοφορεί και το πρώτο του βιβλίο και έτσι φωτίζει και μια άλλη πτυχή των δυνατοτήτων της καλλιτεχνικής του ιδιοσυγκρασίας –αυτήν του συγγραφέα.
Το βιβλίο «Άκρατος γέλωτας»  είναι το τέταρτο πεζογράφημά του.
Δύο από τα προηγούμενα βιβλία του τιμηθήκανε με το Κρατικό Βραβείο μυθιστορήματος της Κύπρου.
Και τα τέσσερα αυτά βιβλία αποτελούν μια τετραλογία  μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας.
Ο Ανδρέας Καραγιάν ανακαλεί πρόσωπα του παρελθόντος του, ιδέες που τον απασχολήσανε, έρωτες που ενεργοποιήσανε τις δημιουργίες του, ταξίδια που του πλάτυναν τις εμπειρίες.
Και μέσα από μια χαλαρή δομικά αφηγηματική σύνθεση, καταφέρνει να σχηματίσει μια ‘μυθιστορηματική’ περσόνα η οποία υποστηρίζει μια χαμένη αισθητική και μια συνειδητοποιημένη επιλογή.
Η αισθητική έχει να κάνει με το ότι χαρήκαμε στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.
Η επιλογή αφορά το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να ζει με τον δικό του προσωπικό τρόπο τα πάθη των ερώτων του.
Οι δυο αυτοί άξονες που διαπερνούν την πεζογραφική σύνθεση του βιβλίου  σαφέστατα παραπέμπουν  σε μια μετα - καβαφική  στάση ζωής.
Ο Καραγιάν είναι ηδονιστής και εστέτ. Είναι ταγμένος στον Έρωτα και στην Τέχνη.
Γι αυτό και ζωγραφίζει. Γι αυτό και γράφει.  Και δεν διστάζει να προκαλεί –ο ίδιος άλλωστε έχει δηλώσει πως «Η αλήθεια είναι πάντα μια πρόκληση άρα, αν τα βιβλία είναι προκλητικά σημαίνει ότι είναι αληθινά».
Οι μνήμες είναι άλλοτε ‘μικρές’  (π.χ. η Διάπλασις των Παίδων του ’50), άλλοτε πάλι πλέον ‘σημαντικές’ (π.χ. οι συζητήσεις με το ζεύγος Μιλλιέξ).
Οι περιγραφές των τόπων –Βερολίνο, Αθήνα, Κύπρος, Αλεξάνδρειας κ.α.- φωτίζουν όσους κυκλοφορούν στους δρόμους τους, αλλά και φανερώνουν τις ιδιόμορφες γοητείες τους.
Οι διακειμενικές αναφορές με συνέπεια επιλεγμένες – Προυστ και Καβάφης.
Και εν τέλει οι ίδιοι οι ήρωες –κάποτε όντα με σάρκα και οστά, τώρα αναπνέουν με τη βοήθεια τυπωμένων λέξεων. «... Λάμπουν για λίγο καθώς  αναδιπλώνεται στο χαρτί η ιστορία τους , απλώνουν τα φτερά τους, μας  χαμογελούν , ζητούν την κατανόησή μας*  κάποτε και τη συγνώμη μας* ή μας δίνουν τη δική τους συγχώρηση. Ύστερα πάλι χάνονται στη λήθη και στη σιωπή.»  σελ. 155
Μια, λοιπόν, κατάθεση τρόπου σκέψης και τρόπου πράξης, ολοκληρώνει αυτό το βιβλίο.
Η Αννίτα Παναρέτου σημειώνει στο οπισθόφυλλο «’Ο Άκρατος γέλωτας’ συνοψίζει την πορεία του Ανδρέα Καραγιάν: το χαμόγελο, τον λυγμό και τον κλαυσίγελω ολόκληρης της ζωής του. Και ταυτόχρονα υποδηλώνει πως η ποιότητα της ωρίμανσης είναι ανάλογη με τη διάρκειά της».
Θα συμφωνήσω μαζί της.  Το πλέον ενδιαφέρον ταξίδι είναι η ίδια η ζωή του  κάθε ανθρώπου που ταξιδεύει –όμως- συνειδητοποιημένα.
Σε εποχές όπου η μαζικότητα επιβάλει τις απόψεις της, η τόλμη να προβάλεις  τον υποκειμενικό τρόπο σκέψης και πράξης, φανερώνει ωριμότητα και προσφέρει ελπίδα.



12.12.16

‘Αμαρτωλή πόλη’ -κριτική της Μάριον Χωρεάνθη στο diastixo.gr


Μάνος Κοντολέων, ‘Αμαρτωλή πόλη’ -κριτική της Μάριον Χωρεάνθη

Η Στεφανία είναι ένα δεκαεφτάχρονο κορίτσι μεγαλωμένο μέσα σε μια οικογένεια τυπική των ανώτερων στρωμάτων της μεσαίας τάξης, που με την πρώτη ματιά θα τη χαρακτήριζε κανείς σχεδόν ιδανική. Πατέρας καλλιεργημένος και με καλλιτεχνικές καταβολές, μητέρα αριστοκρατική και φινετσάτη (αν και όχι χωρίς επιτήδευση), μικρός, ζηλιάρης πλην χαριτωμένος, αδελφός. Κι ένα καλόγουστο σπίτι με όλες τις ανέσεις και κάποιες επιπλέον πολυτέλειες χάρη στα έσοδα από μια επιτυχημένη ιδιωτική επιχείρηση. Σε μια ηλικία όπου ‘το μέλλον’  φαντάζει ακόμα πολύ μακρινό, η Στεφανία αναγκάζεται να προσγειωθεί απότομα και οδυνηρά σε μια σκληρή, στερημένη καθημερινότητα, για την οποία τίποτα στην ως τότε ζωή της δεν την είχε προετοιμάσει...
Η Αμαρτωλή Πόλη του Μάνου Κοντολέων αυτοπροσδιορίζεται ως ‘μυθιστόρημα ενηλικίωσης’ (bildungsroman), απευθυνόμενο τόσο σε παιδιά που βγαίνουν από την εφηβεία και νεαρούς ενήλικες, όσο και στους μεγάλους. Ο προκλητικός για τη σκέψη τίτλος παίζει ευφυώς με τις λέξεις, φέρνοντας εσκεμμένα ή συμπτωματικά στο νου τη σειρά νεο-νουάρ κόμικ και ταινιών με παρόμοιο τίτλο (Sin City) του Αμερικανού Frank Miller – συνειρμός τον οποίο, άλλωστε, υποβάλλει και η αισθητική της φιλοτεχνημένης από τον Φώτη Πεχλιβανίδη εικόνας του εξωφύλλου.
Συνεκδοχή της ευρύτερης έλλογης κοινωνίας, η πόλη αποτελεί ένα ιδιόμορφο οικοσύστημα όπου οι φυσικοί νόμοι έχουν παρερμηνευθεί από εμάς τους ανθρώπους και προσαρμοστεί με ‘προκρούστειο’ τρόπο στη δική μας (χρωματισμένη από συναισθηματισμό, ίδιον συμφέρον και μεγάλη ιδέα για το είδος μας) αντίληψη της φύσης. Σε αντίθεση όμως με τα υπόλοιπα ζωντανά πλάσματα, που όσο μικροσκοπικά και αν είναι ή όσο αδύναμα και αν φαίνονται, διαθέτουν «όπλα» και μηχανισμούς ώστε να ξεγελούν τους κινδύνους του περιβάλλοντός τους, ο άνθρωπος έχει μείνει κυριολεκτικά γυμνός, ανυπεράσπιστος απέναντι στους ομοίους του. Ο μόνος τρόπος να αμυνθεί είναι να παραστήσει τον κυρίαρχο με ό,τι μέσα διαθέτει, να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους πως έχει την κατάσταση στα χέρια του.
Σ’ έναν τέτοιο στρεβλό μικρόκοσμο δίχως σαφείς γεωγραφικές συντεταγμένες, μια ανώνυμη πόλη στο έλεος της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, όπου η αποσύνθεση του κοινωνικού υποστρώματος δεν μπαίνει καν στον κόπο να κρυφτεί, η οικογένεια της Στεφανίας είναι από κείνες που τους λαχαίνει να ‘λουστούν’ ανηλεώς τις παρενέργειες. Ανήμποροι να αντιμετωπίσουν με σύμπνοια τις δυσκολίες, οι γονείς της χωρίζουν. Ο πατέρας της αφήνεται να βουλιάξει στην κατάθλιψη, το σπίτι τους αδειάζει από φως και ζωή για να γεμίσει μούχλα και σκόνη. Προτού καλά καλά προλάβει να γνωρίσει τον εαυτό της, ούτε πια παιδί αλλά ούτε ακόμα γυναίκα, η Στεφανία υποχρεώνεται να σηκώσει φορτίο για ώμους πολύ πιο ‘ψημένους’  απ’ τους δικούς της, ενώ τα στερνά απομεινάρια του παιδικού της εγω(κεντρ)ισμού ξεθυμαίνουν μπροστά στη συνειδητοποίηση της γενικευμένης δυστυχίας. Ώσπου άξαφνα, στον αδιέξοδο βάλτο της απελπισίας και της μιζέριας, κάνει τη θεαματική του εμφάνιση ο Τονίνο.
Αν και η προφανής ηρωίδα του βιβλίου είναι η Στεφανία –η οποία βέβαια λειτουργεί ως κεντρικός άξονας και διαρκές, άμεσο και έμμεσο σημείο αναφοράς– η Αμαρτωλή Πόλη είναι στην ουσία ένα σπονδυλωτό αφήγημα μοιρασμένο ακριβοδίκαια στις ζωές των προσώπων του, ακολουθώντας την πορεία της καθεμιάς στις τεθλασμένες της παλινδρομήσεις μέσα στο χρόνο. Όπως η Στεφανία, έτσι και ο Τονίνο βρέθηκε «από τα ψηλά στα χαμηλά», να αντιστέκεται στην ταπείνωση της ανέχειας. Γιος έκπτωτης καλλιτέχνιδας του πενταγράμμου, «διαφορετικός» με τον τρόπο εκείνο που εξακολουθεί να σκανδαλίζει τις καθωσπρέπει κοινωνίες, έχει βαλθεί να πολεμήσει την κακοδαιμονία μαζί με τους δυο μόνιμους «συμμάχους» του: το σαμποτάζ και το καμουφλάζ. Καμουφλάρεται για να σαμποτάρει και σαμποτάρει για να καμουφλαριστεί, ποθώντας να ‘πριονίσει’ από μέσα τα ήδη σκεβρά θεμέλια ενός αποτυχημένου συστήματος. Όχι ότι αποσιωπά την ιδιαιτερότητά του, κάθε άλλο μάλιστα –εξάλλου, η πιο αποτελεσματική μέθοδος για να κάνεις κάτι αόρατο είναι να το δείχνεις τόσο επίμονα και απροκάλυπτα ώστε να πάψει να τραβά την προσοχή–, αλλά την επιβάλλει «αναίμακτα», καλυπτόμενος πίσω απ’ το προσωπείο του αιώνιου παιδιού, χρησιμοποιώντας αντί για το κανονικό του όνομα ένα αστείο υποκοριστικό που τον βοηθά να υποδύεται πειστικά τον ακίνδυνο «γελωτοποιό της παρέας». Άλλο αν στο τέλος, απ’ την πολλή σιγουριά για το «καμουφλάζ» του, αντί να υπονομεύσει προς δικό του όφελος τη στημένη και βρόμικη παρτίδα, θα πιαστεί και ο ίδιος στα γρανάζια της, παίρνοντας σχεδόν άθελά του και τη Στεφανία στο λαιμό του. Και θα κοντέψουν κι οι δυο να πληρώσουν την αστοχασιά αυτή με τη ζωή τους.
Δεν συμβαίνουν τυχαία ή επιπόλαια όλα αυτά: δεν πρόκειται για απλά τεχνάσματα πλοκής που υπηρετούν νοηματικά και δομικά τη μυθιστορηματική νομοτέλεια. Η Αμαρτωλή Πόλη είναι ένα σύμπαν λαβυρινθωδώς πολυεπίπεδο, όπου πέρα απ’ την ιστορία που εκτυλίσσεται σε πρώτο πλάνο (δυο ‘παιδιά της κρίσης’ από διαλυμένες οικογένειες παίρνουν τον κακό δρόμο, παρασυρμένα σε λάθος επιλογές από την αγωνία τους για το αύριο) ο συγγραφέας ξεδιπλώνει έναν συναρπαστικό χάρτη ‘κρυμμένου θησαυρού’, κατάστικτο από κλεισίματα του ματιού προς τον διαβασμένο και παρατηρητικό αναγνώστη – με πρώτο και κύριο το θέμα των Επτά Θανάσιμων Αμαρτημάτων (κατά τα Magna Moralia του Πάπα Γρηγορίου του Α'), που, ξεκινώντας απ’ τον τίτλο, διατρέχει άλλοτε εμφανώς και άλλοτε υπογείως τις σκέψεις και τις πράξεις του κάθε προσώπου: ‘Πάθος, δύναμη, θυμός, αγωνία – όλα παιδιά της αμαρτίας’.
Άκρως ενδιαφέρουσες είναι επίσης οι παραπομπές σε ταινίες όπως Η Στεφανία στο αναμορφωτήριο του Δαλιανίδη, Μάμα Ρόμα του Παζολίνι ή Ο Ρόκο και τα αδέλφια του τού Βισκόντι (ή ίσως ακόμα Η γέφυρα της αμαρτίας του Λιρόι και Θα κοιμηθώ όταν πεθάνω του Χότζες) και φυσικά, το σημειολογικό παιχνίδι των ονομάτων: ο πατέρας και ο πρώτος έρωτας της Στεφανίας έχουν κι οι δυο ονόματα που αρχίζουν από ‘Κ’ και σκιαγραφούν τους αντίστοιχους, αντίθετους χαρακτήρες τους (Κλεάνθης και Κωνσταντής – φιλόδοξος και ευάλωτος συναισθηματικά ο πρώτος, σταθερός και ακέραιος ο δεύτερος), ενώ τα ονόματα του ‘καλλιτεχνικού πράκτορα’ Θεοφάνη και της Ρωσίδας ‘μαντάμ’  κυρίας Βέρα φέρουν ειρωνικά θετικές αλληλουχίες – για να παραθέσουμε λίγα μονάχα παραδείγματα.
Τολμηρά έως σπαρακτικά ειλικρινής, «σπασμένη» σε φράσεις που κυλούν με αβίαστα μελωδική ποιητικότητα, η αφήγηση ακολουθεί το λεγόμενο ‘ρεύμα συνείδησης’ (stream of consciousness), θυμίζοντας πότε παραληρηματικό μονόλογο και πότε σκόρπιους και ανάκατους στίχους τραγουδιών – σαν να αφουγκραζόμαστε αδιάκοπα, σε πραγματικό χρόνο, τα όσα βιώνουν, στοχάζονται και αναπολούν τα μυθιστορηματικά πρόσωπα: φόβους, ελπίδες, εμμονές, νεογέννητα ή τσακισμένα όνειρα, μυρωδιές, υφές, χρώματα, παλιές και καινούργιες πληγές. Σπαρακτική τόλμη και ειλικρίνεια, ωστόσο, δεν σημαίνει αθεράπευτος μηδενισμός: πάντα ύστερα απ’ την μπόρα βγαίνει ο ήλιος, η ομορφιά εξορκίζει την ασχήμια, η καλοσύνη και η αλληλοκατανόηση σβήνουν τη μαυρίλα της οδύνης και εξαγνίζουν τα στοιχειωμένα απ’ την έσχατη ‘αμαρτία’ –τον εξευτελισμό της απόγνωσης– σπίτια, σώματα και ψυχές.
Το τέλος είναι μια άλλη αρχή. ‘Σούρουπο. Μιας νέας άνοιξης είναι...’.

Πρώτη ανάρτηση: www.diastixo.gr  -http://diastixo.gr/kritikes/efivika/6136-amartoli-poli-kontolewn