19.10.18

Ρόμπερτ Κόρμιερ «Μετά τον πρώτο θάνατο»


Ρόμπερτ Κόρμιερ
«Μετά τον πρώτο θάνατο»
Μετάφραση Κώστια Κοντολέων
Ψυχογιός, 2018


Το 1973 κυκλοφορεί στις ΗΠΑ το μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Κόρμιερ Ο πόλεμος της σοκολάτας και αμέσως σχεδόν θεωρείται ως το μυθιστόρημα που, με τρόπο ξεκάθαρο ως προς τις συγγραφικές του προθέσεις, ορίζει τα χαρακτηριστικά του λογοτεχνικού εκείνου είδους που το ονομάζουμε crossover μυθιστόρημα.
Ο Κόρμιερ (1925-2000) συνεχίζει να γράφει μυθιστορήματα αυτής της κατηγορίας, και μάλιστα τους προσδίδει και χαρακτηριστικά μιας δικής του άποψης για το πώς αξίζει να είναι μια λογοτεχνία που αφορά πολλαπλά τον άνθρωπο την περίοδο της νεότητάς του. Η έντονη πλοκή, η στοχευμένη βία, η ψυχαναλυτική ανάπτυξη των ηρώων και εν τέλει μια καταγγελία της κοινωνικής ταυτότητας του δυτικού πολιτισμού θα είναι οι κεντρικοί άξονες όλων σχεδόν των έργων που υπογράφει. Η συγγραφική του ματιά θα επηρεάσει τους μετά από αυτόν συγγραφείς που θα θελήσουν να ασχοληθούν με αυτό το είδος μυθιστορημάτων.
Στην Ελλάδα, ο Κόρμιερ αργεί να εκδοθεί. Το 1994 μεταφράζεται από τη Μαρία Κονδύλη Ο πόλεμος της σοκολάτας και εγκαινιάζει στην ουσία μια καινοτόμο για την εποχή της σειρά βιβλίων για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες, τις «Παρουσίες». Εκδότης ο Πατάκης και διευθυντής της σειράς ο Μάνος Κοντολέων. Την ίδια χρονιά και στην ίδια σειρά θα κυκλοφορήσει ένα ακόμα δικό του μυθιστόρημα, το Είμαι το τυρί (μετάφραση Κώστια Κοντολέων) και στη συνέχεια, το 1997, από τον Καστανιώτη και σε μετάφραση Ρένας Χατχούτ θα κυκλοφορήσει και το Μετά τον πρώτο θάνατο. Το τελευταίο αυτό μυθιστόρημα, σε μια νέα μετάφραση της Κώστιας Κοντολέων, εκδόθηκε πρόσφατα από τον Ψυχογιό.
Είναι στ’ αλήθεια κρίμα που ένας τόσο ενδιαφέρων και στην ουσία πρωτοπόρος συγγραφέας δεν έχει στη χώρα μας τύχει μεγαλύτερης προσοχής. Αλλά κάτι τέτοιο συμβαίνει και γενικότερα σε όλους τους τίτλους (ελληνικούς ή μεταφρασμένους) που έχουν κυκλοφορήσει ως νεανική ή crossover λογοτεχνία. Η ελληνική κοινωνία και ειδικότερα ο βιβλιοφιλικός κόσμος μας δεν μπορεί να αναγνωρίσει το γεγονός πως ένα λογοτεχνικό έργο δεν ταυτοποιείται τόσο από το κοινό στο οποίο εκδοτικά απευθύνεται, αλλά από τη δυναμική της ίδιας του της εκφραστικής οντότητας.
Η πλοκή στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα διαθέτει απλότητα όσο και ένταση. Μια ομάδα τρομοκρατών (η χώρα προέλευσής τους δε δηλώνεται, παρά μόνο το γεγονός πως δεν είναι ελεύθερη) καταλαμβάνει ένα λεωφορείο με μικρούς μαθητές και ζητά την απελευθέρωση συμπατριωτών τους. Όλα αυτά σε μια περιοχή των ΗΠΑ. Οι διαπραγματεύσεις γίνονται ανάμεσα στον υπαρχηγό των τρομοκρατών και σε στρατηγό διοικητή μιας κοντινής βάσης. Οι δυο άνδρες υποστηρίζουν με φανατισμό ο καθένας τον κόσμο του και θα φτάσουν στο σημείο, για να δούνε –ο καθένας από τη δική του μεριά– να κερδίζει η δικιά του ηθική, να θυσιάσουν ακόμα και τα πλέον κοντινά τους πρόσωπα.
Το θέμα στο Μετά τον πρώτο θάνατο είναι η σύγκρουση στην ουσία δύο πολιτισμών, έτσι όπως οι πολιτικές συνθήκες τούς έχουν διαμορφώσει. Από τη μια η αυτάρεσκη κοινωνία της Δύσης και από την άλλη η καταπιεσμένη και γι’ αυτό μη ελεγχόμενη από κανόνες ηθικής ομάδα των ατόμων από χώρες που κάποιοι θέλουν –ή ήδη το έχουν κάνει– να τις διαγράψουν από τον χάρτη. Ο Κόρμιερ στην ουσία έχει γράψει ένα ακόμα μυθιστόρημα για τη σύγχρονη τρομοκρατία – μην όμως ξεχνάμε την εποχή που εκείνος «οσμίστηκε» αυτή τη σύγκρουση· δεκαετία του ’70.
Μεγάλος τεχνίτης στο να στήνει ένα καθαρόαιμο θρίλερ, καταφέρνει να κρατά σε αγχωτική εγρήγορση το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αλλά παράλληλα και να αφήνει τον ρόλο του κεντρικού συντονιστή στις ψυχολογικές εντάσεις που καθορίζουν τα πρόσωπα και τις αντιδράσεις τους. Και βέβαια –ακριβώς γιατί υπήρξε ένας καθαρά πολιτικοποιημένος αλλά δυναμικά ταλαντούχος συγγραφέας– μετατρέπει την πάλη των συστημάτων και τις υπόγειες στρεβλώσεις των ενδοοικογενειακών σχέσεων σε έναν πολιτικό σχολιασμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Το τέλος του μυθιστορήματος κρύβει όχι τόσο και μόνο την ανατροπή, αλλά κυρίως τη μυθιστορηματική υλοποίηση του πολιτικού σχολιασμού. Τέλος ευρηματικό –όπως σχεδόν σε όλα τα έργα του– καταφέρνει όχι μόνο να φωτίσει με μια ακόμα μεγαλύτερη ένταση το από πού μπορεί να προέρχεται η βία και το πού μπορεί να φτάσει, αλλά και να φέρει στην επιφάνεια το ριζικό σύστημα που τροφοδοτεί με χυμούς τις συγκρούσεις κοινωνικών ομάδων. Για τον Κόρμιερ, το άτομο πολύ λίγο μετρά στον, περιπλεγμένο πολιτικά και με επίπλαστο ήθος, κόσμο μας. Πέρα από τις σχέσεις, πέρα από τα συναισθήματα υπάρχει η διεστραμμένη έννοια της επιβίωσης όχι των ανθρώπων, αλλά των υποστηριχτών των διαφόρων συστημάτων.
Η νέα μετάφραση –προσαρμοσμένη στην ασυνείδητη γνώση που πλέον όλοι μας διαθέτουμε για τις τρομοκρατικές πράξεις– εστιάζεται στις εσωτερικές συγκρούσεις, ενώ παράλληλα περιγράφει με ανατριχιαστικό ρεαλισμό όλα τα στάδια της βίας.

18.10.18

Κώστας Ακρίβος «Γάλα Μαγνησίας»


Κώστας Ακρίβος
«Γάλα Μαγνησίας»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2018
                               



Ιδιότυπο, σαφέστατα πρωτότυπο το νέο μυθιστόρημα του Κώστα Ακρίβου.
Το θέμα του διαχρονικό –η ευθύνη* ατομική και ομαδική.
Οι ήρωές του –οι έφηβοι μαθητές ενός εκκλησιαστικού οικοτροφείου.
Τόπος και χρόνος  (ή το ‘Γάλα Μαγνησίας’ ως κοινωνική τροφή της προσωπικότητας) – ο Βόλος, στα μέσα της δεκαετίας του ’70.
Τα δομικά αυτά στοιχεία αποτελούν ένα ιδανικό , θα έλεγα, περίγραμμα για να στηθεί ένα καθαρό μυθιστόρημα cross over, δηλαδή μυθιστόρημα ενηλικίωσης.
Η αναζήτηση της ατομικής ταυτότητας μέσα σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, οι πολλαπλών εκφράσεων διαπροσωπικές σχέσεις, η αναγνώριση της σεξουαλικότητας, οι εφηβικές αντιδράσεις, η ελευθερία του ατόμου απέναντι στην καταπίεση του συστήματος. Και ασφαλώς μια ρέουσα γραφή που πατά πάνω σε νεανικούς τρόπους έκφρασης και σκέψης. Μαζί –τέλος- με τη  χρήση τεχνικών όπου το απρόοπτο τέλος ενώ εξαρχής δηλώνεται, σταδιακά και σε επιλεγμένα σημεία της αφηγηματικής ροής αποκαλύπτεται.
Και εδώ ακριβώς –στην πλήρη ανάπτυξη της ανατροπής – είναι που το μυθιστόρημα εγκαταλείπει τη διάθεσή του να ενταχθεί σε μια κατηγορία μυθιστορημάτων ενηλικίωσης  και αποφασίζει πως θέλει να είναι  -και γίνεται- μυθιστόρημα ενήλικης ενδοσκόπησης.
Η αφήγηση είναι κυρίως πρωτοπρόσωπη –ένας από τους τέσσερεις φίλους εξιστορεί, μετά από σαράντα περίπου χρόνια, την καθημερινότητα τους καθώς και οι τέσσερεις ήταν οικότροφοι σε εκκλησιαστικό ίδρυμα, πηγαίνανε σε δημόσιο γυμνάσιο και όλοι τους προερχόντουσαν από χωριά της Μαγνησίας, παιδιά φτωχών οικογενειών.  Ο λόγος του  αφηγητή έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας γλωσσικής έκφρασης  εφήβου των λαϊκών τάξεων εκείνης της εποχής –γνήσιος λόγος νεαρού άρρενος.
Ενδιάμεσα σε αυτή την βασική αφηγηματική ραχοκοκαλιά παρεμβάλλονται τριτοπρόσωπες εξιστορήσεις τραγικού γεγονότος που θα σημαδέψει το μέλλον αυτών των τεσσάρων κεντρικών προσώπων του έργου. Και που θα είναι η αναζήτηση του γιατί και πως συνέβη ότι είχε συμβεί που θα αποτελέσει και το τέλος της όλης μυθιστορηματικής καταγραφής.
Το μυθιστόρημα απλώνεται σε περίπου τριακόσιες σελίδες και από αυτές μόνο οι τριάντα περίπου έχουν να κάνουν με την ενήλικη ενδοσκόπηση, αλλά όμως δείχνουν πως διαθέτουν τη δυναμική για να επιτύχουν την μετατόπιση  της κατάταξης του έργου από ‘μυθιστόρημα εφηβείας'  σε ‘μυθιστόρημα ωριμότητας’
Χαρακτήρισα λίγο πιο πριν το «Γάλα Μαγνησίας» ως ιδιότυπο. Αυτή την ιδιοτυπία είχα κατά νου, αλλά και μια ακόμα. 
Το κεντρικό σώμα του μυθιστορήματος ενώ συνεχώς ασχολείται με τις καθημερινές λεπτομέρειες της ζωής αγοριών σε μια επαρχιακή πόλη, δεν θέλει να εισχωρήσει σε  βαθύτερες αναλύσεις της ψυχοσύνθεσης κάθε ήρωα πέρα  από τις πλέον χαρακτηριστικές –γονείς αγρότες ή χωρισμένοι, οικογένειες σε χωρική απόσταση, δύσκολες οικονομικές συνθήκες, φίλοι ή και αντίζηλοι μέσα στη σχολική ζωή, εκπαιδευτικοί που εκπροσωπούν την αυταρχικότητα του εκπαιδευτικού γίγνεσθαι  εκείνης της εποχής.
Κι όμως η γέννηση και γιγάντωση τα πράξης που θα έρθει και θα στοιχειώσει της ενήλικες ζωές των ηρώων σε εκείνη την περίοδο συντελείται.  Μα μετά από χρόνια θα σχολιαστεί και αφού προηγουμένως θα  έχει , στην ουσία, καταστρέψει τις ζωές των τριών από τους τέσσερεις φίλους.
Ο τέταρτος –αυτός που είναι και ο αφηγητής- φαίνεται να έχει ‘ θάψει ' μέσα του το αποτέλεσμα της  δικής του καθοριστικής παρέμβασης.  Όμως θα είναι και αυτός που εξελίχτηκε διαφορετικά από τους άλλους. Έγινε συγγραφέας. Και είναι αυτός που θα αφηγηθεί όλη την ιστορία –από το τότε έως το τώρα. Μα που τελικά δε θα έχει καταφέρει και να συνειδητοποιήσει πως η αφροντισιά των πρώτων χρόνων της ζωής ενός ανθρώπου, η έλλειψη σωστής παιδείας, η απομάκρυνση από την οικογενειακή φροντίδα είναι στοιχεία που αφήνουν ευάλωτο το άτομο και που ίσως να οδηγήσουν σε ναυάγιο την μετέπειτα ζωή του.
Γύρω τα κύματα πάλευαν να μας χωρίσουν, μα δεν τα κατάφερναν. Τόσο γερά με είχε κρατημένο, σχεδόν αγκαλιασμένο
Είναι οι τελευταίες φράσεις του μυθιστορήματος –οι δυο πρώην συμμαθητές, ώριμοι άντρες πλέον αγκαλιασμένοι στο πέλαγο* στην απομόνωση και στους όποιους κινδύνους της.
Έτσι κι αλλιώς, ο ένας, αν και άτομο με μέση παιδεία, είχε από καιρό επιλέξει την απόσυρση από κάθε μορφής εγκόσμιο. Ο άλλος, αν και άτομο της σκέψης και του στοχασμού, με καθυστέρηση θα αναζητήσει την ίδια λύση.
Χαρακτήρισα πιο πάνω και ως πρωτότυπο αυτό το τελευταίο μυθιστόρημα του Ακρίβου. Ναι –γι αυτόν ακριβώς το λόγο. Επειδή η ίδια η αφηγηματική ροή του αποτελεί  ή μάλλον υπηρετεί (ή μήπως ενσαρκώνει;) και το θέμα του. Την ευθύνη.

 (πρώτη ανάρτηση: https://www.literature.gr/me-kentriko-axona-tin-eythyni-grafei-o-manos-kontoleon-gala-magnisias-kostas-akrivos/?fbclid=IwAR2E3aYBh0omOQD95FqEn4Z7PsLiB3tyy_QBAo1eEv8hp-JiyhBp4y4YEhg )

10.10.18

Η Ελένη Γκίκα για την Κασσάνδρα





‘Όλα αυτά που γράφω βρίσκονται στη μεθόριο. Μονάχα στη μεθόριο μπορεί να παρουσιαστεί κάτι. Στη μεθόριο του χρόνου εμφανίζεται η αιωνιότητα…’  έγραφε σε ανύποπτο χρόνο ο Πήτερ Χάντκε και ο Μάνος Κοντολέων στο τελευταίο του μυθιστόρημα ‘Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο’, το επιτυγχάνει ακριβώς.  Πατώντας σε ένα σχεδόν μυθικό πρόσωπο, στην Κασσάνδρα, και καταλύοντας χρόνο και χώρο, κατορθώνει να επισημάνει την έννοια του αναπόδραστου και του δεδικασμένου, το βέβαιο της ήττας και της πτώσης λαών και ανθρώπων που βρίσκονται στο μεταίχμιο: η εποχή τους τέλειωσε ενώ δεν έχει αρχίσει ακόμα η νέα εποχή.  Θέτοντας επί χάρτου ζητήματα όπως η Ιστορία και ο Χρόνος ‘Εικόνες ή προαισθήματα; Δεν τα ταξινομώ… Κι άλλωστε η αιωνιότητα δε συμπίπτει με τον παρόντα χρόνο’, ‘Έμαθα πως οι άνθρωποι δε θα καταφέρουν ποτέ να διδάσκονται από τα όσα πιο πριν συνέβησαν’, ο συγγραφέας επιχειρεί και το κατορθώνει να κινείται στην γραμμή του αιώνιου χρόνου, εκείνος και η Κασσάνδρα του γνωρίζουν ήδη τα πάντα, αλλά δεν τους ακούει κανείς.  ‘Κάθε γενιά από την αρχή ξεκινά και η πείρα είναι μια γνώση που ο καθένας μας την παίρνει μαζί του, τη φυλακίζει στα σκοτεινά ανάκτορα του Πλούτωνα’.  Η Κασσάνδρα, κόρη του βασιλιά της Τροίας Πριάμου και της Εκάβης, με τον δίδυμο αδελφό της Έλενο, γεννήθηκε ήδη με δεδικασμένη ζωή. Μεγαλωμένοι και οι δυο στο ναό του Απόλλωνα, προορίζονταν ήδη ο Έλενος για μέγας σύμβουλος και μάντης δίπλα στον πρωτότοκο Έκτορα, που θα ήταν ούτως ή άλλος ο διάδοχος του θρόνου και η Κασσάνδρα, μάντισσα, αλλ’ όταν αρνήθηκε να ακολουθήσει τον Φοίβο, ο Απόλλων την τιμώρησε ώστε ναι μεν να έχει το χάρισμα της προφητείας αλλά να μη την πιστεύει κανείς!  Ζώντας, μια ζωή, ανάμεσα στον πραγματικό χρόνο, στην εποχή της και στη μαύρη άμμο της, -υποσυνείδητο; αιώνιος χρόνος όπου όλα έχουν ήδη συμβεί; κάτι σαν ταρκοφσκικό Σολάρις όπου αντανακλάται ο χαρακτήρας μας, οι κινήσεις και οι προθέσεις μας και όλα τα συνακόλουθά τους; - η Κασσάνδρα γνώριζε εκ των προτέρων την συμφορά που θα τους συμβεί. Αλλά η Τροία, τελικά θα πέσει. Κι εκείνη θα συρθεί σκλάβα του Αγαμέμνονα αλλά όσο και να φωνάζει, δεν θα την ακούει κανείς.  Με πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός απολύτως τραγικού προσώπου ο Κοντολέων, πλησιάζει τα μεγάλα διαχρονικά ερωτηματικά:  ‘Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί αν υπάρχει μια μοίρα για τον καθένα μας ή μήπως ο καθένας μας έχει την ελευθερία να διαλέγει από μόνος του τη ζωή που θα ζήσει’, όχι τόσο για να δώσει απάντηση, όσο για να αρθρώσει καθαρά και εκ των υστέρων, δηλαδή, μετά λόγου γνώσεως, τις βασικές υπαρξιακές ερωτήσεις: νόημα, ελεύθερη επιλογή, χρέος, πεπρωμένο, Ευθύνη…  Η Κασσάνδρα του, θα είναι το σύμβολο του ανθρώπου που υφίσταται όλα τα δεινά της εποχής του, με ανοιχτά μάτια, ενώ ξέρει, αναγκασμένος να βαδίσει προς τον χαμό επειδή δεν τον ακούει, μπορεί και να είναι αργά για να τον ακούσει, κανείς. Επιδιώκοντας να επεκτείνει τα βασικά σε κάθε εποχή, εννοείται και στη δική μας αναπόδραστη πια και ήδη δεδικασμένη εποχή. Οι επιλογές έχουν γίνει, και όσο και αν η Κασσάνδρα ή η κάθε Κασσάνδρα προβλέπει την συμφορά και θρηνεί, οι συνέπειες είναι εκείνες που απομένουν και αυτές θα τις βιώσουμε, εκόντες άκοντες, όλοι μαζί. Επιτελώντας ένα γλωσσικό άθλο ο Κοντολέων ακολουθεί έμμετρα τα μεγάλα έργα, πιστός σε ύφος και ήθος στον Αισχύλο και τον Όμηρο, συνθέτει την δική του ηττημένη Κασσάνδρεια Ιλιάδα, επικεντρώνοντας στην πτώση με αξιοπρέπεια, αποδοχή, σεβασμό και υπεροχή. Αποδίδοντας στις λέξεις την χαμένη τους βαρύτητα και εγκιβωτίζοντας αποσπάσματα από τον ‘Αγαμέμνονα’ του Αισχύλου και τις ‘Τρωάδες’ και την ‘Εκάβη’ του Ευριπίδη, χρησιμοποιώντας στοιχεία και μέτρο από την Ιλιάδα και Ορφικούς Ύμνους, επιτυγχάνει να κάνει τον αρχαίο χρησμό, διαχρονικό χρησμό. Έτσι αλλάζουν πλευρό οι εποχές και κατ’ αυτό τον τρόπο βουλιάζουν λαοί και αυτοκρατορίες, οι Κασσάνδρες υπήρξαν πλην όμως το αναπόδραστο πεπρωμένο δυστυχώς αφορούσε [και αφορά] κι αυτές. Μια εξαιρετική τραγωδία τόσο παλιά όσο κι ο κόσμος και τόσο φρέσκια όπως η σημερινή ήττα που αποτελεί και αλληγορία γραφής: Και οι ιστορίες προηγούνται της εποχής και του συγγραφέα τους, ωστόσο αποτελούν για τους πολλούς παραμυθία και μύθο, την αλήθεια δεν την αντιλαμβάνεται ούτε ο δημιουργός τους και εδώ θα πρέπει να κάνουμε μνεία της τολμηρής πεζογραφικής πορείας του συγγραφέα, ανατρέχοντας σε εκείνο το εξίσου εξαιρετικό ‘Ιστορία ευνούχου’, τολμώντας να αγγίζει και τα ζητήματα εξουσίας, αποτελώντας κατά συνέπεια κάθε του μυθιστόρημα και σχόλιο Πολιτικό: ‘Στα ίδια σημεία και στις γύρω περιοχές, άλλοι περιπατούν, κάποιοι φιλοσοφούν, άλλοι σπέρνουν, ενίοτε και κάποιοι αφοδεύουν, υπάρχουν και εκείνοι που τυχόν αναζητούν πέτρες να χτίσουν τα σπίτια τους. Πεθαίνουν –και ο θάνατός τους εγγράφεται στη ζωή που συνεχίζεται– μόνο όσοι επωνύμως επισκέπτονται τόπους όπως η Μαύρη Άμμος μου – οι υπερφίαλοι, οι αλαζόνες, οι ποιητές και… Οι ηγεμόνες’.          

Πρώτη ανάρτηση: Fractal 10 – 10 - 2018                                                                                                

1.10.18

Elniplex -γράφει ο Απόστολος Πάππος







Να λοιπόν και η Sin City  του Μάνου Κοντολέων. Κι όπου Sin City, η αριστουργηματική, βραβευμένη neo-noir crime ταινία και comic των Frank Miller και Robert Rodriguez. Συνομιλεί με την ταινία το cross over* μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων; Προφανώς και το κάνει, υπερβαίνοντας όμως το απλό κλείσιμο του ματιού σε ένα και μόνο δημιούργημα όπως το παραπάνω. Ο συγγραφέας φτιάχνει επί της ουσίας μια σύγχρονη κινηματογραφική ταινία στρωμένη σε λέξεις και σελίδες. Οι εικόνες που ορθώνει αλλεπάλληλα, το κοντανάσαιμα της κοφτής αφήγησης και της ροής της συνείδησης τεχνικής, όπου οι σκέψεις, οι στίξεις, οι ίδιες οι λέξεις λαμβάνουν μια πρωτόλεια μορφή, σαν ανεπεξέργαστες, δημιουργούν μια ιδιαιτέρως ζωντανή και αυθόρμητη ατμόσφαιρα στον αναγνώστη. Μένεις με την αίσθηση ότι συνεχείς λήψεις διαδέχονται η μία την άλλη, με αφηγήσεις ισοβαρείς και χαρακτήρες μελετημένους.

Τι είναι η αμαρτωλή πόλη του Μάνου Κοντολέων; Είναι μια πόλη τωρινή, σημερινή, σε βεβαιώ και αυριανή. Είναι τρεις άνθρωποι, η Στεφανία, ο πατέρας Κλεάνθης κι ο Τονίνο. Τέσσερις. Και η Χρύσα. Ίσως πέντε. Κι ο Κωνσταντής. Είναι ένας κόσμος που φοβάσαι ότι θα σου συμβεί και τελικά σου συμβαίνει. Είναι οι αυτοεκπληρούμενες προφητείες (self-fulfilling prophecies) που τις χτίζεις γιατί τις φοβάσαι και τις ζεις γιατί τις έχτισες. Είναι η ζωή, το έργο που ρίχνεσαι να παίξεις χωρίς πρόβα, όπως έλεγε ο Δ. Μπουραντάς. Καθώς οι άνθρωποι απομακρυνόμαστε από τα βασικά ένστικτα αυτοσυντήρησης και θέτουμε ως κυρίαρχες έννοιες όπως "επιτυχία" και "ξεχώρισμα", οι κρίσεις σαν ετούτη που μας έλαχε κι ακολούθησε "τα χρόνια της μεγάλης αυταπάτης" μας βρίσκει θλιβερά ανυπεράσπιστους. Όχι όλους. Ανθρώπους σαν την Στεφανία και την οικογένειά της. Τους γονείς της που χωρίζουν γιατί όλο ετούτο τους χτύπησε βαριά και δεν μπόρεσαν να το αντέξουν. Η Στεφανία μένει σχεδόν μόνη, με έναν μπαμπά στην κατάθλιψη και μια προχωρημένη εφηβεία που της λέει "είσαι γυναίκα πια, πάρε τη ζωή στα χέρια σου". Και την παίρνει. Μαζί με τον Τονίνο με τις ερωτικές ιδιαιτερότητες, το γιο μιας έκπτωτης μιούζικ σταρ, βγαίνουν στην πόλη, την πόλη τη ζωντανή με τα φώτα και τον ασθμαίνοντα πλούτο στις βιτρίνες, την πόλη με την "αμαρτία" διάχυτη, τα επτά αμαρτήματα του Seven να σου χαμογελούν, να αναβλύζουν απ' όπου μπορείς να φανταστείς. Αναζητούν τη ζωή. Τη βρίσκουν. Έτσι φαίνεται, έτσι είναι αν έτσι νομίζετε. Μα έχει κίνδυνο, ρίσκο, αμαρτία, πόνο, φθορά και χάσιμο μεγάλο η ιστορία. Σε κάθε γωνιά της πόλης. Εκεί όπου κρύβονται οι άστεγοι, εκεί που παραμονεύει η σεξουάλικη εκμετάλλευση ενός νέου κοριτσιού, εκεί που διαθέτεις τον εαυτό σου και περιμένεις το τίμημα, εκεί όπου η παραβατικότητα γίνεται φύση και η ενηλικίωση συνδιαλέγεται με τη μοναξιά, τους στόχους που ματαιώνονται και το νόημα που κυνηγάς να αδράξεις. Μα πώς να την αδράξεις τη ρημάδα τη ζωή! Νόημα δεν έχει έτοιμο, εσύ της δίνεις ένα πρόχειρο που θα σε ενθουσιάσει.

Η διακειμενικότητα, αυτή η πολυτροπική συνομιλία του Μ. Κοντολέων με βιβλία, ταινίες και τραγούδια είναι θαυμαστή. Καλλιτεχνήματα στριφογυρίζουν το ένα πλάι στο άλλο, εικόνες και ήχοι παντρεύονται ταιριαστά, οι Ιταλοί νεορεαλιστές κινηματογραφιστές μπαίνουν σε ένα κάδρο όπου παραπέρα βρίσκεται η Στεφανία του Φίνου και της Νέλλης Θεοδώρου, οι Κακές Συνήθειες του Μ. Πασχαλίδη, η Πορνογραφία του Δαβαράκη και του Μάνου, η Λένα Πλάτωνος, ο Ζακ Μπρελ και η Έντιθ Πιαφ. Όλα στον τοίχο που φτιάχνει το φόντο μιας πόλης αμαρτωλής.

Ωραίος, πλούσιος, δουλεμένος λόγος, κοφτός, παραληρηματικός κάπου κάπου. Χαρακτήρες ζυγισμένοι, νέοι μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Πλούτος αφηγηματικών σχημάτων, τρεχαλητή ροή, ένα μυθιστόρημα που σε κρατά κεφάλαιο το κεφάλαιο κοντά του δεμένο.

Το κόμικ εξώφυλλο του Φώτη Πεχλιβανίδη σε σπρώχνει την Αμαρτωλή Πόλη του Μίλλερ. Κάνε κι αλλιώς άμα μπορείς.

Για αναγνώστες από 15-16 περίπου ετών (το 18 το θεωρώ πολύ). Από τις εκδόσεις Πατάκη.

* Crossover λογοτεχνικά έργα είναι εκείνα που, μολονότι θίγουν εφηβικά/νεανικά θέματα, η γλώσσα, η αφήγηση και ο τρόπος διαπραγμάτευσης τους, μοιάζουν να απευθύνονται σε ενήλικο κοινό χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε μπορούν να διαβαστούν από εφήβους/νέους ή και πολύ μεγαλύτερο ηλικιακά αναγνωστικό κοινό.


http://www.elniplex.com/%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%89%CE%BB%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CF%89%CE%BD/

http://www.elniplex.com/%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%89%CE%BB%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CF%89%CE%BD/

26.9.18

Ο Βασίλης Αναγνωστόπουλος (Επ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας) για τον Γαργαντούα





Αγαπητέ μου Μάνο,

Είμαι ενθουσιασμένος από την ανάγνωση του «Γαργαντούα» σου και πρέπει να ήσουν σε μεγάλα κέφια, όταν έκανες τη διασκευή. Έχω διαβάσει πολλά έργα σου και εκτιμώ τη γραφή σου- το γνωρίζεις άλλωστε. Όμως τούτο το αφήγημά σου έχει μια μοναδικότητα, ότι από την αρχής ως το τέλος ο αναγνώστης γίνεται σύντροφος του υπηρέτη κοντά στον Γαργαντούα ( στην πραγματικότητα σύντροφος δικός σου) κι αυτό είναι μια μεγάλη επιτυχία του λογοτεχνικού σου ταλέντου. Τον κερδίζεις απόλυτα, και τον μικρό και τον μεγάλο.
Και πρέπει να πω πως αυτό οφείλεται στην καλή γνώση της παιδικής/νεανικής ψυχολογίας που κατέχεις, στη λεπτή αίσθηση του χιούμορ, του γκροτέσκου, της πλησμονής  και της υπερβολής. Μιας υπερβολής πρωτόγνωρης, τραβηγμένης έξω από κάθε μέτρο φυσικό και ανθρώπινο, αλλ΄ωστόσο συνυπάρχουσας με την καθημερινότητα. Η σύγκρουση αυτή ( και σύγκριση) είναι  διασκεδαστική και προκαλεί τη θυμηδία, ενεργοποιώντας αβίαστα τον κοινωνικό προβληματισμό, σκέψεις και στοχασμούς για προβλήματα διαχρονικά.
Η ανατροπή που γίνεται  στο δεύτερο μισό της ιστορίας έρχεται και ισοζυγιάζει τα πράγματα, επαναφέροντάς τα στη φυσική τους κανονικότητα. Η εκπαίδευση-γενικότερα η παιδεία- είναι και η μόνη σωτηρία του ανθρώπου επί της γης. Και είναι δύναμη ακατανίκητη η αρετή, η καλοσύνη, το ήθος. Και ασφαλώς θα συμφωνήσουμε ότι  τα γράμματα και οι επιστήμες πρέπει να συνοδεύονται από τον καλό χαρακτήρα, τον ειρηνικό και φιλάνθρωπο. Χαίρομαι που με πειστικό τρόπο (όχι κυρηγματικό) περνάς τέτοιες υψηλού πολιτισμού απόψεις  μέσα στην αφήγηση. Τα παιδιά-αναγνώστες  εκτιμούν την πείρα των μεγάλων (κι εδώ έχεις πολλά ψήγματα της δικής σου ιδεολογίας – πολύ καλώς, βέβαια), όταν την ανακαλύπτουν στην εξέλιξη της ιστορίας ως αλήθεια ζωής. Ο αποφθεγματικός σου λόγος μου άρεσε πολύ!
Ασφαλώς, είναι εξαίρετη και συνεπικουρεί πολύ στο αισθητικό αποτέλεσμα η εικονογράφηση του Βαγγέλη Παυλίδη.
Συγχαρητήρια θερμά και πάντα να μάς χαρίζεις τέτοιες ιστορίες. Φιλιά στην Κώστια και τα παιδιά. Σε φιλώ, Βασίλης

Υγ.
[Η εγγονούλα μου, η μικρή Σεβήρα, ξεκινάει το σχολείο εφέτος. Η μαμά της ανέλαβε να της διαβάσει τον Γαργαντούα σου, όχι μόνο για το πνεύμα του, αλλά και γιατί έχει μια κούκλα που τη λέει Ελεφαντίνα !]
Αθήνα, 21/8/2018
Β.Αν.

24.9.18

Η Κασσάνδρα στη... Δράμα


Από τα Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια του 41ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, 
του Παύλου Μεθενίτη, 
Σεπτέμβριος 2018




Φίλες και φίλοι, πριν από εννιά χρόνια,  τον Αύγουστο του 2009, φιλοξενήθηκα στα Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια του Φεστιβάλ Δράμας, από τον Ανδρέα Παγουλάτο, του οποίου το έργο, μετά το θάνατό του, έχω την τιμή να συνεχίζω.
Εκείνη τη χρονιά λοιπόν, είχα παρουσιάσει τη «Λεβάντα της Άτκινσον», το μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων. Υπάρχει και μια σχετική φωτογραφία: είναι ο Μάνος, ο Γιώργος ο Κακουλίδης, ο μακαρίτης ο Παγουλάτος,  κι ο υποφαινόμενος. Από τους τέσσερις κυρίους, έχουν απομείνει τρεις, αλλά ο πανδαμάτωρ χρόνος φαίνεται σαν να έχει προσπεράσει το Μάνο, κάτι που μάλλον δεν συνέβη με μένα και τον Κακουλίδη...
Από το ’09 λοιπόν, ο Μάνος ο Κοντολέων έχει εκδώσει δεκάδες τίτλους, σύμφωνα με την ιστοσελίδα Βιβλιονέτ – δεκάδες. Για συνολικό αριθμό τίτλων, ας μην το συζητάμε καλύτερα: ο άνθρωπος γράφει από το 1969, συμμετέχοντας σε ανθολογία νέων συγγραφέων, ενώ δέκα χρόνια αργότερα, το ’79, εκδίδει το πρώτο του βιβλίο: έκτοτε συνεχίζει ακάθεκτος.
Κι έτσι, φτάνουμε στο 2009. Τότε, εννιά χρόνια πριν, είχα πει πως ο Μάνος είναι ένας «μάχιμος γραφιάς», που υπηρετεί τον Πεζό Λόγο, σε όλα του τα είδη: μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα, παραμύθι, δοκίμιο. Συγνώμη, αλλά δεν θα μπορούσα να είχα περισσότερο δίκιο: ο Μάνος γράφει τα πάντα για όλους: για τα παιδιά και τους εφήβους, αλλά και για τους ενηλίκους, ρίχνοντας επιπλέον και γέφυρες ανάμεσά τους – τη λογοτεχνία cross over. Κείμενά του διδάσκονται στη Μέση Εκπαίδευση, αλλά, από την άλλη, ο Κοντολέων είναι από τους ελάχιστους Έλληνες συγγραφείς που έχει γράψει για την γυναικεία ομοφυλοφιλία: στο μυθιστόρημα «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της», το 2015. Πολυσχιδής, πολύπλευρος και παραγωγικότατος, λοιπόν, είναι ο Μάνος.
Τώρα, στον επίλογο του βιβλίου του που θα σας παρουσιάσω, λέει πως «απευθύνεται σε ένα κοινό ενηλίκων, αλλά θα ήθελα πολύ –και το εύχομαι- να κρατούσε και το αναγνωστικό ενδιαφέρον και νέων σε ηλικία αναγνωστών».
Εγώ συμμερίζομαι την ευχή του. Μακάρι, χίλιες φορές μακάρι. Στο κάτω – κάτω, είμαστε όλοι, ενήλικες και νέοι, κατά κάποιον τρόπο προετοιμασμένοι για το τρέχον πόνημα του Κοντολέων, εφόσον έχουμε εξοικειωθεί με το στοιχείο του τραγικού, ειδικά μετά την πρόσφατη πυρκαγιά του Ιουλίου στην Αττική, με τα τραγικά της επακόλουθα.
Αυτό που θέλω να πω, είναι πως «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο», από τις εκδόσεις Πατάκη, είναι ένα παράξενο και ιδιαίτερο βιβλίο, καθώς εισάγει το στοιχείο του τραγικού στη ζωή μας. Ή μάλλον, εξωραΐζει, αν μου επιτρέπετε, εκλογικεύει, εγκιβωτίζει σε λέξεις, παραγράφους και κεφάλαια, αυτό το άναρχο, το χαοτικό στοιχείο του τραγικού. Που συχνά το βιώνουμε ως θεομηνία, ως τη μήνη, την οργή, δηλαδή, του θεού, ή των θεών, και το λέω αυτό μετά λόγου γνώσεως.
Γιατί συμβαίνουν μαζικές φυσικές καταστροφές; Κανείς δεν ξέρει. Γιατί να καίγεται ή να πνίγεται ο άλφα και όχι ο βήτα; Γιατί το σπίτι του ενός γίνεται κάρβουνο, ενώ το διπλανό του, του γείτονα, δεν παθαίνει τίποτα; Ιδιοτροπίες του ανέμου; Τύχη; Εξ ύψους τιμωρία; Κανείς δεν ξέρει. Αυτή τη συντριβή λοιπόν από τις ερεβώδεις δυνάμεις, την ονομάζουμε «τραγωδία», δηλαδή, «μεγάλη καταστροφή».
 Ίσως να επινοούμε αυτούς τους εκδικητικούς και μικρόψυχους θεούς επειδή ακριβώς δεν μπορούμε να διαχειριστούμε το γεγονός πως οι μεγάλες καταστροφές, οι εκατόμβες γίνονται χωρίς λόγο: γιατί; – γιατί έτσι.  Είναι προτιμότερο, πιο τιμητικό για μας να φανταζόμαστε πως ένας θεός μας έχει βάλει το μάτι - έτσι αποσείουμε κάπως τις ευθύνες από πάνω μας. Άναρχη δόμηση; Ολιγωρία του κρατικού μηχανισμού; Αυθαιρεσία των ιδιωτών; Διαφθορά των αρομοδίων; Ναι, εντάξει, αλλά αν σε έχει βάλει στο μάτι ο Θεός, ο Δίας ή ο Απόλλωνας, ό,τι και να κάνεις, δε σώζεσαι, ψέματα;...
Η Κασσάνδρα στην Μαύρη άμμο είναι ένα μυθιστόρημα για την ομηρική Κασσάνδρα. Την κόρη του Πριάμου και της Εκάβης, την αδελφή του Έκτορα και του Πάρη. Για την Κασσάνδρα, τη μάντισσα, που πρόλεγε τις καταστροφές, μόνο που κανείς δεν έδινε σημασία στα μαντέματά της. Φανταστείτε, τώρα: να βλέπεις τον όλεθρο να γεννιέται στο μυαλό και την καρδιά των ανθρώπων, να τους τον κραυγάζεις στα μούτρα, αλλά να μην καταφέρνεις να τους πείσεις, ώστε να προσπαθήσουν να την αποτρέψουν, ώστε να προστατευτούν από τον εαυτό τους...
Η Κασσάνδρα ξαναζεί την τραγικότητα της ύπαρξής της: διαλεγμένη απο τον Φοίβο, δακτυλοδεικτούμενη από την οικογένειά της, λάφυρο του Αγαμέμνονα, ερωτευμένη με τους μόνους άντρες που δεν δικαιούνταν να είναι, άθυρμα των θεών – ένα αυτόχρημα τραγικό πρόσωπο, που ο Μάνος Κοντολέων ζωντανεύει στο βιβλίο του, δίνοντάς της φωνή, πάθη και λαχτάρες, τρόμους και συντριβή.  Η Κασσάνδρα του είναι ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο, που απ’ ό,τι λέει ο ίδιος, ελλόχευε για καιρό στα σπήλαια του μυαλού του – ε, τώρα φαίνεται πως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, για να βγει στο φως, για να περπατήσει ξανά στον πάνω κόσμο, μετά από είκοσι οχτώ αιώνες από την Άλωση της Τροίας, ντυμένη, φίλες και φίλοι, με τα ενδύματα των λέξεων.
Κι από αυτές, ο Μάνος έχει κασέλες ολόκληρες. Το βιβλίο είναι μεν γραμμένο με το σύνηθες ύφος του Κοντολέων – την ιδιαίτερη σύνταξή του με το ρήμα στο τέλος, και τις απανωτές παραγράφους των ολίγων λέξεων, που κάνουν την αφήγηση στακάτη και πλουμιστή, πλην όμως τώρα, η Κασσάνδρα είναι ενδεδυμένη και με κάποια αρχαία, αυθεντικά κομμάτια. Πολλά τα χωρία των τραγικών ποιητών που έχει εντάξει ο Κοντολέων στο κείμενό του, εναρμονίζοντάς τα όμως στο δικό του ρυθμό, όπου ξεχωρίζουν κάποιες αρχαίες λέξεις, στρατηγικά τοποθετημένες, ώστε καθώς διαβάζεις, ή μάλλον καθώς ακούς το κείμενο, να νιώθεις πως είσαι στην Επίδαυρο παρακολουθώντας αρχαίο δράμα. Εκείνη η γρώνη, με ωμέγα, που δεν την βρήκα ούτε στον Μπαμπινιώτη, τελικά ανακάλυψα πως σημαίνει κοιλότητα, ή θήκη σπαθιού....
Αυτά σας τα λέω για να καταλάβετε πως το κείμενο του Μάνου είναι μια ξεχωριστή περιβολή, για μια ξεχωριστή ηρωίδα, που αν και Τρωαδίτισσα, κυρίες και κύριοι, κάλλιστα θα μπορούσε να είναι Ελληνίδα: αυτοί οι άνθρωποι που προλέγουν τα μελλούμενα, βάσει των συμπεριφορών των ανθρώπων του καιρού τους, που κανείς δεν τους πιστεύει, καθώς είναι πολύ ενοχλητικό να σου λένε πως θα το σπάσεις τελικά το κεφάλι σου εάν συνεχίσεις να κάνεις εγκληματικές ανοησίες κατά του εαυτού σου, των παιδιών σου, της κοινωνίας σου και της χώρας σου, αυτά τα πρόσωπα λοιπόν όντως υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα, υπάρχουν, ναι, όμως επιλέγουμε να κλείνουμε τα αυτιά μας όταν μιλούν.
Ευτυχώς που ο πολυγραφότατος και ακατάβλητος Μάνος έβγαλε ένα δυνατό βιβλίο για το αρχέτυπό τους, σκουντώντας μας, σαν να μας λέει εναγωνίως «γρηγορείτε!». Θα του δώσουμε την πρέπουσα σημασία;


Λέσχες Ανάγνωσης – Εφαρμογές και Προεκτάσεις



  
Η ανάγνωση είναι για μοναχική πράξη –διαβάζω μόνος μου, συνήθως σε ήσυχο μέρος, συνήθως κάπως αρκούντως απομονωμένος από την παρουσία τρίτων.
Κι όμως τελικά η αναγνωστική πράξη μπορεί να γίνει η αφορμή δημιουργίας σχέσεων.
Το θέμα του βιβλίου που διάβασα, ο τρόπος που ο συγγραφέας το χειρίστηκε, τα πρόσωπα που ξεφύλλισα τις περιπέτειες τους και μοιράστηκα μαζί τους συναισθήματα και ιδέες –όλα αυτά, πολύ συχνά, θέλω να τα συζητήσω με άλλους. Να ακούσω άλλων τη γνώμη, να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω μαζί τους. Κι έτσι επιζητώ να γνωρίσω αναγνώστες που διάβασαν το ίδιο βιβλίο με μένα.
Από μια τέτοια ανάγκη –που στην ουσία δεν είναι παρά μια ακόμα έκφραση επιθυμίας υλοποίησης κοινωνικών και  διαπροσωπικών σχέσεων- έχουν δημιουργηθεί οι Λέσχες Ανάγνωσης.
Ένας θεσμός που ανθεί στις μέρες μας στον τόπο μας και που σε ένα μεγάλο μέρος ίσως και να καθορίζει και το ποια βιβλία εκδίδονται.
Αναφέρομαι κυρίως (αν όχι και μόνο) σε βιβλία λογοτεχνίας, ίσως και σε κάποιο βαθμό σε βιβλία εκλαϊκευμένης ιστορίας. Σε βιβλία, δηλαδή, που μπορούν να ενδιαφέρουν ένα λίγο – πολύ πλατύ κοινό αναγνωστών και τα οποία μπορεί να πυροδοτήσουν μια σειρά συζητήσεων γύρω από τη θεματική τους και  τις ιδέες τους.
Για την ιστορία και μόνο ας μην ξεχνάμε τα Λογοτεχνικά Σαλόνια του Παρισιού, εκεί προς το τέλος του 19ου αιώνα και μέχρι τα χρόνια του Μεσοπόλεμου. Αυτά θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως αποτελούν τους προπάτορες των δικών μας σημερινών Λεσχών Ανάγνωσης.
Ασφαλώς ανάμεσα στο Σαλόνι της Γετρούδης Στάιν και σε μια Λέσχη Ανάγνωσης ενός Δήμου (για παράδειγμα) υπάρχουν μεγάλες διαφορές.
Κυριότερη –το Σαλόνι της Στάιν συγκέντρωνε πρόσωπα της καλλιτεχνικής ζωής εκείνης της εποχής* η Λέσχη η σημερινή αποτελείται από άτομα (γυναίκες κυρίως) που τις περισσότερες φορές η μόνη σχέση που έχουν με τις Τέχνες είναι αυτή του αναγνώστη.
Αλλά ακριβώς αυτός είναι και ο λόγος που έχουν τόσο αυξηθεί και που είναι τόσο δημοφιλείς.
Με οργανωμένο τρόπο η δημιουργία Λεσχών Ανάγνωσης ξεκινά προς τα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν το ΕΚΕΒΙ αρχίζει να υποστηρίζει τη λειτουργία τους και προσφέρει τη σχετική τεχνογνωσία σε όσους θέλουν να αναλάβουν τον συντονισμό τους. Μάλιστα διατηρεί και αρχείο με τις Λέσχες –πόσες είναι, που λειτουργούν, με ποια θέματα ασχολούνται κλπ. Δυστυχώς με το κλείσιμο του ΕΚΕΒΙ όλα αυτά τα στοιχεία δεν ενημερώνονται πλέον κι έτσι αν κάποιος σήμερα θέλει να καταγράψει τη δυναμική της παρουσίας των Λεσχών Ανάγνωσης και το πως μπορεί να παρεμβαίνουν στις αναγνωστικές συνήθειες του μέσου αναγνώστη, δεν έχει τη δυνατότητα να βασιστεί σε τεκμηριωμένα στοιχεία.
                                                     *****************
Τόσο με την ιδιότητα του συγγραφέα, αλλά κυρίως με εκείνη του μανιώδους αναγνώστη λογοτεχνίας, είναι πάνω από δεκαπέντε χρόνια που συσσωρεύω εμπειρίες ως προς τη λειτουργία των Λεσχών Ανάγνωσης. Που έχω μυηθεί τόσο στις εφαρμογές όσο και στις προεκτάσεις τους. Γιατί βέβαια μια Λέσχη Ανάγνωσης πέρα από τις αναγνωστικές εμπειρίες συμβάλει και στη διαμόρφωση σχέσεων διαπροσωπικών όσο και κοινωνικών.
Ας δούμε κάπως πιο αναλυτικά τον τρόπο που λειτουργεί μια Λέσχη Ανάγνωσης.
-Συνήθως τη δημιουργεί ένας φορέας (σύλλογος, δήμος, σχολείο κλπ* αλλά και βιβλιοπωλείο ή εκδότης).  Σπανιότερα μια Λέσχη δημιουργείται γύρω από ένα πρόσωπο που διαθέτει αναγνωρισμένη γνώση των λογοτεχνικών πραγμάτων (πχ συγγραφέας, φιλόλογος κλπ)
-Τα μέλη μιας Λέσχης καλό θα είναι  να μην υπερβαίνουν κατά πολύ τα είκοσι, αλλά και να μην είναι λιγότερα από περίπου δέκα. Η ελεγχόμενη πολυφωνία βασικό αιτούμενο.
-Οι συναντήσεις γίνονται μια ή το πολύ δυο φορές το μήνα. Στη δεύτερη περίπτωση τα μέλη αισθάνονται να δένονται με πλέον σφιχτούς δεσμούς φιλίας, αλλά θα πρέπει να διαβάζουν σχετικά ολιγοσέλιδα βιβλία.
-Οι συναντήσεις γίνονται σε χώρους που διαθέτει ο φορέας που τις διοργανώνει και κρατούν ένα αυστηρό ωράριο –συνήθως δίωρο.  Υπάρχουν και περιπτώσεις Λεσχών όπου τα μέλη συναντιόνται εκ περιτροπής στα σπίτια τους, αλλά και σε δημίους χώρους (πχ ζαχαροπλαστεία). Στη μια περίπτωση οι αναγνωστικές συζητήσεις συνοδοιπορούν με κατανάλωση εδεσμάτων και δεν υπόκεινται σε χρονικούς περιορισμούς* στην άλλη οι συζητήσεις διατηρούνται σε ό,τι μια κοινωνική σύναξη σε δημόσιο χώρο επιβάλει.
-Για τη λειτουργία μιας Λέσχης απαιτείται να υπάρχει ένας συντονιστής. Το δικό του εύρος λογοτεχνικών γνώσεων είναι και αυτό που θα καθορίζει το αντίστοιχο εύρος των αναγνωστικών διαδρομών της Λέσχης που συντονίζει.  Ιδανικό θα είναι ο συντονιστής να αφουγκράζεται τις ανάγκες και τις διαθέσεις των άλλων μελών κι έτσι να επιλέγει τίτλους που και θα ικανοποιούν αυτές τις διαθέσεις, αλλά και θα τις διευρύνουν.
-Στις περισσότερες περιπτώσεις ο συντονιστής είναι και ο μόνος που επίσημα τουλάχιστον επιλέγει τους προς ανάγνωση τίτλους. Αλλά υπάρχουν και Λέσχες όπου η επιλογή γίνεται με περισσότερο… δημοκρατικές διαδικασίες. Κάθε μέλος, με τη σειρά,  προτείνει ένα βιβλίο.
-Συχνά τα μέλη μιας Λέσχης  διαθέτουν ένα κοινό στοιχείο –πχ  είναι όλα εκπαιδευτικοί ή να είναι παιδιά ή να είναι τρόφιμοι ενός Ιδρύματος.
-Σε άλλες Λέσχες όλα τα μέλη παίρνουν με τη σειρά το λόγο και καταθέτουν την άποψή τους. Σε άλλες ο συντονιστής ή και κάποιος ειδικός προσκεκλημένος (αν όχι ο συγγραφέας του βιβλίου, τότε κάποιος ειδικός επί του θέματος) αφού κάνουν μια ανάλυση, προχωρούν σε ένα διάλογο με τα μέλη.
- Με κάποιο γενικό τρόπο κατάταξης, μπορούμε να ισχυριστούμε πως υπάρχουν Λέσχες που είναι ανοιχτές στις προσεγγίσεις τρίτων, όπως και πως υπάρχουν άλλες που θέλουν να κρατήσουν εντελώς μεταξύ των μελών τους τις όποιες θέσεις και απόψεις επί των βιβλίων που διαβαστήκανε.
-Ένας ακόμα χαρακτηριστικό των περισσοτέρων Λεσχών από αυτές που προσκαλούν τους συγγραφείς των βιβλίων που διαβαστήκανε, είναι πως προτιμούν να προσκαλούν συγγραφείς που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουν προβληθεί από τα ΜΜΕ ή συχνά τα βιβλία τους αναφέρονται σε καταλόγους ευπώλητων. Αν και έχει επίσης παρατηρηθεί πως  ο συντονιστής ή και κάποια από τα μέλη συχνά προκαλούν με κριτήρια προσωπικής ή άλλης μορφής γνωριμίας.
                                            ***************
Πέρα όμως από την προώθηση (με τον όποιο ποιοτικό χαρακτήρα) της αναγνωστικής συμπεριφοράς των μελών τους, οι Λέσχες Ανάγνωσης παρεμβαίνουν, υποστηρίζουν και καλύπτουν λίγο πολύ συγκεκριμένες κοινωνικές ανάγκες.
Και όσο κι αν είναι γεγονός πως οι περισσότεροι από τους συγγραφείς θέλουν να προσκαλούνται από διάφορες Λέσχες και όσο κι αν είναι λογικό το ίδιο να επιθυμούν και οι εκδότες για τους τίτλους που έχουν εκδώσει, πιστεύω πως η λειτουργία των Λεσχών Ανάγνωσης έχει ενδιαφέρουσες προεκτάσεις στην καθημερινή συμπεριφορά των μελών τους τόσο ως αναγνώστες όσο και ως κοινωνικά άτομα.
Η λογοτεχνία θεωρήθηκε πάντα πως απευθύνεται σε γυναικείο κυρίως κοινό. Ίσως γιατί η ενδοσκόπηση που απαιτεί η αναγνωστική πράξη ταιριάζει περισσότερο στη γυναικεία ψυχοσύνθεση. Όπως και να το κάνουμε τα μέλη μιας Λέσχης Ανάγνωσης (στην πλειοψηφία  τους  είπαμε πως είναι γυναίκες) αναγνωρίζουν τόσο τις καμπές του δικού της η κάθε μια βίου, όσο και μοιράζονται τις ανάλογες εμπειρίες και των συν-αναγνωστριών τους , αλλά και των ηρωίδων των έργων. Έτσι όμως και καθώς το ατομικό μετατρέπεται σε συλλογικό, η ενδυνάμωση της θέσης της γυναικείας ταυτότητας  αποκτά ουσιαστικότερες βάσεις.  Η νέα γυναίκα (νεαρή μητέρα ή και μεταπτυχιακή φοιτήτρια) συνομιλεί με την ηλικιωμένη (χήρα ή γιαγιά). Οι εμπειρίες περνάνε μέσα από το αισθαντικό αλλά και βαθύ κανάλι της λογοτεχνίας και από τη μια προειδοποιούν και από την άλλη γαληνεύουν.
Όσοι πάλι εκπρόσωποι του άλλου φύλλου συμμετέχουν στις συζητήσεις μιας Λέσχης, μπορεί ίσως να μην ανακαλύπτουν από την αρχή τα συναισθήματα των γυναικών (ο άνδρας που συμμετέχει σε μια Λέσχη είναι ήδη υποψιασμένος για τις διαφορετικές συγκινήσεις που μπορεί να είχε η μητέρα του ή μια σύντροφός του) αλλά σίγουρα από τη μια διευρύνει τις σχετικές γνώσεις του και από την άλλη συμβάλλει στο να γίνουν κατανοητές και οι δικές του, οι ανδρικές ανάγκες,  από τις γυναίκες συν-αναγνώστριες του.
Με διαφορετικό τρόπο ειπωμένο –οι Λέσχες Ανάγνωσης επιτίθενται στη ατομική, στην διαπροσωπική και στην κοινωνική αποξένωση.
Κι όμως… Την ίδια στιγμή –όχι πάντα και όχι σε όλες της Λέσχες- δημιουργείται στα μέλη κάποιων Λεσχών μια τάση, μια διάθεση ίσως, κυριαρχίας του αναγνώστη πάνω στον συγγραφέα.
Αν η μοναχική ανάγνωση αφήνει ευάλωτο τον αναγνώστη στη μαγεία και στη δυναμική της συγγραφικής τεχνικής του συγγραφέα, η ανάγνωση που συνοδοιπορεί με άλλες αναγνώσεις  αποκτά μια ισχύ και ως μια ομάδα που έχει υποστεί για καιρό την καταπίεση  του κυριάρχου των συναισθημάτων της, εξεγείρεται και αμφισβητεί τον συγγραφέα.
Δεν θεωρώ πως μια τέτοια αμφισβήτηση δεν πρέπει πότε να εκφραστεί. Αλλά όποτε  αυτό γίνει θα πρέπει να στηρίζεται σε ουσιαστικές επισημάνσεις πάνω στη χρήση της γλώσσας, πάνω στον τρόπο δόμησης της αφήγησης, πάνω στο σχεδιασμό γεγονότων και χαρακτήρων. Και όχι σε ένα απλό και απόλυτα εγωκεντρικό «Μου αρέσει – Δε μου αρέσει».
Δικαίωμα κάθε αναγνώστη να έχει τις προτιμήσεις του. Αλλά πέρα από το δικαίωμα αυτήν την προσωπική του προτίμηση να ζητά να του την αναγνωρίσουν,  υπάρχει και η υποχρέωση εκ μέρους του να μπορεί να διακρίνει που τελειώνει το υποκειμενικό που αρχίζει το αντικειμενικό. Κι άλλωστε διαφωνώ με κάτι δε σημαίνει πως και το απαξιώνω.
Η τήρηση μιας τέτοιας αναγνωστικής συμπεριφοράς στάσης  είναι έργο που αφορά τις ευθύνες του συντονιστή. Εκείνος είναι που θα πρέπει να φωτίσει όλες τις λεπτομέρειες του έργου και να πείσει τους αναγνώστες της ομάδας του για το γιατί αξίζει να το σεβαστούν –τόσο αυτό όσο και τον δημιουργό του.                                                                                             Και τώρα,  καθώς σκέπτομαι τον ευρύτερο ρόλο που καλείται να παίξει ο συντονιστής μιας Λέσχης Ανάγνωσης, νομίζω πως πρέπει να τονίσω πως καλός συντονιστής είναι εκείνος που και ευρύτερη γνώση έχει του λογοτεχνικού χώρου, αλλά και που διαθέτει ικανότητες χειρισμού των ιδιαιτεροτήτων κάθε μέλους της ομάδας του. Ας μη λησμονούμε πως η ανάγνωση της λογοτεχνίας και στη συνέχεια η συζήτηση από πολλούς των διαφόρων θεμάτων που σε ένα βιβλίο εμφανίζονται, φέρνει συχνά στην επιφάνεια κρυμμένες ψυχολογικές αναστολές, καταπιεσμένα συναισθήματα, ταξικούς φόβους, έντονες ανάγκες αντιμετώπισης του άλλου. Οπότε ο συντονιστής χωρίς να ξεχνά πως είναι ο πρώτος ανάμεσα σε ίσους, δε θα πρέπει και να λησμονά πως καλό είναι να διαθέτει έως και διπλωματικές δεξιότητες στη διαχείριση των συζητήσεων.
Πιο πάνω σημείωσα πως ως ένα βαθμό οι επιλογές των Λεσχών Ανάγνωσης παρεμβαίνουν και στα προγράμματα έκδοσης κάποιων έργων. Νομίζω πως αυτή η παράμετρος θα πρέπει να γίνει περισσότερο αντιληπτή. Μια Λέσχη Ανάγνωσης ως ένα κοινωνικό σώμα  που ασχολείται με την κατ΄ εξοχήν πιο προβληματίζουσα μορφή Τέχνης –τη Λογοτεχνία-  δε θα πρέπει να ξεχνά πως πέρα από την τέρψη ων μελών της, πέρα από την κάλυψη των συναισθηματικών αναγκών τους, εν τέλει παρεμβαίνει και σε μια ουσιαστική διαμόρφωση Ιδεών και Αισθητικής.
Γιατί η Λογοτεχνία –τόσο ως συγγραφή όσο και ως ανάγνωση- είναι πράξη πολιτική.

 Πρώτη ανάρτηση: https://diastixo.gr/epikaira/apopseis/10575-lesxes-anagnwshs-kontolewn