19.3.20

Μάκης Τσίτας"Πέντε Στάσεις"


Μάκης Τσίτας
«Πέντε Στάσεις»
Μεταίχμιο


Μια γυναίκα αφηγείται τη ζωή της.
Η Τασούλα -γεννημένη σε επαρχία, λίγες δεκαετίες πριν το τέλος του 20ου αιώνα- θα μπορούσε να είχε ζήσει μια απλή ή ακόμα και μια περισσότερο εντυπωσιακή ζωή, αν δεν είχε κάνει λάθος επιλογή στον άντρα που θα γινότανε σύντροφός της.
Κι όμως δίπλα στον Θεόφιλο έζησε όλη της τη ζωή, μαζί του απέκτησε δυο παιδιά, από εκείνον γνώρισε κάθε είδους εξευτελισμούς  και βιοπραγίες.
Δεν εκμεταλλεύτηκε τη βοήθεια των γονιών της για να τον χωρίσει. Δούλευε σκληρά έξω και μέσα από το σπίτι τους. Δεν θέλησε τίποτε να στερηθούν τα παιδιά της. Μια γυναίκα απόλυτα αποκομμένη από την όποια κοινωνική δραστηριότητα. Όλη της η εμπειρία, η διαδρομή πέντε στάσεων με το λεωφορείο -όσο απείχε το σπίτι από το χώρο εργασίας της.
Και όλη της τη ζωή, η ίδια την αφηγείται στον αναγνώστη αυτού του ολιγοσέλιδου (75 σελίδες) βιβλίου.
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση έχει μια δική της δυναμική και προκαλεί ένα έντονο συναίσθημα ταύτισης του αναγνώστη με το αφηγούμενο πρόσωπο.
Ακριβώς γιατί μπορεί εύκολα να συγκινήσει, απαιτεί αυστηρό έλεγχο στη χρήση λέξεων και εκφράσεων εκ μέρους του συγγραφέα, έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα να ξεφεύγει από μια εύκολη ψυχογραφική καταγραφή, αλλά αντίθετα να καταφέρνει να φωτίσει το βάθος συναισθημάτων και ψυχολογικών τραυμάτων.
Παράλληλα η γλώσσα εκφοράς πρέπει να ταιριάζει απόλυτα με τα χαρακτηριστικά (μορφωτικά, κοινωνικά, ψυχογραφικά) του αφηγητή.
Η μεταπολεμική ελληνική λογοτεχνία έχει αρκετές καλές στιγμές της βασισμένες σε πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις (θυμίζω τα μυθιστορήματα «Ο Λούσιας» του Νίκου Χουλιαρά και «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Χατζή, τα αφηγήματα του Γιώργου Ιωάννου, αλλά και άλλα).
Στους πλέον σύγχρονους συγγραφείς, η μορφή αυτή της αφήγησης δείχνει να είναι ιδιαιτέρως αγαπητή -ο Θωμάς Κοροβίνης θα έλεγα πως κυριαρχεί καθώς γλωσσικά ενδύεται τους τρόπους έκφρασης των ηρώων του (ιστορικών ή μη προσώπων).
Μα ασφαλώς και άλλοι σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς χρησιμοποιούν την πρωτοπρόσωπη αφήγηση και ένας από αυτούς είναι και ο Μάκης Τσίτας.
Το έχω και με άλλες ευκαιρίες σημειώσει πως θεωρώ τον Τσίτα ως μια ιδιαίτερη περίπτωση στη λογοτεχνία μας.
Από το 1996 όπου κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο (η συλλογή διηγημάτων «Πάτυ εκ του Πετρούλα») μέχρι σήμερα έχει εκδώσει 27 (αν καλά έχω μετρήσει) βιβλία, από τα οποία τα περισσότερα είναι για παιδιά. Αυτά τα έργα είναι συνήθως ολιγοσέλιδα και εικονογραφημένα και αρκετά από αυτά γραμμένα σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Με άλλα λόγια ξέρει να χρησιμοποιεί και με επιτυχία την εκφορά λόγου ενός παιδιού για να φωτίσει όχι μόνο την ανήλικη πρόσληψη αλλά και την υποδόρια  παρουσία του ενήλικα μέσα στην παιδική καθημερινότητα.
Την ίδια στιγμή, το βασικό του έργο για ενήλικες, το «Μάρτυς μου ο Θεός», έχει κερδίσει το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης του 2014 και έχει έως τώρα μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες γιατί έχει εκτιμηθεί η αφηγηματική του ικανότητα να αφήσει τον κεντρικό του ήρωα -ένα ιδιαίτερο τύπο νεοέλληνα- να μιλά αβίαστα και κάτω από τις καθαρά ατομικές και ψυχολοπαθολογικές του στρεβλώσεις.
Τηρουμένων, λοιπόν, των αναλογιών και όπως προσωπικά δεν διαχωρίζω με στεγανά τη λογοτεχνία που απευθύνεται σε παιδιά από εκείνη που στρέφεται προς τους ενήλικες, πιστεύω πως ο Μάκης Τσίτας είναι μαζί με τον Κοροβίνη οι δυο σύγχρονοι συγγραφείς μας που όχι μόνο στηρίζουν το έργο τους στις απαιτητικές  δομές αυτού του τρόπου αφήγησης, αλλά και ολοένα τις διευρύνουν.
                                      **********
Αλλά πέρα από την καθαρή λογοτεχνική προσέγγιση που μπορεί κανείς να κάνει με τα κείμενα αυτής της κατηγορίας, θα πρέπει να τα δει και ως ένα είδος γραφής το οποίο κατά κάποιο τρόπο ενώνει τον πεζογραφικό με τον θεατρικό λόγο.
Δεν γνωρίζω επακριβώς τους λόγους για τους οποίους ολοένα και περισσότερα ελληνικά θεατρικά έργα στηρίζονται σε μονολόγους -υποψιάζομαι πως αυτό μπορεί να είναι και μια απόρροια της οικονομικής κρίσης των τελευταίων ετών.
Σε κάθε περίπτωση πάντως παρακολουθούμε συχνά γνωστούς ηθοποιούς και όχι μόνο να συμμετέχουν σε έργα μονοπρόσωπα και να ερμηνεύουν πάνω στη σκηνή ότι λίγο πριν ή λίγο μετά θα το δούμε να έχει πάρει και την τυπωμένη μορφή βιβλίου.
Πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η συνύπαρξη και ομολογώ πως αξίζει κάποιος θεωρητικός  της λογοτεχνίας να αναζητήσει το κατά πόσο η προοπτική ενός λογοτεχνικού μονολόγου να μεταμορφωθεί σε θεατρικό μονόλογο  έχει επηρεάσει την αρχική του σύλληψη.
Το «Μάρτυς μου ο Θεός» έχει μεταφερθεί με μεγάλη επιτυχία στη σκηνή, αφού όμως το μεγάλο μέγεθος του κειμένου, προσαρμόστηκε στις χρονικές απαιτήσεις μιας θεατρικής παράστασης.
Η νουβέλα «Πέντε Στάσεις» πρόκειται κι αυτή να μεταφερθεί στο θέατρο -μας ενημερώνει το οπισθόφυλλο του βιβλίου. Το μέγεθός της τής επιτρέπει χωρίς περικοπές να μεταφερθεί στη σκηνή -άραγε η πρόθεση του Τσίτα όταν έγραφε αυτό το κείμενο ήταν η δημιουργία πεζογραφήματος και θεατρικού μονολόγου ταυτόχρονα;
Η αυθόρμητη ροή του λόγου της Τασούλας, τα όσα σταδιακά μας αποκαλύπτει, αλλά και όσα από την αρχή έχει αποφασίσει να τα κρατήσει στη σκιά των δικών της αναστολών, με κάνει να πιστεύω πως η ερμηνεία αυτού του ρόλου θα είναι μια πρόκληση προς τη ηθοποιό που θα την ερμηνεύσει.
Ως αναγνώστης πάντως, θέλω να ομολογήσω πως η εξομολόγησή της με έκανε από τη μια να συμπάσχω μαζί της και από την άλλη να τρομάξω  τόσο με μια κοινωνία που της αρέσει να υποκρίνεται, αλλά και με τα άτομα εκείνα που δεν θέλουν ή δεν τολμούν να επαναστατήσουν.
Η τελευταία περιγραφή της σχέσης αυτού του τόσο αρρωστημένου ζεύγους Τασούλας και Θεόφιλου, μας φανερώνει πως από ένα σημείο και μετά το θύμα και ο θύτης ταυτίζονται και ίσως και να ανταλλάσσουν τους ρόλους τους.
Αυτό είναι μια επιτυχία του συγγραφικού νυστεριού. Κι άλλωστε -ας το αναγνωρίσουμε- τις περισσότερες φορές ο συγγραφέας προηγείται του ψυχαναλυτή.


18.3.20

Ένας γλάρος η φωνή των στοχασμών...

Η Τέσυ Μπάιλα  έγραψε στο Book Press





Το τρίτο βιβλίο της σειράς ελεύθερων διασκευών κλασικών έργων από τον Μάνο Κοντολέων, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη. Μετά τα εξαιρετικά Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης και Το βιβλίο της ζωής του Μεγάλου Γαργαντούα, αυτή τη φορά ο Κοντολέων καταπιάνεται με τη διασκευή του μεσαιωνικού θρύλου του Τριστάνου και της Ιζόλδης, βασισμένος στα βιβλία των Μπερούλ και Ζοζέφ Μπεντιέ.

Ο Μάνος Κοντολέων αγκαλιάζει ξανά τους λογοτεχνικούς ήρωες που τον σημάδεψαν με τις περιπέτειές τους από παιδί και επαναπροσδιορίζοντάς τους, καταφέρνει να τους παρουσιάσει στους αναγνώστες της σημερινής εποχής, χαρίζοντάς τους ένα ολόφρεσκο νέο πρόσωπο, πλήρως προσαρμοσμένο στις σημερινές αναγνωστικές απαιτήσεις, ζυμωμένο εντούτοις με τα χαρακτηριστικά της κλασικής τους νιότης.

Με αυτή τη σειρά βιβλίων του, ο Μάνος Κοντολέων αγκαλιάζει ξανά τους λογοτεχνικούς ήρωες που τον σημάδεψαν με τις περιπέτειές τους από παιδί και επαναπροσδιορίζοντάς τους, καταφέρνει να τους παρουσιάσει στους αναγνώστες της σημερινής εποχής, χαρίζοντάς τους ένα ολόφρεσκο νέο πρόσωπο, πλήρως προσαρμοσμένο στις σημερινές αναγνωστικές απαιτήσεις, ζυμωμένο εντούτοις με τα χαρακτηριστικά της κλασικής τους νιότης. Πρόκειται για εκείνα τα χαρακτηριστικά τα οποία έγιναν οι βάσεις για αρκετές μελλοντικές ιστορίες και ενέπνευσαν συγγραφείς και αναγνώστες. Και το κάνει με ξεκάθαρη τη συνείδηση πως, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, είναι ανάγκη να προωθηθούν τα κλασικά κείμενα που προάγουν οικουμενικές αξίες και καθόρισαν τον παγκόσμιο πολιτισμό αντέχοντας στην πάροδο του χρόνου και μεταφέροντας σημαντικές αξίες, όπως η αγάπη, η πίστη, η αφοσίωση, η επαναστατικότητα, η φιλία, η ελπίδα και η αισιοδοξία, το πάθος, ο έρωτας, η απόλυτη αγάπη.

Επιλέγοντας τον συγκεκριμένο θρύλο ο Κοντολέων ανασυνθέτει εκ νέου μια γοητευτική ιστορία, χρησιμοποιώντας υλικό τόσο από τα τμήματα του έργου που διασώθηκαν από τον Μπερούλ όσο και από το έργο του Μπεντιέ, του Γάλλου μελετητή του Μεσαίωνα.

Δικαίως η ιστορία αυτή χαρακτηρίζεται πρόδρομος του ρομαντισμού και των σαιξπηρικών έργων. Το σίγουρο είναι ότι η διαχρονική της αξία είναι αποδεδειγμένη, καθώς ανατέμνει την αγάπη και τον έρωτα με τον τρόπο που τραγουδήθηκε από τους τροβαδούρους στους Γάλλους ιππότες του 11ου αιώνα και διαμορφώθηκε κατά τον 12ο και 13ο αιώνα όταν διασώθηκαν αποσπάσματά της. Ο Κοντολέων όμως δεν ξαναγράφει την ίδια ιστορία. Με μια ευρηματικότατη επινόηση και πάλι επιστρατεύει τον αφηγητή της ιστορίας που δεν είναι άλλος από ένα γλαροπούλι που ίπταται πάνω από τις βραχώδεις ακτές της Κορνουάλης και τις Ιρλανδίας.

«Λίγες είναι οι γαλήνιες, οι αμμουδερές ακτές της Κορνουάλης – οι περισσότερες είναι άγριες. Βράχια υψηλά, συχνά απόκρημνα υποδέχονται υπεροπτικά τα κύματα, ενώ δυνατοί αέρηδες χαράζουν πάνω τους θρύλους των ανοιχτών θαλασσών.
Κι ολόγυρα ύφαλοι και ξέρες που ύπουλα καραδοκούν να πέσει πάνω τους κάποιο καράβι, να τσακιστεί, να βυθιστεί…»

Ο γλάρος, λοιπόν, γίνεται η φωνή των στοχασμών του συγγραφέα. Στα δικά του φτερά εναποθέτει τις προσωπικές του σκέψεις και αγωνίες και φωτίζει όλα όσα καθόρισαν τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις πράξεις των ηρώων του έργου.

Η γλωσσική αισθητική του Μάνου Κοντολέων είναι για μια ακόμη φορά η προσωπική του σφραγίδα στο συγκεκριμένο βιβλίο, όπως και σε κάθε βιβλίο του. Ο βραβευμένος συγγραφέας πατάει πάνω στον μεσαιωνικό θρύλο αλλά γράφει μια εντελώς νέα ιστορία με τον διακριτό ζεστό αφηγηματικό του τόνο, επιλέγοντας με τρυφερότητα τις λέξεις και τις φράσεις που θα δώσουν φωνή στους ήρωες αλλά και στον γλάρο, το πουλί της ελευθερίας που ενίοτε περιγράφει σκωπτικά όσα βλέπει στις μακρινές ακτές των οριζόντων. Η λυρικότητα και ο γλωσσικός πλούτος έλκουν τον αναγνώστη κάθε ηλικίας και χαρακτηρίζουν το έργο.

Πέρα από τον έρωτα δυο ανθρώπων και το πάθος που γίνονται αφετηρία για την αναγνωστική πορεία, ο Κοντολέων σκύβει με αγάπη –αυτό είναι βέβαιο– στους ήρωές του και μετατοπίζει τον πυρήνα της αφήγησής του στις απόψεις των γλάρων, δίνοντας ένα έργο βαθιά ανθρώπινο και ζεστό με έναν σαφή τόνο διαφορετικότητας από τον κλασικό θρύλο. Παράλληλα, η αναγνωστική διαδικασία γίνεται η αφορμή για τις περιπλανήσεις του νου στις εξελίξεις μιας τόσο τρυφερής ιστορίας που μπορεί να διαβαστεί –είτε κανείς γνωρίζει τον μεσαιωνικό θρύλο είτε όχι– με ενδιαφέρον και ενάργεια από τον σύγχρονο αναγνώστη.

«Περίεργα πουλιά εμείς οι γλάροι. Περίεργος είμαι. Κουρνιάζω, παρατηρώ, ακούω. Κάπως έτσι μαθαίνουμε εμείς –τα πετούμενα που αγαπούν τη θάλασσα– εσάς τους ανθρώπους. Και σας ξέρουμε καλά – πιστέψτε με!
Αν θέλετε να μάθετε την ιστορία ενός τόπου, τα πάθη και τα όνειρα όσων τον κατοικούνε, ελάτε σε μας… Ζητήστε να σας τα πούμε όλα.
Τίποτε δε θα μάθετε, αν εμείς δε θέλουμε να σας το πούμε.
Κι αν πάλι κάτι –με ένα πιο χαμηλότονο, ας πούμε, κρώξιμο– σας εμπιστευθούμε… Μην μας πιστέψετε… Μπορεί και να σας ξεγελάμε…»

Έμπειρος δημιουργός ο Κοντολέων με σύνεση και κυρίως με υπευθυνότητα καταθέτει ένα άρτιο και γοητευτικό αποτέλεσμα το οποίο κοσμεί η εξαιρετική εικονογράφηση της Βάσως Ψαράκη και ξανασυστήνει στους αναγνώστες του αγαπημένους ήρωες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μέσα από μια δροσερή και ολοσδιόλου σύγχρονη οπτική, κάνοντας τον να αναρωτιέται ποιος θα είναι ο επόμενος ήρωας αυτής της σειρά που θα επιλέξει στο μέλλον.

Πρώτη ανάρτηση: https://www.bookpress.gr/kritikes/biblia-gia-paidia-efibous/beroul-patakis-tristanos-kai-izoldi-mpaila?fbclid=IwAR1y2ehCNH0XVaXNwpQ46YXRZxikWj4ZdfG2sTXgVgCT1YCdta140LC1bCI

ΘΑΜΜΕΝΟΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ Μια ιστορία του καιρού μας


Άρνολτντ Μπέννετ

ΘΑΜΜΕΝΟΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ
Μια ιστορία του καιρού μας

Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Επίμετρο: Ελένη Κεχαγιόγλου

Εκδόσεις Πατάκη

 alt

Λονδίνο, αρχές του 20ου αιώνα.
Ο διεθνούς φήμης ζωγράφος Πρίαμ Φαρλ κηδεύεται στον Αβαείο του Ουέστμινστερ.
Μα μετά από λίγα χρόνια ένας συλλέκτης ανακαλύπτει πως κάποιος συνεχίζει να ζωγραφίζει πίνακες που αν και δεν έχουν καμιά υπογραφή, εντούτοις είναι ολοφάνερο πως έχουν δημιουργηθεί από τον νεκρό καλλιτέχνη.
Και τότε ένα σκάνδαλο ξεσπά και…
Και πάνω σε αυτό το εύρημα ο βρετανός συγγραφέας Άρνολντ Μπέννετ (1867 -1931) στήνει το μυθιστόρημα του «Θαμμένος ζωντανός» και βρίσκει την ευκαιρία να αντιμετωπίσει ζητήματα όπως αυτά της ταυτότητας της καλλιτεχνικής δημιουργίας, της ελευθερίας του ατόμου μέσα σε μια αυστηρά δομημένη κοινωνία, τις διαφορές μεταξύ του ‘είναι’ και του ‘φαίνεσθαι’, των επιδράσεων της πληροφορίας πάνω στην αλήθεια.
Ο Μπέννετ υπήρξε ένας από τους πλέον δημοφιλείς συγγραφείς στην εποχή  του. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, κριτικές, θεατρικά
-κυριάρχησε στα λογοτεχνικά δρώμενα τόσο στην Μεγάλη Βρετανία όσο και στις ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του περασμένο αιώνα.
Σήμερα, αν και συγγραφείς όπως ο Μπόρχες, έχουν δηλώσει τον θαυμασμό τους για τα έργα του, είναι ένας μάλλον λησμονημένος συγγραφέας. Ίσως γιατί εκπροσωπούσε μια ‘απλή’ λογοτεχνία, ένα είδος που βρέθηκε στο στόχαστρο μιας πιο ‘περίπλοκης’ γραφής (έντονη και μακροχρόνια ήταν η αντιπαλότητα του με τον Γουλφ).
Το μυθιστόρημα «Θαμμένος ζωντανός – Μια ιστορία του καιρού μας» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα καθαρό δείγμα αγγλικού χιούμορ και καυστικής σάτιρας κοινωνικών συμβάσεων.
Παράλληλα είναι και ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων, αλλά με τέτοιο τρόπο καταγεγραμμένων ώστε το μείγμα χιούμορ και κοινωνικής κριτικής να αποτελεί το κεντρικό κύτταρο της ύπαρξης του καθενός τους.
Ασφαλώς το βάρος το αναλαμβάνει ο ήρωας – ο Πρίαμ Φαρλ με μια απόλυτη φυσικότητα διεκδικεί το δικαίωμα του να είναι απόλυτα κυρίαρχος των αποφάσεών του και να αναγνωρίζεται όχι από τις επίσημες ταυτότητες, αλλά από τα απολύτως δικά του χαρακτηριστικά του έργου του. Δεν ζωγραφίζει για να αναγνωριστεί από τους άλλους, αλλά για να εκφράσει την ίδια την ύπαρξή του. Και έτσι αποκτά την πλήρη ελευθερία πράξεων και συναισθημάτων.
Δίπλα του, ο Μπέννετ δημιουργεί μια από τις πλέον εντυπωσιακές ηρωίδες μυθιστορημάτων. Η Άλις Τσάλλις, σύζυγος του Φαρλ (όταν πλέον αυτός έχει ενστερνισθεί την προσωπικότητα του νεκρού υπηρέτη του) είναι μια γυναίκα της μεσαίας τάξης, με ξεκάθαρες απόψεις και την αποφασιστική ικανότητα να ζει το σήμερα χωρίς περιμετρικές ψυχολογικές ταλαντεύσεις.
Αποδέχεται τον άλλον  γι αυτό που ο ίδιος θέλει να είναι, μα και η ίδια διεκδικεί το χώρο της στην έκφραση των συναισθημάτων της.
Αν ο Φερλ εκπροσωπεί την ανεξάρτητη μια και ευάλωτη στάση του καλλιτέχνη, η Άλις αντιπροσωπεύει την επίσης ανεξάρτητη αλλά στη δική  της περίπτωση στέρεα γνώση του τρόπου διεκδίκησης.
Η συνύπαρξη των δυο αυτών χαρακτήρων απογειώνει κυριολεκτικά το έργο και μαζί με τα άλλα πρόσωπα (τα περισσότερα  καλοφτιαγμένοι εκπρόσωποι της αγγλικής μέσης , κυρίως όμως της ανώτερης τάξης) συμβάλλουν στη δημιουργία μιας αναγνωστικής απόλαυσης, ενώ επιβεβαιώνουν πως το «Θαμμένος ζωντανός» είναι αληθινά μια ‘Ιστορία του καιρού μας’.
Η μεταφορά του μυθιστορήματος στη γλώσσα μας είναι απόλυτα επιτυχημένη. Η μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου καταφέρνει να μεταφέρει σε ρέοντα ελληνικά όλο το αγγλικό ύφος του πρωτοτύπου.
Ιδιαιτέρως κατατοπιστικό και το αναλυτικό επίμετρο της Ελένης Κεχαγιόγλου (διευθύντρια και της όλης σειράς) που μας γνωρίζει τη ζωή και το έργο ενός κλασικού άγγλου δημιουργού του 20ου αιώνα.

 (Πρώτη ανάρτηση:      https://www.bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/bennett-arnold-patakis-thammenos-zontanos-mia-istoria-tou-kairou-mas-kontoleon?fbclid=IwAR0OAurptj0VIr_BhGq4MQt_M7HDKWawPNf1REZQOi_9RF8vTdZkDoFju5k    )                                                                                                        


Το χνούδι της λεύκας


Θεόφιλος Ελευθεριάδης
«Το χνούδι της λεύκας»
Ιστορικό μυθιστόρημα

Εκδόσεις Λεξίτυπον

                                   

Ο Θεόφιλος Ελευθεριάδης γεννήθηκε (1960), ζει και εργάζεται ως κτηνίατρος στην Καβάλα.
Είναι συγγραφέας τεσσάρων ιστορικών μυθιστορημάτων. Το πρώτο κυκλοφόρησε το 2004, το τελευταίο τις πρώτες μέρες του 2020.
Η συγγραφή τεσσάρων πολυσέλιδων ιστορικών μυθιστορημάτων μέσα σε 16 χρόνια, ενώ παράλληλα εξασκείται ένα άλλο επάγγελμα, αυτομάτως αποτελούν ένα γεγονός που σε κάνει να στρέψεις την προσοχή σου στον δημιουργό τους.
Το ιστορικό μυθιστόρημα είναι ένα ιδιαίτερα απαιτητικό  είδος μιας και απαιτεί πέρα από τις ικανότητες να περιγράψεις μια εποχή που ο ίδιος δεν την έχεις ζήσει (να σημειωθεί στο σημείο αυτό πως ως ιστορικό θεωρείται εκείνο το μυθιστόρημα όπου η απόσταση που χωρίζει τα αφηγούμενα από την εποχή συγγραφής τους είναι από 50 χρόνια και πάνω) παράλληλα και  να έχει προηγηθεί διεξοδική έρευνα σε ποικίλες πηγές (ιστορίας, κοινωνιολογία, ανθρωπολογίας κ.α.)
Το εγχείρημα γίνεται ακόμα πιο δύσκολο αν η χρονική περίοδος που εξελίσσεται η μυθιστορηματική δράση είναι ιδιαιτέρως απλωμένη και το ίδιο να συμβαίνει και στο χώρο -πιο σωστά- στους χώρους όπου τα διάφορα γεγονότα διαδραματίζονται.
Τα μυθιστορήματα του Ελευθεριάδη και τις δυο αυτές απαιτήσεις τις αντιμετωπίζουν και μάλιστα με μεγάλη αποτελεσματικότητα.
Θα έλεγα μάλιστα πως θα μπορούσαν  να χαρακτηριστούν όχι μόνο ως ιστορικά αλλά και ως ταξιδιωτικά.
Άλλοτε η περίοδος των Ελληνιστικών Χρόνων, άλλοτε η Φραγκοκρατία, άλλοτε τα Προϊστορικά και Μυκηναϊκά Χρόνια -είναι οι εποχές των τριών πρώτων μυθιστορημάτων.
Στο τελευταίο,  η περίοδος είναι τα χρόνια της Αναγέννησης και ο χώρος… Από τις άκρες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ιβηρική Χερσόνησο και στην Ιταλία, κι από εκεί στην Άπω Ανατολή και στην Ιαπωνία.
Ο Ελευθεριάδης συνηθίζει να ‘στήνει’ ένα κεντρικό πρόσωπο -άντρα πάντα- που μέσα από τις δίνες προσωπικών περιπετειών αλλά και ιστορικών αναταράξεων βιώνει και ως ένα βαθμό εκφράζει την εποχή του.
Όπως, λοιπόν, και στα προηγούμενα τρία μυθιστορήματα, έτσι και εδώ στο ‘Χνούδι της Λεύκας’ ο αναγνώστης ταυτίζεται με τον κεντρικό ήρωα και μαζί του ταξιδεύει, γνωρίζει, πάσχει… Στην ουσία βυθίζεται στην εποχή καθώς οι περιγραφές διαπροσωπικών σχέσεων, πολιτικών καταστάσεων, κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, ηθών και εθίμων και πλούσια προσφέρονται, αλλά και ολοζώντανα περιγράφονται.
Ο Θεόφιλος Ελευθεριάδης -ο ίδιος δηλώνει πως έχει ιδιαίτερα μελετήσει Στωικούς φιλοσόφους και Επίκουρο- αναζητά το αποτύπωμα του ανθρώπου καθώς από τη μια σφραγίζει την εποχή του και από την άλλη χαρακτηρίζεται από αυτήν. Θέλει να δει την πορεία του ενός, δίπλα στα πάθη των πολλών.
Οι χαρακτήρες του -ένα ακόμα ζητούμενο του ιστορικού μυθιστορήματος- πείθουν τον αναγνώστη για την αλήθεια τους.
Αν και μπορεί ίσως κάποιος να σκεφτεί πως ο κεντρικός χαρακτήρας του έργου  συχνά δείχνει να διαθέτει στοιχεία υπερήρωα, εντούτοις με τίποτε δεν μπορεί να κατηγορηθεί ως ψεύτικος ή εκτός της εποχής του.
Ιδιαίτερος συγγραφέας ο Θεόφιλος Ελευθεριάδης. Θεωρώ πως το κοινό και η κριτική δεν τον έχουν ανακαλύψει όσο θα του άξιζε.
Τα έργα του έχουν δομή, δράση, τεκμηρίωση. Σαφώς και δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ένα επιφανειακό ιστορικό ανάγνωσμα.
Αν  κάτι θα μπορούσε κανείς να του προσάψει ως προς την μυθιστορηματική σύνθεση είναι πως οι περιγραφές των γεγονότων είναι ιδιαιτέρως λεπτομερείς.
Αλλά από την άλλη αυτός είναι -πιστεύω- και ο στόχος του Ελευθεριάδη. Να αποδείξει πως όσο το άτομο επιδρά πάνω στην εποχή του, δυο φορές περισσότερο αυτή το διαμορφώνει. Και τελικά η πολυπόθητη ισορροπία του ατόμου  μέσα στο Σύμπαν επιτυγχάνεται. Στην ουσία διαβάζει και αναπλάθει την Ιστορία κάτω από μια βιωμένη γνώση του Στωικισμού και των θέσεων του Επίκουρου.

 (Πρώτη ανάρτηση: https://www.fractalart.gr/to-chnoydi-tis-leykas/ )




8.3.20

Άλκη Ζέη -μια πρώτη κοινωνική αποτίμηση του έργου της




Με το βιολογικό τέλος ενός συγγραφέα, ολοκληρώνεται και τελεσίδικα το συγγραφικό του έργο.
Αυτό συμβαίνει και με την περίπτωση της Άλκης Ζέη, της οποίας το τελευταίο μυθιστόρημα κυκλοφόρησε λίγο πριν τον θάνατό της.
Ποια είναι τα δομικά χαρακτηριστικά που καθορίζουν ένα συγγραφικό προφίλ έτσι όπως εισπράττεται από το αναγνωστικό κοινό;
Μέσα στα πλαίσια ενός σύντομου σημειώματος, όπως αυτού εδώ, θα επέλεγα: την ιδεολογία, τη γραφή και την κοινωνική παρουσία.
Η ιδεολογία της Ζέη υπήρξε εκείνη της Ανανεωτικής Αριστεράς. Όταν λίγο πριν την επιβολή της Δικτατορίας κυκλοφορεί το πρώτο της μυθιστόρημα –«Το καπλάνι της βιτρίνας»- το όλο κλίμα ξεκινά να είναι γόνιμο να δεχτεί μια αριστερή ματιά να διαπερνά ένα κείμενο που με απλότητα την υποστηρίζει και μάλιστα να αποφασίζει πως αυτό το μυθιστόρημα μπορεί κάλλιστα να ενταχθεί στο είδος της Λογοτεχνίας για Παιδιά.
Έτσι -το 1963 ήταν- η Ζέη αποκτά το πρώτο δομικό στοιχείο που θα χαρακτηρίζει το έργο της.
Η γραφή -το δεύτερο δομικό υλικό- κι αυτή από το «Καπλάνι της βιτρίνα» καταθέτει μια νεωτερικότητα.  Είναι η μέσω της ματιάς ενός παιδιού κριτική της υποκρισίας του ενήλικου κόσμου, αλλά και ο φωτισμός των αξιών με τις οποίες θα πρέπει να διαμορφώνονται οι συνειδήσεις. Ο όποιος διδακτισμός έχει εξαφανιστεί και μαζί με αυτόν και η ασφυκτική αυτολογοκρισία.  Και ασφαλώς μια τέτοια γραφή ενώνεται με το πρώτο δομικό στοιχείο -την ιδεολογία- και έτσι πλέον η ουσία του λογοτεχνικού έργου με σφαιρικότητα παγιώνεται.
Υπενθυμίζω πως όλα αυτά ξεκινούν μέσα στη σύντομη Χαμένη Άνοιξη του ’60 και θα αποκτήσουν την απόλυτη υποστήριξη ενός πλατύτεροι κοινού από τα χρόνια της Μεταπολίτευσης και μετά.
Ως προς το τρίτο δομικό στοιχείο, θα ήθελα να θυμηθούμε τα πρώτα σαράντα περίπου χρόνια του 20ου αιώνα . Αν τότε, λοιπόν, η αστική /βενιζελική κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ελίτ αναγνώριζε στο έργο και στο πρόσωπο της Πηνελόπη Δέλτα μια  ηγετική φυσιογνωμία στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά, η αντίστοιχη ελίτ της Ανανεωτικής Αριστεράς μα και των ευρύτερων  Δημοκρατικών Δυνάμεων   της μεταπολίτευσης και της δεκαετίας του ’80 συνάντησε την συγγραφική ενσάρκωση των απόψεών της στο λογοτεχνικό αυτό πεδίο, στο πρόσωπο της Ζέη (και ασφαλώς και της Ζωρζ Σαρή)
Παράλληλα, όπως η Δέλτα, έτσι και οι Ζέη και Σαρή μαζί με την ποιότητα του έργου τους διέθεταν και ένα αναγνωρίσιμο κοινωνικό εκτόπισμα. Η Δέλτα μεγαλοαστή και φίλη πνευματικών αναμορφωτών, οι Ζέη – Σαρή μέλη μιας ευρείας ομάδας αριστερών και μετέπειτα βασικών διαμορφωτών της ελληνικής πολιτικής και πολιτιστικής σκηνής.
Δεν είναι τυχαίο πως και οι τρεις αυτές γυναίκες αναγνωρίστηκαν ως ισότιμες συγγραφείς με εκείνες και εκείνους που, την ίδια περίοδο, έγραψαν λογοτεχνία για ενήλικες και μόνο.
Τα τρία, λοιπόν,  δομικά χαρακτηριστικά που προανέφερα, έχουν πληρέστατα εκφραστεί στην περίπτωση της Ζέη. Και με αυτών την ύπαρξη η Άλκη και μαζί της οι ηρωίδες και οι ήρωές της  έχουν πάρει την σημαντική θέση που δικαιωματικά τους ανήκει όχι μόνο στην παιδική αλλά και στην γενικότερη ελληνική λογοτεχνία του 20ου αιώνα.
(Πρώτη δημοσίευση στο ένθετο "Πρόσωπα" της εφημερίδας "Τα Νέα", 7/3/2020) 

1.3.20

Άλκη Ζέη (1923 -2020)



Οι συγγραφείς ‘φεύγουν’, αλλά οι ήρωες των μυθιστορημάτων τους συνεχίζουνε να ζούνε
  
                    


Το 1976 άρχισα να γράφω το πρώτο μου βιβλίο για παιδιά. Και με τη διάθεση έρευνας του χώρου που αποφάσιζα  να εισέλθω αναζήτησα βιβλία γραμμένα από Έλληνες συγγραφείς.
Ήταν η εποχή όπου οι Εκδόσεις Κέδρος κυριαρχούσαν στη σύγχρονη προοδευτική ελληνική λογοτεχνία και μαζί με συγγραφείς όπως ο Τσίρκας και η Σωτηρίου, προβάλανε και ποιοτικά λογοτεχνικά έργα για παιδιά.
Στην κατηγορία αυτή βασικοί εκπρόσωποι η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρή.
Αγόρασα το βιβλίο της Ζέη «Το καπλάνι της βιτρίνας». Ήταν μια κίνηση που έμελλε να επηρεάσει όλη τη συγγραφική μου πορεία.
Αυτό που υποσυνείδητα αναζητούσα να γράψω εγώ -μια ιστορία αυτογνωσίας-  ξαφνικά το έβλεπα να έχει πάρει σάρκα και οστά από μια συγγραφέα που μετέτρεπε  τον εαυτό της σε ηρωίδα του έργου της, ενώ παράλληλα τολμούσε (μέσα στα χρόνια της δικτατορίας, υπενθυμίζω) να δηλώνει τις αριστερές απόψεις της με ένα τρόπο τόσο απλό και φυσικό, όπως απλά και φυσικά καταθέτει την αλήθεια του ένα παιδί.
Λοιπόν, αυτό νομίζω είναι το εντελώς νέο που η Ζέη έφερε στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία η οποία διαβάζεται τόσο από παιδιά όσο και από ενήλικες. Ο αυθορμητισμός και  η απλότητα με την οποία μπορεί -και αξίζει- κανείς να περιγράψει κοινωνικές συνθήκες και πολιτικές πράξεις.
Πρόχειρα ανασκαλεύω τη μνήμη μου για να υποστηρίξω πως αν όχι σε όλα, σίγουρα στα περισσότερα έργα της η Ζέη χρησιμοποιούσε την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Και ακόμη πως πάντα η γραφή της (ακόμα και στο ένα και μοναδικό ‘ενήλικο’ μυθιστόρημά της) διατηρούσε το ξάφνιασμα ενός παιδιού.
Μαζί με την Ζωρζ Σαρή σφραγίσανε το άνοιγμα της λογοτεχνίας που εκδίδεται ως παιδική σε μια πλατιά και χωρίς στρεβλώσεις αφήγηση.
Το έχω πει και στο παρελθόν, ευκαιρία και πάλι (στα πλαίσια αυτού εντελώς χωρίς, λόγω χρόνου, δυνατότητα τεκμηρίωσης σημειώματος) να το επισημάνω:
Η σύγχρονη μεγάλη αλλαγή στην νεοελληνική λογοτεχνία για παιδιά και νέους ξεκινά από το ‘Καπλάνι της βιτρίνα», εκεί όπου από τη μια δηλώνεται πως ο Νίκος (ένα από το κεντρικά πρόσωπα του έργου) είναι ‘το κάτι άλλο’ γιατί είναι κομμουνιστής (σελ. 99*) και ακόμα πως στον Τρωικό Πόλεμο ήταν οι Έλληνες που είχαν άδικο γιατί πήγανε να κατακτήσουν ξένη γη (σελ. 154*)
Προσωπικά θεωρώ πως η πλατιά αναγνώρισή της Ζέη τόσο από το αναγνωστικό κοινό όσο και από τα ΜΜΕ και τους ομότεχνούς της έχει πολλούς ιδιότυπα κοινούς πυλώνες με την αντίστοιχη της Δέλτα -θέση που νομίζω η ιστορία της λογοτεχνίας μας κάποια στιγμή θα το τεκμηριώσει.
Η  Άλκη Ζέη ανήκει, πλέον,  στους αναγνώστες της και μόνο. Συνδέθηκε μαζί τους μέσα από τη Μέλια, τον Πέτρο, την Κωνσταντίνα, τον νεότατα Ίκαρο, όλες και όλους τους ήρωές της.
Και τώρα, ας μου επιτραπεί να κλείσω αυτό το σύντομο ‘μήνυμα’ προς τη Δασκάλα μου, αντιγράφοντας την αφιέρωση που έκανα στην κόρη μου πάνω σε μια από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου «Το καλπάνι της βιτρίνας», τότε εκεί στα 1976 που το κράτησα στα χέρια μου, το διάβασα και διαμόρφωσα τις βάσεις της μετέπειτα συγγραφικής μου ταυτότητας.
Στην Αννιώ μου,
για να γνωρίσει τη Μέλια
    Μ. Κ. -  Αθήνα 15/4/76
(* οι σελίδες είναι από την έκδοση του Κέδρου, 1975)


18.2.20

Έλενα Αρτζανίδου "Τραμπα-τραμπαλίζομαι"


Έλενα Αρτζανίδου
"Τραμπα - τραμπαλίζομαι"
Εικόνες: Daniela Iride Murgia
Εκδόσεις: Κόκκινη κλωστή δεμένη


Η Έλενα Αρτζανίδου είναι μια συγγραφέας ταγμένη στη λογοτεχνία για παιδιά. Αν κι έχει γράψει και αξιοπρόσεκτα μυθιστορήματα για ενήλικες, εντούτοις η συγγραφική της ταυτότητα σαφώς χαρακτηρίζεται από τη ματιά ενός παιδιού. Κι έτσι -με εφόδιο αυτή την ματιά- μας έχει χαρίσει ενδιαφέρουσες  και συχνά ελεγμένα ριζοσπαστικές ιστορίες για αναγνώστες μικρών ηλικιών.
Το τελευταίο της αυτό βιβλίο δείχνει να ανήκει στην κατηγορία των εικονογραφημένων εκδόσεων. Και θα πρέπει  στη σημείο αυτό να τονισθεί η ενδιαφέρουσα εικονογράφηση (όπως και το όλο κασέ) που την υπογράφει η πολυβραβευμένη Daniela Iride Murgia.
Εικονογραφημένο, λοιπόν, βιβλίο, αλλά παράλληλα και ένα βιβλίο που απευθύνεται σε  μια πλατύτερη ηλικιακά γκάμα αναγνωστών.
Θέμα της αφήγησης η φιλία.
Με μια  γραφή όπου η καθημερινότητα περιγράφεται με τρόπο ποιητικό -Όταν, πάλι, μαλώνουμε μια κόκκινη παπαρούνα μπαίνει ανάμεσά μας- αλλά παράλληλα και με εύστοχες επισημάνσεις στις διακυμάνσεις των σχέσεων που χαρακτηρίζουν δυο άτομα (κυρίως γένους θηλυκού) που τα συνδέει ένα αίσθημα δυνατό...
Αίσθημα δυνατό, έγραψα. Θα ήθελα να προσθέσω και υπαινικτικό. Γιατί η Αρτζανίδου με μαεστρία αφήνει να αιωρείται και μια υπολανθάνουσα άλλη διάσταση της φιλίας. Η διάχυτη όσο ασυνείδητη ερωτική έλξη που ενυπάρχει (ας είμαστε ειλικρινείς) σε κάθε έντονη φιλική σχέση, κυρίως στην περίοδο της εφηβείας και μάλιστα ανάμεσα σε κορίτσια.
Ένα αληθινά ενδιαφέρον βιβλίο που δείχνει τις δυνατότητες οι οποίες χαρακτηρίζουν τη λογοτεχνία εκείνη που δε θέλει να προσδιορίζει με στενά κριτήρια τις εμπνεύσεις της.
Τηρουμένων των αναλογίων, μου έφερε στο νου μια άλλη, αρκούντως παλαιότερη γαλλική έκδοση:  "Histoire de Julie qui avait une ombre de garcon"των Christian Bruel, Anne Bozellec, Annie Galland (κυκλοφόρησε στη χώρα μας το 1985 από τον Καλέντη με τον τίτλο "Η ιστορία της Λιλής που είχε ίσκιο αγοριού")