19.10.14

Ο Εέ άπό τ' άστρα




Ο Εέ άπό τ' άστρα
Εικονογράφηση: Αντώνης Καλαμάρας,
 νέα έκδοση βελτιώμένη,
Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2014

(http://miaforakienankairoimikrieleni.blogspot.gr/2014/10/blog-post.html)


Ανήκω σε μια γενιά παιδιών που μεγάλωσαν με το μυαλό και το βλέμμα καρφωμένο στον μαγικό κόσμο του διαστήματος. Από τη Μάχη των πλανητών ως το Σταρ Τρεκ κι από την Οδύσσεια του διαστήματος ως τον ΕΤ, η γενιά μου χρόνια ταλανίστηκε από το ερώτημα της ύπαρξης ή μη εξωγήινης ζωής. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πώς ένιωσα όταν διάβασα αυτό εδώ το βιβλίο, ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε για τα παιδιά της δικής μου γενιάς πριν από κοντά τριάντα πέντε χρόνια. Κι ας μην έχει την παραμικρή πρόθεση να απαντήσει, τουλάχιστον με τον τρόπο που εγώ θα 'θελα, στο καυτό ερώτημα της ύπαρξης ή μη εξωγήινης ζωής που βασάνισε την παιδική μου ηλικία. Ως βιβλίο φαντασίας, αυτή τη θεωρεί δεδομένη. Ο ήρωάς του, ο Εέ, ορατός μονάχα από τα παιδιά, καταφτάνει μια μέρα απ’ το μακρινό Αστέρι των Παιδιών στη Γη κι αλλάζει με θαυμαστό τρόπο τη ζωή δυο αδερφών, της Άννας και του Δημήτρη. Είναι ένα πλάσμα με απίθανες δυνάμεις, ικανό να εκμηδενίσει χρόνους κι αποστάσεις, να μεταμορφώσει κόσμους, να μεταλλάξει ανθρώπινα αισθήματα και συμπεριφορές, προβάλλοντας ολοζώντανο στα μάτια των παιδιών έναν κόσμο ομορφιάς, ανθρωπιάς, ευαισθησίας, οικολογικής συνειδητοποίησης.

Θα μου πείτε, τι είναι αυτός ο Εέ, κανένας θαυματοποιός; Την απάντηση, νομίζω, θα τη δώσουμε αν διαβάσουμε το σημείωμα του συγγραφέα, εκεί που εξηγεί ότι το μυθιστόρημα αυτό το έγραψε μαζί με παιδιά αναγνώστες του παιδικού περιοδικού Παιδιά γεια χαρά. Αυτά του έδωσαν τους ήρωες και τα επεισόδια μέσα από τα γράμματά τους. Ο ίδιος συνένωσε, συνταίριαξε, έδωσε το λογοτεχνικό χρώμα και την αφηγηματική γραμμή στην ιστορία του. Κι έδωσε, ή τουλάχιστον αίσθησή δική μου είναι πως ο συγγραφέας το έδωσε, και κάτι ακόμα, ένα στοιχείο στην πλοκή που παρακάμπτει με μαεστρία το σκόπελο του να θεωρηθεί ο Εέ ένας κοινός θαυματοποιός: Έτσι, όσο σφοδρή κι αν αναδύεται στο κείμενο η επιθυμία των παιδιών να δουν τον κόσμο τους να μεταμορφώνεται από τις μαγικές δυνάμεις του Εέ, τα θαύματα του εξωγήινου φίλου τους δεν κρατάνε για πολύ. Ο μαγικός του κόσμος, έτσι όπως ξεπετάγεται μέσα από την άχαρη καθημερινότητά τους με υπερρεαλιστικές εικόνες λαμπερής ομορφιάς, φαντάζει περισσότερο σαν προβολή ονείρου παρά σαν παγιωμένη πραγματικότητα. Με κάποιον τρόπο, ο Εέ δείχνει τον δρόμο, κάνει το όνειρο να μοιάσει απτό και εφικτό. Δε σερβίρει έτοιμες λύσεις. Δίνει υπόσταση στο όραμα. Και γι' αυτό κι η δική του παραμονή στη Γη δεν είναι παρά μόνο προσωρινή, μια παρένθεση στην ασχήμια, μια ανάσα ελπίδας, ένας αντικατοπτρισμός ενός άλλου κόσμου, μακρινού κι ωστόσο εν δυνάμει υπαρκτού.

Εκσυγχρονισμένη, τεχνολογικά ενημερωμένη και βελτιωμένη, αυτή η νέα έκδοση του Εέ από τ’ άστρα σε αφήνει εντέλει με μια γλυκόπικρη αίσθηση: Από τη μια, χαμογελάς στη σκέψη πως, όσα χρόνια κι αν περάσουν, η άδολη επιθυμία των παιδιών για έναν καλύτερο κόσμο θα είναι ίδια κι απαράλλαχτη. Κι από την άλλη, συνειδητοποιείς πως η γενιά παιδιών για την οποία και με την οποία γράφτηκε αυτό το βιβλίο, η δική σου γενιά, κληροδοτεί με προθυμία στα δικά της παιδιά τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες παθογένειες που κάποτε ήθελε κι η ίδια να εξαλείψει. Κι υποψιάζεσαι, χωρίς ωστόσο να θες να το πιστέψεις, με το βλέμμα πια όχι στ’ αστέρια αλλά στον κόσμο που σε περιβάλλει, πως ίσως η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση να μην είναι άλλο από ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή απ’ το Αστέρι των Παιδιών, εκεί που όλα είναι λαμπερά, θαυμαστά κι αιώνια, εδώ κάτω, στον Πλανήτη Γη.

Ελένη Γεωργοστάθη

9.10.14

Από τον Βόλο γράψανε ο Διονύσης Λεϊμονής και η Δέσποινα Παυλίδου...



Για το νέο μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων "Δυο φορές ΆΝΟΙΞΗ", που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη, για ένα βιβλίο που πραγματικά μας καθήλωσε:
Ένα βιβλίο τόσο φρέσκο σα να γράφτηκε από έναν αιώνιο έφηβο! Το ύφος, η γλώσσα, θυμίζει έντονα το «Γεύση πικραμύγδαλου», όχι σα μια μπαγιάτικη απομίμηση αλλά σαν μία μαγική συνέχεια καλύτερη ίσως από την προηγούμενη-αν και το πικραμύγδαλο παραμένει μεγάλη αγάπη. Μια δροσερή ανοιξιάτικη αύρα περιβάλλει αυτό το βιβλίο που αποπνέει αγάπη και θέληση για τη ζωή .
Οι χαρακτήρες της Ανθής και του Δημήτρη καλοχτισμένοι. Η Ανθή, ένα κορίτσι που αναγκάστηκε να μεγαλώσει γρήγορα καταπιέζοντας τις επιθυμίες της και που αποφάσισε να τις διεκδικήσει σε ώριμη πια ηλικία φερόμενη ελαφρώς ως ξεμυαλισμένη έφηβη.
Η εισβολή του γοητευτικού Μανουήλ και το γεγονός ότι εκείνη ενδίδει ικανοποιεί τα απωθημένα όλων εκείνων των γυναικών που συμβιβάστηκαν σε μία καθημερινότητα χωρίς αγάπη και πάθος.
Η απόφαση της Ανθής να παραμείνει κοντά στην οικογένειά της δικαιώνει τη μέχρι τότε πορεία της ζωή της και τη βοηθά να αντιμετωπίσει τις επιθυμίες και τις ανάγκες της.
Ο Δημήτρης, κλασικό παράδειγμα ενός άντρα - παιδιού που παρότι ενηλικιώθηκε έχει την εντύπωση ότι μπορεί να βάζει το δάχτυλο στο μέλι χωρίς να λερώνεται και χωρίς να υπομένει τις συνέπειες. Η απόφασή του να συγχωρέσει τη γυναίκα του για χάρη της μικρής του κόρης, η συνάντησή του με τον Μανουήλ ,οι διάλογοι που ανταλλάσσουν φαντάζουν δύσκολοι για όποιον δεν έχει αντιμετωπίσει παρόμοιες καταστάσεις είναι, όμως πολύ κοντά στην πραγματικότητα που διαμορφώνει μία ασθένεια που απαιτεί μεταμόσχευση. Άλλωστε αυτό το δύσκολο πρόβλημα υγείας λειτουργεί ως καθρέφτης που αναγκάζει τους ήρωες να αντιμετωπίσουν τα λάθη τους, να αναλογιστούν ποιο μερίδιο ευθύνης τους αναλογεί και να προσπαθήσουν να στήσουν τη ζωή τους σε νέες βάσεις από εδώ και στο εξής.
Η γλώσσα ρέει αβίαστα, χωρίς υπερβολές, σε μικροπερίοδο λόγο. Η συνεχής εναλλαγή ρημάτων δίνει στην αφήγηση γοργό ρυθμό που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και τον παρασύρει.
Το μυθιστόρημα έχει χαρακτηριστικά αρχαίας τραγωδίας με ευχάριστο τέλος, αφού οι ήρωες οδηγούνται στην κάθαρση μέσα από «τον έλεο και τον φόβο». Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι δε γίνεται να υπάρχει τόσο πολιτισμένη ατμόσφαιρα ανάμεσα σε δύο αντίζηλους και ίσως να είχε δίκιο. Η ασθένεια όμως – και μάλιστα ενός παιδιού- δίνει άλλη διάσταση στα πράγματα και ωθεί τους ήρωες σε μία αναθεώρηση της ζωής τους και της συμπεριφοράς τους.
Ναι, τελικά η Άνοιξη μπορεί να έρθει δύο φορές στη ζωή μας. Τώρα ποια μορφή θα πάρει εξαρτάται από τον καθένα μας!

15.9.14

Με λίγες φράσεις (1) - Μαργκερίτ Γιουρσενάρ "Αλέξης"



...Όσοι μιλούν απ΄ όσα ακούνε να λέγονται, σχεδόν πάντα γελιούνται γιατί βλέπουν απ΄ έξω, και γιατί βλέπουν με μάτι χυδαίο. Δεν αναλογίζονται ότι οι πράξεις που κρίνουνε επονείδιστες μπορούν να είναι, ταυτόχρονα και εύκολες και αυθόρμητες, όπως είναι ωστόσο οι περισσότερες από τις πράξεις των ανθρώπων. Καταδικάζουνε το παράδειγμα, την ηθική μόλυνση, και απλούστατα παραιτούνται μπροστά στη δυσκολία της εξήγησης. Δεν ξέρουν ότι η φύση περιέχει περισσότερες διαφορές απ΄ όσες εμείς υποθέτουμε. Δεν θέλουν να το ξέρουν γιατί είναι ευκολότερο το ν΄ αγανακτείς από το να σκέπτεσαι.

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ "Αλέξης" σελ. 30 -31
Μετάφραση:  Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή
Εκδόσεις Χατζηνικολή, 1980

8.9.14

Ο Μάνος Κοντολέων γράφει στη nerit.gr

Ο Μάνος Κοντολέων γράφει στη nerit.gr


ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ

Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Δυο φορές Άνοιξη. Με ρωτάνε πολλοί αναγνώστες γιατί αυτός ο τίτλος.
Κι εγώ τους εξηγώ πως στο μυθιστόρημα αυτό, όπως και στα προηγούμενα έργα μου, ο Έρωτας πρωταγωνιστεί. Είναι αυτός που άλλοτε προστατεύει κι άλλοτε τιμωρεί. Μα πάντα γεννά.
Γεννά όπως η Άνοιξη – γι’ αυτό, λοιπόν, και Δυο φορές Άνοιξη ο τίτλος.
Τελικά σκέφτομαι πως προσπαθώ να γράφω μυθιστορήματα σαν κι αυτά που μου αρέσει να διαβάζω.
Συχνά λέω πως ίσως να έγινα συγγραφέας γιατί υπήρξα φανατικός αναγνώστης.
Μου αρέσουν τα μυθιστορήματα που μου συστήνουν ανθρώπους. Εκείνα που με φέρνουν κοντά σε νέα πρόσωπα, που με κάνουν να γνωρίσω τις φανερές πράξεις τους μα και τις κρυφές επιθυμίες τους.
Όταν διαβάζω ένα μυθιστόρημα, μπαίνω μέσα στη ζωή άλλων ανθρώπων. Παρακολουθώ τις πράξεις τους, συμπάσχω με τα πάθη τους.
Άλλωστε, ήρωες μυθιστορημάτων μου γνωρίσανε μεγάλες ιδέες, θαυμαστές ή ποταπές πράξεις, σκέψεις πρωτότυπες, συναισθήματα απροσδόκητα – πρόσωπα που γέννησε ένας Ντοστογιέφσκι, ένας Μπαλζάκ, ένας Φλωμπέρ, ένας Καραγάτσης, ο Κοσμάς Πολίτης και ο Νίκος Καζαντζάκης.
Κι έτσι, όταν εγώ γράφω…
Τελικά, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τον Στέφαν Τσβάιχ που έχει σημειώσει:
Ο κόσμος διηγιέται σε όσους διηγούνται.
Εγώ ακούω αυτούς που μου λένε τις ιστορίες τους – είτε είναι πρόσωπα σάρκινα είτε πρόσωπα χάρτινα.
Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια συγγραφής και αναγνώσεων, μπορώ να πω πως αυτά που έχω διαβάσει επηρεάσανε όσα ζω, κι αυτά που έχω ζήσει έχουν επέμβει σε ότι έγραψα.
Ζωή και λογοτεχνία – δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Κάτω από αυτές τις διαθέσεις γράφτηκε και το Δυο φορές Άνοιξη.
Ένα μυθιστόρημα που στάθηκε η αφορμή να γνωρίσω –μα και να γεννήσω– κάποια πρόσωπα που μέχρι να αρχίσω να γράφω γι’ αυτά, μου ήταν παντελώς άγνωστα… Ή μήπως κάπου, κάποτε τα συνάντησα, μου μιλήσανε και εγώ έκλεψα τις ζωές τους;
Όπως και να ‘ναι, τώρα η Ανθή, ο Δημήτρης, ο Μανουήλ και όλοι όσοι κυκλοφορούν μέσα στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος είναι πρόσωπα που όχι μόνο πολύ καλά έχω γνωρίσει, μα και που με βοήθησαν να ανακαλύψω προεκτάσεις συναισθημάτων, διαψεύσεις και επιβεβαιώσεις ιδεών και απόψεων.
Μου μιλήσανε – όπως στο παρελθόν με βρήκανε και με εμπιστευθήκανε άλλοι ήρωες μυθιστορημάτων μου: η Θάλεια, ο Λουκάς, ο Έλενος, ο Χρήστος και ο Άρης Βαλλής, ο Μενέλαος και η Κλέα, η Μέλω…
Ναι – Όποιος προσπάθησε να περιγράψει ανθρώπινες τύχες δέχεται συχνά εξομολογήσεις των ανθρώπων για τη μοίρα τους. Κι αυτό ο Τσβάιχ το έχει επισημάνει.
Ένας εξομολογητής είναι ο συγγραφέας… Των άλλων… Μα και του ίδιου του εαυτού του.



http://www.nerit.gr/eidiseis/politismos/o-manos-kontoleon-grafi-sti-nerit-gr/

12.7.14

"Δυο φορές Άνοιξη" στο www.diastixo.gr

Γράφει ο Κώστας Τρακόσας


Ο Μαγιακόφσκι είχε πει ότι «Η Τέχνη δεν πρέπει να αντανακλά σαν τον καθρέφτη, μα σα φακός να μεγεθύνει». Προσωπικά – αν και είμαι εχθρός των ρήσεων – το εν λόγο απόφθεγμα θεωρώ ότι συνοψίζει τα συστατικά ενός καλλιτεχνικού έργου που έχει αξία.
Το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων Κοντολέων «Δύο Φορές Άνοιξη» είναι ένα ερωτικό μυθιστόρημα. Είναι; Και ναι και όχι. Έχει όλα τα στοιχεία εκείνα που θα το έκαναν ένα ερωτικό μυθιστόρημα. Ένα ερωτικό τρίγωνο, ανεκπλήρωτα πάθη, ανολοκλήρωτοι έρωτες. Ταυτόχρονα, όμως, δεν είναι. Διότι – τουλάχιστον στη σύγχρονη λογοτεχνία – τα ερωτικά μυθιστορήματα έχουν ταυτιστεί με μια πεζότητα, με αυτό που αποκαλούμε «λογοτεχνία της ευκολίας». Όποιος, όμως, διαβάσει το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων, θα ανακαλύψει έναν κόσμο, ένα νέο κόσμο – τον κόσμο της Ανθής, του Δημήτρη και του Μανουήλ, τον τρόπο που αυτός ο κόσμος περιπλέκεται (αν και φανταστικός) με τον δικό μας τον αληθινό, δημιουργώντας, τελικά, μια ιστορία, κάθε άλλο παρά «εύκολη». Έτσι, ο Μάνος Κοντολέων, καταφέρνει να πάρει μια απλή ιστορία, ένα απλό love story και να το μετατρέψει σε κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό, θέτοντας τα κύρια και αγωνιώδη ερωτήματα της ίδιας της ζωής – όπως θα προσπαθήσω να εξηγήσω παρακάτω. Τον καθρέφτη τον έκανε μεγεθυντικό φακό. Και αυτό δεν είναι μικρό επίτευγμα. Σε ερωτική ιστορία, μια τέτοια ικανότητα τη συναντάμε μόνο σε σημαντικούς λογοτέχνες – και ο πρώτος που μου ήρθε στο μυαλό ήταν ο Μπαλζάκ με την Ερωτική Ψύχωση.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Η ιστορία ξεκινά το 1986 και φτάνει μέχρι το 2012, ενώ περιστρέφεται γύρω από τρία κεντρικά πρόσωπα. Την Ανθή, την πρωταγωνίστρια, το Δημήτρη, τον άντρα και νεανικό της έρωτα και τέλος τον Μανουήλ, τον εραστή. Αυτοί είναι τα συστατικά στοιχεία ενός ερωτικού τριγώνου, που όμως, ποτέ δε συναντιέται παρά μόνο στο τέλος της ιστορίας μας. Οι ζωές τους είναι παράλληλες, οι ζωές τους είναι μοναδικές, κρυμμένες πίσω από ένα πέπλο σιωπής και σκέψεων και επιθυμιών και αναγκών – όπως είναι οι ζωές όλων μας. Και πρέπει να έρθει μια στιγμή κρίσης, μια στιγμή ζωής και θανάτου – του τρίτου παιδιού της Ανθής, της μοναχοκόρης της Εμμανουέλας – για να αρθεί αυτό το πέπλο. Για να δούνε και οι τρεις την αλήθεια κατάματα. Για να καταλάβουν πως τελικά τα πρέπει, τα θέλω, οι υποψίες, οι ανάγκες και οι επιθυμίες είναι πράγματα που τελικά καθορίζουν τη ζωή μας. Δεν υπάρχουν στο μυαλό μας. ‘Η, για να είμαστε πιο ακριβείς: Αν και υπάρχουν στο μυαλό μας, αποτελούν κινητήριες δυνάμεις των πράξεών μας – και έτσι γίνονται αυτά τα ίδια ζωή.
Αν όμως λέγαμε πως η ιστορία του βιβλίου είναι απλά το παραπάνω ερωτικό τρίγωνο δε θα αδικούσαμε μόνο το συγγραφέα, αλλά και την ίδια την ιστορία που λέει πολλά παραπάνω. Στην πραγματικότητα το ερωτικό τρίγωνο είναι ο καταλύτης για να διεισδύσουμε στις ζωές των ανθρώπων. Για να μάθουμε πως σκέφτονται και πως δρουν, πως αισθάνονται και πως …μεγαλώνουν. Γιατί, τελικά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, το μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων, δεν είναι μια ερωτική ιστορία. Είναι μια ιστορία ενηλικίωσης των ενηλίκων.
Τι εννοώ; Εννοώ πως ο Μάνος Κοντολέων έχει κατανοήσει αυτό που λίγοι συγγραφείς νομίζω έχουν κατανοήσει. Πως ο άνθρωπος δεν είναι δεδομένος. Η φράση «αυτός είναι» δεν υπάρχει. Οι άνθρωποι αλλάζουν, ανάλογα με αυτά που ζουν. Και όσο πιο έντονα είναι αυτά που ζουν τόσο πιο δραματικές είναι οι αλλαγές. Η σπουδάστρια Ανθή του 1986 δεν έχει καμιά σχέση με την Ανθή του 2012. Ο μουστακαλής Δημήτρης των νιάτων του, δεν είναι ίδιος με τον μεσήλικα Δημήτρη. Ο Μανουήλ από ένα εγωιστικό πλάσμα που στήνει ολόκληρη πλεκτάνη για να απομακρύνει τον Δημήτρη και να κατακτήσει την Ανθή δεν είναι ίδιος με τον Μανουήλ που είναι ικανός να προσφέρει ακόμη και τη ζωή του, αν χρειαστεί, στο όνομα του έρωτα.
Και μέσα από αυτούς τους χαρακτήρες, ξεδιπλώνονται παράλληλες ιστορίες. Του πατέρα της Ανθής με το αλτσχάιμερ, της αυταρχικής μητέρας του Δημήτρη, που η μοναδική της σκληρότητα στην πραγματικότητα κρύβει την μεγάλη της ανασφάλεια – είναι η άμυνά της για να αντιμετωπίσει έναν κόσμο σκληρό και στον οποίο ίσως και να αισθάνεται άβουλη;, δεν ξέρουμε, μα to υποψιαζόμαστε. Είναι η βαθύπλουτη (και λίγο Μακιαβελική) Έλσα Ζάκομπ, είναι οι παράλληλες μικρές ερωτικές περιπέτειες του Δημήτρη, είναι τα παιδιά, η οικογένεια.
Και γύρω από όλα αυτά, ξετυλίγονται τα ερωτήματα της ζωής, από τα οποία, ένα, κατά τη γνώμη μου, είναι κυρίαρχο και αποτυπώνεται στη φράση που βγαίνει απ’ τα χείλη του Μανουήλ, καθώς απευθύνεται στην Ανθή: «Κάποτε είχαμε μιλήσει για επιθυμίες… Εγώ είχα πιστέψει πως μπορούσαμε να τις ικανοποιήσουμε… Εσύ πάντα δίσταζες… Φοβόσουνα μήπως τελικά υποτασσόσουνα σε αυτές… Ή πρόδιδες άλλες…». Και αμέσως παρακάτω ξαναλέει: «Δεν έχει νόημα να καταλαβαίνουμε κάτι όταν το ζούμε…». Τελικά, εμείς καθορίζουμε τις επιθυμίες ή οι επιθυμίες διαμορφώνουν το πλέγμα της ζωής μας; Και ακόμη παραπέρα: Έχει νόημα να κατανοήσουμε αυτό το ερώτημα απ’ τη στιγμή που ζούμε κάτι ή μήπως …χανόμαστε στη μετάφραση, βάζοντας ερωτήματα αδύνατο να απαντηθούν;
Καθώς διάβαζα το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων, έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται τι είναι η λογοτεχνία; Κάποιοι ίσως να έλεγαν ότι η λογοτεχνία είναι ένα μέσο διασκέδασης, ευχαρίστησης, ένας τρόπος να γεμίζουμε δημιουργικά και όμορφα τον ελεύθερο χρόνο μας. Κάποιοι άλλοι ίσως να έλεγαν ότι η λογοτεχνία πρέπει να σηματοδοτεί κάτι, πρέπει να μπορεί να διεισδύει στα προβλήματα του καιρού, να αφουγκράζεται και να νιώθει την κοινωνία και – γιατί όχι; – να την (συν)καθορίζει.
Για μένα, λογοτεχνία, πριν απ’ όλα η λογοτεχνία είναι λέξεις. Νομίζω πως μέσα σε αυτό το βιβλίο, που μας προσφέρει ο Μάνος Κοντολέων, η κάθε λέξη είναι τόσο όμορφα τοποθετημένη δίπλα στην άλλη, με τέτοια προσοχή και τέτοιο μεράκι, που, στεναχωριέσαι που το μυθιστόρημα τελείωσε. Ναι, ακόμη κι αν δε το θέλουμε, γινόμαστε κι εμείς μέρος της ιστορίας, αισθανόμαστε ένας ακόμη χαρακτήρας – και αυτό επίσης δεν είναι μικρό επίτευγμα.

Κλείνοντας κάποιος το βιβλίο, ίσως να αναρωτηθεί: «Μα καλά, εδώ ο κόσμος χάνεται και ο Κοντολέων ασχολείται με τους έρωτες και τα πάθη της Ανθής, του Δημήτρη και του Μανουήλ;». Ίσως να έχω ήδη ακροθιγώς απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, αλλά θέλω να το πω ξεκάθαρα: Γνώμη μου είναι πως η σημερινή κρίση που όλοι βιώνουμε δεν είναι μόνο κρίση οικονομική. Από εκεί ίσως ξεκίνησε – αλλά πλέον έχει γίνει κρίση ηθική, πνευματική, βαθιά ανθρώπινη. Και αυτή τη διάσταση ο Μάνος Κοντολέων την πιάνει και καταφέρνει να μας τη δώσει με μεγάλη ευκρίνεια. Όπως όλοι οι άνθρωποι, έτσι και οι ήρωες του βιβλίου, αποκαλύπτονται στη στιγμή της κρίσης.. 


http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/2751-kontoleon-2-fores-anixi

11.7.14

Ξέρετε, γράφω για τον ίδιο μου τον εαυτό. Και ο ίδιος μου ο εαυτός πρώτα από κάθε άλλον με κρίνει


Συνέντευξη στην Τέσυ Μπάιλα // http://fractalart.gr/


Με αφορμή το καινούργιο του μυθιστόρημα «Δυο φορές Άνοιξη» που μόλις κυκλοφόρησε, ο Μάνος Κοντολέων μιλά για την λογοτεχνία και την εποχή μας, για το παιδικό βιβλίο και το εφηβικό μυθιστόρημα, για τις λέσχες ανάγνωσης και τις επιθυμίες, για την βιωματική τέχνη και τη σχέση του με το διαδίκτυο και τους αναγνώστες.


-Στο τελευταίο σας βιβλίο «Δυο φορές Άνοιξη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη μιλάτε για «επιθυμίες που αργοσβήνουνε κι άλλες που ζητάνε να ανθοφορήσουν…» θέλατε να μας πείτε δυο λόγια γι’ τέτοιου είδους επιθυμίες… Και τελικά τι ακριβώς σηματοδοτεί αυτός ο τίτλος αυτός;

Όλοι μας έχουμε επιθυμίες που άλλες από αυτές μπορέσαμε να εκπληρώσουμε και άλλες, πάλι, δεν τολμήσαμε να τις υλοποιήσουμε. Θα τολμούσα να ισχυριστώ πως η ζωή του καθένας μας πάνω σε αυτές τις δυο κατηγορίες επιθυμιών σχηματίζεται. Κι έτσι κάποια στιγμή αποφάσισα να μετατρέψω σε μυθιστόρημα τη ζωή μιας γυναίκας που άφηνε τις επιθυμίες της να αργοσβήνουνε και δεν τολμούσε να ακούσει τις φωνές, τις παρακλήσεις κάποιων άλλων αναγκών της που ζητούσανε κι αυτές να υπάρξουν… Να ανθοφορήσουν. Μα ότι παραμελείς, δεν πεθαίνει πάντα. Ελπίζει να το προσέξεις… Να, λοιπόν, τι σηματοδοτεί ο τίτλος –τη δεύτερη ευκαιρία. Μόνο που πολύ συχνά αυτή η δεύτερη ευκαιρία έρχεται όχι όταν εμείς το θελήσουμε, αλλά εντελώς τυχαία. Με απόφαση της ίδιας της ζωής.

-Γράφετε για παιδιά, έφηβους και ενήλικες. Τα τελευταία δυο περίπου χρόνια δείχνετε να στρέφεστε με μια πιο έντονη δυναμική προς τη λογοτεχνία των ενηλίκων. Υπάρχει κάποιος λόγος γι αυτό;

Συνηθίζω να λέω πως όταν είμαι αισιόδοξος τότε γράφω για παιδιά, όταν πάλι είμαι πιεσμένος και θέλω να επαναστατήσω, τότε γράφω για τους εφήβους. Μα όταν είμαι φοβισμένος, τότε είναι που στρέφομαι στη λογοτεχνία για ενήλικες. Τα τελευταία χρόνια ο φόβος όλους μας , νομίζω, πως μας έχει αγγίξει –φόβος κοινωνικός, φόβος οικονομικός, φόβος συνειδησιακός, εθνικός, υπαρξιακός… Έτσι αν και δεν έπαψα να γράφω για παιδιά και νέους –δεν έπαψα με άλλα λόγια και να αισιοδοξώ και να ελπίζω σε μια επανάσταση- πολύ πιο συχνά θυμάμαι τον στίχο του Καρυωτάκη : σωριάσου πρηνής όταν ακούσεις ανθρώπους

-Τελικά ποιο από τα τρία είδη που γράφετε είναι το πιο απαιτητικό;

Εδώ και χρόνια (στην ουσία από τα πρώτα μου βιβλία) δεν ξεχωρίζω τα κείμενα μου ανάλογα με την ηλικία των αναγνωστών. Πιστεύω πως ο αναγνώστης είναι εκείνος που θα αποφασίσει αν ένα λογοτεχνικό έργο ταιριάζει στα ενδιαφέροντά του έτσι όπως αυτά καθορίζονται όχι μόνο από τη βιολογική του ηλικία, αλλά και από την παιδεία του, την ψυχοσύνθεσή του, τις γενικότερες δυνατότητες και ανάγκες του. Εγώ, λοιπόν, αυτά που γράφω τα αντιμετωπίζω με την ίδια ευθύνη, έχω τις ίδιες απαιτήσεις από το ταλέντο μου. Και πάνω απ΄ όλα θέλω να σέβομαι τον κάθε αναγνώστη μου –μικρό ή μεγάλο. Ξέρετε γράφω για τον ίδιο μου τον εαυτό. Και ο ίδιος μου ο εαυτός πρώτα από κάθε άλλον με κρίνει.

-Πόσο βιωματικός είναι ο Μάνος Κοντολέων στα βιβλία του;

Δε νομίζω πως υπάρχει Τέχνη και μάλιστα Λογοτεχνία μη βιωματική. Ακόμα κι όταν ένας συγγραφέας περιγράφει μια μακρινή ιστορική περίοδο, πάντα το προσωπικό του βίωμα εισέρχεται στις περιγραφές του. Τις περισσότερες φορές ανεξέλεγκτα. Αλλά δεν μπορεί ούτε και πρέπει διαφορετικά να συμβαίνει. Η Λογοτεχνία είναι υποκειμενική καταγραφή. Διαφορετικά δεν θα ήταν Τέχνη του Λόγου, μα Επιστήμη.

-Ασχολείστε ενεργά με Λέσχες Aνάγνωσης. Μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης Λασκαρίδου ανέλαβαν μάλιστα το ρόλο του συμπαρουσιαστή στην παρουσίαση του βιβλίου σας πριν λίγες μέρες, παρουσιάζοντας τους ήρωες αυτού του βιβλίου. Πόσο σημαντικές θεωρείτε τις Λέσχες Ανάγνωσης για την πορεία του βιβλίου; Θέλετε να μας μιλήσετε λίγο για την εμπειρία σας αυτή;

Γενικά αντιμετωπίζοντας το θέμα αυτό μόνο καλό λόγο έχω να πω για την ύπαρξη και τη λειτουργία λεσχών Ανάγνωσης. Αλλά επειδή κάθε τι το γενικό μπορεί να περιλαμβάνει πολλές υποπεριπτώσεις, προτιμώ να αναφερθώ στο πως εγώ βλέπω τον στόχο μιας τέτοιας ομάδας αναγνωστών.
Λοιπόν για μένα το να συναντιόνται δυο φορές το μήνα 15 με 25 άτομα και να συζητούν για ένα βιβλίο που διάβασαν μέσα στο προηγούμενο δεκαπενθήμερο είναι κάτι το σημαντικό. Μέσα από τις ανταλλαγές απόψεων ο καθένας γνωρίζει καλύτερα τον εαυτό του, αλλά και προσεγγίζει τις προσωπικότητες των άλλων, ενώ παράλληλα ενδυναμώνει τις λογοτεχνικές του απαιτήσεις ως αναγνώστης. Διπλός, λοιπόν, ο στόχος μιας τέτοιας Λέσχης. Από τη μια να φέρει κοντά ανθρώπους και από την άλλη να καλλιεργήσει λογοτεχνικά τους αναγνώστες. Γι αυτό και θεωρώ ιδιαίτερα υπεύθυνη τη θέση του συντονιστή μιας τέτοιας Ομάδας. Τα μέλη της συγκεκριμένης Λέσχης (που λειτουργεί εδώ και 5 χρόνια) έχουν δεθεί μεταξύ τους, τρεις φορές το χρόνο βγαίνουμε όλοι μαζί και διασκεδάζουμε, ενώ προτείνουμε και άλλα βιβλία προς ανάγνωση, ταινίες και θετατρικές παραστάσεις.
Εκτιμώ πολύ τη γνώμη των μελών κι έτσι θέλησα πάνω τους να στηρίξω την πρώτη παρουσίαση του νέου μου μυθιστορήματος. Αλλά και πάνω σε αναγνώστες θα στηριχτούν όλες και οι μετέπειτα παρουσιάσεις του «Δυο φορές Άνοιξη». Θα είναι μια έμπρακτη απόδειξη του πόσο εκτιμώ τον απλό αναγνώστη μου και πως εν τέλει πιστεύω πως έχει δικαίωμα η γνώμη του να ακουστεί και να πάρει μια δημοσιότητα. Γι αυτό κει έχω φτιάξει μια σελίδα στο facebook, όπου θα δημοσιοποιούνται οι γνώμες των αναγνωστών του μυθιστορήματος: https://www.facebook.com/pages/Δυο-φορές-Άνοιξη/288438047991430

-Όλα αυτά τα χρόνια έχετε επισκεφθεί έναν πολύ μεγάλο αριθμό σχολείων. Πόσο σας έχει επηρεάσει η επαφή με τα παιδιά; Θέλετε να μας διηγηθείτε ένα περιστατικό μαζί τους που σας εντυπωσίασε;

Πάντα η άμεση επαφή με το κοινό σου είναι ευπρόσδεκτη. Και όταν μάλιστα είναι παιδιά τότε έχεις και την ευκαιρία να διακρίνεις το πως θα κρατιέσαι κι εσύ σε μια πνευματική και κοινωνική νεότητα. Από παιδί μάλιστα άκουσα και την πιο σημαντική παρατήρηση –«αυτά που γράφετε επηρεάζουν αυτά που ζείτε ή αυτά που ζείτε επηρεάζουν όσα γράφετε;»

-Κύριε. Κοντολέων, από το 1979 έχουν εκδοθεί πάρα πολλά βιβλία σας. Πώς νιώθει ένας δημιουργός όταν βλέπει τα πνευματικά του παιδιά στη βιβλιοθήκη του;

Υπερήφανος… Μα είναι και σα να βλέπεις την ίδια σου τη ζωή.

-Μετά από τόσα χρόνια στο χώρο της λογοτεχνίας τι θα λέγατε σε έναν νέο συγγραφέα που θέλει να ασχοληθεί με το βιβλίο. Είναι ένας εύκολος δρόμος γεμάτος ευχάριστες εμπειρίες ή μια δύσβατη οδός γεμάτη δυσκολίες;

Αν θέλεις να γράψεις δεν πρόκειται να σκεφτείς τις δυσκολίες. Αυτό που έχω να συμβουλεύσω είναι να διαβάζει πολύ και να γράφει επίσης πολύ. Μέσα από την ανάγνωση και τη γραφή έχω αναπτύξει το ταλέντο μου.

-Πώς βλέπετε το μέλλον του ελληνικού βιβλίου;

Θα σας έλεγα όπως βλέπω και το μέλλον της χώρας μας. Αλλά επειδή είμαι συγγραφέας, δηλαδή ένας άνθρωπος που μέσα από τη Γραφή εκφράζεται, ότι βλέπω για το μέλλον το κάνω λογοτεχνικό κείμενο.

 http://fractalart.gr/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD-%CE%BE%CE%AD%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B5-%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%89-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD/

27.6.14

Δυο φορές Άνοιξη στο Culture Now


Αθήνα, 1986. Το καλοκαίρι έχει μόλις τελειώσει, η άνοιξη μοιάζει να είναι πολύ μακριά και στην ταράτσα της Σχολής Εφαρμοσμένων Τεχνών η Ανθή αγναντεύει από ψηλά την πόλη των Αθηνών. Πρωτοετής, στο πάρτι καλωσορίσματος των νέων σπουδαστών, καθώς η πολιτική της σχολής στοχεύει στη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ της παλαιάς και της νέας σπουδάζουσας νεολαίας. Και το πετυχαίνει περίφημα. Διότι εκεί, στην ταράτσα της σχολής, η πρωταγωνίστριά μας Ανθή θα γνωριστεί με τον δευτεροετή Δημήτρη και κάπως έτσι θα ξεκινήσει η ερωτική τους περιπέτεια.
«Μυρίζεις σαν την πρώτη μέρα της άνοιξης», της είπε κι εκείνη παρασέρνεται από τη γοητεία του. Είναι αρρενωπός, αλλά επιπόλαιος και ανώριμος, κι η Ανθή δυσκολεύεται μαζί του, καθώς δεν είναι συνηθισμένη στις αντρικές συναναστροφές. Τέλειωσε σχολείο θηλέων που το διευθύνανε καλόγριες, οι οποίες, βέβαια, δεν γνώριζαν ότι η τολμηρή «Ιουστίνη» του Μαρκήσιου ντε Σαντ κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι.
Ο Μάνος Κοντολέων καταφέρνει με τριτοπρόσωπη αφήγηση να μας αποκαλύψει σφαιρικά το σύμπαν των πρωταγωνιστών, κάνοντάς μας να νιώσουμε τις αγωνίες τους, με μια γραφή καλοδουλεμένη, ζωντανή και άμεση, με περιγραφές που κινητοποιούν όλες τις αισθήσεις.
Οι πρωταγωνιστές της ιστορίας παρουσιάζονται τρισδιάστατοι, σύνθετοι, ο συγγραφέας τούς γνωρίζει σε βάθος γι’ αυτό κι εμείς κατανοούμε τους προβληματισμούς και τα διλήμματα τους, τους συμπαθούμε, τους συμπονάμε.
Η ερωτική τους σχέση προχωρά και το «ατύχημα» δεν θα αργήσει να συμβεί. Η Ανθή μένει έγγυος, θα μικροπαντρευτεί, θα γίνει μικρομάνα. Θα ακολουθήσει και δεύτερο παιδί. Τα χρόνια θα περάσουν γοργά κι εκείνη θα μεγαλώσει στο πλάι του Δημήτρη, στον άντρα με τον άστατο χαρακτήρα που, όπως όλα δείχνουν έχει ερωμένη. Πλούσια. Μεγαλύτερη απ’ αυτόν. Που κατεργάζεται σχέδια κι αναστατώνει τη ζωή της Ανθής. Πώς να διαχειριστεί μέσα της όλα τούτα;
Σε αυτή την ιδιάζουσα ψυχολογική κατάσταση, η Ανθή, που αν και δυο φορές μάνα είναι ουσιαστικά αμάθητη στον έρωτα, θα αφεθεί στη σαγήνη του φωτογράφου Μανουήλ. Και τότε θα έρθει αντιμέτωπη με τα διλήμματα και τις ενοχές που φέρνουν οι βαθιές επιθυμίες, αλλά θα το πολεμήσει, διότι είναι μάνα και σύζυγος, άνθρωπος που πνίγει τα θέλω για τα πρέπει, ή μήπως όχι τελικά;
Στις σελίδες του βιβλίου ο χρόνος κυλάει γρήγορα. Τα παιδιά τους θα μεγαλώσουν, οι γονείς τους θα γεράσουν, τα βιώματα της ζωής θα τους αλλάξουν. Κι όταν θα γεννηθεί η κόρη τους, που η μοίρα θα της σταθεί σκληρή, τότε οι πρωταγωνιστές μας θα έρθουν αντιμέτωποι με μυστικά και ψέματα, ζητήματα ζωής και θανάτου. Έχουν, όμως, μεγαλώσει πια και θα τα αντιμετωπίσουν ώριμα, ως λογικά όντα, γνωρίζοντας πλέον τι θα πει ζωή.
Το Δυο φορές Άνοιξη είναι ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα και την ποίηση στη ζωή, την ομορφιά και την ειλικρίνεια των ανθρώπων, είναι ένα βιβλίο-μάθημα ζωής.  Ένα ταξίδι που ξεκινάει στα μέσα της δεκαετίες του ’80, στον απόηχο της δολοφονίας του Καλτεζά και του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσέρνομπιλ, και φτάνει μέχρι σήμερα, παρουσιάζοντας τις κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές του τόπου, εστιάζοντας στην ψυχολογία των ηρώων της ιστορίας μας, τις αιτίες που την προκαλούν, τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες, τα διλήμματα και το χρέος που αισθάνονται.
Ο συγγραφέας παρουσιάζει την πλοκή της ιστορίας εστιάζοντας στις σημαντικές στιγμές της ζωής των πρωταγωνιστών με θεατρικές σκηνές και μεγάλα διαλογικά μέρη. Άλλοτε πάλι επιλέγει να αποκρύψει σημαντικά συμβάντα κάνοντας χρονικά άλματα, μόνο και μόνο για να τα αποκαλύψει την κατάλληλη στιγμή.
Εν τέλει το Δυο φορές Άνοιξη είναι ένα τρυφερό πολυεπίπεδο ερωτικό μυθιστόρημα. Είναι ρεαλιστικό και ταυτόχρονα μαγικό. Δεν πρόκειται φυσικά για μαγικό ρεαλισμό. Είναι η γραφή, ο τρόπος που έχει ειπωθεί η ιστορία από έναν εξαίρετο παραμυθά, ο οποίος χρησιμοποιώντας τη μαγεία του έρωτα, απογειώνει μια ρεαλιστική ιστορία της διπλανής πόρτας.   


Βαγγέλης Μπέκας

http://www.culturenow.gr/28953/vivlio-dyo-fores-anoiksh-manos-kontolewn