2.1.20

Αντώνης Σαμαράκης - Ζητείται Ελπίς


Συγγραφείς που κάποτε περπάτησαν  στον  Χάρτη της ελληνικής λογοτεχνίας

Αντώνης Σαμαράκης   - Ζητείται Ελπίς

Σχόλια, επιλογή κειμένων: Μάνος Κοντολέων





















Το 1954 η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι πια Ιστορία,, ο Εμφύλιος έχει τυπικά τελειώσει, η χώρα αναζητά τρόπους να βαδίσει προς το δεύτερο μισό του αιώνα.
Την ώρα που κάποιοι κοιτάνε με αισιοδοξία και ελπίδες το μέλλον, την ίδια ώρα κάποιοι άλλοι φιμώνονται  ή προετοιμάζονται να ξενιτευτούν και να  σκύβουν το κεφάλι σε εκείνους που λίγα χρόνια πιο πριν είχαν νικήσει.
Το 1954 κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων «Ζητείται  Ελπίς». Ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, μικρού σχήματος. Ιδιωτική έκδοση. Αντώνης Σαμαράκης -το όνομα του συγγραφέα του.
Το 1954 ο Σαμαράκης είναι 35 χρονών. Πέρασε τα βασικά χρόνια που διαμορφώνουν την προσωπικότητα ενός ανθρώπου μέσα σε γεγονότα ποικίλα και τραυματικά. Δικτατορία Μεταξά, Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος… Τώρα -εκείνο το 1954- ήθελε να μπορούσε να δει με σαφήνεια να παίρνει σάρκα και οστά το όραμά του -όραμα και εκατομμύριων άλλων ανθρώπων-  για ένα καλύτερο πιο δίκαιο κόσμο. Ένα κόσμο με ειρήνη, δικαιοσύνη, ελευθερία έκφρασης.
Ήθελε να έβλεπε κι αυτός , μαζί με τα εκατομμύρια άλλους, αυτά τα οράματα να γίνονται πραγματικότητα.  Αλλά η διάψευση ήδη είχε αρχίσει να φαίνεται. Ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν γεγονός, λίγο πιο πριν ο Πόλεμος της Κορέας υπενθύμιζε πως η Ειρήνη δεν μπορούσε να θεωρείται δεδομένη, οι χώρες του Τρίτου Κόσμου βογκούσαν πάντα κάτω από τις ανάλγητες πολιτικές της Δύσης.
Αλλά ένας συγγραφέας που θεωρεί τη γραφή ως πολιτική πράξη -και τέτοιος συγγραφέας ήταν ο Αντώνης Σαμαράκης- δεν μπορεί να αποδεχτεί την απαισιοδοξία. Κι έτσι δηλώνει -ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ.
Ας τον ακούσουμε πως ο ίδιος καταγράφει αυτήν την επιλογή του τίτλου.
Και μόνο ο τίτλος «Ζητείται Ελπίς» δίνει τη δική μου θεώρηση των πραγμάτων, δείχνει έναν άνθρωπο που δεν τα παρατάει, δεν υποτάσσεται παθητικά στο ζοφερό πανόραμα του κόσμου γύρω του, αλλά αγωνίζεται να βρει ελπίδα… Η ελπίδα, αυτό το πολύτιμο αγαθό που θα έπρεπε να είναι μέσα μας και γύρω μας σε πλήρη αφθονία όπως ο αέρας που αναπνέουμε, είναι αλίμονο πάρα πολύ σπάνιο ή μάλλον έχει σχεδόν εκλείψει. Φτάσαμε στο σημείο  να μην ισχύει το αρχαίο ρητό ‘Όσο αναπνέω ελπίζω’, αλλά ‘Όσο αγωνίζομαι να πιστέψω ότι κάπου υπάρχει ελπίδα, την οποία με τον αγώνα μου θα την βρω, ελπίζω’.
Με αυτές, λοιπόν, τις σκέψεις, με αυτά τα συναισθήματα να τον φλογίζουν, τυπώνει με δικά του έξοδα τη συλλογή των διηγημάτων που έγραψε και ξεκινά να επισκέπτεται τα βιβλιοπωλεία για να αφήσει μερικά αντίτυπα προς πώληση.
Αύγουστος του 1954. Τρεις μέρες μετά από τον Δεκαπενταύγουστο. Εκείνα τα καλοκαίρια, δεν έμοιαζαν με τα σημερνά. Τον Αύγουστο τώρα, οι δρόμοι της Αθήνας είναι άδειοι . Οι διακοπές είναι μια σχεδόν ολοκληρωτική συνθήκη της ζωής μας. Όχι όμως τότε, οι διακοπές δεν ήταν δεδομένες κι έτσι, στις 18 Αυγούστου του 1954, ο νεαρός άνδρας, παραχώνει πενήντα τόσα αντίτυπα του φρεσκοτυπωμένου βιβλίου του σε ένα βαλιτσάκι και ξεκινά να μπαίνει και να βγαίνει στα βιβλιοπωλεία του  κέντρου της Αθήνας. Πάνω από δέκα επισκέφτηκε, μήτε ένα αντίτυπο δεν κατάφερε να αφήσει.
Απογοητευμένος καταφεύγει στο «Καφενείο των Παρισίων», λίγο πιο κάτω από την Πλατεία Συντάγματος. Στέκι δικό του και στέκι κι άλλων απλών ανθρώπων.
Ζητά ένα ούζο. Πίνει δυο, τρεις γουλιές. Κοιτά το βαλιτσάκι με τα ανέγγιχτα βιβλία. Και κλαίει. Και από δίπλα, οι απλοί άνθρωποι του λαού τον κοιτούν με τρυφερή κατανόηση. Μια κατανόηση που δεν την έχουν οι κάθε λογής διανοούμενοι και οι κάθε λογής επίσημοι.
Και εκείνος, τότε, παίρνει ένα αντίτυπο, το ανοίγει και …το αφιερώνει στον εαυτό του:
Στον Αντώνη Σαμαράκη,
Κουράγιο!
Αντ. Σαμαράκης
Αθήνα,
18/8/54, ώρα 9.30 μ.μ.
Στο «Καφενείο των Παρισίων»
                                       ****************
Ένας συγγραφέας μπορεί να συναρπάζει τους αναγνώστες του με δυο βασικά τρόπους. Με έντονη πλοκή και ολοζώντανους  ήρωες ή με τις ιδέες που καταγράφει μέσα στα έργα του.
Αλλά για να μπορέσει ένας συγγραφέας να διατηρεί τη ζωντάνια του ακόμα κι όταν πια βιολογικά θα έχει αποχωρήσει από αυτή τη ζωή, θα πρέπει τα έργα του  να τα έχει προικισμένα και με ζωντανούς ήρωες και με διαχρονικές ιδέες.
Αυτή είναι η περίπτωση Σαμαράκη.
Ο Αντώνης Σαμαράκης είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση ανθρώπου του 20ου αιώνα που ζούσε με άξονα ένα γνήσιο ουμανισμό.
Καθώς ο αιώνας του έφτανε στα μέσα του, ο Σαμαράκης ήλπιζε πως ο μεταπολεμικός κόσμος δεν θα είχε πλέον δυνάστες, μήτε θύτες και θύματα.
Αλλά πολύ γρήγορα διαπίστωσε πως ο ολοκληρωτισμός εξακολουθούσε να υπάρχει. Και τον τρόμαζε η εικόνα -εκείνοι που ζούσαν σε συνθήκες δημοκρατίας να αδιαφορούν για τους συνανθρώπους τους που καταπιέζονταν σε άλλα καθεστώτα. Η βασική θέση του Σαμαράκη ήταν πως η Ελευθερία δεν μπορεί να είναι προνόμιο ολίγων. Μα ούτε και των πολλών. Μα όλων.
Συνήθιζε να λέει πως ο ολοκληρωτισμός μοιάζει με την ραδιενέργεια. Διαχέεται παντού και μολύνει όλους.
Όμως πέρα από τα καθεστώτα εκείνα που με σαφήνεια έδειχναν το αποτρόπαιο πρόσωπό τους, στοιχεία έλλειψης δημοκρατίας έβλεπε να υπάρχουν και σε κράτη δημοκρατικά. Κι εκεί η προσωπική ζωή, οι ατομικές πράξεις, η καθημερινή συμπεριφορά ελέγχονταν από ορατά και αόρατα κέντρα παρακολούθησης. Το άτομο έχανε την ατομικότητά του. Και ως συνέπεια μιας τέτοια κατάστασης έρχεται η δυσπιστία, η καχυποψία. Η μη επαφή εν τέλει.
Τις ανοιχτές πόρτες των μικρών μονοκατοικιών της προπολεμικής εποχής, έβλεπε να τις αντικαθιστούν οι πόρτες ασφαλείας των μεταπολεμικών χρόνων.
Και την ίδια στιγμή τα συστήματα παρακολούθησης του κράτους γιγαντώνονταν, ενώ θεριεύαν και οι τρόποι επιβολής μιας μαζικής διαμόρφωσης απόψεων και συνειδήσεων.
Οι ελπίδες που μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο πήγανε να γεννηθούν, τώρα που ο 20ος αιώνας έφτανε προς το τέλος του, ασφυχτιούσαν.
Και ο μέσος άνθρωπος φοβάται. Φόβος απροσδιόριστος, υπόγειος. Γι΄ αυτό και περισσότερο δολερός.
Ο φοβισμένος άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος. Και οι ανελεύθεροι άνθρωποι θα γεννήσουν ανελεύθερους ανθρώπου.
Αντιγράφω τα δικά του λόγια:
Στο βάθος της πορείας της ανθρωπότητας διαφαίνεται μια τερατογονία, μια βιολογική διαστροφή, μια νέα εποχή παγετώνων. Αν δεν αγωνιζόμαστε χωρίς ανάσα για την προάσπιση της ελευθερίας, αν δεν προχωράμε με αδιάσπαστη συνέπεια και μαχητικότητα σε αντίσταση, θα προκύψει ένας κόσμος όπου η αξία ελευθερία θα του είναι εντελώς ξένη.

Αυτές τις σκέψεις ο Σαμαράκης τις έκανε καθώς πάντα είχε κατά νου τους νέους ανθρώπους. Όπως και ο ήρωας ενός  διηγήματος του από τη συλλογή «Ζητείται Ελπίς», έτσι και ο ίδιος θα δηλώσει  πως δεν μπορεί να κάνει ‘φιλολογία’ μπροστά σε ένα παιδί, δεν μπορούσε να λέει ψέματα, δεν μπορούσε να μην είναι ο αληθινός εαυτός του μπροστά στα παιδιά του κόσμου.
Λοιπόν, όταν αυτά που γραφεί ένας συγγραφέας είναι παρόμοια με όσα πιστεύει και ίδια ακριβώς με τα όσα πράττει και ζει, τότε το έργο του ζει και μαζί με αυτό και ο ίδιος συνεχίζει να υπάρχει.
                                      ******
Όπως κάθε άλλος συγγραφέας, έτσι κι εγώ αναγνωρίζω σε μερικούς από τους συγγραφείς που με τα βιβλία τους μεγάλωσα και ως άτομο και ως ο ίδιος δημιουργός, μια γονική -πατρική ή μητρική- σχέση.
Ένας από αυτούς είναι και ο Σαμαράκης. Δεν έχω μαζί του τόσο συγγραφικές επιρροές, όσο ιδεολογικές.
Γράφει ο Σαμαράκης στα Απομνημονεύματά του : Όταν ένα και μόνο παιδί πεθαίνει από την πείνα και την έλλειψη περίθαλψης, όταν ένα και μόνο παιδί πεθαίνει ψυχικά στο περιθώριο, σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης και δουλειάς, αποκομμένο από ΄κάθε δυνατότητα συμμετοχής στο κοινωνικό γίγνεσθαι, τότε ο ουρανοξύστης’ του πολιτισμού μας σωριάζεται σε κομμάτια και θρύψαλα, γη και σποδός.
Μια παρόμοια θέση έχω κι εγώ. Κι όπως εκείνος, έτσι κι εγώ αυτή τη θέση μου θέλησα να την εκφράσω με συμμετοχή στο έργο της Unicef.
Ο Σαμαράκης, αν και ίδιος δεν έγραψε  ποτέ κάτι που θα μπορούσε να ενταχθεί στη παιδική / νεανική λογοτεχνία, εντούτοις αγαπήθηκε και αγαπιέται μέσα από το έργο του από τους νέους.
Ίσως γιατί αυτό που χαρακτηρίζει τον ενήλικο που μπορεί να επικοινωνεί ουσιαστικά και με τον κάθε τρόπο με τον έφηβο είναι ακριβώς αυτό το ασυμβίβαστο που στην ουσία περιγράφουν τα πιο πάνω λόγια του Σαμαράκη.
Ήξερε να σκέπτεται ως παιδί και παράλληλα να μην χάνει την αυτοκυριαρχία του ενήλικου ατόμου. Νομίζω πως το διήγημά του «Ξανθός Ιππότης» πάνω σε αυτήν την ικανότητά του στηρίζεται και με ευφάνταστη ευχέρεια χρησιμοποιεί μια νεανική συνθήκη για να καταγράψει το συναίσθημα ενός ώριμου άνδρα.
Κέντρο όλης της προβληματικής  του υπήρξε το παιδί. Μπόρεσε από τους πρώτους έλληνες συγγραφείς να κατανοήσει πως το σύστημα που μεταπολεμικά πήρε να γιγαντώνεται, αυτό το σύστημα  που θεοποιεί το χρήμα, που θεοποιεί το υλικό κέρδος, που στηρίζεται σε ένα στείρο ανταγωνισμό, που έχει ως γνώμονα αξιολόγησης την οικονομική, κοινωνική, πολιτική προβολή… Πως, τελικά αυτό το σύστημα, πρώτο και μέγα θύμα του έχει το παιδί, το κάθε παιδί.
Το παιδί που συμπιέζεται  από κάθε πλευρά -οικογένεια, σχολείο, πολιτεία-  να στραγγαλίσει το συναίσθημα, να δοθεί ολοκληρωτικά σε ένα ψυχρό προγραμματισμό του μέλλοντός του.  Που  από πρόσωπο γίνεται αριθμός.
Ο Σαμαράκης το βλέπει αυτό και ανατριχιάζει. Θυμώνει και καταγγέλλει.
Καταγγέλλει θρησκείες, ιδεολογίες, εκπαιδευτικές τακτικές, επιστημονικές μεθόδους -όλα αν δεν υπηρετούν την ανθοφορία της ψυχής, δεν αξίζουν το σεβασμό του.
Μα ο ίδιος επιλέγει και ως συγγραφέας και ως άτομο να σταθεί απέναντι στην όποια μορφής εξουσία και να της ζητήσει ευθύνες.
Αλλά ευθύνες ζητά και από τον κάθε άλλο -τον απλό, τον καθημερινό άνθρωπο. Τί του ζητά; Μα να αφυπνιστεί, να αντιδράσει, να φωνάξει «Φτάνει!»
Είναι κρίμα που ο Σαμαράκης δεν μας άφησε έστω κι ένα βιβλίο γραμμένο για μικρά παιδιά. Ένα παραμύθι, κάποιους στίχους που με αφοπλιστική  ειλικρίνεια θα λέγανε αυτό που δε θέλουν πολλοί ενήλικες να δούνε μέσα στις ματιές των παιδιών μας – την απαίτηση για ένα δίκαιο κόσμο.
Όμως τα παιδιά είναι αυτά που τελικά θα δηλώσουν πως υπάρχει δυνατότητα το όνειρο του Σαμαράκη να γίνει πραγματικότητα.
Η λογοτεχνία μπορεί να ποτίσει την Ελπίδα.
Ο Σαμαράκης τη λογοτεχνία υπηρέτησε.
Για να δουλέψει αποτελεσματικά η λογοτεχνία, οφείλουμε να μην ξεχνάμε ότι δεν είναι καθόλου  μονόλογος , χρειάζεται να δένει με τον αναγνώστη. Χέρι συντροφικό είναι η λογοτεχνία  που απλώνεται και δεν πρέπει να μείνει μετέωρο, χωρίς ανταπόκριση. Ο μαγικό κόσμος της λογοτεχνίας, της τέχνης, αρχίζει πράγματι να υπάρχει από τη στιγμή που το ένα άλλο χέρι, το χέρι εκείνου που σε διάβασε, απλώνεται κι αυτό και πιάνει το δικό σου χέρι, το σφίγγει αδελφικά. Μια φωνή μέσα στη νύχτα είναι η λογοτεχνία, μια κραυγή στο σκοτάδι, και δεν έχει νόημα, δεν ολοκληρώνεται, αν κινείται χωρίς απήχηση, αν δεν ακούσω ή έστω δεν μαντέψω τη φωνή του άλλου, την κραυγή του άλλου που το δικό μου σήμα μπόρεσε και τον άγγιξε…
Ένα σήμα, λοιπόν… Και…ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΣ                  


28.12.19

Λουκία Δέρβη «Θέα Ακρόπολη»


Λουκία Δέρβη
«Θέα Ακρόπολη»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Μεταίχμιο

              


Το πέμπτο αυτό βιβλίο της Λουκάς Δέρβη (έχουν προηγηθεί μέσα σε 15 περίπου χρόνια, δύο συλλογές διηγημάτων, μια νουβέλα και ένα μυθιστόρημα) διαθέτει ένα ιδιότυπο πρωταγωνιστή -ένα ξενοδοχείο.
Και μάλιστα το πλέον πολυτελές και ακριβό ξενοδοχείο της Αθήνας. Ασφαλώς και μέσα στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, το ξενοδοχείο αυτό είναι προϊόν μυθοπλασίας, αλλά πολύ εύκολα ο αναγνώστης μπορεί να θεωρήσει πως πίσω από το όνομα Athens Excelsior, κρύβεται υπαρκτό κτήριο σε κεντρικότατη πλατεία της πόλης.
Η ίδια η Λουκία Δέρβη έχει σπουδάσει ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και έτσι οι περιγραφές που συνθέτουν τη βάση του μυθιστορήματός της αποκτούν μια εγκυρότητα, ενώ παράλληλα είναι και ιδιαιτέρως κατατοπιστικές ως προς τις δομές λειτουργίες τέτοιου επιπέδου ξενοδοχειακών μονάδων, αλλά και ακόμα του είδους των ανθρώπων που φιλοξενούνται σε αυτά, όπως -και κυρίως- όσων εργάζονται και είναι υπεύθυνοι για τη λειτουργία του.
Πολυπρόσωπο, λοιπόν, μυθιστόρημα που καθώς έχει εξολοκλήρου υποταχτεί στην κυριαρχία του Athens Excelsior πάνω στην καθημερινότητα όσων κυκλοφορούν στους διαδρόμους, στα σαλόνια, στις κουζίνες, στα λόμπυ και στα δωμάτια του, από τη μια γίνεται μια μαρτυρία του τρόπου δομής τέτοιων επιχειρήσεων και από την άλλη φωτίζει το πως οι ζωές απλών εργαζόμενων επηρεάζονται από αυτές ακριβώς τις δομές.
Η Δέρβη τοποθετεί χρονολογικά τα όσα γεγονότα θα περιγράψει μέσα στη δεκαετία του ’90. Καθόλου τυχαία η επιλογή της περιόδου αυτής. Η αίγλη ενός ξενοδοχείου ταυτίζεται με την ‘αίγλη’ εκείνων των χρόνων και έτσι ο αναγνώστης μαζί με τις διαψεύσεις των προσώπων υποψιάζεται και τη διάψευση ενός συλλογικού ονείρου.
Σημείωσα πιο πάνω πως πρόκειται για πολυπρόσωπο έργο. Μα σίγουρα υπάρχουν κάποια πρόσωπα που φωτίζονται περισσότερο από τα άλλα και που πάνω στις δικές τους σχέσεις πλέκεται και η μυθιστορηματική πλοκή.
Όμως η συγγραφέας φροντίζει όλα τα άτομα που  κυκλοφορούν μέσα στους διαδρόμους και στα γραφεία του ξενοδοχείου να μας τα κάνει γνωστά. Με μικρές αλλά καίριες περιγραφές, με σύντομες αλλά χαρακτηριστικές επιλογές σκέψεων και πράξεων.
Η γλώσσα είναι απλή, οι πληροφορίες δίνονται σε σωστές δόσεις, οι αναφορές σε γεγονότα εκείνων των χρόνων σκιαγραφούν και την γενικότερη καθημερινότητα.
Μέσα σε μια πολύβουη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, ίσως ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά, ως προς τον τρόπο ζωής, μέρη να είναι ένα μεγάλο ξενοδοχείο όπου συνυπάρχει η άρχουσα τάξη με τους απλούς εργαζόμενους.
Αυτό, θεωρώ, πως είναι η ευχάριστη έκπληξη τούτου του μυθιστορήματος.





14.12.19

"Τριστάνος και Ιζόλδη" -η Γεωργία Γαλανοπούλου έγραψε στο diastixo.gr




Μόλις πριν από έναν χρόνο, το Πανεπιστήμιο Αθηνών αφιέρωσε μια ημερίδα στον πεζογράφο, διηγηματογράφο και κριτικό Μάνο Κοντολέων, για να τιμήσει τα 40 χρόνια προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα. Όλα όσα ακούστηκαν την ημέρα εκείνη από πανεπιστημιακούς και μελετητές της λογοτεχνίας επιβεβαίωσαν το αναμενόμενο: Ότι ο Κοντολέων, ο αφοσιωμένος και χαλκέντερος συγγραφέας με την απίστευτη παραγωγικότητα, είναι ένας από τους σημαντικότερους της εποχής μας.

Τα τελευταία χρόνια, το εγχείρημά του να κατασκευάσει τις δικές του ιστορίες αναπλάθοντας γιγάντια έργα του δυτικού πολιτισμού –όπως ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες και ο Γαργαντούας του Ραμπελαί (Πατάκης 2018 αμφότερα)– απέφερε ένα αποτέλεσμα ξεχωριστής εκφραστικής δύναμης και αισθητικής. Στο τρίτο βιβλίο της ίδιας σειράς, όπου δυο γλάροι αφηγούνται την ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης, ο στόχος του συγγραφέα τελεσφορεί ξανά. Και ο στόχος αυτός δεν είναι άλλος από το να μεταδώσει σε ένα ευρύτερο κοινό επίκαιρους ακόμη και σήμερα προβληματισμούς, χωρίς να απομακρύνεται από την ίδια την ιστορία και το κλίμα της εποχής που τη δημιούργησε.
Δεν είναι πάντα ο Έρωτας που κρατά ενωμένους δυο ανθρώπους, άντρα και γυναίκα… Όχι, άρχοντά μου! Είναι κι άλλα πολλά… Είναι η Εκτίμηση –μ’ αυτήν στεριώνεις το σπιτικό–, είναι ο Σεβασμός – μ’ αυτόν σχεδιάζεις το μέλλον· είναι η Συντροφικότητα – με τούτη είναι που βγάζεις από το δωμάτιο τη μοναξιά… Είναι και η Αγάπη! Αυτή που στο σπιτικό της φιλοξένησε τον Έρωτα και πάντα χαίρεται τη συντροφιά των άλλων των τριών που είπα. Πολλές φορές τούτη η Αγάπη τυχαίνει όχι μόνο να φιλοξενήσει τον Έρωτα, μα και να συγκατοικήσει μαζί του για χρόνια πολλά. Μα κι άλλες φορές τυχαίνει σύντομα να τον αποχαιρετά… Κι ίσως –ίσως, λέω εγώ που έζησα μόνος μου, γι’ αυτό και δεν μπορώ να μη ζητήσω τη βοήθεια αυτού του ίσως– έτσι να είναι πιο σωστό… Στεριώνει πιο γερά το σπιτικό που με σύνεση κυρίως φτιάχτηκε κι απλώς κάποια στιγμή το στόλισαν τα πετράδια του πάθους.
Ο θρύλος της υπερβατικής αγάπης ανάμεσα στον ιππότη Τριστάνο, τον βασιλιά και θείο του Μάρκο της Κορνουάλης και τη γυναίκα του Ιζόλδη της Ιρλανδίας (κελτικής μάλλον καταγωγής, αν και αρκετά στοιχεία του παραπέμπουν σε αρχαιοελληνικούς μύθους) βρίσκει την προέλευσή του στην προφορική παράδοση. Η πρώτη της καταγεγραμμένη μορφή εμφανίζεται αποσπασματικά, σε ποιητική φόρμα, τον 12ο αιώνα από τον Βρετανο-Νορμανδό Béroul. Την ίδια περίπου περίοδο, ακολουθεί η επίσης ποιητική εκδοχή του Thomas of Britain, με μία πλειάδα αναπλάσεων και παραλλαγών να ξεφυτρώνουν αργότερα σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες, καθιστώντας τον ανυπότακτο έρωτα του θρυλικού ζευγαριού το ηχηρότερο μοτίβο της δυτικής λογοτεχνίας, πάνω στο οποίο βασίστηκε η μετέπειτα ιδέα του ρομαντισμού.
Η αυτοκαταστροφική αυτή ιστορία αγάπης και εξαπάτησης ενάντια σε ουράνιους και επίγειους νόμους δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο τον Richard Wagner. Από την κορυφαία του όπερα ο Μάνος Κοντολέων αντλεί –κατά δική του ομολογία– την έμπνευσή του. Δεν στέκεται όμως μήτε στο λιμπρέτο, μήτε στις εξαίσιες δράσεις επί σκηνής. Ερευνά, αναμοχλεύει τις παλιές πηγές, διαβάζει τον Béroul, αλλά και τον πιο σύγχρονο και λογοτεχνικότερο Joseph Bédier (1864-1938), διατηρεί το πρωτόλειο υλικό και με τη μέθοδο της προσθαφαίρεσης που τόσο καλά γνωρίζει, αναδημιουργεί με θαυμαστή οικειότητα, λυρικότητα και αξιοπρέπεια μια ιστορία-στολίδι, κομψά διακοσμημένη από τη Βάσω Ψαράκη με ατμοσφαιρικές βινιέτες και σκίτσα εμπνευσμένα από μεσαιωνικά, εικονογραφημένα χειρόγραφα.
Ως εμβληματικό μοτίβο στις σελίδες αυτού του ερωτικού και εξόχως τραγικού μεσαιωνικού μυθιστορήματος, προβάλλει η παρουσία του γλάρου αφηγητή, ενός χαρακτήρα με ενεργή συμμετοχή στην εξέλιξη των γεγονότων. Η ματιά του, περισκοπική και ενδοσκοπική, κινείται ανάλαφρα στη σφαίρα του φυσικού, ενώ η φωνή του, πειστική, στοχαστική και ενίοτε σκωπτική, ξετυλίγει το νήμα του γνωστού θρύλου ξεκινώντας από τις ακτές της Κορνουάλης και καταλήγοντας, χρόνια μετά, στον μακρινό βορρά, όπου εξελίσσεται η τελευταία πράξη του δράματος.
Ζω δίπλα σ’ ένα λιμανάκι. Σε βαθούλωμα βράχου κουρνιάζω. Δεν ταξιδεύω πια πάνω από πέλαγα, δεν αναζητώ καταφύγιο σε άλλα ακρογιάλια. Όσα θαλασσινά ταξίδια έκανα ήταν τότε που ο Τριστάνος πηγαινοερχόταν από την Κορνουάλη στην Ιρλανδία. Α, κι άλλο ένα ακόμα αξιώθηκα. Αλλά γι’ αυτό θα σας μιλήσω όταν έρθει η δική του ώρα.
[…]
Λένε πως από όλα τα πετούμενα, οι αετοί είναι αυτοί που έχουν την πιο δυνατή όραση. Δε θα το αρνηθώ. Μα να πω και το δικό μου, το δικό μας, εμάς των γλάρων το παράπονο – για τη δικιά μας τη ματιά που τρέχει σαν ηλιαχτίδα και ξεχωρίζει μέσα στα νερά –θολά, ήρεμα κι ανταριασμένα– ακόμα και μαριδάκι… Γι’ αυτή τη δική μας τη ματιά, κουβέντα δεν έχετε να πείτε;
Βεβαίως, ο γλάρος υποδύεται την περσόνα του συγγραφέα και είναι δικό του εύρημα. Βουτά σαν κι αυτόν στη σκοτεινιά του μεσαιωνικού παρελθόντος, ακολουθεί τους ήρωες σε θάλασσα και στεριά, αφουγκράζεται, παρατηρεί, προβληματίζεται, συμπάσχει και συμμετέχει, κρίνει και αυτοκρίνεται, αναλαμβάνει ευθύνες. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς πως ενσαρκώνει τη νεωτερικότητα, τον νέο τρόπο σκέψης με τον οποίο ένας σύγχρονος δημιουργός διαχειρίζεται διλήμματα, ιδεοληψίες και στερεότυπα μιας μακρινής για τα σημερινά δεδομένα ιστορικής εποχής. Χάρη στην οικειότητα της δικής του φωνής, οι εξωκειμενικές αναφορές ενσωματώνονται και εγκιβωτίζονται, ενώ η γλώσσα λάμπει μέσα στην απλότητά της. Απλότητα ωστόσο φαινομενική, αποτέλεσμα συγγραφικής δεξιοτεχνίας, αλλά και επίγνωσης της ευθύνης του συγγραφέα απέναντι στον αναγνώστη, είτε αυτός είναι ενήλικος, είτε έφηβος νέος.
Πατώντας, εν ολίγοις, σ’ ένα θέμα διαχρονικό και με εργαλείο τον ευκρινή και καλαίσθητο γραπτό λόγο, ο Κοντολέων υπερβαίνει τα όρια της ανάπλασης του κλασικού έργου επιδιώκοντας ένα είδος συνομιλίας μεταξύ αναγνώστη και αφηγητή. Κατανοώντας αυτή τη διάθεση συνομιλίας μπορεί κανείς να εισπράξει, φυσικά και αβίαστα, την ακριβοπόθητη απόλαυση του κειμένου, όπως θα έλεγε ο Roland Barthes.

Πρώτη ανάρτηση:

6.12.19

Ο λαβύρινθος του Πάνα




Γκιγιέρμο ντελ Τόρο – Κορνίλια Φούνκε
«Ο λαβύρινθος του Πάνα»
Μετάφραση: Άννα Κοντολέων
Εκδόσεις Ψυχογιός


Είναι συνηθισμένο να μεταφέρεται ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα στον κινηματογράφο.
Σε τέτοιες περιπτώσεις ο σεναριογράφος έχει στα χέρια του μια σωστά δομημένη αφήγηση, ο σκηνοθέτης ένα βαθιά ανεπτυγμένο προβληματισμό, οι ηθοποιοί σταθερές βάσεις ερμηνευτικών προσεγγίσεων.
Βέβαια κάθε Τέχνη έχει τους δικούς της  κανόνες και τελικά δεν θα πρέπει να προσπαθούμε να συγκρίνουμε μεταξύ τους το ίδιο έργο στις δυο διαφορετικές μορφές του. Ο κινηματογράφος στηρίζεται στην εικόνα, η λογοτεχνία στις λέξεις. Αν κάτι έχει νόημα να διευκρινισθεί, αυτό πρέπει να είναι το κατά πόσο η μια ή η άλλη έκφραση φτάνει με αποτελεσματικότητα στο στόχο της.
Σε κάθε περίπτωση πάμπολλα είναι τα σημαντικά  έργα της λογοτεχνίας που μεταφέρθηκαν στη μεγάλη οθόνη και μάλιστα κάποιες από τις ταινίες που δημιουργήθηκαν έχουν τη ίδια -ή και μεγαλύτερη- φήμη και αξία με τα μυθιστορήματα που τις γέννησαν.
Η αντίστροφη πορεία -από ταινία, δηλαδή, σε  λογοτεχνικό έργο- δεν είναι κάτι το σύνηθες. Προσωπικά δε γνώριζα μια τέτοια περίπτωση.
Οπότε και με μεγάλο ενδιαφέρον ξεκίνησαν να διαβάζω το μυθιστόρημα «Ο λαβύρινθος του Πάνα» που το έχουν γράψει ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο και η Κορνίλια Φούνκε.
Ο ντελ Τόρο είναι εκείνος που είχε υπογράψει το σενάριο και τη σκηνοθεσία της ομώνυμης ταινίας του 2006 και η οποία είχε ιδιαιτέρως και παγκοσμίως εκτιμηθεί.
Το 2019 ο ίδιος υπογράφει μαζί με την Φούνκε και το μυθιστόρημα αυτό.
Η Κορνίλια Φούνκε είναι μια από τις πλέον γνωστές και επιτυχημένες συγγραφείς παιδικών βιβλίων (στην Ελλάδα κυκλοφορούν λίγα δικά της έργα).
Δεν μπορώ να γνωρίζω τη συμμετοχή του καθενός εκ των δύο που υπογράφουν το μυθιστόρημα, στην μετατροπή της εικόνας σε λέξεις. Αλλά αν κρίνω από τη δομή της υπόθεσης, πιστεύω πως πρέπει να ήταν η Φούνκε, που  αφού κράτησε σχεδόν σταθερή τη δομή της αφηγούμενης  ιστορίας έτσι όπως είχε ξετυλιχτεί στην ταινία, στη συνέχεια πρέπει να πρόσθεσε τις περιγραφές εκείνες όπου τόνισαν το μαγικό και φανταστικό στοιχείο της υπόθεσης.
Η υπόθεση του έργου ξετυλίγεται σε κάποιο δάσος της Ισπανίας, λίγα χρόνια μετά την επικράτηση της δικτατορίας του Φράνκο, όταν ακόμα οι αριστεροί υποστηρικτές της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης προσπαθούσαν φέρουν και πάλι τη Δημοκρατία στη χώρα.
Κεντρικά πρόσωπα στην ιστορία είναι ένας σκληρός αξιωματικός των δυνάμεων του Φράνκο, η υπηρέτρια του που βοηθά τους αντάρτες και ένα μικρό κορίτσι που κινείται ανάμεσά τους ως μια υπενθύμιση του δικαιώματος κάθε ατόμου στην ελεύθερη έκφραση.
Αυτό το μικρό κορίτσι, με το συμβολικό όνομα Οφηλία, κινείται άλλοτε δίπλα σε πλάσματα που εκφράζουν  το όνειρο και άλλοτε δίπλα σε άτομα ρεαλιστικά -άλλα από αυτά πολύ σκληρά και απάνθρωπα, άλλα πάλι που υπηρετούν διαχρονικές αξίες.
Μια ιστορία με πολιτικό υπόβαθρο και γεμάτη στοιχεία θρύλων. Σκοτεινή όσο και μαγική, τρυφερή όσο και σκληρή.
Τα ίδια αυτά στοιχεία στην ταινία είχαν προσδώσει μια ιδιαίτερη γοητεία, την κρατούσαν όμως σε μια ισορροπημένη σχέση ανάμεσα στο ρεαλισμό και την φαντασία.
Η Κορνίλια Φούνκε πρέπει να έφερε στην μυθιστορηματική απόδοση του έργου μια ανατροπή. Το μαγικό στοιχείο αποκτά βάθος και γίνεται το όχημα της αφήγησης. Έτσι η αντίθεση ανάμεσα στο άδικο και το δίκιο, ανάμεσα στο σκληρό και το τρυφερό, αποκτά μια διαχρονική συμβολικότητα και οι λέξεις βοηθούν στο να αποκτήσουν τα πλάσματα των ονείρων μια ουσιαστική αντιστοίχιση  με την ιδέα της δικαιοσύνης.
Αφού διάβασα το μυθιστόρημα, θέλησα να ξαναδώ την ταινία. Και ομολογώ πως θεωρώ τη λογοτεχνική απόδοση πλέον ώριμη, πιο ατμοσφαιρική, περισσότερο συναρπαστική.
Ασφαλώς σε αυτή την άποψη με βοήθησε να σταθώ και η ιδιαιτέρως επιτυχημένη μετάφραση του έργου στη γλώσσα μας.

Πρώτη ανάρτηση:

1.12.19

Τριστάνος και Ιζόλδη- Μια ιστορία των γλάρων: Όταν ο Μ. Κοντολέων καθηλώνει



Le roman de Tristan et Iseut. Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης. Μια σχεδόν αρχετυπική ιστορία που ταξίδεψε από τον 11ο αιώνα ως τις μέρες μας κατακερματισμένη, καθώς άλλες εγγραφές εχάθηκαν εξ’ όλοκλήρου και άλλες, ευτυχώς, μας διέσωσαν μεγάλα τμήματα, όπως αυτή του περίπου σύγχρονου της ιστορίας ποιητή Μπερούλ και του Τομάς, κάπου τρεις χιλιάδες στίχοι έκαστος. Ο Τριστάνος του Γάλλου συγγραφέα και μελετητή του Μεσαίωνα Τζόζεφ Μπεντιέ, πάλι, που συνετέθη στο τέλος του δεκάτου ένατου αιώνα, έφερε στους αναγνώστες την ιστορία των δύο ερωτευμένων που “ήπιαν την αγάπη και τον θάνατο” με τον τρόπο των γνήσιων τροβαδούρων και όπως τραγουδήθηκε στους κουρασμένους από τις μάχες Γάλλους στρατιώτες του 11ου αιώνα, έτσι όπως η Κέλτικης γέννας αυτή ιστορία γοήτευσε τους προ εννέα αιώνων Γάλλους και έσπειρε τον ρομαντισμό του παντού, κατά τα φαινόμενα και σε αριστουργήματα της παγκόσμιας δραματουργίας, βλέπε Ρωμαίος και Ιουλιέτα.

Στα βιβλία των Μπερούλ και Μπεντιέ στηρίχθηκε ο Μάνος Κοντολέων για να δημιουργήσει τη δική του διασκευή επί της ιστορίας αυτής. Δεδομένης της χρήσης ενός εντελώς διαφορετικού αφηγηματικού σχήματος, των αφηγητών γλάρων που ίπτανται πάνω τα βράχια της Κορνουάλης και τις ακτές της Ιρλανδίας θωρώντας σκωπτικά κάθε εξέλιξη, της παράλειψης αρκετών γεγονότων και της ενσωμάτωσης άλλων πρωτογενών, αλλά κυρίως της ύπαρξης τόσο Κοντολεωνικού ύφους και γλώσσας, σχεδόν ακροβατούμε όταν μιλάμε για διασκευή του μεσαιωνικού θρύλου. Ο διαπρεπής Έλληνας συγγραφέας επανεγγράφει, μετά τον Θερβάντες με το Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης και τον Ραμπελαί με Το βιβλίο της ζωής του Μεγάλου Γαργαντούα όταν ακόμα ήταν παιδί και νέος άντρας, τον κλασικό μύθο του Τριστάνου και της Ιζόλδης, μετασχηματίζοντάς τον με τέτοιο τρόπο και με τα προαναφερθέντα δομικά χαρακτηριστικά, έτσι ώστε να διαβάζουμε κάτι του οποίου γνωρίζουμε μόνο τον βασικό ιστό του.

Ο Μ. Κοντολέων αποσύρει το κέντρο βάρους του αναγνώστη από τις σταθερές του ερωτικού ειδυλλίου, από το τι και πώς έγινε και μεταθέτει το ενδιαφέρον στο σαρκαστικό, λακωνικό βλέμμα των γλάρων επί των ανθρώπινων πεπραγμένων, τους καθολικούς νόμους της φύσης που σαλεύουν τον νου των ανθρώπων και στις επιλογές του να ιχνηλατήσει τον έρωτα και τον θάνατο Σολωμικά (“μόλις εἶν᾿ ἔτσι δυνατὸς ὁ Ἔρωτας καὶ ὁ Χάρος”*) και θα έλεγα με την γλυκύτητα του δημοτικού τραγουδιού (“τι έρωτας τι θάνατος δεν έχεις να διαλέξεις“*) και να ισορροπήσει έτσι ώστε να παραδώσει τον μύθο θελκτικό για κάθε αναγνωστική ηλικία.

Με απαράμιλλο ρυθμό, με την υψηλή ποιότητα και την παραμυθένια αύρα τον λέξεων του Μ. Κοντολέων, η δύναμη του Τριστάνου και της Ιζόλδης, του έρωτα και του θανάτου, έρχεται με ορμή και σαγήνη να καθηλώσουν κάθε αναγνώστη. Ο συγγραφέας παίρνει την διαχρονικότητα του οικουμενικού αυτού έπους αγάπης και επανανοηματοδοτεί τις αξίες του αφού αυτές γίνονται διάτρητες στο ράμφος των γλάρων της Κέλτικης θάλασσας που θυμίζουν αφηγητή και χαμηλόφωνο σχολιαστή πίσω από την φωνή του τροβαδούρου. “Αν θέλετε να μάθετε την ιστορία ενός τόπου, τα πάθη και τα όνειρα όσων τον κατοικούνε, ελάτε σ’ εμάς… Ζητήστε να σας τα πούμε όλα”.

Κι είναι αυτός, ένας γλάρος που ξεκινά να ξετυλίγει μια από τις πιο ωραίες ιστορίες των “παιχνιδιάρηδων” ανθρώπων και ίσως μόνο “παιχνιδιάρηδων”, εκείνη στους απόκρημνους βράχους της Κορνουάλης στην Νοτιοδυτική Μεγάλη Βρετανίας την εποχή που βασιλιάς της ήταν ο Μάρκος.

Η αδερφή του παντρεύτηκε, πριν πολλά χρόνια τον κύρη ενός νησιού (βασιλιάς Ριβαλάν) που την ερωτεύτηκε σφόδρα, πήγε στα μέρη του να γεννήσει ένα αγόρι, μα η δύσμοιρη πέθανε πάνω στη γέννα, έζησε το αγόρι, που μεγάλωσε δίχως μάνα. Και το όνομά του ήτανε Τριστάνος, που σημαίνει θλιμμένος. Και πήγε σαν μεγάλωσε στο κάστρο του Μάρκου να κερδίσει με το σπαθί του τον τίτλο του ιππότη. Μπήκε στη φρουρά του άρχοντα ο Τριστάνος κι ύστερα γίνηκε υπασπιστής του, δίχως να ξέρει πως είναι ανιψιός του.

Κι όταν ήρθε ο Μόρχολτ, αδερφός της γυναίκας του βασιλιά της Ιρλανδίας, απαιτώντας από τον Μάρκο φόρο υποτέλειας από ήττα παλιά τριακόσια αγόρια και κορίτσια, ο Μάρκος αρνήθηκε και ο φοβερός Μόρχολτ ζήτησε έναν να μονομαχήσει μαζί του για να κριθεί η απονομή του φόρου. Και ο Τριστάνος προσφέρθηκε εθελοντικά να πολεμήσει με τον ανίκητο γίγαντα που τους απειλούσε. Και τον νίκησε και το όνομά του τράνεψε μεμιάς εκείνη τη μέρα. Μόνο που ένα μικρό κομμάτι από το ατσάλινο σπαθί του έμεινε στο κορμί του Μόρχολτ. Κι αυτό το μικρό κομμάτι ήταν που έκαμε την αδελφή του, να ορκιστεί να εκδικηθεί όποιος σκότωσε τον αδερφό της.

Ο Μάρκος έπρεπε να παντρευτεί, να αποκτήσει τον δικό του γιο. Και η εκλεκτή ήταν… η Ιζόλδη, η πριγκίπισσα του τόπου του Μόρχολτ. Η αδερφή του! Η συνέχεια στο βιβλίο…

“Να ένα ακόμα από τα τερτίπια του Έρωτα που δεν μπορώ να καταλάβω. Να φέρνει τον θάνατο μαζί με τη ζωή”

Εκδόσεις Πατάκη. Από 9 περίπου ετών. Θαυμάσιο. Προτείνεται.

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _

*Ο Κρητικός- Δ. Σολωμός

Από Απόστολος Πάππος -27/11/20190284
https://www.elniplex.com/%cf%84%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b9%ce%b6%cf%8c%ce%bb%ce%b4%ce%b7-%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b3%ce%bb%ce%ac%cf%81%cf%89%ce%bd-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ad%cf%89%ce%bd/?fbclid=IwAR0b3Epii_pleokudaAA4fLoPryPk0SREz0EPFbK8AJkJnu_7gtO_rph6bI

27.11.19

Βιβλία με όμορφη εικονογράφηση



Σε ποιον απευθύνονται τα βιβλία εκείνα όπου το κείμενό τους διακοσμείται  (συχνά και ολοκληρώνεται) από εικόνες;

Μια πρώτη -χωρίς  μεγάλη προσπάθεια αναζήτησης- απάντηση  θα ήταν σε : σε παιδιά και μάλιστα μικρής ηλικίας.

Αλλά αληθινά μια τέτοια απάντηση χωρίς να μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως είναι εσφαλμένη, παραμένει αποτέλεσμα μιας άποψης  σύμφωνα με την οποία κάθε βιβλίο που έχει δυο δημιουργούς (ένα για τις λέξεις κι ένα για τις εικόνες) αφορά παιδιά έως επτά ή οκτώ χρονών.

Αλλά αν ακολουθήσουμε αυτή τη λογική ταξινόμησης αυτόματα στερούμε τη δυνατότητα σε αναγνώστες διαφόρων ηλικιών να χαρούν τόσο το νόημα των φράσεων όσο κι εκείνο των σχημάτων. Και κυρίως τους στερούμε τη δυνατότητα να αποκτήσουν την εμπειρία συνύπαρξης δυο βασικών μορφών Τέχνης -αναφέρομαι στη Λογοτεχνία και τη Ζωγραφική.

Κυκλοφορούν συχνά τέτοια βιβλία. Κάποια από αυτά, το σημείωμα αυτό, θέλησε να πλησιάσει.



****************



Από τις Εκδόσεις Πατάκη πρόσφατα έφτασαν στα βιβλιοπωλεία δυο από αυτά.



Το ένα –«Τα ασημένια πατίνια» έχει την υπογραφή της Μαρίας Παπαγιάννη, ενώ τις εικόνες του τις έχει δημιουργήσει η Μυρτώ Δεληβοριά. Ανήκει στη σειρά ‘Πες το μ΄ ένα παραμύθι’ .

Η ιδέα της σειράς είναι να γίνει γνωστή μια χώρα μέσα από μια σύγχρονη διασκευή ενός λογοτεχνικού έργου για παιδιά προηγούμενης εποχής.

Ξεκίνησε με τη διασκευή  του έργου της Σέλμα Λάγκερλεφ και τη γνωριμία με τη Σουηδία και τώρα συνεχίζεται με το έργο της  Μαίρη Μέιπς Ντοντζ  «Τα ασημένια παπούτσια».

Η συγκεκριμένη συγγραφέας υπήρξε εξέχουσα προσωπικότητα στον χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα

Πρόκειται για μια κλασική ιστορία που μυθιστοριοποιεί την προσπάθεια δύο φτωχών παιδιών που ζούνε στις Κάτω Χώρες,  να αποκτήσουν τα ίδια μια θέση στην κοινωνία, αλλά και να βοηθήσουν οικονομικά την οικογένειά τους.

Η Μαρία Παπαγιάννη με έξυπνο τρόπο έφερε σε μια πιο σύγχρονη αφηγηματική φόρμα το μυθιστόρημα της Ντοντζ και η Μυρτώ Δεληβοριά με τη γνωστή της αφαιρετική εικαστική άποψη μας χαρίζει μια τρυφερή Ολλανδία.



Το δεύτερο βιβλίο από τις Εκδόσεις Πατάκη έχει τον τίτλο «Καλά Χριστούγεννα κύριε Ντίκενς» και το υπογράφει η Ελένη Κατσαμά ως προς το κείμενο και ο Βασίλης Κουτσογιάννης ως προς τις εικόνες.
 Στο βιβλίο αυτό γνωρίζουμε  τον μεγάλο συγγραφέα Τσαρλς Ντίκενς, όταν ήταν μικρός!

Γιορτάζουμε μαζί του τα Χριστούγεννα της ζωής του, στην αρχή στο πολυτελές σπίτι του στο Πόρτσμουθ, στη συνέχεια στα στενά σοκάκια του βιομηχανικού Λονδίνου κι έπειτα στο σκοτεινό εργοστάσιο όπου αναγκάστηκε να δουλέψει, όταν χρεοκόπησε η οικογένειά του. Γνωρίζουμε τα παιδικά χρόνια του μεγάλου συγγραφέα. Μαζί του θα συναντήσουμε κι εμείς τους ήρωες των μυθιστορημάτων του στην ομιχλώδη Αγγλία.
Στην ουσία έχουμε μια απλή αλλά μεστή εξιστόρηση των βασικών στιγμών της ζωής ενός ανθρώπου που θα αποτελούσαν κάποια στιγμή  τις βάσεις που πάνω τους θα στηριζότανε  ένα μεγάλο μέρος των βιβλίων του.

Η Ελένη Κατσαμά ερεύνησε σε παρεμφερή βιβλία τη ζωή του μεγάλου εγγλέζου κλασικού συγγραφέα και με επιτυχία στάθηκε σε κεντρικές στιγμές της ζωής του.

Το κείμενο -άλλοτε νοσταλγικό, άλλοτε σύντομα περιγραφικό- το συνοδεύουν οι εικόνες του Βασίλη Κουτσογιάννη, οι οποίες διαθέτουν όλη την ατμόσφαιρα του Λονδίνου εκείνων των χρόνων.



****************



Από τις Εκδόσεις Καλέντη κυκλοφόρησε ένα ακόμα εικονογραφημένο βιβλίο που το κείμενό του το υπογράφει ο Μάκης Τσίτας.

 
Ιδιαίτερη συγγραφική περίπτωση ο Τσίτας.  Από τη μια έχει γράψει βιβλία για ενήλικο κοινό (Το «Μάρτυς μου ο Θεός» κάνει μια πανευρωπαϊκή καριέρα) και από την άλλη γράφει παιδικά βιβλία με μικρό κείμενο. Μικρά ίσως να είναι τα κείμενα, αλλά ο Τσίτας καταφέρνει με λίγες λέξεις να περιγράψει με οξυδέρκεια τόσο χαρακτήρες όσο και ενδοοικογενειακές σχέσεις, αλλά και κοινωνικές καταστάσεις.

Στο βιβλίο του αυτό –«Ο γενναίος ιππότης και η χαμογελαστή βασίλισσα»- χρησιμοποιεί μια δοκιμασμένη (και από τον ίδιο σε άλλα του βιβλία) τεχνική. Την αφήγηση την αναλαμβάνει ο μικρός ήρωας της καθημερινής ιστορίας. Εδώ είναι ένα αγοράκι που μετατρέπει την αγάπη του και τον θαυμασμό προς τη γιαγιά του σε μια ιπποτική φαντασία, όπου ο ίδιος κράτα το ρόλο του γενναίου ιππότη, ενώ η γιαγιά του γίνεται η βασίλισσά του.

Το εύρημα με την απόλυτη παιδικότητά του καταφέρνει να περιγράψει με τρυφερότητα τη σχέση  εγγονού και γιαγιάς.

Σε μεγάλο μέγεθος η φροντισμένη έκδοση δίνει την ευκαιρία στον Κώστα Θεοχάρη να ξεδιπλώσει τις ενδιαφέρουσες ζωγραφικές του συνθέσεις.



****************



Οι Εκδόσεις Καστανιώτη επαναδραστηριοποιούνται στο χώρο της παιδικής  λογοτεχνίας και έτσι κυκλοφόρησαν κάποια όμορφα .βιβλία σε μεγάλο μέγεθος και πλούσια εικονογράφηση.

 

Η γνωστή δημοσιογράφος, αλλά και συγγραφέας βιβλίων και για παιδιά μα και για ενήλικες, Τασούλα Επτακοίλη, έχει γράψει το «Η τσαγιέρα που ανθίζει».

Και εδώ έχουμε ένα εύρημα για να περιγραφεί ένα σύγχρονο μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό θέμα.

Μια συλλέκτρια τσαγιερών από όλο τον κόσμο, όταν σ΄ ένα από στολίδια της συλλογής της χάνεται  το καπάκι του, αποφασίζει να το πετάξει.

Η τσαγιέρα θα βρεθεί δίπλα σε ένα κάδο σκουπιδιών, απ΄ όπου θα τη περισυλλέξει ένα μικρό κορίτσι, θα την πλύνει και θα αντικαταστήσει με κάτι χειροποίητο το χαμένο καπάκι. Η τσαγιέρα θα γίνει και πάλι όμορφη και άξια θαυμασμού.

Σαφέστατη η αναφορά στο προσφυγικό ζήτημα και στα ασυνόδευτα προσφυγόπουλα. Η Επτακοίλη για μια ακόμα φορά αποδεικνύει τις κοινωνικές ευαισθησίες της.

Η έκδοση θυμίζει ανοιξιάτική γιορτή μέσα στο χειμώνα. Πολύχρωμες και ασυνήθιστες οι εικονογραφικές λύσεις έχουν την υπογραφή : Zafouko Yamamoto.



Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος (έλληνας  που γεννήθηκε στη Χιμάρα, αλλά μεγάλωσε στην Ελλάδα) έχει γράψει  μέχρι τώρα ποιήματα και πεζογραφήματα. Με το βιβλίο «Το δέντρο που είχε μια μπάλα στο κεφάλι» δίνει το παρόν του και στη λογοτεχνία για παιδιά.

Κι εδώ έχουμε ένα πρωτότυπο εύρημα. Το δέντρο που είχε φυτρώσει σε ένα δάσος, όταν τα παιδιά που παίζανε μαζί του εξαφανίζονται, αποφασίζει να πάει εκείνο να τα βρει. Κι έτσι φτάνει στην πόλη…

Η Γκέζος δίνει φωνή σε ένα δέντρο και του προσφέρει τη δυνατότητα να παρουσιάσει -από την πλευρά της Φύσης- την ανάγκη συνύπαρξης ανθρώπων και φυτών.

Απλή γραφή, συνοπτική μα και περιγραφική, συνοδεύεται με εντυπωσιακές εικόνες -χρώματα και σχήματα που εκφράζουν τη δύναμη της Φύσης. Βασίλης Γαλάνης ο εικονογράφος.



****************



Οι Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο είναι γνωστές για την πρωτοποριακή συχνά μορφή που δίνουν στα βιβλία τους.



Τέτοια ασυνήθιστη όσο και καλαίσθητη μορφή έχει και το βιβλίο  «Ο μοναδικός κύριος Μαμαλούξ» της Έρση Νιαώτη.

 
Μια γατο-ιστορία καλείται να διαβάσει ο αναγνώστης. Αλλά πίσω από την περιπέτεια του γάτου Μαμαλούξ που βρέθηκε να φιλοξενείται σε σπίτι όπου ήδη υπήρχαν άλλες τρεις γάτες, εύκολα μπορούμε να διακρίνουμε ευαίσθητες περιγραφές των συνθηκών ζωής των σημερινών νέων ζευγαριών που οι οικονομικές, αλλά και επαγγελματικές συνθήκες τους οδηγούν στο εξωτερικό αφήνοντας πίσω τους πρόσωπα αγαπημένα.

Η Νιαώτη, με θεατρικές σπουδές και εμπειρίες, δίνει μια σουρεαλιστική νότα στην αφήγησή της και παράλληλα εμπλουτίζει το κεντρικό της θέμα με προβληματισμούς πάνω στη φθορά του χρόνου, στο φόβο του γήρατος. Και οδηγεί την ιστορία της σε μια λύση που προέρχεται από την επικράτηση της Αγάπης.

Το βιβλίο κερδίζει πολλά από την εικονογράφηση της Κατερίνας Χαδουλού. Με γεωμετρική διάθεση οι γραμμές και τα χρώματα σχεδιάζουν τους ήρωες της ιστορίες και περιγράφουν τα δρώμενα.

 

Άφησα τελευταίο (στο σημείωμα αυτό) το βιβλίο «Όττο» (κι αυτό από τις Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο) που το έχει γράψει η Άννα Κοντολέων.


Δε συνηθίζω να δημοσιεύω απόψεις μου για έργα δικών μου ανθρώπων, αλλά για το συγκεκριμένο βιβλίο οφείλω να κάνω μια εξαίρεση καθώς θίγει ένα  ιδιαίτερα λεπτό και ευαίσθητο θέμα (αυτό της δωρεάς οργάνων) και για το οποίο νομίζω άλλο βιβλίο δεν έχει ασχοληθεί.

Η αφήγηση κι εδώ έχει το δικό της εύρημα. Η εξιστόρηση της ζωής μιας κοπέλας που μέσα στα χρόνια θα ολοκληρωθεί ως άτομο και γυναίκα σχεδόν ταυτίζεται με την παρουσία στη ζωή της του … μυστηριώδους Όττο. Το τέλος με την απρόσμενη αποκάλυψη, από τη μια ολοκληρώνει τη συναισθηματική φόρτιση και από την άλλη με διακριτικότητα προτείνει μια ανθρωπιστική στάση βοήθειας προς τον συνάνθρωπο.

Η τεχνική με την οποία έχει η ιστορία αυτή και γραφτεί, αλλά και εικονογραφηθεί, κρατά κρυφή μέχρι και την τελευταία σελίδα την έκπληξη.

Ολιγοσέλιδο βιβλίο και μικρού (για εικονογραφημένο) μεγέθους. Παρόλα αυτά, οι εικόνες της Ντανιέλας Σταματιάδη καταφέρνουν να δημιουργήσουν το δικό τους ξετύλιγμα της περιγραφόμενης σχέσης.



****************



Βιβλία εικονογραφημένα. Με ποιότητα γραφής και εικόνας. Βιβλία για παιδιά, αλλά… Πιστέψτε αξίζουν να τα χαρούν και οι μεγάλοι.

Διαβάστε τα!

Πρώτη ανάρτηση:


25.11.19

Η Αμαρτωλή Πόλη σε μια Μεταπτυχιακή Ανάλυση της Πηγής Αντωνιάδου


Ανάλυση της Αμαρτωλής Πόλης του Μάνου Κοντολέων
Εργασία στο πλαίσιο του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Παιδικό Βιβλίο και Παιδαγωγικό     υλικό» του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Συντάκτρια: Πηγή Αντωνιάδου, μεταπτυχιακή φοιτήτρια.
Φεβρουάριος 2019



Βιογραφία Συγγραφέα

     Ο Μάνος Κοντολέων γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από τα παιδικά του χρόνια δημοσίευε κείμενα στη «Διάπλαση των Παίδων». Το 1979 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο και από τότε έχει παράγει πλούσιο συγγραφικό έργο που αποτελείται από όλα τα είδη του πεζού λόγου. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, παραμύθια, θεατρικά έργα, δοκίμια αλλά και σενάρια για τηλεοπτικές σειρές. Έχει γράψει βιβλία για όλες τις ηλικίες καθώς και cross-over μυθιστορήματα. Έχει συνεργαστεί με διάφορα περιοδικά, εφημερίδες και ραδιόφωνο γράφοντας άρθρα και εκπομπές για θέματα σχετικά με τη λογοτεχνία. Έργα του έχουν μεταφερθεί στην τηλεόραση και το θέατρο.
Έχει βραβευθεί αρκετές φορές, το 1997 και το 2009 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας, και έχει προταθεί για τα διεθνή βραβεία Άντερσεν και Λίστρινγκ.

Περίληψη

      Η Στεφανία είναι μια σύγχρονη έφηβη της πόλης. Μεγάλωσε σε μια σχετικά εύπορη οικογένεια. Καθώς όμως η κρίση στην ελληνική πραγματικότητα εμφανίζεται. η Στεφανία βλέπει τον κόσμο γύρω της  να καταρρέει.  Ό, τι είχε ως δεδομένο μέχρι εκείνη τη στιγμή τώρα αλλάζει. Η οικογένεια χρεοκοπεί και ο πατέρας της βυθίζεται στην κατάθλιψη. Η μητέρα της ψάχνοντας τρόπους διαφυγής, δημιουργεί μια νέα σχέση και εγκαταλείπει τον σύζυγό της και την πόλη. Μετά από την φυγή και του Κλεάνθη του πατέρα της, ο οποίος αποφασίζει να ψάξει την τύχη του στο χωριό, η Στεφανία μένει μόνη στην πόλη και είναι αντιμέτωπη με την σκληρή πραγματικότητα της καθημερινής διαβίωσης.
      Τα μόνα της στηρίγματα, ο φίλος της Τονίνο, ένας ομοφυλόφιλος έφηβος που αντιμετωπίζει κι αυτός τα δικά του αδιέξοδα, και το αγόρι της ο Κωνσταντής που στην πορεία θα φύγει από την Ελλάδα της κρίσης για να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό.
      Η Στεφανία ψάχνει λύσεις. Αποτυγχάνει στις πανελλήνιες και δεν μπαίνει στη σχολή που ονειρεύεται. Έτσι, απογοητευμένη από ό, τι έχει δοκιμάσει μέχρι στιγμής και ακολουθώντας το παράδειγμα του Τονίνο, αναγκάζεται να εκπορνευτεί. Αυτή είναι η λύση που θα της προσφέρει την ανεξαρτησία της και μια οικονομική άνεση. Στο χώρο αυτό όμως οι κίνδυνοι καραδοκούν και η Στεφανία αυτό θα το καταλάβει σύντομα. Πέφτει θύμα βιασμού από τον θείο της, ξάδερφο του πατέρα της και αφεντικό του, και στη συνέχεια σωματέμποροι τη ''δοκιμάζουν'' και προσπαθούν να την απαγάγουν. Η Στεφανία καταφέρνει να αποδράσει, ξεφεύγει και επιστρέφει στην αγκαλιά του πατέρα της. Αυτή είναι η ιστορία ενηλικίωσης της Στεφανίας.
     Μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε μια πόλη. Μια πόλη διεφθαρμένη, βρώμικη και επικίνδυνη. Μια πόλη αμαρτωλή.

Κριτικές

     Κατά τον Απόστολο Πάππο (2017) η Αμαρτωλή πόλη δε συνομιλεί απλά με τη «Sin city», comic και ταινία των Frank Miller και Robert Rodriguez, αλλά είναι μια «σύγχρονη κινηματογραφική ταινία στρωμένη σε λέξεις και σελίδες». Οι εικόνες, η κοφτή αφήγηση, η τεχνική της ροής της συνείδησης δημιουργούν κατά τον Πάππο, μια ζωντανή και αυθόρμητη ατμόσφαιρα στον αναγνώστη.

     Η Μαριόν Χωρεάνθη (2016) βλέπει στην Αμαρτωλή πόλη ένα «σύμπαν λαβυρινθωδώς πολυεπίπεδο», όπου εκτός από την κεντρική ιστορία, στην αφήγηση κρύβονται πλήθος αναφορές σε άλλα έργα δημιουργώντας ένα παιχνίδι «κρυμμένου θησαυρού» με τον έμπειρο αναγνώστη.



ΠΛΟΚΗ

       Η Αμαρτωλή πόλη είναι ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα που περιγράφει την τραυματική ιστορία μιας έφηβης και του φίλου της στην σύγχρονη πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης. Το μυθιστόρημα ανήκει στην κατηγορία των cross-over μυθιστορημάτων ή Bildungsroman, δηλαδή μυθιστόρημα ενηλικίωσης που δεν απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο σε μία ηλικία. Ο συγγραφέας χρησιμοποιώντας «σύνθετες αφηγηματικές τεχνικές στα έργα του, τεχνικές του μεταμοντερνισμού» (Παπαδάτος,2014,σελ.49), όπως η διακειμενικότητα και η χρήση διαφορετικών ειδών λόγου, πλάθει μια πολυφωνική κατά τον Bakhtin αφήγηση, που οι εντάσεις και οι συγκρούσεις στον εσωτερικό αλλά και εξωτερικό κόσμο των χαρακτήρων συμβάλλουν στην πλοκή.
    Η αφήγηση είναι κυρίως σε τρίτο πρόσωπο. Ο αφηγητής δεν συμμετέχει στην ιστορία και κρατάει αποστάσεις από τους ήρωές του. Παρόλα αυτά αποσπάσματα σε δεύτερο ή και τρίτο πρόσωπο παρεμβάλλονται στην αφήγηση βάζοντας τον αναγνώστη  να ακούσει κάποιες από τις σκέψεις των χαρακτήρων.

Διακειμενικότητα

     Στην Αμαρτωλή πόλη ο Κοντολέων δε μένει μόνο στην αφήγηση της ιστορίας της Στεφανίας και των άλλων χαρακτήρων. Ταυτόχρονα συνθέτει ένα ψηφιδωτό που αποτελείται από αναφορές σε άλλα έργα της λογοτεχνίας, της λαϊκής παράδοσης, του κινηματογράφου, της μουσικής κ.α. Τα κείμενα έχουν απορροφηθεί και μετασχηματιστεί μέσα στο μυθιστόρημα και λειτουργούν ως πρόκληση για τον αναγνώστη να ανακαλέσει ήδη γνωστά του κείμενα (Κανατσούλη,2018).
     Ήδη από τον τίτλο του βιβλίου μας εισάγει στην ιστορία του, κάνοντας τον παραλληλισμό με τη Sin city του Φρανκ Μίλλερ. Και στα δυο έργα βλέπουμε μια πόλη στην οποία η αμαρτία κυριαρχεί, ανθρώπους που κινούνται στην παρανομία, διεφθαρμένους, βίαιους, χωρίς ηθικές αξίες, μια κοινωνία σε βαθιά κρίση.
      Το μυθιστόρημα ξεκινάει με τη Στεφανία, το κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά, να τρέχει. Όπως η Λόλα με τα κόκκινα μαλλιά, που τρέχει στους δρόμους Βερολίνου, του Tom Tykwer στην ταινία Lola rennt. Μια σκηνή που θέλησε ο συγγραφέας να εντάξει στο μυθιστόρημα για να μεταφέρει την ένταση της ταχύτητας και της πόλης (Κοντολέων,Μ.,2019,10 Ιανουαρίου, προσωπική συνέντευξη).
      Οι αναφορές συνεχίζονται με τους χαρακτήρες της ιστορίας και κυρίως την κεντρική ηρωϊδα, τη Στεφανία. Μια ηρωίδα εμπνευσμένη από την ηρωίδα του Damian Kozole στην ταινία Slovenka όπου αντίστοιχα η νεαρή φοιτήτρια μέσα στην οικονομική κρίση της χώρας της παίρνει το δρόμο της εκπόρνευσης (Κοντολέων,Μ.,2019,10 Ιανουαρίου, προσωπική συνέντευξη).
     Όμως και το όνομα της ηρωίδας μας θυμίζει τη Στεφανία στο αναμορφωτήριο της Νέλλης Θεοδώρου(Πάππος,2017)  που έγινε ταινία από τον Δαλιανίδη.
Η Στεφανία της Θεοδώρου, είναι μια όμορφη νέα που μεγαλώνει με τη μητέρα της και τον πατριό της, με τον οποίο αποκτά την πρώτη ερωτική της εμπειρία. Από τότε η Στεφανία παίρνει τον άσχημο δρόμο και εκμεταλλεύεται την ομορφιά της για να αποκτήσει μια πλούσια ζωή, όταν την πιάνει η αστυνομία και η ίδια οδηγείται στο αναμορφωτήριο.
      Όμως και ο Τονίνο ταυτίζεται με τη Στεφανία της Θεοδώρου, καθώς και αυτός αναπτύσσει ένα είδος ερωτικής σχέσης με τον πατριό του, έστω και πλατωνικά καθώς δεν θίγεται η ερωτική πράξη μεταξύ τους, παρά μόνο μια υπόνοιά της, ο οποίος και τον εκμεταλλεύεται και τον οδηγεί στην εκπόρνευση.
      Σύμφωνα με τον ίδιο το συγγραφέα, κατά την διαδικασία της εξέλιξης της πλοκής, έρχεται η στιγμή που τα πρόσωπα από μόνα τους απλώς συστήνονται. Υποστηρίζει πως δεν υπάρχει άμεση σχέση με τη Στεφανία της Θεοδώρου, όμως το γεγονός αυτό δεν αποκλείει και μια ασυνείδητη εικόνα της ηρωίδας του να ταυτίζεται με την Στεφανία της ταινίας (Κοντολέων, Μ. ,2019, 10 Ιανουαρίου. Προσωπική συνέντευξη).
      Η Στεφανία ακολουθεί το ταξίδι που ακολουθούν πολλοί ήρωες της παιδικής λογοτεχνίας όπως στο θαυμαστό ταξίδι του Νίλς Χόλγκερσον, στην Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, ή στο Δομήνικος του ίδιου συγγραφέα, αλλά και άλλοι πολλοί. Η Nikolajeva χαρακτηρίζει αυτήν την λογοτεχνία ως ταξίδι (Παπαντωνάκης, 144, 2009) και η ψυχαναλυτική θεωρία την αντιμετωπίζει ως «αντικατοπτρισμό και προβολή του εσωτερικού του ατόμου»(Παπαντωνάκης,2009,σ.145). Βάσει της ψυχαναλυτικής προσέγγισης που δομήθηκε από τη θεωρία του Carl Jung, η λογοτεχνία αυτή απεικονίζει τη διαδικασία της εξατομίκευσης, δηλαδή το αρχετυπικό εσωτερικό ταξίδι του ατόμου προς την ολοκλήρωσή του και την ενοποίηση του εγώ του.
      Η Στεφανία διαγράφει μια παράλληλη πορεία με το μικρό κορίτσι του Σαρλ Περώ. Μπορεί να είναι μία ακόμα Κοκκινοσκουφίτσα. Τα κόκκινα μαλλιά της και η ιστορία της μας τη φέρνουν στο μυαλό. Αυτή τη φορά είναι μια σύγχρονη Κοκκινοσκουφίτσα. Το δάσος της είναι η αμαρτωλή αυτή πόλη.
Η Κοκκινοσκουφίτσα παρακούει τις συμβουλές της μαμάς της, βγαίνει από το μονοπάτι και συναντάει τον κακό λύκο. Έτσι κι η Στεφανία παρακούει τη συμβουλή του Τονίνο, ο οποίος προσφέρεται ως προστατευτική φιγούρα αντικαθιστώντας την οικογένεια της Στεφανίας, παραπλανάται από την κ. Βέρα – μια από τις πολλές μορφές του λύκου - και τα τρία κορίτσια της, βγαίνει από το «μονοπάτι», διαλέγει να μπει μέσα στο «επικίνδυνο δάσος» - εδώ η πόλη – και να ακολουθήσει τον άγνωστο δρόμο προς την ανακάλυψη του εαυτού της και την ενηλικίωση.
     Επιστρέφοντας στην έννοια της πόλης ως διακείμενο όπως αναφέρθηκε παραπάνω στην περίπτωση των Sin city και Lola rennt, χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση της απόδοσης του αστικού τοπίου στον Μεγάλο περίπατο του Πέτρου. Παρουσιάζοντας κοινά στοιχεία, όπως για παράδειγμα τα συνθήματα στους τοίχους, το σκηνικό της πόλης στα δυο μυθιστορήματα μπορεί να συμβολίζει τον ψυχικό κόσμο των ηρώων και  αποτελεί το χώρο του ταξιδιού της ενηλικίωσης των δυο ηρώων.
     Μια πόλη που αντικατοπτρίζει τους κατοίκους της. Τα πάντα καταρρέουν και η πόλη, με την έννοια της Πολιτείας είναι ανίκανη να προστατεύσει τους ανθρώπους της.    Μια αμαρτωλή πόλη σε αντιδιαστολή με την Πολιτεία  του Πλάτωνα. Κατά τον συγγραφέα: «Έχουν ευθύνη οι πολίτες, αλλά η πρώτη ευθύνη είναι στην πολιτεία» (Κοντολέων, Μ. ,2019, 10 Ιανουαρίου. Προσωπική συνέντευξη).
  
     Οι  3 κοπέλες της κας Βέρας, η Τάνια, η Ταμίλα και η Ταμάρα και ο κόσμος τους, γεμάτος χρώματα και αρώματα γοητεύουν τη Στεφανία. Τα 3 «Ταφ» της επιτυχίας του Οδυσσέα Ελύτη, η Τέχνη, η Τύχη και η Τόλμη, όμως εδώ είναι μόνο παραπλανητικά. Μια διαστρεβλωμένη εικόνα της επιτυχίας, αλλά τι από αυτά που ζει η Στεφανία, ένα 18 χρονο κορίτσι που είδε έτσι την ζωή της να αλλάζει δεν είναι στρεβλό;
   Αλλά μπορεί ακόμα οι 3 κοπέλες να είναι και οι 3 Μοίρες που καθορίζουν τη ζωή της Στεφανίας. Άλλωστε αυτό το όνομα, «Μοίρα» θα διαλέξει και η ίδια για τον εαυτό της όταν αποφασίζει να εκπορνευθεί για να καταφέρει να επιβιώσει και να πραγματοποιήσει το όνειρό της να σπουδάσει.   

    Η Αμαρτωλή πόλη είναι ένα μυθιστόρημα, κατά τον Bakhtin πολυφωνικό. Εκτός από τους διαλόγους των βασικών χαρακτήρων, Στεφανία, Τονίνο, Κλεάνθη, Χρύσα, ακούμε επίσης τις σκέψεις τους οι οποίες αποδίδονται με πλάγια γράμματα στη ροή της αφήγησης. Ακόμα μέσω της ανάμνησης της Στεφανίας ακούμε τους στίχους του Χατζιδάκι που τραγουδά η γιαγιά της: «πέτρα που κύλησε μην τηνε κρατήσεις, το ριζικό της είν΄ κακό και θα μετανοήσεις». Το «Σαμποτάζ» της Μαριανίνας Κριεζή επανέρχεται στην αφήγηση από τον Τονίνο ο οποίος ταυτίζεται και αυτοαποκαλείται «Σαμποτάζ». Οι ειδήσεις στην τηλεόραση, τα συνθήματα από διαδηλωτές. Τα γραμμένα σε τοίχους γκραφίτι: «Ξυπνήστε αυτούς που κοιμούνται όχι αυτούς που ονειρεύονται», «να επιδιώξουμε το αδύνατο πριν είναι αδιανόητο», «είσαι όμορφη σαν τράπεζα που καίγεται», «ξύπνα ήρθε η ώρα να ταΐσεις τις τράπεζες», «δόξα τα λεφτά έχουμε Θεό». Ακόμα πλήθος άλλων τραγουδιών όπως το γαλλικό, ιδιαίτερα συναισθηματικό  «Ne me quite pas» και η «Πορνογραφία» ξανά του Χατζιδάκι. Αποσπάσματα από βιβλία όπως Το χρυσόψαρο μέσω της ανάγνωσης της Στεφανίας που μας μεταφέρουν τα συναισθήματα της ηρωίδας και την ταύτισή της με το μυθιστόρημα. Ποιήματα όπως η απαγγελία αποσπασμάτων του Κώστα Στεργιόπουλου από τον επιβάτη του μετρό.
     Κατά τον Bakhtin αυτή η πολυφωνία αναδεικνύει την πάλη ανάμεσα σε ηθικές αξίες, ή ανάμεσα σε κοινωνικές ή εθνικές ομάδες (Κανατσούλη, 2000, σελ.35)
Για τον συγγραφέα η χρήση των διακειμενικών αυτών στοιχείων εξυπηρετεί πολλούς σκοπούς. Καταρχήν θεωρεί πως είναι ενδεικτικά για την περιγραφή των χαρακτήρων. Γι’ αυτόν είναι γεγονότα που χαρακτηρίζουν τον χαρακτήρα που δομεί, π.χ. το γεγονός ότι «η ηρωίδα, διαβάζει αλλά και τι διαβάζει» (Κοντολέων, Μ. ,2019, 10 Ιανουαρίου. Προσωπική συνέντευξη). Χωρίς να αναλύσει την προσωπικότητα της Στεφανίας δίνει στοιχεία που στηρίζουν τη δόμηση του χαρακτήρα της (Κοντολέων, Μ. ,2019, 10 Ιανουαρίου. Προσωπική συνέντευξη).
    Όμως μια άλλη πτυχή της χρήσης αυτών των στοιχείων είναι η επικοινωνία που δημιουργούν τα κείμενα μεταξύ τους και η ζωντάνια που δημιουργείται από αυτήν την επικοινωνία. Όπως ο ίδιος συγγραφέας λέει: «Μου αρέσει να επικοινωνούν τα κείμενα μεταξύ τους, όπως επικοινωνούν οι άνθρωποι. Και οι άνθρωποι δεν επικοινωνούμε μόνο με τα λόγια τα δικά μας αλλά και με λόγια άλλων ανθρώπων, τραγουδάμε μαζί ένα τραγούδι, χορεύουμε μαζί ένα τραγούδι, βλέπουμε ταινίες μαζί. Υπάρχει αυτό το στοιχείο μέσα στο μυθιστόρημα για να το κάνει πιο ζωντανό, πιο ολοκληρωμένο» (Κοντολέων, Μ. ,2019, 10 Ιανουαρίου. Προσωπική συνέντευξη).


Νοηματικά κενά

     Η Αμαρτωλή πόλη είναι ένα μυθιστόρημα με σκληρή θεματολογία. Με ζητήματα ταμπού. Ο συγγραφέας θίγει αυτά ζητήματα με τρόπο ώστε η αφήγηση να συμπληρώνεται στο μυαλό του αναγνώστη. Ο αναγνώστης μπορεί να καταλάβει τι γίνεται χωρίς να το διαβάζει. Κάτι που υποψιάζεται στη συνέχεια κάποιες φορές θα επιβεβαιωθεί από τις συνέπειες των πράξεων αυτών που ο αναγνώστης συμπλήρωσε μέσα στο μυαλό του. Για παράδειγμα, πώς ο Τονίνο βρίσκει χρήματα; Ακόμα και όταν η Στεφανία τον πιέζει να της πει η αφήγηση σε αυτό το σημείο διακόπτεται.  
Η κακοποίηση του Τονίνο, μας παρουσιάζεται μόνο μέσα από την κατάρρευσή του και τα σημάδια στο σώμα του. Οι ερωτικές σκηνές της Στεφανίας με τον Κωνσταντή ή με τους πελάτες της, ο βιασμός από τον θείο της δεν περιγράφονται αλλά και πάλι η αφήγηση διακόπτεται και συνεχίζεται μετά τα γεγονότα.
     Άλλες πληροφορίες παραλείπονται και αναφέρονται αργότερα χωρίς να αναλυθούν, απλώς καταδεικνύοντας την πραγματοποίησή τους. Για παράδειγμα η φοίτηση της Στεφανίας σε ένα ιδιωτικό ίδρυμα αναφέρεται μόνο μία φορά ενώ προηγουμένως οι πληροφορίες που έχουμε μας δείχνουν ότι η Στεφανία δεν έχει την οικονομική δυνατότητα για να το κάνει αυτό. Συνεπώς ο αναγνώστης κατανοεί πλέον ότι οι επιλογές της Στεφανίας τις έχουν εξασφαλίσει την οικονομική άνεση που ήθελε.
    Ο συγγραφέας, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, ακολουθεί μια ελλειπτική κινηματογραφική αφήγηση. Παραλείποντας γεγονότα που ίσως δεν κρίνονται απαραίτητα, επιλέγει τις σκηνές οι οποίες αν φωτιστούν σωστά και βαθιά παρουσιάζουν το τι έχει συμβεί (Κοντολέων, Μ. ,2019, 10 Ιανουαρίου. Προσωπική συνέντευξη).
    Συνεπώς στο μυθιστόρημα συναντάμε κενά που ανήκουν και στα τρία είδη νοηματικών κενών της Nikolajeva, είτε μεμονωμένα σε ένα είδος είτε σε παραπάνω από ένα ταυτόχρονα. Δηλαδή, έχουμε κενά του πρώτου είδους, όπου ο αναγνώστης συμπληρώνει με βάσει τις εμπειρίες του και για λόγους αποφυγής άβολων σκηνών που δεν υπάρχει λόγος να αποπροσανατολίσουν τον αναγνώστη από το κεντρικό θέμα, αλλά και για λόγους συντομίας.
     Έχουμε επίσης νοηματικά κενά του δεύτερου τύπου όπου ο συγγραφέας απευθυνόμενος στον πραγματικό αναγνώστη αναφέρεται στις νοητικές του ικανότητες και προσδοκεί από αυτόν να τα συμπληρώσει με στόχο να τον δραστηριοποιήσει και «να τον κάνει μέτοχο της αποκωδικοποίησης του κειμένου και συμμέτοχο στην κατασκευή του νοήματος» (Παπαντωνάκης,2011,σελ.53).
    Τέλος συναντάμε νοηματικά κενά που ανήκουν και στην τρίτη κατηγορία, την λεγόμενη «δημιουργική» ή «φαντασιακή» όπου τα κενά «διεγείρουν τη φαντασία του αναγνώστη και ευνοούν μια δημιουργική εμπλοκή του με το κείμενο»(Παπαντωνάκης,2011,σελ.53). Άλλωστε, όπως δηλώνει και ο ίδιος ο συγγραφέας, επιθυμεί έναν αναγνώστη που «να συμμετέχει στα γεγονότα και  ταυτίζεται» (Κοντολέων, Μ. ,2019, 10 Ιανουαρίου. Προσωπική συνέντευξη). Έναν αναγνώστη που να ερμηνεύει το κείμενο με το δικό του τρόπο.


Επίπεδα ρεαλισμού

     Η Αμαρτωλή πόλη είναι ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα, μια ιστορία τοποθετημένη μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα, που σύμφωνα με το θέμα του μπορούμε να το κατατάξουμε στον κεντρικό κύκλο «που επικρατούν άμεσα προσωπικά προβλήματα του έφηβου που συνδέονται με το οικογενειακό και το σχολικό περιβάλλον (ιδιαίτερα με τον σχολικό εκφοβισμό), με τους συνομήλικους και κυρίως τις διαφυλικές σχέσεις, το εργασιακό ζήτημα, τις σπουδές, τις αγωνίες του και τα όνειρα για το μέλλον του»(Παπαδάτος,2014,σελ.42).
     Στην Αμαρτωλή πόλη θίγονται ζητήματα όπως οι σχέσεις μεταξύ των νέων. Για παράδειγμα οι σχέσεις μεταξύ της  Στεφανίας και του Κωνσταντή, όπου η Στεφανία νιώθει εγκαταλειμμένη και προδομένη από τον σύντροφό της. Νιώθει επίσης μοναξιά και ανασφάλεια. Αυτού του είδους ο ρεαλισμός ονομάζεται και προσωπικός ρεαλισμός (Παπαδάτος,2014).    
     Έντονα επίσης στο μυθιστόρημα θίγονται και ζητήματα κοινωνικής,  οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Η Στεφανία και ο Τονίνο ως αδικημένα μέλη μιας κοινωνίας, γίνονται αποδέκτες της βίας, έρχονται αντιμέτωποι με τον σεξισμό της κοινωνίας και αγωνίζονται μόνοι τους. Η Στεφανία καλείται να συμμετάσχει σε συλλογικές διαμαρτυρίες ενάντια στο καθεστώς στην προσπάθειά της να ξεσπάσει την οργή της και να διεκδικήσει ένα καλύτερο μέλλον. Ο ρεαλισμός αυτού του τύπου αποκαλείται συλλογικός ρεαλισμός (Παπαδάτος,2014).
      
ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ
  
      Η ηρωίδα του μυθιστορήματος είναι η Στεφανία. Τουλάχιστον στο αρχικό μέρος του έργου εκείνη είναι που πρωταγωνιστεί. Στην πορεία όμως ένας πολύ δυναμικός χαρακτήρας κάνει την εμφάνισή του και μένει στην ιστορία ως το τέλος ακολουθώντας μια κοινή πορεία με την πρωταγωνίστρια σε σημείο να διεκδικεί ίση αντιμετώπιση στην θέση του ήρωα από τον αναγνώστη. Η Στεφανία και ο Τονίνο λοιπόν είναι οι δυο ήρωες που αντιμετωπίζοντας παρόμοια αδιέξοδα βαδίζουν ο ένας δίπλα στον άλλο στο ταξίδι της ενηλικίωσής τους.
    Αρχικά η Στεφανία. Ένας χαρακτήρας σφαιρικός σύμφωνα με τον Forster (Παπαντωνάκης,2011). Μια ρεαλιστική εκδοχή μιας σημερινής έφηβης. Η προσωπικότητα της ξεδιπλώνεται κατά τη διάρκεια της εξέλιξης της ιστορίας. Στην αρχή του μυθιστορήματος γύρω στα 17, στο τέλος γύρω στα 20. Ένα κορίτσι σαν όλα τα κορίτσια της σύγχρονης κοινωνίας και συγκεκριμένα της μεγαλούπολης. Που αναζητάει την τρυφερότητα, πληγώνεται από φίλους, προδίδεται από τον σύντροφό της και την οικογένειά της. Προδίδεται εν τέλει από την πολιτεία που δεν είναι σε θέση να την προστατεύσει  και να της παραχωρήσει τη θέση που της ανήκει. Απροστάτευτη έρχεται αντιμέτωπη με τους κινδύνους και πέφτει θύμα της αμαρτωλής πόλης.
     Η Στεφανία δεν έχει ευκαιρίες. Ζει σε μια πόλη χτυπημένη από την οικονομική κρίση που ξεγυμνώνει την κοινωνία από τις οποιεσδήποτε αναστολές της. Η ηθική κατάπτωση δεν αφήνει περιθώρια στους αδύναμους. Είτε θα γίνουν θύτες είτε θύματα. Κατά τον συγγραφέα: «Ζούμε σε μια εποχή που όλος αυτός ο δυτικός πολιτισμός κλονίζεται και μάλλον καταστρέφεται. Άρα είναι μια πολιτεία που προδίδει τα παρελθόν της» (Κοντολέων, Μ. ,2019, 10 Ιανουαρίου. Προσωπική συνέντευξη).
     Το μόνο που της μένει είναι να εκμεταλλευτεί τη γυναικεία της φύση. Σύμφωνα με τον συγγραφέα: «Γιατί αυτό πουλάει» . Η εξέλιξη της πλοκής υποβάλλει τη Στεφανία στη μεταβολή της (Παπαντωνάκης,2011). Γίνεται η «Μοίρα». Βιάζεται, εκβιάζεται και πέφτει θύμα απαγωγής κακοποιών στοιχείων που θέλουν να την εκμεταλλευτούν.
    Η ιστορία του Τονίνο παρόμοια. Μια φιγούρα αντιδραστική, επαναστατική. Ομοφυλόφιλος που επέλεξε να διεκδικήσει τη θέση του σε μια κοινωνία που δεν αφήνει περιθώρια διαφορετικότητας, πηγαίνοντας κόντρα στα στερεότυπα, προδομένος επίσης από την πολιτεία. Καταφεύγει και αυτός στο να εκμεταλλευτεί τη δική του ιδιαίτερη γυναικεία φύση για να επιβιώσει. Όπως και η Στεφανία δε ζητά μόνο την επιβίωση αλλά διεκδικεί τη θέση του στην κοινωνία.
     Οι δύο ήρωες συμβαδίζουν ο καθένας στο δικό του παρόμοιο ταξίδι  προς την ενηλικίωση. Η αφήγηση ακολουθεί τα τρία στάδια της εξατομίκευσης. Στο πρώτο στάδιο, της αναχώρησης, ή αλλιώς το στάδιο του ασυνείδητου, ο ήρωας βρίσκεται σε μια κατάσταση αθωότητας και ευτυχίας. Στην Αμαρτωλή πόλη, το πρώτο στάδιο αυτό υφίσταται ίσως μόνο ως ανάμνηση για τη Στεφανία καθώς η ιστορία ξεκινά από το σημείο ακριβώς που η ηρωίδα θα αναλάβει την επικίνδυνη αποστολή της επιβίωσής της στην πόλη. Στο δεύτερο στάδιο, της μεταμόρφωσης ή αλλιώς συνείδησης η ηρωίδα  πραγματοποιεί το δύσκολο αυτό ταξίδι στο οποίο αποκτά τις γνώσεις που θα την οδηγήσουν στο τρίτο στάδιο της επιστροφής ή αλλιώς ολοκλήρωσης της συνείδησης. Η ηρωίδα κατέχοντας πια τη γνώση φτάνει στην εξατομίκευση και επιστρέφει στην πατρική εστία. Εδώ με την έννοια της πατρικής προστασίας καθώς στο τέλος του μυθιστορήματος η Στεφανία πέφτει στην αγκαλιά του πατέρα της.
      Το ταξίδι αυτό της ενηλικίωσης είναι χαρακτηριστικό άλλωστε του είδους μυθιστορήματος Bildungsroman, στο οποίο ανήκει η «Αμαρτωλή πόλη».

Συγκρούσεις

     Κατά την R. Lukens η πλοκή του μυθιστορήματος δεν εμπεριέχει μόνο την εξέλιξη των γεγονότων αλλά και τις συγκρούσεις. Οι συγκρούσεις προσδίδουν ένταση και ενδιαφέρον στο έργο (Lukens,1995) και κατά τον Παπαντωνάκη «αποτελούν ίσως το βασικότερο στοιχείο πλοκής»(Παπαντωνάκης,2011,σελ.170).
    Σύγκρουση μπορεί να είναι η διαμάχη του ήρωα είτε με τον εαυτό του, είτε με κάποιον αντίπαλο, είτε με την κοινωνία ή και τη φύση. Στην «Αμαρτωλή πόλη» συντελούνται όλες αυτές οι συγκρούσεις.
     Η σύγκρουση του ήρωα με τον εαυτό του είναι μια εσωτερική σύγκρουση όταν ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος συνήθως με ένα δίλημμα. Η Στεφανία αντιμετωπίζει ένα σημαντικό δίλημμα όταν σκέφτεται αν θα ακολουθήσει το δρόμο της «Μοίρας» ή όχι.
     Οι συγκρούσεις με άλλους χαρακτήρες είναι οι διαμάχες ανάμεσα σε δύο πλευρές που η κάθε μία αντιπροσωπεύει μια ξεχωριστή δύναμη (Lukens,1995), ηθική ή ιδεολογική (Παπαντωνάκης,2011). Η Στεφανία αντιμετωπίζει πολλές συγκρούσεις αυτού του είδους. Ενδεικτικά η σύγκρουση με την μητέρα της, με τον θείο της και βιαστή της και ακόμα και με τον Κωνσταντή ιδεολογικά. Αντίθετη με την ιδεολογία που εκφράζουν επιλέγει κάτι διαφορετικό.
    Τελικά η Στεφανία είναι σε σύγκρουση με την κοινωνία  την ίδια και το κατεστημένο και εκφράζει την οργή της συμμετέχοντας στις διαδηλώσεις. Η Στεφανία εκπροσωπεί μια ιδεολογία διαφορετική από αυτήν που υποστηρίζει και προασπίζει η Αμαρτωλή Πόλη.
     Όμως η ηρωίδα είναι σχεδόν ανήμπορη να αντιδράσει στη σύγκρουση με τη φύση και τις καιρικές συνθήκες. Έτσι βλέπουμε τη Στεφανία σε ένα κρύο σπίτι που τα καλοριφέρ δε δουλεύουν. Και αυτό το στοιχείο όμως μαζί με όλα τα άλλα είναι που συνηγορεί στην απόφαση της Στεφανίας να μετατραπεί σε «Μοίρα».
    Όλες αυτές οι συγκρούσεις κορυφώνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη και είναι απαραίτητες για την εξέλιξη της πλοκής.

ΣΚΗΝΙΚΟ
 
   Ως σκηνικό στη λογοτεχνία νοείται ο χώρος και ο χρόνος που διαδραματίζεται η ιστορία(Παπαντωνάκης,2011). Στην Αμαρτωλή Πόλη το σκηνικό είναι η πόλη την εποχή της οικονομικής κρίσης. Το σκηνικό και κυρίως το αστικό περιβάλλον έχει ρόλο πρωταγωνιστικό σχεδόν όσο η ίδια η ηρωίδα. Έχει ενεργό ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων και στην κατανόησή τους από τους αναγνώστες.
   
Χώρος

   Κατά τον Παπαντωνάκη ο αστικός χώρος αποτελεί σύμβολο των κινδύνων μια μεγαλούπολης: «στην πόλη καθώς εξελίσσεται ο πολιτισμός και η κοινωνική παθογένεια βρίσκει πρόσφορο έδαφος, ο χώρος εμπεριέχει άγχος και απειλή» (Παπαντωνάκης,2011,σ.23). Αυτό γίνεται έκδηλο ήδη από την αρχή του μυθιστορήματος στη σκηνή της απόδρασης της Στεφανίας:

         Τώρα ένα της μένει να κάνει.
         Να τρέχει ανάμεσα στα σταματημένα αυτοκίνητα.
         Και τρέχει η Στεφανία τρέχει […]
         Τρέχει προς το πεζοδρόμιο και την ακούει – ή ιδεά της ήταν;- τη φωνή
         που διέταζε: «Μαλάκα! Πιάσ’ την!» […]
         Άγνωστη η γειτονιά που χει βρεθεί. Γκρίζα, υγρή.
         Λίγα μαγαζιά… Όπως τα περισσότερα στην πόλη κλειστά.

     Το παραπάνω απόσπασμα είναι ενδεικτικό και ως προς τον τρόπο αναπαράστασης του χώρου. Σύμφωνα με την θεωρία της Mieke Bal η αναπαράσταση του χώρου γίνεται με άμεσο τρόπο (Παπαντωνάκης,2011). Και πιο συγκεκριμένα ο χώρος αποκαλύπτεται σταδιακά στον αναγνώστη σε συνάρτηση με την εξέλιξη της ιστορίας.
  
    Το πόσο σημαντική είναι η έννοια της πόλης είναι φανερό και στον τίτλο του μυθιστορήματος. Η πόλη δηλώνεται άλλωστε από τον τίτλο ξεκάθαρα, τοποθετώντας τον αναγνώστη στον χώρο που εξελίσσεται η ιστορία και κατευθύνοντας τον ως προς την σημασία του στην πλοκή (Παπαντωνάκης,2011).
     Οι χώροι που λαμβάνουν τόπο τα γεγονότα εναλλάσσονται συνεχώς. Η αφήγηση ακολουθεί τη δομή μιας σύγχρονης κινηματογραφικής ταινίας που μας μεταφέρει από τη μια σκηνή στην άλλη. Το σπίτι της Στεφανίας, το καφενείο ή το δωμάτιο του Κλεάνθη. το σπίτι του Τονίνο, εξωτερικοί χώροι, η πόλη, μέσα σε μετρό, καφέ, ταξί, αυτοκίνητα. Η Στεφανία κινείται συνεχώς μέσα στην πόλη. Για τον Παπαντωνάκη η μετακίνηση είναι στοιχείο που εντείνει τη δράση των χαρακτήρων στον χώρο (Παπαντωνάκης,2011).

Αστικός χώρος

    Τα κοινωνικά γεγονότα της εποχής έχουν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής. Η οικονομική κρίση αντικατοπτρίζεται σε όλες τις εκφάνσεις της πόλης, όπως καταδείχθηκε παραπάνω. Έτσι, καθώς οι άνθρωποι αναπτύσσουν δίκτυα αλληλεγγύης  ο χώρος αντιπροσωπεύει τη σκληρή εξουσία και μεταμορφώνεται σε ένα πεδίο αγώνα και διεκδίκησης των πολιτών.
     Η σκηνή της Στεφανίας στη διαδήλωση τίθεται σε αντιπαράθεση με τη σκηνή αποχώρησης του Κωνσταντή, σε έναν άλλο χώρο. Το σημείο αυτό του κειμένου είναι από τα πιο αποκαλυπτικά του μυθιστορήματος:
   
          Το πένθος που δεν εκτονώθηκε από τον θρήνο μπορεί να γίνει θυμός. Οργή.
          Οργή έτσι κι αλλιώς δικαιολογημένη.
          Έχει κάθε λόγο να είναι οργισμένη η Στεφανία.
          Κι έτσι την ώρα που ο Κωνσταντής αφήνει στον ιμάντα παραλαβής αποσκευών
          του αεροδρομίου τη βαλίτσα του και αγκαλιάζει τους γονείς του αποχαιρετώντας
          τους, η Στεφανία στριμώχνεται ανάμεσα σε άλλους διαδηλωτές, κάτω από ένα
          πανό –μαύρο ύφασμα και κόκκινα γράμματα-, πάει και στέκεται και υψώνει τη
          γροθιά και ουρλιάζει το σύνθημα.[…]
          Η Στεφανία δεν ξέρει προς τα πού πρέπει να κατευθυνθεί.
          Τα μάτια της τσούζουν.
          «Δακρυγόνα!»
          Και σε λίγο αποχρώσεις από φλόγες πάνω από τις ταράτσες.
          Φωτιά ρε σεις.. Καίγονται άνθρωποι!»
          Η Στεφανία μαζί με την οργή έχει κι άλλον να την ακολουθεί.
          Φόβος.
          Κάποιος την τραβά από το μπράτσο.[…]
          Μέσα στο μισοσκόταδο μιας κόχης στην είσοδο στοάς.[…]   
          Μα κάποια στιγμή- ναι μόνη έχει βρεθεί. Σε απόμερο μέρος.[…]
          Πνίγεται από τη μοναξιά. Σηκώνει το κεφάλι, σηκώνει το βλέμμα.
          Το πρόσωπό της το βρέχει ένα σιγανό ψιχάλισμα.
          Πάνω από τις οροφές, ψηλά κι ολοένα ψηλότερα κατευθύνεται το
          αεροπλάνο. Η Στεφανία ακουμπά το στόμα σε τοίχο μουχλιασμένο
          από κάπνα και βροχόνερο.
          Γεύση αηδιαστική.
          Προδότη έρωτα!
   
Η Στεφανία βρίσκεται σε έναν χώρο που έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Οι πολίτες στρέφονται ενάντια στη δόμηση της πόλης που συμβολίζει την εξουσία. Είναι μόνη, απροστάτευτη. Νιώθει μοναξιά και φόβο. Η πόλη γύρω της επικίνδυνη, τρομακτική.
Απ’ την άλλη ο Κωνσταντής στο αεροδρόμιο. Χώρος που συμβολίζει την αποχώρηση. Για τη Στεφανία  μια αποχώρηση προδοσία. Ο Κωνσταντής σε ένα προστατευμένο περιβάλλον. Στην αγκαλιά των γονιών του.  Στη συνέχεια η αντιπαράθεση εντείνεται. Η Στεφανία κοιτάζει το αεροπλάνο που φεύγει και έχει στο στόμα της τη γεύση της προδοσίας.

Χρόνος

    Ο χρόνος χρησιμοποιείται κυρίως ως μέσο σύγκρισης μεταξύ μιας πρότερης κατάστασης και της τωρινής. Πώς ήταν πριν η πόλη, και πώς τώρα. Πώς ζούσε πριν η οικογένεια της Στεφανίας και πώς τώρα. Και πώς ήταν στο παρελθόν η ίδια η ηρωίδα και πώς στο παρόν:

         Τώρα η Στεφανία δεν μπορεί να αναγνωρίσει σε ποιο σημείο του 
         καθιστικού ήταν κρεμασμένος ο πίνακας με την υπογραφή του
         παππού της. Τον έχουν αντικαταστήσει έργα μιας άλλης λογικής
         κι άλλης τεχνοτροπίας – γεωμετρικά σχήματα σε χρώματα έντονα,
         καλλιτεχνικές φωτογραφίες των γυναικών που έχουν εγκατασταθεί
         εκεί όπου περπατούσε η Σόνια και τσούλαγε τα αυτοκιητάκια του
         ο Βάσος.

  
Το σκηνικό

    Οι μελετητές της παιδικής λογοτεχνίας διακρίνουν το σκηνικό σε ολοκληρωμένο και μη ολοκληρωμένο. Η περίπτωση της Αμαρτωλής πόλης θα μπορούσαμε να πούμε ότι μπορεί να ενταχθεί στην πρώτη κατηγορία του ολοκληρωμένου σκηνικού. Δηλαδή σε μια περιγραφικά πλήρης αναπαράσταση του χώρου καθώς αποδεικνύεται πως αυτός είναι «οργανικά δεμένος με την εξέλιξη της ιστορίας και τη δράση των ηρώων»(Παπαντωνάκης,2011,σ.47).
    Το σκηνικό νοείται ως ολοκληρωμένο όταν καταρχήν ο τόπος δράσης περιγράφεται με λεπτομέρειες. Η περιγραφή του χώρου με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συμβάλλει στην μετάδοση ορισμένων συνθηκών, όπως το πολιτισμικό πλαίσιο, την οικονομική κατάσταση αλλά και την ιδεολογία. Η περιγραφή του σπιτιού της Στεφανίας είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:
      
         Στη μεγάλη κουζίνα με το μεγάλο τραπέζι στο κέντρο της και όλες τις πιο
         σύγχρονες συσκευές πάνω στους πάγκους.     
         Κάποτε όλα μέσα στην κουζίνα λάμπανε-ψυγείο, ηλεκτρική κουζίνα, πάγκοι..
         Πλέον όλα μουντά. Κάποια είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν. Κάποια είχαν
         πάρει να ξεφλουδίζουν.   σελ.264

Τα αντικείμενα είναι μεγάλα, σύγχρονα και λαμπερά. Συμβολισμοί μιας καταναλωτικής κοινωνίας που τώρα πλέον έχουν ξεφτίσει λόγω των οικονομικών δυσχερειών της οικογένειας.
    Δεύτερον, το σκηνικό ορίζεται ως ολοκληρωμένο όταν οι χαρακτήρες εμφανίζονται σε αρμονία με το χώρο μέσα στον οποίο δρουν. Στο σπίτι της κυρίας Βέρας η Στεφανία και ο Τονίνο μαγεύονται από το περιβάλλον που έχει δημιουργηθεί και αφήνονται σε αυτό:

          Η Στεφανία αφήνεται στις αφές που την ταξιδεύουν - στο τριζάτο του ταφτά
         στο μαλακό του βελούδου, στο γλιστερό του μεταξιού, στο αθώο της δαντέλας.
         Ο Τονίνο δοκιμάζει καπέλα με φτερά – γίνεται ξωτικό πουλί που φεύγει πάνω
         από την πόλη.   σελ. 265

    Τέλος στο ολοκληρωμένο σκηνικό ο χρόνος πραγματοποίησης των γεγονότων προσδιορίζεται ακριβέστερα. Στην «Αμαρτωλή πόλη» ο αναγνώστης είναι σε θέση να γνωρίζει εξαρχής το πότε έλαβαν χώρα τα γεγονότα καθώς οι τίτλοι των κεφαλαίων του βιβλίου δηλώνουν αυτό ακριβώς σε σύγκριση με το τώρα:

          1. Σήμερα… Τώρα
          2. Πριν… Πολύ πιο πριν από σήμερα
          3. Πριν… Πιο πριν από σήμερα
          4. Πριν… Λίγο πιο πριν από σήμερα
          5. Σήμερα… Τώρα
   
Περιγραφή γεωγραφικού χώρου

    Στην «Αμαρτωλή πόλη» ο χώρος αποδίδεται με ρεαλιστικό τρόπο. Περιγράφονται πολλές εκφάνσεις της πόλης εμπλουτισμένες με περιγραφές ήχων, χρωμάτων, οσμών και των συναισθημάτων που αυτά προκαλούν:

          Στη λεωφόρο ακίνητα αυτοκίνητα.
         Στα καλώδια του ηλεκτρικού –λίγο πιο πριν- κάποια πουλιά.
         Τρομάξανε.... Πετάξανε. Τα καλώδια τώρα γυμνά.
         Κάποιο τροχαίο, κορναρίσματα, φρεναρίσματα και ξαφνικά
         μποτιλιάρισμα και στις τέσσερις λωρίδες.    (σελ.13)

         Το φως για παράδειγμα. Το φως του ουρανού της πόλης. Πάντα υπήρχε
          μα τώρα πια ίδιο δεν είναι.
         Κάποτε θα το ‘λεγες φωτεινό ή χρυσαφί ή..Έτσι στο πιο ποιητικό
         λουσμένο τάχα μου μέσα στις γαλανές αποχρώσεις του ουρανού.
         Τώρα… Τώρα άλλα χρώματα σου θυμίζει – το γκρι της στάχτης,
         το σκοτωμένο καφέ της βρομιάς, το μαύρο της απελπισίας…
         Βάλε και το κίτρινο του θυμού   (σελ. 38)

         Τώρα θα μου πεις πως όταν περπατάς βλέπεις από πιο κοντά μαζί
         με τα καλά των δρόμων και τα άσχημα…
         Τοίχους που αναδίδουν μυρωδιά από ούρα και μούχλα.    (σελ. 54)
        
Οι λεπτομερείς αυτές περιγραφές είναι αναγκαίες για την πειστικότητα του κειμένου και τη δημιουργία των προϋποθέσεων που θα οδηγήσουν στην εξέλιξη της ιστορίας.

Χώρος – ψυχική διάθεση

    Σε άλλες περιπτώσεις το σκηνικό λειτουργεί ως αντικατοπτρισμός της διάθεσης των ηρώων. Το παρακάτω απόσπασμα είναι ενδεικτικό. Μια καταθλιπτική περιγραφή του σκηνικού μέσα στο οποίο βρίσκεται ο Κλεάνθης, το οποίο αντιπροσωπεύει τέλεια την ψυχική του κατάσταση:

         Και ο Κλεάνθης κάθεται κάτω από το στέγαστρο της ταβέρνας και ακούει
         τον ρυθμικό ήχο που κάνουνε οι στάλες της βροχής καθώς πέφτουνε στο
         ελενίτ και βλέπει τους νερόλακκους στο δρόμο να ξεχειλίζουν και τα
         βροχόνερα να παρασύρουν πατημένες γόπες, να ενώνονται με απομεινάρια
         λαδιών που στάξανε από περαστικό αυτοκίνητο, να διαλύουν τα υπολείμματα
         μιας φέτας ψωμιού που κάποια γάτα δεν καταδέχτηκε να φάει.   (σελ. 271)


      Η περιγραφή της πόλης, με τα σκουπίδια, τις εικόνες εγκατάλειψης, τις δυσάρεστες οσμές, τα εγκαταλειμμένα κτίρια και πλατείες να ρημάζουν, τους άστεγους, τους ζητιάνους και τους ''κακούς'', τις πορείες, τη βία, το θυμό αποτυπώνουν μια πόλη στο έλεος της οικονομικής κρίσης και της κρίσης αξιών. Μια πόλη που αντικατοπτρίζει τους κατοίκους της. Τα πάντα καταρρέουν και η πόλη, με την έννοια της Πολιτείας είναι ανίκανη να προστατεύσει τους ανθρώπους της. Οι άνθρωποι δεν είναι αμαρτωλοί. Η πόλη είναι (Κοντολέων,Μ.,2019,10 Ιανουαρίου, προσωπική συνέντευξη). Για τη Στεφανία η πόλη σηματοδοτεί άλλοτε τον κίνδυνο και την απειλή, άλλοτε την ασφάλεια και άλλοτε τον χώρο της σύγκρουσης μεταξύ του κράτους και των πολιτών, και της διεκδίκησης.

Γενετικός Δομισμός

     Κατά τη Σαμαρά «η κοινωνιολογία της λογοτεχνίας θεωρεί το έργο αποτέλεσμα των κοινωνικο-οικονομικών παραγόντων: ακόμη και η λογοτεχνική μορφή ή η υπερίσχυση ενός λογοτεχνικού είδους σε μια ορισμένη εποχή οφείλουν την ύπαρξή τους στην κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα.» (Σαμαρά,1987,σελ.47).
     O Lucien Goldmann μελετά το έργο λογοτεχνίας επανατοποθετώντας το στην εποχή της συγγραφής του και ερμηνεύοντας το ως απόρροια των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών της (Σαμαρά,1987).
Η θεωρία του Goldmann αποκαλείται γενετικός δομισμός καθώς μελετά την γένεση και την ερμηνεία του λογοτεχνικού κειμένου, βασιζόμενη στη δομή και τοποθετώντας το στο  χωροχρονικό πλαίσιο της συγγραφής του. Δηλαδή το αυτοτελές σύνολο που αποτελείται από αλληλοεξαρτώμενα φαινόμενα ή στοιχεία με σταθερή σχέση μεταξύ τους.
     Αναζητώντας τη δομή της Αμαρτωλής πόλης, δηλαδή το σύνολο που συνδέει όλα τα αλληλοεξαρτώμενα φαινόμενα της αφήγησης, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως η δομή είναι η ίδια η αμαρτωλή πόλη. Η αμαρτωλή πόλη με την έννοια της πολιτείας που «δεν  περιθάλπει, δεν κανακεύει, δε σκληραγωγεί σωστά τα παιδιά της» (Κοντολέων,Μ.,2019,10 Ιανουαρίου.Προσωπική συνέντευξη).  Μια πόλη των τελευταίων ετών που η οικονομική κρίση την έχει μεταμορφώσει σε ένα δυστοπικό πεδίο δράσης κακοποιών στοιχείων. Οι άνθρωποί της διεφθαρμένοι, επιρρεπείς στη βία, την εγκληματικότητα, την εκμετάλλευση και την ηθική κατάπτωση. Αν δεν είναι τα κακοποιά στοιχεία θα είναι ο ζητιάνος, ο μετανάστης, ο τρελός, τα βουβά, αμέτοχα πρόσωπα του μετρό ή το οργισμένο πλήθος που φωνάζει και πετάει πέτρες. Θύματα και θύτες, ή και τα δύο ταυτόχρονα.  Η πόλη με όλες τις παθογένειές της, η ίδια θύμα των πολιτικών και οικονομικών γεγονότων. Γκρίζα, βρώμικη, μίζερη και άδικη. Με μυρωδιές από σκουπίδια και ούρα. Μυρωδιές από τη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου που την έφτιαξε. Σπασμένη από την οργή των εξαπατηθέντων νέων. Μέσα σε αυτήν την κοινωνία γεννήθηκε το έργο του συγγραφέα και μέσα από αυτήν μπορεί να ερμηνευθεί.
    Οι αναπαραστάσεις των συλλογικών δράσεων στην ιστορία που γεννήθηκαν από την ανάγκη αντίδρασης των πολιτών προς το καθεστώς, αντιπροσωπεύουν και την κοινωνική ομάδα που εκφράζεται μέσα από το μυθιστόρημα αυτό. Το μυθιστόρημα  γεννήθηκε λόγω της οικονομικής αυτής πραγματικότητας. Η ομάδα που εξοργισμένη διαμαρτύρεται εκφράζει το σύνολο των οραμάτων και των συναισθημάτων που ενώνει τα μέλη της, δηλαδή την κοσμοθεωρία τους. Η κοσμοθεωρία που ανήκει στον συγγραφέα αλλά πηγάζει από την συλλογική συνείδηση (Σαμαρά,1987).
     Η συλλογική συνείδηση πηγάζει από την ομάδα και κατά την Σαμαρά «η σύγχρονη κοινωνία τείνει να εξαφανίσει το Εμείς και να το μεταβάλει σε ένα άθροισμα πολλών ξεχωριστών ατόμων που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους» (Σαμαρά,1987,σελ.53)
    Σύμφωνα με τον Goldmann «η σημαίνουσα δομή είναι δυναμική και εκφράζει σε συστηματική μορφή τις αντιφάσεις που παρουσιάζει το έργο» (Σαμαρά,1987,σελ.53).
Συνεπώς η πολιτεία που δεν μπορεί πια να προστατεύσει τα μέλη της, ενώ για αυτό τον λόγο δημιουργήθηκε, είναι η αντίφαση αυτή που συνιστά τη σημαίνουσα δομή.
Για τον Golmann το λογοτεχνικό έργο δεν πρέπει να περιορίζεται στην απλή καταγραφή των γεγονότων αλλά να δημιουργεί έναν κόσμο που τα άτομα γίνονται συνειδητά μέλη της ομάδας εκφράζοντας την κοσμοθεωρία τους. Όταν αυτό γίνεται με τρόπο που να πληροί τα κριτήρια της αισθητικής τότε έχουμε ένα λογοτεχνικό έργο (Σαμαρά,1987,σελ.55).

Η ιδεολογία του συγγραφέα

    Σύμφωνα με την Joan Rockwell η λογοτεχνία παίζει σημαντικό ρόλο στην  ένταξή τους στην κοινωνία και στην μετάδοση σε αυτά αξιών. Αυτό μπορεί να γίνει με δύο τρόπους. Είτε με βιβλία με ξεκάθαρη διδακτική πρόθεση είτε με βιβλία που η ιδεολογία τους είναι υφέρπουσα. Συνεπώς με τον δεύτερο τρόπο η ιδεολογία προβάλλεται πιο νόμιμα και πιο ισχυρά εφόσον φαινομενικά γίνεται μόνο μια απλή καταγραφή γεγονότων. Οι αφηγηματικοί τρόποι είναι συνδεδεμένοι με τον τρόπο εμφάνισης της ιδεολογίας σε ένα κείμενο.
    Καταρχήν η οπτική γωνία του αφηγητή. Στην Αμαρτωλή πόλη η αφήγηση είναι χωρίς εστίαση. Υπάρχει ένας αφηγητής που αποδίδει την ιστορία μέσα από τη δική του θέαση. Παρόλα αυτά αποσπασματικά η αφήγηση γυρνάει σε πρώτο ή δεύτερο πρόσωπο όταν ακούμε τις σκέψεις των χαρακτήρων. Βέβαια σε πολύ περιορισμένο βαθμό. Συνεπώς έχουμε μια κυρίως αντικειμενική αφήγηση, όπου ο αφηγητής είναι αρκετά αποστασιοποιημένος από τους χαρακτήρες με στοιχεία εναλλαγής του προσώπου αφήγησης που στιγμιαία μας μεταφέρει στη σκέψη του χαρακτήρα. Η χρήση των αφηγηματικών προσώπων συντελεί στην ιδεολογική διάσταση του έργου.
      Σύμφωνα με τον Bakhtin η αφήγηση είναι πολυγλωσσική καθώς υπάρχει μια σύνθεση διαφορετικών λόγων ενταγμένων μαζί. Η διαλογικότητα αυτή των διαφορετικών λόγων αναδεικνύει το στοιχείο της πάλης ανάμεσα σε κοινωνικές ή εθνικές ομάδες.
     Η πλοκή από την άλλη με τις συγκρούσεις και τις κορυφώσεις σκοπό έχει να κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο για να τον κρατήσει κατά την αναγνωστική διαδικασία. Στην Αμαρτωλή πόλη αξίες που ανήκουν σε διαφορετικές ιδεολογίες έρχονται σε σύγκρουση ως αντίπαλες ομάδες της ίδιας κοινωνίας.
     Τελικά η σημαίνουσα δομή μας υποδεικνύει πως ο αναγνώστης καλείται να γίνει μέλος μιας συλλογικής δράσης, να αντιδράσει και να διεκδικήσει. Χωρίς σαφείς πολιτικούς συνειρμούς, παρά μόνο ενδείξεις, για παράδειγμα το χρώμα του πανό στη διαδήλωση είναι μαύρο με κόκκινα γράμματα, χρωματικός συνδυασμός που παραπέμπει στον αναρχικό χώρο, η ιδεολογία μόνο υπονοείται.
     Οι νέοι καλούνται να πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους, να χειραφετηθούν. Η Στεφανία και ο Τονίνο είναι δύο όχι μόνο απροστάτευτοι νέοι αλλά και οι ίδιοι προστάτες των γονιών τους.  Παλεύουν να επιβιώσουν και να διεκδικήσουν την ταυτότητά τους, κοινωνική ή σεξουαλική και να ενηλικιωθούν. Πρέπει να βγουν από μια αμαρτωλή πόλη και να σταθούν ηθικά ψηλότερα από αυτήν και τους ανθρώπους της.


 Η ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

     Η Αμαρτωλή Πόλη είναι μια ιστορία του σήμερα. Οι καταστάσεις που οι χαρακτήρες αντιμετωπίζουν είναι συνηθισμένες καταστάσεις που αντιμετωπίζουν πολλές έφηβες και νέες. Διαβάζοντας την ιστορία της Στεφανίας είναι πολύ πιθανό  να ταυτιστούμε με την ηρωίδα σε μεγάλο βαθμό.  Ο τρόπος που μεγάλωσε, το πρότυπο της οικογένειας, οι συνηθισμένες καταστάσεις της γειτονιάς και του σχολείου και μετά οι ανατροπές. Οι ανατροπές που έγιναν χτες για εμάς τους αναγνώστες-τριες, θα γίνουν σήμερα, η περιμένουμε να γίνουν αύριο.
     Η πόλη που περιγράφεται στην ιστορία είναι  η ίδια η πόλη μας.  Αν δεν είναι ο ίδιος μας ο εαυτός που «βλέπουμε» στην Στεφανία ή τον Τονίνο, θα είναι ο συμμαθητής μας, ο «κολλητός» μας, ή η κοπέλα του διπλανού διαμερίσματος. Τις εικόνες, τις μυρωδιές που μας μεταφέρονται μέσα από τις περιγραφές, τις έχουμε βιώσει κι εμείς και θα τις βιώνουμε κάθε φορά που βγαίνουμε από το σπίτι μας. Ή ακόμα και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι. Το κρύο, που δεν έχουμε χρήματα να το νικήσουμε, οι ελλείψεις σε βασικά αγαθά της καθημερινότητας, ο καθημερινός αγώνας της επιβίωσης είναι ζητήματα που απασχολούν και εμάς ή μας έχουν απασχολήσει στο παρελθόν.
     Τα γεγονότα που συμβαίνουν στην πόλη, οι διαμαρτυρίες, η βιαιότητα ως αποτέλεσμα οργής των κατοίκων είναι και δικά μας βιώματα. Μπορεί και εμείς οι ίδιοι να ήμασταν εκεί, μαζί με τη Στεφανία.

     Ως αναγνώστες-τριες λοιπόν, που ψάχνουμε κομμάτια του εαυτού μας και της καθημερινότητάς μας μέσα στην ιστορία, οι προσδοκίες μας αυτές ικανοποιούνται σχεδόν κάθε στιγμή κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Και κατά την Rosenblatt και τη Συναλλακτική της θεωρία, συναντάμε ένα πλήθος κειμενικών στοιχείων που μας βοηθούν να δημιουργήσουμε το δικό μας πλαίσιο όπου μέσα σε αυτό θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τα δικά μας βιώματα. Είτε από τις περιγραφές των προσώπων ή των καταστάσεων, είτε από τα γνωστά μας τραγούδια, ποιήματα ή βιβλία που αποσπάσματα τους ενσωματώνονται στην αφήγηση, η ιστορία μας βάζει ακόμα πιο βαθιά στις αναμνήσεις και τα βιώματα μας και ανατροφοδοτεί την αναγνωστική μας εμπειρία.       Συνεπώς μπορούμε να πούμε ότι μέσα από τις πολλαπλές ταυτίσεις  που προσφέρονται στο μυθιστόρημα και τον ενεργητικό ρόλο που αποκτά ο αναγνώστης, χτίζεται μια αμοιβαία σχέση μεταξύ κειμένου και αναγνώστη που η Rosenblatt ονομάζει συναλλαγή. Η σχέση αυτή κατά την Rosenblatt , δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να «βιώσει τη λογοτεχνική εμπειρία και όχι απλώς να αποκτήσει τη γνώση που ενσωματώνεται στο κείμενο»(Πολίτης,1996,σελ.26)
 Συμπεράσματα

    Το μυθιστόρημα τελειώνει με την κάθαρση των ηρώων. Τελικά φέρνοντας σε πέρας το ταξίδι της εξατομίκευσης, κατέχοντας πια τη γνώση και τη συνείδηση καταφέρνουν να σταθούν ηθικά ψηλότερα από την αμαρτωλή πόλη που δεν τους προστάτευσε.
    Η Αμαρτωλή πόλη είναι ένα σκληρό μυθιστόρημα τοποθετημένο στη σύγχρονη πραγματικότητα. Ο συγγραφέας χωρίς ωραιοποιήσεις και ρομαντισμούς καταδεικνύει τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, που έχει μετατραπεί σε κρίση αξιών, σε κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο. Χωρίς άμεση διδακτική πρόθεση καλεί τους νέους σε συλλογικές δράσεις για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων και της θέσης τους στην κοινωνία.

Τέλος








Βιβλιογραφικές αναφορές
1. Πρωτογενής πηγή
Κοντολέων, Μ.,(2016).  Αμαρτωλή πόλη. Αθήνα: Πατάκης.

2. Μελέτες
α. Ελληνόγλωσες:
Κανατσούλη, Μ. (1997). Εισαγωγή στη θεωρία και κριτική της παιδικής λογοτεχνίας σχολικής και προσχολικής αγωγής. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.
Κανατσούλη, Μ. (2000). Ιδεολογικές διαστάσεις της παιδικής λογοτεχνίας. Αθήνα: Τυπωθήτω.
Παπαδάτος, Σ.Γ. (2014). Το παιδικό βιβλίο στην εκπαίδευση και στην κοινωνία. Αθήνα: Παπαδόπουλος.
Παπαντωνάκης, Γ. (2009). Θεωρίες Λογοτεχνίας και ερμηνευτικές προσεγγίσεις κειμένων για παιδιά και νέους. Αθήνα: Πατάκης.
Παπαντωνάκης, Γ, Κωτόπουλος, Τ. (2011). Σκηνικό, χαρακτήρες, πλοκή. Αθήνα:        Εκδοτικός όμιλος ΙΩΝ.
Παπαντωνάκης, Γ, Κωτόπουλος, Τ. (2011). Οι ιδέες των παιδιών για την παιδική λογοτεχνία: Θεωρία και έρευνα της αναγνωστικής ανταπόκρισης. Αθήνα: Τόπος.
Σαμαρά Ζ. (1987). Προοπτικές του κειμένου. Θεσσαλονίκη: Κώδικας.

β. Ξενόγλωσσες
Lukens, R. (1995). Critical handbook of children’s literature. New York: Harper Collins College Publ.

γ. Έντυπα
Πολίτης, Δ. (1996). «Ο ρόλος του αναγνώστη και η συναλλακτική θεωρία της L. M. Rosenblatt». Επιθεώρηση παιδικής λογοτεχνίας, αρ. τ. 11. σ.21-33.

δ. Ιστοσελίδες

https://diastixo.gr/kritikes/efivika/6136-amartoli-poli-kontolewn, Μάνος Κοντολέων: «Αμαρτωλή πόλη», Μαριόν Χωρεάνθη.

https://www.elniplex.com/αμαρτωλη-πολη-του-μανου-κοντολεων/, Αμαρτωλή πόλη, του

Μάνου Κοντολέων. Απόστολος Πάππος.