20.6.18

Συνέντευξη στο In Town Post (Τίνα Πανώριου)


 <<Επειδή υπάρχει πάντα κάποιος που θα τον  αγαπώ
Όπως αγαπά ο γονιός το παιδί,
Ο παππούς το εγγόνι του
Μα κι επειδή με τις ιστορίες δεν μπορεί να είναι ποτέ σίγουρος[…]>>
Γι αυτό κ Κοντολέων αφιερώνετε   τα
Φιλαράκια σας στον μικρό Μάνο Που για  σας είναι ………
Ναι, είναι ο εγγονός μου. Καθώς μια νέα σχέση μπήκε στην ζωή μου, θέλησα  να την κατανοήσω. Κάτι παρόμοιο έχω κάνει και με τα πρώτα μου βιβλία. Τότε αναζητούσα με τη δική τους βοήθεια να ξεδιαλύνω την ουσία των συναισθημάτων μου με τους γονείς μου, με τη σύντροφό μου, με τα παιδιά μου. Η γραφή από τη μια και οι στενές προσωπικές σχέσεις από την άλλη, αποτελούν κεντρικό πυλώνα των συγγραφικών μου αναζητήσεων.
Πάνω σε αυτό και διορθώστε με  Γιατί έχω την αίσθηση ότι τα εγγονάκια συχνά δίνουν μεγαλύτερη τρυφερότητα χαρά αναπτέρωση ,Συναισθήματα εντονότερα  κι από εκείνα που είχαμε –τότε- για τα παιδιά μας ;Η ηλικία μας μαλακώνει και γινόμαστε πιο ευάλωτοι στα μικρά αυτά πλάσματα;
Η κάθε σχέση έχει τη δική της ταυτότητα και απαιτεί ένα διαφορετικό τρόπο προσέγγισης για να την κατανοήσουμε. Οι γονείς μπορεί να μας βοηθήσουν να ξεκαθαρίσουμε το παρελθόν μας* ο σύντροφος να αποφασίσουμε το σήμερα* τα παιδιά μας το μέλλον… Το εγγόνι προσφέρει από τη μια την επαναφορά της ανεμελιάς της παιδικής ηλικίας και από την άλλη τη συνειδητοποίηση πως το τέλος πλησιάζει. Ο παππούς με τον εγγονό του παίζει σαν ένα σκανταλιάρικο αγοράκι και την ίδια στιγμή τον κοιτά με ένα βλέμμα αποχαιρετισμού.
Τα περισσότερα βιβλία  σας στηρίζονται στη δική σας παιδική ηλικία Που ήταν; Χαρούμενη εν γένει;
Ήταν μια περίοδος της ζωής μου που  με βοήθησε να εδραιώσω μέσα μου την αξία που μπορεί να έχει η ασφάλεια της οικογενειακής θαλπωρής καθώς την περικυκλώνει η αγριότητα της κοινωνίας. Αυτό που μου χάρισαν οι γονείς μου ήταν ένα θώρακας –με μάθανε πώς να αγαπώ αλλά και πώς να προστατεύομαι.
Οι δικοί σας πως ήσαν; Άνθρωποι ανεκτικοί, αυστηροί και αληθεύει ότι η μητέρα σας σας ενεθάρρυνε να καταπιαστείτε με το γράψιμο;
Ο πατέρας μου ήταν τρυφερός και η αγάπη του ήταν γήινη. Η μητέρα μου ήταν εκδηλωτική και η αγάπη της ήταν των αστεριών. Χώμα και νερό. Φως και σκιά. Ο πατέρας μου μού  τεκμηρίωνε τη Γνώση, η μητέρα μου την ίδια αυτή Γνώση της έκανε ιστορίες. Και βέβαια από τα πρώτα, πρώτα χρόνια της ζωής μου με μάθαινε και οι δυο πως τα βιβλία μπορεί να είναι και έκφραση αγάπης.
Εκείνο που με συγκινεί είναι όμως ότι στείλατε το πρώτο , πρώτο σας γραπτό στην περίφημη για την εποχή στην Διάπλαση  των παίδων . Θυμάστε το στόρι ίσως ;Και αλήθεια ξαναβγήκε ένα  τέτοιο πολύτιμο περιοδικό ποτέ, έστω παρόμοιο κάπου στην Ευρώπη;
Ο πατέρας μου με είχε γράψει συνδρομητή στο περιοδικό και με αγωνία το περίμενα κάθε δεκαπενθήμερο. Και ποτέ μου δε θα ξεχάσω με πόση αγωνία αναζητούσα  στις τελευταίες του σελίδες τη γνώμη των συντακτών για τις μικρές ιστορίες που έστελνα, τη χαρά μου όταν έβλεπα κάποιες από αυτές να δημοσιεύονται, την πίκρα μου όταν κάποιες απορρίπτονταν. Ναι, όλο το εύρος της συγγραφής από τη Διάπλαση το πρωτογνώρισα. Όλα τα κείμενα μου τα θυμάμαι και έχω κρατήσει τα τεύχη που είχαν δημοσιευθεί. Και η πρώτη ιστορία –για ένα γατάκι που πέθανε- έχει γίνει η βάση και σε ‘ενήλικα’ κείμενά μου.
Όχι, τέτοια πια περιοδικά δεν υπάρχουν. Αλλάξανε οι καιροί. Δεν έχει νόημα να ζητά κανείς να επαναλαμβάνονται συνθήκες που η ίδια η ζωή τις έχει καταργήσει.
Κι όμως  εσείς δεν μπήκατε με τη μία στον  χώρο. Πρώτα σπουδάστε κάτι πολύ πιο πρακτικό; Γιατί αυτό;
Από τότε που ήμουνα παιδί και έφηβος λάτρευα τη λογοτεχνία. Λάτρευα την ελευθερία που χαρίζει στη σκέψη, το πέταγμα που προσφέρει στο συναίσθημα. Και ενώ παράλληλα είχε αρχίσει να με ενδιαφέρει και η κριτική ματιά προσέγγισης των κειμένων, δεν μπορούσα να δεχτώ τη στενή έννοια μιας φιλολογικής  προσέγγισης τους. Τα μαθηματικά και οι νόμοι της φυσικής έχουν μια ουσιαστική και άμεση συνέπεια. Με βοήθησαν να μάθω και να γράφω και να κρίνω. Αλλά ασφαλώς δεν μείνανε μόνιμα στη ζωή μου. Η λογοτεχνία είναι η ταυτότητά μου.
Από το 1969 που πρωτοξεκινήσατε τα γραπτά μέχρι σήμερα κοιτάζοντας πίσω τη σούμα πιο πολλές οι χαρές από τις απογοητεύσεις;
Πολλά θα ήθελα να είχα κάνει, πολλά ήταν και αυτά που έκανα. Ο απολογισμός βγαίνει θετικός. Αλλά από ένα σημείο και πέρα δε με απασχολεί πλέον ο απολογισμός του παρελθόντος, αλλά η ανάλυσή του. Κι όχι για να μετανιώσω ή να χαρώ για μια πράξη μου, αλλά για να σχεδιάσω τις μελλοντικές μου πράξεις και κυρίως τις μελλοντικές μου αποφάσεις.
Με τι τρόπο γράφετε ; Σαν κανονική εργασία με ωράριο, με μουσική , την νύχτα με ησυχία;
Με τον ρυθμό που αναπνέω. Η γραφή είναι για μένα η ζωή μου.
Γράφετε μυθιστορήματα, δοκίμια, ,νουβέλες παραμύθια Αν προτιμούσατε  λίγο παραπάνω ένα είδος αυτό ποιο θα ήταν;
Αφού εγώ έχω γράψει όλα αυτά τα είδη, σημαίνει πως όλα τα αγάπησα και τα αγαπώ. Δεν τα ξεχωρίζω. Ασχολούμαι με το καθένα από αυτά ανάλογα με την προσωπική μου διάθεσή. Συνηθίζω να λέω πως: όταν είμαι αισιόδοξος γράφω για παιδιά, όταν θέλω να εκφράσω μια επανάσταση τότε γράφω για εφήβους και όταν είμαι φοβισμένος τότε γράφω για ενήλικες.
Το παιδικό βιβλίο χωρίς την ανάλογη ωραία εικονογράφηση δεν λέει ,έτσι δεν είναι;
Θεωρώ πως η βάση κάθε λογοτεχνικού έργου είναι και πρέπει να είναι το κείμενο. Από εκεί και πέρα μια εικονογράφηση που διαθέτει αισθητική και συνομιλεί με τις φράσεις, ασφαλώς και προσφέρει. Αλλά –δυστυχώς- έχουμε πια πολύ συχνά  εικονογραφημένα παιδικά βιβλία που διαθέτουν όμορφη εικονογράφηση και κακό κείμενο. Και αυτό δεν είναι καλό. Και οι γονείς αντί να επιλέξουν με προτεραιότητα την ποιότητα του κειμένου, μένουν στον εντυπωσιασμό των εικόνων. Φαινόμενα της εποχής μας κι αυτά…
Στα Φιλαράκια μιλάτε για την σχέση παππού κι εγγονού. Στην ουσία αναφέρεστε όμως σε μια κληρονομιά από την μια γενιά στην άλλη;
Μα έτσι είναι πάντα οι ουσιαστικές σχέσεις. Και δεν υπάρχουν μόνο κληροδοτήματα, αλλά και δωρεές. Θέλω να πω πως ο παππούς δίνει το απόσταγμα της πείρας του και ο εγγονός τη φρεσκάδα της νιότης του. Και οι δυο κερδισμένοι, εν τέλει.
Σας  ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας Είναι τιμή  για μας, για μένα  που μιλήσαμε πάλι
Καλή άνοιξη
Κι εγώ σας ευχαριστώ. Μια σύντομη ίσως, αλλά πολύ μεστή κουβέντα είχαμε.

Τινα Πανώριου
Intown Post.com
Diastixo

Postmodern 



Πρώτη ανάρτηση:
http://intownpost.com/%CE%BF-m%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%B5%CE%AF-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1/

19.6.18

Στο Kosvoice η Εύη Τσιτιρίδου για τα "Φιλαράκια"




«…Το βιβλίο αυτό μιλά για τη σχέση δύο ανθρώπων, ενός παιδιού που ξεκινά τη ζωή του κι ενός ηλικιωμένου που ολοκληρώνει τη δική του. Στην ουσία αναφέρεται σε αυτό που η μια γενιά κληροδοτεί στην επόμενή της. Αυτή η κληρονομιά μέσα σε αυτό εδώ το βιβλίο έχει τη μορφή κάποιων ιστοριών και κάποιων παραμυθιών που στόλισαν την καθημερινότητα των δυο ηρώων. Συμβολικές απεικονίσεις του κύκλου της ζωής, των ονείρων κάθε ατόμου, της αγάπης που συνδέει…Με άλλα λόγια, η μνήμη, ή, αν προτιμάτε, η εμπειρία είναι το κουκούτσι τούτου του βιβλίου. Δηλαδή ό,τι σημαντικότερο ίσως εννοούμε όταν, καθώς παίζουμε κρυφτό, φωνάζουμε στο φιλαράκι μας: «Φτου ξελευθερία, φίλε! Σε βλέπω!».

Αυτά, μεταξύ άλλων σημειώνει ο Μάνος Κοντολέων στο σημείωμά του, στο τέλος του βιβλίου του. Ένα βιβλίο όπου έχουν συγκεντρωθεί σε τρία μεγάλα κεφάλαια ιστορίες του που είχαν κυκλοφορήσει αυτόνομες και με διαφορετικούς τίτλους, παλαιότερα. Στο βιβλίο «Φιλαράκια» περιλαμβάνονται τρία μεγάλα κεφάλαια, δηλαδή, τα εξής:

Κεφάλαιο Α΄: «Όπου ο μικρός Μάνος πάει στην Α΄ Δημοτικού και ο μεγάλος Μάνος τού μιλά και του χαρίζει Κόκκινο Καραβάκι, Κόκκινο Ποδήλατο» (σελ. 10-75)

Κεφάλαιο Β΄: «Όπου ο μικρός Μάνος έχει τελειώσει τη Β΄ Δημοτικού και μαζί με το μεγάλο Μάνο – μέσα στο κατακαλόκαιρο – ταξίδεψαν…Στο Νησί της Ροδιάς» (σελ. 77-131)

Κεφάλαιο Γ΄: «Όπου ο μικρός Μάνος – μαθητής της τετάρτης πια – ένα απόγευμα ανοιξιάτικο θα παίξει κρυφτό και θα φωνάξει: Φτου ξελευθερία, παππού! Σε βλέπω!» (σελ. 133-188).

Στο τρίτο κεφάλαιο διαβάζουμε, τυπωμένες με διαφορετική γραμματοσειρά για να ξεχωρίζουν και επτά ακόμη αυτόνομες ιστορίες, έξι που αφηγείται ο μεγάλος Μάνος στον εγγονό του και μία, την τελευταία, που γράφει ο μικρός Μάνος. Είναι: «Το αστέρι που έγινε λουλούδι», «Ένα συρτάρι γεμάτο όνειρα», «Η καρδιά του μαρουλιού», «Ένα κλαρί που γελάει», «Ένα πορτοκάλι και μια ηλιαχτίδα», «Για τον Σπουργίτη που ανέβηκε στο Ουράνιο Τόξο», «Το λουλούδι που έγινε αστέρι».

Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι από αυτά που κρατώ και βάζω στο πιο ψηλό ράφι της βιβλιοθήκης μου. Από αυτά που στέκονται τόσο ψηλά, όσο και τα εικονίσματα στο σπίτι μας, όσο και οι φωτογραφίες των πολύ αγαπημένων μας προσώπων. Από αυτά που μας φωτίζουν και μας παρηγορούν είτε είναι κλειστά και σιωπηλά στη θέση τους, είτε τα ανοίγουμε για να τα διαβάσουμε και να τα ξαναδιαβάσουμε και τα έχουμε για μέρες δίπλα στο προσκεφάλι μας.

Δεν θα αναφερθώ στις αφηγηματικές αρετές του συγγραφέα, που είναι κάτι παραπάνω από γνωστές και οικείες για όλους εμάς που τον διαβάζουμε χρόνια. Θα μιλήσω για το συναισθηματικό αποτύπωμα που άφησε μέσα μου η ανάγνωση αυτού του βιβλίου, που ο τίτλος του είναι μεν υποκοριστικό, αλλά αυτά που υπονοεί τα νιώθεις σε μεγέθυνση και σε σημαδεύουν για πάντα.

«Δεν έχουμε μόνο το ίδιο όνομα αλλά και τα ίδια συναισθήματα», λέει συχνά ο μεγάλος Μάνος, ο παππούς, στο μικρό Μάνο, τον εγγονό του. Και πάνω σε αυτήν την αλήθεια παρατηρείς, καθώς διαβάζεις, να υφαίνεται ολοζώντανο μπροστά σου ένα καταπληκτικό ψυχοκέντημα της σχέσης των δύο αυτών αγαπημένων προσώπων και της σχέσης τριών διαφορετικών γενεών μεταξύ τους. Γιατί ο καμβάς επάνω στον οποίο υφαίνεται, είναι το παζλ των οικογενειακών σχέσεων και δεσμών, έτσι όπως τις γνωρίζουμε και τις ζούμε σε μια παραδοσιακή -και όχι μόνο- ελληνική οικογένεια με τους γονείς, το μικρό τους γιο, τον παππού και τη γιαγιά και το νέο μέλος, την αδερφούλα του μικρού Μάνου, που ετοιμάζεται να προστεθεί στην οικογένεια, προκαλώντας τις συνήθεις «αναταράξεις».

Δε θα σας περιγράψω τη βασική υπόθεση κάθε κεφαλαίου, είναι απείρως προτιμότερο και μαγευτικότερο να πορευτείτε χωρίς να τη γνωρίζετε και να την ανακαλύψετε μόνοι σας, μικροί και μεγάλοι. Θα σας αποκαλύψω μόνο τι σημείωσα στο προσωπικό μου ημερολόγιο, μετά το τέλος της ανάγνωσης αυτού του βιβλίου:

«Είναι μερικά βιβλία που τα διαβάζεις τη σωστή στιγμή. Τη στιγμή που έχεις ανάγκη να τα διαβάσεις. Το Εγώ μου, αυτό που είναι Δικό μου, ο Εαυτός μου, αυτό που πιστεύω ότι Ξέρω, αυτό που Έχω και το έχω συνηθίσει, αυτά που θεωρώ Δικαίωμά μου, υπάρχουν και αλληλεπιδρούν αέναα με τα αντίστοιχα των άλλων ανθρώπων, μέσα σε συνεχή Ροή. Γιατί αυτό είναι η Ζωή. Κύκλοι ο ένας μέσα στον άλλον. Και νομοτελειακά αλλάζουν, οφείλουν να αλλάζουν, καθώς μεγαλώνω.

Όταν αλλάζουν τα Εκτός μου, αλλάζουν ή πιέζονται να αλλάξουν και τα Εντός μου. Αναγκαστικά. Τότε έρχεται να μου κάνει παρέα ο θυμός, η απελπισία, η αγωνία, η αμφισβήτηση, η αμφιβολία, η αμηχανία. Όλα τα γνώριμα και τα στέρεα μέσα μου κλυδωνίζονται. Πώς θα φτάσω στην αποδοχή της κάθε καινούργιας κατάστασης στη ζωή μου; Πώς θα φτιάξω τη νέα δική μου εκδοχή της; Πώς θα δημιουργήσω τις καινούργιες μου ισορροπίες, τον καινούργιο μου εαυτό, την καινούργια μου έκφραση, δράση και αυτοπεποίθηση;

Ο μεγάλος Μάνος δεν προσφέρει τη δική του λύση και κάθαρση στο μικρό Μάνο, ή την ευκολία της λήθης, αλλά το βίωμα. Την ευκαιρία, την ευλογία και το ρίσκο του βιώματος. Ο μικρός Μάνος ανακαλύπτει, οικοδομεί με τα χέρια, το μυαλό και την ψυχή του, τη δική του λύση και κάθαρση, κεντώντας τις επάνω στην προσφορά του βιώματος. Και οι δύο μαζί, ο μικρός και ο μεγάλος Μάνος, μέσω της σχέσης τους, καρποφορούν τη συνέχεια του βιώματος, τη συνέχεια της Ζωής. Μιας Ζωής με χυμούς και νόημα. Το καραβάκι, το ποδήλατο, το νησί, η ροδιά, το μολύβι, το αστέρι, το κλαδί, το λουλούδι, η ηλιαχτίδα, ο σπουργίτης, το ουράνιο τόξο, το μαρούλι, το πορτοκάλι, όλα αυτά, είναι σύμβολα τόσο ονειρικά αλλά και τόσο πραγματικά, χειροπιαστά. Ταυτόχρονα είναι ορατά και αόρατα. Πρωταγωνιστούν στη ζωή του παππού και του εγγονού και ενώ δεν έχουν μιλιά, είναι λαλίστατα. Ενώ είναι άψυχα, πάλλονται από ζωή. Τους εμπνέουν να δημιουργήσουν, να αισθανθούν, να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Απλά, ανθρώπινα και θαυμαστά. Αυτό είναι η Τέχνη της Ζωής. Λόγω και Έργω. Αυτό είναι Λογοτεχνία. Κύριε Κοντολέων, σας ευχαριστούμε».

Πρώτη ανάρτηση: http://www.kosvoice.gr/%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8C/item/%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8E-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%B1

Θωμάς Κοροβίνης "Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν"





Έχω δηλώσει και σε προηγούμενα σημειώματά μου σχετικά με λογοτεχνικά βιβλία του Θωμά Κοροβίνη πως ο θεσσαλονικιός αυτός συγγραφέας είναι μια εντελώς ιδιότυπη περίπτωση στη σύγχρονη λογοτεχνία μας.
Με καλές φιλολογικές αποσκευές, με πολυετείς αναζητήσεις σε λαογραφικά θέματα της Τουρκίας και του δικού μας λαϊκού πολιτισμού έτσι όπως ενσαρκώθηκε κυρίως στη μουσική, κάποια στιγμή αποφασίζει αυτές όλες τις γνώσεις του να τις μεταφέρει σε συνθέσεις μυθιστορηματικές, ενώ παράλληλα φροντίζει να εκδοθούν και σύντομες νουβέλες –πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις ανθρώπων  υπαρκτών ή μη- που περιγράφουν χαρακτήρες και εποχές.
Αλλά τα λογοτεχνικά κείμενα που ακουμπούν πάνω σε λαογραφικές καταστάσεις απαιτούν την ύπαρξη ενός μυθιστορηματικού χώρου.  Και σε αυτή την απαίτηση των έργων του ο Κοροβίνης  υποκύπτει και φωτίζει δυο βασικά πόλεις  -άξονες του σύγχρονου ελληνισμού. Την Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη.
Σε αυτήν τη δεύτερη, λοιπόν, αφιερώνει  το τελευταίο του μυθιστόρημα «Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν»
Ένα Σάββατο του Αυγούστου του 1917 συνέβη ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της  Θεσσαλονίκης. Ήταν ένα τυχαίο γεγονός που άλλαξε σημαντικά τη φυσιογνωμία της πόλης. Η πυρκαγιά μέσα σε 32 ώρες έκαψε 9.500 σπίτια σε έκταση 1.000.000 m² και άφησε άστεγα πάνω από 70.000 άτομα. Οικονομικές και εμπορικές λειτουργίες, διοικητικές υπηρεσίες, χώροι αναψυχής και τα σημαντικότερα πνευματικά και θρησκευτικά ιδρύματα των εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων, μαζί με τα αρχεία τους καταστράφηκαν ολοσχερώς. Οι ανθρώπινες απώλειες της πυρκαγιάς ήταν ελάχιστες. Το μέρος, όμως, της πόλης που κάηκε ανοικοδομήθηκε με νέο οργανωμένο σχέδιο, δημιουργώντας μια σύγχρονη πόλη.
Αυτήν την φυσιογνωμία που βίαια εξαφανίστηκε, ο Κοροβίνης αποφάσισε να διασώσει μέσα από το τελευταίο του μυθιστόρημα.
Χρησιμοποιεί –σχεδόν ως μυθιστορηματική πρόφαση- έναν Τουρκαλβανό γόη και την φλογερή όσο και καταραμένη σχέση του με μια Ισπανοεβραία  καλλονή, για να οδηγήσει τον αναγνώστη του σε δρόμους, σε πλατείες, σε συνοικίες, σε μαγαζιά εμπορικά, σε στέκια στρατιωτών και λαϊκών ανθρώπων –όλα έτσι όπως τότε, μέχρι τον Αύγουστο του 1917 υπήρχαν και μέσα σε 32 ώρες καταστράφηκαν.
Οι πόλεις έχουν ένα παρελθόν όχι μόνο ιστορικό, αλλά και λαογραφικό. Και αν τις πράξεις τις εγγεγραμμένες  ως ιστορικά γεγονότα  μπορεί κανείς να τις αναζητήσει σε ιστορικές μελέτες, τις ανάσες των ανθρώπων, τα πάθη, τα όνειρα, τα αδιέξοδα τους, την καθημερινότητά τους εν τέλει, μόνο τα λογοτεχνικά κείμενα μπορούν να τα φιλοξενήσουν.
Αλλά λογοτεχνία δεν είναι τόσο το τι λέγεται, αλλά το πως λέγεται. Με άλλα λόγια είναι η γλώσσα. Κι εδώ πλέον ο Κοροβίνης αποδεικνύει πως είναι ο μοναδικός έλληνας γραφιάς που ξέρεις να χειρίζεται  με απρόσμενη άνεση τις πολλαπλές μορφές με τις οποίες οι πολίτες αυτού του τόπου επικοινωνούσαν μεταξύ τους.
Ελληνικά, τούρκικα, αραβικά, αλβανικά, σεφαραδίτικα, ιταλικά και γαλλικά, μα και λαϊκές εκφράσεις  -όλα μέσα στη συγγραφική φαρέτρα του Κοροβίνη. Και έτσι με τη σπαρταριστή βοήθεια της γλώσσας  θα αναστήσει την πολιτισμικότητα της Θεσσαλονίκης εκείνων των χρόνων, θα περιγράψει το δράμα της εξαφάνισης της
«...Να μαζευτούν λοιπόν και να κάνουν λιτανείες έπρεπε όλοι μαζί, παπάδες και ραβίνοι και ιμάμηδες, να μας λυπηθεί και να φυσήξει, νε γκιουζελίκ, να έρθουν οι κάτοικοι στα συγκαλά τους, να κάθεσαι στην παραλία και να σεργιανάς καρσί, μέχρι τον Όλυμπο, πεντακάθαρα, λες και βλέπεις με τηλεσκόπιο. Δεν ήταν για να φυσήξει σαν τώρα, που έψηνε η προσφυγίνα τις μελιτζάνες της, όπως λένε, για να μαγειρέψει του καλού της το ιμάμ ή το χιουνκιάρ! Πάρε, ρίξε μια ματιά και στα χαμπέρια. Ορίστε! Ελληνικές! Διάβασε το «Φως». Στον πάγκο έχω και την «Μακεδονία». Έχω και τουρκικές. Να, η «Χαβαντίς». Κοίταξε το πρωτοσέλιδο, το συμμαχικό πλοίο που καίγεται στην φωτογραφία. Έχω και μια εβραίικη, την «Λα Λιμπερτάδ», παρόλο που σπάνια έχουμε εδώ Σπανιόλους πελάτες. Μεγάλο κακό, μεγάλη συμφορά! Δες άλλη φωτογραφία! Κόντεψε να καεί η «Οθωμανική τράπεζα» στον Φραγκομαχαλά! Όλους τους παράδες μου τους έχω εκεί μέσα, όλες μου τις καταθέσεις!...»
Ο Θωμάς Κοροβίνης  παράλληλα με τις περιγραφές, ολοκληρώνει και τους χαρακτήρες που κυκλοφορούν μέσα στις 316 σελίδες του έργου. Και θεωρώ πως με τους δυο κεντρικούς ήρωές του και το δραματικό τέλος του έρωτά τους,  την ώρα της μεγίστης ακμής της ομορφιάς τους, θέλησε  να συμβολίσει αυτό που επέφερε η πυρκαγιά -μια πόλη εξαφανίστηκε. Πήρε μαζί της τον πολιτισμό της, έχασε την ουσιαστική της ταυτότητα. Από πόλη με τα πολλαπλά πρόσωπα της Αμαρτίας, έγινε Νύμφη του Θερμαϊκού.

Πρώτη ανάρτηση: 
 https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/10113-aslan-kaplan

11.6.18

Για την Κασσάνδρα, σε α'πρόσωπο στο diastixo.gr


Πρώτη ανάρτηση: https://diastixo.gr/aprosopo-2/10057-kassandra-mavri-ammos


Η  Κασσάνδρα – κόρη  του Πρίαμου και ης Εκάβης- μας είναι γνωστή ως μια μάντισσα δυσάρεστων προβλέψεων. Αλλά εγώ πότε δεν την αντιμετώπισα με αυτόν τον τρόπο. Αντίθετα για μένα είναι το σύμβολο του ανθρώπου που μπορεί να διακρίνει το που οδηγούν οι πράξεις των πολλών όταν είναι δημιούργημα αφρόνων αποφάσεων και  επιπόλαιων υπολογισμών.  Και για αυτό άλλωστε οι συμβουλές της δεν ακούγονταν –μήτε τότε από τους Τρώες, μήτε και σήμερα από εμάς.
Από την άλλη, η Κασσάνδρα  -η φήμη της πιο σωστά- έχει φτάσει ως εμάς μέσα από τον περίφημο μονόλογό  της στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου. Ένας παραληρηματικός λόγος  ανθρώπου που γνωρίζει το τέλος, αλλά δεν μπορεί να το αποφύγει.
Μάντισσα, λοιπόν,  δίχως οπαδούς και γυναίκα που δεν καταφέρνει να ξεφύγει από τη μοίρα της. Η μια υπόστασή της  αμφισβητεί την άλλη.
Για χρόνια αυτός ο συνδυασμός  ζητούσε να ενεργοποιήσει τη συγγραφική μου πράξη.
Μα αντιμετώπιζα ένα πρόβλημα.
Πώς θα μπορούσα να θρυμματίσω  το γυάλινο φέρετρο όπου την είχε τοποθετήσει ο Αισχύλος και να της προσφέρω τη δυνατότητα να μιλήσει ως ένας διαχρονικός άνθρωπος που  γνώρισε όχι μόνο τα αδιέξοδα της μη επικοινωνίας, αλλά και τους εφιάλτες ενός σώματος ;
Την πολιτιστική μας κληρονομιά δεν τολμούμε να την χρησιμοποιήσουμε ως βάση για τη δημιουργίας ενός μυθιστορήματος. Αν καλά γνωρίζω, ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις εκείνες όπου έχουμε διαβάσει ελληνικά  μυθιστορήματα με πρωταγωνιστές κεντρικά πρόσωπα των μύθων  δοσμένα όμως με μια σύγχρονη αντίληψη αφήγησης αλλά και ψυχολογίας.
Τις πηγές (στη συγκεκριμένη περίπτωση, την Ιλιάδα) τις πλησιάζουμε με την απόσταση που απαιτεί ο σεβασμός προς ένα μουσειακό αντικείμενο. Η φιλολογική ματιά  επιβάλλεται στον συγγραφέα.
Μιλάμε για τη γλώσσα του Ομήρου, αλλά δεν τολμούμε να υποψιαστούμε –έστω- σκέψεις, ερεθίσματα και πράξεις των κεντρικών προσώπων, πέρα από τα όσα ίσως το αρχικό το κείμενο αναφέρει.
Αλλά εγώ –δεν είχα άλλωστε και άλλο τρόπο- αποφάσισα να διαβάσω την Ιλιάδα ως ένα μυθιστόρημα εποχής και όχι ως ένα έπος. Μυθιστόρημα εποχής σημαίνει περιγραφή μιας χρονικής περιόδου και ανάπτυξη σχέσεων ανάμεσα στους ήρωές τους. Και με αυτά τα εφόδια θα αναζητούσα αντιστοιχίσεις με το τώρα, το σήμερα.
Και έτσι προσπάθησα να διακρίνω τις σχέσεις που καθορίζανε  τους πρωταγωνιστές και οι οποίες κρυβόντουσαν πίσω από άλλες πλέον γενικές περιγραφές.
Όλοι μας γνωρίζουμε την περίφημη συνάντηση του Πρίαμου με τον Αχιλλέα, λίγο ή πολύ κάτι έχουμε ακούσει για τα λόγια που ανταλλάσανε Αχιλλέας και Πάτροκλος προτού ο δεύτερος ενδυθεί την πανοπλία το πρώτου. Και βέβαια μας είναι γνωστή και η προσπάθεια της Ανδρομάχης να κάνει τον Έκτορα να κρατήσει μια διαφορετική στάση ως αρχηγός του στρατού των Τρώων.  Αυτές τις στιγμές – κι άλλες ακόμα- το ομηρικό κείμενο μας της δίνει. Αλλά μόνο αυτές υπήρχαν;  Ποια –για παράδειγμα-  μπορεί να ήταν τα συναισθήματα των γυναικών της Τροίας απέναντι στην Ελένη, αν θελήσουμε να συνδυάσουμε τις δυο τόσο διαφορετικές εκδοχές για την πλέον όμορφη γυναίκα του κόσμου έτσι όπως ο ίδιος ο Ευριπίδης μας δίνει  από τη μια με τις «Τρωάδες» του και από την άλλη με την «Ελένη» του;
Και τελικά –ας επιστρέψω στην Κασσάνδρα- ποιες τάχα ήταν οι σκέψεις της πιο όμορφης κόρης του Πριάμου; Τι μπορεί να αισθανότανε για τον μεγάλο  της αδελφό; Τι για τον δίδυμό της , τον Έλενο; Και αυτή άραγε η πληροφορία –κάπου θαμμένη- πως ήταν  ο Έλενος που είχε δώσει την ιδέα τη  σχετική  με τον Δούρειο Ίππο  στους Αχαιούς, πως μπορεί άραγε να είχε αντιμετωπισθεί από την αδελφή του –μια γυναίκα που έβλεπε το μέλλον όχι μέσα στα σπλάχνα των  ζώων, αλλά κρίνοντας τις αποφάσεις των άλλων;
Ναι, είχα πια κάνει δικά μου τα πρόσωπα του έπους και  έπαιρνα το ρίσκο να τα μετατρέψω σε μυθιστορηματικούς χαρακτήρες και να τους δώσω το δικαίωμα να σχολιάσουν και τα δικά μας, τωρινά, λάθη
Αλλά δεν ήθελα να ξεφύγω από τη γοητεία εκείνης της εποχής. Και τη μαγεία των αλλοτινών και δη των μακρινών εποχών, μόνο η γλώσσα μπορεί να την διατηρήσει.  Ασφαλώς και δε θα μπορούσα, να μιμηθώ τη γλώσσα του Ομήρου. Αλλά τόλμησα να αφεθώ στη δυναμική της, αναζήτησα τις πολλές παραλλαγές που της χαρίσανε ποικίλες μεταφράσεις και μεταγραφές της, και έτσι  λέξη τη λέξη, φράση τη φράση ξεκίνησα να γράφω τη δική μου Κασσάνδρα.
Τώρα πλέον, εκείνο όμως που έχω δικαίωμα να καταθέσω είναι πως η Κασσάνδρα –η δική μου Κασσάνδρα- από τη μια βρίσκεται πάντα στον δικό της μακρινό παρελθόν και από την άλλη συμπορεύεται με τις άλλες ηρωίδες μου, των ολότελα δικών μου έργων.
Σύγχρονη –από το 1.200 π. Χ.  στον 21ο αιώνα* έτσι θέλω να φτάνει στις σκέψεις και τα συναισθήματα των αναγνωστών του μυθιστορήματος.  Αλλά πάντα με την ίδια παλιά αγωνία, την ίδια πληγή…
«  Έψαχνα  πάντα τις λέξεις.  Πρώτα εκείνες που θα πείθανε… Τους άλλους.                     
Μετά όσες θα μπορούνε να παρηγορήσουνε…  Εμένα.                                                          
Πάντα λέξεις έψαχνα. Λέξεις που μου κρυβόντουσαν…                                                                  
Κι έτσι μήτε για τους άλλους δεν κατάφερνα να τις βρω, μήτε  και για τον ίδιο μου τον εαυτό δεν αξιώθηκα ποτέ  να τις ανακαλύψω.                                                                                             Κι Άφηνα τον καιρό να αποφασίζει…»

Λόγια δικά της αυτά… Μα και δικά μου


Ο Διονύσης Λεϊμονής στο bookia.gr




http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=226159

Ποια είναι η Κασσάνδρα; Mία ηρωίδα του χτες που απευθύνεται στο σήμερα και το μέλλον; Mία τραγική ηρωίδα ή απλά μία γυναίκα που πληρώνει για τα λάθη της; Μια μάντισσα; Μια πριγκίπισσα; Και γυναίκα; Είναι, άραγε μια γυναίκα πέρα από τις υψηλές ιδιότητες με τις οποίες την έχει επιφορτίσει ο μύθος;

Κι από την άλλη γιατί να μας ενδιαφέρει η ιστορία μίας γυναίκας, που τα ίχνη της χάνονται στους αιώνες; Η μήπως η ζωή της έχει πολλά σημάδια του σήμερα; Είναι μια γυναίκα αναγνωρίσιμη γύρω μας;

Ποιά η σχέση της Κασσάνδρας με τον συγγραφέα Μάνο Κοντολέων; Και οι δύο ψάχνουν τις λέξεις… Πρώτα εκείνες που θα πείθανε τους άλλους και μετά εκείνες που θα μπορούσανε να τους παρηγορήσουν.

Τον Μάνο και την Κασσάνδρα, την Κασσάνδρα και τον Μάνο.

Πώς τα ατομικά αδιέξοδα διαμορφώνουν μία στάση ζωής;

«Το να τολμάς  να οδηγείς στα άκρα τον ίδιο σου τον εαυτό – οι Θεοί δεν το συγχωρούν»
Υπάρχει μία μοίρα για τον καθένα  μας ή μήπως ο καθένας μας έχει την ελευθερία να διαλέγει από μόνος του τη ζωή που θα ζήσει;

Κάπου δίπλα στην Κλωθώ, τη Λάχεση, την Ατραπό περπατά και η Ευθύνη. Αυτή η μικρή θεά είναι που τελικά αποφασίζει.

Η Κασάνδρα αυτή την ευθύνη αποδέχτηκε και με το όνομά της θέλει να τη θυμούνται οι άνθρωποι των επόμενων γενιών.

«Πώς να μισήσεις τον εχθρό, όταν ξέρεις πολύ καλά πως θα πονέσει, όπως πονάνε και οι δικοί σου άνθρωποι;», αναρωτιέται η ηρωίδα του Κοντολέων. Και κάποια στιγμή αναφωνεί: «Αχ, εμείς, οι ανίσχυροι θνητοί –πιόνια είμαστε στις διαθέσεις των θεών.  Όμως, λέω πως ακόμα κι αν είσαι θνητός, μπορείς να έχεις  τη δυνατότητα επιλογών. Μπορείς να διαλέξεις τον θάνατο ή το τέλος που σου ταιριάζει».
Κι ο θεός Φοίβος σε άλλο σημείο της δίνει την απάντηση: «Το λάθος σου ήταν ότι πίστεψες πως οι άνθρωποι μπορεί να έχουν σωστή κρίση. Δεν έχουν», λέει ο Φοίβος στην Κασσάνδρα λίγο πριν τη σφαγή της.

Η Κασσάνδρα ανίσχυρη να αντιδράσει στα όσα συνειδητοποιεί ότι θα συμβούν αποτελεί για τον Κοντολέων το σύμβολο του ανθρώπου που μπορεί να δει με λογική αυτό που οι άλλοι πράττουν με παραλογισμό.

Η «μαύρη άμμος» της Κασσάνδρας είναι η επίγνωση όσων θα συμβούν, αφού μπορεί να διακρίνει νηφάλια ποιες θα είναι οι συνέπειες των ανθρώπινων πράξεων, που γίνονται υπό την κυριαρχία της συναισθηματικής φόρτισης.

Ο δραματικός εσωτερικός μονόλογος της Κασσάνδρας συντροφεύει τις τελευταίες σκέψεις της ίδιας αλλά και τους προβληματισμούς των σύγχρονων αναγνωστών και ακουμπά τους φόβους, τα πάθη, τα όνειρα κάθε αναγνώστη.

Τελειώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου νιώθει κανείς σαν να έχει μόλις βιώσει μία ιεροτελεστία κάθαρσης.

Και φυσικά η πένα του Μάνου Κοντολέων ζωγραφίζει επιδέξια τον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο της Κασσάνδρας. Η ποικιλία  αφηγηματικών τεχνικών, η συνεχής εναλλαγή των χρόνων από το παρόν στο παρελθόν αλλά και στο μέλλον, η επιτυχημένη χρήση επιθέτων και ουσιαστικών που καίρια περιγράφουν τους χαρακτήρες του έργου αλλά και η ενδελεχής έρευνα στα αυθεντικά κείμενα των αρχαίων τραγικών με τα οποία συνδιαλέγεται ελεύθερα, όπως κάθε δημιουργός έχει το δικαίωμα να κάνει, χαρίζουν στην Κασσάνδρα μία θέση μακριά από τη Μαύρη Άμμο της Λήθης και την εγκαθιστούν στον θρόνο της Μνήμης.

Ένα βαθιά φιλοσοφικό κείμενο που αποδεικνύει τη διαχρονικότητα των ανθρώπινων τύπων.Ίδιοι οι άνθρωποι από τα χρόνια της Κασσάνδρας μέχρι σήμερα.Τους ίδιους φόβους και τα ίδια όνειρα μοιράζονται.Δε θα μπορούσε λοιπόν η Κασσάνδρα να λείπει από τη σημερινή εποχή, όπου οι άνθρωποι αβέβαιοι για το μέλλον τους εναποθέτουν τη σωτηρία τους στον Θεό ή οι σύγχρονοι άνακτες θεωρούν πως δεν έχουν ανάγκη τον Θεό, αφού καταχράστηκαν τη θέση Του.

Η επίγνωση του τέλους που έρχεται χαρίζει στην Κασσάνδρα τη γαλήνη που χρόνια αποζητούσε, αλλά και την ικανοποίηση ότι ως άνθρωπος έπραξε το καθήκον της.

Προσπάθησε να ζήσει, να αγαπήσει, να προστατεύσει, παραπαίοντας ανάμεσα στα ανθρώπινα πάθη και την ανιδιοτελή αγάπη για την πατρίδα, τους ξένους, τους ανήμπορους, ακόμη και για τον εχθρό της. Μια ηρωίδα ,που αν και δεν έχει λευκό ποινικό μητρώο, τη δικαιώνουν στο τέλος οι πράξεις της.

Δεν είναι εύκολη ηρωίδα η «Κασσάνδρα» ούτε το βιβλίο είναι για να περάσεις ένα χαλαρό απόγευμα. Αντίθετα είναι ένα βιβλίο που θέτει προβληματισμούς, αφορμή για κουβέντα -με τον εαυτό μας ή με άλλους- βάζει το δάκτυλο στον τύπο των ήλων στρέφοντας τη ματιά του στα βάθη της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.

Με άλλα λόγια είναι ένα βιβλίο που σίγουρα θα αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στην ψυχή των αναγνωστών του.

5.6.18

Καλέ πνίγομαι!!!



Καλέ πνίγομαι, του Μάνου Κοντολέων
 -

Ο μπαμπάς της είναι από νησί, από μωρό μέσα σε μια θάλασσα. Η μαμά από το ορεινό χωριό, όμως, ούτε καν ξέρει να κολυμπά. Μπορεί ο μεγάλος της αδερφός να παραθέριζε στο πατρικό του μπαμπά και να έμαθε να κολυμπάει, αλλά όταν γεννήθηκε εκείνη, άρχισαν να παραθερίζουν στο ορεινό πατρικό της μαμάς. Και κατά την παράδοση του σογιού της μαμάς, ούτε η ξαδέρφη της η Ευδοκία ήξερα να κολυμπά αν και ήταν ήδη δεκατριών χρόνων.
Κάπως έτσι, οι τρεις τους, μαμά, ξαδέρφη και εκείνη η χαριτωμένη 7χρονη που αφηγείται, κινδυνεύουν να πνιγούν. Η μαμά δεν πατώνει, η μικρή παρασυρόταν με το σωσίβιο και η Ευδοκία ήθελε ντε και καλά να μάθει το ανάσκελο και… τα έμπλεξε τα πράγματα. Θα σωθούν από τον αδερφό της μικρής και την παρέα του. Αυτό ήταν. Όλο τις κορόιδευε από εκείνη την ημέρα. Και όταν θα βρεθούν στο χώρο υπεροχής της μικρής, το βουνό, εκείνη θα πάρει την μικρή καλοκαιρινή «εκδίκησή» της.
Μια αυθεντική καλοκαιρινή ιστορία, δίχως τάμπλετ, κινητά, τεχνολογία και κωδικούς, δίχως μυστήρια προς επίλυση και γνώσεις που κρέμονται σε κάθε τσαμπί σταφύλι. Μια ιστορία με θάλασσα και βουνό, με σωσίβιο και αμμουδιές, με σκορπιούς και μπάμπουρες, με χυμό αχλαδιών και ρίγανες, αδερφικά πειράγματα και φάρσες.
Γιατί μέχρι πρόσφατα ζούσαμε όλοι ή μας ήμασταν ακροατές τέτοιων στιγμών. Ζούσαμε. Δεν αναρτούσαμε. Γελάγαμε, θυμώναμε και δεν το κάναμε στα καπάκια βούκινο με κάποιο περισπούδαστο απόφθεγμα από πάνω. Το αληθινό καλοκαίρι, δίχως να υποτιμώ την θαυμάσια τεχνολογία που όλους μας βοηθάει, ζει σε ιστορίες σαν αυτή του Μάνου Κοντολέων.
Πατάκης. Από το καλοκαίρι του 2009, ξανά εδώ.

4.6.18

Ο Κώστας Καλημέρης στο literature.gr για την Κασσάνδρα και την Κουπέλα


Η Κασσάνδρα και η Μαύρη Άμμος του Μάνου Κοντολέων και  Ο Άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα του Θανάση Τριαρίδη είναι δύο μυθιστορήματα  που με διαφορά δεκαοκτώ χρόνων (το δεύτερο κυκλοφόρησε σε 1η έκδοση το 2000)  ανταλλάσσουν τις αξίες τους και φωτίζουν μια κρυφή αμφισημία, που διατρέχει τις δυο κορυφαίες ηρωίδες, την μυθική Κασσάνδρα της Τροίας και  την δασκάλα Δομένικα, μια νέα γυναίκα που βγαίνει απ’ το κουκούλι της μαγείας για να υποστηρίξει την ανάγκη να μάθουμε να μπαίνουμε στο μύθο, αναλαμβάνοντας το ρίσκο και τις ευθύνες .
Αυτή η Νέα Κασσάνδρα του Κοντολέων ,τραγική ηρωίδα, αφού εκπαιδευμένη και αφοσιωμένη μάντισσα στο θεό Απόλλωνα, δεν του δίνεται ερωτικά  και ζει μια μαρτυρική ζωή, ζει ρήξεις και ανοίγματα παρόμοια με την αλυσοδεμένη  συμβολικά Δομένικα, που παλεύει να σπάσει τα δεσμά  μιας ζωής προκαθορισμένης.
Και οι δυο ηρωίδες κουβαλούν το Μαγικό Δέρμα του Μπαλζάκ, τη ρητή δηλαδή εντολή να ζήσουν και να ολοκληρώσουν την αποστολή τους, με τέτοιο μοιραίο τρόπο, ώστε δέρματά τους εκπληρώνοντας τις επιθυμίες τους ,να συρρικνώνονται και να συντομεύουν ταυτόχρονα τις ζωές τους.
Ένα άρωμα της ταινίας Χορωδία ελευθερώνεται στην αίθουσα διδασκαλίας της Δομένικας, όπου το καθοριστικό στοιχείο είναι η αποπλάνηση που προκαλεί στους μαθητές της η δασκάλα, δημιουργώντας ένα ξυπόλυτο τάγμα μυθοποίησης και περιπέτειας, αφού τελικά η φαντασία των μαθητών  ταιριάζει με την προβολή των φαντασιώσεων των νάνων, που ανοίγοντας την κουρτίνα του μυθικού κόσμου, βρίσκουν αυτό που ήδη ήθελαν να ανακαλύψουν και είχαν ήδη τοποθετήσει πίσω της, την ανάγκη για την ύπαρξη της Χιονάτης.
Και τα δύο μυθιστορήματα ασχολούνται με την είσοδο του υποκειμένου στον αντικειμενικό κόσμο, ώστε μέσα σε ένα κόσμο ασύμμετρο και ρευστό, η ζωή μοιάζει με την Μαύρη Άμμο ,δηλαδή  αυτή την επικίνδυνη ζώνη  μέσα στην οποία αντικαθρεφτισμοί  παίζουν με το απροσδόκητο, το αναπάντεχο, το απρόβλεπτο. 
Δεν υπάρχει αληθινή ζωή  που να μην κρύβει ένα βαρύ καυμό, όπως λέει ο Ποντάλις, που να μη στιγματίζεται από άγχος αποχωρισμού και μια αδιάκοπη εργασία έρωτα, πένθους και απώλειας.
Τα δύο αυτά μυθιστορήματα που παίζουν ανάμεσα στον μαγικό και ποιητικό ρεαλισμό, που σε κάθε σελίδα τους παραμονεύει η έξοδος απ’ την ίδια την αφήγηση προς κάτι  Άλλο,  που σε αιφνιδιάζουν με ξαφνικές αντανακλάσεις του φανταστικού, μας δίνουν την εντύπωση πως ίσως, αν παραβλέψει κανείς την δραματική νεοελληνική ιστορία και τις ματωμένες σελίδες της που δέσμευσαν την λογοτεχνία μακριά απ’ το υπερπραγματικό ,  δημιουργώντας ένα πολιτικό, ηθογραφικό χρονικό το οποίο δεν έπρεπε να ξεφύγει απ’ τον ρεαλισμό, ίσως , λοιπόν, αυτό να είναι το μυθιστορηματικό είδος που χάθηκε στον δρόμο, δημιουργώντας μία πεζότητα η οποία είχε πάρει εντολή να μη συναντηθεί με τον μύθο. Ο φόβος της ψευδαίσθησης, η ψευδομαρξιστική αντίληψη πως  η ιδεολογία είναι ψευδής συνείδηση και κατακριτέα, απομάκρυνε την λογοτεχνία από τον αινιγματικό και μυστηριώδη τρόπο  με τον οποίο κείμενα, άνθρωποι και ζωή συνδέονται.
Η Κασσάνδρα και η Μαύρη Άμμος του Κοντολέων  θυμίζει Σολάρις  του Ταρκόφσκι. Είναι ένας χυλός  ενός πανάρχαιου αισθήματος μιας αγεφύρωτης σχέσης μέσα στην καρδιά της ύπαρξης, είναι ένα νοήμον Πεδίο, που μοιάζει με το συλλογικό ασυνείδητο, το οποίο χρόνια τώρα αφουγκράζεται συνταρακτικά παραληρήματα, απύθμενου βάθους ανθρώπινο σπαραγμό. Η Μαύρη Άμμος είναι μια Βιβλιοθήκη  ενοράσεων και προαισθημάτων, μια ριζική διαμάχη γνώσης, κατανόησης, τέχνης  της πειθούς, διάλογου με τα θύματα των τύψεών μας, τις Ερινύες μας, τα είδωλά μας, με ό,τι δεν θέλουμε να συναντηθούμε, με αυτά που θέλουμε να ξεχάσουμε. Είναι τα πάθη, οι αδυναμίες μας, οι δαίμονές μας, η μάχη μας να εξημερώσουμε το θηρίο μέσα μας. Αυτό είναι και το νήμα που συνδέει την Κασσάνδρα με την Κουπέλα ,  γιατί αυτός ο τεράστιος εσωτερικός  πλανητικός πόνος δεν μπορεί να εξορθολογιστεί πλήρως,  αλλά θα υπάρχει μέσα σε διχασμένους και ερειπωμένους ανθρώπινους κόσμους, μη κατορθώνοντας να συναντηθεί με την ιστορική συνείδηση, η οποία θα μένει πάντα μια ημιτελής ιστορία αγάπης.
Και η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο και  ο Άνεμος  σφυρίζει στην Κουπέλα αναζητούν αυτό που ο Ταρκόφσκι ονόμασε «εσώτερη έννοια του ανήκειν». Αυτή η επιστροφή του ψυχικού παράγοντα στο σώμα, μας υπενθυμίζει και στα δύο μυθιστορήματα πως το αόρατο δεν μπορεί ποτέ να γίνει ορατό χωρίς σωματοποίηση. Κι αυτή την ανάληψη ευθύνης του ρίσκου, αναλαμβάνουν αυτές οι δύο ηρωίδες, σύγχρονες γυναίκες, σημερινές, τονίζοντας τη σχέση που υπάρχει στον προσδιορισμό της θηλυκότητας ανάμεσα στην μάντισσα και δασκάλα. Αυτό δεν είναι μόνο  απόδοση τιμής στην  βασανισμένη γυναίκα , αλλά και μια κριτική του εικονικού, του κορέκτ και της  ασυναισθησίας που κατατρύχουν τους σύγχρονους άνδρες και γυναίκες.
Ο έρωτας, το πάθος, η απώλεια των αναστολών, μας σπρώχνει να μάθουμε να μπαίνουμε στον μύθο, να μη φοβόμαστε την παραμυθία, να μην αγαπάμε εκ του ασφαλούς, να μπαινοβγαίνουμε στον συλλογικό χώρο, να αντιμετωπίζουμε τον αφόρητο κοινωνικό έλεγχο.
Η Κουπέλα είναι ο λόφος  του μύθου, των δαιμόνων και των θαυμάτων, της  εξιχνίασης  του ανορθολογικού, είναι όμως κι ένα αχετυπικό νησί, μια Σπιναλόγκα, ένα ιστιοφόρο που ένα τεράστιο κύμα έριξε πάνω στο βουνό, μαζί με τα αγκαλιασμένα κουφάρια των λεπρών. Είναι ένας Ανεμοδαρμένος Λόφος, που θυμίζει τον Χίθκλιφ της Έμιλυ Μπροντέ,  για τον οποίο ο Καμύ κι ο Τέρι Ήγκλεντον είπαν πως συμβολίζει την κρυμμένη απογοήτευση, την χαμένη επανάσταση,  την  σύγκρουση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό. Γι’ αυτό παραμένει επίκαιρο το ερώτημα του Ταρκόφσκι, «θα κρυφτούν οι άνθρωποι ή θα μείνουν αληθινοί στους εαυτούς τους?»
Και  το Η Κασσάνδρα  στη Μαύρη Άμμο και το Άνεμος σφυρίζει στηη Κουπέλα είναι μελέτες πάθους, τελετουργιών μετάβασης, ένα οδυνηρό ρέκβιεμ  του απόλυτου και κλειστού «για πάντα», που ανατρέπουν όλες τις ισορροπίες. Οι δυο ηρωίδες ίναι ιέρειες –αμαζόνες που εξεγείρονται ενάντια στη συστημική βία, τον απόλυτο εξορθολογισμό, αποιδεαλιστικοποιούν την κοινότητα, αλλά και το δόγμα, αναλύουν την τρέλα και την  τυμπανοκρουσμένη, υπόγεια υστερία , που βγαίνει πιο μπροστά απ’ το κοινωνικό κατεστημένο, είναι διχασμένες γυναίκες που αποκαλύπτουν τη βία της γλώσσας και την ειλικρινή σχέση με τη γνώση και τη μη-γνώση.  Το πνεύμα τους έχει ενσαρκωθεί. Δείχνει τον κατασκευασμένο και ενδεχομενικό χαρακτήρα της ζωής. Κι όλο αυτό συμβαίνει και με τους ίδιους του συγγραφείς που χωρίς κανένα διδαχτισμό, κρατούν αποστάσεις απ’ τον εξουσιαστικό λόγο.
Και τα δύο μυθιστορήματα είναι τόποι δυνητικής λογοτεχνίας, που ξέρει να πηγαίνει εκεί που από πάντα κάτι της θυμίζει για να ψάξει το Αλλού. Την Διπλή Φλόγα του Οκτάβιο Πας, αλλά και την αληθινή Σπιναλόγκα, την δικαιοσύνη του λόφου-νησιού των αγκαλιασμένων λεπρών,  «γιατί στα χρόνια που ακολούθησαν… στη γούβα της Φωλίτσας  (πάνω στο λόφο της Κουπέλας), ερωτευμένοι γύρεψαν παράφορα αγκαλιάσματα, στερνά φιλιά, επιθανάτιους ρόγχους, προδότες και προδομένοι ξεψύχησαν μαζί,  επαναστάτες έκαναν στάχτη τα μυστικά της ήττας και της μελαγχολίας τους, δολοφόνοι νοστάλγησαν τα δάχτυλα της μάνας τους, κωφάλαλοι ληστές έθαψαν στο χώμα κλειστές κασέλες, τρελοί κι αλαφροίσκιωτοι  έβαλαν το κεφάλι τους μέσα σε τενεκέδες με αναμμένα κάρβουνα, κι έβγαλαν τα μάτια τους με τα ίδια τους τα δάχτυλα………» (Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα).
Αυτές ακριβώς τις εικόνες βλέπει και η Κασσάνδρα, στερημένη τη σεξουαλικότητά της, αλλά και την τέχνη της πειθούς, τον Λόγο, Προνόμιο Αντρικό, υποχρεωμένη να μιμείται παραληρηματικά μια γλώσσα που δεν είχε γεννηθεί ακόμα. «Το μέλλον»,  λέει η Κασσάνδρα, «μοιάζει με ένα άγραφο πάπυρο που ανθρώπινο χέρι δε μπορεί να γράψει τίποτα πάνω του». Και κάπου αναφέρει κάτι που μπορούσε να το πει καθαρά  και η  Δομενίκη, «αγνοούσα ακόμα  πως θα με κούραζε κάθε νόμιμο».
Ο μύθος είναι εργασία πάνω στη διαφορά, είναι αναμετασχηματισμός, ενώ η λογοτεχνία  τα νοσταλγεί  αυτά γιατί είναι η μήτρα της.
Κώστας Καλημέρης

Κριτικός λογοτεχνίας



Πρώτη ανάρτηση:
https://www.literature.gr/o-kostas-kalimeris-grafei-gia-tin-kassandra-sti-mayri-ammo-manos-kontoleon-amp-gia-to-o-anemos-sfyrizei-stin-koypela-thanasis-triaridis/