7.9.19

Αρχαιολογικά Παραμύθια



Εύη Παπαδοπούλου
Σειρά : Αρχαιολογικά Παραμύθια
«Το όνειρο του Νικία και της Μελίτης»
«Το ημερολόγιο των άστρων»
«Η υπόσχεση της Λευκής Θεάς»
Εικονογράφηση: Κατερίνα Βερούτσου
 Εκδόσεις Πατάκη

Τα βιβλία για παιδιά -είτε τα καθαρώς λογοτεχνικά, είτε και εκείνα που χαρακτηρίζονται ως Βιβλία Γνώσεων- έχουν συχνά βασίσει τις αφηγήσεις τους πάνω σε θέματα της μυθολογίας ή και της αρχαία ιστορίας μας.
Ένας κόσμος πλούσιος σε γεγονότα και χαρακτήρες είναι αυτός που μας έχει κληροδοτηθεί και που είναι απολύτως φυσιολογικό να αποτελεί την πρώτη ύλη μιας νέας αφήγησης από τους σύγχρονους συγγραφείς της παιδικής λογοτεχνίας.
Αλλά το παιδαγωγικό σύστημα με την οποία οι νεοέλληνες γνωρίζουν την πολιτιστική τους κληρονομιά, δεν προτρέπει τους δημιουργούς (αλλά και τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς)  να αντιμετωπίσουν το παρελθόν με μια κάπως ελεύθερη ως προς την απόδοσή του άποψη. 
Έτσι, λοιπόν, η χρήση του σε μια νέα μυθιστορηματική σύνθεση δεν τολμά -εμποδίζεται πιο σωστά- να το δει με πλέον ανθρώπινες διαστάσεις, αντίθετα το αντιμετωπίζει με μια διάθεση στερεοτυπικής προσέγγισης -κυρίως σε ότι αφορά τα πρόσωπα. Αυτά παρουσιάζονται πάντα ή με παράτολμα επιτεύγματα  ή με συμβολικές προσεγγίσεις.
Ελάχιστα είναι το λογοτεχνικά βιβλία για παιδιά που επανατοποθετούν ήρωες και συμβάντα της μυθολογίας και της αρχαιότητας. Ελάχιστα -και πρόχειρα μου έρχεται ένα μόνο στο νου. Το μυθιστόρημα «Το σκλαβάκι της Κνωσού» της Ελένης Κατσαμά (Εκδ. Πατάκη)
Σίγουρα δεν θα είναι το μόνο, αλλά επίσης βέβαιο είναι πως τα γεγονότα και οι χαρακτήρες που φτάνουν στα παιδιά από τους αρχαίους χρόνους μέσα από σημερινά μυθιστορήματα και άλλες διηγήσεις βραχείας φόρμας,  εξαντλούνται σε μια σχηματική περιπέτεια (συνήθως αρχαιοκαπηλίας) ή σε μια καλυμμένη με λογοτεχνικό ένδυμα απλοϊκή καταγραφή γεγονότων.
Αλλά αν θέλει κάποιος να μυήσει ένα παιδί στις συνθήκες ζωής των αρχαιολογικών χρόνων, χωρίς να κινδυνεύει να περιγράψει στερεοτυπικούς χαρακτήρες, ίσως θα έχει νόημα να στραφεί πρώτα στο αρχαιολογικό γεγονός και στη συνέχεια να προσπαθήσει  ενός αυτού του γεγονότος  να τοποθετήσει τους ήρωές του. Με άλλα λόγια να μην είναι πρωταγωνιστής ο άνθρωπος, αλλά η περίοδος και ακόμα πιο συγκεκριμένα ένα γεγονός αυτής της περιόδου.
Πάνω σε αυτήν την τόσο απλή, μα και τόσο αποδοτική και γόνιμη ιδέα η Εύη Παπαδοπούλου έχει γράψει αυτές τις τρεις ιστορίες που κυκλοφορούν ξεχωριστά η κάθε μιας τους κάτω από τον γενικό τίτλο «Αρχαιολογικά Παραμύθια».
Αρχαιολόγος η ίδια, εξηγεί στο προλογικό σημείωμα:
«Τα Αρχαιολογικά Παραμύθια αποτελούν πρωτότυπες ιστορίες, βασισμένες σε αληθινούς αρχαιολογικούς χώρους και ευρήματα, με απώτερο σκοπό τους την πρόσληψη γνώσης για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό με έναν απλό, ευχάριστο και μοναδικό στο είδος του τρόπο -το παραμύθι.»
Κρατώ από το μέρος αυτό του εισαγωγικού σημειώματος δυο λέξεις -χώρος και παραμύθι.
Η συνύπαρξη αυτών των δύο αυτόματα αφήνει ελεύθερο το συγγραφικό ερέθισμα να εκφρασθεί. Ο χώρος είναι δεδομένος και έρχεται η φαντασία να του χαρίσει μια νέα διάσταση στην προσέγγισή του.
Ο κάθε είδους διδακτισμός υποχωρεί, εξαφανίζεται. Ο χώρος διατρέχει τους αιώνες και γίνεται προσπελάσιμος από τον σημερινό αναγνώστη καθώς φιλοξενεί  χαρακτήρες που αν και μέσα στις κοινωνικές δομές του τότε ζούνε και πράττουν, αναπνέουν με  τις συνθήκες που ανασαίνει ο σημερινός άνθρωπος.
Τα τρία βιβλία της σειράς βασίζονται: στα Πύθια των Δελφών, στο ναυάγιο των Αντικυθήρων και στο ανάκτορο της Πύλου. Οι ήρωές τους δεν είναι πρόσωπα ιστορικά. Αλλά κινούνται εντός της Ιστορίας.
Ο αναγνώστης κατά κάποιο τρόπο τους γνωρίζει προσωπικά,  συμπάσχει μαζί τους. Κι έτσι οι χώροι δράσης δεν είναι πια απλώς εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, αλλά πεδία όπου κάποιοι άνθρωποι σε αυτούς  τους χώρους κάποτε και ζήσανε και ερωτεύτηκαν και ονειρευτήκανε και δημιουργήσαν.
Οι τρεις ιστορίες έχουν την τύχη να στολίζονται  με τις ασπρόμαυρες συνθέσεις της Κατερίνας Βερούτσου, αλλά πάνω απ΄ όλα έχουν προικιστεί με μια ιδιαίτερα πλούσια γλώσσα.
Τυχαία επιλέγω κάποιες φράσεις:
Για μέρες πολλές τριγύρναγε στα δάση, με μάτια λουσμένα από δάκρυα, κουβαλώντας απόγνωση στην ψυχή της. Κι όταν ξέπνοη καθόταν  να ξαποστάσει, μεταμόρφωνε το παράπονο και τον λυγμό της σε μελωδία.
Δεν θέλω να γενικεύσω, αλλά και δεν μπορώ να μην επισημάνω το γεγονός πως αυτές οι τόσο ποιοτικές λογοτεχνικές ιστορίες έχουν γραφτεί από μια αρχαιολόγο. Καμιά φορά η έκπληξη έρχεται από εκεί που δεν την περιμένει κανείς… Ή μήπως -για κάποιους λόγους που δεν είναι του παρόντος να σχολιαστούν- θα έπρεπε να το αναμέναμε;


Πρώτη ανάρτηση:

2.9.19

Συνέντευξη στο Η Πόλη Ζει




Υπάρχει μία πρόταση που έχετε γράψει που να μπορεί να αντικαταστήσει τη ζωή σας; (σαν να συστήνεστε δηλαδή)
-         Από τη χρονιά που έγραφα το μυθιστόρημα «Μάσκα στο φεγγάρι» έχω επιλέξει τη φράση Τίποτε από εμένα δε φαίνεται. Είναι μια φράση που χαρακτηρίζει τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος μου και που προέχεται από την μετάφραση του «Άμλετ» από τον Γιώργο Χειμωνά.   Την επέλεξα γιατί πιστεύω πως απόλυτα εκφράζει εμένα -τόσο ως συγγραφέα, όσο και ως άτομο.


Βιβλία για παιδιά ή για μεγάλους; Τι σας αρέσει περισσότερο να γράφεται;
-         Και πάλι με φράσεις που υπάρχουν στην ιστοσελίδα μου (www.kontoleon.gr) θα σας απαντήσω.  Όταν είμαι -ή θέλω να είμαι- αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά. Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους. Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες.
Και πιστέψτε με, δεν μπορώ να καταλάβω πως δεν υπάρχουν περισσότεροι συγγραφείς που να γράφουν  και για μικρούς και για μεγάλους. Η γραφή είναι μια μορφή επικοινωνίας με τους άλλους. Και γύρω μας υπάρχουν άτομα διαφορετικών ηλικιών. Με όλα θέλω να συνομιλώ, αφού άλλωστε προτού γίνω ενήλικας υπήρξα και παιδί και έφηβος.
Ποιο είναι το αγαπημένο σας βιβλίο και γιατί; (από αυτά που έχετε γράψει)
-         Δύσκολα ξεχωρίζει κανείς κομμάτια της ψυχής του. Κι αν το κάνει, είναι μια εντελώς προσωπική του άποψη. Δε νομίζω πως θα πρέπει ενδιαφέρει τους αναγνώστες μου ποιο εγώ αγαπώ περισσότερο από τα βιβλία μου. Αφού άλλωστε έχω αναγνωρίσει το δικαίωμα -την εξουσία πιο σωστά- των αναγνωστών μου να έχουν τις δικές τους επιλογές και να κάνουν τις δικές τους κατατάξεις.


Αν μπορούσατε να διαλέξετε ένα, ποιο θα ήταν αυτό, να μπορείτε να γράφεται χρησιμοποιώντας την τέχνη της παρατήρησης ή να γράφεται με τη ψυχή σας;
-         Γράφω σημαίνει κατανοώ… Ή τουλάχιστον προσπαθώ να κατανοήσω και τον άλλο, μα και τον ίδιο τον εαυτό μου. Αλλά παράλληλα η γραφή είναι και μια ιδιαιτέρως απαιτητική κατασκευή. Οπότε και η λογική και το συναίσθημα συνοδοιπορούν κατά τη διάρκεια της συγγραφής του κάθε κειμένου.


Μπορεί ένας νέος του σήμερα να ζήσει καθαρά και μόνο από τη λογοτεχνία ή και με κάποιο άλλο παρακλάδι της;
-Ναι , νομίζω πως σήμερα θα μπορούσε. Αλλά όσο κι αν αυτό δείχνει να έχει μια ελευθερία ως προς το να συνυπάρχει η έκφραση του ταλέντου σου με τις ανάγκες βιοπορισμού σου, από την άλλη μπορεί να είναι και μια μορφή υποδούλωσης της ελεύθερης έκφρασης στην κατ΄ ανάγκη καθημερινή ενασχόληση με το συνταίριασμα των λέξεων. Προσωπικά από τα 40 χρόνια  συγγραφικής μου ενασχόλησης, κοντά στα 30 από αυτά έχω καταφέρει να συνταιριάζω την υπαλληλική οντότητα με τη συγγραφική παρουσία. Συχνά μου ήταν βαρύ το φορτίο αυτό. Αλλά και πολλές φορές με κρατούσε σε μια συγγραφική ελευθερία.



Τεχνολογία και λογοτεχνία πώς (από)συνδέονται;
-         Όπως πάντα τα καταφέρνανε να συνυπάρχουν. Λογοτεχνία και τεχνολογία έχουμε και στα έργα του Βερν, έχουμε και στα έργα του του Κλάρκ ή του Κινγκ. Η τεχνολογία είναι που καθορίζει τη ζωή μας και η λογοτεχνία καταγράφει τις αντιδράσεις μας.


Εσείς διαβάζεται e-book;
-Σπάνια. Αν και όλα μου σχεδόν τα έργα μπορεί κάποιος να τα διαβάσει και σε ηλεκτρονική μορφή. Αλλά εγώ ανήκω σε μια γενιά που έχει εξοικειωθεί  με το χαρτί. Ο εγγονός μου θα έχει αποκτήσει μια παρόμοια σχέση με την οθόνη. Δε με προβληματίζει κάτι τέτοιο. Για μένα σημαντικό είναι να εξακολουθούν τα άτομα να θέλουν να αφηγηθούν και να τους αφηγηθούνε.


Πώς φαντάζεστε το μέλλον του βιβλίου σε δέκα χρόνια;
-Νομίζω πως για τα επόμενα δέκα χρόνια σημαντικές αλλαγές δε θα γνωρίσουμε. Για τα επόμενα είκοσι ή πενήντα;… Ποτέ μου δεν κατάφερα να γράψω έργο επιστημονικής φαντασίας.

Πώς άραγε θα είναι ένα βιβλιοπωλείο το 2100;
-Ζω το 2019… Και θέλω τα βιβλιοπωλεία που επισκέπτομαι να έχουν όσα περισσότερα γίνεται βιβλία από αυτά που σε μένα αρέσουν.


Ο Μάνος Ελευθερίου είχε πει, «Τα τραγούδια που 'χω γράψει τα φοβάμαι / μήπως βγούνε κάποια μέρα αληθινά», πιστεύεται το ίδιο και για τα γραπτά-βιβλία σας;
-Εφέτος και καθώς συμπληρώνονται 40 χρόνια συγγραφικής μου παρουσίας, έγραψα με ένα διαφορετικό τρόπο το πρώτο μου βιβλίο. Διαφορετικό ως προς τις τεχνικές αφήγησης και δόμησης. Όχι ως προς τις ιδέες. Αυτά που τότε υπερασπιζόμουνα, εξακολουθούν να θέλουν την υποστήριξή μου. Κι αυτό με κάνει να λυπάμαι. Είναι συχνά κουραστικό μια επανάσταση να μην ολοκληρώνεται… 


Εσείς τι μουσική ακούτε; Γράφεται με “συνοδεία” μουσικής;
-Αν ακούω μουσική (συχνά το κάνω, αλλά όχι και πάντα) είναι συνήθως προκλασική. Επιλογές από του youtube.


Με τι θα ανταλλάζεται ένα βιβλίο που έχετε γράψει;
-Γιατί να το ανταλλάξω; Αν χρειάζεται να αφιερώσω σε κάποιον ένα  βιβλίο μου, θα γράψω ένα νέο.


Πείτε μου τρία επαγγέλματα που θα ήσασταν σε μία άλλη ζωή; (πέρα από τη λογοτεχνία δηλαδή)
-Ηθοποιός, ζωγράφος, ψυχαναλυτής… Ή και μπορεί ναυτικός, ορειβάτης, αστροναύτης…



Πού συχνάζετε στην Αθήνα;
-Δεν κυκλοφορώ πολύ. Μένω και κάπως μακριά από το κέντρο. Αλλά έτσι κι αλλιώς η ζωή στο σπίτι μου αρέσει. Γράφω, διαβάζω, σερφάρω, τηλεφωνώ και τα βράδια βλέπω ταινίες.

Πρώτη ανάρτηση:
Γιώργος Ιατρίδης

7.8.19

Ο Πέδρο και ο Πορτοκαλεώνας





Δυο βιβλία τόσο ανόμοια μεταξύ τους που και γι αυτό αποδεικνύουν πως η λογοτεχνία μήτε μπαίνει σε καλούπια αξιολογήσεων, μήτε όμως και αμφισβητεί το γεγονός πως τελικά η διαφορετικότητα είναι η μάνα της δημοκρατικής ανάγνωσης.
Γράφει ο Καλημέρης: "Αν κάποιος θέλει να ερμηνεύσει ένα κείμενο, είναι καλό να γνωρίζει πως το ασυνείδητο σκέφτεται και μιλάει" και με κάποια τέτοια λόγια χάριζει ένα βιβλίο που δένεται μαζί σου και γίνονται τα λόγια του σκέψεις σου και έτσι αδιαφορείς αν πρέπει να το κατατάξεις στα μυθιστορήματα ή στα φιλοσοφικά δοκίμια.
Αλλά από την άλλη πλευρά της Υδρογείου, ο Tremblay έρχεται και σου υπενθυμίζει πως... "Όχι, ούτε λόγο χρειάζεσαι ούτε λογική, για να κάνεις αυτό που πιστεύεις πως είναι το καθήκον σου" και με μια τέτοια θέση γράφει ένα μυθιστόρημα για την τρομοκρατία που σπαράζει από ανθρωπιά και ενδοσκόπηση.
Δυο βιβλία -και τα δυο με σοφία γραμμένα.
"Οι πιο όμορφες ιστορίες είναι αυτές που στο τέλος σου δωρίζουν τη μοναξιά του κενού" -ισχυρίζεται ο Πέδρο. Και μέσα στον Πορτοκαλεώνα κάποιος σε παρηγορεί: "Σου μιλώ κι έχω την ειρήνη στο στόμα"
Αναγνώσεις ενός γκαστρωμένου καλοκαιριού.

29.7.19

40 χρόνια... Έψαχνα πάντα τον Άλλον



Μια ιστορία του Φιοντόρ * Οι δυο τους κι άλλοι δυο
Γάντι σε ξύλινο χέρι * Το 33 * Πέτρινα καθίσματα


-Μάνος Κοντολέων : 40 χρόνια… Έψαχνα πάντα τον Άλλον-

                         Από τις Εκδόσεις Πατάκη


Ναι, έψαχνα αυτόν τον άλλον, γιατί ήθελα -α, πόσο το ήθελα!-  κι από αυτόν να με αναζητήσει.

                                                       *******
Μια ιστορία του Φιοντόρ
Ένα μυθιστόρημα για την αποδοχή του άλλου. Μια ιστορία που ξεκινά από ένα βιβλίο του Ντοστογιέφσκι για να αγγίξει τον σύγχρονο αναγνώστη.

Οι δυο τους κι άλλοι δυο
Ένα μυθιστόρημα που ψάχνει να ενώσει δυο γενιές, δυο εποχές… Ένα πατέρα με την κόρη του… Μπορεί όμως και μια κόρη με τον πατέρα της

Γάντι σε ξύλινο χέρι
Μια συλλογή διηγημάτων -ιστορίες παιδιών μιας γειτονιάς. Καθημερινές στιγμές του χτες, που όμως θα πλάσουν τους ενήλικες της επόμενης μέρας

Το 33
Ένα μυθιστόρημα που… ‘ακούει’ το τι λένε οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του. Τα γεγονότα που προηγούνται μιας οικογενειακής κρίσης. Και τελικά ποιος θα αποφασίσει για το τέλος της ιστορίας;

Πέτρινα καθίσματα
Μια συλλογή διηγημάτων -όλα εμπνευσμένα από αρχαίες τραγωδίες. Από την Ιφιγένεια στην Ανδρομάχη και στον Ρήσο, από τον Φιλοκτήτη στον Προμηθέα, από την Ελένη στην Άλκιστη. Πρόσωπα του αρχαίου δράματος που φτάνουν στις μέρες μας μέσα από μια νέα αφηγηματική υπόσταση.


26.7.19

Μιχάλης Μακρόπουλος «Μαύρο Νερό»


Μιχάλης Μακρόπουλος
«Μαύρο Νερό»
Εκδόσεις Κίχλη




Ο Μιχάλης Μακρόπουλος έχει αποφασίσει πως ο συγγραφικός τόπος του είναι η ορεινή και άγονη περιοχή της Ηπείρου -τα ξεχασμένα χωριά του Πωγωνίου.
Κάπου εκεί ήταν και ο τόπος όπου διαδραματιζότανε η ιστορία της προηγούμενης νουβέλας  της  «Τσότσιγια» και αυτός είναι και πάλι ο χώρος που ζούνε οι ήρωες του νέου βιβλίου.
Ένας πατέρας κι ο ανάπηρος γιος του, με όπλο την αγάπη που τρέφουν ο ένας για τον άλλον, παλεύουν να επιβιώσουν σ' ένα χωριό που ερημώνει, στα βουνά της Ηπείρου. Γύρω τους έχει συντελεστεί μια οικολογική καταστροφή* το νερό πλέον δεν πίνεται, τα ζώα και τα φυτά είναι δηλητηριασμένα.
Με αυτά τα λόγια (δάνειο από το οπισθόφυλλο της έκδοσης) ο αναγνώστης ξεκινά την ανάγνωση και πολύ σύντομα θα αφεθεί στη γοητεία μιας αφήγησης που είναι απόλυτα χρωματισμένη με μαύρες και γκρι αποχρώσεις.
Μια σκοτεινή ιστορία επιβίωσης ανθρώπων που ένα απόμακρο κράτος τους εγκαταλείπει αφού πρώτα τους έχει αφαιρέσει το παρελθόν τους. Ο τόπος τους υπήρξε θύμα μιας αλόγιστης μα και αποτυχημένης  τεχνολογικής εκμετάλλευσης και εκεί όπου κάποτε μια μικρή κοινωνία ζούσε τώρα έχουν απομείνει ελάχιστα άτομα – όλοι τους ηλικιωμένοι και γέροι και μαζί τους ένας ανάπηρος έφηβος.
Μια χούφτα άνθρωποι που σε πείσμα κάθε τεχνοκρατούμενης λογικής αρνούνται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Σχεδόν όλοι τους -ο καθένας με τη σειρά του- θα προτιμήσουν στον τόπο τους να πεθάνουν, όχι μόνο γιατί δεν έχουν με άλλον διαφορετικό τρόπο  μάθει να ζούνε, αλλά γιατί αισθάνονται πως στην ουσία δεν υπάρχουν αν αποκοπούν από το ταπεινό μα ολότελα δικό τους παρελθόν.
Μια κοινωνία που αντιστέκεται ή που αυτοκτονεί;
Ο Μακρόπουλος  δεν θέλει να πάρει θέση. Καθώς περιγράφει τις αποφάσεις του καθενός, δείχνει πως τις σέβεται είτε αυτές οδηγούν στον συμβιβασμό είτε στην ολοκληρωτική άρνηση.
Γιατί τελικά οι άνθρωπος που γεννήθηκε μέσα στην παρθένα Φύση τη δική της μοίρα ακολουθεί -όταν αυτή συμβιβάζεται, συμβιβάζεται  κι εκείνος, όταν αυτή αντιστέκεται ή πεθαίνει, το ίδιο κι αυτός πράττει.
Μα πέρα από μια τέτοια ανάγνωση της νουβέλας, αξίζει νομίζω να επιχειρήσει κανείς και μια συγκριτική σε σχέση με την «Τσότσιγια».
Στη νουβέλα του 2017 οι πρωταγωνίστριες είναι μια μάνα και μια κόρη που βρίσκονται αντιμέτωπες με μια φαλλοκρατική καταπίεση εντός οικογενειακής δομής. Εκεί τη λύση – κάθαρση θα τη φέρει μια άλλη γυναικεία μορφή που θα έχει τα διακριτικά ονειρικής παρουσίας.
Στο «Μαύρο Νερό» έχουμε άντρες ως πρωταγωνιστές οι οποίοι θα αντιμετωπίσουν την αναλγησία μιας κοινωνίας που με φαλλοκρατική υπεροψία ασεβεί. Αλλά και πάλι τη λύση – κάθαρση θα τη φέρει μια γυναίκεια μορφή. Όχι όμως με μεταφυσική οντότητα, αλλά απολύτως γήινη.
Ο Μακρόπουλος -αυτή τη συγκριτική  ανάγνωση των δύο κειμένων επιλέγω- προκρίνει ως κατάθεση λύτρωσης απέναντι σε μια  ατομική ή συλλογική βίαιη ανδροκρατούμενη συμπεριφορά, τη θηλυκή οντότητα -θεά, όραμα ή γυναίκα έστω και άρρωστη.
Είναι χαρακτηριστικές οι τελευταίες φράσεις στο «Μαύρο Νερό»
Μέσα στη νύχτα, εκείνη μπήκε στην κάμαρα το Πατέρα και πλάγιασε δίπλα του
«Είμαι άρρωστη», του ‘πε σιγανά. Κι έπειτα: «Όσο κρατήσει…»
Πέρα από την όποια μορφής ανάγνωση, το κείμενο διαθέτει τη γνωστή λιτή μα και δυνατή γραφή του Μακρόπουλου. Μα και την ελεγχόμενη συναισθηματικότητά του.
Γραφή ορεινή -κάπως έτσι θα τη χαρακτήριζα.

 Πρώτη ανάρτηση:






25.7.19

Η Τριλογία της Κρήτης


Πολυχρόνης Κουτσάκης
Η Τριλογία της Κρήτης
-         «Καιρός για ήρωες», 2013
-         «Μια ανάσα μόνο», 2015
-         «Δεν είσαι εδώ», 2016
Εκδόσεις Πατάκη

                        Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

Ο Πολυχρόνης Κουτσάκης είναι μια ιδιότυπη περίπτωση συγγραφικής παρουσίας στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, κυρίως εκείνης που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως  αστυνομική, αλλά παράλληλα  κι αυτής που θα τη χαρακτηρίζαμε ως  λογοτεχνία cross over ή και ακόμα λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες (young adults).
Η ιδιοτυπία του έχει να κάνει και με τον τρόπο που συνθέτει τα μυθιστορήματά του, αλλά και με την θεματική τους, όπως και με τους τόπους έκδοσής τους.
Αντιγράφω στοιχεία από το βιογραφικό σημείωμα του έτσι όπως ο ίδιος το έχει συντάξει και το έχει τοποθετήσει στην προσωπική του ιστοσελίδα (http://www.polkoutsakis.com)
Ο Πολυχρόνης Κουτσάκης γράφει μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και κινηματογραφικά σενάρια. Γεννήθηκε το 1974 στα Χανιά.
Από τον Ιανουάριο του 2016 ζουν με το κορίτσι του, την κόρη και τον γιο του στο Περθ της Αυστραλίας, δίπλα στον Ινδικό Ωκεανό. Παλιότερα ζούσαν στα Χανιά και ακόμα παλιότερα κοντά στους καταρράχτες του Νιαγάρα, στο Οντάριο του Καναδά.

Ο Πολυχρόνης τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Εφηβικού Βιβλίου 2016 για το μυθιστόρημά του ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΜΟΝΟ
Για το ίδιο μυθιστόρημα τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερου εφηβικού μυθιστορήματος για το 2016, του περιοδικού "Αναγνώστης". Το ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΜΟΝΟ είναι το 2ο βιβλίο της αστυνομικής "Τριλογίας της Κρήτης" η οποία ξεκίνησε με το  ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΗΡΩΕΣ και έκλεισε με το ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ

To νέο του αστυνομικό μυθιστόρημα ΤΟ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΟ ΤΕΛΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Πατάκη.

Η σειρά των αστυνομικών μυθιστορημάτων του Πολυχρόνη που διαδραματίζονται στην Αθήνα της μεγάλης ελληνικής κρίσης
και έχουν πρωταγωνιστή τον ηθικό επαγγελματία δολοφόνο Στράτο Γαζή εκδίδεται από τον εκδοτικό οίκο Bitter Lemon Press, που έχει έδρα στο Λονδίνο

To ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΜΠΛΟΥΖ, το πρώτο βιβλίο της σειράς, εκδόθηκε μέσα στο 2017 στην Αγγλία, στις ΗΠΑ,
στην Αυστραλία και στην Ελλάδα. Μπορείτε να διαβάσετε τις κριτικές για το βιβλίο εδώ  

Το 2ο βιβλίο της σειράς είναι το BABY BLUE, που εκδόθηκε στην Αγγλία, στις ΗΠΑ και στην Αυστραλία το 2018.

Ο Πολυχρόνης έχει τιμηθεί ακόμα με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Θεατρικού Έργου 2007 για το θεατρικό του έργο Σύστημα Ρολόι και με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Θεατρικού Έργου 2005 για το θεατρικό του έργο Όταν ήταν ευτυχισμένος, που έχει σαν θέμα την ζωή του Ελευθέριου Βενιζέλου. Άλλα θεατρικά έργα του έχουν ανέβει και βραβευθεί στην Νέα Υόρκη και σε άλλες πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Αγγλίας.

Μιλάμε, λοιπόν, για ένα πολυσχιδή σύγχρονο Έλληνα συγγραφέα που κινείται όμως με άνεση και στους εκδοτικούς κύκλους του εξωτερικού. Έχουμε, ακόμα, να κάνουμε με ένα σύγχρονο Έλληνα συγγραφέα που στηρίζει την πλοκή των έργων του πάνω στο απόλυτο κοινωνικό τώρα. Και τέλος ο Κουτσάκης δείχνει να αδιαφορεί -όσον αφορά τον τρόπο που γράφει- αν τα μυθιστορήματα του έχουν συγκεκριμένες προδιαγραφές για να ενταχθούν σε σειρές ενήλικες λογοτεχνίας ή σε καταλόγους βιβλίων για νέους.
Στα θεμελιακά στοιχεία της συγγραφικής ταυτότητας του Χανιώτη συγγραφέα δεν  τοποθετώ και εκείνο που θα τον χαρακτήριζε ως συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας. Κι αυτό γιατί θεωρώ πως  αν και στα περισσότερα από τα μυθιστορήματα του Π. Κ. υπάρχει μια έντονη πλοκή σχεδόν αστυνομικής υφής, εντούτοις εκείνο που κυριαρχεί μέσα στην εξέλιξη της ιστορίας κάθε βιβλίου δεν είναι το μυστήριο, αλλά ο έρωτας και γενικότερα οι διαπροσωπικές σχέσεις και μέσα από αυτές ο φωτισμός κοινωνικών δομών και πιο πίσω ακόμα μια υπαρξιακή θα την χαρακτήριζα ανάπτυξη της πάλης καλού  - κακού.
Για λόγους οικονομίας (αν και όχι μόνο) αυτού του σημειώματος θα αναφερθώ στα τρία μυθιστορήματα που συνθέτουν την Τριλογία της Κρήτης.
Νομίζω πως με την ολοκλήρωση της Τριλογίας του, ο Κουτσάκης προσθέτει με το δικό του τρόπο την επιβεβαίωση αυτών των στοιχείων που αποτελούν τα κεντρικά γνωρίσματα της λογοτεχνίας cross over ή με μια παλαιότερη ορολογία διατύπωσης, τη λογοτεχνία ενηλικίωσης και μαθητείας.
Οι κεντρικοί ήρωες των έργων είναι έφηβοι που ετοιμάζονται να εισέλθουν στην περίοδο της πρώιμης νεότητας.
Οι συνθήκες που αντιμετωπίζουν τους φέρνουν αντιμέτωπους με μια συνεχώς μεταβαλλόμενη κοινωνία μέσα στην οποία αναζητούν τη δική τους θέση. Αυτή η κοινωνία έχει συγκεκριμένο όνομα -τα Χανιά διαπερνούν και τα τρία έργα και ασφαλώς δεν είναι ο μόνος λόγος που χρησιμοποιούνται το ότι ο Π. Κ. κατάγεται από αυτή την πόλη.
Ακόμα, οι σχέσεις των εφήβων πρωταγωνιστών με το οικογενειακό περιβάλλον είναι σχέσεις αντίθεσης -στην ουσία σχέσεις που έχουν την διάθεση επαναπροσδιορισμού τους.
Τη στάση  τους απέναντι στα κοινωνικά φαινόμενα τη διακρίνει μια διάθεση αντίθεσης και καταγγελίας.
Στα συγκεκριμένα βιβλία , ο τρόπος σκέψης που τα καθορίζει και μαζί με αυτόν και η εκφορά της δόμησης του λόγου  (και τα τρία μυθιστορήματα έχουν γραφτεί με τη χρήση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης) είναι απόλυτα σύγχρονοι, χωρίς όμως να μην αναζητούν μια διαχρονικότητα καθώς αποφεύγουν τη χρήση περιστασιακών εποχιακών εκφράσεων .
Η πλοκή -συχνά να ξεπερνά τα όρια της αληθοφάνειας- δεν στηρίζεται σε μια αφελή ενατένηση της εφηβείας, αλλά είναι παρόμοια με αυτήν που θα συναντήσει  ο αναγνώστης των ‘ενήλικων’ νουάρ μυθιστορημάτων.
Με όλα αυτά τα συγγραφικά εφόδια, τα τρία αυτά μυθιστορήματα ξεφεύγουν από τα στενά όρια ενός περιπετειώδους νεανικού αφηγήματος και τηρουμένων των αναλογιών της εποχής μας και του όποιου ήθους αυτή διαθέτει, μπορεί να θεωρηθούν αντίστοιχα με τα έργα που περιγράφουν της περιπέτειες του Τομ Σόγιερ και του Χακ Φιν.
Μόλις στην προηγούμενη παράγραφο έγραψα : τηρουμένων των αναλογιών της εποχής μας και του όποιου ήθους αυτή διαθέτει. Και με αυτή τη διατύπωση θα ήθελα να σημειώσω πως αν κάτι προσδίδει στην Τριλογία της Κρήτης μια ιδιότυπη αξία είναι το ότι τη στάση/ σκέψη των εφήβων που πρωταγωνιστούν δεν τη χαρακτηρίζει μια πολιτική προσέγγιση αλλά μια κοινωνική καταγραφή.
Είναι χαρακτηριστικό της εποχής όπου γράφονται αυτά τα έργα, των χρόνων όπου βιώνουν την εφηβεία τους οι πρωταγωνιστές τους. Ασφαλώς και απέχει πολύ αυτή η στάση από εκείνη που θα συναντήσουμε στα μυθιστορήματα των πρωτοπόρων της cross over λογοτεχνίας (πχ Κόρμιερ ή Γκόλντινγκ), αλλά είναι πολύ κοντά  (όπως σε προηγούμενο σημείωμά μου επεσήμανα) με τα έργα σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων του είδους.
Δεν θέλω να αξιολογήσω το φαινόμενο. Θεωρώ πως η καλή λογοτεχνία  εκφράζει την εποχή όπου γράφεται και μέσα από τα έργα της, αυτή η εποχή άλλοτε αυξάνει τη δυναμική της κι άλλοτε πάλι περιορίζει τα λάθη της.
Τα τρία μυθιστορήματα της Τριλογίας της Κρήτης του Πολυχρόνη Κουτσάκη ως ευαίσθητοι και εύστοχοι παλμογράφοι καταγράφουν αυτές τις διακυμάνσεις της ελληνικής κοινωνίας των πρώτων χρόνων του 21ου αιώνα και γι αυτό  ιδιαίτερη θέση κατέχουν στο τομέα των μυθιστορημάτων cross over.





16.7.19

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα



1)Κύριε Κοντολέων, ζείτε τις χρονιές της απόλυτης καταξίωσης, ημερίδες για σας στο Πανεπιστήμιο, ειδικές βραβεύσεις, διθυράμβους για την «Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο», μαζί σας ξαναδιαβάζουμε τους κλασικούς, το παιδικό βιβλίο έχει το όνομά σας, τι απομένει να κατακτηθεί; Υπάρχει όνειρο ανεκπλήρωτο; Υπάρχουν ακόμα επιδιώξεις;
-Ομολογώ πως κι εγώ έχω βρεθεί να διαβάζω με κάποια έκπληξη όλα αυτά που με τόση αγάπη προς εμένα και το έργο μου περιγράφετε. Αλλά από την άλλη σκέφτομαι πως  αυτά τα 40 χρόνια απόλυτης αφοσίωσής μου στη λογοτεχνία είναι λογικά να έχει έρθει η ώρα να καταμετρηθούνε.
Δεν ξέρω αν έχω κάτι κατακτήσει. Ξέρω πως πάντα έγραφα αυτά που πίστευα. Πως σεβόμουνα πρώτα τα έργα μου και μετά τους αναγνώστες μου. Δεν έκανα όνειρα… Έγραφα… Και συνεχίζω να γράφω. Ναι, αυτό μπορεί να θεωρηθεί η μόνιμη μου επιδίωξη. Η οποία -πρέπει να το παραδεχτώ- με οδήγησε να έχω δημιουργήσει ένα έργο που -ασχέτως αν είναι ή όχι  σημαντικό- σίγουρα δεν είναι συνηθισμένο. Εννοώ πως τα βιβλία μου ξεκινάνε από παραμύθια  και καταλήγουν σε μυθιστορήματα. Δεν περιορίστηκα σε είδη γραφής. Πειραματίστηκα. Νομίζω πως στον ίδιο βαθμό, ο μόνος άλλος Έλληνας συγγραφέας που έχει μια τέτοια πολυμορφία το έργο του, είναι ο Γρηγόριος Ξενόπουλος.

2)«40 χρόνια» γράφετε «έψαχνα πάντα την Ταυτότητα, έψαχνα πάντα την Αιτία, έψαχνα πάντα την Φαντασία, έψαχνα πάντα τον Άλλον», να υποθέσουμε ότι αυτά ακριβώς είναι ο πυρήνας του συγγραφικού σας σύμπαντος;
- Η ταυτότητα, ο έρωτας, ο άλλος… Οι εμμονές μου και οι άξονες όλων των έργων μου. Και όπως και πιο πριν είπα, η διάθεσή μου να μπορώ να επικοινωνώ συγγραφικά με αναγνώστες κάθε ηλικίας.
3)Και σήμερα; Τι απ’ εκείνα μπορούμε να πούμε ότι παραμένουν συγγραφικές εμμονές σας;
- Μα νομίζω τα ίδια. Σκέφτομαι πως αν αισθανθώ πως δεν έχω πλέον αυτές τις εμμονές, θα είναι γιατί θα έχω σταματήσει να αναπνέω.. Και το λέω με την απόλυτη κυριολεξία της έννοιας της μη αναπνοής.
4)«1979 - 2019:  Σαράντα Χρόνια... Έψαχνα πάντα τις λέξεις»
«Όταν είμαι -ή θέλω να είμαι- αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά.
Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους.
Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες.
Κι όμως, τελικά... Τίποτε από εμένα δε φαίνεται.»
Κύριε Κοντολέων, πόσα βιβλία έχετε γράψει;
- Πολλά βιβλία. Πολλές λέξεις… Γίνεται να μετρηθούνε;  Μετρά κανείς τα χρόνια που έχει ζήσει. Τις αντίστοιχες μέρες δεν τις μετρά.
5)Τι πρέπει να έχει ένα βιβλίο για να γίνει βιβλίο σας;
- Φαντάζομαι πως με ρωτάτε για τα βιβλία που έχω διαβάσει… Λοιπόν, δεν ξέρω να σας πω… Θα έλεγα όμως πως το πλέον βασικό που μπορεί να έχει το βιβλίο ενός άλλου συγγραφέα και για το οποίο θα ήθελα να ήταν δικό μου, είναι… Να το ζηλεύω!

6)Ένας ήρωας ή μια ηρωίδα για να γίνει η ηρωίδα ή ο ήρωάς σας;
- Να έχει κάτι δικό μου. Και να μου δώσει κάτι δικό του ή δικό της.
7)Στα θέματά σας, πιστεύετε πως έχουν παίξει ρόλο οι σπουδές σας και η καταγωγή σας;
-Οι σπουδές μου έχουν επέμβει στο ότι με ενδιαφέρει πολύ η δομή του βιβλίου που γράφω. Η Μικρασιάτικη καταγωγή των δικών μου και το ότι εγώ είμαι γέννημα θρέμμα της Αθήνας, έχουν επέμβει στην επιλογή των θεμάτων μου και στον τρόπο που τα διαχειρίζομαι. Νομίζω πως είμαι ένας γνήσιος αστός συγγραφέας -συγγραφικοί μου πρόγονοι θεωρώ πως είναι ο Καραγάτσης, ο Πολίτης και ο Κουμανταρέας. Μπορεί να έτυχε και να μένω τα τελευταία χρόνια σε μονοκατοικία, αλλά στην ουσία αισθάνομαι πάντα κάτοικος μιας πολυκατοικίας.


8) Αλήθεια δεν φοβάστε και την… συγκατοίκηση! Λένε ότι δυο συγγραφείς δεν χωρούν στο ίδιο σπίτι, εσείς είστε τρεις; Να βάλουμε εκτός από την Κώστια και την Άννα σας; Αλλά και η δημοσιογραφία του Δομήνικου; Μάλλον δεν είστε καθόλου… ανταγωνιστικός τύπος!
- Όχι ανταγωνιστικός τύπος δεν υπήρξα ποτέ. Μήτε ως κοινωνικό άτομο μήτε ως συγγραφικό. Δεν κατανοώ την ανταγωνιστικότητα. Ίσως γιατί πιστεύω πολύ στην συγκατοίκηση, που λέτε κι εσείς. Όλοι έχουμε χώρο να υπάρχουμε. Και όλοι οι όροφοι έχουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους. Δεν προσπάθησα να κάνω τα μέλη της οικογένειάς μου συγγραφείς. Τουλάχιστον όχι συνειδητά. Αλλά ίσως γιατί ‘γράφω’ για μένα σημαίνει ‘ζω’ και ‘ζω’ σημαίνει ‘γράφω’, να ήρθαν έτσι τα πράγματα και να έχω δίπλα μου  άλλους ακόμα τρεις συγγραφείς… Γιατί τελικά κι ο Δομήνικος δεν ξέφυγε. Γράφει θεατρικά έργα κι αυτός.

9) Εκείνο που βασικά σας χαίρομαι είναι η γενναιοδωρία προς τους άλλους, κύριε Κοντολέων. Τους διαβάζετε! Γράφετε την άποψή σας και δεν διστάζετε να τους επαινείτε; Η άποψή σας για την ελληνική λογοτεχνία σήμερα;
-Δεν θα έλεγα πως είμαι γενναιόδωρος. Έχω απαιτήσεις πρώτα και από τον εαυτό μου και μετά από τους άλλους. Αλλά πιστεύω πως δεν υπάρχει το τέλειο, υπάρχει όμως ο δρόμο προς το τέλειο. Και πάνω απ΄ όλα υπάρχει ο καλός λόγος. Ο κριτικός  λόγος δεν πρέπει να είναι λόγος εξουσίας, αλλά λόγος επικοινωνίας. Και δεν ξεχνώ πως και ο κρίνων κρίνεται.
Όσον αφορά την σημερινή ελληνική λογοτεχνία εκείνο που έχω να πω είναι πως καθρεφτίζει αυτό που ακριβώς συμβαίνει και στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Μια αναμονή…

10)Για το παιδικό βιβλίο;
- Κι εδώ έχουμε κάτι παρόμοιο. Σαφέστατα βλέπω άνθηση, αλλά παράλληλα και μια επαναφορά συντήρησης και διδαχτισμού. Και το κυριότερο μια κατά κάποιο τρόπο κυριαρχία των μικρών κειμένων  σε βάρος των μεγάλων. Κι αυτό είναι που με προβληματίζει. Τα μεγάλα κείμενα βοηθούν το νέο αναγνώστη να δει με ένα πλέον σύνθετο τρόπο της ζωή.
Αλλά όλα αυτά είναι σημεία της εποχής μας. Και που βέβαια και σε πολλές άλλες κοινωνικές και πολιτιστικές μας εκφράσεις τα διαπιστώνω.

11)Για τα βραβεία; Έχετε βραβευτεί άπειρες φορές, το όνομά σας έχει γραφτεί στον τιμητικό πίνακα Άντερσεν, βιβλία σας έχουν μεταφραστεί… Η λογοτεχνία μας στο εξωτερικό έχει την θέση που της πρέπει;
-Α, τα βραβεία! Σαφέστατα δίνουν χαρά και βοηθούν στο να γίνεις γνωστός. Αλλά ας δούμε πιο αντικειμενικά το όλο θέμα. Κι ας σκεφτούμε σε ποια βραβεία αναφερόμαστε. Τα βραβεία τα απονέμει μια επιτροπή. Πώς δημιουργούνται αυτές οι επιτροπές και ποιοι οι φανεροί ή και κρυφοί στόχοι κάθε μέλους των; Και επίσης  τι να σκεφτούμε για τα βραβεία του κοινού; Για ποιο κοινό μιλάμε και πως η δική του γνώμη μπορεί να μετρηθεί;
Μικρή η βιβλιοφιλική ελληνική κοινότητα και όλα αυτά γίνονται γνωστά.
Μα ας μη μεμψιμηρώ. Ας πούμε πως τα βραβεία είναι μια γιορτή. Μα ας θυμηθούμε πως ζούμε συχνά πιο μεγάλες και ουσιαστικές στιγμές σε μέρες μη γιορτινές.
13)Η ελληνική κρίση ωφέλησε το βιβλίο ή το έβλαψε;
-Ποτέ μια κρίση οικονομική που μετατρέπεται σε κρίση κοινωνική και κρίση αξιών δεν μπορεί να ωφελήσει την Τέχνη. Ίσως μετά από χρόνια. Όταν όλα όσα ζούμε θα είναι Ιστορία… Ίσως…
14)Τους συγγραφείς;
- Είπα λίγο πιο πριν και κρίση αξιών… Άρα…
15)Για το μέλλον, τι είναι εκείνο που φοβάστε;
-Και πάλι να σας υπενθυμίσω το ίδιο… Για κρίση αξιών μιλώ!
16)Και τι σας αναπαύει! Τι σας κάνει να αισιοδοξείτε και να ονειρεύεστε…
-Α, το γεγονός πως η ζωή συνεχίζεται. Πως γεννιούνται νέοι άνθρωποι… Τελικά αν ασχολείσαι με την όποιας μορφή δημιουργία -και πόσο μάλλον με τη συγγραφή- δεν μπορεί παρά να ελπίζεις. Αν αυτό λέγεται και αισιοδοξία… Δεν ξέρω. Προτιμώ τη λέξη Ελπίδα

17)Ξέρω, ξέρω, ένας πατέρας δεν ξεχωρίζει ποτέ του τα παιδιά του, εν τούτοις υπάρχουν κάποια από τα βιβλία σας που ξεχωρίζετε; Γιατί γράφτηκαν κάπως παράδοξα, επειδή δεν τα ξεπεράσατε ποτέ σας…
-Ναι δεν ήταν δυνατόν να μην υπάρχουν. Είναι εκείνα που γεννήθηκαν από τις μεγάλες δικές μου, τις πολύ προσωπικές μου στιγμές. Μα ας μου επιτρέψετε να μη πω περισσότερα. Άλλωστε ο αναγνώστης έχει δικαίωμα να αγαπά το δικό του βιβλίο, αυτό που για τους δικούς  του προσωπικούς   λόγους επέλεξε.
18)«Τριστάνος και Ιζόλδη- Μια ιστορία γλάρων» γράφετε, διαβάζουμε. Και τι ακριβώς έχουμε να περιμένουμε;
-Αναζητώ τις παλιές Ιστορίες και θέλω να τις κάνω δικές μου. Ίσως υλοποιώ αυτό που πιστεύω πως ήταν πάντα η βαθιά μου πίστη:  Ένας συγγραφέας είναι παιδί προηγούμενων συγγραφέων. Ε, ίσως να έχει έρθει η ώρα να συνθέσω την προσωπική μου μυθολογία. Κι έτσι γράφω ξανά για τα παλιά κείμενα -σταθμούς του δυτικού πολιτισμού, όπως επίσης ξαναγράφω τα δικά μου πρώτα, πρώτα κείμενα.

19)Ποιο παραμύθι θα ταίριαζε αν ήταν παραμύθι η εποχή μας;
-Δεν ξέρω ποιο θα ταίριαζε κι αν θα ήταν παραμύθι. Αλλά πιστεύω πως η εποχή μας έχει ανάγκη από τον δικό της Δον Κιχώτη.

20)Να προσπαθούμε να της βάλουμε τίτλο; Αν και περισσότερο με εφηβικό μυθιστόρημα μου φαίνεται…
- Λέτε; Εγώ πάλι προτείνω κάτι πιο… νουάρ. Ίσως και κάτι  το γοτθικό… Τέλος πάντων -αποφάσισα: Μια ιστορία τρόμου!