18.2.20

Έλενα Αρτζανίδου "Τραμπα-τραμπαλίζομαι"


Έλενα Αρτζανίδου
"Τραμπα - τραμπαλίζομαι"
Εικόνες: Daniela Iride Murgia
Εκδόσεις: Κόκκινη κλωστή δεμένη


Η Έλενα Αρτζανίδου είναι μια συγγραφέας ταγμένη στη λογοτεχνία για παιδιά. Αν κι έχει γράψει και αξιοπρόσεκτα μυθιστορήματα για ενήλικες, εντούτοις η συγγραφική της ταυτότητα σαφώς χαρακτηρίζεται από τη ματιά ενός παιδιού. Κι έτσι -με εφόδιο αυτή την ματιά- μας έχει χαρίσει ενδιαφέρουσες  και συχνά ελεγμένα ριζοσπαστικές ιστορίες για αναγνώστες μικρών ηλικιών.
Το τελευταίο της αυτό βιβλίο δείχνει να ανήκει στην κατηγορία των εικονογραφημένων εκδόσεων. Και θα πρέπει  στη σημείο αυτό να τονισθεί η ενδιαφέρουσα εικονογράφηση (όπως και το όλο κασέ) που την υπογράφει η πολυβραβευμένη Daniela Iride Murgia.
Εικονογραφημένο, λοιπόν, βιβλίο, αλλά παράλληλα και ένα βιβλίο που απευθύνεται σε  μια πλατύτερη ηλικιακά γκάμα αναγνωστών.
Θέμα της αφήγησης η φιλία.
Με μια  γραφή όπου η καθημερινότητα περιγράφεται με τρόπο ποιητικό -Όταν, πάλι, μαλώνουμε μια κόκκινη παπαρούνα μπαίνει ανάμεσά μας- αλλά παράλληλα και με εύστοχες επισημάνσεις στις διακυμάνσεις των σχέσεων που χαρακτηρίζουν δυο άτομα (κυρίως γένους θηλυκού) που τα συνδέει ένα αίσθημα δυνατό...
Αίσθημα δυνατό, έγραψα. Θα ήθελα να προσθέσω και υπαινικτικό. Γιατί η Αρτζανίδου με μαεστρία αφήνει να αιωρείται και μια υπολανθάνουσα άλλη διάσταση της φιλίας. Η διάχυτη όσο ασυνείδητη ερωτική έλξη που ενυπάρχει (ας είμαστε ειλικρινείς) σε κάθε έντονη φιλική σχέση, κυρίως στην περίοδο της εφηβείας και μάλιστα ανάμεσα σε κορίτσια.
Ένα αληθινά ενδιαφέρον βιβλίο που δείχνει τις δυνατότητες οι οποίες χαρακτηρίζουν τη λογοτεχνία εκείνη που δε θέλει να προσδιορίζει με στενά κριτήρια τις εμπνεύσεις της.
Τηρουμένων των αναλογίων, μου έφερε στο νου μια άλλη, αρκούντως παλαιότερη γαλλική έκδοση:  "Histoire de Julie qui avait une ombre de garcon"των Christian Bruel, Anne Bozellec, Annie Galland (κυκλοφόρησε στη χώρα μας το 1985 από τον Καλέντη με τον τίτλο "Η ιστορία της Λιλής που είχε ίσκιο αγοριού")

11.2.20

Συνέντευξη στο ΔΙΑΒΑΖΩ (1998)


Ο Γιάννης Παπαδάτος κι εγώ σε μια
μια περιεκτικά επίκαιρη συνέντευξη για το (έως τότε) έργο μου και τη λογοτεχνία για παιδιά και νέους στο ΔΙΑΒΑΖΩ (τ. 383/1998, σελ. 46-55)


https://web.facebook.com/permalink.php?story_fbid=1568631673288524&id=100004251180949

2.1.20

Αντώνης Σαμαράκης - Ζητείται Ελπίς


Συγγραφείς που κάποτε περπάτησαν  στον  Χάρτη της ελληνικής λογοτεχνίας

Αντώνης Σαμαράκης   - Ζητείται Ελπίς

Σχόλια, επιλογή κειμένων: Μάνος Κοντολέων





















Το 1954 η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι πια Ιστορία,, ο Εμφύλιος έχει τυπικά τελειώσει, η χώρα αναζητά τρόπους να βαδίσει προς το δεύτερο μισό του αιώνα.
Την ώρα που κάποιοι κοιτάνε με αισιοδοξία και ελπίδες το μέλλον, την ίδια ώρα κάποιοι άλλοι φιμώνονται  ή προετοιμάζονται να ξενιτευτούν και να  σκύβουν το κεφάλι σε εκείνους που λίγα χρόνια πιο πριν είχαν νικήσει.
Το 1954 κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων «Ζητείται  Ελπίς». Ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, μικρού σχήματος. Ιδιωτική έκδοση. Αντώνης Σαμαράκης -το όνομα του συγγραφέα του.
Το 1954 ο Σαμαράκης είναι 35 χρονών. Πέρασε τα βασικά χρόνια που διαμορφώνουν την προσωπικότητα ενός ανθρώπου μέσα σε γεγονότα ποικίλα και τραυματικά. Δικτατορία Μεταξά, Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος… Τώρα -εκείνο το 1954- ήθελε να μπορούσε να δει με σαφήνεια να παίρνει σάρκα και οστά το όραμά του -όραμα και εκατομμύριων άλλων ανθρώπων-  για ένα καλύτερο πιο δίκαιο κόσμο. Ένα κόσμο με ειρήνη, δικαιοσύνη, ελευθερία έκφρασης.
Ήθελε να έβλεπε κι αυτός , μαζί με τα εκατομμύρια άλλους, αυτά τα οράματα να γίνονται πραγματικότητα.  Αλλά η διάψευση ήδη είχε αρχίσει να φαίνεται. Ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν γεγονός, λίγο πιο πριν ο Πόλεμος της Κορέας υπενθύμιζε πως η Ειρήνη δεν μπορούσε να θεωρείται δεδομένη, οι χώρες του Τρίτου Κόσμου βογκούσαν πάντα κάτω από τις ανάλγητες πολιτικές της Δύσης.
Αλλά ένας συγγραφέας που θεωρεί τη γραφή ως πολιτική πράξη -και τέτοιος συγγραφέας ήταν ο Αντώνης Σαμαράκης- δεν μπορεί να αποδεχτεί την απαισιοδοξία. Κι έτσι δηλώνει -ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ.
Ας τον ακούσουμε πως ο ίδιος καταγράφει αυτήν την επιλογή του τίτλου.
Και μόνο ο τίτλος «Ζητείται Ελπίς» δίνει τη δική μου θεώρηση των πραγμάτων, δείχνει έναν άνθρωπο που δεν τα παρατάει, δεν υποτάσσεται παθητικά στο ζοφερό πανόραμα του κόσμου γύρω του, αλλά αγωνίζεται να βρει ελπίδα… Η ελπίδα, αυτό το πολύτιμο αγαθό που θα έπρεπε να είναι μέσα μας και γύρω μας σε πλήρη αφθονία όπως ο αέρας που αναπνέουμε, είναι αλίμονο πάρα πολύ σπάνιο ή μάλλον έχει σχεδόν εκλείψει. Φτάσαμε στο σημείο  να μην ισχύει το αρχαίο ρητό ‘Όσο αναπνέω ελπίζω’, αλλά ‘Όσο αγωνίζομαι να πιστέψω ότι κάπου υπάρχει ελπίδα, την οποία με τον αγώνα μου θα την βρω, ελπίζω’.
Με αυτές, λοιπόν, τις σκέψεις, με αυτά τα συναισθήματα να τον φλογίζουν, τυπώνει με δικά του έξοδα τη συλλογή των διηγημάτων που έγραψε και ξεκινά να επισκέπτεται τα βιβλιοπωλεία για να αφήσει μερικά αντίτυπα προς πώληση.
Αύγουστος του 1954. Τρεις μέρες μετά από τον Δεκαπενταύγουστο. Εκείνα τα καλοκαίρια, δεν έμοιαζαν με τα σημερνά. Τον Αύγουστο τώρα, οι δρόμοι της Αθήνας είναι άδειοι . Οι διακοπές είναι μια σχεδόν ολοκληρωτική συνθήκη της ζωής μας. Όχι όμως τότε, οι διακοπές δεν ήταν δεδομένες κι έτσι, στις 18 Αυγούστου του 1954, ο νεαρός άνδρας, παραχώνει πενήντα τόσα αντίτυπα του φρεσκοτυπωμένου βιβλίου του σε ένα βαλιτσάκι και ξεκινά να μπαίνει και να βγαίνει στα βιβλιοπωλεία του  κέντρου της Αθήνας. Πάνω από δέκα επισκέφτηκε, μήτε ένα αντίτυπο δεν κατάφερε να αφήσει.
Απογοητευμένος καταφεύγει στο «Καφενείο των Παρισίων», λίγο πιο κάτω από την Πλατεία Συντάγματος. Στέκι δικό του και στέκι κι άλλων απλών ανθρώπων.
Ζητά ένα ούζο. Πίνει δυο, τρεις γουλιές. Κοιτά το βαλιτσάκι με τα ανέγγιχτα βιβλία. Και κλαίει. Και από δίπλα, οι απλοί άνθρωποι του λαού τον κοιτούν με τρυφερή κατανόηση. Μια κατανόηση που δεν την έχουν οι κάθε λογής διανοούμενοι και οι κάθε λογής επίσημοι.
Και εκείνος, τότε, παίρνει ένα αντίτυπο, το ανοίγει και …το αφιερώνει στον εαυτό του:
Στον Αντώνη Σαμαράκη,
Κουράγιο!
Αντ. Σαμαράκης
Αθήνα,
18/8/54, ώρα 9.30 μ.μ.
Στο «Καφενείο των Παρισίων»
                                       ****************
Ένας συγγραφέας μπορεί να συναρπάζει τους αναγνώστες του με δυο βασικά τρόπους. Με έντονη πλοκή και ολοζώντανους  ήρωες ή με τις ιδέες που καταγράφει μέσα στα έργα του.
Αλλά για να μπορέσει ένας συγγραφέας να διατηρεί τη ζωντάνια του ακόμα κι όταν πια βιολογικά θα έχει αποχωρήσει από αυτή τη ζωή, θα πρέπει τα έργα του  να τα έχει προικισμένα και με ζωντανούς ήρωες και με διαχρονικές ιδέες.
Αυτή είναι η περίπτωση Σαμαράκη.
Ο Αντώνης Σαμαράκης είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση ανθρώπου του 20ου αιώνα που ζούσε με άξονα ένα γνήσιο ουμανισμό.
Καθώς ο αιώνας του έφτανε στα μέσα του, ο Σαμαράκης ήλπιζε πως ο μεταπολεμικός κόσμος δεν θα είχε πλέον δυνάστες, μήτε θύτες και θύματα.
Αλλά πολύ γρήγορα διαπίστωσε πως ο ολοκληρωτισμός εξακολουθούσε να υπάρχει. Και τον τρόμαζε η εικόνα -εκείνοι που ζούσαν σε συνθήκες δημοκρατίας να αδιαφορούν για τους συνανθρώπους τους που καταπιέζονταν σε άλλα καθεστώτα. Η βασική θέση του Σαμαράκη ήταν πως η Ελευθερία δεν μπορεί να είναι προνόμιο ολίγων. Μα ούτε και των πολλών. Μα όλων.
Συνήθιζε να λέει πως ο ολοκληρωτισμός μοιάζει με την ραδιενέργεια. Διαχέεται παντού και μολύνει όλους.
Όμως πέρα από τα καθεστώτα εκείνα που με σαφήνεια έδειχναν το αποτρόπαιο πρόσωπό τους, στοιχεία έλλειψης δημοκρατίας έβλεπε να υπάρχουν και σε κράτη δημοκρατικά. Κι εκεί η προσωπική ζωή, οι ατομικές πράξεις, η καθημερινή συμπεριφορά ελέγχονταν από ορατά και αόρατα κέντρα παρακολούθησης. Το άτομο έχανε την ατομικότητά του. Και ως συνέπεια μιας τέτοια κατάστασης έρχεται η δυσπιστία, η καχυποψία. Η μη επαφή εν τέλει.
Τις ανοιχτές πόρτες των μικρών μονοκατοικιών της προπολεμικής εποχής, έβλεπε να τις αντικαθιστούν οι πόρτες ασφαλείας των μεταπολεμικών χρόνων.
Και την ίδια στιγμή τα συστήματα παρακολούθησης του κράτους γιγαντώνονταν, ενώ θεριεύαν και οι τρόποι επιβολής μιας μαζικής διαμόρφωσης απόψεων και συνειδήσεων.
Οι ελπίδες που μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο πήγανε να γεννηθούν, τώρα που ο 20ος αιώνας έφτανε προς το τέλος του, ασφυχτιούσαν.
Και ο μέσος άνθρωπος φοβάται. Φόβος απροσδιόριστος, υπόγειος. Γι΄ αυτό και περισσότερο δολερός.
Ο φοβισμένος άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος. Και οι ανελεύθεροι άνθρωποι θα γεννήσουν ανελεύθερους ανθρώπου.
Αντιγράφω τα δικά του λόγια:
Στο βάθος της πορείας της ανθρωπότητας διαφαίνεται μια τερατογονία, μια βιολογική διαστροφή, μια νέα εποχή παγετώνων. Αν δεν αγωνιζόμαστε χωρίς ανάσα για την προάσπιση της ελευθερίας, αν δεν προχωράμε με αδιάσπαστη συνέπεια και μαχητικότητα σε αντίσταση, θα προκύψει ένας κόσμος όπου η αξία ελευθερία θα του είναι εντελώς ξένη.

Αυτές τις σκέψεις ο Σαμαράκης τις έκανε καθώς πάντα είχε κατά νου τους νέους ανθρώπους. Όπως και ο ήρωας ενός  διηγήματος του από τη συλλογή «Ζητείται Ελπίς», έτσι και ο ίδιος θα δηλώσει  πως δεν μπορεί να κάνει ‘φιλολογία’ μπροστά σε ένα παιδί, δεν μπορούσε να λέει ψέματα, δεν μπορούσε να μην είναι ο αληθινός εαυτός του μπροστά στα παιδιά του κόσμου.
Λοιπόν, όταν αυτά που γραφεί ένας συγγραφέας είναι παρόμοια με όσα πιστεύει και ίδια ακριβώς με τα όσα πράττει και ζει, τότε το έργο του ζει και μαζί με αυτό και ο ίδιος συνεχίζει να υπάρχει.
                                      ******
Όπως κάθε άλλος συγγραφέας, έτσι κι εγώ αναγνωρίζω σε μερικούς από τους συγγραφείς που με τα βιβλία τους μεγάλωσα και ως άτομο και ως ο ίδιος δημιουργός, μια γονική -πατρική ή μητρική- σχέση.
Ένας από αυτούς είναι και ο Σαμαράκης. Δεν έχω μαζί του τόσο συγγραφικές επιρροές, όσο ιδεολογικές.
Γράφει ο Σαμαράκης στα Απομνημονεύματά του : Όταν ένα και μόνο παιδί πεθαίνει από την πείνα και την έλλειψη περίθαλψης, όταν ένα και μόνο παιδί πεθαίνει ψυχικά στο περιθώριο, σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης και δουλειάς, αποκομμένο από ΄κάθε δυνατότητα συμμετοχής στο κοινωνικό γίγνεσθαι, τότε ο ουρανοξύστης’ του πολιτισμού μας σωριάζεται σε κομμάτια και θρύψαλα, γη και σποδός.
Μια παρόμοια θέση έχω κι εγώ. Κι όπως εκείνος, έτσι κι εγώ αυτή τη θέση μου θέλησα να την εκφράσω με συμμετοχή στο έργο της Unicef.
Ο Σαμαράκης, αν και ίδιος δεν έγραψε  ποτέ κάτι που θα μπορούσε να ενταχθεί στη παιδική / νεανική λογοτεχνία, εντούτοις αγαπήθηκε και αγαπιέται μέσα από το έργο του από τους νέους.
Ίσως γιατί αυτό που χαρακτηρίζει τον ενήλικο που μπορεί να επικοινωνεί ουσιαστικά και με τον κάθε τρόπο με τον έφηβο είναι ακριβώς αυτό το ασυμβίβαστο που στην ουσία περιγράφουν τα πιο πάνω λόγια του Σαμαράκη.
Ήξερε να σκέπτεται ως παιδί και παράλληλα να μην χάνει την αυτοκυριαρχία του ενήλικου ατόμου. Νομίζω πως το διήγημά του «Ξανθός Ιππότης» πάνω σε αυτήν την ικανότητά του στηρίζεται και με ευφάνταστη ευχέρεια χρησιμοποιεί μια νεανική συνθήκη για να καταγράψει το συναίσθημα ενός ώριμου άνδρα.
Κέντρο όλης της προβληματικής  του υπήρξε το παιδί. Μπόρεσε από τους πρώτους έλληνες συγγραφείς να κατανοήσει πως το σύστημα που μεταπολεμικά πήρε να γιγαντώνεται, αυτό το σύστημα  που θεοποιεί το χρήμα, που θεοποιεί το υλικό κέρδος, που στηρίζεται σε ένα στείρο ανταγωνισμό, που έχει ως γνώμονα αξιολόγησης την οικονομική, κοινωνική, πολιτική προβολή… Πως, τελικά αυτό το σύστημα, πρώτο και μέγα θύμα του έχει το παιδί, το κάθε παιδί.
Το παιδί που συμπιέζεται  από κάθε πλευρά -οικογένεια, σχολείο, πολιτεία-  να στραγγαλίσει το συναίσθημα, να δοθεί ολοκληρωτικά σε ένα ψυχρό προγραμματισμό του μέλλοντός του.  Που  από πρόσωπο γίνεται αριθμός.
Ο Σαμαράκης το βλέπει αυτό και ανατριχιάζει. Θυμώνει και καταγγέλλει.
Καταγγέλλει θρησκείες, ιδεολογίες, εκπαιδευτικές τακτικές, επιστημονικές μεθόδους -όλα αν δεν υπηρετούν την ανθοφορία της ψυχής, δεν αξίζουν το σεβασμό του.
Μα ο ίδιος επιλέγει και ως συγγραφέας και ως άτομο να σταθεί απέναντι στην όποια μορφής εξουσία και να της ζητήσει ευθύνες.
Αλλά ευθύνες ζητά και από τον κάθε άλλο -τον απλό, τον καθημερινό άνθρωπο. Τί του ζητά; Μα να αφυπνιστεί, να αντιδράσει, να φωνάξει «Φτάνει!»
Είναι κρίμα που ο Σαμαράκης δεν μας άφησε έστω κι ένα βιβλίο γραμμένο για μικρά παιδιά. Ένα παραμύθι, κάποιους στίχους που με αφοπλιστική  ειλικρίνεια θα λέγανε αυτό που δε θέλουν πολλοί ενήλικες να δούνε μέσα στις ματιές των παιδιών μας – την απαίτηση για ένα δίκαιο κόσμο.
Όμως τα παιδιά είναι αυτά που τελικά θα δηλώσουν πως υπάρχει δυνατότητα το όνειρο του Σαμαράκη να γίνει πραγματικότητα.
Η λογοτεχνία μπορεί να ποτίσει την Ελπίδα.
Ο Σαμαράκης τη λογοτεχνία υπηρέτησε.
Για να δουλέψει αποτελεσματικά η λογοτεχνία, οφείλουμε να μην ξεχνάμε ότι δεν είναι καθόλου  μονόλογος , χρειάζεται να δένει με τον αναγνώστη. Χέρι συντροφικό είναι η λογοτεχνία  που απλώνεται και δεν πρέπει να μείνει μετέωρο, χωρίς ανταπόκριση. Ο μαγικό κόσμος της λογοτεχνίας, της τέχνης, αρχίζει πράγματι να υπάρχει από τη στιγμή που το ένα άλλο χέρι, το χέρι εκείνου που σε διάβασε, απλώνεται κι αυτό και πιάνει το δικό σου χέρι, το σφίγγει αδελφικά. Μια φωνή μέσα στη νύχτα είναι η λογοτεχνία, μια κραυγή στο σκοτάδι, και δεν έχει νόημα, δεν ολοκληρώνεται, αν κινείται χωρίς απήχηση, αν δεν ακούσω ή έστω δεν μαντέψω τη φωνή του άλλου, την κραυγή του άλλου που το δικό μου σήμα μπόρεσε και τον άγγιξε…
Ένα σήμα, λοιπόν… Και…ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΣ                  


28.12.19

Λουκία Δέρβη «Θέα Ακρόπολη»


Λουκία Δέρβη
«Θέα Ακρόπολη»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Μεταίχμιο

              


Το πέμπτο αυτό βιβλίο της Λουκάς Δέρβη (έχουν προηγηθεί μέσα σε 15 περίπου χρόνια, δύο συλλογές διηγημάτων, μια νουβέλα και ένα μυθιστόρημα) διαθέτει ένα ιδιότυπο πρωταγωνιστή -ένα ξενοδοχείο.
Και μάλιστα το πλέον πολυτελές και ακριβό ξενοδοχείο της Αθήνας. Ασφαλώς και μέσα στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, το ξενοδοχείο αυτό είναι προϊόν μυθοπλασίας, αλλά πολύ εύκολα ο αναγνώστης μπορεί να θεωρήσει πως πίσω από το όνομα Athens Excelsior, κρύβεται υπαρκτό κτήριο σε κεντρικότατη πλατεία της πόλης.
Η ίδια η Λουκία Δέρβη έχει σπουδάσει ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και έτσι οι περιγραφές που συνθέτουν τη βάση του μυθιστορήματός της αποκτούν μια εγκυρότητα, ενώ παράλληλα είναι και ιδιαιτέρως κατατοπιστικές ως προς τις δομές λειτουργίες τέτοιου επιπέδου ξενοδοχειακών μονάδων, αλλά και ακόμα του είδους των ανθρώπων που φιλοξενούνται σε αυτά, όπως -και κυρίως- όσων εργάζονται και είναι υπεύθυνοι για τη λειτουργία του.
Πολυπρόσωπο, λοιπόν, μυθιστόρημα που καθώς έχει εξολοκλήρου υποταχτεί στην κυριαρχία του Athens Excelsior πάνω στην καθημερινότητα όσων κυκλοφορούν στους διαδρόμους, στα σαλόνια, στις κουζίνες, στα λόμπυ και στα δωμάτια του, από τη μια γίνεται μια μαρτυρία του τρόπου δομής τέτοιων επιχειρήσεων και από την άλλη φωτίζει το πως οι ζωές απλών εργαζόμενων επηρεάζονται από αυτές ακριβώς τις δομές.
Η Δέρβη τοποθετεί χρονολογικά τα όσα γεγονότα θα περιγράψει μέσα στη δεκαετία του ’90. Καθόλου τυχαία η επιλογή της περιόδου αυτής. Η αίγλη ενός ξενοδοχείου ταυτίζεται με την ‘αίγλη’ εκείνων των χρόνων και έτσι ο αναγνώστης μαζί με τις διαψεύσεις των προσώπων υποψιάζεται και τη διάψευση ενός συλλογικού ονείρου.
Σημείωσα πιο πάνω πως πρόκειται για πολυπρόσωπο έργο. Μα σίγουρα υπάρχουν κάποια πρόσωπα που φωτίζονται περισσότερο από τα άλλα και που πάνω στις δικές τους σχέσεις πλέκεται και η μυθιστορηματική πλοκή.
Όμως η συγγραφέας φροντίζει όλα τα άτομα που  κυκλοφορούν μέσα στους διαδρόμους και στα γραφεία του ξενοδοχείου να μας τα κάνει γνωστά. Με μικρές αλλά καίριες περιγραφές, με σύντομες αλλά χαρακτηριστικές επιλογές σκέψεων και πράξεων.
Η γλώσσα είναι απλή, οι πληροφορίες δίνονται σε σωστές δόσεις, οι αναφορές σε γεγονότα εκείνων των χρόνων σκιαγραφούν και την γενικότερη καθημερινότητα.
Μέσα σε μια πολύβουη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, ίσως ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά, ως προς τον τρόπο ζωής, μέρη να είναι ένα μεγάλο ξενοδοχείο όπου συνυπάρχει η άρχουσα τάξη με τους απλούς εργαζόμενους.
Αυτό, θεωρώ, πως είναι η ευχάριστη έκπληξη τούτου του μυθιστορήματος.





14.12.19

"Τριστάνος και Ιζόλδη" -η Γεωργία Γαλανοπούλου έγραψε στο diastixo.gr




Μόλις πριν από έναν χρόνο, το Πανεπιστήμιο Αθηνών αφιέρωσε μια ημερίδα στον πεζογράφο, διηγηματογράφο και κριτικό Μάνο Κοντολέων, για να τιμήσει τα 40 χρόνια προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα. Όλα όσα ακούστηκαν την ημέρα εκείνη από πανεπιστημιακούς και μελετητές της λογοτεχνίας επιβεβαίωσαν το αναμενόμενο: Ότι ο Κοντολέων, ο αφοσιωμένος και χαλκέντερος συγγραφέας με την απίστευτη παραγωγικότητα, είναι ένας από τους σημαντικότερους της εποχής μας.

Τα τελευταία χρόνια, το εγχείρημά του να κατασκευάσει τις δικές του ιστορίες αναπλάθοντας γιγάντια έργα του δυτικού πολιτισμού –όπως ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες και ο Γαργαντούας του Ραμπελαί (Πατάκης 2018 αμφότερα)– απέφερε ένα αποτέλεσμα ξεχωριστής εκφραστικής δύναμης και αισθητικής. Στο τρίτο βιβλίο της ίδιας σειράς, όπου δυο γλάροι αφηγούνται την ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης, ο στόχος του συγγραφέα τελεσφορεί ξανά. Και ο στόχος αυτός δεν είναι άλλος από το να μεταδώσει σε ένα ευρύτερο κοινό επίκαιρους ακόμη και σήμερα προβληματισμούς, χωρίς να απομακρύνεται από την ίδια την ιστορία και το κλίμα της εποχής που τη δημιούργησε.
Δεν είναι πάντα ο Έρωτας που κρατά ενωμένους δυο ανθρώπους, άντρα και γυναίκα… Όχι, άρχοντά μου! Είναι κι άλλα πολλά… Είναι η Εκτίμηση –μ’ αυτήν στεριώνεις το σπιτικό–, είναι ο Σεβασμός – μ’ αυτόν σχεδιάζεις το μέλλον· είναι η Συντροφικότητα – με τούτη είναι που βγάζεις από το δωμάτιο τη μοναξιά… Είναι και η Αγάπη! Αυτή που στο σπιτικό της φιλοξένησε τον Έρωτα και πάντα χαίρεται τη συντροφιά των άλλων των τριών που είπα. Πολλές φορές τούτη η Αγάπη τυχαίνει όχι μόνο να φιλοξενήσει τον Έρωτα, μα και να συγκατοικήσει μαζί του για χρόνια πολλά. Μα κι άλλες φορές τυχαίνει σύντομα να τον αποχαιρετά… Κι ίσως –ίσως, λέω εγώ που έζησα μόνος μου, γι’ αυτό και δεν μπορώ να μη ζητήσω τη βοήθεια αυτού του ίσως– έτσι να είναι πιο σωστό… Στεριώνει πιο γερά το σπιτικό που με σύνεση κυρίως φτιάχτηκε κι απλώς κάποια στιγμή το στόλισαν τα πετράδια του πάθους.
Ο θρύλος της υπερβατικής αγάπης ανάμεσα στον ιππότη Τριστάνο, τον βασιλιά και θείο του Μάρκο της Κορνουάλης και τη γυναίκα του Ιζόλδη της Ιρλανδίας (κελτικής μάλλον καταγωγής, αν και αρκετά στοιχεία του παραπέμπουν σε αρχαιοελληνικούς μύθους) βρίσκει την προέλευσή του στην προφορική παράδοση. Η πρώτη της καταγεγραμμένη μορφή εμφανίζεται αποσπασματικά, σε ποιητική φόρμα, τον 12ο αιώνα από τον Βρετανο-Νορμανδό Béroul. Την ίδια περίπου περίοδο, ακολουθεί η επίσης ποιητική εκδοχή του Thomas of Britain, με μία πλειάδα αναπλάσεων και παραλλαγών να ξεφυτρώνουν αργότερα σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες, καθιστώντας τον ανυπότακτο έρωτα του θρυλικού ζευγαριού το ηχηρότερο μοτίβο της δυτικής λογοτεχνίας, πάνω στο οποίο βασίστηκε η μετέπειτα ιδέα του ρομαντισμού.
Η αυτοκαταστροφική αυτή ιστορία αγάπης και εξαπάτησης ενάντια σε ουράνιους και επίγειους νόμους δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο τον Richard Wagner. Από την κορυφαία του όπερα ο Μάνος Κοντολέων αντλεί –κατά δική του ομολογία– την έμπνευσή του. Δεν στέκεται όμως μήτε στο λιμπρέτο, μήτε στις εξαίσιες δράσεις επί σκηνής. Ερευνά, αναμοχλεύει τις παλιές πηγές, διαβάζει τον Béroul, αλλά και τον πιο σύγχρονο και λογοτεχνικότερο Joseph Bédier (1864-1938), διατηρεί το πρωτόλειο υλικό και με τη μέθοδο της προσθαφαίρεσης που τόσο καλά γνωρίζει, αναδημιουργεί με θαυμαστή οικειότητα, λυρικότητα και αξιοπρέπεια μια ιστορία-στολίδι, κομψά διακοσμημένη από τη Βάσω Ψαράκη με ατμοσφαιρικές βινιέτες και σκίτσα εμπνευσμένα από μεσαιωνικά, εικονογραφημένα χειρόγραφα.
Ως εμβληματικό μοτίβο στις σελίδες αυτού του ερωτικού και εξόχως τραγικού μεσαιωνικού μυθιστορήματος, προβάλλει η παρουσία του γλάρου αφηγητή, ενός χαρακτήρα με ενεργή συμμετοχή στην εξέλιξη των γεγονότων. Η ματιά του, περισκοπική και ενδοσκοπική, κινείται ανάλαφρα στη σφαίρα του φυσικού, ενώ η φωνή του, πειστική, στοχαστική και ενίοτε σκωπτική, ξετυλίγει το νήμα του γνωστού θρύλου ξεκινώντας από τις ακτές της Κορνουάλης και καταλήγοντας, χρόνια μετά, στον μακρινό βορρά, όπου εξελίσσεται η τελευταία πράξη του δράματος.
Ζω δίπλα σ’ ένα λιμανάκι. Σε βαθούλωμα βράχου κουρνιάζω. Δεν ταξιδεύω πια πάνω από πέλαγα, δεν αναζητώ καταφύγιο σε άλλα ακρογιάλια. Όσα θαλασσινά ταξίδια έκανα ήταν τότε που ο Τριστάνος πηγαινοερχόταν από την Κορνουάλη στην Ιρλανδία. Α, κι άλλο ένα ακόμα αξιώθηκα. Αλλά γι’ αυτό θα σας μιλήσω όταν έρθει η δική του ώρα.
[…]
Λένε πως από όλα τα πετούμενα, οι αετοί είναι αυτοί που έχουν την πιο δυνατή όραση. Δε θα το αρνηθώ. Μα να πω και το δικό μου, το δικό μας, εμάς των γλάρων το παράπονο – για τη δικιά μας τη ματιά που τρέχει σαν ηλιαχτίδα και ξεχωρίζει μέσα στα νερά –θολά, ήρεμα κι ανταριασμένα– ακόμα και μαριδάκι… Γι’ αυτή τη δική μας τη ματιά, κουβέντα δεν έχετε να πείτε;
Βεβαίως, ο γλάρος υποδύεται την περσόνα του συγγραφέα και είναι δικό του εύρημα. Βουτά σαν κι αυτόν στη σκοτεινιά του μεσαιωνικού παρελθόντος, ακολουθεί τους ήρωες σε θάλασσα και στεριά, αφουγκράζεται, παρατηρεί, προβληματίζεται, συμπάσχει και συμμετέχει, κρίνει και αυτοκρίνεται, αναλαμβάνει ευθύνες. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς πως ενσαρκώνει τη νεωτερικότητα, τον νέο τρόπο σκέψης με τον οποίο ένας σύγχρονος δημιουργός διαχειρίζεται διλήμματα, ιδεοληψίες και στερεότυπα μιας μακρινής για τα σημερινά δεδομένα ιστορικής εποχής. Χάρη στην οικειότητα της δικής του φωνής, οι εξωκειμενικές αναφορές ενσωματώνονται και εγκιβωτίζονται, ενώ η γλώσσα λάμπει μέσα στην απλότητά της. Απλότητα ωστόσο φαινομενική, αποτέλεσμα συγγραφικής δεξιοτεχνίας, αλλά και επίγνωσης της ευθύνης του συγγραφέα απέναντι στον αναγνώστη, είτε αυτός είναι ενήλικος, είτε έφηβος νέος.
Πατώντας, εν ολίγοις, σ’ ένα θέμα διαχρονικό και με εργαλείο τον ευκρινή και καλαίσθητο γραπτό λόγο, ο Κοντολέων υπερβαίνει τα όρια της ανάπλασης του κλασικού έργου επιδιώκοντας ένα είδος συνομιλίας μεταξύ αναγνώστη και αφηγητή. Κατανοώντας αυτή τη διάθεση συνομιλίας μπορεί κανείς να εισπράξει, φυσικά και αβίαστα, την ακριβοπόθητη απόλαυση του κειμένου, όπως θα έλεγε ο Roland Barthes.

Πρώτη ανάρτηση:

6.12.19

Ο λαβύρινθος του Πάνα




Γκιγιέρμο ντελ Τόρο – Κορνίλια Φούνκε
«Ο λαβύρινθος του Πάνα»
Μετάφραση: Άννα Κοντολέων
Εκδόσεις Ψυχογιός


Είναι συνηθισμένο να μεταφέρεται ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα στον κινηματογράφο.
Σε τέτοιες περιπτώσεις ο σεναριογράφος έχει στα χέρια του μια σωστά δομημένη αφήγηση, ο σκηνοθέτης ένα βαθιά ανεπτυγμένο προβληματισμό, οι ηθοποιοί σταθερές βάσεις ερμηνευτικών προσεγγίσεων.
Βέβαια κάθε Τέχνη έχει τους δικούς της  κανόνες και τελικά δεν θα πρέπει να προσπαθούμε να συγκρίνουμε μεταξύ τους το ίδιο έργο στις δυο διαφορετικές μορφές του. Ο κινηματογράφος στηρίζεται στην εικόνα, η λογοτεχνία στις λέξεις. Αν κάτι έχει νόημα να διευκρινισθεί, αυτό πρέπει να είναι το κατά πόσο η μια ή η άλλη έκφραση φτάνει με αποτελεσματικότητα στο στόχο της.
Σε κάθε περίπτωση πάμπολλα είναι τα σημαντικά  έργα της λογοτεχνίας που μεταφέρθηκαν στη μεγάλη οθόνη και μάλιστα κάποιες από τις ταινίες που δημιουργήθηκαν έχουν τη ίδια -ή και μεγαλύτερη- φήμη και αξία με τα μυθιστορήματα που τις γέννησαν.
Η αντίστροφη πορεία -από ταινία, δηλαδή, σε  λογοτεχνικό έργο- δεν είναι κάτι το σύνηθες. Προσωπικά δε γνώριζα μια τέτοια περίπτωση.
Οπότε και με μεγάλο ενδιαφέρον ξεκίνησαν να διαβάζω το μυθιστόρημα «Ο λαβύρινθος του Πάνα» που το έχουν γράψει ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο και η Κορνίλια Φούνκε.
Ο ντελ Τόρο είναι εκείνος που είχε υπογράψει το σενάριο και τη σκηνοθεσία της ομώνυμης ταινίας του 2006 και η οποία είχε ιδιαιτέρως και παγκοσμίως εκτιμηθεί.
Το 2019 ο ίδιος υπογράφει μαζί με την Φούνκε και το μυθιστόρημα αυτό.
Η Κορνίλια Φούνκε είναι μια από τις πλέον γνωστές και επιτυχημένες συγγραφείς παιδικών βιβλίων (στην Ελλάδα κυκλοφορούν λίγα δικά της έργα).
Δεν μπορώ να γνωρίζω τη συμμετοχή του καθενός εκ των δύο που υπογράφουν το μυθιστόρημα, στην μετατροπή της εικόνας σε λέξεις. Αλλά αν κρίνω από τη δομή της υπόθεσης, πιστεύω πως πρέπει να ήταν η Φούνκε, που  αφού κράτησε σχεδόν σταθερή τη δομή της αφηγούμενης  ιστορίας έτσι όπως είχε ξετυλιχτεί στην ταινία, στη συνέχεια πρέπει να πρόσθεσε τις περιγραφές εκείνες όπου τόνισαν το μαγικό και φανταστικό στοιχείο της υπόθεσης.
Η υπόθεση του έργου ξετυλίγεται σε κάποιο δάσος της Ισπανίας, λίγα χρόνια μετά την επικράτηση της δικτατορίας του Φράνκο, όταν ακόμα οι αριστεροί υποστηρικτές της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης προσπαθούσαν φέρουν και πάλι τη Δημοκρατία στη χώρα.
Κεντρικά πρόσωπα στην ιστορία είναι ένας σκληρός αξιωματικός των δυνάμεων του Φράνκο, η υπηρέτρια του που βοηθά τους αντάρτες και ένα μικρό κορίτσι που κινείται ανάμεσά τους ως μια υπενθύμιση του δικαιώματος κάθε ατόμου στην ελεύθερη έκφραση.
Αυτό το μικρό κορίτσι, με το συμβολικό όνομα Οφηλία, κινείται άλλοτε δίπλα σε πλάσματα που εκφράζουν  το όνειρο και άλλοτε δίπλα σε άτομα ρεαλιστικά -άλλα από αυτά πολύ σκληρά και απάνθρωπα, άλλα πάλι που υπηρετούν διαχρονικές αξίες.
Μια ιστορία με πολιτικό υπόβαθρο και γεμάτη στοιχεία θρύλων. Σκοτεινή όσο και μαγική, τρυφερή όσο και σκληρή.
Τα ίδια αυτά στοιχεία στην ταινία είχαν προσδώσει μια ιδιαίτερη γοητεία, την κρατούσαν όμως σε μια ισορροπημένη σχέση ανάμεσα στο ρεαλισμό και την φαντασία.
Η Κορνίλια Φούνκε πρέπει να έφερε στην μυθιστορηματική απόδοση του έργου μια ανατροπή. Το μαγικό στοιχείο αποκτά βάθος και γίνεται το όχημα της αφήγησης. Έτσι η αντίθεση ανάμεσα στο άδικο και το δίκιο, ανάμεσα στο σκληρό και το τρυφερό, αποκτά μια διαχρονική συμβολικότητα και οι λέξεις βοηθούν στο να αποκτήσουν τα πλάσματα των ονείρων μια ουσιαστική αντιστοίχιση  με την ιδέα της δικαιοσύνης.
Αφού διάβασα το μυθιστόρημα, θέλησα να ξαναδώ την ταινία. Και ομολογώ πως θεωρώ τη λογοτεχνική απόδοση πλέον ώριμη, πιο ατμοσφαιρική, περισσότερο συναρπαστική.
Ασφαλώς σε αυτή την άποψη με βοήθησε να σταθώ και η ιδιαιτέρως επιτυχημένη μετάφραση του έργου στη γλώσσα μας.

Πρώτη ανάρτηση:

1.12.19

Τριστάνος και Ιζόλδη- Μια ιστορία των γλάρων: Όταν ο Μ. Κοντολέων καθηλώνει



Le roman de Tristan et Iseut. Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης. Μια σχεδόν αρχετυπική ιστορία που ταξίδεψε από τον 11ο αιώνα ως τις μέρες μας κατακερματισμένη, καθώς άλλες εγγραφές εχάθηκαν εξ’ όλοκλήρου και άλλες, ευτυχώς, μας διέσωσαν μεγάλα τμήματα, όπως αυτή του περίπου σύγχρονου της ιστορίας ποιητή Μπερούλ και του Τομάς, κάπου τρεις χιλιάδες στίχοι έκαστος. Ο Τριστάνος του Γάλλου συγγραφέα και μελετητή του Μεσαίωνα Τζόζεφ Μπεντιέ, πάλι, που συνετέθη στο τέλος του δεκάτου ένατου αιώνα, έφερε στους αναγνώστες την ιστορία των δύο ερωτευμένων που “ήπιαν την αγάπη και τον θάνατο” με τον τρόπο των γνήσιων τροβαδούρων και όπως τραγουδήθηκε στους κουρασμένους από τις μάχες Γάλλους στρατιώτες του 11ου αιώνα, έτσι όπως η Κέλτικης γέννας αυτή ιστορία γοήτευσε τους προ εννέα αιώνων Γάλλους και έσπειρε τον ρομαντισμό του παντού, κατά τα φαινόμενα και σε αριστουργήματα της παγκόσμιας δραματουργίας, βλέπε Ρωμαίος και Ιουλιέτα.

Στα βιβλία των Μπερούλ και Μπεντιέ στηρίχθηκε ο Μάνος Κοντολέων για να δημιουργήσει τη δική του διασκευή επί της ιστορίας αυτής. Δεδομένης της χρήσης ενός εντελώς διαφορετικού αφηγηματικού σχήματος, των αφηγητών γλάρων που ίπτανται πάνω τα βράχια της Κορνουάλης και τις ακτές της Ιρλανδίας θωρώντας σκωπτικά κάθε εξέλιξη, της παράλειψης αρκετών γεγονότων και της ενσωμάτωσης άλλων πρωτογενών, αλλά κυρίως της ύπαρξης τόσο Κοντολεωνικού ύφους και γλώσσας, σχεδόν ακροβατούμε όταν μιλάμε για διασκευή του μεσαιωνικού θρύλου. Ο διαπρεπής Έλληνας συγγραφέας επανεγγράφει, μετά τον Θερβάντες με το Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης και τον Ραμπελαί με Το βιβλίο της ζωής του Μεγάλου Γαργαντούα όταν ακόμα ήταν παιδί και νέος άντρας, τον κλασικό μύθο του Τριστάνου και της Ιζόλδης, μετασχηματίζοντάς τον με τέτοιο τρόπο και με τα προαναφερθέντα δομικά χαρακτηριστικά, έτσι ώστε να διαβάζουμε κάτι του οποίου γνωρίζουμε μόνο τον βασικό ιστό του.

Ο Μ. Κοντολέων αποσύρει το κέντρο βάρους του αναγνώστη από τις σταθερές του ερωτικού ειδυλλίου, από το τι και πώς έγινε και μεταθέτει το ενδιαφέρον στο σαρκαστικό, λακωνικό βλέμμα των γλάρων επί των ανθρώπινων πεπραγμένων, τους καθολικούς νόμους της φύσης που σαλεύουν τον νου των ανθρώπων και στις επιλογές του να ιχνηλατήσει τον έρωτα και τον θάνατο Σολωμικά (“μόλις εἶν᾿ ἔτσι δυνατὸς ὁ Ἔρωτας καὶ ὁ Χάρος”*) και θα έλεγα με την γλυκύτητα του δημοτικού τραγουδιού (“τι έρωτας τι θάνατος δεν έχεις να διαλέξεις“*) και να ισορροπήσει έτσι ώστε να παραδώσει τον μύθο θελκτικό για κάθε αναγνωστική ηλικία.

Με απαράμιλλο ρυθμό, με την υψηλή ποιότητα και την παραμυθένια αύρα τον λέξεων του Μ. Κοντολέων, η δύναμη του Τριστάνου και της Ιζόλδης, του έρωτα και του θανάτου, έρχεται με ορμή και σαγήνη να καθηλώσουν κάθε αναγνώστη. Ο συγγραφέας παίρνει την διαχρονικότητα του οικουμενικού αυτού έπους αγάπης και επανανοηματοδοτεί τις αξίες του αφού αυτές γίνονται διάτρητες στο ράμφος των γλάρων της Κέλτικης θάλασσας που θυμίζουν αφηγητή και χαμηλόφωνο σχολιαστή πίσω από την φωνή του τροβαδούρου. “Αν θέλετε να μάθετε την ιστορία ενός τόπου, τα πάθη και τα όνειρα όσων τον κατοικούνε, ελάτε σ’ εμάς… Ζητήστε να σας τα πούμε όλα”.

Κι είναι αυτός, ένας γλάρος που ξεκινά να ξετυλίγει μια από τις πιο ωραίες ιστορίες των “παιχνιδιάρηδων” ανθρώπων και ίσως μόνο “παιχνιδιάρηδων”, εκείνη στους απόκρημνους βράχους της Κορνουάλης στην Νοτιοδυτική Μεγάλη Βρετανίας την εποχή που βασιλιάς της ήταν ο Μάρκος.

Η αδερφή του παντρεύτηκε, πριν πολλά χρόνια τον κύρη ενός νησιού (βασιλιάς Ριβαλάν) που την ερωτεύτηκε σφόδρα, πήγε στα μέρη του να γεννήσει ένα αγόρι, μα η δύσμοιρη πέθανε πάνω στη γέννα, έζησε το αγόρι, που μεγάλωσε δίχως μάνα. Και το όνομά του ήτανε Τριστάνος, που σημαίνει θλιμμένος. Και πήγε σαν μεγάλωσε στο κάστρο του Μάρκου να κερδίσει με το σπαθί του τον τίτλο του ιππότη. Μπήκε στη φρουρά του άρχοντα ο Τριστάνος κι ύστερα γίνηκε υπασπιστής του, δίχως να ξέρει πως είναι ανιψιός του.

Κι όταν ήρθε ο Μόρχολτ, αδερφός της γυναίκας του βασιλιά της Ιρλανδίας, απαιτώντας από τον Μάρκο φόρο υποτέλειας από ήττα παλιά τριακόσια αγόρια και κορίτσια, ο Μάρκος αρνήθηκε και ο φοβερός Μόρχολτ ζήτησε έναν να μονομαχήσει μαζί του για να κριθεί η απονομή του φόρου. Και ο Τριστάνος προσφέρθηκε εθελοντικά να πολεμήσει με τον ανίκητο γίγαντα που τους απειλούσε. Και τον νίκησε και το όνομά του τράνεψε μεμιάς εκείνη τη μέρα. Μόνο που ένα μικρό κομμάτι από το ατσάλινο σπαθί του έμεινε στο κορμί του Μόρχολτ. Κι αυτό το μικρό κομμάτι ήταν που έκαμε την αδελφή του, να ορκιστεί να εκδικηθεί όποιος σκότωσε τον αδερφό της.

Ο Μάρκος έπρεπε να παντρευτεί, να αποκτήσει τον δικό του γιο. Και η εκλεκτή ήταν… η Ιζόλδη, η πριγκίπισσα του τόπου του Μόρχολτ. Η αδερφή του! Η συνέχεια στο βιβλίο…

“Να ένα ακόμα από τα τερτίπια του Έρωτα που δεν μπορώ να καταλάβω. Να φέρνει τον θάνατο μαζί με τη ζωή”

Εκδόσεις Πατάκη. Από 9 περίπου ετών. Θαυμάσιο. Προτείνεται.

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _

*Ο Κρητικός- Δ. Σολωμός

Από Απόστολος Πάππος -27/11/20190284
https://www.elniplex.com/%cf%84%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b9%ce%b6%cf%8c%ce%bb%ce%b4%ce%b7-%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b3%ce%bb%ce%ac%cf%81%cf%89%ce%bd-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ad%cf%89%ce%bd/?fbclid=IwAR0b3Epii_pleokudaAA4fLoPryPk0SREz0EPFbK8AJkJnu_7gtO_rph6bI