16.7.19

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα



1)Κύριε Κοντολέων, ζείτε τις χρονιές της απόλυτης καταξίωσης, ημερίδες για σας στο Πανεπιστήμιο, ειδικές βραβεύσεις, διθυράμβους για την «Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο», μαζί σας ξαναδιαβάζουμε τους κλασικούς, το παιδικό βιβλίο έχει το όνομά σας, τι απομένει να κατακτηθεί; Υπάρχει όνειρο ανεκπλήρωτο; Υπάρχουν ακόμα επιδιώξεις;
-Ομολογώ πως κι εγώ έχω βρεθεί να διαβάζω με κάποια έκπληξη όλα αυτά που με τόση αγάπη προς εμένα και το έργο μου περιγράφετε. Αλλά από την άλλη σκέφτομαι πως  αυτά τα 40 χρόνια απόλυτης αφοσίωσής μου στη λογοτεχνία είναι λογικά να έχει έρθει η ώρα να καταμετρηθούνε.
Δεν ξέρω αν έχω κάτι κατακτήσει. Ξέρω πως πάντα έγραφα αυτά που πίστευα. Πως σεβόμουνα πρώτα τα έργα μου και μετά τους αναγνώστες μου. Δεν έκανα όνειρα… Έγραφα… Και συνεχίζω να γράφω. Ναι, αυτό μπορεί να θεωρηθεί η μόνιμη μου επιδίωξη. Η οποία -πρέπει να το παραδεχτώ- με οδήγησε να έχω δημιουργήσει ένα έργο που -ασχέτως αν είναι ή όχι  σημαντικό- σίγουρα δεν είναι συνηθισμένο. Εννοώ πως τα βιβλία μου ξεκινάνε από παραμύθια  και καταλήγουν σε μυθιστορήματα. Δεν περιορίστηκα σε είδη γραφής. Πειραματίστηκα. Νομίζω πως στον ίδιο βαθμό, ο μόνος άλλος Έλληνας συγγραφέας που έχει μια τέτοια πολυμορφία το έργο του, είναι ο Γρηγόριος Ξενόπουλος.

2)«40 χρόνια» γράφετε «έψαχνα πάντα την Ταυτότητα, έψαχνα πάντα την Αιτία, έψαχνα πάντα την Φαντασία, έψαχνα πάντα τον Άλλον», να υποθέσουμε ότι αυτά ακριβώς είναι ο πυρήνας του συγγραφικού σας σύμπαντος;
- Η ταυτότητα, ο έρωτας, ο άλλος… Οι εμμονές μου και οι άξονες όλων των έργων μου. Και όπως και πιο πριν είπα, η διάθεσή μου να μπορώ να επικοινωνώ συγγραφικά με αναγνώστες κάθε ηλικίας.
3)Και σήμερα; Τι απ’ εκείνα μπορούμε να πούμε ότι παραμένουν συγγραφικές εμμονές σας;
- Μα νομίζω τα ίδια. Σκέφτομαι πως αν αισθανθώ πως δεν έχω πλέον αυτές τις εμμονές, θα είναι γιατί θα έχω σταματήσει να αναπνέω.. Και το λέω με την απόλυτη κυριολεξία της έννοιας της μη αναπνοής.
4)«1979 - 2019:  Σαράντα Χρόνια... Έψαχνα πάντα τις λέξεις»
«Όταν είμαι -ή θέλω να είμαι- αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά.
Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους.
Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες.
Κι όμως, τελικά... Τίποτε από εμένα δε φαίνεται.»
Κύριε Κοντολέων, πόσα βιβλία έχετε γράψει;
- Πολλά βιβλία. Πολλές λέξεις… Γίνεται να μετρηθούνε;  Μετρά κανείς τα χρόνια που έχει ζήσει. Τις αντίστοιχες μέρες δεν τις μετρά.
5)Τι πρέπει να έχει ένα βιβλίο για να γίνει βιβλίο σας;
- Φαντάζομαι πως με ρωτάτε για τα βιβλία που έχω διαβάσει… Λοιπόν, δεν ξέρω να σας πω… Θα έλεγα όμως πως το πλέον βασικό που μπορεί να έχει το βιβλίο ενός άλλου συγγραφέα και για το οποίο θα ήθελα να ήταν δικό μου, είναι… Να το ζηλεύω!

6)Ένας ήρωας ή μια ηρωίδα για να γίνει η ηρωίδα ή ο ήρωάς σας;
- Να έχει κάτι δικό μου. Και να μου δώσει κάτι δικό του ή δικό της.
7)Στα θέματά σας, πιστεύετε πως έχουν παίξει ρόλο οι σπουδές σας και η καταγωγή σας;
-Οι σπουδές μου έχουν επέμβει στο ότι με ενδιαφέρει πολύ η δομή του βιβλίου που γράφω. Η Μικρασιάτικη καταγωγή των δικών μου και το ότι εγώ είμαι γέννημα θρέμμα της Αθήνας, έχουν επέμβει στην επιλογή των θεμάτων μου και στον τρόπο που τα διαχειρίζομαι. Νομίζω πως είμαι ένας γνήσιος αστός συγγραφέας -συγγραφικοί μου πρόγονοι θεωρώ πως είναι ο Καραγάτσης, ο Πολίτης και ο Κουμανταρέας. Μπορεί να έτυχε και να μένω τα τελευταία χρόνια σε μονοκατοικία, αλλά στην ουσία αισθάνομαι πάντα κάτοικος μιας πολυκατοικίας.


8) Αλήθεια δεν φοβάστε και την… συγκατοίκηση! Λένε ότι δυο συγγραφείς δεν χωρούν στο ίδιο σπίτι, εσείς είστε τρεις; Να βάλουμε εκτός από την Κώστια και την Άννα σας; Αλλά και η δημοσιογραφία του Δομήνικου; Μάλλον δεν είστε καθόλου… ανταγωνιστικός τύπος!
- Όχι ανταγωνιστικός τύπος δεν υπήρξα ποτέ. Μήτε ως κοινωνικό άτομο μήτε ως συγγραφικό. Δεν κατανοώ την ανταγωνιστικότητα. Ίσως γιατί πιστεύω πολύ στην συγκατοίκηση, που λέτε κι εσείς. Όλοι έχουμε χώρο να υπάρχουμε. Και όλοι οι όροφοι έχουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους. Δεν προσπάθησα να κάνω τα μέλη της οικογένειάς μου συγγραφείς. Τουλάχιστον όχι συνειδητά. Αλλά ίσως γιατί ‘γράφω’ για μένα σημαίνει ‘ζω’ και ‘ζω’ σημαίνει ‘γράφω’, να ήρθαν έτσι τα πράγματα και να έχω δίπλα μου  άλλους ακόμα τρεις συγγραφείς… Γιατί τελικά κι ο Δομήνικος δεν ξέφυγε. Γράφει θεατρικά έργα κι αυτός.

9) Εκείνο που βασικά σας χαίρομαι είναι η γενναιοδωρία προς τους άλλους, κύριε Κοντολέων. Τους διαβάζετε! Γράφετε την άποψή σας και δεν διστάζετε να τους επαινείτε; Η άποψή σας για την ελληνική λογοτεχνία σήμερα;
-Δεν θα έλεγα πως είμαι γενναιόδωρος. Έχω απαιτήσεις πρώτα και από τον εαυτό μου και μετά από τους άλλους. Αλλά πιστεύω πως δεν υπάρχει το τέλειο, υπάρχει όμως ο δρόμο προς το τέλειο. Και πάνω απ΄ όλα υπάρχει ο καλός λόγος. Ο κριτικός  λόγος δεν πρέπει να είναι λόγος εξουσίας, αλλά λόγος επικοινωνίας. Και δεν ξεχνώ πως και ο κρίνων κρίνεται.
Όσον αφορά την σημερινή ελληνική λογοτεχνία εκείνο που έχω να πω είναι πως καθρεφτίζει αυτό που ακριβώς συμβαίνει και στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Μια αναμονή…

10)Για το παιδικό βιβλίο;
- Κι εδώ έχουμε κάτι παρόμοιο. Σαφέστατα βλέπω άνθηση, αλλά παράλληλα και μια επαναφορά συντήρησης και διδαχτισμού. Και το κυριότερο μια κατά κάποιο τρόπο κυριαρχία των μικρών κειμένων  σε βάρος των μεγάλων. Κι αυτό είναι που με προβληματίζει. Τα μεγάλα κείμενα βοηθούν το νέο αναγνώστη να δει με ένα πλέον σύνθετο τρόπο της ζωή.
Αλλά όλα αυτά είναι σημεία της εποχής μας. Και που βέβαια και σε πολλές άλλες κοινωνικές και πολιτιστικές μας εκφράσεις τα διαπιστώνω.

11)Για τα βραβεία; Έχετε βραβευτεί άπειρες φορές, το όνομά σας έχει γραφτεί στον τιμητικό πίνακα Άντερσεν, βιβλία σας έχουν μεταφραστεί… Η λογοτεχνία μας στο εξωτερικό έχει την θέση που της πρέπει;
-Α, τα βραβεία! Σαφέστατα δίνουν χαρά και βοηθούν στο να γίνεις γνωστός. Αλλά ας δούμε πιο αντικειμενικά το όλο θέμα. Κι ας σκεφτούμε σε ποια βραβεία αναφερόμαστε. Τα βραβεία τα απονέμει μια επιτροπή. Πώς δημιουργούνται αυτές οι επιτροπές και ποιοι οι φανεροί ή και κρυφοί στόχοι κάθε μέλους των; Και επίσης  τι να σκεφτούμε για τα βραβεία του κοινού; Για ποιο κοινό μιλάμε και πως η δική του γνώμη μπορεί να μετρηθεί;
Μικρή η βιβλιοφιλική ελληνική κοινότητα και όλα αυτά γίνονται γνωστά.
Μα ας μη μεμψιμηρώ. Ας πούμε πως τα βραβεία είναι μια γιορτή. Μα ας θυμηθούμε πως ζούμε συχνά πιο μεγάλες και ουσιαστικές στιγμές σε μέρες μη γιορτινές.
13)Η ελληνική κρίση ωφέλησε το βιβλίο ή το έβλαψε;
-Ποτέ μια κρίση οικονομική που μετατρέπεται σε κρίση κοινωνική και κρίση αξιών δεν μπορεί να ωφελήσει την Τέχνη. Ίσως μετά από χρόνια. Όταν όλα όσα ζούμε θα είναι Ιστορία… Ίσως…
14)Τους συγγραφείς;
- Είπα λίγο πιο πριν και κρίση αξιών… Άρα…
15)Για το μέλλον, τι είναι εκείνο που φοβάστε;
-Και πάλι να σας υπενθυμίσω το ίδιο… Για κρίση αξιών μιλώ!
16)Και τι σας αναπαύει! Τι σας κάνει να αισιοδοξείτε και να ονειρεύεστε…
-Α, το γεγονός πως η ζωή συνεχίζεται. Πως γεννιούνται νέοι άνθρωποι… Τελικά αν ασχολείσαι με την όποιας μορφή δημιουργία -και πόσο μάλλον με τη συγγραφή- δεν μπορεί παρά να ελπίζεις. Αν αυτό λέγεται και αισιοδοξία… Δεν ξέρω. Προτιμώ τη λέξη Ελπίδα

17)Ξέρω, ξέρω, ένας πατέρας δεν ξεχωρίζει ποτέ του τα παιδιά του, εν τούτοις υπάρχουν κάποια από τα βιβλία σας που ξεχωρίζετε; Γιατί γράφτηκαν κάπως παράδοξα, επειδή δεν τα ξεπεράσατε ποτέ σας…
-Ναι δεν ήταν δυνατόν να μην υπάρχουν. Είναι εκείνα που γεννήθηκαν από τις μεγάλες δικές μου, τις πολύ προσωπικές μου στιγμές. Μα ας μου επιτρέψετε να μη πω περισσότερα. Άλλωστε ο αναγνώστης έχει δικαίωμα να αγαπά το δικό του βιβλίο, αυτό που για τους δικούς  του προσωπικούς   λόγους επέλεξε.
18)«Τριστάνος και Ιζόλδη- Μια ιστορία γλάρων» γράφετε, διαβάζουμε. Και τι ακριβώς έχουμε να περιμένουμε;
-Αναζητώ τις παλιές Ιστορίες και θέλω να τις κάνω δικές μου. Ίσως υλοποιώ αυτό που πιστεύω πως ήταν πάντα η βαθιά μου πίστη:  Ένας συγγραφέας είναι παιδί προηγούμενων συγγραφέων. Ε, ίσως να έχει έρθει η ώρα να συνθέσω την προσωπική μου μυθολογία. Κι έτσι γράφω ξανά για τα παλιά κείμενα -σταθμούς του δυτικού πολιτισμού, όπως επίσης ξαναγράφω τα δικά μου πρώτα, πρώτα κείμενα.

19)Ποιο παραμύθι θα ταίριαζε αν ήταν παραμύθι η εποχή μας;
-Δεν ξέρω ποιο θα ταίριαζε κι αν θα ήταν παραμύθι. Αλλά πιστεύω πως η εποχή μας έχει ανάγκη από τον δικό της Δον Κιχώτη.

20)Να προσπαθούμε να της βάλουμε τίτλο; Αν και περισσότερο με εφηβικό μυθιστόρημα μου φαίνεται…
- Λέτε; Εγώ πάλι προτείνω κάτι πιο… νουάρ. Ίσως και κάτι  το γοτθικό… Τέλος πάντων -αποφάσισα: Μια ιστορία τρόμου!


11.7.19

Βαγγέλης Ηλιόπουλος Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΝΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗΣ


Βαγγέλης Ηλιόπουλος
Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΝΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗΣ
-Το ΓΙΑΤΙ των παιδιών φέρνει την ελπίδα
-ΔΕΝ έχουν όλα τα παιδιά ίσες ευκαιρίες
-ΟΛΑ μπορείς να τα ζήσεις σε ένα βιβλίο
Εικονογράφηση:  Έφη Λαδά
Εκδόσεις Πατάκη

Είναι γεγονός πως αυτό που θεωρούμε λογοτεχνία για παιδιά συχνά ταυτίζεται με τον όρο βιβλίο για παιδιά.
Κοινά στοιχεία ανάμεσα στα δυο είδη υπάρχουν, αλλά επίσης υπάρχουν και ουσιαστικές διαφορές.
Ως λογοτεχνία για παιδιά θα πρέπει να θεωρούμε κάθε κείμενο που, πρώτα απ’ όλα, έχει την ικανότητα να μπορεί να επικοινωνήσει μ’ ένα παιδί γιατί χρησιμοποιεί ένα λεξιλόγιο που το μεγαλύτερο μέρος του αποτελεί κτήμα του νεαρού αναγνώστη, αλλά και –κατά κύριο λόγο– γιατί αναπτύσσει συναισθήματα, αναλύει χαρακτήρες και υποστηρίζει ιδέες με έναν τέτοιο τρόπο που, παρά το ότι ελέγχεται από την ενήλικη ταυτότητα του δημιουργού, μπορεί και να επικοινωνεί με τον ψυχικό κόσμο ενός παιδιού χωρίς να θέλει να το νουθετήσει, ενώ αντιθέτως λαχταρά να το ευαισθητοποιήσει. Και βέβαια όλα αυτά μέσα από μια αρκούντως έντονη πλοκή που τη δημιουργούν κοινωνικές καταστάσεις και ατομικές αναζητήσεις.
Ως βιβλίο για παιδιά θα πρέπει να θεωρούμε κάθε κείμενο που θέλει να μεταφέρει στον αναγνώστη του μια εμπειρία άλλοτε κοινωνικού περιεχομένου, άλλοτε οικογενειακών καταστάσεων, άλλοτε ατομικών προβληματισμών.
Συνήθως στην κατηγορία των βιβλίων για παιδιά μπορούμε να εντάξουμε τα βιβλία γνώσεων και κάποια ακόμα που, αν και δείχνουν να έχουν μια υποτυπώδη έστω πλοκή, στην ουσία, στόχο τους δεν έχουν την παρουσίαση των εσωτερικών συναισθημάτων που με τη σειρά τους επιφέρουν εξωτερικές συμπεριφορές, αλλά την αποκομμένη από ένα γενικότερο ψυχολογικό περιβάλλον υποστήριξη ή καταγγελία συγκεκριμένων κανόνων που πρέπει το παιδί να γνωρίσει και να τους ακολουθήσει στη συνέχεια.
Σε παλαιότερα χρόνια, αυτός ο διαχωρισμός ανάμεσα στη λογοτεχνία για παιδιά και στο βιβλίο για παιδιά ήταν σχεδόν ανύπαρκτος. Εκείνη την εποχή επικρατούσε ο απόλυτος διδακτισμός και κάτω από τη σκιά του γραφόντουσαν ακόμα και κείμενα που ονομάζονταν μυθιστορήματα για παιδιά. Κάποιες εξαιρέσεις – π.χ. Ξενόπουλος, Δέλτα– απλώς φωτίζανε τον δρόμο που θα έπρεπε να ακολουθηθεί από όσους θέλανε να γράφουν τη σωστή λογοτεχνία για μικρής ηλικίας αναγνώστες.
Σήμερα, αν και ένας νεοδιδακτισμός επανακάμπτει, παράλληλα ολοένα και περισσότερα είναι τα βιβλία για παιδιά που γράφονται και κυκλοφορούν και τα οποία προσπαθούν να βγάλουν από πάνω τους τον ασφυκτικό κλοιό μια γραφής που θέλει μόνο να διδάξει χωρίς παράλληλα και να ευαισθητοποιεί.
Ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος είναι ένας γνωστός συγγραφέας βιβλίων για παιδιά. Και παράλληλα είναι ένας ιδιαίτερα δραστήριος δάσκαλος.
Η συνύπαρξη των δύο αυτών ιδιοτήτων συνήθως εκφράζεται με τέτοιο τρόπο, ώστε ο εκπαιδευτικός να υπερισχύει του λογοτέχνη. Αλλά κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην περίπτωση του Ηλιόπουλου.
Θα έλεγα, μάλιστα, πως οι δυο ιδιότητες με αρμονία συνυπάρχουν και γι’ αυτό και τα καθαρώς λογοτεχνικά του έργα τα διακρίνει η γραφή ενός ανθρώπου που ξέρει να επικοινωνεί με το παιδί, ενώ τα κείμενά του που στρέφονται προς την κατηγορία των βιβλίων γνώσεων διαθέτουν μια εσωτερικότητα που τους τη χαρίζει η λογοτεχνική θέαση του κόσμου.
Πάμπολλα τα έργα που έχει γράψει και που καλύπτουν μια μεγάλη γκάμα επιμέρους ειδών τόσο της λογοτεχνίας για παιδιά όσο και των βιβλίων για παιδιά.
Με έναν γενικό χαρακτηρισμό μπορεί κανείς να αναφερθεί στον Ηλιόπουλο ως τον συγγραφέα εκείνο που θέλει να ευαισθητοποιήσει τους αναγνώστες του ακριβώς στον ίδιο βαθμό που το ίδιο επιχειρεί και ως εκπαιδευτικός.
Κάτω από μια τέτοια συνθήκη έχει εκδώσει βιβλία που στην ουσία –λιγότερο ή περισσότερο– συνδυάζουν τη λογοτεχνία με την πληροφορία. Τα πλέον πρόσφατα, αυτά τα τρία που αποτελούν την «Τριλογία της ενσυναίσθησης».
Ως ενσυναίσθηση ορίζεται η συναισθηματική ταύτιση με την ψυχική κατάσταση ενός άλλου ατόμου και η κατανόηση της συμπεριφοράς και των κινήτρων του. Με άλλα λόγια, είναι μια ατομική διαδικασία όπου από τη μια με τη σκέψη και από την άλλη με το συναίσθημα οδηγείς το εγώ σου στη θέση του εγώ ενός άλλου.
Αλλά αυτό κάνει πάντα η καλή λογοτεχνία, πιάνει από το χέρι τον αναγνώστη και τον πηγαίνει μέσα στα δωμάτια της ψυχής του μυθιστορηματικού ήρωα.
Η ιδέα του Ηλιόπουλου ήταν αυτή τη μετάβαση να την πετύχει με έναν πλέον ξεκάθαρο τρόπο: με λιγότερη πλοκή αλλά με περισσότερη ανάπτυξη των κοινωνικών καταστάσεων.
Η σειρά ξεκίνησε το 2015 με το ΓΙΑΤΙ, ακολούθησε το ΔΕΝ το 2017 και το ΟΛΑ ήρθε μέσα στο 2019.
Και τα τρία βιβλία έχουν την πλούσια και ιδιαίτερη, δεμένη με το κείμενο, εικονογράφηση της Έφης Λαδά.
Την αφήγηση και στα τρία κείμενα τη διακρίνει μια λογοτεχνική διάθεση και στηρίζεται στην ιδιαιτερότητα της «προσωπικότητας» του εκάστοτε «πρωταγωνιστή».
Στο ΓΙΑΤΙ ο τριτοπρόσωπος αφηγητής επιστρατεύει σύμβολα: κομμάτι χαρτιού έως χαρταετό αλλά και καραβάκι έως αστέρι. Τα σύμβολα αυτά θα γίνουν οι μεταφορείς του μηνύματος ή, πιο σωστά, της βασικής ουσίας της ύπαρξης τουΓΙΑΤΙ – της κοινωνικής αδικίας και του πώς αυτή θα πρέπει να αμφισβητείται. Η πλοκή υπάρχει γιατί η συγκεκριμένη λέξη βρίσκει τα σύμβολα ως υποστηρικτές της.
Ένα δάκρυ του που έσταξε τραυμάτισε τη σιωπή και μούσκεψε το χαρτί. «Γιατί» είπε και μετά σηκώθηκε, δίπλωσε το χαρτί σαν σαΐτα και με δύναμη το έστειλε στον ουρανό μαζί με μια ευχή: «Πήγαινε μακριά από τον δυστυχισμένο κόσμο μας! Αν μπορείς…»
Στο ΔΕΝ η δομή γίνεται πιο ευρηματική. Εδώ αφηγητής και πρωταγωνιστής ταυτίζονται. Το αφηγούμενο πρόσωπο (η εικονογράφηση μας το παρουσιάζει ως αγόρι) στοχάζεται πάνω σε διάφορες καταστάσεις :
Όλα τα παιδιά κάνουν πάρτι στα γενέθλιά τους και σε κάθε γιορτή. Γεμίζουν έτσι τον χρόνο με ατέλειωτη διασκέδαση. Όλα; Εγώ δεν…
Το παράπονό του θα το ακούσει ένας χαρταετός (και πάλι το σύμβολο κυριαρχεί) και θα προσφέρει τη λύση – την κατανόηση που έρχεται μετά από τη γνώση.
Στο ΟΛΑ η αφήγηση αποκτά δύο πρωταγωνιστές – ένα παιδί κι έναν περίεργο άνδρα που μαζεύει από τους δρόμους χαμένες σελίδες. Πρόκειται για μια αναζήτηση στην ουσία των μικρών λεπτομερειών που απαρτίζουν την ουσία κάθε καλού βιβλίου και οι οποίες όταν μαζευτούν ολοκληρώνουν τη γνήσια και δημιουργική ανάγνωση. Και μέσα από μιας τέτοιας ποιότητας ανάγνωση, ένας ολόκληρος κόσμος μάς γίνεται γνωστός. Το ΟΛΟ –οι άλλοι κι εμείς– υπάρχει μέσα στα βιβλία. Γιατί: Εδώ κρύβονται ΟΛΑ όσα κατάφερε ο άνθρωπος σε αυτό τον πλανήτη.
Μια αληθινά ενδιαφέρουσα πρόταση συνύπαρξης της λογοτεχνίας με την κοινωνική αγωγή και την ατομική ευθύνη, που βρήκε τον τρόπο να υλοποιηθεί με μεγάλη επιτυχία, καθώς λέξεις και χρώματα –ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος και η Έφη Λαδά– συνεργάστηκαν αρμονικά και ευρηματικά.

Πρώτη ανάρτηση:

5.7.19

40 Χρόνια Έψαχνα Πάντα τη Φαντασία


Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι
Μανόλο και Μανολίτο
Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ
Δομήνικος
-Μάνος Κοντολέων : 40 χρόνια… Έψαχνα πάντα τη Φαντασία-
                      Από τις Εκδόσεις Πατάκη

Είναι από τα Όνειρα που γεννήθηκαν οι μεγάλες Ιδέες
                                   **********
Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι
Ένα μυθιστόρημα φαντασίας που μιλά για το Δικαίωμα στην Ελευθερία

Μανόλο και Μανολίτο
Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ
Δυο μυθιστορήματα -ίσως και ένα σε δυο μέρη- που μιλάνε για το πως η Φαντασία ενώνει δυο γενιές ή το πως δυο γενιές μπορεί να ενωθούν μέσα από τους δρόμους της Φαντασίας

Δομήνικος
Ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της Φαντασίας -αυτό που πολύ το θες, πρώτα το φαντάζεσαι και μετά το πραγματώνεις

                            **************
Άφηναν, λοιπόν, τα πουλιά σε κάθε αυλόπορτα, σε κάθε γωνιά, σε κάθε μπαλκόνι κι ένα φύλλο της εφημερίδας Η Αλήθεια.
Και γέμισαν οι πλατείες από τυπωμένα χαρτιά. Κι από τα ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών, ο άνεμος έχωνε αυτά τα χαρτιά  μέσα στα δωμάτια και τα βρίσκαν όλοι μέσα στα κρεβάτια τους, στις κουζίνες, στις σάλες, στα μπάνια τους. Κι άλλα πάλι χαρτιά χωνόντουσαν σε γραφεία, σε καταστήματα.
Κάποια βρεθήκαν σε χωράφια να μπερδεύονται με τα νιόβγαλτα φιντάνια των σταριών ή με τα ταπεινά λουλουδάκια των αγριόχορτων.
Παντού τυπωμένα  φύλλα. Παντού Η Αλήθεια.
Και οι άνθρωποι τα πιάνανε στα χέρια τους και ό,τι βλέπανε το πιστεύανε, ό,τι διαβάζανε το κάνανε δικό τους θέλω.
Και μετά ξεχύθηκαν στους δρόμους, γιατί τα σπίτια τους δε χωρούσανε το νέο τους το πάθος.
Μαζεύτηκαν στις πλατείες, στις αίθουσες των θεάτρων, ανεβήκανε σε αγάλματα, ξεδιπλώσανε τις σημαίες με τα χρώματα των ονείρων τους.
Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι
                                  ************
 «Κάποια ταξίδια μπορείς να τα κάνεις, για κάποια άλλα μπορείς να διαβάσεις. Κάποια θα τα ονειρευτείς. Όλα το ίδιο θα σε γεμίσουν αν τα αφήσεις μέσα στην ψυχή σου να μπούνε… Διαφορετικά ή τα έκανες ή διάβασες γι αυτά ή κάποια στιγμή τα λαχτάρησες… Όλα τους θα χαθούνε…» εξήγησα και μετά στράφηκα στον Μανουήλ.
«Ο παππούς σου δεν έχασε τα ταξίδια που ονειρεύτηκε…»
Ο γέρος γέλασε.
«Έτσι είναι… Το μόνο ταξίδι που με το σώμα μου έχω κάνει είναι από εκεί πέρα…» έδειξε το σπίτι του στον κάμπο, «… Έως εδώ… Στην κορυφή του λόφου με τα δυο κυπαρίσσια… Όλα τα άλλα…»
«Όλα τα άλλα τα ονειρεύτηκε… Και τα αφηγήθηκε στον εγγονό του…»
Ο Μανολίτο χτύπησε παλαμάκια.
«Κατάλαβα!» πανηγύρισε. «Όπως εσύ τα δικά σου τα όνειρα…» σε μένα απευθυνότανε. «Τα κάνεις ιστορίες και τα γράφεις…» σταμάτησε για κάποια δευτερόλεπτα. Ίσιωσε το κορμί του, καμάρωσε, μου έκλεισε το μάτι «Για μένα!» είπε.
Και είχε δίκιο. Ό,τι πιο πολύτιμο ο καθένας μας φτιάχνει, στον πιο πολύτιμο δικό του άνθρωπο το χαρίζει.
Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ

                                           *******

Σχεδόν με θολά μάτια, κατάφερε να ξεχωρίσει τη σκάλα. Άρπαξε την κουπαστή της. Καθώς πήρε να ανεβαίνει τα σκαλιά για το επόμενο πάτωμα, ανάσαινε βαθιά. Τα πουλιά είχαν χαθεί.  Κι έμενε μόνο ο κόκκινος ουρανός – κόκκινος από το αντικαθρέφτισμα της κόκκινης ερήμου ή κι από το άλλο, εκείνο της μακρινής κόκκινης θάλασσας. Ένα κόκκινο χρώμα τύλιγε αποφασιστικά τον Δομήνικο. Κι αυτός θυμήθηκε πως κάπου, κάποτε είχε ακούσει πως το κόκκινο είναι το χρώμα του πάθους. Αλλά από πότε το πάθος εγκατέλειψε τη γη και κατοικεί στα αιθέρια;
Δομήνικος

24.6.19

Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου «Ο χορός του μαύρου πελαργού»


Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου
«Ο χορός του μαύρου πελαργού»
Εκδόσεις Πατάκη

    
Κάθε λογοτεχνικό βιβλίο είναι και ένας κόσμος -ο κόσμος των ηρώων του, αλλά και ο κόσμος του συγγραφέα του.
Ο φανατικός αναγνώστης -φανατικός ως προς το πάθος για αμέτρητες αναγνώσεις και ως προς την διάθεση αναγνώρισης επίσης αμέτρητων ποικιλιών συγγραφικού ύφους- είναι εκείνος που τον κόσμο του βιβλίου που διαβάζει τον κάνει και δικό του κόσμο.
Ο φανατικός και υπεύθυνος αναγνώστης μπορεί να διαφωνεί με ένα βιβλίο ή  με ένα συγγραφέα. Μα η διαφωνία του δεν τον οδηγεί στην απαξίωση.
Ένας φανατικός αναγνώστης μπορεί να θεωρηθεί και ως έγκυρος κριτικός.
Ένας αναγνωρισμένος κριτικός δεν είναι πάντα -δυστυχώς- και έγκυρος αναγνώστης.
Τελικά το ζητούμενο είναι να επισκέπτεσαι  -είτε ως αναγνώστης, είτε ως κριτικός- τον κόσμο ενός βιβλίου. Με άλλα λόγια να επισκέπτεσαι τους ήρωές του και να θες να συνομιλήσεις με τον συγγραφέα του.
Κάπως με τέτοιες προδιαγραφές αναγνωστικών εμπειριών έχω αγαπήσει συγγραφείς όπως τον  Ροθ αλλά και τον Μπαρνς, τη Γουλφ αλλά και τη Ντυράς, τον Καραγάτση αλλά και τον Σαμαράκη… Τη Ζωρζ Σαρή αλλά και την Λότη Πέτροβιτς.
Και οδήγησα τις πιο πάνω σκέψεις μου στις δυο αυτές ελληνίδες συγγραφείς μας και γιατί και οι δυο έχουν στην ουσία όλο τους το κυρίως έργο στηρίξει σε μυθιστορήματα που κυκλοφορούν σε σειρές  για παιδιά και νέους, αλλά και γιατί και οι δυο -αν και είναι σαφές πως ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες απόψεων ως προς μια Στάση Ζωής- στην ουσία ολοκληρώνουν  με απόλυτη συγγραφική συνέπεια και κοινωνική  υπευθυνότητα τον κόσμο των ηρώων τους* τον κόσμο των βιβλίων τους. Το δικό τους κόσμο τελικά μας παρουσιάζουν και μας αφήνουν ή μάλλον μας προσκαλούν να τον γνωρίσουμε.
Ελάχιστα δείγματα μιας εν παραλλήλω προσέγγισης του συνολικού έργου της Σαρή και της Πέτροβιτς κατέθεσα, στα πλαίσια ενός σύντομου σημειώματος για το πρόσφατο μυθιστόρημα της τελευταίας που μόλις κυκλοφόρησε.
Θέλω να ελπίζω και εύχομαι οι αρμόδιοι πανεπιστημιακοί ή μη μελετητές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας για παιδιά και νέους να αναζητήσουν όλα τα κοινά εκείνα σημεία που στα μυθιστορήματα  τόσο της Σαρή όσο και της Πέτροβιτς έχουν καταγραφεί  και λογοτεχνικά ενσάρκωσαν  τις τάσεις και τις αντιθέσεις  της σύγχρονης ελληνικής αστικής κοινωνίας μας.
Αλλά σταματώ στο βιβλίο «Ο χορός του μαύρου πελαργού»
Είναι το εικοστό μυθιστόρημα που έρχεται να προστεθεί στο έργο της Πέτροβιτς και πλέον συγκεκριμένα σε εκείνα τα μεγάλης έκτασης αφηγήματα που οι ζωές των ηρώων τους διαπλέκονται μεταξύ τους  και τελικά συνθέτουν ένα ολόκληρο κόσμο ηρώων -πρόσωπα, οικογένειες, σχέσεις.
Πίσω από τα πρόσωπα -σε όλα αυτά τα έργα- υπάρχει η Ιστορία.  Υπάρχει αλλά άλλοτε υποχωρεί κι άλλοτε συμπλέει με τις ιστορίες των ανθρώπων.
Νομίζω -και επανέρχομαι στη σχέση της Ζωρζ Σαρή με την Λότη Πέτροβιτς- πως κεντρικός άξονας στα έργα και των δύο είναι το πως οι απλοί ,καθημερινοί άνθρωποι αλλάζουν λίγο ή πολύ τη ρότα της ζωής τους καθώς εμπλέκονται άμεσα ή εμμέσως στον κεντρικό ρου των μεγάλων ιστορικών γεγονότων.
Άρα έχουμε -και εδώ , στο «Χορό του μαύρου πελαργού»- τα πολιτικά γεγονότα να γίνονται ο καμβάς της μυθιστορηματικής  αφήγησης κι έτσι να διαβάζουμε ένα λογοτεχνικό έργο που ανήκει στην κατηγορία εκείνων των μυθιστορημάτων που θα ήταν άδικο να τα χαρακτηρίσεις καθαρώς ως ιστορικά, μιας και περισσότερο είναι -κι αυτό είναι πολύ όμορφο!- ανθρωποκεντρικά.
Ο ήρωας του έργου είναι ένας άνδρας γεννημένος λίγο πριν τα μέσα του 20ου αιώνα που στη ζωή του έτυχαν διάφορα συμβάντα και τα οποία τον έκαναν να βιώσει επώδυνα τον αντίκτυπο των ιστορικών γεγονότων.
Με τον ήρωα αυτόν, η Πέτροβιτς βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για την μεταπολεμική Ελλάδα, για το κύμα μετανάστευσης, για τον Ψυχρό Πόλεμο, για τα κινήματα ανεξαρτησίας λαών της Ευρώπης.
Κάτι τέτοιο είναι σύνηθες και στα προηγούμενα έργα της. Αυτό που όμως το νέο τούτο μυθιστόρημά της φέρνει είναι ο φωτισμός των προβλημάτων της Τρίτης Ηλικίας.
Και σε προηγούμενα έργα της υπάρχουν ήρωες μεγάλης ηλικίας, αλλά στο βαθμό που μπορώ να επικαλεστώ την πιστότητα της μνήμης μου, τόσο  κεντρικό ρόλο στη κατανόηση του γήρατος δεν νομίζω πως σε κάποιο προηγούμενο να έχει καταθέσει.
Έτσι όμως, «Ο χορός του μαύρου πελαργού» μπορεί να είναι και το πρώτο μυθιστόρημα για μεγάλα παιδιά που έχει το θάρρος να μιλήσει για το ηλικιακό αδιέξοδο ενός  ατόμου που ζει την όγδοη δεκαετία της ζωής του.
Η Πέτροβιτς δεν μένει βέβαια σε ένα καθαρά και μόνο ψυχολογικό επίπεδο. Αντιμετωπίζει το θέμα μέσα στο κοινωνικό σημερινό περιβάλλον, το φωτίζει διαχρονικά και μπορεί μυθιστορηματικά να συνθέτει μια θετική εξέλιξη, αλλά πιο πριν έχει  προλάβει να ενημερώσει και να ευαισθητοποιήσει τους αναγνώστες της πάνω στο πως ένας μεγάλης ηλικίας άνθρωπος βλέπει την οικογένειά του, τον ίδιο του τον εαυτό. Την ατομική του αξιοπρέπεια.
Από πλευράς μυθιστορηματικής δομής, η Πέτροβιτς επέλεξε μια φόρμα επιστολικής καταγραφής, διανθισμένης όμως με ενδιάμεσες παρεμβολές διαλόγων όπου επεξηγούνται γεγονότα που εντάσσονται εντός της επιστολής – εξομολόγησης.
Με αυτό τον τρόπο απέφυγε  κουραστικές ίσως αναφορές σε λεπτομέρειες  του παρελθόντος, ενώ παράλληλα οι σκέψεις των νεαρών ηρώων της μπορεί εύκολα να υιοθετηθούν από αναγνώστες παρόμοιας ηλικίας και έτσι ο καθένας τους να αναζητήσει στο βαθμό που επιθυμεί περισσότερες ή όχι επεξηγήσεις.


17.6.19

Βασίλης Παπαθεοδώρου «Τη νύχτα που έσβησαν τ΄ αστέρια»


Βασίλης Παπαθεοδώρου
«Τη νύχτα που έσβησαν τ΄ αστέρια»
Εκδόσεις Καστανιώτη
                               



Το είδος εκείνου του μυθιστορήματος που οι μελετητές της λογοτεχνίας το κατατάσσουν στον χώρο της Νεανικής Λογοτεχνίας, δεν είναι και ιδιαίτερα δημοφιλές στην Ελλάδα.
Το εκπαιδευτικό μας  σύστημα μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως ενώ με διάφορους τρόπους ενισχύει τη φιλαναγνωσία των παιδιών του Δημοτικού, στη συνέχεια αφήνει τους έφηβους του Γυμνασίου και του Λυκείου χωρίς μια ουσιαστική ενημέρωση για τους τίτλους που αφορούν έργα τα οποία με τα δικά τους  προβλήματα ασχολούνται.
Και βέβαια, θα πρέπει ακόμα να αναγνωρίσουμε το γεγονός πως κάτω από τον τίτλο ‘Νεανική Λογοτεχνία’ εκδίδονται και βιβλία που θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν ακόμα και μαθητές των τελευταίων τάξεων του Δημοτικού, ενώ άλλα έχουν στραμμένες τις λογοτεχνικές αναζητήσεις τους προς ώριμους ηλικιακά έφηβους .
Οι προσπάθειες να εδραιωθούν στο ελληνικό κοινό ορισμοί όπως «λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες» ή «cross overμυθιστορήματα» δεν έχουν ιδιαίτερα καρποφορήσει και τους συναντά κανείς σε κείμενα  κυρίως θεωρητικά.
Χωρίς να ξεχνώ πως κάθε γενίκευση ενέχει τον κίνδυνο της ελλιπούς  πληροφόρησης,  θα ισχυριστώ πως στην Ελλάδα το πρώτα μυθιστορήματα μιας γνήσιας σύγχρονης νεανικής λογοτεχνίας, μεταφράζονται μέσα στη δεκαετία του ’90 (είναι του μεγάλου μάστορα του είδους, Ρόμπερτ Κόρμιερ) και στη συνέχεια θα ακολουθήσουν και έργα γραμμένα από Έλληνες συγγραφείς (Ψαράκη, Σαρή, Πέτροβιτς, Τίγκα, Κοντολέων κ.α.), ενώ το 1998 η μετάφραση του εμβληματικού μυθιστορήματος του Μέλβιν Μπέρτζες “Junk θα καθορίσει τις ουσιαστικές τεχνικές με τις οποίες αναπτύσσεται ένα μυθιστόρημα που έχει ως κέντρο του την ύστερη εφηβεία.
Όλες αυτές οι εκδόσεις δεν μπόρεσαν να συναντήσουν, με την πληρότητα που τους άξιζε, το κοινό τους – αναφέραμε πιο πριν τις ευθύνες του εκπαιδευτικού μας συστήματος, ας προσθέσουμε και τη συντηρητικότητα της Ελληνικής Κοινωνίας.
Παρόλα αυτά και σποραδικά μεταφράζονται  έργα αυτής της κατηγορίας  και -το πλέον σημαντικό- έχουν εμφανιστεί και καθιερωθεί και Έλληνες συγγραφείς συνεχιστές αυτού του είδους.
Από αυτούς οι πρώτοι χρονολογικά που ξεχώρισαν (αρχές της δεκαετίας του 2000) είναι ο Βασίλης Παπαθεοδώρου και  ο Φίλιππος Μανδηλαράς, ενώ με λίγα χρόνια  καθυστέρηση τους ακολουθεί και ο Πολυχρόνης Κουτσάκης.
Τα μυθιστορήματα και των τριών αυτών συγγραφέων (άραγε μήπως θα πρέπει ξεχωριστά να μελετηθεί το γεγονός πως και οι τρεις είναι άνδρες; ) διακρίνονται από μια κοινωνική δυστοπία και οι περιγραφές τους είτε αφορούν παρελθούσες εποχές ή και του παρόντος , είναι έντονα ρεαλιστικές. Κάτι, δηλαδή, που σε ένα μεγάλο βαθμό χαρακτηρίζει την λογοτεχνία της ενηλικίωσης που γράφτηκε ή γράφεται και από άλλους συγγραφείς -ξένους μα και έλληνες (ενδεικτικά θυμίζω τα έργα: ‘Χαρταετοί της νύχτας’ της Μ. Ε. Κερ,  ‘Η κλέφτρα των βιβλίων ‘ του Ζούσακ, ‘Μαξ’ της Κοέν-Σκαλί, ‘Θα σου χαρίσω τον ήλιο’ της Τζάντυ, το δικό μου ‘Αμαρτωλή Πόλη’ κ.α. )
Όλα τα πιο πάνω είναι σκέψεις που δημιουργήθηκαν καθώς διάβασα του μυθιστόρημα του Παπαθεοδώρου «Τη νύχτα που έσβησαν τ΄ αστέρια».
Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου κάνει την πρώτη του εμφάνιση το 2000 και μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει  -αν καλά μετρώ- 24 δικά του βιβλία.  Κάποια από αυτά ανήκουν στην παιδική λογοτεχνία, κάποια στη νεανική. Αλλά είναι ακριβώς  η τόλμη που διακρίνει αυτά τα τελευταία που έχει κάνει το συγκεκριμένο συγγραφέα να αναγνωρίζεται ως ένας ουσιαστικός εκπρόσωπος της νεανικής  λογοτεχνίας μας στα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα.
Λοιπόν, 19 χρόνια  συγγραφικής  παρουσίας με 24 βιβλία  -όλα αξιόλογα και κάποια από αυτά στάθηκαν η αφορμή ο Παπαθεοδώρου να τιμηθεί με σημαντικά βραβεία. Να θεωρήσω πως και η περίπτωσή του επιβεβαιώνει την άποψη πως μπορεί να συνυπάρχει η ποιότητα της γραφής με την ποσότητα των εκδόσεων; Ναι, το θεωρώ και νομίζω πως είναι μια ακόμα απόδειξη για το πόσο επιπόλαια κάποιοι ισχυρίζονται πως ο συγγραφέας που εκδίδει συχνά βιβλία είναι κακός συγγραφέας.
Κάθε δημιουργός έχει τον δικό του ρυθμό έκφρασης και αυτός με τίποτε δεν θα πρέπει να συνδυάζεται με την ποιότητα ή μη των γραπτών του.
Αλλά επανέρχομαι στο μυθιστόρημα - «Τη νύχτα που έσβησαν τ΄ αστέρια».
Ο Παπαθεοδώρου συνηθίζει να τοποθετεί την πλοκή των νεανικών μυθιστορημάτων του μέσα στους χώρους όπου ένας έφηβος κινείται και παράλληλα ζητά να αποδείξει πως οι χώροι αυταί  είναι άμεσα  συνδεδεμένοι από τον γενικότερο κοινωνικό περίγυρο.
Θα χαρακτήριζα τον συγκεκριμένο συγγραφέα ως κοινωνικά ευαισθητοποιημένο -όχι όμως και πολιτικά προβληματισμένο.
Ο Παπαθεοδώρου -ως γνήσιος εκπρόσωπος της γενιάς του (γεννήθηκε το 1967)- προτιμά η σκέψη του να κινείται εκτός των ορίων της όποιος ιδεολογίας. Είναι ανθρωποκεντρικός -τα άτομα μόνα τους συνθέτουν τις στάσεις τους απέναντι των άλλων και οι κρίσεις τους προς το σύνολο χαρακτηρίζονται περισσότερο από  ψυχολογικές αναλύσεις ή συναισθηματικές αντιδράσεις και λιγότερο από ιδεολογικές τοποθετήσεις.
Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα αυτός ο ανθρωποκεντρισμός αποκτά τις διαστάσεις  δομής. Το έργο αποτελείται από μονολόγους προσώπων -κανένα τους δεν είναι το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος. Ενώ εκείνου που πάνω του θα στηριχτεί όλη η υπόθεση  δε θα ακούσουμε ποτέ τη δική του άποψη.
Τη νύχτα της 20ής Γενάρη η Λένα Μανιέ, μαθήτρια της Τρίτης Λυκείου, εξαφανίζεται. Κανείς δεν ξέρει το γιατί, κανείς δεν έχει καταλάβει κάτι, σε κανέναν δεν έχει πει τίποτα. Το γεγονός αυτό δρα καταλυτικά, τις μέρες που ακολουθούν, στις σχέσεις συγγενών, φίλων και γνωστών της, καθώς όλοι αναρωτιούνται για το δικό τους ρόλο σε αυτήν την εξαφάνιση, αλλά προπάντων για το ρόλο των υπολοίπων. Εννιά άτομα, εννιά αφηγητές προσπαθούν να δικαιολογήσουν, να συγκαλύψουν, να κατηγορήσουν. Και καθώς περνά ο καιρός οι σχέσεις τους δοκιμάζονται, αλλάζουν, καταρρέουν.
Με αυτά τα λόγια από το οπισθόφυλλο του βιβλίου, ο συγγραφέας επέλεξε να συστήσει το έργο του στον υποψήφιο αναγνώστη του.
Και εκείνος που θα αποφασίσει να το διαβάσει θα γνωρίσει  τον μικρόκοσμο αυτής της μαθήτριας, αλλά πολύ γρήγορα θα κατανοήσει πως ο συγγραφέας τον παρασέρνει σε μια περιδιάβαση της σύγχρονης μεσοαστικής κοινωνίας μας.
Συμμαθητές της Λένας, η οικογένειά της, ενήλικες του ευρύτεροι κύκλου της, καθηγητές και εκπρόσωποι της πολιτείας -όλοι, ο ένας μετά τον άλλον, θα αναφέρονται σε εκείνη που η εξαφάνισή της θα έχει σταθεί  η αιτία να ενδοσκοπηθούν. Με γνησιότητα ή πάντα με τη διάθεση κάτι να κρύψουν, κάτι να δικαιολογήσουν;
Πολυφωνικό μυθιστόρημα. Στηρίζεται σε πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, κρατά τη δομή της γλώσσας  του καθενός  από τα πρόσωπα που μιλάνε. Αποφεύγει να φωτίσει τα γεγονότα από την πλευρά ενός  παντογνώστη αφηγητή -το κάνει μόνο στο τελευταίο κεφάλαιο όπου εκεί πλέον ο αναγνώστης θα γνωρίσει τις σκέψεις, τις τελευταίες σκέψεις της  πρωταγωνίστριας.
Για μια ακόμα φορά ο Βασίλης Παπαθεοδώρου δείχνει να γνωρίζει καλά τον κόσμο των εφήβων και τους  χώρους όπου κινούνται.
Και καθώς σελίδα τη σελίδα και από εξομολόγηση σε εξομολόγηση προχωρά, ξετυλίγει και τη νοσηρότητα της σημερινής κοινωνίας μας. Κάποια πρόσωπα θα μπορούσαν  ίσως να την πολεμούσαν. Όμως καθώς μόνο εντός της ατομικότητάς τους κινούνται, η όποια αντίδραση τους δεν μετατρέπεται σε κοινωνική αλλαγή. Κάπως, δηλαδή, παρόμοια με ότι βλέπουμε να συμβαίνει στις μέρες μας. 
Τελικά -σκέφτομαι - πως και η ανάγνωση του κόσμου μέσα από τον ανθρωποκεντρισμό ίσως να είναι μια πολιτική πράξη. Αυτό, τουλάχιστον, νομίζω πως πρεσβεύει ο Βασίλης Παπαθεοδώρου. Και δεν έχω λόγο να διαφωνήσω μαζί του.


Πρώτη ανάρτηση: https://diastixo.gr/kritikes/efivika/12352-nyxta-esbhsan-asteria

13.6.19

Νίκος Δαββέτας «Η εβραία νύφη»


Νίκος Δαββέτας
«Η εβραία νύφη»
μυθιστόρημα
Πατάκης
                     




Ο Νίκος Δαββέτας  εμφανίζεται στα γράμματα το 1981 με ποιήματα του δημοσιευμένα στο  περιοδικό "Διαγώνιος" της Θεσσαλονίκης. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει δώδεκα βιβλία (έξι ποιητικά, μία συλλογή διηγημάτων και πέντε μυθιστορήματα).
Από το μυθιστορήματά του, εκείνο που ιδιαίτερα έχει προσεχθεί και από το κοινό και από τους κριτικούς είναι το «Η εβραία νύφη».
Πρωτοκυκλοφορεί από τον Κέδρο το 2009, επανεκδίδεται από το Μεταίχμιο το 2014 και εφέτος έρχεται στα χέρια των αναγνωστών από τις Εκδόσεις Πατάκη.
Να σημειώσουμε πως  το μυθιστόρημα αυτό τιμήθηκε το 2010  με το Βραβείο Μυθιστορήματος του Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών. 
Ο Νίκος  Δαββέτας ξεκινά με ποιήματα, αλλά φαίνεται πως η πεζογραφία τον κερδίζει στο τέλος. Παρόλα αυτά, θα τολμήσω να ισχυριστώ πως η δομή που χαρακτηρίζει τα πεζά του παραπέμπει συχνά  σε μια ποιητική φόρμα.
Στο μυθιστόρημα αυτό  κάτι τέτοιο είναι εμφανές, καθώς η ροή της αφήγησης δεν διαθέτει μια κλασική συνέχεια, αλλά διακόπτεται άλλοτε με χρονικά άλματα κι άλλοτε με αλλαγές  του προσώπου που εξιστορεί τα συμβάντα.
Με τέτοιες τεχνικές επιτυγχάνεται η διαπλάτυνση του θεματικού ιστού και η εμβάθυνση της ψυχολογίας των χαρακτήρων.
Το έργο μοιάζει να αφηγείται την ερωτική ιστορία ανάμεσα σε μια νεαρά ανορεξική με πατέρα φιλοναζιστή και σε ένα νέο άντρα με προβλήματα αποδοχής του δικού του οικογενειακού παρελθόντος, στην ουσία όμως περιγράφει βασικές παραμέτρους εθνικών τύψεων.
Και συγκεκριμένα έχει να κάνει με τους εβραίους της Θεσσαλονίκης και το πώς όσοι από αυτούς κατάφεραν να επιστρέψουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης βρήκαν τις περιουσίες τους να τις νέμονται άλλοι. Και ξεκινώντας από αυτό το γεγονός, το έργο προχωρά στην παρουσίαση του πως οι πράξεις των προηγούμενων γενεών επεμβαίνουν στις ζωές των επιγόνων και ίσως ακόμα πιο βαθιά καθώς αναρωτιέται στο κατά πόσο υπάρχει λόγος ο επίγονος να αισθάνεται τύψεις για τις πράξεις των προπάτορων του.
Κι αυτή την καταγραφή από το έρεβος της εθνικής τύψης στον ζόφο του προσωπικού αδιεξόδου,  το κείμενο την επιτυγχάνει με μια δομή που χαρακτηρίζεται από την ελευθερία σύνθεσης ενός ποιήματος. Ο Δαββέτας μοιάζει να αδιαφορεί για την πεζογραφική συνέχιση των όσων μας πληροφορεί. Προτιμά να τονίσει τις επισημάνσεις του με άλματα χρονικά, με το να φέρνει στο προσκήνιο πρόσωπα που πιο πριν δεν έχει φροντίσει να μας τα γνωρίσει.
Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίζει το κείμενο μια πειραματική συνύπαρξη πεζογραφικής γλώσσας και ποιητικής φόρμας.
Αλλά η όποια πειραματική πρόθεση του 2009, μετά από δέκα χρόνια δείχνει πως μπόρεσε να υλοποιηθεί με μια σταθερότητα που της χάρισε διαχρονικότητα.
Και τα δυο κεντρικά πρόσωπα, μα και τα όσα έρχονται για να υποστηρίξουν την εδραίωση της δραματικής σχέσης των πρωταγωνιστών, είναι δουλεμένα με γνώση τόσο της ψυχολογίας, όσο και της Ιστορίας.
Οι ερωτικές σκηνές είναι τολμηρές αλλά και χαρακτηρίζουν τη στάση των εραστών ως προς την εφαρμογή ή μη της ιδεολογίας τους. Οι περιγραφές του παρελθόντος προσφέρουν την αμεσότητα της προσωπικής γνώσης, ενώ οι συνοικίες των πόλεων αποπνέουν τις οσμές των ανθρώπων που τις κατοίκησαν.
Έτσι, λοιπόν, με όλες αυτές τις τεχνικές, ο Δαββέτας μαζί με την μυθιστορηματική πλοκή μας προσφέρει και μαρτυρίες ή πιο σωστά υπενθυμίσεις συμβάντων λίγο ή πολύ καταχωνιασμένων στα ερμάρια μιας  συλλογής ενοχής.

Πρώτη ανάρτηση:https://www.fractalart.gr/i-evraia-nyfi/