Μάνος Κοντολέων
Μάνος Κοντολέων - Έργα και Ημέρες
Monday, May 13, 2013
Friday, April 26, 2013
"Μέλι κόλλησε στα χείλη" -γνώμες αναγνωστών (γ)
Λοιπόν Μάνο είσαι μεγάλος μάστορας.
Είναι πάνω από δεκαπέντε ημέρες που διάβασα το τελευταίο σου βιβλίο «μέλι κόλλησε στα χείλη» και το αναμασούσα νοερά, πράγμα που κάνω συνήθως, εάν αυτό που διαβάζω μου φανεί ενδιαφέρον. Έφτασα λοιπόν στην ώρα του απολογισμού, τη στιγμή που πρέπει ή να το κρατήσω στη μνήμη μου, ή να το πετάξω κι άρχισα να απαριθμώ –μέσα μου- τα καλά και τα κακά του, να τα βάζω στη ζυγαριά, ώστε να μπορώ να πω σ’ ένα φίλο που θα ζητήσει τη γνώμη μου, «διάβασέ το», ή να μην πω τίποτα, που κι αυτό είναι μια τακτική προκειμένου να μην κακολογήσω κάτι που είτε διάβασα βιαστικά, ή σε ώρα ακατάλληλη, ή τελικά κάτι που για υποκειμενικούς λόγους δεν μου άρεσε. Λοιπόν το «μέλι» είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο με δυνατούς και ωραία αποδοσμένους χαρακτήρες με πλοκή που σε κρατάει απ’ την αρχή ως το τέλος. Περιγράφει την «ανάπτυξη» ( γράφε κατάντια) ενός ειδυλλιακού χωριού και την αγωνία κάποιων νέων ανθρώπων να φτιάξουν τη ζωή τους μένοντας σ’ αυτό ή φεύγοντας. Η Μέλω, η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου ερμηνεύοντας την προφητεία μιας γύφτισσας σύμφωνα με την επιθυμία της, κάνει έναν βιαστικό κι αταίριαστο γάμο και «φεύγει» σε μια ζωή που δεν την οδηγεί πουθενά, ή μάλλον την οδηγεί σε ένα αναπότρεπτο τέλος. Ο Σήφης, ο αρσενικός ήρωας, ένας λαϊκός αυτοδημιούργητος, πλούσιος «άντρας», παντρεύεται τη Μέλω για να καλύψει τις δικές του φαντασιώσεις και να καλύψει τα προσωπικά του προβλήματα.
Γύρω τους πλέκεται ο μύθος του μυθιστορήματος: φίλοι και συγγενείς, συγχωριανοί και αμφιλεγόμενοι φίλοι, το αστικό τοπίο μιας επαρχιακής πόλης, το μεταβαλλόμενο τοπίο του χωριού, το σεξ, κυρίαρχο και σ’ αυτό το μυθιστόρημα, και το τέλος, που δεν μπορώ να ονομάσω απρόβλεπτο γιατί πριν απ’ αυτό υπάρχει ένα αδιέξοδο. Κι όπως όλα τα αδιέξοδα τελειώνει εκεί που δεν υπάρχει πιο πέρα.
Ηθικό δίδαγμα (σύμφωνα με το παιδάκι της γ’ δημοτικού που σε εντυπωσίασε):Διαβάστε το «μέλι».Κι αν και σ’ αυτό το μυθιστόρημα δεν υπάρχει μέλι για τον αναγνώστη, θα βρει σίγουρο υποκατάστατο στην ευχαρίστηση της ανάγνωσης.
Μάρω Κερασιώτη
(Κεραμίστρια - Συγγραφέας)
Πουθενά δεν κόλλησε το μέλι τελικά. Μέλι γλυκό. Για μια ζωή. Μέλι που κολλαει στα χείλη όταν ερωτεύεσαι. Μέλι που γεμίζει το σπίτι με θορύβους και ήχους παιδικούς.
18 χρονών η Μέλω. Σε χωριό μικρό. Με ανθρώπους χωρίς μέλι στα χείλη. Που δεν γνώριζαν την γεύση του.
Δεν κολλάει στα χείλη σου μέλι και ας είναι Μέλω το όνομά σου.
Δεν κολλάει μέλι στα χείλη όταν πενθείς για μέλλον που δεν έχει φτάσει ακόμα.
Δεν κολλάει μέλι στα χείλη τα βουτηγμένα σε μίσος για έναν κόσμο που μόλις γνώρισες.
Δεν μπορεί να κολλήσει στα χείλη μέλι αν δεν γίνεις αετός να το βρεις.
Σπουργίτι στο χωριό του Πηλίου η Μέλω. Με μέλι τα χείλη στα καλντερίμια.
Σπουργίτι. Κολλούσε μέλι στα χείλη της ανάμεσα στα παραδοσιακά σπίτια με τις πέτρινες αυλές και ξύλινα παράθυρα.
Μέλι κολλούσε στα χείλη της στο πανηγύρι στην εκκλησία του Άγιου που μαρτύρησε.
Μέλι κολλούσε στα χείλη της στο πρώτο εφηβικό φιλί, με την πρώτη δουλειά το καλοκαίρι. Μέλι κόλλησε στα χείλη μέσα στις πρόβες της θεατρικής παράστασης. Μέλι κόλλησε στα χείλη με την αποστήθιση του ρόλου της. Που αντανακλούσε το είναι το δικό της.
18 χρονών η Μέλω. Πασχίζουν τα νιάτα να φύγουν από το χωριό. Άπληστα να βρουν περισσότερο μέλι. Να κολλήσει παντού.. Σε όλα τα μέλη του σώματος. Και στα πιο απόκρυφα. 18 χρονών. Μαζί με τα υπόλοιπα σπουργίτια να γίνει αητός. Να βρει το μέλι έξω. Κάπου. Ο ορίζοντας που έβλεπε από το παράθυρό της είχε χρώμα μελί και την ξεγέλασε. Δεμένη στη φτώχια η Μέλω. Σπουργίτι χωρίς βοήθεια. Σπουργίτια με μορφή αετού για να κρύβουν όσα δεν τόλμησαν ο συγγραφέας και η σκηνοθέτης.
- Λίγο μέλι, σας παρακαλώ. Τόσο δα. Να, εδώ στα χείλη.
-Φύγε!
-Λίγο. Στα χείλη μόνο.
-Φύγε! Νερό μόνο.
-Δεν κολλάει στα χείλη.
-Φύγε!
Έφυγε. Το βάζα ένα για τον καθένα. Όχι για εκείνη. Δεν υπάρχει μέλι σε αρρωστημένα σεξουαλικά βίτσια. Ταξιδιώτισσα η Μέλω του παντός με κιθάρα αλαλάζουσα. Πλήθος το μέλι τώρα πίσω στη φωλιά της. Από την αρχή. Για λίγο όμως. Για πολύ λίγο.
Η γραφή του Μάνου Κοντολεων μας έκανε να ζήσουμε στο Πήλιο. Είδαμε από το παράθυρο το Βόλο και τη θάλασσα. Αναρωτηθήκαμε πόσο μπερδεύονται τα δίχτυα του μυαλού. Διαβάσαμε για συνεχείς βιασμού. Όχι από τους συνηθισμένους. Θελήσαμε να πάρουμε αγκαλιά χούφτες μέλι. Για την Μέλω που βρέθηκε από εκείνο μακριά και ας είχε τα χέρια της ορθάνοιχτα και Μέλω ήταν το όνομά της.
Φωτεινή Τζέκου-Οικονόμου
18 χρονών η Μέλω. Σε χωριό μικρό. Με ανθρώπους χωρίς μέλι στα χείλη. Που δεν γνώριζαν την γεύση του.
Δεν κολλάει στα χείλη σου μέλι και ας είναι Μέλω το όνομά σου.
Δεν κολλάει μέλι στα χείλη όταν πενθείς για μέλλον που δεν έχει φτάσει ακόμα.
Δεν κολλάει μέλι στα χείλη τα βουτηγμένα σε μίσος για έναν κόσμο που μόλις γνώρισες.
Δεν μπορεί να κολλήσει στα χείλη μέλι αν δεν γίνεις αετός να το βρεις.
Σπουργίτι στο χωριό του Πηλίου η Μέλω. Με μέλι τα χείλη στα καλντερίμια.
Σπουργίτι. Κολλούσε μέλι στα χείλη της ανάμεσα στα παραδοσιακά σπίτια με τις πέτρινες αυλές και ξύλινα παράθυρα.
Μέλι κολλούσε στα χείλη της στο πανηγύρι στην εκκλησία του Άγιου που μαρτύρησε.
Μέλι κολλούσε στα χείλη της στο πρώτο εφηβικό φιλί, με την πρώτη δουλειά το καλοκαίρι. Μέλι κόλλησε στα χείλη μέσα στις πρόβες της θεατρικής παράστασης. Μέλι κόλλησε στα χείλη με την αποστήθιση του ρόλου της. Που αντανακλούσε το είναι το δικό της.
18 χρονών η Μέλω. Πασχίζουν τα νιάτα να φύγουν από το χωριό. Άπληστα να βρουν περισσότερο μέλι. Να κολλήσει παντού.. Σε όλα τα μέλη του σώματος. Και στα πιο απόκρυφα. 18 χρονών. Μαζί με τα υπόλοιπα σπουργίτια να γίνει αητός. Να βρει το μέλι έξω. Κάπου. Ο ορίζοντας που έβλεπε από το παράθυρό της είχε χρώμα μελί και την ξεγέλασε. Δεμένη στη φτώχια η Μέλω. Σπουργίτι χωρίς βοήθεια. Σπουργίτια με μορφή αετού για να κρύβουν όσα δεν τόλμησαν ο συγγραφέας και η σκηνοθέτης.
- Λίγο μέλι, σας παρακαλώ. Τόσο δα. Να, εδώ στα χείλη.
-Φύγε!
-Λίγο. Στα χείλη μόνο.
-Φύγε! Νερό μόνο.
-Δεν κολλάει στα χείλη.
-Φύγε!
Έφυγε. Το βάζα ένα για τον καθένα. Όχι για εκείνη. Δεν υπάρχει μέλι σε αρρωστημένα σεξουαλικά βίτσια. Ταξιδιώτισσα η Μέλω του παντός με κιθάρα αλαλάζουσα. Πλήθος το μέλι τώρα πίσω στη φωλιά της. Από την αρχή. Για λίγο όμως. Για πολύ λίγο.
Η γραφή του Μάνου Κοντολεων μας έκανε να ζήσουμε στο Πήλιο. Είδαμε από το παράθυρο το Βόλο και τη θάλασσα. Αναρωτηθήκαμε πόσο μπερδεύονται τα δίχτυα του μυαλού. Διαβάσαμε για συνεχείς βιασμού. Όχι από τους συνηθισμένους. Θελήσαμε να πάρουμε αγκαλιά χούφτες μέλι. Για την Μέλω που βρέθηκε από εκείνο μακριά και ας είχε τα χέρια της ορθάνοιχτα και Μέλω ήταν το όνομά της.
Φωτεινή Τζέκου-Οικονόμου
ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΠΟΛΥ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, ΓΙΑΤΙ Η ΜΕΛΩ ΠΑΡΟΛΟ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ, ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΕ ΚΑΤΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΑΙ ΠΑΛΕΥΕΙ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΓΙ΄ΑΥΤΟ... ΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΟ ΜΕΛΙ ΤΗΣ!
Μαρία Πολυχρονάκη
Μαρία Πολυχρονάκη
Wednesday, April 24, 2013
Το "Μέλι" στο www.BookPress.gr
Του Γιώργου Συμπάρδη
Το «Μέλι» που από πολύ
νωρίς «κόλλησε στα χείλη» της νεαρής ηρωίδας του Μάνου Κοντολέων αντιπροσωπεύει
την προσδοκία της προσωπικής και ερωτικής της πληρότητας, τα λεγόμενα «εφηβικά»
όνειρα και την πρόγευση μιας μελλοντικής και αναμενόμενης ευτυχίας. Η Μέλω –σ'
αυτό το συμβολικό όνομα ακούει το νεαρό κορίτσι- μεγαλώνει σε ένα μικρό και
άδοξο χωριό του Πηλίου, που δεν προσδιορίζεται και που ίσως φέρει το όνομα
κάποιου Αγίου, του ψευδώνυμου Νεαρού Άγιου, όπως το θέλει ο συγγραφέας.
Κατακαλόκαιρο, στο
πανηγύρι του χωριού και του Αγίου του, η Μέλω, που δεν έχει ακόμα τελειώσει το
σχολείο, και η κολλητή της φίλη Αναστασία ορέγονται και έλκονται από τα
σιροπιαστά παστέλια ενός πλανόδιου πωλητή, αλλά όταν πλησιάζουν στον πάγκο του
έρχονται αντιμέτωπες με μίαν αθέατη, μέχρι εκείνη τη στιγμή, γριά τσιγγάνα, που
κάθεται εκεί δίπλα σε χαμηλό σκαμνί και ζητάει επίμονα από τα νεαρά κορίτσια να
απλώσουν την παλάμη για να διαβάσει τις γραμμές της ζωής καθεμιάς και να
προβλέψει τη μοίρα τους. Ο χρησμός της Αναστασίας είναι σαφής και το μάντεμα
για το μέλλον της ευοίωνο. Η Αναστασία αντιπροσωπεύει την κανονικότητα και ο
βίος της πρόκειται να ομοιάσει με τους βίους των περισσότερων συνομηλίκων της
κοριτσιών του χωριού και της σειράς της. Για τη Μέλω, την κεντρική ηρωίδα του
μυθιστορήματος, τα πράγματα είναι ολωσδιόλου διαφορετικά. Η τσιγγάνα όχι μόνο
αρνείται να προβλέψει το οτιδήποτε αλλά και την προτρέπει να φύγει. «Φύγε», της
λέει και της ξαναλέει, και αμέσως ύστερα βιάζεται να εξαφανιστεί σ' ένα
φορτηγάκι πίσω από τον πάγκο με τα μέλια και τα παστέλια.
Η παραπάνω σκηνή, που
προεικάζει την δραματική κατάληξη της ηρωίδας, καταλαμβάνει το πρώτο από τα 42
κεφάλαια του βιβλίου. Ο Κοντολέων, γνώστης των τεχνικών της αφήγησης, σπεύδει,
ήδη από την αρχή, να προϊδεάσει τον αναγνώστη για τη σκοτεινή μυθιστορηματική
χώρα στην οποία πρόκειται να εισέλθει, αλλά και να δημιουργήσει το σασπένς και
να στήσει τα πλόκια της εξιστόρησης που ακολουθεί. Η νεανική ερωτική σχέση της
Μέλως με ένα από τα παλικάρια του χωριού, τον Αργύρη, που υπηρετεί τη θητεία
του στο στρατό, ολοκληρώνεται, κι ενώ πράγματι στη σωματική επαφή της μαζί του
η Μέλω «φεύγει», την ίδια στιγμή, η άλλη φυγή της, η ουσιαστική, από τον
επαρχιακό μικρόκοσμο του άσημου χωριού της, ματαιώνεται γιατί εκείνος αρνείται
να δεσμευτεί.
Ας
φύγουμε!...
Την κοιτά ξαφνιασμένος ο Αργύρης.
«Έλα!» επιμένει εκείνη.
Δεν είναι πόνος αυτό που ξαφνικά την κάνει να τεντώσει τα πόδια… Υπόσχεση αλλαγής είναι…
Φεύγω;…
Ναι, στο γέμισμα που πλημμυρίζει το σώμα της, η Μέλω είναι έτοιμη να δώσει το όνομα της φυγής που ονειρεύεται.
Μα ο Αργύρης ξαφνικά απομακρύνεται. Βγαίνει από μέσα της. Τα βογκητά του ακουμπάνε πάνω στα βότσαλα… Τα υγρά του τα βότσαλα λεκιάζουν.
Και η Μέλω είναι σίγουρη πως ακούει τη γύφτισσα να καγχάζει…
«Φύγε!» ‒ από πότε γριές μάγισσες κατεβαίνουν σε λιμανάκια, τριγυρνούν σε βράχους και κογιονάρουν ξεγελασμένα όνειρα;
Την κοιτά ξαφνιασμένος ο Αργύρης.
«Έλα!» επιμένει εκείνη.
Δεν είναι πόνος αυτό που ξαφνικά την κάνει να τεντώσει τα πόδια… Υπόσχεση αλλαγής είναι…
Φεύγω;…
Ναι, στο γέμισμα που πλημμυρίζει το σώμα της, η Μέλω είναι έτοιμη να δώσει το όνομα της φυγής που ονειρεύεται.
Μα ο Αργύρης ξαφνικά απομακρύνεται. Βγαίνει από μέσα της. Τα βογκητά του ακουμπάνε πάνω στα βότσαλα… Τα υγρά του τα βότσαλα λεκιάζουν.
Και η Μέλω είναι σίγουρη πως ακούει τη γύφτισσα να καγχάζει…
«Φύγε!» ‒ από πότε γριές μάγισσες κατεβαίνουν σε λιμανάκια, τριγυρνούν σε βράχους και κογιονάρουν ξεγελασμένα όνειρα;
Παρέθεσα το παραπάνω απόσπασμα γιατί είναι
ενδεικτικό της λεπτότητας που επιστρατεύεται αλλά και των μέσων και της
εξαιρετικής φειδούς με την οποία δίνονται οι ερωτικές σκηνές στο «Μέλι κόλλησε
στα χείλη». Ομιλώ εν προκειμένω για τη γενικότερη οικονομία την οποία ο
συγγραφέας ορθά κρίνει ως απαραίτητη προκειμένου να θωρακίσει το πολύ
επικίνδυνο και τολμηρό υλικό του. Στο μυαλό της ηρωίδας του, η ερωτική πλήρωση
και η φυγή από τη μιζέρια του χωριού της ταυτίζονται. Ο γάμος της, στη
συνέχεια, μ' ένα κατά πολύ μεγαλύτερό της Βολιώτη, τον ερωτικά κοσμογυρισμένο
Σήφη, τον εθισμένο σε συνευρέσεις που φέρνουν «μαζί με την ηδονή και τον
πόνο», θα την εισαγάγει σ' ένα σκοτεινό κόσμο από τον οποίο θα δραπετεύσει
πληρώνοντας, στο τέλος, βαρύ προσωπικό και ηθικό τίμημα.
Αν όμως αυτό είναι το σε
γενικές γραμμές πλαίσιο του μύθου και το στημόνι της εξιστόρησης, το χωριό της
Μέλως και του Νεαρού Αγίου, καθώς και ο χρόνος στον οποίο διαδραματίζεται το
«Μέλι», αποτελούν το υφάδι της. Το άσημο μέχρι πρότινος χωριό, που
ανακαλύπτεται από τους αστούς εκδρομείς και ανοικοδομούμενο μεταβάλλεται σε
τουριστικό θέρετρο, και η συνακόλουθη ευμάρειά μας στα τέλη του περασμένου
αιώνα, που μετατρέπεται στις αρχές του παρόντος σε ευωχία, με τους χωρικούς να
πωλούν ένα κομμάτι γης ή ένα ερειπωμένο σπίτι για να αναγείρουν ένα πολυτελές
καινούργιο, και να συμμετέχουν στο φαγοπότι, ακόμα κι αν δε γίνεται ευθύς εξ
αρχής αντιληπτό από τον αναγνώστη, υφαίνουν, αργά αλλά σταθερά, τον ιστό μέσα
στον οποίο πιάνεται εν τέλει και η ηρωίδα. Εξ άλλου τα ευδαιμονικά της όνειρα
για φυγή και για το μέλι του έρωτα είχαν ήδη από πολύ νωρίς, το ίδιο όπως και η
τσιγγάνα του πρώτου κεφαλαίου, προαναγγείλει την πτώση της στην παγίδα.
Από τον Νεαρό Άγιο στη φυγή και τη λύτρωση
Για να δικαιολογήσει τη
σχετική αοριστία του τόπου στον οποίο διαδραματίζεται το «Μέλι», ο Κοντολέων
προτάσσει ως μότο του βιβλίου του ένα απόσπασμα από «Το σπίτι με τα εφτά
αετώματα» του Ναθαναήλ Χόθορν. Όμως η εξακρίβωση της ταυτότητας του Νεαρού
Αγίου και του χωριού του ελάχιστα απασχολεί τον σημερινό αναγνώστη. Η
φανταστική επαρχία Γιοναπατάουπα που επινόησε ο Ουίλιαμ Φώκνερ, προκειμένου να
χωρέσουν σε αυτήν όλες οι επαρχίες του αμερικάνικου νότου, «Η μικρή μας πόλη»
του Θόρντον Ουάϊλντερ, που παραμένει ανώνυμη για παρόμοιους λόγους, όπως και οι
πλείστες άλλες ψευδώνυμες, ανώνυμες και φανταστικές πολιτείες, οι οποίες
υποστήριξαν ανάλογα συγγραφικά εγχειρήματα στο παρελθόν, τον αναγνώστη τον
έχουν πλέον εθίσει.
Ο Μάνος Κοντολέων
ισχυρίζεται πως όταν είναι ή θέλει να είναι αισιόδοξος, τότε γράφει για παιδιά,
ότι όταν ονειρεύεται μιαν επανάσταση, γράφει για εφήβους, και πως όταν φοβάται,
τότε είναι πια που γράφει για τους ενήλικες. Τελειώνοντας, θέλω κι εγώ να
παρατηρήσω ότι από τα βιβλία του που γνωρίζω, δηλαδή από την «Αφήγηση» και την
«Ιστορία Ευνούχου» και τις «Ερωτικές Ιστορίες μιας Παιδικής Ηλικίας»,
συμπεραίνω πως εάν πραγματικά κάτι φοβάται, αυτό είναι οι δικοί του δαίμονες,
πως όταν γράφει βιβλία σαν το «Μέλι κόλλησε στα χείλη», ο Κοντολέων ανασκαλεύει
τον προσωπικό του βυθό κι από αυτόν ανασύρει τις συγγραφικές αλλά και
ανθρώπινες εμμονές του.
* Ο Γιώργος Συμπάρδης είναι συγγραφέας. Το
τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα "Υπόσχεση Γάμου", κυκλοφορεί από
τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Το παραπάνω κείμενο διαβάστηκε κατά την παρουσίαση του
βιβλίου σε εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο Ιανός, στις 16 Απριλίου 2013.
Δε με λένε Ρεγγίνα… Άλεχ με λένε
Ξεκινώ τις βιβλιοπαρουσιάσεις στη στήλη «Βιβλία για νέους» του
Μαγικού Κόσμου του Παιδικού Βιβλίου με ένα βιβλίο που ανήκει στην οικογένεια
Σύγχρονη Λογοτεχνία για Εφήβους από τις εκδόσεις Πατάκη. Ένα μυθιστόρημα που
καταπιάνεται με το ακανθώδες ζήτημα της εκμετάλλευσης των νέων αλλά και
της προσφυγιάς. Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Δε με λένε Ρεγγίνα... Άλεχ με
λένε»
του Μάνου Κοντολέων.
Η ζωή δύο νέων ανθρώπων, της Ρεγγίνας και του Άλεχ, ανατρέπεται
βίαια εξαιτίας ραγδαίων πολιτικών αναταραχών στη χώρα τους. Το βιβλίο χωρίζει
μια νοητή αφηγηματική γραμμή σε δύο μέρη. Στο α΄ μέρος, έως τη μέση περίπου, ο
συγγραφέας μιλά για μια νεαρή έφηβη, τη Ρεγγίνα. Η Ρεγγίνα καλείται από τη μια
στιγμή στην άλλη να επιβιώσει σε συνθήκες πολέμου, να προστατέψει τα αδέλφια
της και το κυριότερο, τον εαυτό της. Η φράση «Ρεγγίνα σημαίνει βασίλισσα»
επαναλαμβάνεται συχνά μέσα στις σελίδες για να θυμίσει ότι η ηρωίδα μεγάλωσε με
αρχές, με ήθος, με αξιοπρέπεια μα προπαντός με όνειρα και προσδοκίες για τα
μεγάλα από τους γονείς της. Ούτε οι ίδιοι δεν πίστευαν τι τους επιφύλασσε η
μοίρα. Ο ένας μετά τον άλλον χάνονται σε μια χώρα που τελεί υπό διάλυση ενώ οι
γύπες της ζωής έχουν βγει σεργιάνι και έχουν κατασπαράξει την ήρεμη μικρή
περίοδο της εφηβείας της Ρεγγίνας.
Στο β΄ μέρος η αφήγηση έχει να κάνει με τον Άλεχ. Ο Άλεχ αρχικά
χάνει τον πατέρα του. Στη συνέχεια, η μητέρα του χάνει τα λογικά της και μένει
μόνο ο ίσκιος της, που γι’ αυτόν θα παλέψει ο Άλεχ με νύχια και με δόντια.
«Άλεχ σημαίνει προστάτης», συνεχώς επαναλαμβάνεται το όνομα του πρωταγωνιστή
για να δηλωθεί έμμεσα το «πρέπει», το χρέος.
Δυστυχώς, όμως, η ζωή έχει άλλα κατά νου για τους δυο νέους. Δύο
πρόσωπα, δυο διαφορετικές ιστορίες; Πού τέμνονται οι ζωές τους, σε μια εποχή
που βάναυσα γύρισε σελίδα για τους δυο τους;
Τα πρώτα εφηβικά ερωτικά σκιρτήματα θα συντηρήσουν το όνειρο για
μια άλλη καλύτερη ζωή. Θα είναι η καύσιμη ύλη για την απόδραση από τη στυγνή
πραγματικότητα που βιώνουν. Μια απόδραση, όμως, που θα παραμείνει μόνο μια
σκέψη, μια αναπόληση που διατρέχει τις σελίδες του βιβλίου, τονίζοντας την
απόλυτη κοινωνική σήψη.
Με σύγχρονο λόγο ο συγγραφέας αγγίζει θέματα που καίνε, που
πονάνε. Δεν ωραιοποιεί τις καταστάσεις, δεν μασάει τα λόγια του. Το τίμημα της
επιβίωσης πολύ ακριβό και για τους δύο νέους. Εκεί, θαρρώ, πως τέμνονται οι
ζωές τους κι από παράλληλες διασταυρώνονται για να φύγουν πάλι σαν
ευθείες κάπου στο διάστημα του προσωπικού τους δράματος.
Για να επιβιώσουν πρέπει να πουλήσουν σώμα και ψυχή, αξιοπρέπεια
αλλά και αρετή. «Ζεις σημαίνει πως πουλάς τα πάντα». Οι ήρωές του μοιάζουν να
εγκλωβίζονται και να μην μπορούν να ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Μπορούν όμως,
ακόμα και όταν τα αδηφάγα όρνεα κατασπαράζουν το νεαρό σώμα τους, να
ονειρεύονται την υπόσχεση μιας άλλης ζωής. Αυτό κανείς δεν μπορεί να τους
το στερήσει.
Οι ήρωες του βιβλίου δεν είναι μοιρολάτρες ούτε δέχονται παθητικά
το τεράστιο βουβό κύμα που έρχεται από τα μεσοπέλαγα να τους πνίξει.
Προσπαθούν, αντιστέκονται, θέλουν να βρουν δουλειά, παρακαλώντας,
χτυπώντας πόρτες κλειστές. Μια βίαιη ενηλικίωση καραδοκεί σε κάθε τους βήμα. Ο
κίνδυνος ελλοχεύει παντού και τα πρόσωπα που θα τους δώσουν το εισιτήριο για
την άλλη πλευρά του ποταμού είναι τόσο δυνατά σκιαγραφημένα σχεδόν
κινηματογραφικά, που σου γεννούν αρνητικά συναισθήματα.
Οι σελίδες της παιδικότητας σκίστηκαν βίαια. Ακόμα και αυτή η
ελπίδα δεν θα τους σώσει. Ούτε οι αναμνήσεις που χρησίμευαν σα σανίδα σωτηρίας
στη φουρτουνιασμένη θάλασσα των ολοένα και περισσότερων διαλυμένων κρατών ανά
την υφήλιο.
Ο συγγραφέας έντεχνα δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένη χώρα μιας και
παρόμοιες εικόνες σαν την πολεμική ατμόσφαιρα, τη μετανάστευση και την τύχη των
ανθρώπων της, θα μπορούσε να συναντήσει κανείς σε ανατολή και δύση.
Εμφύλιος πόλεμος, απολυταρχικό καθεστώς, εμπόλεμη κατάσταση,
βομβαρδισμοί, ανεργία, θάνατος, η απόλυτη φτώχεια, όλα υπονοούνται με μια
δυνατή αφηγηματική πένα χωρίς να ονοματίζονται. «Η χώρα χωρίστηκε στα δυο, όσοι
μένανε στο Εκεί θέλανε να πάρουν το Εδώ..», ο συγγραφέας διαλέγει το μελάνι
της αθωότητας για να περιγράψει εικόνες πολέμου. Τα ψημένα κρεμμύδια, η λάσπη,
ο ιδρώτας αποτυπώνουν ευρηματικά τη φυσιογνωμία της χώρας αλλά και τις συνθήκες
διαβίωσης.
Στη σημερινή άνυδρη εποχή μας, στην εποχή της κρίσης, που όλα
έχουν ανατραπεί, η συνάντηση των εφήβων αναγνωστών με αυτό το βιβλίο έχει πολλά
να τους πει. Το σημαντικότερο ότι η ανατροπή είναι μέρος της ζωής μας. Κατά
κάποιο τρόπο τους προειδοποιεί να μη θεωρούν τίποτα δεδομένο.
Αν και περίμενα το τέλος του λίγο πιο ελπιδοφόρο κι αισιόδοξο,
εντούτοις με κράτησε με κομμένη αναγνωστική ανάσα γεμάτη αγωνία ως την
τελευταία λέξη για την τύχη των ηρώων του. Έκλεισα το βιβλίο με μια γεύση
πικραμύγδαλου στο στόμα, σαν ένα παλιότερο βιβλίο του ίδιου του συγγραφέα που
εκδόθηκε το 1996, χωρίς, όμως, να με έχουν σοκάρει οι σκηνές μα με τη σκέψη ότι
ο Κοντολέων γράφει για νέους. Για να τους χαρίσει γυαλιά να βλέπουν
καλύτερα τον κόσμο που τους περιβάλλει. Δεν θέλει να ζουν μέσα σε φούσκα
προστασίας. Ίσως, γιατί ο ίδιος γνωρίζει ότι η εφηβική λογοτεχνία πρέπει να
φωτίζει και τις δύσοσμες πτυχές της ζωής.
Το βιβλίο αναγράφηκε στη Βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων Παιδικού
Βιβλίου 2011 στην κατηγορία Εφηβικού-Νεανικού Λογοτεχνικού Βιβλίου
Διαβάζεται με μια πνοή και από ενήλικες αναγνώστες.
Αναστασία Ευσταθίου
Tuesday, April 23, 2013
Η Τέσυ Μπάιλα για το "Μέλι κόλλησε στα χείλη"
http://www.culturenow.gr/21034/book-review-meli-kollhse-sta-xeilh-manos-kontolewn
Μοιάζει με παραμύθι. Ή τουλάχιστον κάπως έτσι, με τη
γλύκα του παραμυθιού να κολλάει στην ψυχή του αναγνώστη αρχίζει το βιβλίο του
Μάνου Κοντολέων, Μέλι κόλλησε στα χείλη
που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη. Μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε ένα
ορεινό χωριό του Πηλίου, τόπο για τον οποίο ο συγγραφέας τρέφει μια ιδιαίτερη
αγάπη. Η Μέλω η κεντρική του ηρωίδα και τρεις άντρες. Ο Αργύρης, ο Σήφης και ο
Λαέρτης. Και οι τρεις να σηματοδοτούν με την προσωπικότητα αλλά και τη δράση
τους την προσπάθεια της Μέλως να ξεφύγει από τα στενά γεωγραφικά όρια του τόπου
της και να ανοίξει τα φτερά της σε μια άλλη ζωή, να ταξιδέψει σε έναν νέο
ορίζοντα. Και μια φωνή που παλεύει μέσα της και επαναλαμβάνεται διαρκώς, ένα
«φύγε», βασανιστικά μοιραίο και αέναο, ακριβώς για να περάσει στον αναγνώστη την
ένταση που βιώνει η ηρωίδα.
Η Μέλω γίνεται για
τον Κοντολέων το σύμβολο μιας εσωτερικής συγκρότησης και ο συγγραφέας
αποκαλύπτει με το έργο του πόσο πολύ τον ενδιαφέρει ακριβώς αυτή η εσωτερική
πάλη των ανθρώπων, η ψυχολογική αναμέτρηση με τον ίδιο τους τον εαυτό, αφού
αυτό τελικά που η Μέλω πρέπει να ξεπεράσει δεν είναι η περιορισμένη ζωή σε μια
κλειστή κοινωνία όσο ο ίδιος της ο εαυτός. Η Μέλω γίνεται ένας εμβληματικός
χαρακτήρας που ζει μια πλήρη αποδόμηση της προσωπικής της ζωής στην προσπάθειά
της αυτή. Οι άντρες που δορυφορικά στροβιλίζονται γύρω της δεν μπορούν την
βοηθήσουν. Ο Αργύρης, πρώτος της έρωτας, είναι ο ίδιος εγκλωβισμένος στις δικές
του δεσμεύσεις και ο Σήφης, ο άντρας της, θα γίνει απλώς η αρχή στο ταξίδι της
Μέλως προς την υποταγή. Και είναι σ’ αυτό ακριβώς το σημείο που το μυθιστόρημα
αλλάζει δραματικά. Από ένα τρυφερό, μελένιο παραμύθι γίνεται μια συγκλονιστική «μαχαιριά»
που εισβάλει ορμητικά στο σώμα της αναγνωστικής διαδικασίας και συνταράζει τον
αναγνώστη. Η Μέλω θα παρασυρθεί σε ένα ταξίδι που τελικά θα την οδηγήσει σε
έναν κόσμο που εκείνη νομίζει ότι χρειάζεται για να ζήσει. Η ίδια είναι ένα
αισθαντικό άτομο που «στάζει μέλι από παντού». Κι όμως, η Μέλω πολύ σύντομα θα
χάσει από τα χείλη της τη γεύση του έρωτα, τη γεύση του μελιού που τόσο έχει
ανάγκη να νιώθει κολλημένη στα χείλη της. Φταίει που καμιά φορά, όπως και η
ίδια η ζωή, το μέλι είναι πικρότερο κι από δηλητήριο. Και τότε θα καταλάβει ότι
όταν ανήκεις κάπου παύεις σιγά σιγά να ανήκεις στον εαυτό σου.
Ο Σήφης θα κυριαρχήσει επάνω της, επάνω στο σώμα της, στη
σκέψη της, στο είναι της, δεν θα καταφέρει όμως να κατακτήσει ποτέ την ψυχή
της, επειδή η Μέλω αναζητά την ελευθερία της, την ελευθερία που μόνο ο Λαέρτης,
περαστικός από την περιοχή τσιγγάνος θα της δείξει ότι υπάρχει. Μέσα από τη
σχέση της με τον φλογερό αυτόν άντρα η Μέλω θα αντικρίσει τα σύνορα της
προσωπικής της αξιοπρέπειας και θα τα σπάσει για να μπορέσει επιτέλους να ανασάνει
ελεύθερα. Η σχέση της μαζί του δεν θα περιοριστεί σε μερικές ερωτικές
συνευρέσεις αλλά θα γίνουν το εφαλτήριο για μια νέα αρχή. Η Μέλω μπροστά την
παρακμή, τον πόθο, τη βίαιη κατάκτηση από τον κατακτημένο θα αντιτάξει τον
έρωτα και την αγάπη και θα κατανοήσει ότι αυτό που τόσο καιρό είχε χάσει ήταν
ακριβώς η αίσθηση ευθύνης απέναντι στον εαυτό της, μια αίσθηση που χάνουν όλοι
όσοι περνούν τη ζωή τους υποταγμένη σε επιθυμίες και ανθρώπους. Ο Λαέρτης θα
φύγει κι αυτός με τη σειρά του από τη ζωή της όμως τώρα πια η Μέλω θα έχει επαναπροσδιορίσει
τις ανθρώπινες συντεταγμένες της και δεν θα νοιάζεται πια. Θα έχει μάθει ότι
στη ζωή ακολουθεί κανείς το δικό του προσωπικό πεπρωμένο κι όχι το πεπρωμένο
των άλλων κι αυτό θα της δώσει τη δύναμη να βαδίσει ολόισια στη πορεία των
δικών της αποφάσεων.
Ο Κοντολέων παρακολουθεί τη Μέλω από κοντά καταγράφοντας
με έναν ανελέητο ρεαλισμό την ανάσα της, τις σιωπές και τους ήχους της, τους
δισταγμούς και τις αποφάσεις της. Συμμετέχει σε όλες τις ψυχολογικές ακροβασίες της και- τόσο
γοητευτικά είναι η αλήθεια- καταφέρνει να νιώσει κι αυτός τις συγκινισιακές διακυμάνσεις της
συμπεριφοράς της και να μας κάνει να βιώσουμε μαζί της όλες τις υπαρξιακές
ανατροπές της. Γιατί η Μέλω θα ανατρέψει τα πάντα για ένα «τραγούδι». Ένα
τραγούδι που δεν θα μπορέσει να ακουστεί κι αυτό θα της δώσει τη δύναμη να
αντικρίσει τη δική της ευθύνη. Και να την αναλάβει ως το ύστατο όριο. Η Μέλω
προχωρεί πια με πλήρη συναίσθηση προς τη μοίρα της, μια μοίρα που για πρώτη
φορά στη ζωή της έχει η ίδια επιλέξει.
Το τέλος του βιβλίου θέτει νέα ερωτήματα στον αναγνώστη.
Με μια μοναδικής αισθητικής παπαδιαμαντική αμφισημία η Μέλω αποφασιστικά και
σίγουρα κινείται και κινεί την ιστορία προς την τελική κάθαρση. Κι επειδή ο
ρόλος του συγγραφέα είναι να ενεργοποιεί δυνάμεις συγκινισιακής ευαισθησίας και
μέσω αυτής να δημιουργεί στην ψυχή του αναγνώστη τον «έλεο και το φόβο»,
χρησιμοποιώντας «ηδυσμένο λόγο», ο Κοντολέων στο Μέλι Κόλλησε στα χείλη καταφέρνει να κινήσει τη διαδικασία «μιμούμενος
πράξη σπουδαία και τελεία» σε μια σύγχρονη ωστόσο διαχρονική ιστορία. Ο συγγραφέας σκηνοθετεί ένα ταξίδι ζωής για τη
Μέλω του, τόσο εσωτερικό όσο εξωτερικό, ένα ταξίδι που θα αποκαλύψει στην
ηρωίδα ότι η προσωπική αφύπνιση είναι πολύ συγκεκριμένη και φτάνει μια στιγμή
που όλοι μας καταλαβαίνουμε την αξιακή μας πορεία προς τη μοναδικότητα, για να
την πυροδοτήσει.
Αυτά σε πρώτο επίπεδο. Επειδή το Μέλι κόλλησε στα χείλη λειτουργεί ως κείμενο πολυεπίπεδα. Ο
Κοντολέων μοιάζει να κατακερματίζει την ίδια την ιστορία του και μέσα από τα
κομμάτια της ο αναγνώστης μπορεί να δει κανείς ότι η Μέλω τελικά ήταν απλώς το
πρόσχημα στην αγωνία του συγγραφέα να μιλήσει για την παρακμή, την αποδόμηση
και τελικά την κοινωνική αφύπνιση της σύγχρονης Ελλάδας. Άλλωστε όπως ο ίδιος
λέει: «όταν γράφει για μεγάλους είναι επειδή είναι θυμωμένος». Και ο Κοντολέων
μοιάζει πολύ θυμωμένος από μια κοινωνία που σαπίζει. Το έργο του γίνεται ένας
ισχυρός καταγγελτικός μονόλογος, ένα δριμύ κατηγορώ απέναντι σε όλα όσα δεν
μπορεί να αποδεχθεί η ψυχή του. Ένας μονόλογος σιωπηλός, υποβόσκων που διαπερνά τον αναγνώστη σαν αιχμηρό δόρυ,
βαθιά χωμένο στο αναίσθητο σώμα μιας παρακμάζουσας σύγχρονης κοινωνίας.
Ποτέ άλλοτε ωστόσο ένα δριμύ κατηγορώ δεν κατάφερε να
μεταποιηθεί σε τέτοια μουσική ποίηση ήχων και εικόνων. Εικόνες που αγκαλιάζουν
το φως του περιγραφόμενου τοπίου και το επιστρέφουν στον αναγνώστη για να
μπορέσει εκείνος να δει πιο ξεκάθαρα τη «σκοτεινάγρα του βυθού» μέσα στον οποίο
βουλιάζει μια ολόκληρη κοινωνία. Κι όλα αυτά με το γνωστό μελίρρυτο, χυμώδες
και ευγενικό λόγο του Μάνου Κοντολέων, χαρακτηριστικό γνώρισμα άλλωστε της
ίδιας της προσωπικότητάς του. Κι ο αναγνώστης βλέπει όλα όσα ο συγγραφέας
περιγράφει. Βλέπει τους ύπνους «δίχως όνειρα, μα λες κι ένας εφιάλτης είχε
σταθεί στο καλντερίμι που έβλεπε το παραθύρι της και της έκανε βουβή καντάδα». Οσμίζεται
την «υγρή αγκαλιά των σεντονιών, […] τον ιδρώτα της ζεστής νύχτας,[…] την ανάσα
που περπατούσε από την άκρη των χειλιών της μέχρι το λοβό του αυτιού της, […]
τη γεύση του μελιού». Και σφίγγεται η ψυχή του αναμετρώντας «ποιο ήταν το δικό
της κλουβί». Ακούει τη φωνή της τσιγγάνας να γίνεται η εσωτερική φωνή της
ηρωίδας που της μεταφέρει ακατάπαυστα εντός της το αναπόδραστο μήνυμα της
φυγής-λύτρωσης, ανατριχιάζει ακούγοντας τους ήχους από το κρεβάτι της Μέλως,
συγκλονίζεται από τη διαπίστωση ότι: «καμιά φορά δεν είναι οι εξωτερικές
συνθήκες που σου φταίνε, μα ότι μέσα σου υπάρχει κι εσύ το πνίγεις».
Το Μέλι κόλλησε στα
χείλη δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα, τον σαρκικό πόθο και
τη μοναξιά όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Είναι η καλειδοσκοπική
αποτύπωση μιας σύγχρονης πραγματικότητας στον χάρτινο κόσμο που στήνει με τις
λέξεις του ο Μάνος Κοντολέων, ένα έργο που «κολλάει σαν μέλι» στο νου του
αναγνώστη και σταδιακά του αποκαλύπτει το βαθύτερο νόημά του.
(Δημοσιεύτηκε 23/4/2013 στο www.culturenow.gr)
Monday, April 22, 2013
"Μέλι κόλλησε στα χείλη" -γνώμες αναγνωστών (β)
(από την παρουσίαση στον ΙΑΝΟ)
Τον Μάνο Κοντολέων πρωτογνώρισα μέσα από τα βιβλία που
αγόραζα για τα παιδιά μου. Μαζί τους τα διάβαζα κι εγώ απολαμβάνοντας την ωραία
του γραφή και τα παιδαγωγικά μηνύματα που τους περνούσε μέσα από τις ιστορίες
του. Και ήταν ένα ξάφνιασμα όταν
ανακάλυψα ότι πλέον έγραφε για ενήλικες.
Εδώ γνώρισα μιάν άλλη του πλευρά, αυτήν του πλάστη χαρακτήρων και του
οξυδερκή παρατηρητή των τεκταινομένων στην δική μας ελληνική κοινωνία. Στο τελευταίο του βιβλίο, «Μέλι κόλλησε στα
χείλη», ακολουθεί την ίδια γραμμή κοινωνικής παρατήρησης αλλά τη φορά αυτή η
διεισδυτική του ματιά φέρνει στην επιφάνεια τις παθογένειες της ελληνικής
επαρχίας. Με όχημα ένα νεαρό κορίτσι, βάζει
το δάχτυλο πάνω στην επίφαση και τους συμβιβασμούς που ορίζουν τη ζωή των ανθρώπων
στις κοινωνίες αυτές, περιγράφει τη βίαιη αλλοίωση του χώρου και του τρόπου
ζωής τους από την εισβολή νέων υλιστικών αξιών και επιλέγει την τραγωδία ως οδό
προς την κάθαρση. Είναι ένα βιβλίο που μας ανοίγει τα μάτια σε κρυμμένες
αλήθειες και μας τραβάει, για λίγο έστω, έξω από το δικό μας εγωκεντρικό
μικρόκοσμο.
Φίφη Ταπίνη
Πραγματικά ένα όμορφο βιβλίο γεμάτο
σκέψεις,συναισθήματα και γεγονότα που αποκαλύπτονται σιγά σιγά για να παράγουν
ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα. Να είναι καλοτάξιδο!
Ρούλα Μουστάκα
Ένα υπέροχο, καλογραμμένο βιβλίο το οποίο δεν μπορείς να αφήσεις από τα χέρια σου. Είτε συμφωνείς, είτε διαφωνείς με τις επιλογές των ηρώων του βιβλίου, το σίγουρο είναι ότι θα σε προβληματίσει και θα σε συναρπάσει. Και αν δεις το θέμα πιο πλατιά, σίγουρα θα βρεις ομοιότητες με αυτό που όλοι ζήσαμε και ζούμε την τελευταία δεκαετία, την μετάλλαξη των ανθρώπων, τον καταναλωτισμό, την έλλειψη ουσιαστικής παιδείας, την κυριαρχία του χρήματος και τώρα την πτώση.
Βάνα Μαυράκη
Sunday, April 21, 2013
Μέλι... στο elniplex
Μέλι κόλλησε στα χείλη, του Μάνου Κοντολέων
- Posted on Απριλίου 20, 2013
- ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ: βιβλία, ιδέες
- Μάνος Κοντολέων, Μέλι κόλλησε στα χείλη, Μαίρη Μπιρμπίλη, Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου
- Comments: 0
4 Votes
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου στις 23 Απριλίου, οι συντάκτες του elniplex προτείνουν βιβλία. Βιβλία για μικρούς αλλά και για μεγάλους.
Η Μαίρη Μπιρμπίλη προτείνει…
Μέλι κόλλησε στα χείλη
Μάνος Κοντολέων
Εκδόσεις Πατάκη
Χάρτινη ζωή από τη μια. Αληθινή από την άλλη. Και μια προτροπή -ή προσταγή;-να τις συνδέει. Ένα “Φύγε!” που κανείς δεν ξέρει ποιος το είπε και σε ποιον, ποιος πρέπει να το πει και ποιος να το εκτελέσει
Λοιπόν, ναι! Τα βιβλία νομίζουμε πως εμείς οι συγγραφείς τα γράφουμε. Μα κάνουμε -καμιά φορά- λάθος. Είναι -έστω σπανίως- τα μυθιστορηματικά πρόσωπα που τα ίδια καταγράφουν τη ζωή τους, ενώ πίσω από αυτά πάνε και κρύβονται τα πρόσωπα τ΄αληθινά. Πρόσωπα υπαρκτά που ζητάνε να τα βοηθήσουν, να τα προφυλάξουν, να τα ενημερώσουν τα πρόσωπα που πάνω σε οθόνη υπολογιστή γεννήθηκαν και με χάρτινη ενδυμασία κρύβουν τις πληγές τους. Πίσω από το χαρτί η σάρκα. Πίσω από το μελάνι, το αίμα.Και ο συγγραφέας απλώς καταγράφει, ο άνθρωπος απλώς παρακολουθεί… Ανίσχυρες και οι δυο ιδιότητες.Καλώς ήρθες στον κόσμο μου Μέλω…Σ΄ευχαριστώ.Χάρτινος ο κόσμος σου, έγινε ο δικός μου χάρτινος κόσμος.Χάρτινη ηρωίδα εσύ. Συγγραφέας εγώ -μέσα στο χαρτί καταγράφω επαναστάσεις, δίκες και καταδίκες, προτάσεις, αδιέξοδα…Τα δικά σου… Ας, πούμε πως είναι δικά σου, Μέλω μου. Και δικά μου!
Μάνος Κοντολέων
Στο Πήλιο ετούτο το ταξίδι, με τη Μέλω συντροφιά, όχι πολύ παλιά, δυο – τρεις δεκαετίες πίσω… Ένα ταξίδι ζωής, έρωτα και μοναξιάς, αναζήτησης…μάλλον μάταιας, στερημένης από μέλι…Δεν μπορώ να σας πω πολλά καθώς το κρατάω φυλαγμένο για δώρο δικό μου πασχαλινό, να το απολαύσω όπως του αξίζει…«σαν μια απόδραση από τη μοίρα μου». Μέχρι τότε απολαμβάνω το πιο όμορφο βίντεο για βιβλίο που έπεσε στην αντίληψή μου.
Καλό αντάμωμα Μέλω !
Subscribe to:
Posts (Atom)



