1.7.16

Τέσυ Μπάιλα "Άγριες θάλασσες"

http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/5408-agries-thalasses



Το ιστορικό μυθιστόρημα προσφέρει στον αναγνώστη από τη μια την απόλαυση της ταύτισης με ήρωες που πριν από λίγα ή πολύ περισσότερα χρόνια είχαν υπάρξει και από την άλλη την δυνατότητα να γνωρίσει πτυχές ιστορικών περιόδων όχι με μια κάπως άψυχη εξιστόρηση, αλλά με την ένταση της περιγραφής ενός γεγονότος από κάποιον που το έχει ζήσει.
Με άλλα λόγια, αν έτσι κι αλλιώς η λογοτεχνική αφήγηση είναι μια μεταφορά του αναγνώστη  από τη δική του ζωή στις ζωή ενός άλλου προσώπου, η ιστορική λογοτεχνική αφήγηση προσφέρει ακόμα κάτι περισσότερο – την ψευδαίσθηση πως ζήσαμε το χτες, το έχουμε αρκούντως γνωρίσει κι έτσι το σήμερα μπορούμε καλύτερα και να το κατανοήσουμε, αλλά και πλέον αποτελεσματικά –αν χρειαστεί- να του αντισταθούμε ή να το διαμορφώσουμε.
Η Ιστορία δημιουργεί μνήμη.
Ή μήπως η ανάγκη σύνθεσης μιας συγκεκριμένης  μνήμης συγγράφει την ιστορία;
                                                           *********
Ζούμε και ως άτομα και ως έθνος μια ιδιαιτέρως κρίσιμη μα και πικρή περίοδο.
Έχουμε ανάγκη από τη μια να κατανοήσουμε το τι έχει στο παρελθόν συμβεί και από την άλλη να στηριχτούμε σε αυτό το παρελθόν για να  ελπίσουμε σε ένα ευτυχέστερο μέλλον.
Όταν οι λαοί αισθάνονται ανασφαλείς επιστρέφουν στις ρίζες τους. Ανάλογα με το ήθος και το ύφος του δρόμου επιστροφής, άλλοτε μετατρέπονται σε συντηρητικές κοινωνίες, άλλοτε σε αυτοθαυμαζόμενες ολιγομελείς ή μη ομάδες, κάποτε, κάποτε επιτρέπουν σε μέλη τους  να αναλογιστούν τα λάθη και να προτείνουν  διορθωτικές κινήσεις.
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, το ιστορικό μυθιστόρημα που γράφεται από σύγχρονους έλληνες συγγραφείς ανθεί εκδοτικά.   Το αν η ανθοφορία αυτή συνυπάρχει με μια ουσιαστική ενδοσκόπηση και δεν προτρέπει προς μια εσωστρεφή απομόνωση, είναι κάτι που πολλούς προβληματίζει, αλλά ελάχιστους απασχολεί.
                                                        ***********
Ιστορικό, λοιπόν, μυθιστόρημα γραμμένο από σημερινούς συγγραφείς.
Από αυτούς οι περισσότεροι δεν έχουν μια προηγούμενη θητεία στο λογοτεχνικό αυτό είδος. Οι περισσότεροι γράφανε κοινωνικά ή και ερωτικά μυθιστορήματα και μέσα στα πλαίσια των συνθηκών που πιο πάνω έχω αναφέρει, ενδύσανε κοινωνικά πάθη και σωματικούς καημούς με ιστορικά ενδύματα.
Η Τέσυ Μπάιλα ανήκεις σε αυτήν την κατηγορία;
Το «Άγριες Θάλασσες» είναι το έκτο της μυθιστόρημα και το πρώτο που αγγίζει –προσωπικά αυτό θεωρώ πως είναι- το είδος του ιστορικού μυθιστορήματος.
Συγγραφικά, αφού πρώτα ανίχνευσε με τα δυο πρώτα της έργα τις ψυχολογικές και ερωτικές ανάγκες κάποιων προσώπων, στη συνέχεια  -με τα δύο επόμενα έργα της και τα οποία την έκαναν ιδιαιτέρως γνωστή και αναγνωρίσιμη-  αναζήτησε το πώς τα ατομικά οράματα πορεύονται μέσα στην ιστορία. Οι ήρωες αυτών των έργων της αν και επηρεάζονται από τα ιστορικά γεγονότα, δεν συμμετέχουν στην διαμόρφωση τους.
Τώρα, με το τελευταίο της αυτό πόνημα, φέρνει τους κεντρικούς χαρακτήρες της ιστορίας της να συμμετέχουν στον τρόπο που διαμορφώθηκε η πορεία των αποφάσεων  που άλλοι –ανώτεροι- είχαν πάρει.
Με άλλα λόγια, η Τέσυ Μπάιλα αποφάσισε να γράψει 

21.6.16

Η ανάγνωση της λογοτεχνίας είναι μια μοναχική υπόθεση. Όπως άλλωστε και η συγγραφή της. Μόνος είναι ο συγγραφέας όταν γράφει το μυθιστόρημά του, μόνος και ο αναγνώστης όταν θα το διαβάσει. Αλλά μετά… Μετά η ανάγνωση του κάθε αναγνώστη είναι όμορφο να ‘συνομιλεί’ με τις αντίστοιχες αναγνώσεις άλλων αναγνωστών. Αυτή την συνομιλία προσφέρει μια Λέσχη Ανάγνωσης. Τα θέματα μα και τα συναισθήματα που ο κάθε αναγνώστης γνώρισε όσο καιρό διάβαζε κάποιο μυθιστόρημα, έρχονται να ενωθούν με τις σκέψεις και τις ιδέες άλλων αναγνωστών. Και ξαφνικά ένα μυθιστόρημα γίνεται η ευκαιρία να δημιουργηθούν γνωριμίες, φιλίες, νέοι προβληματισμοί.  Μια ευκαιρία να συναντηθούν άνθρωποι με παρόμοια ενδιαφέροντα –να τι είναι μια Λέσχη Ανάγνωσης

Υπάρχουν πολλές. Πόσες ακριβώς δεν ξέρω. Κάποτε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου τις είχε καταγράψει. Λέσχες που άλλες ασχολούνται με τη ελληνική ή τη ξένη λογοτεχνία, άλλες με το ιστορικό μυθιστόρημα, άλλες με το αστυνομικό… Λέσχες παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, λέσχες για παιδιά. Νομίζω πως και σε κάποια Κέντρα Απασχόλησης Ηλικιωμένων λειτουργούν. Λέσχες που τις φιλοξενούν φορείς, Δήμοι, σωματεία, βιβλιοπωλεία. Λέσχες που τις αποτελούν φίλοι από παλιά, άλλες πάλι που στάθηκαν αφορμή να ξεκινήσουν νέες φιλίες.
Το βιβλιοπωλείο του ΙΑΝΟΥ είναι στο κέντρο της Αθήνας. Παράλληλα είναι  ένα από τα πιο μεγάλα και ενημερωμένα βιβλιοπωλεία της πόλης μας. Λογικό είναι να υποθέτω πως οι πλέον ουσιαστικοί αναγνώστες της λογοτεχνίας μας περνάνε τακτικά από τους χώρους του ΙΑΝΟΥ. Θέλω να βοηθήσω αυτοί οι απαιτητικοί αναγνώστες –εννοώ εκείνους που αναζητούν την καλή λογοτεχνία και θέλουν να μοιραστούν με άλλους τις απόψεις και τις συγκινήσεις τους- να έχουν την ευκαιρία δυο φορές το μήνα να συναντιόνται. Κι όλοι μαζί να μιλάμε για τις μεγάλες μας αγάπες –τα μυθιστορήματα που εμπλουτίζουν την καθημερινότητά μας.

Όπως ξέρετε, έχουμε αποφασίσει οι συναντήσεις των μελών της Λέσχης Ανάγνωσης να γίνονται δυο φορές το  μήνα. Κι αυτό γιατί ακόμα κι αν κάποιο μέλος δε θα έχει προλάβει να ολοκληρώσει την ανάγνωση και των δύο μυθιστορημάτων, θα θέλει να ακούσει τις γνώμες των άλλων για αυτό.  Με άλλα λόγια θέλω τα μέλη αισθανθούν πως δυο φορές το μήνα ‘βλέπονται’ με φίλους που έχουν κοινά ενδιαφέροντα. Και έτσι θα περιμένουν με αγωνία την κάθε συνάντησή μας. Σκέφτομαι, μάλιστα να προτείνω μια φορά το μήνα, μετά το τέλος της συνάντησής μας στον ΙΑΝΟ, να συνεχίζουμε –όσοι, βέβαια, θα μπορούν-

Για δέκα συνεχόμενα χρόνια υπήρξα υπεύθυνος μιας Λέσχης Ανάγνωσης σε μεγάλη βιβλιοθήκη του Πειραιά. Εγώ τη ξεκίνησα και θυμάμαι πως την πρώτη χρονιά ενώ περιμέναμε γύρω στα 5 με έξι άτομα  να εγγραφούνε, ήρθαν γύρω στα 12 και προτού κλείσει εκείνη η πρώτη περίοδος, είχαν φτάσει να συμμετέχουν πάνω από 15. Τα επόμενα χρόνια συνεχώς ο αριθμός των μελών και αυξανότανε και ολοένα και νέα πρόσωπα ερχόντουσαν. Φτάσανε τα εγγεγραμμένα μέλη να είναι 40 και πιστέψτε με είναι πολύ δύσκολο να συντονίζεις για δύο ώρες τόσα άτομα και να τους δίνεις την ευκαιρία να εκφράζονται όποτε τα ίδια το θελήσουν. Από αυτό και η καλύτερη εμπειρία μου –τόσοι άνθρωποι να σε εμπιστεύονται και να σε αγαπούν. Τρεις με τέσσερεις φορές το χρόνο βγαίναμε και έξω και πολύ συχνά ήταν μαζί μας και ο έλληνας συγγραφέας του βιβλίου που πριν από λίγο συζητούσαμε μαζί του.  Τώρα αν υπάρχει χειρότερη εμπειρία… Δεν ξέρω ίσως είναι εκείνη που είχε να κάνει με κάποιο άτομο που ήθελε να μιλά συνέχει και να διαβάζουμε μόνο τα βιβλία που εκείνο ήθελε. Χειρότερη με την έννοια πως τελικά δεν κατάφερα να το εντάξω στην ομάδα. Έφυγε.



Πάντα γράφω. Συνέχεια. Γράφω και διαβάζω. Και πειραματίζομαι σε αναγνώσεις και γραφές. Τώρα ασχολούμαι με ένα εμβληματικό ήρωα της παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας. Ψάχνω να δω τρόπους να τον πλησιάσω με τις ανάγκες ενός ανθρώπου της εποχής μας. Παράλληλα, μέσα στο φθινόπωρο κυκλοφορεί το νέο μου μυθιστόρημα. Μπορώ να σας πω τον τίτλο –«Αμαρτωλή Πόλη». Μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Το θεωρώ ένα καθαρόαιμο crossoverμυθιστόρημα γραμμένο μέσα στην επώδυνη γνώση αυτών των πρώτων χρόνων του νέου αιώνα.



9.6.16

Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ... στη Θεσσαλία



Γράφει ο :
Β.Δ.Αναγνωστόπουλος, Ομ.Καθηγτής πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Ο παππούς και ο εγγονός

Στο καινούργιο βιβλίο του ο Μάνος Κοντολέων αφηγείται ιστορίες στον εγγονό του Μανολίτο  διευρύνοντας την παρέα του με άλλον παππού και γιαγιά του Μανουήλ έχοντας μαζί τους πάντα και την κατάλευκη σκυλίτσα, τη Νύχτα! Ο τίτλος   παίζει με τρία ονόματα ομόρριζα «Μανόλο, Μανολίτο και…Μανουήλ»,(εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2016, σ. 116).
Ο Μάνος Κοντολέων ανήκει στους πρώτους τη τάξει συγγραφείς που πλούτισαν την παιδική λογοτεχνία (και όχι μόνο) θεματολογικά, αισθητικά και ειδολογικά. Το στοιχείο που τον διακρίνει πιστεύω ότι είναι η τεχνική της γραφής, ο τρόπος κάθε φορά να σκηνοθετεί και να αφηγείται τις ιστορίες του. Και είναι στοιχείο υπολογίσιμο για την αναγνωσιμότητα των βιβλίων του από μικρούς και μεγάλους .Συγγραφέας πολυγραφότατος, χωρίς αυτό να αποβαίνει εις βάρος της λογοτεχνικότητας του κειμένου. Έχει αποσπάσει τιμητικές διακρίσεις για το έργο του. Ξεκίνησε να γράφει αρχές της δεκαετίας του ΄80  και συνεχίζει να έχει μέχρι σήμερα έντονη παρουσία στα ελληνικά γράμματα και (έχω χάσει πια τον αριθμό) πλησιάζει τα 100 βιβλία! Γράφει μυθιστορήματα, διηγήματα, θέατρο, μικρές ιστορίες και παραμύθια.
Η ιστορία διαιρείται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, εκτενέστερο, Τρία δέντρα, Τριάντα τριανταφυλλιές (σελ.9-70) η αφήγηση αναφέρεται στον Μανόλο ,τον παππού,  στον Μανολίτο, τον εγγονό  και στη Νύχτα, το σκυλάκι τους . Χάνεται η Νύχτα και αρχίζουν έρευνες να εντοπιστεί. Για καλή τους τύχη την άλλη μέρα  το φέρνει στην αγκαλιά του ένα αγόρι που δουλεύει σε παρακείμενο φυτώριο με ιδιοκτήτη γνωστό τους γεωπόνο. Και το όνομα αυτού…Μανουήλ! Γίνονται φίλοι .Τους μιλάει κι αυτός για τον παππού του και θυμίζει τις ιστορίες και τα παραμύθια που του έλεγε…Στο δεύτερο μέρος, Ένα ταξίδι μόνο (σελ. 70-112), περιέχεται το ταξίδι που επιχειρούν και οι τέσσερις βόρεια και επισκέπτονται τον παππού και τη γιαγιά του Μανουήλ…
Το κείμενο προσφέρεται για διάλογο με τον αναγνώστη:
1. Από τους τέσσερις ήρωες της ιστορίας ο αναγνώστης ξεχωρίζει τη μορφή του παππού, που δεν είναι άλλος από τον συγγραφέα του βιβλίου. Ο Μανόλο ,λοιπόν, είναι ένας σοφός παππούς που ξέρει πώς να φέρεται στον εγγονό του, πώς να του μιλάει και να του ξυπνάει τα όνειρα, να συζητούν για τη φιλία, για τα λουλούδια, τα δέντρα, τη γη. Με την ίδια σοφία εμφανίζεται και ο παππούς του Μανουήλ, μέσα από τα παραμύθια που του έλεγε.  Και γενικά ας σημειώσω ότι ο παππούς ως αφηγηματικό πρόσωπο της Παιδικής Λογοτεχνίας είναι εμβληματικός και έχει αξιοποιηθεί από πολλούς συγγραφείς.
2. Ο Μανολίτο και ο Μανουήλ είναι στην ηλικία του εφήβου (καλύτερα του προεφήβου) με απορίες και πολλά ερωτηματικά, βρίσκονται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο  παραμύθι και στην πραγματικότητα. Διαβάζουμε στη σελ.94:  «…Ένα νέο παλικάρι πρέπει κάποια στιγμή να ζήσει όχι μόνο το παραμύθι, αλλά και την ίδια την πραγματικότητα…Όμως είναι τόσο όμορφο να μην ξεχνάμε πως πάντα υπάρχουν και τα όνειρα…».Λόγια αληθινά και πειστικά, όταν λέγονται από τον παππού ή τη γιαγιά.
3. Ο διάλογος είναι κύριο γνώρισμα της αφήγησης και  παραπέμπει σε «εκπαιδευτικό» μοντέλο σύγχρονο, στην εποχή δηλαδή του διαλόγου και των ελεύθερων επιλογών ,πράγμα που επιδρά ευεργετικά στην οδυνηρή περίοδο της ενηλικίωσης των παιδιών και των νέων. Και ο Κοντολέων ξέρει πολύ καλά την τέχνη του διαλόγου και κυρίως μεταξύ ώριμου ατόμου και αρχάριου της ζωής. Μέσα απ΄αυτόν τον ισότιμο και ειλικρινή διάλογο απορρέουν και απόψεις (μηνύματα λέγαμε παλιότερα) για τις ανθρώπινες σχέσεις, την αγάπη, τη φιλία, το σεβασμό, αλλά και την καλλιέργεια της ψυχής και της καρδιάς με ιστορίες για τη φύση και τη μυθολογία κ.ά.
4. Συνολικά (και γενικά) θα μπορούσα να παρατηρήσω ότι το αφήγημα είναι σε πρώτο πλάνο «οικολογικό»,προβάλλοντας  δηλαδή πτυχές του φυσικού κόσμου, και σε άλλα εσωτερικά επίπεδα ιδέες  και απόψεις για την «τέχνη» της ζωής. Οι μυθολογικές ιστορίες (αναπλασμένες, βέβαια) για τη Δάφνη και τον Απόλλωνα, για την Πίτυν (το πεύκο),για τον Κυπάρισσο (κυπαρίσσι) ή τα σχετικά με τα λουλούδια και τη γη  καθιστούν οικειότερη γνωστικά τη μυθολογία και τη  δεντρολογία και καλλιεργούν το σεβασμό σε καθετί το φυσικό.
5.  Εκείνο, επίσης,  που εντυπωσιάζει στην αφήγηση είναι η διακειμενικότητα των κειμένων, η επικοινωνία κειμένων και ηρώων διαφορετικής εποχής. ΄Ετσι, στο νέο του αφήγημα «Μανόλο, Μανολίτο και…Μανουήλ» διαπιστώνουμε ότι από τα τρία ονόματα τα δύο πρώτα παραπέμπουν σε προηγούμενο ομώνυμο μυθιστόρημα του ίδιου συγγραφέα («Μανόλο και Μανολίτο»,Πατάκης 2013  ) και το τρίτο όνομα στο διήγημα του Βιζυηνού «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον».Έτσι, διαβάζουμε στο Σημείωμα του συγγραφέα «Δε γίνονται μόνο οι άνθρωποι φίλοι. Γίνονται και οι ήρωες των βιβλίων».
Η νουβέλα «Μανόλο,Μανολίτο και …Μανουήλ» του Μάνου Κοντολέοντα είναι ένα ώριμο έργο ,απλό στην πλοκή, πλούσιο σε ιδέες και διάλογο μεταξύ «των γενεών»,διαβάζεται ευχάριστα και ασφαλώς ιδιαίτερα θα το χαρούν τα παιδιά.

5/6/2016

2.6.16

Εγώ κι Εγώ... συζητώντας για τα μυστικά μας

 
- Γιατί γράφεις;
- Ίσως γιατί δεν ξέρω πια τι άλλο να κάνω... Μπορεί όμως και γιατί το γράψιμο να είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζω για να εκφράσω τον εαυτό μου... Τελικά και οι δυο απαντήσεις, νομίζω, πως υπονοούν την ίδια απάντηση... Θέλω να πω πως μετά από τα δώδεκα περίπου χρόνια μου (τότε που έγραψα το πρώτο μου κείμενο και το είδα να δημοσιεύεται στη «Διάπλαση των Παίδων») μέχρι σήμερα έχω τόσο εθιστεί στο να εκφράζω γραπτώς σκέψεις και όνειρα, ανασφάλειες, θυμούς και αγάπες, που ακόμα και αν ήθελα (και κάποιες στιγμές πραγματικά το θέλω) να βρω έναν άλλο τρόπο έκφρασης και προβολής του εγώ μου, δεν ξέρω τη μέθοδο για να το κάνω.
Γράφω -αναρωτιέμαι- από κεκτημένη ταχύτητα; Ή μήπως γράφω γιατί δεν τολμώ να εγκαταλείψω όλα όσα έχω κατακτήσει;
Κάποιες φορές σκέφτομαι όμως, πως κάτι τέτοιες σκέψεις είναι βλάσθημες. Γιατί το να έχεις ένα λογοτεχνικό τάλαντο είναι μια θεϊκή δωρεά. Και από εκεί και πέρα είναι πια η δικιά σου και μόνο ευθύνη και απόφαση για το που και πως αυτή τη δωρεά θα τη χρησιμοποιήσεις.

- Είσαι ένας επαγγελματίας συγγραφέας.
- Είμαι. Θέλω να είμαι. Και το μισώ που είμαι... Βέβαια, αν δεν έβλεπα με επαγγελματικές απαιτήσεις το γράψιμό μου δεν θα είχα κάνει όσα έκανα. Αλλά αν πάλι δεν το είχα δει ως επάγγελμα, ίσως αυτά που θα είχα κάνει να ήταν περισσότερο προσωπικά.
Όμως δεν ξέρω αν είχα το δικαίωμα επιλογής. Θέλω να πω πως η συγγραφική μου ιδιοσυγκρασία είναι τόσο εκρηκτική ώστε μόνο μέσα σε κανόνες επαγγελματικής εφαρμογής θα μπορούσε να βρει διεξόδους ελέγχου της έκφρασής της.

- Να υποθέσω πως πιστεύεις ότι δεν έγραψες το έργο που είχες ονειρευτεί να γράψεις;
- Το έργο που είχα ονειρευτεί να γράψω!... Ποιο ήταν, άραγε, αυτό; Φαντάζομαι κάποιο αντίστοιχο εκείνων που ως αναγνώστη με συγκλονίσανε... Και με συγκλόνισαν μυθιστορήματα του Ζολά, του Φλομπέρ, του Ντίκενς, του Μαρκές, του Γκαλσγουώρθη, του Μωμ... Τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα ποιήματα του Καβάφη, ο ‘Αμλετ του Σαίξπηρ, τα θεατρικά του Ίψεν, τα παραμύθια του Άντερσεν, τα ρομάντζα της Σελίνκο, το απόλυτο του «Μεγάλου Μoλν»...
Δεν ξεγελώ τον εαυτό μου πως έγραψα τέτοια έργα. Δεν περιμένω πως θα τα γράψω... Αλλά όσα έγραψα... -αυτά είναι τα δικά μου. Το σώμα μου και η ψυχή μου. Τα δικά μου έργα... Κάτι παρόμοιο με την εμφάνισή μου -όσο και να θέλω να την βελτιώσω, τελικά κάπου θα σκοντάψω στα όριά της- κι άλλωστε το κορμί μου είναι το δικό μου το κορμί* μέσα από αυτό έχω νοιώσει και τον πόνο, μα και την ηδονή. Επίσης κάτι παρόμοιο με τους δικούς μου ανθρώπους.... Αυτούς που βρέθηκαν στο δρόμο μου και τους αγάπησα, με αγαπήσανε, με επηρεάσανε, τους επηρέασα... Δεν θα ήθελα να είχα άλλους δικούς από αυτούς που αξιώθηκα (που έτυχε, αν προτιμάς) να έχω... Έτσι και δεν θα ήθελα να είχα γράψει άλλα έργα από αυτά που έγραψα (που έτυχε, αν προτιμάς, να γράψω)... Δεν είναι τα καλύτερα, το ξέρω! Μα είναι τα δικά μου. Μέσα τους κρύβονται και οι προσπάθειες για τα όσα ονειρεύτηκα και δεν μπόρεσα να πραγματώσω.


-Το κείμενο, λοιπόν!... Αλήθεια, τί είναι για σένα το λογοτεχνικό κείμενο;
-Για μένα το κείμενο, το κάθε κείμενο πρέπει πίσω από το ότι λέει, το ότι περιγράφει, πίσω από αυτά να κρύβει κάτι... Κάτι άλλο, περισσότερο να υπονοεί. Το λογοτεχνικό κείμενο -από το πιο απλό παραμύθι, μέχρι το πιο σύνθετο πεζογράφημα- θα πρέπει να κρατά από τη μια τα μυστικά του και από την άλλη να δίνει το δικαίωμα στον αναγνώστη του να μπορεί να τα ανακαλύψει αυτά τα μυστικά... Αλλά η ανακάλυψη πρέπει να είναι πάντα μια προσωπική πορεία του αναγνωστη. Λατρεύω αυτού του είδους τα κείμενα και απεχθάνομαι όσα αντιθέτως διαθέτουν μόνο μια επιφάνεια...

- Αλλά, σκέφτομαι τώρα, τόσα πολλά βιβλία... Και τόσο διαφορετικών ειδών! Μήπως, τελικά, σπαταλήθηκες;
- Α, όχι! Ακόμα κι αν σπαταλήθηκα -που δεν το πιστεύω- ακόμα και τότε άξιζε να ζήσω συγγραφικά όλα όσα έζησα. Μου προσφέρανε τόσες χαρές, τόσες πίκρες. Με κάνανε να έχω αισθήματα. Και εγώ τους το ανταποδίδω... Τα έργα μου έχουν πάθος. Το πάθος που βγαίνει από τις σωστές κινήσεις μου, αλλά και κυρίως από τις λανθασμένες. Τα έργα μου έχουν και τεχνική στη δόμήσή τους. Όλη αυτή η μακρόχρονη απασχόλησή μου, η καθημερινή απασχόλησή μου με τον γραπτό λόγο και όλες αυτές οι αναγνώσεις μου, τελικά μου προσέφεραν μια πολύτιμη πείρα. Είμαι υπερήφανος για τα έργα μου. Είμαι υπερήφανος γιατί ποτέ δεν πρόδωσα τις ιδέες μου. Ότι πίστεψα και πιστεύω, υπάρχει και μέσα στα βιβλία μου. Ο συγγραφέας και ο άνθρωπος ταυτίζονται...

-Βιωματικός, λοιπόν, συγγραφέας;
- Μα μπορεί κανείς να γράψει τίποτε άλλο από τα βιώματά του; Ακόμα και όσοι συγγραφείς δείχνουν πως γράφουν κείμενα που δεν έχουν καμιά σχέση με τη ζωή τους, στην ουσία μέσα από αυτήν την αποφυγή, την ζωή τους και πάλι εκφράζουν...
Κι έπειτα, μου αρέσει να αυτοεκτίθεμαι... Να εκδίδομαι. Ποτέ δεν πλήρωσα για να βγάλω βιβλίο μου. Ήθελα και θέλω να κερδίζω από αυτά. Να βγαίνω στην αγορά και να πουλώ το σώμα και τα συναισθήματά μου. Να τα πουλώ όχι μόνο για χρήματα, μα και για δόξα. Να με συζητάνε. Να με θαυμάζουνε, μα και να με κουτσομπολεύουνε. Μια πόρνη είναι ο κάθε συγγραφέας. Θα μπορούσε να είχε γίνει το κεντρικό πρόσωπο σε ένα από τα πιο ερωτικά ποιήματα του Καβάφη. Αιρετική ίσως άποψη και μην την πάρεις και πολύ στα σοβαρά... Αλλά και μην τη θεωρήσεις ως μια και μόνο παραδοξολογία...

- Κι όμως τα περισσότερα από τα βιβλία σου έχουν γραφτεί για παιδιά και νέους.
- Και τι σημασία έχει αυτό. Έχουν γραφτεί για παιδιά!... Θα ήταν πιο σωστό αν έλεγες πως έχουν κυκλοφορήσει σε σειρές για παιδιά και νέους... Οι νόμοι της αγοράς καθορίζουν την ένταξη. Οι εσωτερικές ανάγκες καθορίζουν την έμπνευση.
Ο Άντερσεν έχεις σκεφτεί πόσο μόνο «παιδικός» συγγραφέας είναι; Και με πόση αθώα, άραγε, παιδικότητα γράφτηκε η <<Αλίκη στη Χώρα των θαυμάτων>>;
Τυποποιήσεις μιας εποχής καταναλωτικής και φαινόμενα μιας περιόδου υπερπαραγωγής λογοτεχνικών έργων. Αλλά νομίζω πως μπαίνουμε στην εποχή που δίπλα στις τυποποιήσεις θα υπάρχουν και οι υποκειμενικές προσεγγίσεις. Στο εξωτερικό συμβαίνει ήδη. Θα έρθει το φαινόμενο αυτό -θέλουμε δεν θέλουμε- και στην επαρχιώτικης νοοτροπίας Ελλαδίτσα μας.

- Τελικά είναι πιο εύκολο να γράψεις για παιδιά και πιο άνετα μέσα στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας κατακτάς της αναγνώριση;
- Ανοησίες! Σε κανένα χώρο τίποτε δεν κατακτιέται με ευκολία. Κι αν κάποια στιγμή κάποιος το επιτύχει, τότε η επιτυχία του αυτή θα είναι στιγμιαία.
Το κείμενο που απευθύνεται σε παιδιά ή νέους, μπορεί να έχει τους δικούς του νόμους υλοποίησης, αλλά και έχει τις ίδιες απαιτήσεις και με το κάθε κείμενο της «ενήλικης» λογοτεχνίας. Χρειάζεται δομή, χρειάζεται, ολοκληρωμένους χαρακτήρες, χρειάζεται καλοδουλεμένη φράση... Χρειάζεται ακόμα ο συγγραφέας να διαθέτει μια αίσθηση παιδικότητας ή νεανικότητας. Κι αυτά είναι πολύ δύσκολα να τα έχεις όταν δεν είσαι πια παιδί ή νέος.
Όσοι πιστεύουν πως το να γραφτεί ένα παιδικό βιβλίο είναι εύκολο, ας ψάξουν μέσα στην εργογραφία κάποιων πολύ σημαντικών συγγραφέων μας (της λογοτεχνίας των ενηλίκων, εννοώ) και θα δούνε και κάποιους τίτλους παιδικούς. Ε, λοιπόν, σε πληροφορώ πως αν εξαιρέσεις ένα ή δυο, όλοι οι άλλοι καλοί συγγραφείς απέτυχαν.

-Ναι, αλλά υπάρχουν και κάποιοι που αμφισβητούν την ίδια της έννοια της ύπαρξης παιδικής λογοτεχνίας. Λένε πως αυτός είναι ένας όρος δίχως νόημα. Πως παιδική λογοτεχνία δεν είναι δυνατόν να υπάρχει, μιας και το παιδί έχει αναγνωστικές ανάγκες που μόνο από ένα συνομήλικό του μπορεί να καλυφθούν.
- Τα έχω ακούσει κι εγώ όλα αυτά. Κάποτε απαντούσα, προσπαθούσα να τους πείσω... Τώρα απλώς και μόνο γελάω.
Μα τα παιδιά είναι προσωπικότητες υπό διαμόρφωση. Ό,τι τυχόν μόνα τους παράγουν, πάντα ως δείγματα εξάσκησης θα πρέπει να νοούνται. Η κοινωνία των ενηλίκων είναι που τα εκπαιδεύει. Τα ίδια καταναλώνουν, διαπαιδαγωγούνται και ψάχνουν τη χάραξη του ατομικού τους δρόμου. Κι έτσι έρχονται να συναντήσουν τα έργα των μεγάλων. Ανάμεσά τους και τα κείμενα που θα γεφυρώνουν την δικιά τους ανάγκη για αισθητική ολοκλήρωση και συναισθηματική εκτόνωση με την ήδη διαμορφωμένη πείρα των ενηλίκων δημιουργών. Σημασία έχει πάντως, αυτοί οι ενήλικες δημιουργοί και να μην έχουν ξεχάσει τη δυναμική της δικιάς τους παιδικής ηλικίας και εφηβείας. Αλλά... Τί να πω; Εγώ όταν ήμουνα παιδί λάτρεψα κάποια παραμύθια, ξετρελάθηκα με κάποια παιδικά μυθιστορήματα... Και τώρα που έχω αναγνώστες παιδιά και νέους, παίρνω γράμματα τους και βλέπω το πόσο επικοινωνούν με τα έργα μου... Άρα η λογοτεχνία που τους πλησιάζει και υπάρχει και είναι πάντα γραμμένη από μεγάλους.

- Το ξέρω όμως πως θυμώνεις όταν ακούς να σε προσφωνούνε <<Ο Μάνος Κοντολέων, συγγραφέας παιδικών βιβλίων>> ή με εκείνο το άλλο το αμίμητο <<Ο Μάνος Κοντολέων είναι παιδικός συγγραφέας>>
- Δεν θυμώνω. Εκνευρίζομαι. Ίσως και να επαναστατώ... Επαναστατώ απέναντι μιας εντελώς φασιστικής νοοτροπίας. Γιατί, διάβολε, έχω γράψει και κάμποσα έργα για μεγάλους. και μάλιστα κάποια από αυτά είναι και πολύ μα πολύ δύσκολα,... μεγαλίστικα. Απλώς μιας και τα περισσότερα από τα βιβλία μου είναι για παιδιά και νέους, και μιας και είναι και αυτά που με έχουν κάνει περισσότερο γνωστό, αυτόματα μου μπαίνει η ετικέτα... Κι αν στη ζωή μου κάτι ιδιαίτερα έχω αντιπαθήσει είναι η όποια ετικέτα. Μια έκφραση φασιστικής νοοτροπίας είναι κάτι τέτοιο. Εγώ ό,τι κι αν γράφω, ένα πάντα πράγμα κάνω -να προσπαθώ να το πλουτίζω με την τεχνική που έχω κατακτήσει και με τις ιδέες που έχω πιστέψει.
Και όταν μου δοθεί η ευκαιρία, λέω, υπενθυμίζω πως δεν υπάρχουν προκατασκευασμένες κατηγορίες βιβλίων ή αναγνωστών. Απλά και μόνο από τη μια πλευρά υπάρχουν τα κείμενα και από την άλλη οι αναγνώστες. Οι εκάστοτε προσεγγίσεις των δύο πλευρών είναι πάντα εξατομικευμένες και απελευθερωμένες. Μου έχει τύχει παιδί της Τρίτης Δημοτικού να έχει διαβάσει και να λάτρεψε το <<Γεύση Πικραμύγδαλου>>, κοπέλα της Δευτέρας Γυμνασίου να έχει ενθουσιαστεί με το <<Τα φώτα, είπε!>>, όπως και δεκαοχτάχρονη να μου γράψει για να μου εκφράσει τη ικανοποίηση της μετά από το διάβασμα του <<Δομήνικου>>. Μια νέα συγγραφέας έργου ιδιαιτέρως κλειστού και «ενηλικιωμένου» έχει δηλώσει γραπτώς το πόσο την επηρέασε <<Το 33>>...

- Δηλαδή πιστεύεις πως επικοινωνείς με πολυποίκιλους τρόπους με τους αναγνώστες σου...
- Ναι! Νομίζω πως οι περισσότεροι από αυτούς που με διάβασαν -μικροί και μεγάλοι- με έχουν αισθανθεί ως ένα δικό τους άνθρωπο. Και αυτό είναι κάτι που το επιδιώκω. Ίσως γιατί κι εγώ , ως αναγνώστης, βρέθηκα πολύ κοντά σε κάποιους συγγραφείς, αισθάνθηκα πολύ δικούς μου κάποιους ήρωες της λογοτεχνίας. Μου αρέσει αυτή η σχέση. Πιστεύω πως οι ήρωες των βιβλίων και οι αναγνώστες τους δημιουργούν μεταξύ τους μια σχέση. Μια πολύ στενή σχέση. Και μέσα σε αυτού του είδους τον δεσμό, υπάρχει πάντα και ο συγγραφέας.
Βέβαια, κάποιους συγγραφείς που πολύ αγάπησες από τα βιβλία τους, που έκανε ς δικούς σου τους ήρωές τους, αν τύχει και τους γνωρίσεις από κοντά, θα απογοητευτείς. Ναι, υπάρχουν τέτοιοι συγγραφείς. Αρκετούς τους έχω γνωρίσει. Και όχι μόνο με άφησαν με ένα αίσθημα απογοήτευσης, αλλά και με ένα θυμό. Λες και με ξεγελάσανε... Βέβαια, δεν είναι ίσως σωστό να ταυτίζεις τόσο πολύ το συγγραφέα με το έργο του, τους ήρωές του. Αλλά οι περισσότεροι αναγνώστες δεν μπορούν να αποφύγουν κάτι τέτοιο. Εγώ σαν αναγνώστης δεν το αποφεύγω.. Θάλεγα, μάλιστα πως το επιζητώ. Γι αυτό και θέλω η συγγραφική μου ταυτότητα να συνταιριάζεται με την ατομική μου.
Οι αναγνώστες μου είναι άνθρωποι που εγώ έχω λίγο ή πολύ, ουσιαστικά ή όχι επέμβει στη ζωή τους. Δεν το ξεχνώ αυτό...

-Δηλαδή γράφεις για τους αναγνώστες σου;
-Όχι! Γράφω για τον εαυτό μου. Αλλά ακριβώς έτσι γίνεται. Όσο περισσότερο για δικιά σου ανάγκη δημιουργείς κάτι, τόσο αυτό το κάτι αγγίζει περισσότερο περισσότερους. Όλοι μας ζητάμε να εκφράζουμε την αυθεντικότητά μας και όλοι μας θέλουμε να συναντάμε την αυθεντικότητα των άλλων. Η Τέχνη πρέπει να είναι μια αυθεντική κατάθεση της ατομικότητας.

-Ο ρόλος, λοιπόν, του συγγραφέα, είναι μόνο η κατάθεση της ατομικότητάς του;
-Όχι, ασφαλώς! Αν και αυτό δεν είναι καθόλου λίγο. Αλλά για μένα ο ρόλος του συγγραφέα έχει κι άλλες προεκτάσεις... Πρέπει να επαναστατεί, να αμφισβητεί, να ανακαλύπτει, να επιβεβαιώνει... Ο συγγραφέας συνέχεια πρέπει να μάχεται. Και μέσα από το έργο του, όλα αυτά -επαναστάσεις, επιβεβαιώσεις, αμφισβητήσεις, ανακαλύψεις, οράματα και ψευαισθήσεις- να τα στέλνει στους αναγνώστες του. Ο συγγραφέας πρέπει να έχει ένα κοινωνικό πρόσωπο. Να εκφράζει την εποχή του, καθώς την ίδια τη στιγμή θα την υπερβαίνει... Αλλά πάντα να δηλώνει -το ξαναλέω- την αυθεντικότητά του και να υποστηρίζει την ατομικότητα των αναγνωστών του.

- Το αυθεντικό της ατομικότητας οδηγεί, φοβάμαι, στην μοναξιά
- Μπορεί να είναι κι έτσι. Ίσως είναι. Αλλά τί σημασία έχει; Η μοναξιά είναι η μοίρα του ανθρώπου. Η καταδίκη του και η απελευθέρωσή του. Την ξορκίζει και την λατρεύει με την Τέχνη.

- Είσαι, λοιπόν, μόνος; Μετά από τόσα βιβλία, τόσους δικούς σου, τόσους αναγνώστες, τόσο έντονη καλλιτεχνική και κοινωνική ζωή, είναι δυνατόν να είσαι μόνος;

- Μα δεν είμαι μόνος... Έχω εσένα. Κάνουμε τόσο καλή συντροφιά εσύ κι εγώ... Λέμε τα δικά μας... Συμφωνούμε, διαφωνούμε. Άλλοτε σε λατρεύω κι άλλοτε σε μισώ... Όσο υπάρχεις δίπλα μου δεν είμαι μόνος. Όσο υπάρχεις μαζί μου και με ρωτάς και με ακούς, σε βρίζω ή σε εμπιστεύομαι, μπορώ, κερδίζω την ικανότητα να απολαμβάνω τους ανθρώπους που αγαπώ, να κάνω τα πράγματα που θέλω... Να γράφω τα βιβλία μου, να διαβάζω άλλων βιβλία... Όχι! Μπορεί να βιώνω τη μοναξιά, αλλά δεν είμαι μόνος. Εσύ είσαι;

29.5.16

Μια γάτα στα τείχη





Ντέμπορα Έλις
«Μια γάτα στα τείχη»
Μετάφραση: Κώστια Κοντολέων
Εκδόσεις Ψυχογιός



Η Ντέμπορα Έλλις, καναδή συγγραφέας βιβλίων για νέους και ακτιβίστρια, είναι γνωστή στο ελληνικό κοινό και από κάποια προηγούμενα βιβλία της που περιγράφανε με εντυπωσιακό τρόπο τη ζωή παιδιών και  γυναικών σε χώρες όπως αυτές του Αφγανιστάν ή του Πακιστάν.
Η συγκεκριμένη συγγραφέας συνηθίζει να επισκέπτεται τις χώρες  όπου θα διαδραματιστούν οι ιστορίες των βιβλίων της. Κι έτσι καταφέρνει να παρουσιάσει με  μια κυκλική όσο και αντικειμενική άποψη όλες τις πλευρές των συνθηκών που επικρατούν σε αυτές τις περιοχές.
Το πρόσφατο αυτό μυθιστόρημά της, αφορά την καθημερινότητα στην περιοχή της Βηθλεέμ. Εκεί όπου στρατιωτικές δυνάμεις του Ισραήλ και παλαιστίνιοι κάτοικοι και μαχητές ζούνε μέσα σε μια συνεχή βίαιη αντιπαλότητα.
Η Έλλις περιγράφει δυο μέρες μέσα σε ένα μικρό σπίτι της Βηθλεέμ που το έχουν καταλάβει δυο ισραηλινοί στρατιώτες και το χρησιμοποιούν για να παρακολουθούν τις κινήσεις οπλισμένων ομάδων παλαιστινίων.
Μέσα στο σπίτι αυτό υπάρχει ένα μικρό παιδί και… μια γάτα.
Αυτή η γάτα είναι και η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος.
Μέσα από τη δική της ματιά παρακολουθούμε όλα όσα συμβαίνουν και από τις δυο μεριές του τείχους που χωρίζει την πόλη, μα και τους λαούς.
Μια γάτα όμως ασυνήθιστη. Καθώς –το συγγραφικό εύρημα της Έλλις- μέσα σε αυτό το μικρό αιλουροειδές ζει το πνεύμα και η ψυχή ενός κοριτσιού από την Αμερική.
Η Κλερ –το όνομα του κοριτσιού- είναι μια έφηβη που έχει μια περίεργη αντικοινωνική συμπεριφορά και συναισθήματα προς δικούς και φίλους που συχνά αγγίζουν τα όρια της σκληρότητας.
Ιδιαίτερα μας παρουσιάζεται η αντιπαλότητά της με την δασκάλα της. Σχέσεις καταπίεσης ή επιβολής που τελικά οδηγούν σε μάλλον θανατηφόρο ατύχημα.
Ένα αυτοκίνητο θα χτυπήσει τη μικρή και η ίδια θα βρεθεί ξαφνικά  -ως γάτα πλέον- στη Βηθλεέμ.
Αυτά που παρακολουθεί και αυτά που θυμάται είναι τα δυο κομμάτια του μυθιστορήματος που συνδέονται με ένα ποίημα. Το περίφημο (κυρίως στον δυτικό κόσμο) Desiderata του Max Ehrmann.
Πρόκειται για ποίημα που αναζητά και προτείνει την συνύπαρξη όλων των πλασμάτων που βρίσκονται πάνω στον πλανήτη.
Η Κλερ και η δασκάλα της από τη μια μεριά του κόσμου, το αγόρι στο σπίτι και οι δυο στρατιώτες από την άλλη μεριά θα πρέπει ή να συνυπάρξουν ή να καταστραφούν.
Η γάτα με τη γνώση της ανθρώπινης προηγούμενης ζωής της θα προσφέρει την εκτόνωση.
Η οριστική λύση είναι ευθύνη όλων.
Ένα ιδιαίτερα ασυνήθιστο βιβλίο για εφήβους, με βαθιά γνώση της πολιτικής σκοπιμότητας που επιβάλλει συμπεριφορές, αλλά και με επίσης βαθιά πίστη στο πως μπορεί και πρέπει ο κάτοικος αυτού του πλανήτη να αντιδράσει.
Το τέλος της ιστορίας αφήνεται να καθοριστεί από τις προσλαμβάνουσες του κάθε αναγνώστη.
Μένει αναπάντητο αν η Κλέρ έχει πεθάνει και έχει μετενσαρκωθεί σε γάτα ή μέσα από ένα κώμα ‘μεταφέρεται’ στην Παλαιστίνη.
Θα είχε ενδιαφέρον –και αυτό ας θεωρηθεί ως πρόταση προς τον εκδότη- σε μια πιθανή επανέκδοση του μυθιστορήματος να συμπεριληφθεί μια κατατοπιστική συνέντευξη της Έλλις, όπως και περισσότερα στοιχεία για το ποίημα Desiderata.
Πάντως, προσωπικά χάρηκα το ιδιόμορφο αυτό κείμενο, που πέρα των άλλων αποδεικνύει πως το καλό μυθιστόρημα για παιδιά και εφήβους μπορεί να διαθέτει πολλαπλές αναγνώσεις και σύνθετους προβληματισμούς.



Πρώτη δημοσίευση:
http://www.iporta.gr/politismos/vivlio/item/9274-i-kritiki-mou-gia-to-vivlio-tis-dempora-elis-mia-gata-sta-teixi-tou-manou-kontoleon

13.5.16

Βερολίνο, γεια - Βιώνοντας ένα αύριο ναρκοθετημένο


«Βερολίνο, γεια»
Wolfgang Herrndorf
 Μετάφραση: Απόστολος Στραγαλινός
 Εκδόσεις Κριτική, 2015

 
Ο Βόλφγκανγκ Χέρντορφ γεννήθηκε στο Αμβούργο το 1965 και πέθανε στα 48 του χρόνια, μετά από βαριά και μακρόχρονη ασθένεια.

Παράλληλα με τη συγγραφή ασχολήθηκε και με την ζωγραφική και την εικονογράφηση.

Η μεγάλη επιτυχία ήρθε λίγο πριν το βιολογικό του τέλος.

Το μυθιστόρημα του «Βερολίνο, γεια» (γερμανικός τίτλος Tschick) κυκλοφόρησε το 2010, έγινε best seller, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, κέρδισε σημαντικά βραβεία νεανικής λογοτεχνίας.

Μυθιστόρημα ενηλικίωσης και περιπέτειας, ανακάλυψης του κόσμου και του εαυτού μας, ανίχνευση των νόμων της Φύσης και της κοινωνίας –και όλα αυτά κάτω από μια κλασική συνταγή συγγραφής. Αυτή που έχει δημιουργήσει έργα και ήρωες όπως ο Χωκ Φιν, ο Τομ Σώγιερ, ο Άρχοντας των Μυγών.

Ο Β. Χ. με αφάνταστη μαεστρία και με διαβολεμένο κέφι ακολούθησε τα βήματα των μεγάλων δασκάλων – μυθιστοριογράφων και έστησε ένα σκηνικό μέσα στο κέντρο της πρώην ανατολικής Γερμανίας, κάπου εκεί γύρω στα 2009.

Ένα σκηνικό περιπλάνησης. Με όχημα ένα παλιό Lada Niva. Και με κεντρικά πρόσωπα δυο δεκατετράχρονα αγόρια. Το ένα εκπροσωπεί την μεγαλοαστική τάξη, το άλλο τους οικονομικούς πρόσφυγες.

Η συνύπαρξη μιας κλασικής, παλιάς μεθόδου αφήγησης με σύμβολά όπως ένα σαραβαλιασμένο μα πάντα μάχιμο Lada, ένα αγόρι που η οικογένειά του καρπούται τις δυνατότητες του καπιταλισμού κι ένα άλλο αγόρι που έρχεται από μια κοινωνία που έχει καταρρεύσει, προσδίδει στο μυθιστόρημα μια διάσταση πέραν εκείνης της περιπέτειας και της αναζήτησης του νέου εαυτού. Πίσω από τη δράση, ο σχολιασμός.

Τον υπηρετούν και τα άλλα πρόσωπα που έστω και σε λίγες σελίδες συντροφεύουν τους δυο ήρωες. Το κορίτσι που ζει στον σκουπιδότοπο και που από κάπου, από μέρος της διαλυμένης κεντρικό – ανατολικής Ευρώπης έρχεται* ο παλιός ναζί στρατιώτης που είχε κάποτε προδώσει την κομμουνίστρια αρραβωνιαστικιά του, που θυμάται πάντα με έπαρση τους ρώσους που είχε σκοτώσει στο Ανατολικό Μέτωπο και που τώρα κατοικεί σε ξεχασμένο (ίδια μ΄ αυτόν) χωριό βομβαρδισμένο από τους συμμάχους* οι γιατροί στο νοσοκομείο που φροντίζουν τους ασθενείς με αποστειρωμένη ευσυνειδησία, η χοντρή οδηγός μιας BMW που προσφέρει εθελοντική εργασία, αλλά δεν χαρίζει τη συνέχεια της παρουσίας της* η νεόπλουτη συμμαθήτρια που έλκεται μόνο από όσους τα φώτα της δημοσιότητας φωτίζουν.

Ναι, όλα αυτά, μαζί με μια χώρα όπου λες και οι κάτοικοι της αν και υπάρχουν δεν δηλώνουν την παρουσία τους, όλα αυτά σχολιάζουν ό,τι συμβαίνει στα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα. Και τα σχολιάζουν με φαντασία, ευρηματικότητα. Αλλά και με μια υποδόρια πίκρα, έναν αξιοπρεπή πόνο.

Άρα και πολιτικό έργο; Θα τολμούσα να το ισχυριστώ, αφού όμως πρώτιστα μείνω στην ολοζώντανη χρήση της γλώσσας των νέων (εδώ η μετάφραση του Απόστολου Στραγαλινού έχει πολλά προσφέρει), στα απανωτά ευρήματα και στα ξεκαρδιστικά επεισόδια.

 Τελικά οι δυο έφηβοι -καθώς αισθάνονται αποκομμένοι τόσο από τις οικογένειές τους, όσο και από τους συμμαθητές και φίλους τους- ξεκινάνε να ζήσουν τις καλοκαιρινές διακοπές τους χωρίς συγκεκριμένο στόχο. Ο δρόμος είναι αυτός που θα τους τον βρει. Στον δρόμο θα βρεθούνε αντιμέτωποι με τις αληθινές αδυναμίες τους, αλλά και θα ενεργοποιήσουν τις γνήσιες δυνάμεις τους. Στο δρόμο θα είναι που θα ανιχνεύσουν την σεξουαλικότητά τους, θα αντιπαρατεθούν με τη φθορά των νιάτων τους, θα παλέψουν με το παρελθόν και θα υποψιαστούν το μέλλον τους.

Μυθιστόρημα, λοιπόν, αυτογνωσίας. Μυθιστόρημα που υποκλίνεται στους προπάτορές του και συνάμα διαφοροποιείται από αυτούς.

Ναι, διαφοροποιείται. Γιατί πίσω από την περιπέτεια, πίσω από το χιούμορ, πίσω από της ανακάλυψη ταυτοτήτων και ορίων, υπάρχει ένας λυγμός.

Ίσως ο λυγμός του νέου ανθρώπου που όχι μόνο ατομικά, αλλά και ως μέλος μιας κοινωνίας καλείται να ζήσει στο αύριο την ίδια στιγμή που υποψιάζεται (ίσως σε κάποιες περιπτώσεις και να το γνωρίζει) πως αυτό το αύριο έχει ναρκοθετηθεί.

Με πόσο πικρή αισιοδοξία τελειώνει:

Ένοιωσα τρομερή χαρά γιατί, σύμφωνοι, δεν γίνεται να κρατήσουμε για πάντα την αναπνοή μας. Μπορούμε όμως για αρκετά μεγάλο διάστημα.

Με δυο λόγια: ένα υπέροχο δείγμα λογοτεχνίας για νέους και -όχι μόνο- αναγνώστες. Ένα σύγχρονο cross over μυθιστόρημα.


 Πρώτη ανάρτηση:


Η πρώτη φλέβα






Από όσο γνωρίζω το συγγραφικό έργο του Γιάννη Μακριδάκη, είναι ένα έργο που ιδιαίτερα βασίζεται, μα και προβάλει, στοιχεία λαϊκού πολιτισμού και τρόπου ζωής και σκέψεων απλών ανθρώπων.

Άλλωστε σημαντικό τμήμα του συγγραφικού έργου του συγκεκριμένου συγγραφέα έχει να κάνει και με έρευνα λαογραφικού υλικού.

Με αυτές τις προϋποθέσεις ολοκλήρωσα την ανάγνωση και τούτου του βιβλίου. «Πρώτη φλόγα» που θα μπορούσε να σημαίνει πρώτη καταγραφή για να αναπτυχθεί (στο μέλλον;) όλο το υλικό που προσφέρεται μέσα από τις δυο πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις –ενός ηλικιωμένου ναυτικού και μιας επίσης ηλικιωμένης πόρνης.

Και οι δυο ΄έδρασαν’ μέσα στην εικοσαετία 1960 – 1980 και οι αφηγήσεις τους έχουν ως κεντρικό τους άξονα τον πληρωμένο έρωτα.

Ο ναυτικός περιγράφει τις διάφορες εκδιδόμενες γυναίκες που γνώρισε στα λιμάνια του κόσμου –από την Ιαπωνία έως τη Βραζιλία- μα παράλληλα φωτίζει και τη ζωή των ναυτικών (κάποιων έστω) κατά τη διάρκεια υπερπόντιων ταξιδιών.

Η πόρνη αναφέρεται στον τρόπο λειτουργίας των ‘σπιτιών’ εκείνης της εποχής, στους πελάτες και γενικά στον κοινωνικό της περίγυρο.

Και οι δυο, τώρα που αφηγούνται το παρελθόν τους, ζούνε μόνοι –ή δεν θέλησαν ή απέτυχαν να φτιάξουν σχέσεις ουσίας και να στήσουν οικογένειες.

Και οι δυο δείχνουν πως ότι ζήσανε και ότι κάνανε υπήρξε μια συνειδητή τους επιλογή κι έτσι θα μπορούσε όλη η νουβέλα να αναγνωστεί και ως ένα ντοκουμέντο αμφισβήτησης της κυρίαρχης μικροαστικής άποψης που εδραιωνότανε εκείνη την εικοσαετία.

Η δομή το έργου αφήνει τμήματα της μιας αφήγησης να εισέρχονται σε τμήματα της άλλης, αλλά στην ουσία η καθεμιά τους υπάρχει ανεξάρτητα και αν κάτι της συνδέει είναι αυτό που πιο πάνω παρατήρησα –η αμφισβήτηση του μικροαστισμού.

Πέρα από αυτό –με την όποια αξία μπορεί να έχει ως αρχειακό υλικό- η νουβέλα αξίζει να διαβαστεί και ως επίτευγμα γλωσσικής ενσάρκωσης προφορικού λόγου δυο διαφορετικών προσωπικοτήτων.

Δεν μπορώ να γνωρίζω (μήτε και ο συγγραφέας προσφέρει αυτή τη πληροφορία) αν οι δυο μονόλογοι στηρίζονται σε αυθεντικές μαρτυρίες, αλλά ακόμα κι αυτό να έχει συμβεί, σε τίποτε δε μειώνεται η ικανότητα του Μακριδάκη να ‘μιμείται’ τη γλώσσα ανθρώπων που στην ουσία έζησαν στο περιθώριο της κεντρικής αστικής νοοτροπίας.

Πέρα, όμως, από αυτό ας μου επιτραπεί να εκφράσω μια απορία.

Γιατί ένα συγγραφέας που όχι μόνο με τα λογοτεχνικά κείμενά του, αλλά και με πολλαπλές άλλες συγγραφικές προτάσεις του παίρνει θέση σε ζητήματα οικολογίας και μιας πλατιάς αντίληψης πολιτικής συνείδησης, στρέφεται στη συγκεκριμένη εποχή που ζούμε όχι στα άμεσα και καίρια και καυτά ζητήματα που απασχολούν το τόπο και τους ανθρώπους του, αλλά στην αναπαράσταση του τρόπου σκέψης ανθρώπων που ίσως πλέον όχι μόνο ως χαρακτήρες, αλλά και ως φορείς ιδεολογίας να μην υπάρχουν;

Να μην υπάρχουν; Μήπως όμως η αντισυμβατικότητά τους να είναι μια πρόταση διεξόδου στο αδιέξοδό μας;


Δεν έχω πειστεί. Παρόλα αυτά … Αναρωτιέμαι.


Πρώτη ανάρτηση:

http://fractalart.gr/prwti-fleva/