1.3.17

Ορισμός και Εκφάνσεις της “Αμαρτίας” στην Αμαρτωλή Πόλη του Μάνου Κοντολέων

http://fractalart.gr/amartwli-poli-manos-kontoleon/





Ορισμός και Εκφάνσεις της “Αμαρτίας”
στην Αμαρτωλή Πόλη του Μάνου Κοντολέων

ΜΑΡΙΟΝ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

Πώς μπορεί μια πόλη να είναι “αμαρτωλή”; Άραγε η “αμαρτία” που τη βαρύνει πηγάζει από το σύνολο των μελών της, ή μονάχα από μέρος του; Ο άνθρωπος, ως νοήμον και ταυτόχρονα συναισθηματικό ον, είναι φύσει ή θέσει “αμαρτωλός”; Μήπως είναι έτσι κι αλλιώς καταδικασμένος να γίνει θέσει “αμαρτωλός” εξαιτίας των συνθηκών, των περιστάσεων και των συγκυριών που τον εξωθούν;

Το κάθε τι στο σύμπαν, η μικρότερη δυνατή μονάδα ύλης, αποτελεί μικρογραφία ενός ευρύτερου σχηματισμού μέρος του οποίου είναι και η ίδια. Ο μακρόκοσμος αντικατοπτρίζεται στο μικρόκοσμο και το αντίστροφο. Μια πόλη είναι ένα σύστημα που αποτελεί μέρος της πλατύτερης ανθρώπινης κοινωνίας, ενώ απαρτίζεται και η ίδια από πολλά μικρότερα “υποσυστήματα”. Είναι μοιραίο, επομένως, ό,τι συμβαίνει στο περιέχον σύνολο να έχει αντίκτυπο στα υποσύνολά του, όπως και τα όσα διαδραματίζονται στο καθένα απ’ τα υποσύνολα να αντανακλώνται με κάποιον τρόπο – αν και όχι πάντα εξίσου επιδραστικό ή καταλυτικό – στο περιέχον σύνολο.

Η “αμαρτία”, τώρα, είναι λέξη με αναπόφευκτες θεολογικές συνδηλώσεις και προεκτάσεις. Η αρχική έννοια του “αμαρτάνω”, βέβαια, δεν ήταν φορτισμένη ηθικά ούτε συναισθηματικά – δήλωνε απλώς τη διάπραξη ενός σφάλματος, ενός λάθους που μπορούσε να είναι και ασήμαντο, χωρίς να στιγματίζει οπωσδήποτε ή με οποιονδήποτε τρόπο το “δράστη” του. Στα αρχαία Ελληνικά και στα αρχαία Εβραϊκά σήμαινε κυριολεκτικά “χάνω το στόχο” και προερχόταν από τους αγώνες ακοντισμού. Η σημερινή του σημασία οφείλεται στην παρέμβαση της θρησκείας (και ιδίως της χριστιανικής), η οποία έδωσε στη λέξη αυτή – και εδραίωσε στη συνείδηση του δυτικού πολιτισμού – τη σημασία του “παρεκκλίνω ηθικά”, αψηφώ δηλαδή τον επιβεβλημένο από τη θρησκευτική πίστη τρόπο ζωής, παραβαίνοντας είτε αθέλητα είτε εσκεμμένα τους κανόνες και τις εντολές της.

Στην Αμαρτωλή Πόλη του Μάνου Κοντολέων, “αμαρτία” είναι το σφάλμα, η ψευδαίσθηση ότι πάμε προς μια κατεύθυνση που μας ωφελεί ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. Μια ψευδαίσθηση που οφείλεται στις πρόσκαιρες “θετικές παρενέργειες” του “κακού” – γιατί όπως ένα ιαματικό σκεύασμα μπορεί να έχει και βλαβερές ιδιότητες, έτσι και ένα φονικό δηλητήριο μπορεί να έχει και ωφέλιμες. Το θέμα είναι ότι ο άνθρωπος χάνει το μέτρο και αδυνατεί να χειριστεί μια εκρηκτική κατάσταση στην οποία έχει εμπλακεί ή την οποία έχει ο ίδιος δημιουργήσει. Η Στεφανία για παράδειγμα, η έφηβη ηρωίδα του βιβλίου, παρακινείται και στην ουσία, εξαναγκάζεται να πάρει από πολύ νωρίς τη ζωή στα χέρια της, επιλέγοντας έναν όχι και τόσο ενδεδειγμένο τρόπο για να γλιτώσει απ’ την εξαθλίωση. Το “εύκολο” χρήμα – που τελικά δεν είναι και τόσο “εύκολο” – δεν κερδίζεται χωρίς τίμημα: το τίμημα της αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δυνατότητας επιλογής. Κατά άκρως ειρωνικό τρόπο, αυτά ακριβώς που θυσιάζει η Στεφανία είναι εκείνα για τα οποία αποφασίζει να ακολουθήσει το δρόμο της “αμαρτίας”. Προκειμένου να τα εξασφαλίσει στον εαυτό της αλλά και στα αγαπημένα της πρόσωπα, υποχρεώνεται να τα απαρνηθεί, έχοντας ωστόσο την – επίσης – τραγικά ειρωνική πεποίθηση ότι αυτά ακριβώς υπερασπίζεται.

Ένα άλλο αναπόφευκτο πεδίο αναφοράς και συνδήλωσης είναι τα Επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα, στο καθένα από τα οποία θα μπορούσαμε να πούμε ότι αντιστοιχούν σε γενικές γραμμές ένα ή και περισσότερα πρόσωπα του μυθιστορήματος. Ο Κλεάνθης (ο πατέρας της Στεφανίας) βυθίζεται σε τόσο έντονη κατάθλιψη εξαιτίας των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπισε ξαφνικά η οικογένειά του, ώστε να περιπέσει στο αμάρτημα της Οκνηρίας, ενώ η οριακά μεγαλομανής μητέρα της υπήρξε ανέκαθεν “θύμα” της Ματαιοδοξίας. Η ίδια η Στεφανία και ο παιδικός της φίλος Τονίνο παρασύρονται από την Αλαζονεία της νεαρής τους ηλικίας, ενώ ο δεύτερος, όπως και ο πατριός του (με το ευφημιστικό όνομα Θεοφάνης) ή ο εξ αγχιστείας θείος της Στεφανίας, δεν καταφέρνουν να αντισταθούν στον πειρασμό της Λαγνείας. Στην οποία, σε ποικίλους βαθμούς και με διαφορετικούς τρόπους, όλοι σχεδόν υποκύπτουν – καθώς και στην Απληστία, τη Λαιμαργία και τη Ζηλοφθονία (που είναι ούτως ή άλλως αλληλένδετες μεταξύ τους αλλά και με τη Λαγνεία, σε επίπεδο κυριολεξίας όσο και μεταφοράς).

Το μόνο πρόσωπο που μένει αμέτοχο στο “παιχνίδι” αυτό είναι ο φίλος της Στεφανίας, ο Κωνσταντής, του οποίου ως και το όνομα (από το λατινικό “constans”, σταθερός) δηλώνει ακεραιότητα και εμπνέει εμπιστοσύνη. Είναι μάλιστα τόσο αεροστεγώς “οχυρωμένος” μέσα στην ακεραιότητά του, ώστε θα μπορούσε να του καταλογιστεί το “αμάρτημα” της μακάριας άγνοιας για τα όσα συμβαίνουν δίπλα του, της έλλειψης ενσυναίσθησης και από ένα σημείο και πέρα, μιας αφέλειας που λειτουργεί βλαπτικά. Διότι όσο αγνές προθέσεις και αν έχει, όσο και να μην του περνά απ’ το νου το χειρότερο δυνατό σενάριο, δεν δικαιολογείται να μην υποψιάζεται, έστω – αν δεν είναι σε θέση να γνωρίζει με βεβαιότητα – ότι κάτι δεν είναι έτσι όπως φαίνεται στη σχέση του, στη ζωή της κοπέλας που υποτίθεται ότι βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της έγνοιας του, στην κορυφή των προτεραιοτήτων του. Ο Κωνσταντής είναι η προσωποποίηση μιας “ορθότητας” μάλλον ουτοπικής, αμετακίνητης και ανεξέλικτης, που υφίσταται στο περιθώριο της πραγματικότητας, αν όχι και εντελώς ερήμην της. Όπως άλλωστε οι περισσότεροι “καλοί άνθρωποι” που είναι “καλοί” μόνο και μόνο επειδή το “κακό” τους είναι αόρατο.

Σε μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή, αντί να είναι απόρροια των εγγενών αδυναμιών και ελαττωμάτων του είδους μας, εδώ η “αμαρτία” γίνεται η πηγή τους, ο καταλύτης που τα ενεργοποιεί: Πάθος, δύναμη, θυμός, αγωνία – όλα παιδιά της αμαρτίας”. Οι σκοτεινές, υπόγειες δυνάμεις και δυναμικές του κοινωνικού συστήματος οικειοποιούνται σε τέτοιο βαθμό την ηθική παραβατικότητα ώστε αυτή μετατρέπεται σε γενεσιουργό αίτιό τους. Δημιουργείται λοιπόν ένας φαύλος κύκλος στον οποίο εγκλωβίζονται οι παίκτες του δράματος, έχοντας τη λανθασμένη, φυσικά, εντύπωση ότι είναι ικανοί να επηρεάσουν την τροχιά του, να κατευθύνουν οι ίδιοι την πορεία των γεγονότων. Δεν συνειδητοποιούν ότι έχουν παγιδευτεί σε μια δίνη απ’ την οποία είναι πολύ συχνά αδύνατο να ελευθερωθούν, ή να της ξεφύγουν ανώδυνα έστω και αναίμακτα.

Μα και η ίδια η πόλη, από την άλλη, δεν είναι άμοιρη ευθυνών για τις “αμαρτίες” και τα “αμαρτήματα” των πολιτών της. Ένα οικοσύστημα το οποίο σχεδόν δεν παρέχει ούτε τα απολύτως απαραίτητα για τα έμβια όντα που κατοικούν σ’ αυτό, γίνεται αντί για καταφυγή εχθρός – ένα περιβάλλον γεμάτο κινδύνους αλλά δίχως κανένα μέσο για την αντιμετώπισή τους. Ο πολίτης είναι έρμαιο αντικρουόμενων δυνάμεων από κάθε πλευρά, που τον χτυπούν αλύπητα ώσπου να τον συνθλίψουν. Δεν είναι ακατανόητο λοιπόν το ότι αναγκάζεται να “αντιγράψει” τον εχθρό – να χρησιμοποιήσει τα “όπλα” του εχθρού προκειμένου να του αντισταθεί ακόμα και συμβολικά – σε απειροελάχιστη κλίμακα βέβαια και με έως μηδαμινές πιθανότητες να τον νικήσει στην έδρα του.

Παρά την ανενδοίαστα εύγλωττη κατάδειξη της πολύπλευρης φύσης και των επώδυνων συνεπειών της “αμαρτίας” στο μυθιστορηματικό σύμπαν της Αμαρτωλής Πόλης, ο συγγραφέας δεν ηθικολογεί. Δεν καταδικάζει τους ήρωές του, δεν τους μέμφεται ούτε τους οδηγεί στο τέλος βεβιασμένα, “επειδή έτσι πρέπει”, στον ίσιο δρόμο. Η κατάληξη του καθενός τους είναι απόρροια μιας αλυσίδας αποφάσεων και ενεργειών εκ μέρους του ίδιου αλλά και επιδράσεων από ισχυρότερούς του εξωτερικούς παράγοντες, που καθόρισαν την πορεία του και τον έφεραν σε μια συγκεκριμένη θέση ή κατάσταση. Μέσα από αυτόν ακριβώς το συνδυασμό και τα βιώματα που έχει “χτίσει” για το κάθε πρόσωπο βγαίνει και η τελική αναγνώριση και παραδοχή του “αμαρτήματος”, της εσφαλμένης αρχικής εκτίμησης των πραγμάτων.

Έτσι, όταν η Στεφανία αντιλαμβάνεται το επικίνδυνο, δυνητικά θανάσιμο αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγηθεί, η πρώτη της ενστικτώδης αντίδραση είναι ο πανικός, η ανάγκη της δραπέτευσης, η αυτοσυντήρηση. Που όμως στη συνέχεια θα μετουσιωθεί σε πύρινη αγανάκτηση και έμπρακτη διαμαρτυρία. Αδέκαστη όσο και λυτρωτική, η Οργή (το μόνο “αμάρτημα” που σε ορισμένες περιπτώσεις αποδεικνύεται σωτήριο) θα κατακεραυνώσει τα κακώς κείμενα – και όχι μόνο στην προσωπική ζωή της ηρωίδας, αλλά σε γενικότερο πλαίσιο. Θα γίνει η καταιγίδα που αιφνιδιάζει και φοβίζει με τη σφοδρότητά της, αλλά ξεπλένει τα τραυματικά κατάλοιπα κάθε συνειδητοποιημένης ή ακούσιας ενοχής και όταν κοπάσει, αφήνει πίσω της ελπίδα και γαλήνη.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στην εκδήλωση για την Αμαρτωλή Πόλη του Μάνου Κοντολέων που πραγματοποιήθηκε την Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου στο βιβλιοπωλείο “Σπόρος” στην Κηφισιά.

Think Free Αμαρτωλή Πόλη

http://www.thinkfree.gr/amartoli-poli-kontoleon-patakis/


Γράφει η Άντα Κατσίκη – Γκίβαλου / Ομ. Καθηγήτρια ΕΚΠΑ

Η Αμαρτωλή πόλη είναι το τελευταίο προσώρας μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων, ένα μυθιστόρημα που όπως δηλώνουν τα παρακειμενικά στοιχεία του βιβλίου κατατάσσεται στη διηλικιακή, Crossover, λογοτεχνία. Ήδη στο εξώφυλλο προστίθεται  η επισήμανση «καμιά λογοκρισία», ενώ  στο τέλος, στο «Σημείωμα του συγγραφέα», καθώς και στο οπισθόφυλλο  το βιβλίο  χαρακτηρίζεται μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Όλα τα παραπάνω πληροφοριακά στοιχεία δηλώνουν τη συγγραφική πρόθεση να προσλαμβάνεται η εξέλιξη του μυθοπλαστικού ήρωα (μυθιστόρημα ενηλικίωσης) από έναν ηλικιακά εξελισσόμενο αναγνώστη (Crossover). Δεν είναι η πρώτη φορά που τον συγγραφέα απασχολεί το εφηβικό μυθιστόρημα με εννοούμενο αναγνώστη όχι μόνο τον έφηβο αλλά και τον ενήλικο. Τα μυθιστορήματά του Γεύση πικραμύγδαλου (1995) και  Μάσκα στο Φεγγάρι (1997),καθώς και τα διηγήματα Μαγική μητέρα ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία. Παράλληλα και σε επίπεδο θεωρίας τόσο σε άρθρα του όσο και σε ανακοινώσεις σε συνέδρια έχει καταθέσει τις απόψεις του, ενίοτε τολμηρές, θέτοντας θεωρητικά ζητήματα που αφορούν τον συγγραφέα, το κείμενο, τον αναγνώστη, τον εκδότη.

Το μυθιστόρημα ενηλικίωσης ή εξελικτικό μυθιστόρημα (Entwicklungsroman) ή μυθιστόρημα μαθητείας ή παιδαγωγικό μυθιστόρημα (Erziehungsroman) είναι συγγενή είδη του Bildungsroman που εμφανίζεται στη Γερμανία στα τέλη του 18ου αι. και  που αποτελεί ουσιαστική συμβολή στην άνθηση του μυθιστορήματος εν γένει σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο όρος Bildung από την αρχική του σημασία: εικόνα, ομοίωμα, μορφή ή διαδικασία της μορφοποίησης, τον 18ο αι. αποκτά την έννοια της άρτιας διάπλασης του ατόμου. Με την πάροδο του χρόνου αμφισβητείται το μοντέλο μίμησης θεϊκού προτύπου που κυριαρχούσε στο Μεσαίωνα, ο όρος εκκοσμικεύεται και χρησιμοποιείται στο παιδαγωγικό και αισθητικό πεδίο της έρευνας που συνάδει με τις αρχές του Διαφωτισμού. Η έννοια της Bildung απασχόλησε σοβαρά διακεκριμένους φιλοσόφους, όπως οι Herder,  Humbolt, Schiller, Goethe, Hegel κ.ά. Η αναγνώριση της μοναδικότητας του ατόμου και η εναρμόνισή του με την κοινωνία και τον κόσμο μέσα από την πολύπλευρη ατομική του εξέλιξη και η συμβολή του στην πρόοδο  της ανθρωπότητας είναι τα βασικά γνωρίσματα που η έννοια αυτή προσδίδει στον άνθρωπο.

Τα χρόνια μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ 1795-1796 (Wilhelm Meisters Lehrjahre)[1] (1795-96,2 τόμοι) του Γκαίτε θεωρήθηκε  πρόδρομο καινοτόμο παράδειγμα του νέου είδους μυθιστορήματος. Το Bildungsroman κατά τον Franco Moretti συνιστά τη «συμβολική μορφή»[2] του μοντερνισμού. Η επιλογή ενός νεαρού ατόμου ως πρωταγωνιστή  με αδιαμόρφωτη και ασταθή προσωπικότητα, που αναζητά νόημα «περισσότερο στο μέλλον και λιγότερο στο παρελθόν» είναι η ουσία του μοντερνισμού. Ωστόσο, η απήχηση του μυθιστορήματος αυτού, εκείνη την εποχή, συναρτάται άμεσα  και με την άνοδο της αστικής τάξης, αξίες της οποίας αναδεικνύει το μυθιστορηματικό αυτό είδος. Επιγραμματικά θα λέγαμε ότι το Bildungsroman εκφράζει λογοτεχνικά τις αρχές του Διαφωτισμού, κοινωνικοπολιτικά την άνοδο της αστικής τάξης και αισθητικά τις αρχές φιλοσόφων και ποιητών, όπως οι Schiller, Schlegel και Dilthey.

Τα βασικά γνωρίσματα του μυθιστορηματικού αυτού είδους είναι η εξέλιξη και διάπλαση ενός κεντρικού ήρωα, η ανάδειξη του εσωτερικού του ψυχικού και πνευματικού κόσμου, η ενδοσκόπηση και η αυτοκριτική, η σταδιακή πορεία του προς την ωριμότητα που υλοποιείται μέσα από ματαιώσεις, απογοητεύσεις και συγκρούσεις, διαδικασίες απαραίτητες για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του και την εξισορρόπησή του με την κοινωνία της εποχής με όπλο την κριτική του ικανότητα.

Τα χαρακτηριστικά αυτά ενυπάρχουν και  στο εξελικτικό μυθιστόρημα, γεγονός που δημιουργεί και τη σύγχυση στη χρήση των όρων. Το Bildungsroman συνιστά ένα «συγκεκριμένο ιστορικό είδος» μιας ορισμένης εποχής, ενώ το  εξελικτικό μυθιστόρημα (Entwicklungsroman) αποτελεί ένα ευρύτερο «υπερ-ιστορικό δομικό τύπο», δηλαδή ένα διαχρονικό μυθιστορηματικό είδος, το οποίο, από δομικής άποψης, παρουσιάζει την εξέλιξη και ωρίμαση ενός κεντρικού μυθοπλαστικού ήρωα[3].

Αυτά τα γνωρίσματα παρατηρούμε και στην Αμαρτωλή πόλη του Μάνου Κοντολέων. Το βιβλίο αυτό με διακριτό τον κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα απηχεί τις σύγχρονες καταστάσεις της κοινωνικοοικονομικής παγκόσμιας κρίσης. Η πόλη δεν ονοματίζεται, στοιχείο που διευρύνει τα όρια του. Ωστόσο, τα συμβάντα και οι περιγραφές ανακαλούν στον αναγνώστη οικείες εικόνες της σημερινής ελληνικής πρωτεύουσας, κυρίως. Παρά το γεγονός ότι η σύγχρονη τάση της άμεσης ανταπόκρισης των συγγραφέων σε καυτά ζητήματα της επικαιρότητας και η ταυτόχρονη σχεδόν μετατροπή της Ιστορίας σε μυθοπλασία έχει συχνά ως συνέπεια την επιδερμική αναπαράσταση των γεγονότων συνυφασμένη με τη βιωματική πρόσληψή τους, στην Αμαρτωλή πόλη ο συγγραφέας προσπαθεί διαρκώς να προβληματίσει τον αναγνώστη για τη σύγχρονη κατάσταση μέσα από ερωτήματα που θέτει, από  τις διαφορετικές θέσεις που διατυπώνει, καθώς και από τις αμφίσημες απαντήσεις και σιωπές των μυθοπλαστικών του ηρώων. Τα κενά της απροσδιοριστίας καλείται να συμπληρώσει ο αναγνώστης, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση με την κατάθεση και της δικής του άποψης. «Πότε μια πόλη γίνεται αμαρτωλή;» (145 και 235) διερωτάται ο τριτοπρόσωπος αφηγητής, ενεργοποιώντας τον αναγνώστη να αναλογισθεί το μερίδιο της ατομικής και της συλλογικής ευθύνης, διασπείροντας πιθανές απαντήσεις σε διάφορα σημεία  στο σώμα του κειμένου: Το χρώμα της αμαρτίας δεν είναι πια το κόκκινο «γιατί αμαρτία δεν μπορεί να είναι κάτι που το διακρίνει το πάθος. Μα αυτό που έχει να κάνει με κάτι το μίζερο, με κάτι το στερημένο. Το άδικο. Εντέλει αμαρτία είναι η αδικία» (186) ίσως και «παραπλάνηση. Ένα κάποιο –μοιραίο- λάθος». (293). Μπορεί όμως να σχετίζεται με τη σιωπή:  «το αμαρτωλό απαιτεί σιωπή»(316) και βέβαια «δεν έχει πάντα την ίδια υφή» (315).  «Άλλη αμαρτία είναι αυτή που διαθέτει τη γοητεία της απόγνωσης. Κι άλλη, βέβαια, εκείνη που την προκαλεί η φτήνια της διαπραγμάτευσης …Την αμαρτία τη διαχειρίζεσαι καλύτερα όταν την κοιτάς κατάματα» (315).

Η δυστοπική κοινωνία συνεχώς παρούσα με την απογοήτευση, το ασφυκτικό παρόν, την οδυνηρή πραγματικότητα, την κατάθλιψη, την ακραία βία,  προκαλεί τους έφηβους αλλά και τους ενήλικους μυθοπλαστικούς ήρωες και αναγνώστες να αντιδράσουν. Οι συνθήκες ζωής έχουν αλλάξει δραματικά. Παντού «φτώχια- θάνατος- βρόμα…» (29), λέξεις οι οποίες επαναλαμβάνονται και που μαζί με τις: «απομόνωση» και «αποξένωση»(316) συγκροτούν το περιβάλλον της πόλης, ενώ οι κάτοικοί της: «Ανώριμοι άνθρωποι. Αστόχαστοι πολίτες. Ξεγελασμένοι, παραπλανημένοι, θύματα. Είχαν φτάσει τα χρόνια των διαψεύσεων- της απάτης. Και της ήττας – της πτώχευσης» (223).

Ο συγγραφέας μέσα από ένα κρεσέντο αντιθετικών χαρακτηρισμών δίνει με ρεαλισμό το ανθρωπογενές περιβάλλον της Αθήνας, της Ελλάδας: «Σε μια πόλη αμαρτωλή. Απελπισμένοι∙ ικανοποιημένοι∙ φοβισμένοι∙ ησυχασμένοι∙ τρομοκρατημένοι… Βολεμένοι. Εξεγερμένοι. Οι άνθρωποί της». (277) Σ΄ αυτό το περιβάλλον η δεκαεφτάχρονη Στεφανία κόρη μιας μεγαλοαστικής οικογένειας θα δει τη ζωή της και τα όνειρά της να ανατρέπονται. Η οικονομική δυσπραγία θα της δημιουργήσει άλυτα σχεδόν προβλήματα, ενώ η διάλυση της οικογένειάς της θα είναι ένα ακόμη πεδίο συγκρούσεων, αντιπαραθέσεων, στοχασμών και αναστοχασμών. Η Στεφανία συγκρούεται όχι μόνο με τις αξίες της αστικής τάξης, αλλά παρασύρεται και βυθίζεται σε ένα ηθικό τέλμα που ξεπερνά κάθε οδυνηρή φαντασίωση. Και από την άλλη, η σχέση με τον πατέρα της αντιστρέφεται, κυρίως μετά το θάνατο της μητέρας και του αδερφού σε αεροπορικό δυστύχημα. Είναι αυτή που θα τον βοηθήσει να ορθοποδήσει, αφού η ίδια θα έχει ξεπεράσει τις τραυματικές της εμπειρίες και θα έχει κατορθώσει να συμφιλιωθεί με τον κοινωνικό της περίγυρο. Ακόμη, είναι αυτή που μέσα από τα προσωπικά της αδιέξοδα συνδέει  διαλεκτικά το ατομικό με το γενικό, διεισδύει στο σκηνικό της γενικευμένης εξέγερσης, στις αιματηρές πορείες με ανώνυμες αλλά αναγνωρίσιμες αναφορές. Τα αίματα, οι φλόγες, οι καπνοί, οι κραυγές των καιόμενων ανθρώπων παραπέμπουν στα τραγικά γεγονότα της Marfin, ενώ η μεγάλη πλατεία ανακαλεί συνειρμικά στη μνήμη μας την πλατεία Συντάγματος και τις πολυήμερες εκεί διαμαρτυρίες και συγκρούσεις. Και είναι η Στεφανία η οποία, αναζητώντας μέσα από την ενδοσκόπηση  επίμονα  διεξόδους στις εξοντωτικές δυσκολίες της ζωής της, αφήνει στο τέλος να φανεί, έστω και δειλά, η αισιοδοξία, συμβάλλοντας στην τοποθέτηση του μυθιστορήματος σε αυτά της «κριτικής δυστοπίας».

Παρόμοιους αγώνες σε προσωπικό επίπεδο δίνει και ο συμμαθητής της ο Τονίνο, καθώς και ο πατέρας της και η μητέρα του συμμαθητή της, υποστηρικτικοί χαρακτήρες στην εξελικτική πορεία της.  Θα λέγαμε πως τόσο τα ενήλικα μυθοπλαστικά πρόσωπα όσο και οι έφηβοι ήρωες είναι ,όπως λέει ο Καρυωτάκης:« Θύματα εξιλαστήρια του ‘περιβάλλοντος’, της ‘εποχής’»[4] και θα μπορούσε ο καθένας τους να πει  «εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω»[5] όπως ρεαλιστικά αναφέρει η Γαλάτεια Καζαντζάκη στο «Αμαρτωλό». Όμως σ΄αυτό το διαλεκτικό παιχνίδι της πλοκής  του μυθιστορήματος όλοι οι ήρωες διαλέγονται με τη συνείδησή τους και για τις δικές τους προσωπικές ευθύνες. Ο συγγραφέας δεν ανάγει τα πάντα στην κρίση αλλά αναδεικνύει ποικίλους προβληματισμούς που εκφέρουν τόσο η Στεφανία όσο μερικές φορές και ο ιδιόρρυθμος Τονίνο, έφηβοι ήρωες  που διακρίνονται και για ωριμότητα και εμβάθυνση  στα γεγονότα. Στο μυθιστόρημα αυτό οι χαρακτήρες, κυρίως οι εφηβικοί, δεν είναι μονοδιάστατοι ούτε στατικοί, αλλά σφαιρικοί, καθώς  κατά τη μυητική τους πορεία στη ζωή παρουσιάζουν σημαντικές ηθικές μεταπτώσεις.

Ο συγγραφέας δομεί το κείμενό του μέσα από αναδρομές στο παρελθόν και μέσα από τις αναμενόμενες αντιθετικές βιωματικές καταστάσεις των ηρώων, ενισχύοντας το πεσιμιστικό κλίμα της άθλιας μεγαλούπολης. ”Τα ρούχα της μυρίζουν κάπνα, ασφυξιογόνο, ιδρώτα, σκόνη δρόμου. Σπασμένα μάρμαρα. Θυμό. Φόβο. Μίσος. Αγωνία. […] Και τότε επιστρέφει η μυρωδιά της αρμπαρόριζας» (352).Ή « ο Κλεάνθης από ένα νοικοκυριό που διαλυότανε επέλεξε να προφυλάξει από τη λήθη τη φυσαρμόνικα. Το σύμβολο μιας εποχής αθωότητας, μέσα στην κυριαρχία αμαρτωλών καιρών» (203). Ο συγγραφέας δεν διστάζει, ακόμη, να εγγράψει στη συνείδηση του αναγνώστη ακραίες σωματικές και κυρίως ψυχικές περιπέτειες των ηρώων του, αποτυπώνοντάς τες στο χαρτί με λέξεις, σκληρές ή οικείες στο νεανικό λεξιλόγιο που αποκαλύπτουν καταστάσεις απίστευτης εξαθλίωσης, οικονομικής και ηθικής. Ο λόγος του κειμένου συχνά κοφτός, άμεσος, εκφερόμενος με σύντομες προτάσεις, πλησιάζει συχνά τον προφορικό λόγο με την αμεσότητα και εξωτερίκευση συναισθημάτων και σκέψεων, ενώ δεν λείπει και η εναλλαγή καταστάσεων με τρόπο κινηματογραφικό.  Οι διακειμενικές αναφορές τόσο σε έργα ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας όσο και σε σύγχρονα τραγούδια διαπλέκονται έντεχνα  με το κείμενο, καθιστώντας το περισσότερο πολυφωνικό. Η  Αμαρτωλή πόλη είναι ένα σκληρά ρεαλιστικό μυθιστόρημα, είναι μια γροθιά στο στομάχι, που θέλγει και προβληματίζει τον αναγνώστη του.

*Το κείμενο αναγνώστηκε στο Βιβλιοπωλείο «Σπόρος» – 21/2/2017, Κηφισιά

[1] Goethe Johann Wolfgang von,  μτφρ. Άγγελος Παρθένης, τόμοι 2, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα, 1995.

[2] Moretti Franco, The Way of the World. The Bildungsroman in European Culture, Verso, London, 1987,σ.5.

[3] Koehn Lothar,  Entwicklungs- und Bildungsroman: Ein Forschungsbericht, J.B.Metzlersche Verlagsbuchhandlung, Stuttgart, 1969,σ. 9.

[4] Καρυωτάκης,Κώστας «¨Ολοι μαζί» από τη συλλογή Ελεγεία και σάτιρες.


[5] Καζαντζάκη, Γαλάτεια, «Αμαρτωλό».

16.2.17

Τι θα πάρω μαζί μου φεύγοντας


Νίκη Κάντζου – Φιλλιώ Νικολούδη

«Τι θα πάρω μαζί μου φεύγοντας»
Έκδοση «Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης»


    
Καθώς το θέμα των προσφύγων που συνεχώς φτάνουν στη χώρα μας παραμένει πάντα έντονα πικρό και ιδιαίτερα σκληρό και καθώς μέρος της ελληνικής  κοινωνίας (ευτυχώς μικρό, μα σίγουρα επικίνδυνα δυναμικό) στέκεται με μια αρνητική διάθεση απέναντί στους ανθρώπους αυτούς που έχουν χάσει τα πάντα, η έκδοση βιβλίων που πλησιάζουν τον τρόπο ζωής των προσφύγων και κυρίως των παιδιών, αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία και είναι υποχρέωση όλων μας να βοηθήσουμε την διάδοσή τους.
Μια τέτοια έκδοση είναι και το βιβλίο αυτό.
Γραμμένο από δυο εκπαιδευτικούς που αντιμετωπίζουν την εκπαιδευτική πράξη ως μία , με την πλατιά έννοια του όρου, πολιτική παρέμβαση, διαθέτει και το απαραίτητο συναισθηματικό φορτίο ώστε να αγγίξει τους μικρούς αναγνώστες του, αλλά και μια ποικίλη και ενδιαφέρουσα πρόταση δημιουργικής απασχόλησης των παιδιών.
Με το εύρημα μιας βαλίτσας που συμβολίζει την ταυτότητα κάθε άνθρωπου, με μια σειρά εικόνων που έχουν ζωγραφιστεί από μαθητές Νηπιαγωγείων, αλλά και με φωτογραφίες όπου συνδέουν ιστορικά γεγονότα του χτες με τα όσα σήμερα συμβαίνουν, το «Τι θα πάρω μαζί μου φεύγοντας» είναι ένα πολύτιμο βοήθημα στον κάθε ενήλικο που θέλει να ευαισθητοποιήσει τις γενιές του αύριο πάνω στο διαχρονικό πρόβλημα της προσφυγιάς.
Σύμφωνα με αυτές τις σκέψεις, αποδέχτηκα να είμαι ένας από τους παρουσιαστές της έκδοσης και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το κράτησα στα χέρια μου και με ειλικρινή συγκίνηση κατέγραψα τα παρακάτω κείμενο:
              
Πρέπει να ήταν στα πρώτα μου χρόνια στο Γυμνάσιο όταν αποφάσισα κι εγώ να ακολουθήσω το παράδειγμα άλλων συμμαθητών και συμμαθητριών μου και να φτιάξω ένα Λεύκωμα και να ζητούσα από φίλους και γνωστούς  να απαντήσουν –κι εκείνοι όπως κι εγώ- στις ερωτήσεις που εκεί μέσα θα είχα γράψει.
Ανάμεσα στις ερωτήσεις που με πολύχρωμα και καλλιγραφικά γράμματα είχα σχεδιάσει ήταν και αυτή – «Τι θα πάρετε μαζί σας φεύγοντας για μακρινό ταξίδι;»
Οι φίλοι και οι γνωστοί που απαντήσανε, έγραψαν ο καθένας λίγα ή περισσότερα αντικείμενα –το κουκλάκι μου, το βιβλίο μου, τη φωτογραφία της καλής μου, το δώρο του πατέρα μου στα πρώτα μου γενέθλια κλπ. Κάποιοι περιγράψανε αφηρημένες ιδέες –τις αναμνήσεις μου, το τραγούδι της αγάπης μου, τις εικόνες όσων αγαπώ…
Εγώ…
Εγώ δεν απάντησα ποτέ σε αυτή την ερώτηση. Όχι γιατί δεν είχα κάτι που θα ήθελα να έπαιρνα μαζί μου, αλλά γιατί ήταν τόσα πολλά αυτά που δεν μπορούσα να σκεφτώ πως έστω και ένα τους θα ήμουνα αναγκασμένος να αποχωριστώ.
Και –θυμάμαι – πως είχα σκεφτεί ότι οι φίλοι με πολύ άνεση είχαν δώσει τις απαντήσεις τους. Με άνεση;… Με επιπολαιότητα μάλλον!
Να διαλέξεις από ότι συνθέτουν μια ζωή, κάποια μόνο!
Δεν είναι απλό, μήτε εύκολο. Ίσως αδύνατο!
Αυτά όλα σκέφτηκα καθώς διάβασα σε μια σελίδα αυτού του βιβλίου που γράψανε η Νίκη Κάντζου και η Φιλιώ Νικολούδη την εντολή της μητέρας:
«Ξεκινήστε να μαζεύετε τα πράγματά σας!  Ο καθένας θα πάρει μόνο μια βαλίτσα»
Και μια, δυο σελίδες παρακάτω, είδα πως όπως τότε εγώ είχα αναρωτηθεί το τι θα έπαιρνα μαζί μου, το ίδιο αναρωτήθηκε και η μικρή πρωταγωνίστρια της ιστορίας  η Nur.
Αλλά αν εγώ τελικά δεν είχα αποφασίσει γιατί ασφαλώς δεν είχε χρειαστεί να πιέσω τον εαυτό μου να κάνει τις επιλογές του, η μικρή Nur  έπρεπε να κάνει τις δικές της – είναι πρόσφυγας.
Και επέλεξε λίγο χώμα, ένα βότσαλο, μια πάνινη κούκλα…
Επέλεξε μνήμες που πάνω τους θα στήριζε την προσωπικότητά της καθώς θα μεγάλωνε. Την προσωπικότητά της, την ταυτότητά της.
Την ίδια στιγμή, φαντάζομαι πως ο πατέρας και η μητέρα στις δικές τους βαλίτσες πρώτα θα παραχώνουν ζεστά ρούχα για τα παιδιά τους και για εκείνους, κοσμήματα και χρήματα για να μπορέσουν αντιμετωπίσουν τις βιολογικές  τους  ανάγκες  και τις απαιτήσεις κάποιων που διόλου αφιλοκερδώς θα προσφερθούν να τους βοηθήσουν στο μακρύ ταξίδι της προσφυγιάς.
Πικρός ο δρόμος της προσφυγιάς. Άγριος. Το ίδιο πικρός και το ίδιο άγριος και για έναν ενήλικα και για ένα παιδί.
Αλλά με διαφορετικό τρόπο βιώνει την πίκρα  ο ένας και με διαφορετικό ό άλλος.
Αυτό σκέφτομαι καθώς παρακολουθώ, σελίδα τη σελίδα τις βαλίτσες των ανθρώπων (τις ψυχές τους δηλαδή) να προσπαθούν να ξεπεράσουν δυσκολίες, να επιβιώσουν.
Και να που πάλι σταματώ την ανάγνωση και μια άλλη ανάμνηση με κυριεύει.
Και οι δυο γονείς μου ήταν σμυρνιοί. Και οι δυο ήρθαν πρόσφυγες μετά την μικρασιατική καταστροφή.
Παλικαράκι ο πατέρας μου, πεντάχρονο κοριτσάκι η μητέρα μου.
Και ήταν εκείνη που εγώ –στα δικά μου πέντε και έξι και επτά χρόνια- την άκουγα να μου αφηγείται για το λιμάνι της Σμύρνης και τις φλόγες που κάνανε μέρα καρβουνιασμένη τη νύχτα και το βαπόρι που τους έπαιρνε μακριά από την πολιτεία που η φωτιά την ρήμαζε.
«Και το σπίτι σας κάηκε;» την ρωτούσα εγώ.
«Κάηκε!» μου απαντούσε η μητέρα.
«Και όλα σου τα παιχνίδια;»
«Όλα…»
«Κι όλα σου τα ρούχα;»
«Όλα! Μόνο το φορεματάκι που φορούσα… Ακόμα και το βρακάκι μου έχασα μιας και είχε σπάσει το λάστιχο και ολοένα μου έπεφτε στα πόδια!»
Γούρλωνα τα μάτια και ανατρίχιαζα.
Στη θέση της μητέρας μου προσπαθούσα να  μπω. Ίσως έτσι πιο πολύ να την αγαπούσα. Να κατάφερνα να την αγαπήσω τόσο όσο εκείνη αγαπούσε εμένα.
Μα ξαφνικά θυμόμουνα κάποιες άλλες αφηγήσεις της.
«Και το αρνάκι που τις άλλες μου είχες πει πως το είχατε από το Πάσχα και πως ο πατέρας σου είχε κάνει το χατίρι και δεν το είχε σφάξει… Αυτό το αρνάκι, η Κικίτσα, τι έγινε;» ρωτούσα κι ενώ ήξερα την απάντηση, έπρεπε να την ακούσω για να συνειδητοποιήσω το μέγεθος της καταστροφής, το δράμα του πρόσφυγα.
«Κάηκε…» σιγανά έλεγε η μητέρα κι ήταν σαν να απολογιότανε που ενώ εκείνη είχε σωθεί, το αρνάκι της είχε πεθάνει.
Κάηκε!

Λοιπόν, μέσα στην ψυχή ενός πεντάχρονου, επτάχρονου αγοριού όλο το δράμα της μικρασιατικής  καταστροφής το περιέγραφε ένα βρακάκι που του είχε σπάσει το λάστιχο και ένα αρνάκι που είχε καεί μέσα στην αυλή σπιτιού μιας συνοικίας  κοσμοπολίτικης  πολιτείας.
Τόσο απλός, τόσο μικρός, τόσο βαθύς ο τρόπος που ένα παιδί συλλαμβάνει το νόημα των γεγονότων.
Εκείνη η Κικίτσα ίσως είναι για μένα το θεμέλιο που πάνω του έστησα την ιδεολογία μου –όχι βία, όχι ξεριζωμός. Όχι προσφυγιά.
Σε ένα σημερινό παιδί τον ίδιο κεντρικό, θεμελιώδη ρόλο μπορεί να παίξει μια βαλίτσα που μέσα της ένα κορίτσι πρόλαβε να παραχώσει γιασεμί και αρμπαρόριζα, χρώματα για να ζωγραφίζει τα όνειρά της…

Η ιστορία της μητέρας μου έγινε κάπου στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα.
Η ιστορία της  Nur συμβαίνει στα πρώτα χρόνια του 21ου.
Δεν άλλαξαν οι καιροί; Δεν άλλαξαν οι άνθρωποι;
Δεν ξέρω…
Διαβάζω τον Σεφέρη…

…Πάλι τα ίδια και τα ίδια, Θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου
   τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος…

Είμαι –τολμώ να είμαι αισιόδοξος.
Κι αυτό γιατί εκείνη την πίκρα του αποχωρισμού  που κάποιο παιδί άκουγε μια μητέρα να του την αφηγείται, τώρα την ίδια πίκρα τη διαβάζουν πολλά παιδιά - μιλώ με παραμύθια και παραβολές!
Κι ακόμα –κυρίως αυτό- υπάρχουν άνθρωποι που σκύβουν και προσφέρουν σε ένα κοριτσάκι ένα βρακάκι με γερό λάστιχο, και  την βαλιτσούλα με τις αναμνήσεις του φροντίζουν να μη χαθεί, αλλά πάντα δίπλα του να υπάρχει.
Μνήμη και ταυτότητα –αυτά που παίρνει κανείς μαζί του στην προσφυγιά.

Πρώτη ανάρτηση:

http://www.iporta.gr/politismos/vivlio/item/10941-ti-tha-paro-mazi-mou-feygontas-parousiasi-tou-vivliou-tou-manou-kontoleon

30.1.17

"Αμαρτωλή Πόλη" στο bookia.gr



Γράφει η Ηρώ Παπαμόσχου

http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=212245-1

Βιβλίο συγκλονιστικό και καλογραμμένο. Που δεν αφήνει τον αναγνώστη να το παρατήσει πριν το τελειώσει.

Σκληρό και ευαίσθητο συνάμα. Δεν είναι απλώς βιβλίο ενηλικίωσης όπως γράφει ο συγγραφέας. (εκτός κι αν πρέπει να ενηλικιωθούν και οι ήδη ενήλικες)

Είναι βιβλίο δυνατό, που χτυπά το κατεστημένο, που δεν φοβάται την αλήθεια όσο σκληρή κι αν είναι, που μπαίνει βαθιά μέσα στα πιο άγρια ένστικτα που επιμελώς κρύβονται, που περιγράφει χωρίς δισταγμό το σημερινό χάλι της πατρίδας μας και ιδιαίτερα την αγωνία της νεολαίας.

Με πρωταγωνίστρια την έφηβη Στεφανία, κόρη μιας αστικής οικογένειας που η κρίση την χτυπά ανελέητα κι όλα αναποδογυρίζονται, ο αναγνώστης παρακολουθεί την πτώση, την αγωνία, την απόγνωση της νεολαίας και όχι μόνο. Μέσα από τις τραγικές εμπειρίες της μέχρι τότε ξένοιαστης Στεφανίας ξεσκεπάζονται όλα τα δεινά που καταρρακώνουν οικογένειες και ανθρώπινες υπάρξεις. Ο πόνος, η αγανάκτηση, η κατάπτωση, ο θάνατος, ο θυμός κυριεύουν την καθημερινότητα.

Μέσα σ’ αυτή την ερεβώδη ατμόσφαιρα η Στεφανία αποφασίζει με κάθε τρόπο να επιζήσει  και να στηρίξει τον εξευτελισμένο από τη φτώχεια πατέρα της. Στα γρανάζια μιας ανελέητης βιοπάλης  βιώνει την πίκρα, την απόγνωση τον έσχατο εξευτελισμό,  την χυδαιότητα….Και τρέχει…τρέχει για να ξεφύγει  από τον  τελευταίο διώκτη της, τρέχει να ανταμώσει τον έρωτά της, τρέχει να ξαναβρεί την χαμένη της αξιοπρέπεια….

Σ’ αυτήν την σκληρή πραγματικότητα μια περιρρέουσα τρυφερότητα έρχεται να απαλύνει το κλίμα. Μια τρυφερότητα που ξεπηδάει από την καλοσύνη του ιδιόμορφου και παρεξηγημένου Τονίνου , κι από τα κόκκινα μαλλιά της Στεφανίας.

Μια ανάσα αισιοδοξίας αναδύεται  στο τέλος , σαν κάποιο φως για μια καινούργια άνοιξη… Ίσως

20.1.17

Μυθιστόρημα ενηλικίωσης: γεφυρώνοντας το χάσμα

Μυθιστόρημα ενηλικίωσης: γεφυρώνοντας το χάσμα
Της Γεωργίας Γαλανοπούλου //




Λέγεται πως το μήνυμα βρίσκεται στη συσκευασία. Έτσι κι εδώ. Στο εξώφυλλο δεσπόζει η απεικόνιση νεαρής γυναίκας, με μάτια βουρκωμένα, στραμμένα στην οθόνη ενός κινητού. Στο πάνω μέρος, απόλυτος και κατηγορηματικός, κυριαρχεί ο τίτλος: Αμαρτωλή Πόλη. Και κάτω-κάτω δεξιά, μέσα σε διακριτικό πλαίσιο η σήμανση: Καμία Λογοκρισία, Λογοτεχνία Crossover. Σε συνδυασμό, τίτλος και εικόνα λειτουργούν απροκάλυπτα ως πομπός για να στείλουν αστραπιαία το σήμα: Η «αμαρτωλή πόλη» ευθύνεται για τα υπερχειλίζοντα δάκρυα του κοριτσιού. Μια δεύτερη ματιά στο φιλοτεχνημένο από το Φώτη Πεχλιβανίδη περίβλημα είναι καταλυτική για την πρόσληψη του αμέσως επόμενου μηνύματος, το οποίο προκύπτει διαμέσου συσχέτισής του με τα κόμικς, ίσως και τη γραφιστική νουβέλα, είδη-εκφραστές των κοινωνικών  προβληματισμών ενός νεανικού κοινού, συνήθως μη πολιτικοποιημένου. Σ’ ένα τέτοιο κοινό-προφανέστατα και όχι μόνον- απευθύνεται με το νέο του βαθυστόχαστο και αφυπνιστικό μυθιστόρημα ο Κοντολέων, έχοντας κατά νου, βεβαίως, και τους ενήλικες μόνιμους αναγνώστες του.  Άλλωστε, η σήμανση crossover αυτό προσδιορίζει: Το μυθιστόρημα που διασχίζει την ηλικιακή απόσταση ανάμεσα στην εφηβεία και την ενηλικίωση προσδοκώντας να αναγνωστεί τόσο από νέους όσο κι από τις πιο ώριμες ηλικίες.                                 Το crossover, επίσης γνωστό ως μυθιστόρημα ενηλικίωσης, είναι ένα είδος που κατέχει καλά ο Κοντολέων και το οποίο μας πρωτοπαρουσίασε τη δεκαετία του 90 με τη Γεύση Πικραμύγδαλου, αλλά και το βραβευμένο με κρατικό βραβείο μυθιστόρημα Μάσκα στο Φεγγάρι.  Έχοντας ήδη γράψει βιβλία για παιδιά, εφήβους αλλά και ενήλικες, είχε ίσως από τότε παρατηρήσει το χάσμα ανάμεσα στο avant-garde περιβάλλον της ενήλικης λογοτεχνίας και τις συντηρητικά καθορισμένες κατευθυντήριες γραμμές των βιβλίων για μικρές και μεσαίες ηλικίες. Στο νέο βιβλίο του, επιχειρώντας να γεφυρώσει περεταίρω το χάσμα, ενσωματώνει στη γραφή του  γλωσσικά στοιχεία φιλικά και οικεία προς τη νεολαία, απελευθερώνει την αφηγηματική τεχνική του από παραδοσιακές συμβάσεις, ενώ συχνά εκλαϊκεύει το λόγο του χωρίς ωστόσο να τον εκχυδαΐζει. Εστιάζει στη μέση οικογένεια, στους καθημερινούς ανθρώπους, σε χαρακτήρες με ιδιαιτερότητες, πάθη και αδυναμίες. Με την ψυχή στο στόμα, μα κι επικριτικά κάποτε, τους παρακολουθεί να ακροβατούν στην άκρη του γκρεμού ή να περνούν μέσα από τα επικίνδυνα στενά της ανεξέλεγκτης παραβατικότητας, της βίας, της σεξουαλικής εκμετάλλευσης, του φόβου που μεταμορφώνεται σε θυμό και αυτοκαταστροφική μανία. Καταστάσεις σκληρές για αλλοτινές εποχές σε σχέση με τα νεανικά βιβλία. Ωστόσο, ταμπού σαν κι αυτά είναι πλέον ξεπερασμένα από τους ίδιους τους νέους, διευκολύνοντας ακόμη περισσότερο τη διαγενεακή διέλευση της λογοτεχνίας από την ενήλικη στην εφηβική και αντίστροφα μέσω της κατηγοριοποίησης crossover.                                                                                                     Ο λόγος για την Αμαρτωλή Πόλη και το επαναλαμβανόμενο ρητορικό ερώτημα του παντογνώστη αφηγητή, που πλανάται σε όλη σχεδόν την έκταση του βιβλίου. ‘Πότε μια πόλη γίνεται αμαρτωλή; Μήπως είναι οι κάτοικοί της που αφού πρώτα οι ίδιοι αμαρτήσουν, στη συνέχεια μολύνουν και την πολιτεία που τους φιλοξενεί;’ Και τι είναι εντέλει η αμαρτία; ‘Είναι η αδικία’, μας λέει αρχικά ο αφηγητής σαν να βαδίζει ψάχνοντας, σαν να προσκαλεί τον αναγνώστη να ψηλαφίσει κι αυτός μαζί του, να σκεφτεί ανάμεσα σ’ εκείνο που σήμερα ο κοινός νους εκλαμβάνει ως βαρύ ηθικό ή θρησκευτικό ‘παράπτωμα’ και αυτό που ερμήνευαν ως αμαρτία προγενέστεροι, ανάλογα με τις εκάστοτε αντιλήψεις. Κι εκεί κάπου ανάμεσα στις τελευταίες 50 σελίδες, και έχοντας διασχίσει ήδη πάνω από τριακόσιες, με βεβαιότητα αποφαίνεται ο αφηγητής: ‘Αμαρτία μπορεί να σημαίνει και αδικία. Μπορεί παραπλάνηση. Ένα κάποιο-μοιραίο-λάθος’. Στεκόμαστε στο αρχαιοελληνικό ‘λάθος’. Από τη στιγμή που θα διαπραχθεί, ακούσια ή εκούσια, μας λέει ο Αριστοτέλης στην Ποιητική, μια αλυσίδα αναπόφευκτων γεγονότων ενεργοποιείται με αποτέλεσμα τη δυστυχία του τραγικού ήρωα ως και την τελική του πτώση. Έτσι κι εδώ. Το πρώτο λάθος οδηγεί στο δεύτερο, περνά αλυσιδωτά στο επόμενο, ο έλεγχος χάνεται, η ανωριμότητα υπερισχύει, ενώ οι ήρωες, από το ψηλό σκαλί που κάποτε βρίσκονταν κατακρημνίζονται στο τελευταίο.                                                                             Η πόλη, αν και σκόπιμα δεν κατονομάζεται, μας είναι γνώριμη και δεν εκπλήσσει. Είναι η παρηκμασμένη Αθήνα και κατ’ επέκταση ολόκληρη η χώρα της χρεωκοπίας και της εγκατάλειψης, των κλειστών καταστημάτων, των διαλυμένων οικογενειών, των οικονομικά κατεστραμμένων, των θυμωμένων πολιτών στους δρόμους και τις πλατείες. Οι αναθυμιάσεις της δυσοσμίας της, αλλά και της ανασφάλειας που αυτή εκπέμπει, διηθίζονται σε κάθε γωνιά της, διεισδύουν στα σπίτια, διαποτίζουν τις ζωές των πολιτών, γκρεμίζουν αξίες, ματαιώνουν όνειρα και απηχώντας στίχους από το εμβληματικό ποίημα του Άλλαν Γκίνσμπερκ (στην προμετωπίδα) , μετασχηματίζονται σε Ουρλιαχτό. Σ’ αυτό το ζοφερό- και καθόλου επίπλαστο- περιβάλλον τοποθετεί ο Κοντολέων τους ήρωές του, άλλους σε καλύτερη κι άλλους σε χειρότερη μοίρα, άλλους ν’ αφήνουν τον τόπο για να σπουδάσουν έξω, άλλους να διαλύουν την οικογένεια γιατί δεν αντέχουν να ζουν στη μιζέρια, άλλους να παγιδεύονται στη φτώχεια και την απραξία, άλλους να εκδίδονται για να τα βγάλουν πέρα ή να μετατρέπουν το θυμό και το φόβο τους σε όπλο κατά του εαυτού τους. Φοβισμένοι άνθρωποι και θυμωμένοι. Θύτες και θύματα, πολίτες μιας παρηκμασμένης πόλης.
Έξι είναι οι βασικοί ήρωες και οι πέντε από αυτούς διαπράττουν σφάλματα, κουβαλούν αμαρτίες δικές τους ή αυτές που τους φόρτωσαν κάποιοι άλλοι. Ο αφηγητής-συγγραφέας τους παρακολουθεί να ταλανίζονται βήμα-βήμα και αναμοχλεύοντας το παρόν με το παρελθόν τους, ξεσκεπάζει τις αδυναμίες τους, φωτίζει τις ιδιαιτερότητές τους, εστιάζει στην ανεπάρκειά τους να προσαρμοστούν στη νέα τάξη πραγμάτων. Σχολιάζει, στηλιτεύει, συμπαρίσταται και συμπονά ο αφηγητής, ενώ διαρκώς αμφιταλαντεύεται πάνω από την αμφιμονοσήμαντη απεικόνιση της πόλης-χώρας και των καθημαγμένων πολιτών-ηρώων του που την κατοικούνε.  Εντέλει, τα βάρη θα ριχθούν στην πόλη. Όχι άμεσα, μήτε από τον ίδιο τον αφηγητή, αλλά δια στόματος του νεαρού Τονίνο, ενός ήρωα, που παρά τις αδυναμίες του, στο τέλος αναδύεται ως ο θαρραλεώτερος όλων. ‘Ένοχοι και αθώοι όλοι μας’ αποφαίνεται. ‘Την αμαρτία χρέωσέ την στην πόλη!’

Πρώτη δημοσίευση:
http://fractalart.gr/amartwli-poli/
19 Ιανουαρίου 2017

22.12.16

Αμαρτωλή Πόλη -Παραβιάσεις και μεταμορφώσεις

Παραβιάσεις και μεταμορφώσεις στην Αμαρτωλή πόλη του Μάνου Κοντολέων

Από την Βίκυ Πάτσιου



Το έργο του γνωστού και καθιερωμένου συγγραφέα Μάνου Κοντολέων, που διανύει στα γράμματά μας μία γόνιμη πορεία σχεδόν σαράντα ετών (τα πρώτα του βιβλία κυκλοφόρησαν το 1979) θέτει πολλά ερευνητικά ερωτήματα, μεταξύ άλλων, σχετικά με την έννοια της «ιστορικότητας» της ανάγνωσης, της πρόσληψης του λογοτεχνικού κειμένου και του λογοτεχνικού κανόνα, ενώ συνολικά μας επιβάλλεται όχι μόνο με τον όγκο και την ποιότητά του, αλλά και την ευρηματική ή και αμήχανη, για τους ειδικούς, παραδοξότητα να διαβάζεται από ενηλίκους, εφήβους και παιδιά. Το έργο του διαβάστηκε από πλήθος νέων και ενηλίκων αναγνωστών, βραβεύτηκε από πολλούς φορείς, τιμήθηκε με κρατικό βραβείο και γνώρισε διαδοχικές επανεκδόσεις.

Πότε και ποιοι διάβασαν/διαβάζουν το έργο του; Ποιο είναι το διαφορετικό νόημα που κάθε φορά του αποδίδεται και πόσο αυτό επηρεάζεται από το ιδεολογικό κλίμα της εποχής; Η ελευθερία του αναγνώστη είναι απεριόριστη ή ακολουθεί, έως ένα βαθμό, τις αντικειμενικές ιδιότητες που ορίζει η επιφάνεια των λέξεων; Ποια είναι τα όρια της γραφής και η σχέση τους με το θέμα που επιλέγεται; Ίσως, κανένας άλλος συγγραφέας, από την εποχή της μεταπολίτευσης και μετά, δεν έθεσε ιστορικά τόσα ερωτήματα για τα όρια του αναγνωστικού κοινού και τον προσδοκώμενο αναγνώστη, τη λογοκρισία και την αυτολογοκρισία, τους τρόπους έκφρασης και την υπονόμευσή τους με τον τρόπο, τη διαύγεια αλλά και την επιμονή που τα έθεσε ο Μάνος Κοντολέων.

Το τελευταίο μυθιστόρημα του συγγραφέα η Αμαρτωλή πόλη, με τις προφανείς διακαλλιτεχνικές συνδηλώσεις της, παραπέμπει στον σκοτεινό λαβύρινθο της αστικής μεγαλούπολης που συνδέεται παρηγορητικά ή και αντιστικτικά με τα περίχωρα και την εξοχή, τον χώρο όπου τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα επουλώνουν ή αντιμετωπίζουν τα τραύματά τους. Η ηρωίδα του μυθιστορήματος, η Στεφανία, δεν αποτελεί μια τυπική γυναικεία φωνή , αλλά μια ξεχωριστή φωνή κοριτσιού με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αποτυπώνονται στη λογοτεχνική εκφορά και την αναπαράσταση του αφηγηματικού υποκειμένου: έχουμε να κάνουμε με μια ανώριμη ωριμότητα και μια φωνή που γίνεται κραυγή σε ένα κόσμο που καταρρέει.

H συγκεκριμένη ηρωίδα μας προσφέρει μια προνομιακή θέα του γιατί ή για ποιον γράφει κανείς, καθώς αναπτύσσει ή εκθέτει ένα λόγο για τη βιωμένη της εμπειρία που αποσταθεροποιεί δραστικά τους καθιερωμένους λόγους περί κανονικότητας, που συνήθως συνοδεύουν την πορεία προς την ενηλικίωση και την κοινωνική ένταξη. Στη διαδρομή της η ηρωίδα πραγματοποιεί μια πολλαπλή παραβίαση, καθώς καταπατά τα όρια του επικίνδυνου και του απαγορευμένου και συναντά αλλόκοτα πλάσματα που μεταμορφώνονται ή συρρικνώνονται ανάλογα με τους φόβους ή τις επιθυμίες της.

Ένα από τα ζητήματα που θέτει στον αναγνώστη ένα έργο, όπως αυτό του Μάνου Κοντολέων, που κάλυψε συνολικά πολλά από τα λογοτεχνικά είδη, είναι και αυτό της κατάταξης. Σημείο αφετηρίας για την ένταξη του συγκεκριμένου μυθιστορήματος σε κάποιο είδος ή κατηγορία, θα μπορούσαν να αποτελούν τα στοιχεία που μας παρέχει ο ίδιος ο συγγραφέας για το πώς θα έπρεπε να διαβαστεί το έργο του. Στην περίπτωση αυτή ο συγγραφέας ανταγωνίζεται ή συμπληρώνει τον αναγνώστη του σε μια προσπάθεια να νομιμοποιηθεί ή να αξιοποιηθεί η χρήση ενός πλούσιου παρακειμενικού υλικού από την οπτική μιας θεωρίας της πρόσληψης που αντιμετωπίζει είδη, μορφές και περιεχόμενα ως κοινωνική μεταβλητή. «Ολόκληρο τον πρώτο χρόνο συγγραφής του μυθιστορήματος δεν μπορούσα να αποφασίσω αν το έργο που γράφω ανήκει στη λογοτεχνία για νέους ή στην άλλη, αυτή των ενηλίκων», σημειώνει ο ίδιος. Και συνεχίζει: «Τελικά κατάλαβα πως για μια ακόμα φορά υπηρετούσα το είδος του μυθιστορήματος ενηλικίωσης –το Βildungsroman, όπως διεθνώς αποκαλείται– και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μυθιστορηματική καταγραφή της πορείας ενός νεαρού ατόμου προς την ατομική του και συνειδητή του ενσωμάτωση στον κόσμο των ενηλίκων […] Πιστεύω, λοιπόν, πως και η Αμαρτωλή πόλη είναι –ή διεκδικεί να είναι– ένα σύγχρονο μυθιστόρημα ενηλικίωσης ή –με τον νέο τρόπο ονοματοδοσίας αυτού του λογοτεχνικού είδους– ένα μυθιστόρημα crossover»1.
Αν η ύπαρξη του Βildungsroman θεωρείται ότι επικυρώνεται με το εμβληματικό μυθιστόρημα του Γκαίτε Τα χρόνια μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ (1796) ως ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος, η στοίχιση με ένα άλλο ειδολογικό μοντέλο, αυτό του crossover, καθώς και η προσέγγισή του ως μετεξέλιξη ή μεταμόρφωση ενός προηγούμενου, εγείρει διάφορα θεωρητικά ζητήματα, που φέρνουν στο προσκήνιο οι ολοένα αυξανόμενες μελέτες, έρευνες και κριτικές των τελευταίων χρόνων στην ευρωπαϊκή κυρίως βιβλιογραφία σχετικά με τη λογοτεχνία crossover2. Η ομοιοσυστασία του θεωρούμενου ως μοντέλου, η ομοιογένεια των επικαλούμενων ιστορικών παραδειγμάτων, που φτάνουν στο βάθος των αιώνων, τα σύγχρονα παραδείγματα και η απόστασή τους σε σχέση με το νοούμενο ειδολογικό επίκεντρο, είναι ορισμένα από αυτά.

Πρόκειται τελικά για τάση, εκδοτικό φαινόμενο ή απλώς επινόηση του 21ου αιώνα; Το ζήτημα που θέτει ο Μάνος Κοντολέων με την Αμαρτωλή του πόλη και τη λογοτεχνία crossover έχει μόλις ανοίξει.

21.12.16

"Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ" Ο Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Β. Δ. Αναγνωστόπουλος, γράφει στο περιοδικό ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ, τεύχος 122

"Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ"
Ο Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Β. Δ. Αναγνωστόπουλος, γράφει στο περιοδικό ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ, τεύχος 122


Στο καινούργιο βιβλίο του ο Μάνος Κοντολέων αφηγείται ιστορίες στον εγ-
γονό του Μανολίτο, έχοντας μαζί στην παρέα τον παππού και τη γιαγιά του
Μανουήλ, αλλά και την κατάλευκη σκυλίτσα, τη Νύχτα! Ο τίτλος παίζει με
τρία ομόρριζα ονόματα: «Μανόλο, Μανολίτο και… Μανουήλ».
Η ιστορία διαιρείται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, με τίτλο «Τρία δέντρα, τριάντα τριανταφυλλιές» (σελ. 9-70), η αφήγηση αναφέρεται στον παππού Μανόλο, στον εγγονό Μανολίτο και στη Νύχτα το σκυλάκι τους. Η Νύχτα χάνεται,
οπότε θ’ αρχίσουν έρευνες για τον εντοπισμό της. Για καλή τους τύχη, την
άλλη μέρα τη φέρνει στην αγκαλιά του ένα αγόρι που δουλεύει σε παρακείμε-
νο φυτώριο, που έχει ιδιοκτήτη έναν γνωστό τους γεωπόνο. Και το όνομα του
αγοριού... Μανουήλ! Ο Μανολίτο και ο Μανουήλ θα γίνουν φίλοι. Θα τους
πει κι αυτός για τον παππού του, ενθυμούμενος τις ιστορίες και τα παραμύθια που του έλεγε...
Στο δεύτερο μέρος, με τίτλο «Ένα ταξίδι μόνο» (σελ. 70-112), περιγράφεται το ταξίδι που επιχειρούν οι τέσσερίς τους προκειμένου να επισκεφτούν τον παππού και τη γιαγιά του Μανουήλ.
Το κείμενο προσφέρεται για διάλογο με τον αναγνώστη:
1. Από τους τέσσερις ήρωες της ιστορίας, ο αναγνώστης ξεχωρίζει τη μορφή του παππού, που δεν είναι άλλος από τον συγγραφέα του βιβλίου. Ο Μανόλο, λοιπόν, είναι ένας σοφός παππούς, που γνωρίζει πώς να φέρεται
στον εγγονό του, πώς να του μιλά και να του ξυπνάει τα όνειρα, συζητώντας για τη φιλία, τα λουλούδια, τα δέντρα, τη γη. Την ίδια σοφία εμφανίζεται να διαθέτει και ο παππούς του Μανουήλ.
2. Ο Μανολίτο και ο Μανουήλ βρίσκονται στην εφηβική ηλικία (μάλλον την
προεφηβική), γεμάτοι με απορίες και πολλά ερωτηματικά. Θα έλεγε κανείς
ότι βρίσκονται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο παραμύθι και στην πραγματικό-
τητα. Διαβάζουμε στη σελ. 94: «…Ένα νέο παλικάρι πρέπει κάποια στιγμή να
ζήσει όχι μόνο το παραμύθι, αλλά και την ίδια την πραγματικότητα… Όμως
είναι τόσο όμορφο να μην ξεχνάμε πως πάντα υπάρχουν και τα όνειρα…»
Λόγια αληθινά και πειστικά, όταν λέγονται από τον παππού ή τη γιαγιά.
3. Ο διάλογος αποτελεί το κύριο στοιχείο της αφήγησης, παραπέμποντας σε
σύγχρονο «εκπαιδευτικό» μοντέλο, στην εποχή δηλαδή του διαλόγου και
4. Συνολικά, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι το αφήγημα είναι σε πρώτο επίπεδο «οικολογικό», προβάλλει δηλαδή πτυχές του φυσικού κόσμου, ενώ σε βαθύτερα επίπεδα προβάλλει ιδέες και απόψεις για την «τέχνη» της ζωής. Οι αναπλασμένες μυθολογικές αναφορές στη Δάφνη και τον Απόλλωνα, στην Πίτυν (το πεύκο) και τον Κυπάρισσο (κυπαρίσσι), στα λουλούδια και τη γη, καθιστούν οικειότερη γνωστικά τη μυθολογία και τη δενδρολογία, καλλιεργώντας ταυτόχρονα τον σεβασμό σε καθετί το φυσικό.
5. Ένα ακόμα στοιχείο που εντυπωσιάζει στην αφήγηση είναι η διακειμενικότητα, η επικοινωνία κειμένων και ηρώων διαφορετικής εποχής. Πιο συγκεκριμένα, διαπιστώνουμε ότι από τα τρία ονόματα τα δύο πρώτα παραπέμπουν σε προηγούμενο ομώνυμο μυθιστόρημα του ίδιου συγγραφέα
(Μανόλο και Μανολίτο, Πατάκης 2013), και το τρίτο όνομα στο διήγημα
του Βιζυηνού, «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον». Έτσι, διαβάζουμε στο
Σημείωμα του συγγραφέα: «Δε γίνονται μόνο οι άνθρωποι φίλοι. Γίνονται
και οι ήρωες των βιβλίων».
Γενικά, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ο παππούς ως αφηγηματικό πρόσωπο της Παιδικής Λογοτεχνίας αποτελεί εμβληματική φιγούρα και έχει αξιοποιηθεί από πολλούς παλαιούς, νεώτερους και σύγχρονους συγγραφείς. Είναι κυρίαρχο πρόσωπο, που κινεί με επιδεξιότητα το νήμα της αφήγησης, κυρίως με τον διάλογο και την υπομονή. Αυτή η αντίστιξη μεταξύ παππού και εγγονού παραπέμπει σε παιδαγωγικό μοντέλο, όπου βασίζεται η παιδαγωγική διαδικασία, υλοποιούμενη με τρόπο διαλογικό, ισότιμο και με χιουμοριστικό ύφος. Όπως επισημάναμε και παραπάνω, η λογοτεχνία για παιδιά και εφήβους αναδεικνύεται έτσι σε «παιδαγωγούσα» δύναμη, όπως τόνιζε συχνά ο αείμνηστος πρόεδρος του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, Κωνσταντίνος Δεμερτζής