12.7.14

"Δυο φορές Άνοιξη" στο www.diastixo.gr

Γράφει ο Κώστας Τρακόσας


Ο Μαγιακόφσκι είχε πει ότι «Η Τέχνη δεν πρέπει να αντανακλά σαν τον καθρέφτη, μα σα φακός να μεγεθύνει». Προσωπικά – αν και είμαι εχθρός των ρήσεων – το εν λόγο απόφθεγμα θεωρώ ότι συνοψίζει τα συστατικά ενός καλλιτεχνικού έργου που έχει αξία.
Το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων Κοντολέων «Δύο Φορές Άνοιξη» είναι ένα ερωτικό μυθιστόρημα. Είναι; Και ναι και όχι. Έχει όλα τα στοιχεία εκείνα που θα το έκαναν ένα ερωτικό μυθιστόρημα. Ένα ερωτικό τρίγωνο, ανεκπλήρωτα πάθη, ανολοκλήρωτοι έρωτες. Ταυτόχρονα, όμως, δεν είναι. Διότι – τουλάχιστον στη σύγχρονη λογοτεχνία – τα ερωτικά μυθιστορήματα έχουν ταυτιστεί με μια πεζότητα, με αυτό που αποκαλούμε «λογοτεχνία της ευκολίας». Όποιος, όμως, διαβάσει το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων, θα ανακαλύψει έναν κόσμο, ένα νέο κόσμο – τον κόσμο της Ανθής, του Δημήτρη και του Μανουήλ, τον τρόπο που αυτός ο κόσμος περιπλέκεται (αν και φανταστικός) με τον δικό μας τον αληθινό, δημιουργώντας, τελικά, μια ιστορία, κάθε άλλο παρά «εύκολη». Έτσι, ο Μάνος Κοντολέων, καταφέρνει να πάρει μια απλή ιστορία, ένα απλό love story και να το μετατρέψει σε κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό, θέτοντας τα κύρια και αγωνιώδη ερωτήματα της ίδιας της ζωής – όπως θα προσπαθήσω να εξηγήσω παρακάτω. Τον καθρέφτη τον έκανε μεγεθυντικό φακό. Και αυτό δεν είναι μικρό επίτευγμα. Σε ερωτική ιστορία, μια τέτοια ικανότητα τη συναντάμε μόνο σε σημαντικούς λογοτέχνες – και ο πρώτος που μου ήρθε στο μυαλό ήταν ο Μπαλζάκ με την Ερωτική Ψύχωση.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Η ιστορία ξεκινά το 1986 και φτάνει μέχρι το 2012, ενώ περιστρέφεται γύρω από τρία κεντρικά πρόσωπα. Την Ανθή, την πρωταγωνίστρια, το Δημήτρη, τον άντρα και νεανικό της έρωτα και τέλος τον Μανουήλ, τον εραστή. Αυτοί είναι τα συστατικά στοιχεία ενός ερωτικού τριγώνου, που όμως, ποτέ δε συναντιέται παρά μόνο στο τέλος της ιστορίας μας. Οι ζωές τους είναι παράλληλες, οι ζωές τους είναι μοναδικές, κρυμμένες πίσω από ένα πέπλο σιωπής και σκέψεων και επιθυμιών και αναγκών – όπως είναι οι ζωές όλων μας. Και πρέπει να έρθει μια στιγμή κρίσης, μια στιγμή ζωής και θανάτου – του τρίτου παιδιού της Ανθής, της μοναχοκόρης της Εμμανουέλας – για να αρθεί αυτό το πέπλο. Για να δούνε και οι τρεις την αλήθεια κατάματα. Για να καταλάβουν πως τελικά τα πρέπει, τα θέλω, οι υποψίες, οι ανάγκες και οι επιθυμίες είναι πράγματα που τελικά καθορίζουν τη ζωή μας. Δεν υπάρχουν στο μυαλό μας. ‘Η, για να είμαστε πιο ακριβείς: Αν και υπάρχουν στο μυαλό μας, αποτελούν κινητήριες δυνάμεις των πράξεών μας – και έτσι γίνονται αυτά τα ίδια ζωή.
Αν όμως λέγαμε πως η ιστορία του βιβλίου είναι απλά το παραπάνω ερωτικό τρίγωνο δε θα αδικούσαμε μόνο το συγγραφέα, αλλά και την ίδια την ιστορία που λέει πολλά παραπάνω. Στην πραγματικότητα το ερωτικό τρίγωνο είναι ο καταλύτης για να διεισδύσουμε στις ζωές των ανθρώπων. Για να μάθουμε πως σκέφτονται και πως δρουν, πως αισθάνονται και πως …μεγαλώνουν. Γιατί, τελικά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, το μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων, δεν είναι μια ερωτική ιστορία. Είναι μια ιστορία ενηλικίωσης των ενηλίκων.
Τι εννοώ; Εννοώ πως ο Μάνος Κοντολέων έχει κατανοήσει αυτό που λίγοι συγγραφείς νομίζω έχουν κατανοήσει. Πως ο άνθρωπος δεν είναι δεδομένος. Η φράση «αυτός είναι» δεν υπάρχει. Οι άνθρωποι αλλάζουν, ανάλογα με αυτά που ζουν. Και όσο πιο έντονα είναι αυτά που ζουν τόσο πιο δραματικές είναι οι αλλαγές. Η σπουδάστρια Ανθή του 1986 δεν έχει καμιά σχέση με την Ανθή του 2012. Ο μουστακαλής Δημήτρης των νιάτων του, δεν είναι ίδιος με τον μεσήλικα Δημήτρη. Ο Μανουήλ από ένα εγωιστικό πλάσμα που στήνει ολόκληρη πλεκτάνη για να απομακρύνει τον Δημήτρη και να κατακτήσει την Ανθή δεν είναι ίδιος με τον Μανουήλ που είναι ικανός να προσφέρει ακόμη και τη ζωή του, αν χρειαστεί, στο όνομα του έρωτα.
Και μέσα από αυτούς τους χαρακτήρες, ξεδιπλώνονται παράλληλες ιστορίες. Του πατέρα της Ανθής με το αλτσχάιμερ, της αυταρχικής μητέρας του Δημήτρη, που η μοναδική της σκληρότητα στην πραγματικότητα κρύβει την μεγάλη της ανασφάλεια – είναι η άμυνά της για να αντιμετωπίσει έναν κόσμο σκληρό και στον οποίο ίσως και να αισθάνεται άβουλη;, δεν ξέρουμε, μα to υποψιαζόμαστε. Είναι η βαθύπλουτη (και λίγο Μακιαβελική) Έλσα Ζάκομπ, είναι οι παράλληλες μικρές ερωτικές περιπέτειες του Δημήτρη, είναι τα παιδιά, η οικογένεια.
Και γύρω από όλα αυτά, ξετυλίγονται τα ερωτήματα της ζωής, από τα οποία, ένα, κατά τη γνώμη μου, είναι κυρίαρχο και αποτυπώνεται στη φράση που βγαίνει απ’ τα χείλη του Μανουήλ, καθώς απευθύνεται στην Ανθή: «Κάποτε είχαμε μιλήσει για επιθυμίες… Εγώ είχα πιστέψει πως μπορούσαμε να τις ικανοποιήσουμε… Εσύ πάντα δίσταζες… Φοβόσουνα μήπως τελικά υποτασσόσουνα σε αυτές… Ή πρόδιδες άλλες…». Και αμέσως παρακάτω ξαναλέει: «Δεν έχει νόημα να καταλαβαίνουμε κάτι όταν το ζούμε…». Τελικά, εμείς καθορίζουμε τις επιθυμίες ή οι επιθυμίες διαμορφώνουν το πλέγμα της ζωής μας; Και ακόμη παραπέρα: Έχει νόημα να κατανοήσουμε αυτό το ερώτημα απ’ τη στιγμή που ζούμε κάτι ή μήπως …χανόμαστε στη μετάφραση, βάζοντας ερωτήματα αδύνατο να απαντηθούν;
Καθώς διάβαζα το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων, έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται τι είναι η λογοτεχνία; Κάποιοι ίσως να έλεγαν ότι η λογοτεχνία είναι ένα μέσο διασκέδασης, ευχαρίστησης, ένας τρόπος να γεμίζουμε δημιουργικά και όμορφα τον ελεύθερο χρόνο μας. Κάποιοι άλλοι ίσως να έλεγαν ότι η λογοτεχνία πρέπει να σηματοδοτεί κάτι, πρέπει να μπορεί να διεισδύει στα προβλήματα του καιρού, να αφουγκράζεται και να νιώθει την κοινωνία και – γιατί όχι; – να την (συν)καθορίζει.
Για μένα, λογοτεχνία, πριν απ’ όλα η λογοτεχνία είναι λέξεις. Νομίζω πως μέσα σε αυτό το βιβλίο, που μας προσφέρει ο Μάνος Κοντολέων, η κάθε λέξη είναι τόσο όμορφα τοποθετημένη δίπλα στην άλλη, με τέτοια προσοχή και τέτοιο μεράκι, που, στεναχωριέσαι που το μυθιστόρημα τελείωσε. Ναι, ακόμη κι αν δε το θέλουμε, γινόμαστε κι εμείς μέρος της ιστορίας, αισθανόμαστε ένας ακόμη χαρακτήρας – και αυτό επίσης δεν είναι μικρό επίτευγμα.

Κλείνοντας κάποιος το βιβλίο, ίσως να αναρωτηθεί: «Μα καλά, εδώ ο κόσμος χάνεται και ο Κοντολέων ασχολείται με τους έρωτες και τα πάθη της Ανθής, του Δημήτρη και του Μανουήλ;». Ίσως να έχω ήδη ακροθιγώς απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, αλλά θέλω να το πω ξεκάθαρα: Γνώμη μου είναι πως η σημερινή κρίση που όλοι βιώνουμε δεν είναι μόνο κρίση οικονομική. Από εκεί ίσως ξεκίνησε – αλλά πλέον έχει γίνει κρίση ηθική, πνευματική, βαθιά ανθρώπινη. Και αυτή τη διάσταση ο Μάνος Κοντολέων την πιάνει και καταφέρνει να μας τη δώσει με μεγάλη ευκρίνεια. Όπως όλοι οι άνθρωποι, έτσι και οι ήρωες του βιβλίου, αποκαλύπτονται στη στιγμή της κρίσης.. 


http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/2751-kontoleon-2-fores-anixi

11.7.14

Ξέρετε, γράφω για τον ίδιο μου τον εαυτό. Και ο ίδιος μου ο εαυτός πρώτα από κάθε άλλον με κρίνει


Συνέντευξη στην Τέσυ Μπάιλα // http://fractalart.gr/


Με αφορμή το καινούργιο του μυθιστόρημα «Δυο φορές Άνοιξη» που μόλις κυκλοφόρησε, ο Μάνος Κοντολέων μιλά για την λογοτεχνία και την εποχή μας, για το παιδικό βιβλίο και το εφηβικό μυθιστόρημα, για τις λέσχες ανάγνωσης και τις επιθυμίες, για την βιωματική τέχνη και τη σχέση του με το διαδίκτυο και τους αναγνώστες.


-Στο τελευταίο σας βιβλίο «Δυο φορές Άνοιξη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη μιλάτε για «επιθυμίες που αργοσβήνουνε κι άλλες που ζητάνε να ανθοφορήσουν…» θέλατε να μας πείτε δυο λόγια γι’ τέτοιου είδους επιθυμίες… Και τελικά τι ακριβώς σηματοδοτεί αυτός ο τίτλος αυτός;

Όλοι μας έχουμε επιθυμίες που άλλες από αυτές μπορέσαμε να εκπληρώσουμε και άλλες, πάλι, δεν τολμήσαμε να τις υλοποιήσουμε. Θα τολμούσα να ισχυριστώ πως η ζωή του καθένας μας πάνω σε αυτές τις δυο κατηγορίες επιθυμιών σχηματίζεται. Κι έτσι κάποια στιγμή αποφάσισα να μετατρέψω σε μυθιστόρημα τη ζωή μιας γυναίκας που άφηνε τις επιθυμίες της να αργοσβήνουνε και δεν τολμούσε να ακούσει τις φωνές, τις παρακλήσεις κάποιων άλλων αναγκών της που ζητούσανε κι αυτές να υπάρξουν… Να ανθοφορήσουν. Μα ότι παραμελείς, δεν πεθαίνει πάντα. Ελπίζει να το προσέξεις… Να, λοιπόν, τι σηματοδοτεί ο τίτλος –τη δεύτερη ευκαιρία. Μόνο που πολύ συχνά αυτή η δεύτερη ευκαιρία έρχεται όχι όταν εμείς το θελήσουμε, αλλά εντελώς τυχαία. Με απόφαση της ίδιας της ζωής.

-Γράφετε για παιδιά, έφηβους και ενήλικες. Τα τελευταία δυο περίπου χρόνια δείχνετε να στρέφεστε με μια πιο έντονη δυναμική προς τη λογοτεχνία των ενηλίκων. Υπάρχει κάποιος λόγος γι αυτό;

Συνηθίζω να λέω πως όταν είμαι αισιόδοξος τότε γράφω για παιδιά, όταν πάλι είμαι πιεσμένος και θέλω να επαναστατήσω, τότε γράφω για τους εφήβους. Μα όταν είμαι φοβισμένος, τότε είναι που στρέφομαι στη λογοτεχνία για ενήλικες. Τα τελευταία χρόνια ο φόβος όλους μας , νομίζω, πως μας έχει αγγίξει –φόβος κοινωνικός, φόβος οικονομικός, φόβος συνειδησιακός, εθνικός, υπαρξιακός… Έτσι αν και δεν έπαψα να γράφω για παιδιά και νέους –δεν έπαψα με άλλα λόγια και να αισιοδοξώ και να ελπίζω σε μια επανάσταση- πολύ πιο συχνά θυμάμαι τον στίχο του Καρυωτάκη : σωριάσου πρηνής όταν ακούσεις ανθρώπους

-Τελικά ποιο από τα τρία είδη που γράφετε είναι το πιο απαιτητικό;

Εδώ και χρόνια (στην ουσία από τα πρώτα μου βιβλία) δεν ξεχωρίζω τα κείμενα μου ανάλογα με την ηλικία των αναγνωστών. Πιστεύω πως ο αναγνώστης είναι εκείνος που θα αποφασίσει αν ένα λογοτεχνικό έργο ταιριάζει στα ενδιαφέροντά του έτσι όπως αυτά καθορίζονται όχι μόνο από τη βιολογική του ηλικία, αλλά και από την παιδεία του, την ψυχοσύνθεσή του, τις γενικότερες δυνατότητες και ανάγκες του. Εγώ, λοιπόν, αυτά που γράφω τα αντιμετωπίζω με την ίδια ευθύνη, έχω τις ίδιες απαιτήσεις από το ταλέντο μου. Και πάνω απ΄ όλα θέλω να σέβομαι τον κάθε αναγνώστη μου –μικρό ή μεγάλο. Ξέρετε γράφω για τον ίδιο μου τον εαυτό. Και ο ίδιος μου ο εαυτός πρώτα από κάθε άλλον με κρίνει.

-Πόσο βιωματικός είναι ο Μάνος Κοντολέων στα βιβλία του;

Δε νομίζω πως υπάρχει Τέχνη και μάλιστα Λογοτεχνία μη βιωματική. Ακόμα κι όταν ένας συγγραφέας περιγράφει μια μακρινή ιστορική περίοδο, πάντα το προσωπικό του βίωμα εισέρχεται στις περιγραφές του. Τις περισσότερες φορές ανεξέλεγκτα. Αλλά δεν μπορεί ούτε και πρέπει διαφορετικά να συμβαίνει. Η Λογοτεχνία είναι υποκειμενική καταγραφή. Διαφορετικά δεν θα ήταν Τέχνη του Λόγου, μα Επιστήμη.

-Ασχολείστε ενεργά με Λέσχες Aνάγνωσης. Μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης Λασκαρίδου ανέλαβαν μάλιστα το ρόλο του συμπαρουσιαστή στην παρουσίαση του βιβλίου σας πριν λίγες μέρες, παρουσιάζοντας τους ήρωες αυτού του βιβλίου. Πόσο σημαντικές θεωρείτε τις Λέσχες Ανάγνωσης για την πορεία του βιβλίου; Θέλετε να μας μιλήσετε λίγο για την εμπειρία σας αυτή;

Γενικά αντιμετωπίζοντας το θέμα αυτό μόνο καλό λόγο έχω να πω για την ύπαρξη και τη λειτουργία λεσχών Ανάγνωσης. Αλλά επειδή κάθε τι το γενικό μπορεί να περιλαμβάνει πολλές υποπεριπτώσεις, προτιμώ να αναφερθώ στο πως εγώ βλέπω τον στόχο μιας τέτοιας ομάδας αναγνωστών.
Λοιπόν για μένα το να συναντιόνται δυο φορές το μήνα 15 με 25 άτομα και να συζητούν για ένα βιβλίο που διάβασαν μέσα στο προηγούμενο δεκαπενθήμερο είναι κάτι το σημαντικό. Μέσα από τις ανταλλαγές απόψεων ο καθένας γνωρίζει καλύτερα τον εαυτό του, αλλά και προσεγγίζει τις προσωπικότητες των άλλων, ενώ παράλληλα ενδυναμώνει τις λογοτεχνικές του απαιτήσεις ως αναγνώστης. Διπλός, λοιπόν, ο στόχος μιας τέτοιας Λέσχης. Από τη μια να φέρει κοντά ανθρώπους και από την άλλη να καλλιεργήσει λογοτεχνικά τους αναγνώστες. Γι αυτό και θεωρώ ιδιαίτερα υπεύθυνη τη θέση του συντονιστή μιας τέτοιας Ομάδας. Τα μέλη της συγκεκριμένης Λέσχης (που λειτουργεί εδώ και 5 χρόνια) έχουν δεθεί μεταξύ τους, τρεις φορές το χρόνο βγαίνουμε όλοι μαζί και διασκεδάζουμε, ενώ προτείνουμε και άλλα βιβλία προς ανάγνωση, ταινίες και θετατρικές παραστάσεις.
Εκτιμώ πολύ τη γνώμη των μελών κι έτσι θέλησα πάνω τους να στηρίξω την πρώτη παρουσίαση του νέου μου μυθιστορήματος. Αλλά και πάνω σε αναγνώστες θα στηριχτούν όλες και οι μετέπειτα παρουσιάσεις του «Δυο φορές Άνοιξη». Θα είναι μια έμπρακτη απόδειξη του πόσο εκτιμώ τον απλό αναγνώστη μου και πως εν τέλει πιστεύω πως έχει δικαίωμα η γνώμη του να ακουστεί και να πάρει μια δημοσιότητα. Γι αυτό κει έχω φτιάξει μια σελίδα στο facebook, όπου θα δημοσιοποιούνται οι γνώμες των αναγνωστών του μυθιστορήματος: https://www.facebook.com/pages/Δυο-φορές-Άνοιξη/288438047991430

-Όλα αυτά τα χρόνια έχετε επισκεφθεί έναν πολύ μεγάλο αριθμό σχολείων. Πόσο σας έχει επηρεάσει η επαφή με τα παιδιά; Θέλετε να μας διηγηθείτε ένα περιστατικό μαζί τους που σας εντυπωσίασε;

Πάντα η άμεση επαφή με το κοινό σου είναι ευπρόσδεκτη. Και όταν μάλιστα είναι παιδιά τότε έχεις και την ευκαιρία να διακρίνεις το πως θα κρατιέσαι κι εσύ σε μια πνευματική και κοινωνική νεότητα. Από παιδί μάλιστα άκουσα και την πιο σημαντική παρατήρηση –«αυτά που γράφετε επηρεάζουν αυτά που ζείτε ή αυτά που ζείτε επηρεάζουν όσα γράφετε;»

-Κύριε. Κοντολέων, από το 1979 έχουν εκδοθεί πάρα πολλά βιβλία σας. Πώς νιώθει ένας δημιουργός όταν βλέπει τα πνευματικά του παιδιά στη βιβλιοθήκη του;

Υπερήφανος… Μα είναι και σα να βλέπεις την ίδια σου τη ζωή.

-Μετά από τόσα χρόνια στο χώρο της λογοτεχνίας τι θα λέγατε σε έναν νέο συγγραφέα που θέλει να ασχοληθεί με το βιβλίο. Είναι ένας εύκολος δρόμος γεμάτος ευχάριστες εμπειρίες ή μια δύσβατη οδός γεμάτη δυσκολίες;

Αν θέλεις να γράψεις δεν πρόκειται να σκεφτείς τις δυσκολίες. Αυτό που έχω να συμβουλεύσω είναι να διαβάζει πολύ και να γράφει επίσης πολύ. Μέσα από την ανάγνωση και τη γραφή έχω αναπτύξει το ταλέντο μου.

-Πώς βλέπετε το μέλλον του ελληνικού βιβλίου;

Θα σας έλεγα όπως βλέπω και το μέλλον της χώρας μας. Αλλά επειδή είμαι συγγραφέας, δηλαδή ένας άνθρωπος που μέσα από τη Γραφή εκφράζεται, ότι βλέπω για το μέλλον το κάνω λογοτεχνικό κείμενο.

 http://fractalart.gr/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD-%CE%BE%CE%AD%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B5-%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%89-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD/

27.6.14

Δυο φορές Άνοιξη στο Culture Now


Αθήνα, 1986. Το καλοκαίρι έχει μόλις τελειώσει, η άνοιξη μοιάζει να είναι πολύ μακριά και στην ταράτσα της Σχολής Εφαρμοσμένων Τεχνών η Ανθή αγναντεύει από ψηλά την πόλη των Αθηνών. Πρωτοετής, στο πάρτι καλωσορίσματος των νέων σπουδαστών, καθώς η πολιτική της σχολής στοχεύει στη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ της παλαιάς και της νέας σπουδάζουσας νεολαίας. Και το πετυχαίνει περίφημα. Διότι εκεί, στην ταράτσα της σχολής, η πρωταγωνίστριά μας Ανθή θα γνωριστεί με τον δευτεροετή Δημήτρη και κάπως έτσι θα ξεκινήσει η ερωτική τους περιπέτεια.
«Μυρίζεις σαν την πρώτη μέρα της άνοιξης», της είπε κι εκείνη παρασέρνεται από τη γοητεία του. Είναι αρρενωπός, αλλά επιπόλαιος και ανώριμος, κι η Ανθή δυσκολεύεται μαζί του, καθώς δεν είναι συνηθισμένη στις αντρικές συναναστροφές. Τέλειωσε σχολείο θηλέων που το διευθύνανε καλόγριες, οι οποίες, βέβαια, δεν γνώριζαν ότι η τολμηρή «Ιουστίνη» του Μαρκήσιου ντε Σαντ κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι.
Ο Μάνος Κοντολέων καταφέρνει με τριτοπρόσωπη αφήγηση να μας αποκαλύψει σφαιρικά το σύμπαν των πρωταγωνιστών, κάνοντάς μας να νιώσουμε τις αγωνίες τους, με μια γραφή καλοδουλεμένη, ζωντανή και άμεση, με περιγραφές που κινητοποιούν όλες τις αισθήσεις.
Οι πρωταγωνιστές της ιστορίας παρουσιάζονται τρισδιάστατοι, σύνθετοι, ο συγγραφέας τούς γνωρίζει σε βάθος γι’ αυτό κι εμείς κατανοούμε τους προβληματισμούς και τα διλήμματα τους, τους συμπαθούμε, τους συμπονάμε.
Η ερωτική τους σχέση προχωρά και το «ατύχημα» δεν θα αργήσει να συμβεί. Η Ανθή μένει έγγυος, θα μικροπαντρευτεί, θα γίνει μικρομάνα. Θα ακολουθήσει και δεύτερο παιδί. Τα χρόνια θα περάσουν γοργά κι εκείνη θα μεγαλώσει στο πλάι του Δημήτρη, στον άντρα με τον άστατο χαρακτήρα που, όπως όλα δείχνουν έχει ερωμένη. Πλούσια. Μεγαλύτερη απ’ αυτόν. Που κατεργάζεται σχέδια κι αναστατώνει τη ζωή της Ανθής. Πώς να διαχειριστεί μέσα της όλα τούτα;
Σε αυτή την ιδιάζουσα ψυχολογική κατάσταση, η Ανθή, που αν και δυο φορές μάνα είναι ουσιαστικά αμάθητη στον έρωτα, θα αφεθεί στη σαγήνη του φωτογράφου Μανουήλ. Και τότε θα έρθει αντιμέτωπη με τα διλήμματα και τις ενοχές που φέρνουν οι βαθιές επιθυμίες, αλλά θα το πολεμήσει, διότι είναι μάνα και σύζυγος, άνθρωπος που πνίγει τα θέλω για τα πρέπει, ή μήπως όχι τελικά;
Στις σελίδες του βιβλίου ο χρόνος κυλάει γρήγορα. Τα παιδιά τους θα μεγαλώσουν, οι γονείς τους θα γεράσουν, τα βιώματα της ζωής θα τους αλλάξουν. Κι όταν θα γεννηθεί η κόρη τους, που η μοίρα θα της σταθεί σκληρή, τότε οι πρωταγωνιστές μας θα έρθουν αντιμέτωποι με μυστικά και ψέματα, ζητήματα ζωής και θανάτου. Έχουν, όμως, μεγαλώσει πια και θα τα αντιμετωπίσουν ώριμα, ως λογικά όντα, γνωρίζοντας πλέον τι θα πει ζωή.
Το Δυο φορές Άνοιξη είναι ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα και την ποίηση στη ζωή, την ομορφιά και την ειλικρίνεια των ανθρώπων, είναι ένα βιβλίο-μάθημα ζωής.  Ένα ταξίδι που ξεκινάει στα μέσα της δεκαετίες του ’80, στον απόηχο της δολοφονίας του Καλτεζά και του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσέρνομπιλ, και φτάνει μέχρι σήμερα, παρουσιάζοντας τις κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές του τόπου, εστιάζοντας στην ψυχολογία των ηρώων της ιστορίας μας, τις αιτίες που την προκαλούν, τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες, τα διλήμματα και το χρέος που αισθάνονται.
Ο συγγραφέας παρουσιάζει την πλοκή της ιστορίας εστιάζοντας στις σημαντικές στιγμές της ζωής των πρωταγωνιστών με θεατρικές σκηνές και μεγάλα διαλογικά μέρη. Άλλοτε πάλι επιλέγει να αποκρύψει σημαντικά συμβάντα κάνοντας χρονικά άλματα, μόνο και μόνο για να τα αποκαλύψει την κατάλληλη στιγμή.
Εν τέλει το Δυο φορές Άνοιξη είναι ένα τρυφερό πολυεπίπεδο ερωτικό μυθιστόρημα. Είναι ρεαλιστικό και ταυτόχρονα μαγικό. Δεν πρόκειται φυσικά για μαγικό ρεαλισμό. Είναι η γραφή, ο τρόπος που έχει ειπωθεί η ιστορία από έναν εξαίρετο παραμυθά, ο οποίος χρησιμοποιώντας τη μαγεία του έρωτα, απογειώνει μια ρεαλιστική ιστορία της διπλανής πόρτας.   


Βαγγέλης Μπέκας

http://www.culturenow.gr/28953/vivlio-dyo-fores-anoiksh-manos-kontolewn

18.6.14

Άνοιξη με μέλι...

 Ο Μάνος Κοντολέων, μάστορας  στην αφήγηση για νεαρούς αναγνώστες,  όποτε αποφασίζει να γράψει για ενηλίκους, αποδεικνύει πόσο εύκολα μπορεί να παρασύρει συναισθηματικά τον αναγνώστη του, πόσο εύκολα τον βάζει στον κόσμο των αισθήσεων των ηρώων του. Στο βιβλίο του «Δυο φορές άνοιξη», που μόλις κυκλοφόρησε από τις κδόσεις «Πατάκη», επιλέγει και πάλι, μετά από το «Μέλι κόλλησε στα χείλη», για ηρωίδα του μια γυναίκα. Μια νεαρή γυναίκα, άπειρη από τη ζωή, που ονειρεύεται τη μεγάλη αγάπη.

Και στο βιβλίο αυτό όπως και στο προηγούμενο παίζει με το όνομα της ηρωίδας. «Μέλω» για το «Μέλι κόλλησε στα χείλη», «Ανθή», για το «Δυο φορές άνοιξη», αφού η άνοιξη είναι γεμάτη άνθη. Στο πρώτο η προφητεία για το μέλλον έρχεται με τη μορφή μιας τσιγγάνας, στο δεύτερο με τη μορφή του μητρικού ονείρου. Οι άνθρωποι όμως που συναντάνε στην πορεία της ζωής  τους, οι ευκαιρίες και οι επιλογές εντελώς διαφορετικές για τις δύο ηρωίδες. Και οι δύο όμως θα κληθούν να ακολουθήσουν έναν άλλο από το νόμιμο έρωτα. Μόνο που ο νόμιμος σύζυγος για την κάθε μια αντιπροσωπεύει εντελώς διαφορετικά πράγματα, όπως και ο άλλος άντρας, η εγκυμοσύνη, η φιλία. Έτσι οι επιλογές που έχουν μπροστά τους είναι εντελώς διαφορετικές. Πόσες όμως είναι οι ευκαιρίες που μας δίνονται στη ζωή; Και άραγε η Ανθή θα μπορέσει να ακολουθήσει την πορεία που η ίδια επιθυμεί; Μήπως η ίδια η ζωή σε αναγκάζει να πάρεις αποφάσεις; Αποφάσεις σε διλήμματα που δεν ήξερες ότι υπήρχαν;  Η Ανθή κάποια στιγμή θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις επιθυμίες της – κι αυτές που αργοσβήνουνε κι όσες ζητάνε να ανθοφορήσουν κι ενώ ο αναγνώστης παρασύρεται παρακολουθώντας τα αδιέξοδα της Ανθής, αναρωτιέται για τις δικές του επιλογές ζωής.




13.6.14

Η Λότη για τη Ροδιά

ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΡΟΔΙΑΣ*
(Ψυχογιός, 2014, Εικ.: Μυρτώ Δεληβοριά)



Ο μικρός Μάνος, μαζί με τον παππού του, τον μεγάλο Μάνο,  περνούν το καλοκαίρι σ’ ένα νησί που δεν έχει όνομα – όλοι το λένε απλά νησί της Ροδιάς. Εκεί ο μικρός θα γνωρίσει μια παρέα παιδιών, τα δεκατέσσερα «σποράκια», που ζουν με τη Ρήγισσα, τη «μανούλα» τους, σ’ ένα δίπατο λευκό σπίτι. ΄Οχι, δεν είναι ορφανοτροφείο σαν τ’ άλλα, είναι ένα μεγάλο σπιτικό γεμάτο αγάπη. Το είχε στήσει σε χρόνια πολέμου και συμφοράς η Ροδιά, η μάνα της Ρήγισσας. Και τώρα εκείνη συνέχιζε τ’ όνειρό της: Να έχουν μια φωλιά και μια αγκαλιά ζεστή να κουρνιάσουν τα παιδιά που χάνουν τους γονείς τους. Η έμπειρη πένα του συγγραφέα μάς χαρίζει ένα έξοχο, τρυφερότατο κείμενο, που μας ξεναγεί ποιητικά στο φανταστικό νησί της ιστορίας αυτής, μας μεταφέρει στα δύσκολα χρόνια που προηγήθηκαν, στον πόνο τον βαθύ της ιδρύτριας που τον μετέβαλε σε αγάπη, και στο έργο της κόρης της, ορφανεμένης κι εκείνης, που το συνεχίζει με τη βοήθεια όλου του νησιού. Ως επίλογος, παρατίθεται ένα σημείωμα σχετικά με τα χωριά SOS, στα οποία και διατίθεται μέρος των εσόδων από την πολυτελή και εξαιρετικά καλαίσθητη αυτή έκδοση – ένας ακόμη λόγος για να φτάσει στα χέρια όσων πιο πολλών παιδιών γίνεται.

Λ.Π.-Α.


* Δημοσιεύτηκε στο ηλ. περιοδικό ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους, τ.114, Καλοκαίρι 2014 και

http://lotypetrovits.blogspot.gr/2014/06/blog-post.html

Στο βιβλιοπωλείο Book Talk στο Παλιό Φάληρο...

Book Talk Βιβλιοπωλείο στο Παλιό Φάληρο, που φιλοξένησε (11 Ιουνίου) μια συνάντηση ενός συγγραφέα με μια αναγνώστρια του.
Η δικηγόρος Μαρίνα Βαμβακά, σχετικά με το "Δυο φορές Άνοιξη" είπε:


Η μητέρα καθισμένη στην πολυθρόνα  πλέκει ζιπουνάκι με ροζ μαλλί για την νεογέννητη κόρη  και όπως γλυκά την παίρνει ο ύπνος  στην πόρτα προβάλουν δυο λευκοντυμένες κοπέλες  με ξέμπλεκα μαλλιά  και φορέματα κεντημένα με κλαριά  αμυγδαλιάς.
 Η μια κρατά ένα μπουκέτο αγριολούλουδα και  το προσφέρει χαρούμενα στη μητέρα,  η άλλη έχει τα χέρια πίσω από την πλάτη και  χαμογελά λυπημένα.  Έπειτα το όραμα χάνεται.   Δύο φορές άνοιξη λέει η έμπειρη γειτόνισσα, η μια με δώρο φανερό κι η άλλη κρυμμένο.   Το αίνιγμα αρχίζει και  άλλοτε σαν μέρα,  σαν  άρωμα,  σαν μελωδία και   σαν ειπωμένη λέξη θα κεντά το υφάδι της  ιστορίας  που στρώνεται κάτω από τα μάτια μας.
Στο άστρο της Άνοιξης λοιπόν  γεννιέται η Ανθή,  ένα όμορφο παιδί  , χιλιοαγαπημένο και τραγουδισμένο με Χατζιδάκι, Μαρούδα, Γούναρη από τους γονείς της που ήρθαν στην Αθήνα από την επαρχία,   τον Απόστολο , υπάλληλο στον ΟΣΕ  και την Χριστίνα Γκλαβάνη,  που χτυπώντας τις μπεσαμέλ της στην κουζίνα ονειρεύεται την ζωή που δεν έκανε.  
Απλοί και γλυκοί  άνθρωποι , ζωή σε λίγα μέτρα  διαμέρισμα στου ζωγράφου  με πυρήνα  την Ανθή.   Η Ανθή  επιμελής μαθήτρια στις καλόγριες , χωρίς καμιά επαφή με αγόρια, μόνο την παραίνεση της πονηρής γιαγιάς  και το ρητό της «σχολείο χωρίς αγόρια, ακροποταμιά χωρίς πλατάνια. 
Τραγούδι στο Τραγούδι η Ανθή μεγαλώνει, γίνεται μια λεπτή κοπέλα με μακρύ λαιμό, τόσο πιο πολύ όμορφη όσο πιο λίγο το ξέρει.  Κι έπειτα σαν την φέτα του ψωμιού με τη μαρμελάδα πορτοκάλι από τις πορτοκαλιές του κήπου της γιαγιάς της, αυτή  που μουδιάζει στον ουρανίσκο,  θα γνωρίσει τον πικρόγλυκο έρωτα με τον Δημήτρη. 
Βρισκόμαστε στην Αθήνα, το 1986 και θα ζήσουμε εδώ  μέχρι το Μάιο του 2012 που ο Μάνος υπογράφει με την λέξη τέλος το βιβλίο.  Ακλουθούμε την Ανθή  να πίνει καφέ στο Μπραζίλιαν,  να τρώει λεμονόπιτα στου Ασημακόπουλου,  να θαυμάζει τα πήλινα της Βερναρδάκη στο Κολωνάκι,  να φιλιέται πίσω από τον Άγιο Διονύσιο.  Η Ανθή ακούει την μουσική που ακούσαμε.      Ένα περίεργο και ευχάριστο αίσθημα  “Athens revisited”  αλά  Μπομπ Ντύλαν,  μας φέρνει σε ίχνη που έχουμε και μείς αφήσει  και μας έχει αφήσει η πόλη.
Με ένα γρήγορο προφορικό λόγο, με μικρές φράσεις στίχους και ρυθμό ποίησης, με ένα παιγνίδι  όπου η ψυχή των ηρώων αλλάζει τον  καιρό στην πόλη,  κάνοντας τη θλίψη βροχή, τη  χαρά λιακάδα,  και  το προμήνυμα  συννεφιά,   ο Μάνος  μας ανοίγει την πόρτα στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων του.  Δηλαδή σ  αυτό το χάος που κλείνεται  πίσω από τα  προφανή τα αυτονόητα  τα κατεστημένα ,  πίσω από  την γραβάτα ή το κραγιόν που φοράμε για να βγούμε στον κόσμο.
Όμως καθυστερώ την πλοκή που την αισθάνομαι να με τραβά  από τη μύτη.   Η Ανθή σπουδάζει  στην Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών  γραφίστρια  και γνωρίζεται σ ένα πάρτι εκεί με τον 22άχρονο  Δημήτρη            Χρυσογόνο, που σπουδάζει διακοσμητής.  Παιδί καλής οικογενείας του Κολωνακίου, με μπαμπά γιατρό  και μαμά γόνο πολιτικής οικογένειας, με μεγάλη περιουσία,  μαυρομάλλη πρασινομάτη  και χαριτωμένα θαρρετό, ήδη με εμπειρία στο κυνηγητό κοριτσιών.   Θα τον αγαπήσει  όπως αγαπάει το πρώτο φιλί το  ζευγάρι που κλείνει μέσα του.
 Η εκλεκτή «Παρθενωπή» όπως κοροϊδευτικά συζητούν την παρθενική κατάσταση τους η Ανθή και η παιδική της φίλη Αλικη, θα πετάξει το στηθόδεσμο και θα  σαρωθεί από το πάθος του Δημήτρη.  Δημήτρης και Ανθή  κυρτότητες που ενώνονται με κοιλότητες  στο σύμπλεγμα μιας ηδονής που ο συγγραφέας  φέρνει με λέξεις και εικόνες στο μυαλό μας.
 Ο Δημήτρης  φεύγει για  το στρατό, ενώ έρχεται η αναπόφευκτη εγκυμοσύνη  της Ανθής.   Η μητέρα του Δημήτρη Μάρθα Χρυσογόνου, χήρα, σε ελεύθερη σχέση με τον Λάμπρο Τέλογλου μακρινό εξάδελφο της οικογένειας, κυρία του κόσμου, με έντονο ρεαλισμό και αντίληψη  του «ιστορικού υλισμού»  ως διαφύλαξη της οικογενειακής περιουσίας, με το χαρακτηριστικό οιδιπόδειο της ελληνίδας μάνας  για τον Δημήτρη και φιλοδοξία να τον δει αστεράτο επιστήμονα  προσπαθεί να αποτρέψει  τη φυσική συνέχεια «γάμος».
Θα απορείτε ίσως που αναφέρω τους δεύτερους και τρίτους ρόλους του βιβλίου με   ονοματεπώνυμο και ιστορικό.   Θέλω να σας προετοιμάσω για το γεγονός ότι στο βιβλίο αυτό κάθε πρόσωπο είναι πλασμένο  σταθερό για να αναγνωρίζεται  μαζί όμως και  ρευστό  για να διαφεύγει απρόβλεπτα   από την φόρμα του, όπως κάθε αληθινά ζωντανό  ελεύθερο ον.
Η Ανθή λοιπόν παντρεύεται και νοικοκυρεύεται με τον Δημήτρη σε παραλιακό διαμέρισμα του Π.Φαλήρου.   Δυο 20χρονα παιδιά, που γίνονται γρήγορα γονείς ενός αγοριού.    Ο Δημήτρης  πατέρας κουβαλητής που πιάνει δουλειά στον Τελλογλου με εξαιρετικές επιδόσεις  , η Ανθή  απολαμβάνει την χαρά να είναι μητέρα και να διοικεί το σπίτι της.   Και μέσα στον εκμαυλισμό της συνήθειας,  στο διαχωρισμό των ρόλων που επιφυλάσσει  η  έγγαμη συμβίωση κατά τα γνωστά πρότυπα,  δεν αντιλαμβάνονται  ότι  το πάθος τους σιγοσβήνει, και  οι φυγόκεντρες επιθυμίες τους τους απομακρύνουν.   Ο Δημήτρης   χαριεντίζεται με τις ενζενί του γραφείου,  και στο σπίτι προσφέρει το βαθύ ροχαλητό του εξαντλημένου.  Και η Ανθή ?  Στην αρχή εφαρμόζει κόλπα κοσμοπόλιταν, ατμόσφαιρα, λουλούδια, κεριά και μετά σιγά σιγά αρχίζει να αναρωτιέται γιατί η ανάσα του Δημήτρη της είναι δυσάρεστη.  Το σώμα της  το δανείζει  στις όλο και αραιότερες  αγκάλες  του Δημήτρη  ενώ η ψυχή της διψάει  για  το εύθραυστο  πάθος που έχασε.   Ο μαγνήτης της οικογενειακής εστίας   όμως έχει αυτή την διπλή χάρη,  να εναλλάσσει συνεχώς την έλξη και την άπωση ανάμεσα στο ζευγάρι.
 Ένα δεύτερο αγόρι έρχεται στην οικογένεια.   Την ίδια ώρα ο Δημήτρης  σπάει τον κύκλο του σπιτιού  και κάνει δεσμό με μια όμορφη , πλούσια και ώριμη γυναίκα πελάτισσα του, την Έλσα  Ζακόμπ  που μένει σ ένα παλάτι στην Κηφισιά  .  Η νεότητά του Δημήτρη  δοξάζει τις ρυτίδες της Ελσας  και η  θέση   της Ελσας   την φιλοδοξία του Δημήτρη.  Η Ανθή  μαθαίνει  για τον δεσμό  πάνω σε Τρίτη εγκυμοσύνη της και αποβάλει.  Η αγάπη μένει ,άλλα  η ρωγμή ανάμεσα  στο ζευγάρι γίνεται χάσμα .
Τώρα η Ανθή αλλάζει ρότα στις επιθυμίες της και ο Δημήτρης  σπρωγμένος από ενοχές της παρέχει το μικρό διαμέρισμα του ισογείου για να ξεκινήσει το εργαστήρι της στις γραφικές τέχνες.  Και όπως γίνεται όταν οι επιθυμίες μας πάλλονται γύρω μας  και χτυπούν άγνωστες πόρτες , στην Ανθή ανοίγει  τώρα  η πόρτα του αληθινού έρωτα στο πρόσωπο του Μανουήλ Δαλασσηνού.   Ο Μανουήλ Δαλασσηνός, καλλιτέχνης φωτογράφος, τρυφερός, ποιητικός, χαμένος στα μάτια της από το πρώτο βλέμμα  γίνεται η βάρκα του καλοκαιριού που πλέει στα νερά του Αιγαίου,  ο ανοιχτός ορίζοντας  για ν ανοίξει τα φτερά της.    Κάτω από το βλέμμα του η Ανθή  υφαίνει και ο αργαλειός της  φτιάχνει ποιήματα σε εικόνες, την πρώτη της γραφιστική δουλειά, το πρώτο της βιβλίο .  Κάτω από βλέμμα του Μανουήλ το νεανικό κορμί της θα  βαπτισθεί  στις τέσσερεις εποχές του χρόνου και στην αιωνιότητα της φωτογραφίας .   Μα όταν ο Μανουήλ  της  ζητήσει να τον ακολουθήσει ,  η Ανθή  θα πει όχι.  Μπροστά της βλέπει ένα ογκόλιθο, την ζωή της  με τον Δημήτρης και τα  αγόρια.   Επιστροφή στο σπίτι,  εγκλεισμός.  Η Ανθή   νοιώθει, όπως λέει ο Μάνος να σβήνουν ένα ένα τα λουλούδια πάνω της.   Και ύστερα έρχεται το 1999 το τρίτο παιδί  ένα κορίτσι η Εμμανουέλλα.   Έχουν περάσει κιόλας 13 χρόνια από το πρώτο φιλί .   Η Μάρθα είναι ανάπηρη,  ο Τέλογλου έχει πεθάνει, ο πατέρας της Ανθής παθαίνει Αλτσχάιμερ,  η μητέρα παραστέκεται, η Αλίκη χωρίς σταθερή αναφορά στην ζωή, τα παιδιά  μεγαλώνουν, ένας κόσμος που προχωρά  με τους δικούς του νομούς, με εκείνη τη δόση ευτυχίας και δυστυχίας που κάνει την ζωή περιπατητική .
 Όχι μην χαλαρώνετε, την ώρα  που η ζωή μοιάζει να χωνεύεται,  να αποθηκεύονται οι πικρίες,  να  αφομοιώνεται η τροφή της  πείρας  ο άγνωστος θεός κραδαίνει τη σπάθα σπέρνοντας νέα αδιέξοδα.  Τώρα ισχυρός άνεμος δυστυχίας, ένας κύκλος μεγάλου κινδύνου γύρω από την μικρή Εμμανουέλλα,    σπάει τα τζάμια και  αναποδογυρίζει τα σαλόνια και τα λίβινγκ ρουμ της αστικής ζωής .  Η Ανθή  θα αποκαλύψει τον παλιό δεσμό της με τον Μανουήλ,  Ο  Δημήτρης  Θα πετάξει την μάσκα του αυτάρεσκου αρσενικού, ο Μανουήλ θα προδώσει την νομαδική  ζωής του αγκυροβολώντας  σ ένα νέο πλάσμα.  Και οι τρείς , Ανθή, Δημήτρης και  Μανουήλ προσφέρονται  με όλη τους την ψυχή  και εξιλεώνονται αναδεικνύοντας  την βαθιά ανθρώπινη ουσία τους
Αυτήν που φέρνει  στους ανθρώπους την πραγματική δεύτερη άνοιξη. Την άνοιξη της λαμπερής συνείδησης , της αγάπης που σαν νήμα τυλίγει την δέσμη από  λουλούδια, Λουλούδια του αγρού,  μαργαρίτες, παπαρούνες και ζουμπούλια   για να τρεμοπαίξουν τα βλέφαρα της Εμμανουέλλας ,  για να στάξει το δάκρυ  από τα ματοτσίνορα της Ανθής όταν κλείνει το βιβλίο με ένα χαμόγελο ¨δυο φορές άνοιξη. 


12.6.14

Οι αναγνώσεις μιας Λέσχης Ανάγνωσης

1    Για τέταρτη περίοδο είχα την τιμή και τη χαρά να συντονίζω τις αναγνώσεις της Λέσχης Ανάγνωσης της Βιβλιοθήκης Καίτη Λασκαρίδη, στον Πειραιά. Πάνω από 25 αναγνώστες μου εμπιστεύθηκαν, για μια ακόμα φορά, τα αναγνωστικά τους ταξίδια. Ταξίδια που γινόντουσαν στους όμορφους και φιλόξενους χώρους του νεοκλασικού κτιρίου της οδού Πραξιτέλους, κάπου εκεί κοντά στο Πασαλιμάνι. Και νομίζω πως είναι τώρα ευκαιρία να εκφράσω τον θαυμασμό μου στην Διοίκηση του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδου, στις δυο κυρίες που διευθύνουν τις εργασίες της Βιβλιοθήκης (την Μαριλένα Λασκαρίδου και την Καλή Κυπαρίσση), μα και σε όλα  τα νέα κορίτσια και αγόρια που από διάφορες θέσεις στηρίζουν την ουσιαστική λειτουργία ενός χώρου αφιερωμένου στο βιβλίο.  Δυο φορές το μήνα συναντιόμαστε και για δυο ώρες μιλούσαμε για τα βιβλία  που είχαμε διαβάσει, συχνά δε είχαμε και τον ίδιο τον συγγραφέα να μοιραστούμε μαζί τους σκέψεις, συναισθήματα και απόψεις. Τελικά, και μετά από τα τέσσερα χρόνια λειτουργίας, μπορεί  κανείς να πει πως τα περισσότερα από τα μέλη αυτής της Λέσχης Ανάγνωσης έχουν αποκτήσει φιλικές σχέσεις μεταξύ τους. Και είναι -πιστεύω- ουσιαστικά ανθρώπινες οι σχέσεις αυτές, μιας και έχουν εδραιωθεί σε λογοτεχνικές εξερευνήσεις συναισθημάτων. Αξίζει, ακόμα να σημειώσω πως τρεις με τέσσερις φορές το χρόνο, μετά τις λογοτεχνικές συζητήσεις προχωρούμε και σε συναθροίσεις σε ταβερνάκια της περιοχής. Κι εκεί δίπλα στους χάρτινους ήρωες που μας κρατήσαν συντροφιά ανακαλύπτουμε ο ένας τα συναισθήματα των άλλων. Αλλά και κάτι ακόμα- κλείνοντας τις συναντήσεις μας, ζήτησα από τα μέλη  να κάνουμε την τελευταία μας συζήτηση δημόσια και να κουβεντιάσουμε για το δικό μου νέο μυθιστόρημα, το "Δυο φορές Άνοιξη". Κι έτσι, στο πατάρι του βιβλιοπωλείου Πατάκη η πρώτη παρουσίαση του έργου μου έγινε από τους ανθρώπους που για οκτώ μήνες συζητούσα μαζί τους για έργα, συγγραφείς και ήρωες της λογοτεχνίας. Τώρα δε μένει πια παρά να καταγράψω τα βιβλία που διαβάσαμε και να ευχηθώ σε όλους μας Καλό Καλοκαίρι.


     Τα μυθιστορήματα που διάβασε η Λέσχη Ανάγνωσης της Βιβλιοθήκης Καίτης Λασκαρίδη, την περίοδο 2013- 2014 


      Στ. Δάνδολος- Η χορεύτρια του Διαβόλου
Ιφ.Θεοδώρου – Η γεύση της ερήμου
Τέσυ Μπάιλα – Το μυστικό ήταν η ζάχαρη
Στ.  Τσβάϊχ –  Η μέθη της μεταμόρφωσης
Θ. Κοροβίνης -Γύρος  του θανάτου
Τζόναθαν Σάφραν Φόερ  - Εξαιρετικά Δυνατά Απίστευτα Κοντά
Η. Βενέζης – Αιολική Γη
Γ. Ροτ  -Ιώβ , Η ιστορία ενός απλού ανθρώπου
Μάριο Βάργκας Λιόσα – Η θεια Χούλια κι ο γραφιάς
Κούτσι -  Η παιδική ηλικία του Χριστού
Φίλιπ Ροθ – Πατρική κληρονομιά
Α. Κορτώ – Το βιβλίο της Κατερίνας
Δημ. Στεφανάκης – Άρια, ο κόσμος από την αρχή
Μ. Κοντολέων – Δυο φορές Άνοιξη