24.5.20

Ερωτική Αγωγή - Η ερωτική σημειολογία των χρωμάτων (απόσπασμα)




(Κεφάλαιο 4ο)

Ποια χρώματα , άραγε, να συμβολίζουν εκείνα τα χρόνια , τα χρόνια που άφηναν πίσω τους τον πόλεμο; Ίσως το κόκκινο –αλλά πάλι όχι αυτό, μιας και το κόκκινο συμβολίζει το αίμα και όλοι –τότε- θέλανε να ξεχάσουν τα φονικά. Μαζί τους ίσως να ξεχνούσαν και τη φλόγα της επανάστασης, αλλά υπήρχαν εκείνοι που πιστεύανε πως η επανάσταση μιας κι είχε γίνει κάπου καθεστώς, μπορούσε να ενσωματωθεί στις αποχρώσεις του πράσινου της ελπίδας. Με το πράσινο, λοιπόν, ο συμβολισμός μιας εποχής –εκείνης της εποχής; Καλύτερα, ας το αποφύγουμε προς το παρόν* δεν υπονοεί το τραύμα που επουλώνεται, μήτε και προαναγγέλλει την παντοδυναμία της επερχόμενης κατανάλωσης  –άλλωστε αυτό το χρώμα θα είχε, στο μέλλον, άλλους ρόλους να διαδραματίσει. Το καφέ, εξ΄ άλλου,  παραπέμπει στους καρπούς της γης και γι αυτό εξοστρακίζεται, το γκρι στη μιζέρια που όλοι θέλουν να ξεχάσουνε, το κίτρινο λες και λησμονά τους νεκρούς που έτσι κι αλλιώς μας επισκέπτονται τις νύχτες μαζί με τους κρυμμένους εφιάλτες, το γαλάζιο επιζητά να συνυπάρξει με το ροζ, γι αυτό και τα δυο μόνο μια ηλικιακή περίοδο ίσως να έχουν τη δυνατότητα να σκιαγραφήσουν. Κανείς δε συζητά χρώματα σαν και το μοβ, τo φούξια ή το γκρενά. Μένει το μαύρο και το λευκό.
Το μαύρο –το πιο έντονα θηλυκό. Και το λευκό με την απόλυτη αρρενωπότητά του.
Οι θηλυκοί εκπρόσωποι  της κυρίαρχης λευκής φυλής έλκονται από τις έντονες αντιθέσεις ανάμεσα στο χρώμα του δέρματός τους και των ενδυμάτων εκείνων με τα οποία περιβάλλουν τα κρυφά μέρη των σωμάτων τους. Πάντως τα εσώρουχα των γυναικών, και οι άντρες προτιμούν να είναι σε χρώμα μαύρο. Μαύρες κιλότες και μαύροι στηθόδεσμοι, μαύροι κορσέδες –όλα να περικλείνουν ανοιχτόχρωμες και τρυφερές σάρκες. Σάρκες με μια υποψία από χνούδι να τις στολίζει, με σκουρόχρωμους λεκέδες να σκιάζουν τα πλέον απόκρυφα των σημείων τους, με μικροσκοπικές ελιές να σηματοδοτούν τα σημεία της ηδονής –ελιές δίπλα σε ρόδινες θηλές, ελιές δίπλα στο κούφωμα των αφαλών, ελιές εκεί που σταματάνε τα χείλια… Οι σάρκες των γυναικών ενώνουν την παθητικότητά τους με την τριζάτη έκφραση μια μαύρης, από σατέν, κομπινεζόν.  Και κομμάτια δαντέλας να στολίζουν με κομψή διακριτικότητα τα όρη των μαστών, τις κατηφόρες των γλουτών και την πάλλουσα περιοχή του κοιλιακού χώρου. Δαντέλες, προς ώρας διστακτικές, μα εντούτοις με υπομονή να αναμένουν τα χρόνια όπου θα κυριαρχούσαν απόλυτα , μα και θα δεχόντουσαν άλλοτε να υποχωρούν  κρυπτόμμενες στη σχισμή του πρωκτού κι άλλοτε να διαπερνιόνται από τις λεπτές τριχούλες των σαρκοβόρων αιδοίων.

Και τα  βαριά αντρικά χέρια να τσαλακώνουν το μαύρο ύφασμα, να γυμνώνουν τη σάρκα, να την οσφραίνονται, να τη γεύονται, να την πιπιλούν, να την κάνουν δική τους.


Τα εσώρουχα των αντρών πρέπει πάντα να είναι  λευκά – το λευκό που αποκρύπτει το δολερά σχέδια του κυνηγού, την κατακτητική προοπτική των σχεδιασμών του.
Τα σώβρακα γίνονται πιο κοντά, από υφάσματα που δεν γδέρνουν το εσωτερικό των μηρών, έτσι όπως αναγκάζονται πλέον να παραμένουν καθηλωμένοι υπό οξεία γωνία στα γραφεία της αστικής εξέλιξης. Πλέον κοντά, για να αναπνέουν με άνεση οι αδένες της αναπαραγωγής και της ηδονής. Ναι, πάντα λευκά, για να έχουν τη δυνατότητα να δείχνουν το λεκέ από τις σταγόνες του σπέρματος που επέμενε να τρέξει σε στιγμές κοινωνικής καταπίεσης του ερωτικού ξεσπάσματος –ο άντρας που επέζησε του πολέμου, ακόμα και την ώρα της βιοποριστικής απασχόλησης δεν ξεχνά το ειρηνικό μήνυμα της ηδονής που σπέρνει μια νέα ζωή. Άλλωστε, δεν θα αργούσε να ενσκήψει η κυριαρχία των σλιπς για να βρούνε γόνιμα μέρεα το τόπο όπου θα στήνανε  το καραούλι τους –και τα τρία, σε απόλυτη συνύπαρξη, θα μπορούσαν να εκπέμπουν την ένταση του όγκου των και να παραλλάσσουν τη δολερή επιθετικότητά τους μέσα στην παρθενική απαλότητα του λευκού βαμβακερού.
Λευκή –βέβαια- και η φανέλα. Που αφήνει γυμνούς τους ώμους και αποκαλύπτει τη δύναμη των μπράτσων, περιχαρακώνει το δασάκι απ΄ όπου φυτρώνει ο λαιμός και φέρνει στο φως του απογεύματος το κρυμμένο πάθος της μασχάλης. Οι λευκές φανέλες σπάνε τη μελαγχολία της άπνοιας και φέρνουν στο νου την εικόνα ενός ταξιδιού –ο καραβοκύρης που περιμένει στην πιο κρυφή καμπίνα  εκείνη που διάλεξε να τον συντροφεύσει στο ταξίδι. Μια πρώτη γεύση της επανάστασης μα και της  έκθεσης του ημίγυμνου σώματος, πολύ πριν αποτελέσει πεδίο κοινωνικών αναταράξεων και οικονομικών  στόχων
Η βασιλεία των εσωρούχων δεν είχε ακόμα ενσκήψει, μα υπήρχαν εκείνοι –ανάμεσά τους και ο Χρήστος Βαλλής- που το ένστιχτό ήταν εκείνο που τους οδηγούσε στην πρωτοπορία των φαντασιώσεων. Ήταν ζήτημα επιμονής και υπομονής το να αναμένουν την απόλυτη επιβολή των φωτογραφιών με τα ημίγυμνα σώματα να στολίζουν στάσεις λεωφορείων, προσόψεις κτισμάτων και τις σελίδες του περιοδικού τύπου. Η εμπορία του σώματος προαναγγέλλετο –όπου νάναι ο Μάρλον Μπράντο θα πρότεινε την προκλητική αρρενωπότητα του Κοβάλσκι και μετά από λίγα, ελάχιστα χρόνια η Μαίριλυν θα αποκάλυπτε την ερωτική τελειότητα των γυναικείων ποδιών των κλεισμένων στη διάφανη κάλτσα.. Τα ήθη άλλαζαν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, κανείς δεν είχε τη σωφροσύνη να αναμένει, όλα γινόντουσαν γρήγορα και αν τα χρόνια που θα μεσολαβούσαν από το τέλος της δεκαετίας του 40 σε αυτά των αρχών του 80 δεν μπορεί να θεωρηθούν λίγα για το μέγεθος της ζωής ενός ανθρώπου, εντούτοις διάβηκαν ίδια με στάλα νερού που κατρακυλά και χάνεται από το στόμιο του ποτηριού στο μάρμαρο του νεροχύτη κι έτσι σε κλάσμα λες του χρόνου πέρασε μισός πάνω – κάτω αιώνας και ο Χρήστος Βαλλής θα ερχότανε η στιγμή που θα  κοιτούσε από το παράθυρο του δωματίου του σε ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης, τον ημίγυμνο, τον σχεδόν γυμνό άντρα, με μόνο του ένδυμα  ένα πάνλευκο σλιπάκι Κάλβιν Κλάιν –γιγαντοαφίσα κρεμασμένη στην οροφή ουρανοξύστη στην καρδιά της Times Square. Μια γιγαντοαφίσα κρεμασμένη πάνω από την πόλη και έτοιμη να ξεκινήσει την περιοδεία της σε άλλες χώρες της υφηλίου. Επιτέλους ο ηδονισμός κατάφερνε να γίνει κτήμα των πολλών, γινότανε κοινωνική αξία και οικονομική οντότητα. Εμπορεύσιμος, ανταλλάξιμος, καταξιωμένος.

23.5.20

Μάργκαρετ Άτγουντ «Οι διαθήκες»


Μάργκαρετ Άτγουντ
«Οι διαθήκες»
Μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ
Εκδόσεις Ψυχογιός
  


Η Μάργκαρετ Άτγουντ (Οτάβα, Καναδάς, 1939) νομίζω πως μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί όχι μόνο μία από τις πλέον επιτυχημένες, παγκόσμιας εμβέλειας, συγγραφείς, αλλά και από τις πλέον ευφάνταστες.
Η καριέρα της είναι εντυπωσιακή και περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα είδη λογοτεχνικής γραφής (μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα, βιβλία για παιδιά, κόμικ, θεωρητικά κείμενα, λιμπρέτα, σενάρια)
Είναι από τις πλέον αναγνωρίσιμες συγγραφείς, την ίδια στιγμή που με μεγάλη ευκολία ξεπερνά την όποια τυποποίηση θα μπορούσε να την βοηθήσει στην εδραίωση μιας τέτοιας φήμης.
Έχει τιμηθεί με πολλά καναδικά και διεθνή βραβεία -πλέον πρόσφατο το Booker 2019 για το μυθιστόρημα της «Οι διαθήκες».
Το συγκεκριμένο αυτό έργο, αν και αυτόνομο ως προς τα γεγονότα τα οποία περιγράφει, στην ουσία  αποτελεί τη συνέχεια ενός προηγούμενου μυθιστορήματος της -το «Η ιστορία της Θεραπαινίδας»
Εκείνο το προηγούμενο έργο είχε κυκλοφορήσει  το 1985 και είναι  ίσως και το βιβλίο που την έκανε παγκόσμια γνωστή.
Δεν είναι μόνο ότι έχει μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες, είναι και ότι έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο, αλλά και έχει διασκευαστεί σε επιτυχημένη σειρά για την τηλεόραση.
Στη χώρα μας είχε κυκλοφορήσει  από την Εστία το 1989 σε μετάφραση Παύλου Μάτεση, ενώ πλέον το εκδίδει ο νέος εκδότης της Άτγουντ στην Ελλάδα, ο Ψυχογιός, σε μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ.
Αρκετά από τα μυθιστορήματα της Άτγουντ έχουν στοιχεία μιας δυστοπικής φαντασίας και θεωρώ πως  καθώς το πρώτο από αυτά ήταν το «Η ιστορία της θεραπαινίδας», ήταν και εκείνο  που στάθηκε η αφορμή η συγγραφέας να αναζητήσει κι άλλες παρόμοιου προβληματισμού εμπνεύσεις σε επόμενα έργα της.
Αλλά αν κάτι με συνέπεια υπηρετεί η Άτγουντ, αυτό είναι η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας και η πορεία προς μια αναγνώρισή της ανεξαρτησία της μέσα σε ένα αντιφεμινιστικό, σχεδόν ολοκληρωτικά φαλλοκρατικό  κόσμο.
Τόσο, λοιπόν, το «Η ιστορίας της θεραπαινίδας» του 1985, όσο και το «Οι διαθήκες» του 2019,  συνενώνουν τους κεντρικούς αυτούς άξονες κι έτσι καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα δικό τους μυθιστορηματικό σύμπαν που όμως ακουμπά και συνομιλεί με τον υπάρχοντα κόσμο μας.
Χώρος δράσης το κράτος της Δημοκρατίας της Γαλαάδ. Πρόκειται για ένα θεοκρατικό και φαλλοκρατικό καθεστώς που έχει επικρατήσει σε ένα μεγάλο μέρος των ΗΠΑ, κάπου προς τα τέλη του 21ου αιώνα και έως τα μέσα του 22ου.
Η Άτγουντ όχι μόνο δεν ασχολείται με πιθανά τεχνολογικά επιτεύγματα του μέλλοντος, αλλά αντίθετα περιγράφει τα μελλοντικά χρόνια από πλευράς τεχνολογίας ως παρόμοια με αυτά της δική μας εποχής. Οι όποιες διαφορές υπάρχουν έχουν να κάνουν με μια περιβαλλοντική μόλυνση, η οποία και στάθηκε αφορμή για την επικράτηση στις ΗΠΑ ενός αντιδημοκρατικού καθεστώτος.
Κατά την μυθιστοριογράφο, τα όποια κοινωνικά επιτεύγματα του Πολιτισμού της Δύσης -με πρώτιστα αυτά των  ατομικών ελευθεριών και της ισότητας των φύλων- υποχωρούν όταν οι άνθρωποι αισθάνονται να κινδυνεύουν από τη μόλυνση της Φύσης.
Ο φοβισμένος άνθρωπος γίνεται συντηρητικός και έτσι -σύμφωνα με αυτήν την άποψη-  η Άτγουντ διατηρεί όλη την συγγραφική  της ελευθερία για να περιγράψει τη δυστοπία  που εκφράζεται μέσα στην καθημερινότητα ενός καταπιεστικού καθεστώτος που αντιμετωπίζει τα άτομα γενικώς ως εξαρτήματα της εξουσίας και ειδικότερα τις γυναίκες ως αντικείμενα, ως βιολογικές μηχανές τεκνοποίησης και τις κρατά σε μια απόλυτη άγνοια κάθε πολιτιστικού αγαθού.
Η θεοκρατική αντίληψη παύει να προέρχεται από θρησκευτικές οργανώσεις, αλλά ταυτίζεται με την ίδια την Κυβέρνηση. Στην ουσία κράτος και θρησκεία όχι απλώς συνεργάζονται αλλά ενοποιούνται σε ένα σώμα και οι προθέσεις τους στοχεύουν στην μετατροπή του πολίτη σε κοινωνικό αντικείμενο.
Η κεντρική ηρωίδα  στο δεύτερο μυθιστόρημα, είναι ένα από κεντρικά πρόσωπα και του πρώτου βιβλίου.
Η Θεία Λίντα, έρχεται από τον κόσμο πριν την επικράτηση της απολυταρχίας. Θύμα στην αρχή, επιβιώνει και ανέρχεται εντός του συστήματος ως θύτης, καθώς  αποφασίζει να υποταχτεί στις απαιτήσεις του νέου καθεστώτος και έτσι να αναρριχηθεί στο ύπατο αξίωμα που μπορούσε να φτάσει μια γυναίκα -αυτό του ελέγχου των ομοφύλων της.
Αλλά αυτή η εξέλιξή είχε βαρύ όσο και σύνθετο ηθικό τίμημα και η Λίντα, καθώς πλέον η ζωή της φτάνει στο βιολογικό της τέλος, αποφασίζει να κάνει κάθε τι δυνατόν για να καταστρέψει το καθεστώς. Η πρόθεσή της αυτή δεν εδράζεται σε ενοχές, αλλά στη διάθεσή της να εκδικηθεί τους άνδρες εκπροσώπους της εξουσίας που στην ουσία την εξανάγκασαν να ζήσει μια στερημένη όσο και ανήθικη ζωή.
Ο θηλυκός εξουσιαστής εκδικείται τον αρσενικό, υπενθυμίζοντας πως η επιστροφή προς ήθη παλαιοτέρων εποχών στο τέλος θα φτάσει έως και την μητριαρχία.
Δίπλα της δυο νέα πρόσωπα, δυο νεότερες της γυναίκες. Η μια γεννημένη και μεγαλωμένη μέσα στη θεοκρατική Γαλαάδ, η άλλη στο ελεύθερο γειτονικό κράτος του Καναδά. Η κάθε μιας τους, αν και από διαφορετική αφετηρία ξεκινώντας, θα αναζητήσουν τους τρόπους όχι μόνο της ατομικής τους αυτονομίας, αλλά και εκείνους με τους οποίους  θα μπορέσουν να νικήσουν ολοκληρωτικά τις δυνάμεις της οπισθοδρόμησης.
Με αξιοπρόσεχτη μυθιστορηματική σύνθεση, η Άτγουντ συνδέει τα τρία αυτά πρόσωπα και με άψογη τεχνική τριών διακριτών μεταξύ τους πρωτοπρόσωπων αφηγήσεων κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη της έως την τελευταία σελίδα.
Αν στο «Ιστορία της θεραπαινίδας» είχαμε μια ιδιαίτερη προβολή φεμινιστικών προβληματισμών, στο «Οι διαθήκες» αυτοί οι προβληματισμοί χωρίς να εξαφανίζονται αφήνουν τον πρώτο λόγο στη δημιουργία μιας αφήγησης που αγγίζει τα όρια ενός ατομικού δράματος εκδίκησης.
Η απόφαση της Λίντα, ως εκπροσώπου μιας θηλυκής εξουσίας, να προσπαθήσει να επαναφέρει την ισορροπία στις σχέσεις των δύο φύλων, αλλά και να τιμωρήσει την ύβρη της μείωσης της αξιοπρέπειας κάθε θηλυκού πλάσματος, μας φέρνει, μεν,  στο νου  μορφές παρόμοιες με αυτές μιας Μήδειας ή μιας Κλυταιμνήστρας, αλλά ασφαλώς η ηρωίδα της Άτγουντ δεν μετατρέπεται σε διαχρονικό σύμβολο, μα παραμένει μια προσωπικότητα όπου η ίντριγκα συνυπάρχει με προσωπικές ανασφάλειες.
Λογικό κάτι τέτοιο, όσο και αναμενόμενο. Η εποχή μας δεν μπορεί να εκφραστεί από σύμβολα παθών, αλλά μόνο από τα ίδια τα πάθη.
Εν κατακλείδι, έχουμε ένα ιδιαίτερα δυνατό μυθιστόρημα, με συνύπαρξη πλούσιας πλοκής και ταλαντούχας καταγραφής συναισθημάτων και δράσεων.
Ο Αύγουστος Κορτώ γνωρίζει για μια ακόμα φορά την τεχνική  να μεταφέρει στη γλώσσα μας όλη την ένταση που συναντά στα διάφορα μυθιστορήματα που μεταφράζει.

(Βιβλιοδρόμιο Νέων, 23/5/2020)

11.5.20

Συνέντευξη στην "Αλήθεια" Λευκωσίας (10/5/2020)


1.Κύριε Κοντολέων, για ποιο λόγο αρχίσατε να γράφετε;
-Το πρώτο μου κείμενο το έγραψα, εκεί γύρω στα 11 χρόνια μου. Αφορμή στάθηκε ο ξαφνικός θάνατος ενός αγαπημένου μικρού ζώου. Τώρα, πλέον, θεωρώ πως ξεκίνησα να γράφω στην προσπάθεια μου να κατανοήσω τις μεγάλες αλήθειες και να επικοινωνήσω με τον ίδιο μου τον εαυτό.

2.Για τον ίδιο λόγο συνεχίζετε να γράφετε;
-Νομίζω πως ναι.

3.Είστε πρώτα αναγνώστης και μετά συγγραφέας ή πρώτα συγγραφέας και μετά αναγνώστης;
-Έχω και άλλοτε πει πως για μένα  ‘γράφω’ σημαίνει ‘ζω’ και ‘ζω’ σημαίνει ‘γράφω’.

4.Από πού εμπνέεστε περισσότερο; Από την πραγματικότητα ή από τη φαντασία;
-Από την πραγματικότητα. Μόνο που συχνά αυτήν την πραγματικότητα την καταγράφω με τις τεχνικές της φαντασίας.

5.Ανεξαρτήτως αυτού, υπάρχει, εντέλει, οποιαδήποτε διαφορά, ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία;
-Η μια τροφοδοτεί την άλλη. Η μια αποκτά ουσία επειδή υπάρχει η άλλη. Η μια υπάρχει γιατί υπάρχει η άλλη.

6.Ο μικρός αναγνώστης είναι δυσκολότερος από τον μεγάλο ή αποτελεί υπεραπλούστευση αυτός ο ισχυρισμός;
-Είμαι από εκείνους τους συγγραφείς που πρώτιστα γράφουν έχοντας απέναντί τους τον ίδιο τους τον εαυτό. Για τον εαυτό μου, στην ουσία, γράφω. Και ο εαυτός μου δεν έχει μόνο μια -την όποια- τρέχουσα ηλικία. Αλλά έχει  παράλληλα και τις ηλικίες που προϋπήρξαν κι αυτές που θα ακολουθήσουν.

7.Θυμάστε το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε;
-Θυμάμαι τα πρώτα μου αναγνώσματα

8.Το τελευταίο ποιο είναι;
-Διαβάζω περίπου πέντε με επτά βιβλία το μήνα, ξεφυλλίζω άλλα τόσα, συζητώ για ακόμα περισσότερα… Ποιο, λοιπόν, είναι το τελευταίο;

9.Όταν γράφετε ταυτίζεστε με τους χαρακτήρες σας;
-Ταυτίζομαι ίσως όχι ακριβώς, μιας και η συγγραφή απαιτεί έλεγχο εκ των έξω. Αλλά σίγουρα συμπάσχω μαζί τους. Τους δανείζω μέρη του είναι μου.

10.Με ποιο λογοτεχνικό χαρακτήρα, από αυτούς που έμειναν στην ιστορία, θα θέλατε να είχατε κάνει παρέα;
-Τους λογοτεχνικούς ήρωες που έχω αγαπήσει και θαυμάσει τους γνώρισα  μέσα από τα μυθιστορήματα που μιλάνε γι αυτούς. Δε θα τολμούσα να ζητούσα μια εκτός αυτών των μυθιστορημάτων συνάντηση μαζί τους. Μπορεί και να με απογοήτευαν.

11.Εάν σας ζητούσα να προσθέσετε στη συντροφιά μας πέντε λογοτέχνες, που δεν βρίσκονται εν ζωή, ώστε να γίνει ακόμα πιο ελκυστική, τι απάντηση θα μου δίνατε;
-Αν κρίνω από τους συγγραφείς που γνώρισα και μέσα από τα βιβλία τους και κατ΄ ιδίαν, θα έλεγα πως περισσότερο ενδιαφέρουσες ήταν οι συνομιλίες μας μέσα από τα κείμενα.

12.Η μοναξιά είναι η μοναδική συντροφιά ενός συγγραφέα;
-Καθόλου. Έχω πρώτα απ΄ όλα καλή συντροφιά με τους δικούς μου ανθρώπους, με τους φίλους και με τους συνεργάτες μου. Και περνάω υπέροχα με τον εαυτό μου και όταν γράφω και όταν διαβάζω. Κι αν πω πως εν τέλει είμαι μόνος, θα το πω γιατί πιστεύω πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε μόνοι μπροστά στις δυο μεγάλες στιγμές της ζωής μας -την αρχή και το τέλος της.

14.Ένας μεγάλος συγγραφέας μπορεί να είναι μικρός άνθρωπος;
-Μικρός άνθρωπος… Οι ανθρώπινες αδυναμίες είναι συχνές σε όσους εκφράζονται μέσα από την Τέχνη. Ίσως γιατί από τις αντιφάσεις πηγάζουν τα πάθη.

15.Πότε λέτε για κάποιον ότι είναι μεγάλος συγγραφέας και πότε λέτε για κάποιον ότι είναι μικρός άνθρωπος;
-Ο μεγάλος συγγραφέας είναι αυτός που έχει γράψει μεγάλα βιβλία. Και τα μεγάλα βιβλία είναι όσα μας βοήθησαν έστω και λίγο να δούμε πιο πλατιά τον κόσμο. Μικρός είναι ο άνθρωπος που θεωρεί πως ο εαυτός του είναι το παν.

16.Για ποιο λόγο οι μάζες προτιμούν την εύκολη, και εύπεπτη, ψυχαγωγία της τηλεόρασης αντί να σκύψουν μέσα στις σελίδες κάποιου βιβλίου;
-Πάντα η μάζα συμπεριφέρεται με διάθεση να μένει μακριά από ενδοσκοπήσεις. Και η αληθινή Τέχνη απαιτεί ενεργό συμμετοχή, δηλαδή απαιτεί κόπο  και τόλμη. Αυτοκριτική και αμφισβήτηση.

17.Αλήθεια, κύριε Κοντολέων, πώς θα ήταν ο κόσμος χωρίς βιβλία;
-Δεν μπορώ να τον φανταστώ. Όχι τόσο με το πως θα ήταν αν δεν θα υπήρχαν τα βιβλία ως αντικείμενα,  αλλά κυρίως με το πως θα ήταν χωρίς τα όσα μπορεί κανείς να βρει μέσα στα βιβλία.

18.Κάπου διάβασα το εξής: "Ο καλύτερος τρόπος για να σκέφτεται κανείς, είναι να γράφει". Συμφωνείτε;
-Δεν θα διαφωνούσα. Αλλά θα προτιμούσα το ρήμα ‘στοχάζομαι’

19.Τι θυμάστε εντονότερα από τα παιδικά σας χρόνια;
-Πολλά… Αυτά που με έχουν διαμορφώσει.

20.Ανήκατε στα παιδιά που βιάζονταν να μεγαλώσουν;
-Όχι, δε με απασχολούσε κάτι τέτοιο

21.Να υποθέσω ότι σήμερα ανήκετε στους μεγάλους που μετάνιωσαν επειδή βιάζονταν να μεγαλώσουν;
-Μήτε βιάστηκα να μεγαλώσω… Δεν ξέρω καλά, καλά και αν… μεγάλωσα

22.Εάν γράφατε ένα παραμύθι με θέμα την πανδημία, πώς θα το αρχίζατε;
-Τα παραμύθια ξεκινούν με τη φράση «Μια φορά κι ένα καιρό…»

23.Και πώς θα το τελειώνατε;
-«Και ζήσανε αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα…»


25.4.20

Χαν Γκανγκ «Η χορτοφάγος»


Χαν Γκανγκ
«Η χορτοφάγος»
Μετάφραση: Αμαλία Τζιώτη
Εκδόσεις Καστανιώτη

                                      Η εικόνα ίσως περιέχει: 3 άτομα, περιλαμβάνεται ο Μάνος Κοντολέων

Η πενηντάχρονη Χαν Γκανγκ  γεννήθηκε και ζει στη Νότια Κορέα. Κόρη συγγραφέα, πανεπιστημιακή καθηγήτρια, αλλά και η ίδια  συγγραφέας δύο συλλογών διηγημάτων και έξι μυθιστορημάτων.
Έχει κάνει την πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα από το 1993, αλλά  γίνεται γνωστή σε παγκόσμιο επίπεδο όταν κερδίζει το Man Booker International Prize του 2016 με το μυθιστόρημα της «Η χορτοφάγος», που στη Νότια Κορέα είχε κυκλοφορήσει από το 2007.
Το μυθιστόρημα δομείται σε τρία μέρη -το καθένα περιγράφει και ένα στάδιο της αμετάκλητης απόφασης της ηρωίδας να αλλάξει ολότελα τις διατροφικές της συνήθειες.
Η ΓιόνγκΧιε, μια μεσοαστή νέα γυναίκα της Νότιας Κορέας ζει με τον άνδρα της, ένα τυπικό υπάλληλο, ενώ και  την ίδια δεν τη χαρακτηρίζει κανένα ιδιαίτερο πάθος ή η όποια ανησυχία. Αυτά ως τη μέρα όπου η ΓιόνγκΧιε αποφασίζει να γίνει χορτοφάγος.
Μια απόφαση που την πήρε μετά από ένα όνειρο άκρας βιαιότητας και πλυμμηρισμένο στο αίμα.
Αλλά ένα όνειρο δεν μπορεί να πείσει μήτε το σύζυγο, μήτε το κοινωνικό περιβάλλον, μήτε και την ευρύτερη οικογένεια της. Η άρνηση να τρέφεται με οτιδήποτε ζωικό μαζί με την νέα της επίσης τάση να μη συμμετέχει σε προκαθορισμένης μορφής σχέσεις, προκαλεί έντονες αντιδράσεις εκ μέρους των άλλων που θα σταθούν και η αιτία η νεαρά γυναίκα να κάνει μια ατελέσφορη προσπάθεια να δώσει τέλος στη ζωή της.
Στο σημείο αυτό ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, που το κάνει σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση ο σύζυγος.
Στο δεύτερο μέρος, η τριτοπρόσωπη πλέον αφήγηση εστιάζεται στην στάση του συζύγου της αδελφής της ΓιόνγκΧιε και ξεκινά δύο περίπου χρόνια από το τέλος του πρώτου μέρους.
Ο άνδρας αυτός είναι φωτογράφος και δημιουργός καλλιτεχνικών βίντεο. Η όλη στάση της κουνιάδας του και ο ιδιότυπος ερωτισμός που εκπέμπει το άσαρκο σώμα της, τον ερεθίζουν τόσο σεξουαλικά όσο και καλλιτεχνικά. Συμφωνεί μαζί της να της ζωγραφίζει το σώμα με λουλούδια και στη συνέχεια να το βιντεοσκοπίσει και μετά από κάποιες συναντήσεις, θα σκεφτεί και ο ίδιος το ίδιο να κάνει με το δικό του σώμα και στο τέλος να ενωθούν τα δυο κορμιά ως δυο φυτά που πλέκονται το ένα με το άλλο. Το δεύτερο αυτό μέρος ολοκληρώνεται καθώς η αδελφή και σύζυγος ανακαλύπτει τους δυο εραστές και αυτοί θα προσπαθήσουν -και πάλι ανεπιτυχώς- να αυτοκτονήσουν.
Το τρίτο μέρος ανήκει στη ματιά της αδελφής της ΓιόνγκΧιε. Έχουν περάσει άλλα περίπου δυο χρόνια, η ΓιόνγκΧιε είναι κλεισμένη σε μια ιδιωτική νευρολογική κλινική μιας και πλέον όχι μόνο αρνείται να τραφεί με κάθε ζωικό υλικό, αλλά το μόνο που επιζητά είναι το νερό.  Θεωρεί πως είναι  -ή θέλει να γίνει- ένα δέντρο.
Η αδελφή της της συμπαραστέκεται και προσπαθεί να κατανοήσει το γιατί όλα αυτά έχουν συμβεί. Μέσα όμως στη κλινική, οι γιατροί  πιέζουν με βασανιστικό τρόπο τη ΓιόνγκΧιε να δεχτεί τροφή με τη μορφή χυλού,  τελικά την τραυματίζουν και η αδελφή της, σχεδόν ημιθανή τη μεταφέρει σε ένα γενικό νοσοκομείο.
Αυτή είναι με λίγες λέξεις η ιστορία που η Χαν Γκανγκ στήνει στην προσπάθειά της να μιλήσει από τη μια για το δικαίωμα ενός ανθρώπου (και δη γυναίκας) να διαχειριστεί την ίδια του τη ζωή, και από την άλλη για τον τρόπο που ο έτερος κάθε μορφής και σχέσης  ζητά να επέμβει στις επιλογές του άλλου, όταν αυτές ξεφεύγουν από μια αναγνωρίσιμη κατάσταση.
Η απόφαση της ΓιόνγκΧιε να ακολουθήσει ότι  ένα όνειρο (εφιάλτης ή πρόταση διεξόδου από τον εφιάλτη) της έχει αποκαλύψει, θα τη φέρει αντιμέτωπη με τηn παράδοση (οικογένεια και κοινωνία), θα χρησιμοποιηθεί από την Τέχνη που αυτάρεσκα σκέφτεται μόνο μια έμπνευση δίχως αντίκρισμα προς τον άνθρωπο, θα υποστεί τη βιαιότητα της επιστήμης που δεν αναγνωρίζει την ισοτιμία μεταξύ της επιλογής ζωής ή θανάτου.
Κάποια στιγμή (εκεί προς το τέλος του τρίτου μέρους που είναι και εκείνο το οποίο προσφέρει και τα περισσότερα κλειδιά κατανόησης των θέσεων του έργου) η ΓιόνγκΧιε θα ψιθυρίσει:
Αυτό που προσπαθώ να πω… Ίσως όλο αυτό είναι κάτι σαν όνειρο
 Στην ουσία αναφέρεται σε ένα όνειρο όχι απλώς άρνησης της όποιας βίας, όχι απλώς επιστροφής σε ένα πλέον φυσικό τρόπο διαβίωσης, αλλά στην -ουτοπική ασφαλώς- ένωση του ανθρώπου με την Φύση.
Αλλά σε μια τέτοια κατάσταση εγκλωβισμού σε όνειρο μπορεί ο καθένας μας να βρεθεί κάποια στιγμή –η Χαν Γκανγκ, τουλάχιστον, μας ζητά να το αντιμετωπίσουμε. Και ως εκ τούτου, ο καθένας μας μπορεί, καθώς θα προσπαθεί να κρατηθεί από το λεπτό σχοινί  που μας διατηρεί σε επαφή με την καθημερινότητα, να χάσει την ισορροπία του και να πέσει.
Αν κάτι, σε μια τέτοια στιγμή θα μπορούσε να βοηθήσει, είναι μια ουσιαστική σχέση. Η ΓιόνγκΧιε δεν την αξιώθηκε ή και δεν τόλμησε να την δημιουργήσει. Θύμα κι αυτή συνθηκών αλλοτρίωσης και θύμα ακόμα της διαφυγής προς ένα αδιέξοδο όνειρο.
Μυθιστόρημα μιας ιδιαίτερης σύλληψης όσο και άποψης.
Μπορεί να εκφράζει και τον τρόπο σκέψης ανθρώπων που έχουν άλλες προσλαμβάνουσες και άλλα φιλοσοφικά κληροδοτήματα.
Ο βαθμός που ένα τέτοιο έργο μπορεί με επάρκεια να επικοινωνήσει με αναγνώστες διαφορετικών δομών σκέψης και καθημερινότητας, εξαρτάται και από την μετάφραση.
Η κριτική για τη ‘Χορτοφάγο» στην αγγλική της έκδοση έχει επισημάνει  πως ευτύχησε όσον  αφορά τη μεταφορά της στα αγγλικά. Έχει, όμως, επίσης γραφτεί και πως κορεάτες αναγνώστες κατηγόρησαν για αυθαιρεσίες την μεταφράστρια Deborah Smith (το μυθιστόρημα το έδωσαν σε κυκλοφορία οι εκδόσεις Portobello Books).
Η Smith απάντησε πως μια λογοτεχνική μετάφραση δεν μπορεί να μένει πιστή τόσο στη σύνταξη των προτάσεων , όσο στο ύφος του κειμένου. Και πως άλλωστε εργάστηκε έχοντας δίπλα της την ίδια τη συγγραφέα.
Οι Εκδόσεις Καστανιώτη ανέθεσαν τη μετάφραση του μυθιστορήματος στην Αμαλία Τζιώτη η οποία χρησιμοποίησε το κορεάτικο κείμενο. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν και η ίδια ακολούθησε τη θέση της Smith. Σε κάθε περίπτωση η ανάγνωση του συγκεκριμένου έργου μου κράτησε το ενδιαφέρον, οι συχνά έντονες σκηνές ερωτισμού ή βίας νομίζω πως με μεγάλη δεξιοτεχνία αποδόθηκαν στη γλώσσα μας, όπως άλλωστε και οι λεπτές αποχρώσεις των θέσεων της Χαν Γκανγ μπόρεσαν να εδραιωθούν στη σκέψη μου και στα συναισθήματά μου.
(πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοδρόμιο των Νέων, 25/4/2020)

11.4.20

Σαμάντα Σβέμπλιν «Απόσταση Ασφαλείας»


Σαμάντα Σβέμπλιν
«Απόσταση Ασφαλείας»
Εκδόσεις Πατάκη


 Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο
Η Σαμάντα Σβέμπλιν γεννήθηκε το 1978 στο Μπουένος Άιρες και τώρα πλέον ζει στο Βερολίνο. Έγινε γνωστή τόσο στην πατρίδα  της όσο και γενικότερα στις ισπανόφωνες χώρες από συλλογές διηγημάτων, οι οποίες έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες και έχουν διακριθεί με διάφορα βραβεία.
Το 2014 κυκλοφορεί το πρώτο της μυθιστόρημα –«Απόσταση Ασφαλείας» που  θα της προσφέρει την  αναγραφή του ονόματός της στη τελική λίστα του Man Booker.
Πέρα από το ότι έχει αναγνωριστεί ως μια από τις πλέον σημαντικές νέες συγγραφείς της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, δημιουργοί  όπως ο Mario Vargas Liosa και ο J. M. Coetzee έχουν εκφραστεί ευμενώς για το έργο της και την αναγνωρίζουν ως μια σύγχρονη εκδοχή της ματιάς ενός Κάφκα και της θέασης του κόσμου ενός Μπόρχες.
Με το μυθιστόρημα «Απόσταση Ασφαλείας» το ελληνικό κοινό έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με αυτήν την τόσο ιδιότυπη συγγραφέα.
Και νομίζω πως αυτή η πρώτη επαφή δημιουργεί ένα απρόσμενο και ιδιόμορφο ξάφνιασμα,  όπως και ένα πλατύτερο προβληματισμό πάνω στα όρια της λογοτεχνικής συνύπαρξης από τη μια τεχνικών γραφής και από την άλλη ανάπτυξης κεντρικών ζητημάτων που αφορούν τις διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά και τη σύνδεση του ανθρώπου με τη Φύση.
Το έργο στην ουσία αποτελείται από μια αδιάκοπη συνομιλία ανάμεσα σε δυο πρόσωπα -της Αμάντα, μητέρας ενός κοριτσιού, της Νίνα και του έφηβου  Νταβίντ.
Μαθαίνουμε πως ενώ η Αμάντα και η κόρης της βρισκόντουσαν σε διακοπές,  θα γνωρίσουν την Κλάρα και το γιο της.
Μα η Κλάρα αν και έχει υποψιαστεί αυτό που έχει πλήξει τον τόπο, μήτε το γιο της έχει καταφέρει να προστατέψει, μήτε και τις δυο παραθερίστριες θα ενημερώσει. Άλλωστε η ίδια στη θέση της λογικής αντιμετώπισης μιας ανορθόδοξης κατάστασης είχε επιλέξει μεταφυσικές μεθόδους που απέτυχαν.
Η Αμάντα, πλέον, κείτεται σχεδόν τυφλή και ετοιμοθάνατη στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου και στα πόδια της ο Νταβίντ -μετενσάρκωση ενός άλλου αγοριού που πλέον δεν υπάρχει- την πιέζει να αφηγηθεί αυτό που την έφερε σε μια τέτοια κατάσταση. Στην ουσία πρόκειται για μια ανάκριση με στόχο την αυτογνωσία και τον καταλογισμό ευθυνών.
Αλλά εντός αυτής της ανελέητης ανάκρισης, μόνιμα εισέρχεται ένας άλλος, διάλογος που μια μέρα πιο πριν είχε διαμειφθεί-αυτός της Αμάντα με την Κλάρα, τη μητέρα του Νταβίντ.
Σιγά, σιγά η Αμάντα θα αναλύει ολοένα και πιο βαθιά τη σχέση της με την Κλάρα, που αν και κράτησε μόνο μια μέρα, με ένα νομοτελειακό τρόπο καθόρισε το μέλλον όλων τους.
Γιατί πολύ γρήγορα, ο αναγνώστης μαθαίνει πως πέρα από την Αμάντα, άρρωστα είναι και τα δυο παιδιά. Και οι τρεις -πρώτα ο Νταβίντ και μετά η Αμάντα και η Νίνα- έχουν προσβληθεί από ένα νοσογόνο ιό που έχει μολύνει την περιοχή τους -μια περιοχή που ενώ υπήρχε ως τόπος παραθερισμού,  έχει μετατραπεί σε μολυσμένο και ημιέρημο χωριό.
Είναι σαν σκουλήκια.
Τί είδους σκουλήκια;
Σαν σκουλήκια παντού.
Σκουλήκια στο σώμα;
Ναι, στο σώμα.
Γεωσκώληκες;
Όχι, άλλου είδους σκουλήκια.
Με αυτόν το διάλογο ξεκινά όλο το έργο και αμέσως γίνεται σαφές πως πρόκειται να διαβάσουμε για τη διαδικασία μιας σήψης.
Στην ουσία μέσα από τις αφηγήσεις της Αμάντα , θα φανερωθούν  τα όσα έχουν προκαλέσει την ασθένεια  των τριών από τα τέσσερα πρόσωπα της ιστορίας. Πρόκειται για μια μόλυνση του νερού.
Ενώ, λοιπόν,  από τη μια διαβάζουμε μια σπειροειδή ανάπτυξη διαλόγων, από την άλλη έχουμε και μια ξεκάθαρη σύνδεση των σχέσεων γονιών και παιδιών όχι μόνο εντός  ενδοοικογενειακών καταστάσεων, αλλά και μέσα στο γενικότερο οικοσύστημα.
Κατανοώ απόλυτα πως η σύντομη περίληψη που έχω παραθέσει, όχι μόνο δεν μπορεί να περιγράψει το βασικό στίγμα του βιβλίου, αλλά και ίσως και να το οδηγεί προς μια λάθος αντίληψη. Αλλά η «Απόσταση Ασφαλείας» ανήκει σε εκείνα τα λογοτεχνικά κείμενα όπου πίσω από τα συμβάντα έχουν κρύψει τις -συχνά αντικρουόμενες- θέσεις τους.
Η τεχνική του συμβολισμού και τα υπερρεαλιστικά στοιχεία δεν επιδέχονται μονοσήμαντες αναλύσεις.
Όχι, δεν είναι τυχαίο που η Σβέμπλιν έχει θεωρηθεί μαθήτρια των Κάφκα και Μπόρχες. Και εγώ θα πρόσθετα και του Πόε.
Γιατί το έργο διαθέτει και μια αίσθηση υπερφυσικού μυστηρίου -ως ιδιόμορφο θρίλερ, έχει επίσης καταγραφεί στον ξένο τύπο.
Τόσο αυτό το  μυστήριο που συχνά αποκτά ένα κλίμα ζόφου, όσο και τα υπερφυσικά τεχνάσματα που πάνω του στηρίζονται χαρακτήρες και γεγονότα- υλοποιούνται  με μια γραφή γρήγορη και περιεκτική* φευγαλέα ως πέταγμα νυχτερίδας.
Τώρα απομακρύνομαι από το σπίτι. Όλα θα πάνε καλά, σκέφτομαι, σίγουρη ότι η διαδρομή δε θα μου πάρει πάνω από δεκάλεπτο. Η Νίνα κοιμάται βαθιά και μπορεί να ξυπνήσει μόνη της και να με περιμένει ήσυχη, έτσι κάνουμε στο σπίτι, όταν πετάγομαι να ψωνίσω κάτι το πρωί. Πρώτη φορά περπατάω απομακρυσμένη από τη λίμνη, προς το πράσινο σπίτι. «Αργά ή γρήγορα κάτι άσχημο θα συμβεί» έλεγε η μητέρα μου, «και όταν συμβεί, θέλω να σε έχω κοντά μου»
Θέλω να σε έχω κοντά μου – η φράση παραπέμπει στον τίτλο: Απόσταση Ασφαλείας. Και βέβαια είναι και το βασικό κλειδί ξεκλειδώματος της όλης μυθιστορηματικής σύνθεσης.
Οι μάνες που συνεχώς αναζητούν τρόπους να είναι δίπλα στα παιδιά τους, έτοιμες να παρέμβουν σε μια δύσκολη στιγμή τους, τελικά θα είναι αυτές οι ίδιες που  δεν θα κατανοούν πως για να αντιμετωπισθεί ο όποιος κίνδυνος απειλεί το παιδί, θα πρέπει να έχει συνειδητοποιηθεί η πηγή του.
Και στην περίπτωση της σύγχρονης κοινωνίας μας που έχει μετατρέψει τη Φύση σε εργοστάσιο παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων, αυτή η συνειδητοποίηση έχει καθαρά οικολογικές διαστάσεις.
Τα μάτια μου αργούν να συνηθίσουν το σκοτάδι του σπιτιού. Υπάρχουν λίγα έπιπλα και πολλά πράγματα. Πράγματα τόσο άσχημα και άχρηστα, διακοσμητικά αγγελάκια, μεγάλα χρωματιστά τάπερ στοιβαγμένα σαν συρτάρια, χρυσαφιά και ασημί πιάτα κρεμασμένα στον τοίχο, πλαστικά λουλούδια σε τεράστια πήλινα βάζα. Άλλο σπίτι είχα φανταστεί για τη μητέρα σου.
Με αυτά τα λόγια η Αμάντα περιγράφει το σπίτι της Κλάρα και εμμέσως δηλώνει την παραπλάνηση -το αρρωστημένο και άσχημο που εισβάλουν εν είδη φροντίδας ακόμα και μέσα στην οικογενειακή εστία
Όμως έτσι είναι κάτι παραπάνω από εμφανής η ελλιπής  φροντίδα που δεν προέρχεται από αδιαφορία, αλλά από λάθος χρήση της έννοιας μιας ‘απόστασης ασφαλείας’  ή και μια παθητική αποδοχή της μη τήρησής της.
«Αργά ή γρήγορα κάτι άσχημο θα συμβεί» έλεγε η μητέρα μου, «Και όταν συμβεί θέλω να σ΄ έχω κοντά μου»
Μα πως μπορεί να οριστεί το όποιο κοντά; Η απόσταση της ίδιας της Φύσης από τον άνθρωπο, εκφράζεται από το όποιο ασαφές κοντά;
…Τα παιδιά που έρχονται σ΄ αυτή την αίθουσα, έχουν πάθει κι αυτά δηλητηρίαση; Πώς είναι δυνατόν μια μητέρα να μην αντιλαμβάνεται; -ρωτά η έως το τέλος αγνοούσα Αμάντα.
Την απάντηση θα την δώσει ο γιος της  Κλάρα. Ο Νταβίντ -πλάσμα ανάμεσα στα σύμβολα της συνειδητοποίησης αλλά και της αμέλειας* θύμα και εν δυνάμει θύτης- θα εξηγήσει: Δεν έχουν υποστεί όλα δηλητηρίαση. Μερικά γεννήθηκαν δηλητηριασμένα, από κάτι που οι μητέρες τους ανέπνευσαν στον αέρα, ή από κάτι που έφαγαν ή άγγιξαν.
Πέρα από τις ποικίλες παρόμοιες ή μη προσεγγίσεις που θα μπορούσα να καταγράψω με τη διάθεση να ανασύρω θέσεις και στάσεις του κειμένου,  γεγονός παραμένει πως το  μυθιστόρημα αυτό απαιτεί την ερμηνεία του από τον κάθε αναγνώστη του ξεχωριστά.
Είναι από τα λογοτεχνήματα  εκείνα όπου  η επιλογή των λέξεων και η σύνθεση των προτάσεων βαραίνουν περισσότερο από τη σειρά εξιστόρησης των γεγονότων. Άλλοτε η ανάγνωση του μετατρέπεται σε άκουσμα μουσικής σύνθεσης κι άλλοτε σε ατένιση ζωγραφικού πίνακα.
Οι έννοιες θα ακολουθήσουν… Ίσως όμως και στο τέλος να εξαφανιστούν.
Κείμενο, εν τέλει, που σε συντροφεύει -παρηγορητικά ή καταγγελτικά- καιρό αφ΄ ότου έχεις ολοκληρώσει την ανάγνωσή του.
Και βέβαια, στην ελληνική του έκδοση, αυτή η συντροφιά υποστηρίζεται από τη μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου. Μεταφραστικός άθλος.

(Βιβλιοδρόμιο Νέων, 11/4/2020)

«Η επόμενη -ή μεθεπόμενη;- μέρα»


Μάνος Κοντολέων


«Η επόμενη -ή μεθεπόμενη;- μέρα»


Δεν μου αρέσει η επιστημονική φαντασία. Δεν επιλέγω να δω ταινίες που βασίζονται σε αυτήν και μήτε συνηθίζω να διαβάζω σχετικά μυθιστορήματα.
Όχι, δεν μου αρέσει η επιστημονική φαντασία και τα έργα που εμπνέει γιατί σχεδόν όλα τους είναι έργα δυστοπικά. Κι εγώ είμαι βασικά αισιόδοξος.
Αλλά να που τώρα εγώ είμαι -μαζί με τους ανθρώπους όλου του πλανήτη- έτοιμος να ζήσω (όχι να δω ή να διαβάσω) μια δυστοπική κατάσταση.
Ετοιμάζομαι να τη ζήσω… Και απλώς την υποψιάζομαι..
Αν η αισιοδοξία μου υπερισχύει, τότε πιστεύω πως όλα αυτά σύντομα θα πάρουν ένα τέλος. Αλλά αισιοδοξώ δεν σημαίνει αεροβατώ.
Κι έτσι η όποια θετική σκέψη μου κρύβεται σε μια γωνίτσα και άλλες σκέψεις ζοφερές μου κρατάνε συντροφιά.
Σύμφωνα με αυτές, λοιπόν….
-Οι καθημερινές στιγμές ελευθερίας θα μειωθούν
-Οι επαφές με φίλους θα λιγοστέψουν
-Για ταξίδια… ούτε λόγος να γίνεται
-Όχι πια νέα ρούχα, νέα μικροστολίδια για το σπίτι
-Ολοένα και περισσότεροι άνεργοι ολόγυρά μου
-Μα και τα δικά μου τα οικονομικά θα υποστούν μεγάλη μείωση
-Η κοινωνική φτώχια προξενεί βίαιες αντιδράσεις
-Οι νέοι δύσκολα θα μπορούν να βρίσκουν το ταίρι τους (πού άλλωστε;)
-Οι ερωτικές σχέσεις θα χτυπηθούν
-Οι γεννήσεις θα μειωθούνε
-Παιδικές χαρές και σχολεία κλειστά. Μαθήματα πια διαδικτυακά
-Ιατρική φροντίδα μειωμένη -λίγα φάρμακα
-Η όποια διασκέδαση των πολλών η τηλεόραση. Αλλά με ποια προγράμματα, αφού…
-Καλλιτεχνικές ομάδες δεν θα υπάρχουν
-Κινηματογράφοι και θέατρα κλειστά
-Διαλέξεις μόνο από το διαδίκτυο ή την τηλεόραση

Πρόχειρα καταγραμμένες αυτές όλες οι ζοφερές σκέψεις.
Αλλά ίσως υπάρχει και μια αισιόδοξη. Το κλίμα θα αρχίσει να αλλάζει. Να γίνεται πιο φιλικό προς τη Φύση…
Κι ο άνθρωπος θα μάθει μέσα σε αυτό το κλίμα να επαναπροσδιορίζει τη ζωή του. Μια αναγέννηση της Γης.
Αλλά εγώ -ευτυχώς ή δυστυχώς- δεν θα έχω προλάβει να τη δω αυτήν την…μεθεπόμενη μέρα.
                              ***********
Τελικά να που έγραψα κάτι που θυμίζει επιστημονική φαντασία και είναι δυστοπικό.
Αλλά σκέφτομαι -μιλώ με τον εγγονό μου από το τηλέφωνο- καλύτερα να μείνω στην αισιοδοξία των κειμένων για παιδιά.
Έτσι κι αλλιώς είμαι αποφασισμένος να προασπίσω την ποιότητα του μέλλοντός τους.




5.4.20

Αιμίλιος Σολωμού «Το ποτάμι»


Αιμίλιος Σολωμού
«Το ποτάμι»

Εκδόσεις Πατάκη
Αιμίλιος Σολωμού, Το ποτάμι
Ο Κύπριος συγγραφέας Αιμίλιος Σολωμού (1971) είναι γνωστός στο ελληνικό κοινό με τα δύο του μυθιστορήματα για ενήλικες και με δύο μικρότερης έκτασης λογοτεχνικά κείμενα για παιδιά.
Έχει τιμηθεί με το Λογοτεχνικό Βραβείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2013 και παράλληλα με το συγγραφικό του έργο είναι εκπαιδευτικός στη Μέση Εκπαίδευση.
Με τη μέχρι τώρα συγγραφική του πορεία δείχνει να απλώνει τις συγγραφικές του συνθέσεις τόσο στη λογοτεχνία των ενηλίκων, όσο και σε αυτή που απευθύνεται εκδοτικά σε αναγνώστες μικρότερων ηλικιών.
Δεν υπάρχουν πολλοί συγγραφείς που γράφουν στη γλώσσα μας και οι οποίοι ισομερώς μοιράζουν τις εμπνεύσεις τους στα δυο αυτά ήδη της λογοτεχνίας. Και πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις έχει ενδιαφέρον να δει κανείς αν υπάρχουν ή όχι διαφορές στη γραφή και αν ναι, ποιες είναι αυτές.
Χαρακτηριστική περίπτωση διαφορετικής συγγραφικής «ταυτότητας» είναι ο Παντελής Καλιότσος, ενώ αντίθετα η Ελένη Σαραντίτη διατηρεί την ίδια ματιά και όταν γράφει για παιδιά και όταν γράφει για ενήλικες.
Αλλά αυτό το θέμα ασφαλώς και δεν εξαντλείται στο πλαίσιο ενός σημειώματος και απλώς το έθιξα αναζητώντας να το ερευνήσω στην περίπτωση του Αιμίλιου Σολωμού.
Κατά την άποψή μου, ο Σολωμού ανήκει στην κατηγορία εκείνη όπου τα βιβλία του για παιδιά διαθέτουν μια έντονη συμβολικότητα, ενώ των ενηλίκων μια τάση αναψηλάφησης του παρελθόντος και ένα ένδυμα έστω και υποτυπώδους αστυνομικής πλοκής.
Μένω στην «παιδική» παρουσία του και ιδιαίτερα στο πιο πρόσφατο από αυτά τα δύο βιβλία του, το Ποτάμι.
Σε έναν απροσδιόριστο τόπο, σε μια απροσδιόριστη εποχή (πάντως σύγχρονη), ένα αγόρι περνά τις μέρες του ζώντας με τη μητέρα του και αναπολώντας τον πατέρα του που έχει φύγει για να πολεμήσει.
Εκείνο που έδενε πατέρα και γιο ήταν το ψάρεμα στο κοντινό ποτάμι. Εκεί συνηθίζει το αγόρι να πηγαίνει και ψαρεύοντας να αισθάνεται πως η πατρική παρουσία είναι κοντά του.
Ώσπου μια μέρα, στην όχθη του ποταμού αρχίζουν να φτάνουν διάφορα χειροποίητα δώρα και τελικά το αγόρι θα αναζητήσει αυτόν που τα στέλνει και θα βρεθεί στην καλύβα ενός γέροντα που η συντροφιά μαζί του θα τον παρηγορεί, καθώς ο νέος του ηλικιωμένος φίλος από τη μια θα τον διαβεβαιώνει πως η επιστροφή του πατέρα δεν θα αργήσει και από την άλλη θα του διαβάζει αποσπάσματα από τον « Γλάρο Ιωνάθαν», βιβλίο που το αγόρι διάβαζε μαζί και με τον πατέρα του.
Τελικά ο πατέρας επιστρέφει όταν πια κανείς δε θα το ελπίζει, αλλά ο γέρος εξαφανίζεται και η καλύβα του βρίσκεται κατεστραμμένη. Ανάμεσα όμως στα συντρίμμια της, υπάρχει το βιβλίο του Γλάρου Ιωνάθαν.
Αυτή με λίγα λόγια είναι η υπόθεση του έργου, αλλά στη λογοτεχνία δεν έχει και τόση -ή μόνο- σημασία το τι λέγεται αλλά κυρίως το πως αυτό λέγεται.
Και στο σημείο αυτό ανακαλύπτουμε την ιδιαιτερότητα της γραφής του Σολωμού. Φράσεις σύντομες, περιγραφές έντονες, απουσία πυκνής δράσης, ξετύλιγμα συναισθηματικών αντιδράσεων, σύμβολα και μια τάση να μην εξηγηθούν τα πάντα. Με άλλα λόγια, μια καθαρή λογοτεχνία όπου δεν την ενδιαφέρει τόσο το τι θα αφηγηθεί αλλά το πώς θα το αφηγηθεί.
Στην περίπτωση του συγκεκριμένου βιβλίου, έχουμε μια συμβολική ανάπτυξη της σχέσης που μπορεί να συνδέσει την απουσία αγαπημένου προσώπου με την υποκατάστασή του. Μια υποκατάσταση που θα την υλοποιήσει ακριβώς αυτό το κενό της παρουσίας μέσα στην απτή καθημερινότητα.
Το ποτάμι είναι ο δρόμος που συνδέει το σκληρό σήμερα με το νοσταλγικό χθες. Από αυτό όμως θα έρθει η αντικατάσταση και η παρηγορία.  Και η απούσα πατρική φιγούρα, έως ότου γίνει και πάλι παρούσα, θα εκπροσωπείται από τον αφηγητή μιας ιστορίας που μιλά για την ελπίδα και την αγάπη.
Ιδιαίτερο κείμενο. Με τον ρεαλισμό να συνυπάρχει με το όνειρο.
Τελικά να αναζητά και να ανακαλύπτει το πώς μια ουτοπία μπορεί να γίνει πραγματικότητα.

4.4.20

Thomas Mann Η απατημένη

Η εικόνα ίσως περιέχει: 3 άτομα

Thomas Mann
«Η απατημένη»
Μετάφραση: Γιάννης Κοιλής
Εκδόσεις Κριτική

                                  
Ο Τόμας Μαν (1875 -1955), ο βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1929 Γερμανός συγγραφέας, αναντίρρητα υπήρξε μια ηγετική μορφή στην πνευματική κίνηση της Δύσης κατά τον 20ο αιώνα.
Μυθιστορήματα του όπως το «Μαγικό Βουνό, το «Δόκτωρ Φάουστους»  ή το «Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού» αποτελούν άξονες διαμόρφωσης της δυναμικής αυτού του λογοτεχνικού είδους καθώς δίπλα στην μυθιστορηματική πλοκή (συχνά και πάνω από αυτήν) τοποθετούν φιλοσοφικές ανησυχίες και κοινωνικοπολιτικές προσεγγίσεις.
Το έργο του Μαν συνομιλεί με τις απόψεις φιλοσόφων όπως οι Νίτσε και  Σοπενχάουερ, ψυχαναλυτών όπως ο Φρόιντ  ή προγενέστερων λογοτεχνών όπως ο Γκαίτε.
Μα αν και ο Μαν θεωρείται (και είναι) ένας από τους σημαντικούς μυθιστοριογράφους του 20ου αιώνα, έχει παράλληλα γράψει και άλλα πολλά μικρότερης έκτασης λογοτεχνικά κείμενα (διηγήματα και νουβέλες)
Και από μια σκοπιά μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως εν τέλει η αξία ενός μυθιστοριογράφου επιβεβαιώνεται μέσα από τα συντομότερα έργα του. Κι αυτό γιατί τόσο σε  μια νουβέλα όσο και σ΄ ένα διήγημα η δυνατότητα εξάπλωσης των ιδεών -όταν μάλιστα  πρέπει αντίστοιχα να προσέχεται και η αναλογία τους με την όποια πλοκή- είναι αν όχι περιορισμένη, σίγουρα πάντως απαιτεί ευστοχία και αποτελεσματική εμβάθυνση.
Στην περίπτωση, λοιπόν, του Μαν, τα μικρότερης έκτασης λογοτεχνικά του κείμενα διαθέτουν σε υπέρμετρο βαθμό αυτά τα χαρακτηριστικά και έτσι χωρίς να πάψει κανείς να θεωρεί το μυθιστορηματικό του αποτύπωμα ως ένα από τα πλέον σημαντικά όλων των εποχών, παράλληλα αξίζει να σταθεί και στη μεγίστη δυναμική των διηγημάτων του.
Θα τολμούσα δε να ισχυριστώ πως σε ένα πλατύτερο κοινό, αυτά τα μικρής έκτασης έργα θα μπορούσαν να είναι περισσότερο προσιτά και πιο πολύ να αγαπηθούν καθώς είναι λιγότερα εμποτισμένα σε αναπτύξεις φιλοσοφικών αναλύσεων.
Το παράδειγμα της νουβέλας «Θάνατος στη Βενετία» αποδεικνύει αυτή την άποψη.

Αλλά το κύρος του μυθιστοριογράφου Μάν επισκιάζει -πάντα σε ένα πλατύτερο κοινό- τον διηγηματογράφο.
                                       ****
Πρόσφατα από τις Εκδόσεις Κριτική επανακυκλοφόρησε η νουβέλα του Μαν «Η απατημένη» σε μετάφραση του Γιάννη Κοιλή.
(Το έργο, στην ίδια μετάφραση, είχε  πρωτοκυκλοφορήσει το 1989 μαζί με δυο ακόμα νουβέλες και κάτω από τον ενιαίο τίτλο ‘Τρεις νουβέλες’)
Πρόκειται για την εξιστόρηση της ζωής μιας πενηντάχρονης χήρας   μεσοαστής, της Ροζαλί Φον Τίμλερ που ζει στο Ντίσελντορφ, εκεί γύρω στα 1930, μαζί με τα δυο παιδιά της* την  τριαντάχρονη περίπου Άννα που είναι χωλή και έχει ζωγραφικό ταλέντο και τον δεκαεξάχρονο περίπου γιο της τον Έντουαρτ που επειδή σχεδιάζει να σπουδάσει στο εξωτερικό θέλει να μάθει αγγλικά κι έτσι προσλαμβάνεται ο  γοητευτικός νεαρός Αμερικάνος Κεν Κίτον για να του παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα.
Η είσοδος ενός νεαρού αρσενικού που έχει όλα τα χαρακτηριστικά ατόμου μιας νέας εποχής μέσα στο συγκρατημένο μικρόκοσμο της οικογένειας Τίμλερ, θα αποτελέσει το θέμα της νουβέλας, με καταλυτικό τέλος την απόφαση της Ροζαλί να τολμήσει να εκφράσει το πάθος της προς τον Κεν. Αλλά στο σημείο αυτό το σώμα προδίδει το συναίσθημα. Και εκεί όπου η Ροζαλί προετοιμάζεται για την τελευταία καρποφορία της σάρκας της, θα βρεθεί απόλυτα νικημένη από την άρνηση της Φύσης να αποδεχτεί την αμφισβήτηση της.
Το αίμα που ξαφνικά κάνει  και πάλι την επανεμφάνισή του και η Ροζαλί θα το εκλάβει ως ένδειξη άνθισης της θηλυκής φύσης της,  θα αποδειχτεί πως είναι το πρώτο σημάδι ενός καρκίνου που θα φέρει τον θάνατο της.
Μια τελεσίδικη αντίθεση, τελευταία στη σειρά άλλων παρόμοιων διπολικών αντιθέσεων που διαπερνούν όλο το έργο.  
Ο παλιός κόσμος  και ο νέος* η συγκρατημένη στάση της αναπηρίας και η παράφορη έκφραση της υγειούς νεότητας* ο αυτοπεριορισμός της καλλιτεχνικής  δημιουργίας λόγω κοινωνικών δεσμεύσεων και η χωρίς τις όποιες συνδέσεις με το παρελθόν στάση ενός εκπροσώπου της νέας εποχής και συλλέκτη εμπειριών. Και τέλος η μεγίστη αντίθεση ανάμεσα στο πάθος της ψυχής και στην πεπερασμένη δύναμη του σώματος.
Όπως και στο «Θάνατος στη Βενετία», έτσι και εδώ ο Τόμας Μαν αναπτύσσει την αυτοκαταστροφική έλξη του γήρατος  προς την νεότητα. Και μπορεί στην περίπτωση του ‘Θάνατος στη Βενετία» να υπάρχει επιπλέον και η ‘ιεροσυλία’ της ομοφυλόφιλης επιθυμίας, αλλά και στην «Απατημένη» έχουμε μια άλλη μορφή -διαχρονικής ίσως;-  ύβρεως, αυτήν της ελεύθερης έκφρασης του σεξουαλικού πάθους από μια μεγαλύτερη γυναίκα προς ένα νεότερό της άντρα. Και επέλεξα στην προηγούμενη πρόταση να χρησιμοποιήσω τη λέξη ‘διαχρονική΄ γιατί όσο και αν η αναγνώριση το δικαιώματος της γυναικείας σεξουαλικότητας  δείχνει στην εποχή μας να είναι σεβαστή, παρόλα αυτά το κοινωνικό στάτους σε κάθε επίπεδο δεν το αποδέχεται ή τουλάχιστον προσπαθεί να το αγνοήσει.
Αλλά αυτό το ζήτημα αποτελεί μόνο τη βάση της πλοκής. Πάνω σε αυτό ο Μαν βρίσκει την ευκαιρία να αναζητήσει παρόμοιες αντιθέσεις ανάμεσα στο υπαρξιακό ‘θέλω’ και στο βιολογικό ‘είμαι’.
Και αυτήν την αναζήτηση την επιχειρεί σε όλα σχεδόν τα κεντρικά πρόσωπα του έργου.
Η κόρη, η Άννα, ζωγραφίζει τα χρώματα της Φύσης ακριβώς γιατί δεν μπορεί -λόγω αναπηρίας- να γευτεί τις μυρωδιές της. Ο συμβολισμός του διαχωρισμού των δύο αισθήσεων, της όρασης και της όσφρησης, είναι καίρια διεισδυτικός. Η Τέχνη θα μπορεί να αποδώσει ότι ‘οράται’ μα και  ότι ‘διαισθάνεται’  μόνο αν ο δημιουργός της έχει τολμήσει να αγνοήσει το ‘φαίνεσθαι’ και να αποδεχθεί το ‘είναι’.
Αν και η ίδια η Άννα είναι μια νέα γυναίκα, θα προσπαθήσει να κάνει την μητέρα της να αποδεχτεί το γήρας της* στην ουσία η ανάπηρη καλλιτέχνης ταυτίζει τη δική της σωματική μειονεξία με την όποια μειονεξία μπορεί να φέρνει μαζί του το γήρας. Αυτοευνουχίζεται ως δημιουργός για να αποδεχτεί την σωματική της αδυναμία.
Ο νεαρός Έντουαρτ χάνει την ευκαιρία να μυηθεί σε μια νέα άποψη της μελλοντικής του ζωής τη στιγμή που κάτι τέτοιο θα τον εξανάγκαζε  να αναγνωρίσει την σεξουαλικότητα της μητέρας του.
Ο Κεν Κίτον έχει την εγωκεντρική αυτάρκεια της νέας τάξης πραγμάτων και απέναντι στις αξίες του χτες κρατά μια στάση κατανάλωσής τους και όχι κατανόησής τους.
Αυτή η συμπόρευση των αντιθέσεων παρουσιάζεται με μια μοναδική συγγραφική μαεστρία στην περιγραφή ενός περιπάτου μάνας και κόρης καθώς εκεί όπου έχουν μαγευτεί από τα χρώματα της Φύσης, ξαφνικά τους γλυκαίνει τις σκέψεις μια  ενδιαφέρουσα μυρωδιά που όμως αποδεικνύεται πως προέρχεται από πτώμα ζώου σε αποσύνθεση.
Θα ήθελα ακόμα να επισημάνω τον τρόπο που περιγράφεται η σεξουαλική έλξη που δημιουργεί ο νεαρός Κεν στην Ροζαλί. Σπάνια μια γραφή άρρενος θα μπορούσε να διεισδύσει στη πυρηνική εκπομπή της σεξουαλικότητα ενός άλλου άντρα και να καταγράψει τόσο αυτήν όσο και το πως εισπράττεται από μια γυναίκα.
Η σκηνή που αναφέρεται σε ένα γεύμα στο σπίτι της Ροζαλί, αλλά και μια από τις τελευταίες όπου η Ροζαλί, πάλι, προξενεί τον άγριο θυμό ενός μαύρου κύκνου  καθώς αντί να τον ταΐσει με ένα κομμάτι ψωμιού που της δίνει ο Κεν, εκείνη προτιμά να το φάει η ίδια μιας και αυτό έχει απάνω του τη θέρμη του σώματος του νεαρού άντρα,  αποτελούν μεγάλες σελίδες της παγκόσμιας λογοτεχνίας -ιδίως αυτή με τον κύκνο όπου στην ουσία προαναγγέλλεται  η εκδίκηση της Φύσης προς εκείνη που την αμφισβητεί (η νουβέλα σε αγγλική έκδοση έχει τον τίτλο «Μαύρος Κύκνος).
Δίπλα σε όλα αυτά, ο Τόμας Μαν, με την προσφιλή του τεχνική, φωτίζει με φιλοσοφικό βάθος ζητήματα όπως αυτά του Θανάτου, του Έρωτα, της Ψυχής, της Τέχνης, του Πολιτισμού, της Καλλιτεχνικής Δημιουργίας, των Αισθήσεων, της Φθοράς.
Η γραφή του Τόμας Μαν -με την συνθετικότητα της γερμανικής γλώσσας από τη μια και από την άλλη με την αναζήτηση φιλοσοφικών εφαρμογών στις συγγραφικές του θέσεις- ασφαλώς και είναι πολύ δύσκολο να μεταφερθεί σε άλλη γλώσσα.
Στο βαθμό που γνωρίζω θα έλεγα πως ένα μεγάλο μέρος της συγγραφικής δυναμικής του μάλλον μειώνεται από τις κατά καιρούς μεταφράσεις των έργων του.
Ο Γιάννης Κοιλής είναι εδώ και χρόνια ένας από τους πλέον δόκιμους μεταφραστές μας έργων του Μάν αλλά και άλλων μεγάλων Γερμανών συγγραφέων.
Η νουβέλα «Η απατημένη» στην ελληνική της έκδοση πολλά οφείλει  στην δική του μεταφραστική ικανότητα.
(Σημείωση: Η επιστολή του Αντόρνο προς τον Μαν που συνοδεύει τη νουβέλα, προσφέρει το δικό της κύρος για μια πληρέστερη  κατανόηση του έργου)



(Βιβλιοδρόμιο, 4/4/2020)

31.3.20

O άνθρωπος που βρίσκει πάντα τις λέξεις

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Μάνος Κοντολέων γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς που κατάγονταν από τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά ασχολείται με τη λογοτεχνία από τα παιδικά μου χρόνια δημοσιεύοντας κείμενά μου στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων». Την πρώτη του εμφάνιση στα Γράμματα την έκανε το 1969 συμμετέχοντας σε ανθολογία νέων πεζογράφων και μετά από δέκα χρόνια κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο. Τα βιβλία του έχουν τιμηθεί με κρατικά βραβεία, τα οποία κυκλοφορούν σε διάφορες χώρες του κόσμου ενώ συνολικά το έργο του στην παιδική, εφηβική και ενηλίκων λογοτεχνία είναι σε θέση να τον συστήσει από μόνο του χωρίς μαγικό τρόπο. Θα έλεγε κάποιος πώς είναι ο συγγραφέας που αγκαλιάζει κάθε πτυχή της Παιδικής Ψυχής από τότε έως σήμερα …
«Αφήγηση» και «Ο Φωκίων ήταν ελάφι» ήταν τα πρώτα saw συγγραφικά έργα αν δεν κάνω λάθος κ. Κοντολέων. Πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος συγγραφής σας από τότε έως σήμερα;
Έχει αλλάξει και είναι λογικό κάτι τέτοιο μετά από 40 χρόνια συνεχούς συγγραφής. Τώρα το πόσο δεν μπορώ μήτε να το προσδιορίσω, μήτε και να το εντοπίσω με ακρίβεια. Φαντάζομαι πως έχει να κάνει με τον τρόπο που εγώ ο ίδιος ως άνθρωπος και ως αναγνώστης έχω αλλάξει. Πάντως, όταν το πρώτο μου βιβλίο «Ο Φωκίων ήταν ελάφι» κυκλοφόρησε ξανά πριν από κάποιους μήνες, με τον τίτλος «Ο Φωκίων ΔΕΝ ήταν ελάφι»  νομίζω πως έγινε σαφές σε όσους παρακολουθούν τη συγγραφική μου πορεία πως μπορεί η δομή της φράσης και τα σύμβολα να έχουν αλλάξει, αλλά παραμένει πάντα ο ίδιος προβληματισμός και η ίδιες θέσεις.
Περιγράφεται πάντα με τόση ευαισθησία τα ίδια τα παιδιά, με κάθε λεπτομέρεια τους και θίγεται πολύ σημαντικά θέματα κ. Κοντολέων που ίσως να μην τολμούσαν αρκετοί συγγραφείς. Ποια η σχέση σας με την παιδική ηλικία όλα αυτά τα χρόνια της πορείας σας, που οφείλεται αυτή;
Διατηρώ πάντα μια διαλεκτική σχέση με την παιδική ηλικία. Και έτσι γράφω με μια ενήλικη παιδικότητα. Δεν ξεχνώ τον τρόπο που βίωνα το κάθε τι ως παιδί, αλλά αυτό το ‘δεν ξεχνώ’ δεν παραμένει απλώς ως στοιχείο αναπόλησης, αλλά συνεχώς αναδημιουργεί και αναδημιουργείται από τις ενήλικες παραστάσεις και αντιδράσεις μου. Με άλλα λόγια δεν θέλω να διδάξω κάτι, θέλω όμως να το φωτίσω με τέτοιο τρόπο ώστε να ενδιαφέρει ενήλικες και παιδιά.
Ποιο είναι το πιο “δύσκολο” θέμα για το οποίο έχετε συγγράψει μέχρι στιγμής;
Δεν υπάρχει εύκολο ή δύσκολο θέμα. Θα έλεγα μάλιστα πως δεν είναι το όποιο θέμα που με δυσκολεύει, αλλά οι χαρακτήρες που πρέπει να πλάσω για να αναπτύξω το θέμα.
Ποιος να ήταν αυτός που θα ’θελε να βρει τον έρωτα πάνω στον κορμό μιας παπαρούνας τελικά κ. Κοντολέων;
Η παπαρούνα συμβολίζει το πάθος που για λίγο διαρκεί. Και το κάθε πάθος πρέπει σύντομα να χάνεται, διαφορετικά θα μετατρέπεται σε συνήθεια.  Με μια άλλη παρομοίωση θα έλεγα πως το πάθος είναι φυλλοβόλο δέντρο.
Υπάρχουν και άλλα δώρα που δεν ανοίξατε; Δώρα που κρύβουνε τις ευχές που αξιωθήκατε;
Σίγουρα… Ή μάλλον ελπίζω να υπάρχουν κι άλλα. Θα ήταν κρίμα να μην πάρω, αλλά και να μην δώσω, άλλα δώρα… Με αγαπήσανε πολλοί και τους θυμάμαι με ευγνωμοσύνη. Με αγαπούν πολλοί και χαίρομαι να είμαι μαζί τους. Μεγάλα δώρα που έχουν χαρίσει οι αναγνώστες μου. Ότι μπορούσα με όλη μου την καρδιά να προσφέρω σε ανταπόδοση τα έχω κρύψει μέσα στα βιβλία μου.
«Όταν είμαι -ή θέλω να είμαι- αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά.
Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους.
Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες. Κι όμως, τελικά… Τίποτε από εμένα δε φαίνεται.» Αυτή τη χρονική περίοδο τι  γράφεται κ. Κοντολέων με όλα αυτά που διαδραματίζονται γύρω μας; Δεν θα προσθέσετε κάτι από τα προσωπικά σας βιώματα;
Όχι ακόμα αυτά που ζούμε δεν έχω αποφασίσει να τα χρησιμοποιήσω σε ένα μου βιβλίο. Αλλά από την άλλη την ουσία όλων αυτών ήδη και εδώ και χρόνια τη συναντά κανείς στον πυρήνα βιβλίων μου όπως «Δε με λένε Ρεγγίνα, Άλεχ με λένε», «Ανίσχυρος άγγελος», «Ιστορία ευνούχου», «Ερτιλή Αγωγή», «Αμαρτωλή Πόλη», «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο». Ξέρετε πάντα μα απασχολούσε τόσο η ατομική όσο και η συνολική ευθύνη.
«Όσο πιο σύνθετες είναι οι καταστάσεις που ζούνε οι ήρωές σου, τόσο και πιο βαθιά πρέπει να χωθείς στο διάδρομο που θα σε οδηγήσει στο δωμάτιο της αυτογνωσίας. Τελικά, μετά από κάθε βιβλίο, έχω ανακαλύψει μία ακόμα κρυφή πτυχή του εαυτού μου.» Ποιες είναι οι κρυφές πτυχές σας τελικά κ. Κοντολέων;
Δεν έχω κρυμμένες πτυχές. Όλες σε κάποια βιβλία μου θα τις συναντήσετε. Όπως εγώ τις συνάντησα και τις κατανόησα πληρέστερα μέσα από βιβλία άλλων συγγραφέων. Για μένα τελικά αυτή είναι η λογοτεχνία -είτε τη διαβάζεις είτε τη γράφεις. Ανακάλυψη νέων πτυχών σκέψης, συναισθήματος, ιδεολογία. Και βέβαια πράξης.
Ένα αντικείμενο με το οποίο είστε συνδεδεμένος πέραν των βιβλίων σας;
Με πολλά. Αλλά τελικά έχω αρχίσει να τα μαζεύω όλα μέσα στη μνήμη μου. Από εκεί κανείς δεν μπορεί να μου τα πάρει. Θα τα πάρω εγώ μαζί μου.
Η συνέντευξη που έχετε πάρει στον εαυτό σας στο προσωπικό σας site αποτελεί μια εξαιρετική ιδέα για να σας γνωρίσουμε όλοι καλύτερα. Τι άλλο θα θέλατε να ρωτήσετε εσείς τον εαυτό σας;
Κάποτε έχω πει -και είναι κάτι που συνεχίζω και θα συνεχίσω να το λέω- πως γράφω για να ζω και ζω για να γράφω. Άρα ότι ρωτώ τον εαυτό μου και όποια απάντηση έχω βρει ή όχι, μέσα στα βιβλία μου υπάρχουν.
Κατά πόσο έχετε βοηθήσει την κόρη σας στο δικό της συγγραφικό έργο;
Δεν ξέρω τι εννοείται λέγοντας ‘βοήθεια’.  Εκείνο που μπορώ να τεκμηριώσω είναι πως ως γονιός μεγάλωσα μαζί με τη σύντροφό μου, και την Άννα και τον γιο μας τον Δομήνικο με κάποιες βασικές αρχές που έχουν να κάνουν με την ατομική αξιοπρέπεια, την συμμετοχή στα κοινά, στις αρχές γενικά του Διαφωτισμού. Τα παιδιά μας , καθώς τόσο εγώ όσο και η Κώστια, ζούμε μέσα στα βιβλία, μεγάλωσαν με τη συντροφιά τους και το καθένα με τον δικό του τρόπο και χρόνο δημιούργησε  μια προσωπική σχέση με τη λογοτεχνία. Καμαρώνω ως γονιός και ως παλαιότερος συγγραφέας κρίνω.
Aν έπρεπε να επιλέξετε μόνο ένα βιβλίο σας που με αυτό άλλαξε η κοσμοθεωρία σας ποιο είναι αυτό και με ποιον ήρωα σας ταυτίζεστε περισσότερο;
Και πάλι δεν μπορώ να ξεχωρίσω. Κάθε βιβλίο μου και μέρος, μικρό η μεγάλο, των ιδεών μου κρύβει. Κάθε ήρωάς μου μέρος από το Είναι μου έχει. Μαζί τους έζησα. Τους γέννησα και με κρατήσανε, με κρατούνε ζωντανό.
Τι σημαίνει για εσάς «Πηγή Παιδείας»;
Η Τέχνη, η Επιστήμη, η Ζωή. Με αυτή ή και με την ανάποδη σειρά. Εξαρτάται από τον τρόπο που ο καθένας αναζητά την Πηγή.
Ποια είναι τα επόμενα επαγγελματικά σας σχέδια, κατά πόσο θεωρείται ότι έχετε επιτύχει τους προσωπικούς και επαγγελματικούς αρχικούς σας στόχους;
Είμαι ευχαριστημένος, μάλλον αυτά που έχω κάνει με γεμίζουν. Θα μπορούσαν και να είναι σημαντικότερα. Θα μπορούσαν και να μην ήταν. Ανιστόρητο ότι κανείς κι αν υποθέσει. Συνεχίζω να γράφω. Βιβλία μου νέα είναι έτοιμα να κυκλοφορήσουν μόλις περάσει -και όποτε περάσει- η κρίση. Έχω ολοκληρώσει νέα. Σχεδιάζω άλλα… Αφού συνεχίζω να ζω, συνεχίζω και να γράφω.
Τι θα θέλατε να πείτε σε όλους του αναγνώστες σας για την κατάσταση αυτή που βιώνουμε σήμερα ή να τους δώσετε μια συμβουλή;
Ας κατανοήσουμε όλοι πως και την πιο απλή σκέψη, πράξη και απόφαση πρέπει να την αντιμετωπίσουμε ως πράξη πολιτική. Η Δημοκρατία -αν θέλουμε να ισχυριζόμαστε πως ζούμε σε δημοκρατικά πολιτεύματα- απαιτεί συνεχή εγρήγορση.
Θα θέλατε να κλείσουμε με μια φράση των βιβλίων σας;
Από το μυθιστόρημά μου «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο», διαλέγω τη φράση: Τα ταπεινά όνειρα των ταπεινών είχα μάθει να τα βοηθώ  να εκφραστούνε.
Θα θέλαμε να  σας ευχαριστήσουμε για αυτή την τόσο αληθινή συνέντευξη που μας παραχωρήσατε στο «Πηγή Παιδείας» και εγώ προσωπικά κ. Κοντολέων για το χρόνο σας και την προθυμία σας. Σας ευχόμαστε κάθε προσωπική και επαγγελματική επιτυχία, να συνεχίζετε να βάζετε το δικό σας λιθαράκι στο συγγραφικό περιβόλι.  Εύχομαι ολόψυχα μέσα από την διαρκή εξέλιξη της δουλειάς σας να συνεχίσετε να μας γεμίζετε με όμορφα συναισθήματα, ελπίδες και ταπεινά όνειρα ώστε την κατάλληλη στιγμή  να εκφραστούν…

Πρώτη ανάρτηση: Πηγή Παιδείας
https://pigipaideias.gr/2020/03/30/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD-o-%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B2%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%B9/?fbclid=IwAR3fWahN7BW_hmGCpoHveRV6b1tY7Ewg1rqt1D5UXQ_WvWKMGwscFF3mCnw