23.12.07

Το αγόρι στην αποβάθρα





Στέφανος Δάνδολος
Το αγόρι στην αποβάθρα
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Καστανιώτη

Με πέντε μυθιστορήματα και μια συλλογή διηγημάτων να έχουν εκδοθεί μέσα σε λιγότερο από δέκα χρόνια, ο Στέφανος Δάνδολος (γεν. 1970) μπορεί πλέον να θεωρηθεί ότι έχει καταθέσει την προσωπική του σφραγίδα στο χώρο της νεότατης λογοτεχνίας μας.
Αλλά είναι έτσι; Μήπως ο Δάνδολος ανήκει στην κατηγορία εκείνη των συγγραφέων που πεισματικά δείχνουν να αναζητούν κάθε φορά μια άλλη ταυτότητα, τόσο σε επίπεδο φόρμας και γραφής, όσο και επίπεδο θέματος;
Κι όμως, αν και από την τραυματική σχέση μιας κόρης με τον πατέρα της, στην εξομολόγηση ενός αιματοβαμμένου αυτοκράτορα, ασφαλώς και υπάρχει μια απόσταση, ένας δρόμος που όσο κι αν οι ενδιάμεσες στάσεις του περιείχαν κάθε φορά και σε μια άλλη προβληματική, εντούτοις το όχημα δεν άλλαζε και τόσο. Πάντα ήταν ένα όχημα που του άρεσε να χρησιμοποιεί σύνθετες προτάσεις, να ανιχνεύει υπόγειους συνειρμούς και να φωτίζει την αγωνία του ανθρώπου καθώς αναζητά όχι τη μοίρα του, αλλά την ταυτότητά του.
Μα ο Δάνδολος φαίνεται πως καθώς έχει μπει για τα καλά στην τέταρτη δεκαετία του
μας δίνει το έκτο του μυθιστόρημα που φιλοδοξεί να ανασχεδιάσει την έως τώρα συγγραφική του πορεία.
«Το αγόρι στη αποβάθρα» είναι ένα μυθιστόρημα αγωνίας όσο και αγάπης. Σύγκρουσης όσο και σύνθεσης. Ρεαλισμού όσο και φαντασίας. Κι ακόμα είναι ένα μυθιστόρημα που δεν θέλει να στηριχτεί σε χαρακτήρες, αλλά σε τύπους –εκπροσώπους εποχών.
Ένα αγόρι που ζει σε μια ταραγμένη πόλη, σε μια ταραγμένη εποχή, συναντά ένα ηλικιωμένο άντρα που ζει αποκλεισμένος στον έβδομο όροφο μιας σχεδόν ετοιμόρροπης πολυκατοικίας. Η συνάντησή τους θα φέρει στην επιφάνεια όχι μόνο το μυστικό του ηλικιωμένου άντρα, αλλά και το μυστικό του αγοριού. Το μυστικό του ενός δεν είναι τίποτε άλλο από τη συμμετοχή του στο μέγιστο έγκλημα που διαπράχτηκε κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα. Το μυστικό του άλλου δεν είναι τίποτε άλλο από το ότι είναι το θύμα των εγκλημάτων που έχουν προφτάσει να γίνουν στα λίγα χρόνια που υπάρχει ο νέος αιώνας μας.
Ο μικρός Πίπικ και ο κύριος Άκερμαν δεν εκπροσωπούν όσους σχεδιάζουν την ιστορία δύο αιώνων, αλλά τους θύτες και τα θύματά τους. Και ότι τους χαρακτηρίζει δεν είναι παρά το πάθος για την αγάπη, την αγάπη αυτή που θα προσφέρει πρώτα τη συγνώμη και μετά την ηρεμία.
Μυθιστόρημα μιας ενοχής που ο ένας αιώνας κληρονόμησε στον άλλο –αυτό από μια σκοπιά μπορεί να θεωρηθεί πως είναι το «Αγόρι στην αποβάθρα»
Ο Δάνδολος επέλεξε τη χρήση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης –αφηγείται το αγόρι. Και η μαεστρία του συγγραφέα να κρατήσει από την πρώτη φράση έως την τελευταία αυτό το ιδιότυπο ύφος αφήγησης είναι στ΄ αλήθεια θαυμαστή.
Ο αφηγητής δηλώνει την ηλικία του, αλλά είναι ο αναγνώστης που θα πρέπει να κατανοήσει πως δεν έχουμε να κάνουμε με την ηλικία ενός ανθρώπου, αλλά μιας εποχής. Κι έτσι πολύ σωστά οι λέξεις του Δάνδολου, μπορεί να προέρχονται από το λεξιλόγιο ενός εφήβου, αλλά τα νοήματα που συνθέτουν έχουν ενήλικο προβληματισμό –οι εποχές είναι που γνωρίζουν και όχι οι άνθρωποι που τις ζούνε.
Ιδιαίτερη θέση μέσα στην όλη αφήγηση έχει και η ατμόσφαιρα, το σκηνικό της δράσης. Κάποιο προάστιο μιας μεγαλούπολης -συνειρμικά μπορεί να αφεθούμε στην υποψία πως ίσως είναι μια γειτονιά απόκληρων του Παρισιού- περιγράφεται με τρόπο τέτοιο ώστε να κυριαρχούν οι αποχρώσεις του πιο σκοτεινού γκρίζου.
Και βέβαια μένει στον αναγνώστη το ξάφνιασμα –διάβασε ένα βιβλίο ενοχών και βίας, αλλά εκείνο που θα μείνει να τον συντροφεύει είναι η αίσθηση της αγάπης.
Κι εδώ, ίσως είναι, η μεγάλη στροφή του Δάνδολου. Πως τον ζόφο των προηγούμενων βιβλίων του, τώρα τον αντικαθιστά με μια υπαρξιακή αισιοδοξία.
Οι προσωπικές ενοχές, τα ατομικά λάθη μπορούν να μετατραπούν σε συλλογική συνείδηση που θα απαιτήσει την επαφή -ο θετικό στοιχείο να περάσει από τη μια γενιά την άλλη, από τη μια εποχή στην άλλη, από τον ένα αιώνα στον επόμενο.

Απόσπασμα

Δεν πρέπει να κοιμήθηκα παραπάνω από καμιάν ωρίτσα. Με ξυπνήσανε οι φασαρίες απέξω, κι ενώ γλάρωνα, ένας πυροβολισμός μου ΄κοψε τη χολή και βρικολάκιασα. Άρχισα να στριφογυρνάω με τις παλάμες σφιχτά στα αυτιά μου, αλλά ούτε κι έτσι κατάφερα να ησυχάσω. Οι μπινέδες, ουρλιάζανε όλη νύχτα! Τι διάολο γινότανε, δεν είχα καταλάβει ακόμα. Μου καρφώθηκε μήπως μέσα στον πανικό είχε ξεσπάσει κάνας πόλεμος…. Όπως και να ‘χε, μου ‘ρθε μια δυο φορές να βγω στο παράθυρο και ν΄ αρχίσω να τους φωνάζω ν΄ αφήσουνε τις μάχες νυχτιάτικα. Αλλά μόλις κόλλησα το πιο αγριεμένο βλέμμα μου στο τζάμι, είδα παντού φωτιές και τελικά γύρισα στο κρεβάτι μου, μη φάω καμιάν αδέσποτη

(Δημοσιεύτηκε στο ένθετο για το βιβλίο του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής 23/12/2007)



16.12.07

Βιβλία για εφηβικές ανησυχίες





Τα βιβλία για μεγάλα παιδιά και εφήβους, για να αναγνώστες δηλαδή που βρίσκονται σε εκείνη την χρονική περίοδο της ζωής του όπου ανακαλύπτουν τη συνειδητή ένταξη του «εγώ» στο κοινωνικό σύνολο, είναι βιβλία που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Κι αυτό γιατί θα πρέπει να συνδυάζουν την άρτια, όσο και πλούσια γλωσσική οντότητα με την περιγραφή συνθηκών, συναισθημάτων και γεγονότων με τρόπο που ενώ θα είναι απλώς δεν θα απλουστεύει.
Ο έφηβος είναι ο πιο απαιτητικός αναγνώστης. Πίσω από την επαναστατικότητά του, πίσω από ακόμα και την δήθεν αδιαφορία του, είναι ένα πλάσμα που σπαράσσεται ανάμεσα στα “θέλω” και τα “πρέπει”, ανάμεσα στο “εγώ” και ο “άλλος”, ανάμεσα στην ανεξαρτησία και τη σκλαβιά των συναισθημάτων.
Το βιβλίο που θα τον αγγίξει πρέπει να είναι στο ίδιο ύψος με εκείνον, αλλά παράλληλα να μπορεί να τον σπρώξει και λίγο πιο πάνω. Λίγο όμως –τόσο ώστε να μη το φοβηθεί, αλλά ούτε και τόσο λίγο ώστε να αισθανθεί πως τον απαξιώνει.
Το εφηβικό βιβλίο δεν είναι από τα πλέον διαδεδομένα ήδη βιβλίου στην Ελλάδα. Κι αυτό όχι γιατί οι έφηβοί μας διαφέρουν σε κάτι ουσιαστικό από τους εφήβους των άλλων χωρών της Δύσης. Αλλά γιατί το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν τους βοηθά να ανακαλύψουν τη χαρά του εξωσχολικού αναγνώσματος, μα αντίθετα λες και τους περιορίζει τόσο τον ελεύθερο χρόνο, ώστε να μην υπάρχει ούτε λεπτό της μέρας για τη χαρά της ανάγνωσης.
Εντούτοις κυκλοφορούν βιβλία εφηβικά, γραμμένα από έλληνες και ξένους συγγραφείς. Αν τα περισσότερα από αυτά πληρούν τους όρους ενός καλού λογοτεχνικού έργου ή ενός βιβλίου γνώσεων, αυτό καλό θα ήταν να το εξετάζαμε προτού προχωρήσουμε στην όποια επιλογή μας.

Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου
«Ο καιρός της σοκολάτας»
Εκδόσεις Πατάκη

Το διήγημα –ισχυρίζονται κάποιοι- πως δεν το αγαπούν και τόσο οι αναγνώστες. Δεν ξέρω αν αυτό ισχύει ή όχι, πάντως για τους εφήβους η σύντομη φόρμα του διηγήματος τους δημιουργεί μια αίσθηση μη άγχους. Μπορούν σε λίγο χρόνο να ολοκληρώσουν την ανάγνωση μιας ιστορίας, μπορεί να συνεχίσουν όποτε θέλουν με την ανάγνωση της επόμενης, χωρίς να κινδυνεύουν να έχουν ξεχάσει το τι είχε στις προηγούμενες σελίδες συμβεί.
Η Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου έχει γράψει κυρίως μυθιστορήματα, αλλά έχει επίσης δείξει τις ικανότητές της και στη πιο σύντομη φόρμα του διηγήματος όσο και του παραμυθιού.
Συλλογή διηγημάτων αυτό το τελευταίο της βιβλίο, που όμως λες και όλα τους συνθέτουν ένα ελλειπτικό μυθιστόρημα.
Χρόνος ενιαίος σε όλα –η περίοδος του Β Παγκόσμιου Πολέμου και της Κατοχής. Κεντρικό πρόσωπο –αφηγητής, σε όλα τα διηγήματα το ίδιο* η συγγραφέας όταν ήταν κορίτσι και ζούσε τα γεγονότα εκείνης της εποχής. Και γύρω της πρόσωπα της οικογένειά της, της γειτονιάς της –τα Εξάρχεια του τότε έχουν αρκετές φορές περιγραφεί από την Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου.
Θα χαρακτήριζα τα διηγήματα της συλλογής ως ιστορικά. Κι αυτό όχι γιατί δεν έχουν και μάλιστα σε έντονο βαθμό περιγραφές συναισθημάτων και σχέσεων, αλλά γιατί με ευαίσθητο τρόπο καταγράφουν μια εποχή και τους ανθρώπους της. Η ιστορία δεν έχει να κάνει μόνο με τους πρωταγωνιστές της, αλλά και με τους απλούς καθημερινούς αποδέχτες της, αυτούς που ίσως δεν τη διαμορφώνουν, μα τη βιώνουν και εν τέλει μετατρέπουν το ότι έχει συμβεί σε εμπειρία επέμβασης στο μέλλον –με άλλα λόγια σε μνήμη.
Έργο ώριμο, γι αυτό απλό, ανθρώπινο, τρυφερό.



Graham Gardner
Ποιος είναι ο Έλλιοτ;
Μετάφραση : Κώστια Κοντολέων
Εκδόσεις Ψυχογιός

Ο Έλλιοτ είναι ένα αγόρι που με την οικογένεια του μετακομίζει σε μια καινούργια πόλη και σε καινούργιο, βέβαια, σχολείο. Στο προηγούμενο σχολείο του είχε πέσει πολλές φορές θύμα βίας από συμμαθητές του αλλά τώρα πιστεύει πως τα πράγματα θα πάνε καλύτερα και πως θα κάνει μια καινούργια αρχή. Εναποθέτει πολλές ελπίδες στις σχέσεις του με τους νέους του συμμαθητές, καθώς η οικογένειά του αργά, μα σταθερά διαλύεται –η μητέρα δουλεύει για να τους συντηρεί, καθώς ο άνεργος πατέρας ολοένα και περισσότερο γίνεται βίαιος. Όμως σύντομα θα ανακαλύψει πως μαθητές με κτηνώδικες συμπεριφορές υπάρχουν παντού στον κόσμο και σε όλα τα σχολεία. Και πως εκείνοι στο καινούργιο του σχολείο είναι πολύ χειρότεροι από το προηγούμενο. Υπάρχει μια ομάδα παιδιών οι Φύλακες που έχουν καταφέρει να έχουν κάτω από τον έλεγχο τους σχεδόν όλα τα παιδιά του σχολείου με πράξεις που προκαλούν τον τρόμο τους. Ο Έλλιοτ θα μπει στο στόχαστρο τους, θα τον προσκαλέσουν αρχικά να γίνει μέλος της ομάδας τους μια τιμή που επιφυλάσσουν σε λίγους όμως για να γίνει αυτό θα πρέπει πρώτα να υποδείξει ο ίδιος ποιο θα είναι το επόμενο θύμα που θα βάλουν στο στόχαστρο. Ο Έλλιοτ για πρώτη φορά στη ζωή του νοιώθει πως έχει δύναμη, αλλά αναρωτιέται αν θα μπορέσει να κάνει σε άλλους αυτά που του έκαναν εκείνου.
Μυθιστόρημα τολμηρό, αγγίζει με θάρρος το πρόβλημα της βίας μέσα στα σχολεία. Χαρακτήρες σύνθετοι όσο και ζωντανοί.


Φράνσις Χάρντινγκ
Η μαγίστρα των λέξεων
Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου

Η Μόσκα Μάι ζει σ’ ένα σκοτεινό βασίλειο που σπαράσσεται από διαμάχες και αγωνίζεται να εδραιώσει την ειρήνη μετά από χρόνια εμφυλίου πολέμου και θρησκευτικής τυραννίας. Ο πατέρας της ήταν ένας αγωνιστής του πνεύματος, που έγραφε βιβλία υπερασπιζόμενος την ελευθερία και την ανεξιθρησκία. Γι αυτόν το λόγο, είχε εξοριστεί σ’ ένα τρισάθλιο χωριό όπου και μεγαλώνει μόνος την κόρη του, μετά το θάνατο της γυναίκας του κατά τη γέννα. Έτσι, η Μόσκα μαθαίνει κάτι που ελάχιστοι κατέχουν στο βασίλειο: μαθαίνει γράμματα. Με τον καιρό, οι λέξεις γίνονται η μοναδική της πίστη και αγάπη. Ο κόσμος της όλος.
Όταν θα χάσει και τον πατέρα της κι η ζωή της θα βουλιάξει μέσα στην αθλιότητα και στη σιωπή, οι λέξεις, και πιο πολύ οι λέξεις οι τυπωμένες στο χαρτί, αποκτούν γι’ αυτήν περισσότερη ζωντάνια και ομορφιά απ’ την πραγματικότητα γύρω της. Θα τις αγαπήσει, θα τις πιστέψει και θα τις ακολουθήσει.
Έτσι, αποφασίζει ν’ ανοίξει τα φτερά της για να βρει μια καλύτερη ζωή στην πόλη
Η πόλη, ωστόσο, βρίσκεται σε μεγάλη αναταραχή: κάποιοι τυπώνουν παράνομα επαναστατικά φυλλάδια που ξεσηκώνουν τους πολίτες.
Όλα τα ισχυρά σινάφια βρίσκονται σε διαμάχη μεταξύ τους, προσπαθώντας να εντοπίσουν το παράνομο τυπογραφείο. Μέχρι που οι συνωμοσίες, οι προδοσίες και οι πανουργίες φτάνουν στο φόνο, και η μικρή μαγίστρα των λέξεων γίνεται, άθελά της, η ηρωίδα ενός επαναστατικού κινήματος.
Ένα ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα όπου το μυστήριο και η δράση συνυπάρχουν με το νόημα της ελεύθερης σκέψης.


Το μήλο της γνώσης
Κείμενα Odile Gandon
Εικονογράφηση: Buster Bone, Stephane Kiehl, Pascal Lemaitre
Μετάφραση: Έφη Πύρπασου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Ο έφηβος θέλει να γνωρίζει με τρόπο ουσιαστικό και υπεύθυνο, αλλά και παράλληλα εύστροφο και ευέλικτο το τι συμβαίνει γύρω του. Κοινωνικά ζητήματα, πολιτικά θέματα, οικονομικές απόψεις, οικολογικές προτάσεις –όλα όσα από τους ενήλικες διαμορφώνονται, αλλά στους τωρινούς έφηβους και αυριανούς ενήλικες κυρίως αφορούν.
Δύσκολο να μιλήσεις για όλα αυτά χωρίς να χρησιμοποιείς γλώσσα ψυχρή, χωρίς να ξεχνάς να μην γίνεσαι βαρετός ή διδακτικός.
Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ένα απόλυτα «πρόσχαρο» προϊόν της επιστημονικής σκέψης, της εκπαιδευτικής πείρας και του εκδοτικού σχεδιασμού.
Περιλαμβάνει έξι ενότητες – ο κόσμος σήμερα, ζούμε μαζί, θεμελιώνοντας την ειρήνη, χτίζοντας ένα κόσμο πιο δίκαιο, προστατεύοντας τον πλανήτη, διαφυλάσσοντας την πολιτισμική πολυμορφία. Έξι ενότητες που αναλύουν συνθήκες και καταστάσεις, προτείνουν τρόπους αντίδρασης, αλλά και δρόμους προβληματισμού. Παράλληλα παρέχουν γνώσεις και καταθέτουν στοιχεία.
Έξι προκλήσεις για τον νέο άνθρωπο που καθώς ο κόσμος γίνεται ολοένα και πιο πολύπλοκος, αυτός θα πρέπει για να μπορέσει όχι μόνο μέσα σε αυτόν να ζήσει, αλλά και να τον βελτιώσει, θα πρέπει να κατανοήσει και να αποφασίσει. Ο αποτελεσματικός πολίτης του 21ου αιώνα, είναι ο πολίτης που θα έχει άποψη.
Με έξυπνη σελιδοποίηση, ευρηματική και πολύμορφη εικονογράφηση, με πίνακες, λεξιλόγια και φωτογραφίες το βιβλίο αυτό καταφέρνει να γίνει και ελκυστικό και αποτελεσματικό.
Τελικά ο αναγνώστης του –έφηβος, αλλά και ενήλικας- αποκτά άποψη τεκμηριωμένη, προβληματισμούς ουσιαστικούς. Την γνώση που χρειάζονται οι μαθητευόμενοι πολίτες του κόσμου.

(Δημοσιεύτηκε στο ένθετο για το βιβλίο του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής)

15.12.07

Το τριαντάφυλλο των Χριστουγέννων

Κείμενο : Μάνος Κοντολέων
Εικονογράφηση: Αλεσσάντρα Τόνι
Εκδόσεις Πατάκη, 2007
Ένα κορίτσι βρίσκεται μέσα στη σπηλιά όπου γεννήθηκε το αγόρι που θα άλλαζε τον κόσμο. Ένα κορίτσι που θέλει να προσφέρει κι αυτό το δώρο του στο νεογέννητο μωρό. Μα είναι ένα φτωχό κορίτσι. Δεν έχει μήτε χρυσάφι μήτε διαμάντι μήτε μύρο. Και έτσι, ψάχνει να βρει ένα λουλούδι... Ένας παλιός μύθος δίνει την ευκαιρία σε ένα σύγχρονο συγγραφέα να γράψει μια ιστορία αγάπης για τη νύχτα των Χριστουγέννων.

9.12.07

Περί θανάτου


Ζοζέ Σαραμάγκου
«Περί θανάτου»
Μετάφραση: Αθηνά Ψύλλια
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007


Η λέξη morte (θάνατος) στα πορτογαλικά είναι θηλυκού γένους. Κι έτσι ο Σαραμάγκου, γυναίκα πλάθει για να ενσαρκώσει το θάνατο στο μυθιστόρημά του αυτό. Και πολύ εύστοχα η μεταφράστρια του έργου τολμά να χρησιμοποιήσει τη λέξη αυτή σε γένος θηλυκό.
Η θάνατος, είναι, λοιπόν, η ηρωίδα αυτού του βιβλίου. Μια οντότητα επιφορτισμένη (από ποιον και γιατί δεν διευκρινίζεται απόλυτα) στο να αφαιρεί τις ζωές των κατοίκων μιας μικρής ευρωπαϊκής χώρας.
Αυτή η οντότητα θέλησε να προσφέρει στους ανθρώπους που ζούσανε στην επικράτειά της, και οι οποίοι την αντιπαθούσαν όσο και την φοβόντουσαν, ένα μικρό δείγμα τι θα σήμαινε να ζούσανε για πάντα.
Για μερικούς μήνες, λοιπόν, κανείς δεν πεθαίνει στη χώρα. Αλλά πολύ σύντομα, την γενικά ευφορία των κατοίκων τη διαδέχεται μια απροσδόκητη αγωνία. Γιατί όλη η δομή της ανθρώπινης κοινωνίας στηρίζεται πάνω σε δυο πόλους –τη γέννηση από τη μια , τον θάνατο από την άλλη. Αν ο ένας από τους δυο αυτούς πόλους καταργηθεί, η ισορροπία της ζωής καταρρέει.
Με τη γνωστή του καυστική σάτιρα ο Σαραμάγκου περιγράφει μια κοινωνία που οδηγείται στην αναρχία και στην τρομοκρατία, γιατί οι άνθρωποι έπαψαν να πεθαίνουν. Μια σαρκαστική ανάλυση της οικονομικής, πολιτικής, θρησκευτικής, συναισθηματικής και ενδοοικογενειακής ταραχής μετά από την απουσία εκείνου του γεγονότος που ενώ τρομάζει, στην ουσία συντηρεί θεσμούς και ιδεολογικά κινήματα.
Τα νοσοκομεία γεμίζουν συνεχώς με ετοιμοθάνατους ασθενείς που δεν πεθαίνουν. Κλάδοι εργαζομένων, όπως όσοι ασχολούνται με τις κηδείες, αντιμετωπίζουν επαγγελματική κρίση. Οικογένειες βλέπουν τους δικούς τους ανθρώπους να ταλαιπωρούνται και να μην μπορούν να αναπαυθούν. Και οι εκκλησιαστικοί άρχοντες προβληματίζονται και δεν ξέρουν ποια στάση να κρατήσουν , γιατί … «Οι θρησκείες, όλες τους, όσο κι αν τις εξετάσουμε, δεν έχουν άλλη δικαιολογία ύπαρξης παρά το θάνατο, τον χρειάζονται όπως χρειάζεται το στομάχι το ψωμί»
Μα οι άνθρωποι έχουν μάθει να ελίσσονται. Κι έτσι τρόπος να πεθαίνουν όσοι πρέπει να πεθάνουν, ανακαλύπτεται –είναι η μετακίνηση των ετοιμοθάνατων στις διπλανές χώρες. Αλλά τότε ξεπροβάλουν προβλήματα εξωτερικών σχέσεων. Ενώ παράλληλα κάποιοι βρίσκουν την ευκαιρία να τρομοκρατούν και να εκβιάζουν ακόμα και την ίδια την κυβέρνηση.
Το απόλυτο χάος. Που θα το διαλύσει το ίδιο πρόσωπο που το δημιούργησε. Η θάνατος, αναστέλλει την απεργία της, επαναφέρει σε ισχύ τη μοίρα κάθε θνητού, μόνο που τώρα προτού πάρει τη ζωή κάποιου, θα φροντίζει να τον ενημερώνει γραπτώς οκτώ μέρες πιο πριν.
Όλα αυτά στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος.
Αμέσως μετά, ο Σαραμάγκου, με τη σιγουριά του μεγάλου τεχνίτη, αδιαφορεί για τη δομή και από το σύνολο, μεταφέρει την εξιστόρησή του στο άτομο.
Και τότε είναι που ο αναγνώστης γνωρίζει ουσιαστικά την ηρωίδα του μυθιστορήματος, τη θάνατο.
Οντότητα καταδικασμένη να ζει μέσα σε ένα παγωμένο υπόγειο, με τη μοναδική συντροφιά ενός σκουριασμένου δρεπανιού που πια δε χρησιμοποιεί. Διαλέγει στην τύχη από τα αρχεία της τα ονόματα εκείνων που πρόκειται να τους αφαιρέσει τη ζωή και τους ειδοποιεί με μια ευγενικά ψυχρή επιστολή πως θα πρέπει να φροντίσουν τις εκκρεμότητες της ζωής του. Οι επιστολές πάντα φτάνουν στον παραλήπτη τους. Αλλά κάποια φορά μια επιστρέφει στην αποστολέα της. Και η παντοδυναμία της θανάτου αμφισβητείται. Η ίδια πλέον αποφασίζει να γνωρίσει προσωπικά το άτομο που η δύναμή της δεν έχει πάνω του ισχύ.
Είναι ένας άντρας καθημερινός, μοναχικός, καλλιτέχνης. Παίζει βιολοντσέλο σε μια ορχήστρα και ζει με τον σκύλο του.
Η θάνατος θα τον επισκεφτεί, θα καταφέρει να γνωριστούνε και ενώ είναι αποφασισμένη να του δώσει η ίδια προσωπικά την επιστολή, τελικά δεν μπορεί να σταματήσει το ερωτικό συναίσθημα που την έχει κατακλείσει και στη δική του πρόταση να της φωνάξει ταξί για να φύγει, εκείνη -«…Όχι. θα μείνω μαζί σου, και πρόσφερε τα χείλη της. Μπήκαν στο δωμάτιο, γδύθηκαν και ό,τι ήταν γραφτό να συμβεί επιτέλους συνέβη, και ξανά, κι άλλη μία.» Η επιστολή θα καεί και -«Την επόμενη μέρα δεν πέθανε κανείς». Είναι η τελευταία φράση του μυθιστορήματος.
Έργο πολλαπλών αναγνώσεων, απεγνωσμένα τραγικό. Ανορθόδοξα αισιόδοξο.
Για μια ακόμα φορά ο Σαραμάγκου στέκεται απέναντι στον άνθρωπο και τη μοίρα του. Και δείχνει να συμπάσχει και με τους δύο. Ίσως, εκεί στα 85 του χρόνια, και να αναζητά τη δική του παρηγορία.
(Δημοσιεύτηκε στο ένθετο για το βιβλίο του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής)

1.11.07

Το νησί


Victoria Hislop
“Το νησί”

Μετάφραση Μιχάλης Δελέγκος
Εκδόσεις Διόπτρα

Είναι απορίας άξιο το ότι η Σπιναλόγκα –το νησί των λεπρών, δεν στάθηκε αφορμή για να στηθεί ένα μυθιστόρημα από έλληνα συγγραφέα.
Από τα όσα γνωρίζω μόνο ο Θέμος Κορνάρος έχει γράψει μια νουβέλα με τίτλο το όνομα του νησιού. Κείμενο σπαραχτικό και απόλυτα εμβαπτισμένο με τις κοινωνικές – πολιτικές του θέσεις.
Αυτό πάντως που δεν επιχειρήθηκε από άλλον έλληνα συγγραφέα (δες ΥΓ), το τόλμησε μια αγγλίδα και μάλιστα –αν κρίνουμε από το ότι και βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα κέρδισε και το μυθιστόρημά της έγινε ένα παγκόσμιο best seller- πρέπει η τόλμη της να ήταν επιτυχής.
Διάβασα το συγκεκριμένο μυθιστόρημα. Και αναγνώρισα όλα εκείνα τα στοιχεία που το έκαναν αγαπητό σε ένα πλατύ και παγκόσμιο κοινό. Εννοώ την εξομάλυνση κάθε ενοχλητικής αλήθειας, την παρουσία μιας βερμπαλιστικής αισιοδοξίας, την αποστειρομένη αναφορά στα συμπτώματα της νόσου του Χάνσεν, τη επιλεκτική ανάμειξη ιστορικών γεγονότων με φανταστικές καταστάσεις, την με τη ματιά του τουρίστα περιγραφή τόπων και ανθρώπων της Κρήτης.
Αναζήτησα στη βιβλιοθήκη μου τη νουβέλα του Κορνάρου. Και με περιέργεια ξεκίνησα την παράλληλη ανάγνωση των δυο κειμένων.
Περιγράφει ο Κορνάρος: <<…Γιώργο! Τ ΄όνομά μου είναι όμορφο… Φτάνει να ξέρεις να το πεις… Να ξέρεις να προφέρεις το «ρ»… Πώς να ΄χω τέτοια απαίτηση από τη λεπρή που κουβεντιάζω τώρα μαζί της, με το σάπιο στόμα που βρωμά και το λουβιασμένο λαρύγγι; Αυτή δεν μπορεί να τα βγάλει όλα τα ψηφία. Μόνο με φωνήεντα μιλάει. Εμένα με λέει «Ι-ω-0»!... Γύρισα και είδα. Σε μια λεπρή πόρτα, μια λεπρή ετοιμόρροπη γυναίκα…. Το κεφάλι της κασιδιασμένο, λέπρα γεμάτο, είχε του χαλασμένου τσίρου το χρώμα. Πρόσωπο δεν ξεχώριζες απ΄ τα πρηξίματα και τις πράσινες κολιτσανισμένες πληγές>>
Μια αντίστοιχη σκηνή, η Hislop την περιγράφει με το δικό της ύφος : <<… Η Ελένη άπλωσε το χέρι της στον άντρα που βγήκε μπροστά για να τους υποδεχτεί. Ήταν μια χειρονομία που έδειχνε την αποδοχή του γεγονότος ότι αυτό ήταν το καινούργιο της σπίτι. Διαπίστωσε ότι θα ερχόταν σε επαφή με ένα χέρι στραβωμένο σαν γκλίτσα βοσκού, τόσο άσχημα παραμορφωμένο πλέον από τη λέπρα, ώστε ο ηλικιωμένος άντρας δεν μπορούσε να πιάσει το τεντωμένο χέρι της Ελένης. Αλλά το χαμόγελό του έλεγε όσα χρειαζόνταν, και η Ελένη ανταποκρίθηκε με μια ευγενική «Καλημέρα»…>>
Ο κρητικός Κορνάρος έγραψε το βιβλίο του το 1933. Η αγγλίδα Hislop το δικό της το 2005. Δεν αλλάζουν μόνο τα καθημερινά ήθη με την πάροδο των χρόνων, αλλά και τα συγγραφικά.
Ότι ενοχλεί πέρα από ένα σημείο πρέπει να απαλείφεται, πιο σωστά να εξωραΐζεται.
Αλλά και καθώς η λογοτεχνία αποκτά ένα πολυπληθές κοινό και μάλιστα παγκόσμιο, η συγγραφή πρέπει να ακολουθεί κάποιους κανόνες, τέτοιους ώστε αν χρειαστεί -για την πλέον συναρπαστική εξέλιξη του μύθου- ακόμα και ιστορικά γεγονότα αλλοιώνονται.
Έτσι ένα μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος της Hislop που αφορά την γερμανική κατοχή του νησιού, αγνοεί το γεγονός πως η Πλάκα (το χωριό απέναντι από τη Σπιναλόγκα) είχε εκκενωθεί από του κατακτητές μιας και θεωρείτο πιθανό σημείο απόβασης των συμμάχων και αντιθέτως γίνεται ο χώρος όπου πολλά από τα πλέον συναρπαστικά πατριωτικά και ερωτικά συμβάντα θα υλοποιηθούνε.
Αγνοούμε την ιστορία αν θέλουμε να τονίσουμε τους χαρακτήρες ;
Ίσως όμως τα αληθινά γεγονότα να είναι και ολίγον ενοχλητικά. Όπως για παράδειγμα ο τριτοετής φοιτητής της Νομικής Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης, που το 1936 εντάσσεται ως λεπρός στο νησί και καταφέρνει με τους κοινωνικούς αγώνες του να αλλάξει ριζικά τις συνθήκες διαβίωσης και περίθαλψης των ασθενών, στο παγκόσμιας αναγνώρισης μυθιστόρημα αγνοείται και τη θέση του , αλλά και το έργο του η Hislop το αναθέτει σε μεγαλοαστό αθηναίο δικηγόρο, θύμα κι αυτός της λέπρας, που με τις γνωριμίες του θα πετύχει τη βελτίωση της ζωής στη Σπιναλόγκα.
Αλλά και επειδή τίποτε δεν είναι τυχαίο, οφείλω να αναγνωρίσω πως η νέα αγγλίδα συγγραφέας έγραψε αυτό το πρώτο της μυθιστόρημα αφού πρώτα και στοιχεία συνέλεξε και τους τόπους επισκέφτηκε. Όπως επίσης της αναγνωρίζω την ικανότητα –γιατί κι αυτό για να το κάνεις καλά χρειάζεται και ταλέντο και κόπος- να δημιουργεί έντονες καταστάσεις που κρατούν αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον ενός κοινού που το μόνο που ζητά από το βιβλίο που διαβάζει είναι να το παρασύρει.
Η μετάφραση πρέπει να σεβάστηκε απόλυτα το ύφος του πρωτοτύπου. Κι έτσι η ελληνική απόδοση του κειμένου δεν αποκρύπτει το γεγονός πως την Κρήτη και τους ανθρώπους της τους περιγράφει ένας μη Κρητικός.
Αλλά η απορία με την οποίο ξεκίνησα αυτό το άρθρο παραμένει. Γιατί οι χανσενικοί της Σπιναλόγκας δεν έχουν αξιοποιηθεί από τους έλληνες συγγραφείς;
Ερώτημα που ίσως να έχει πολλές απαντήσεις. Η κάθε μια τους κάτι θα σηματοδοτεί για τα ενδιαφέροντα και τους στόχους της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, η οποία πάντως τα τελευταία χρόνια με πολύ πάθος προσπαθεί να βρει διέξοδο προς το εξωτερικό.
(Δημοσιεύτηκε στο ένθετο για το βιβλίο του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής -28/10/2007)
ΥΓ (10/10/10) Ανθρώπινα όχι μόνο τα λαθη, αλλά και οι παραλείψεις. Ήδη αναγνώστης του blog μου έχει επισημάνει το μυθιστόρημα του Γ. Άμποτ ώς ένα ακόμα ελληνικό έργο που αναφέρεται στη Σπιναλόγκα. Τώρα, και καθως το μυθιστόρημα της Χίσλοπ βγαίνει στις οθόνες, ήρθε στην επικαιρότητα και ένα ξεχασμένο μυθιστόρημα της Γαλάτειας Καζαντζάκη. Δεν γνώριζα την ύπαρξή του. Ομολογώ πως έγραψα το άρθρο μου χωρίς να κάνω επισταμένη έρευνα. Αλλά και μετά από τη γνώση που έχω αποκτήσει, πάλι τα ίδια θα έγραφα. Ζητώ, πάντως, συγνώμη για την ελλειπή ενημέρωση.

16.10.07

Το τσίμπημα της σφήκας



Μάρω Λοίζου
«Το τσίμπημα της σφήκας»
Διηγήματα
Πατάκης 2007, σελ 89


Ανάμεσα στους εκπροσώπους της παιδικής λογοτεχνίας που παρουσιάζονται στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, η Μάρω Λοίζου (Σεπτέμβριος 1940 – Αύγουστος 2007) κατέχει όχι μόνο μια από τις πλέον εξέχουσες θέσεις, αλλά ίσως και την πλέον ιδιότυπη.
Η ιδιοτυπία της δεν έχει τόσο να κάνει με το ότι ασχολήθηκε με διάφορα λογοτεχνικά είδη πέρα από το παιδικό (όπως νουβέλα, ποίηση, στοίχοι τραγουδιών), όσο με το ύφος της και τη θεματική της.
Το ύφος της στον πεζό λόγο είχε την εσωτερική ένταση μιας ποιητικής σύνθεσης. Και η θεματική της είτε με διαπολιτισμικούς συσχετισμούς είχε να κάνει, είτε με οικολογικές ανησυχίες ασχολιότανε, είτε τέλος κατέθετε προβληματισμούς για την προέλευση της ίδιας της ζωής, πάντα κρατούσε την ταυτότητα του θηλυκού γένους.
Γιατί για τη Λοίζου ήταν η γυναίκα που συμβόλιζε τη δημιουργία.
Από ένα σημείο και μετά, μια τέτοια άποψη μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε παραπλάνηση τον δημιουργό που την ασπάζεται. Γιατί τελικά δεν μπορεί να είναι η φυλετική ιδιότητα εκείνο το στοιχείο που από μόνο του μπορεί να ερμηνεύσει τον κόσμο.
Ερμηνεύω τον κόσμο, ίσως να σημαίνει πως ψάχνω να ανακαλύψω το πότε γίνεται η αποκάλυψη, το πότε συμβαίνει η ανατροπή. Με άλλα λόγια δεν είναι ζήτημα φύλου, αλλά στιγμής, ίσως περιόδου.
Σε μια τέτοια ερμηνεία, μάλλον και η ίδια η Μάρω Λοίζου κατέληξε, λίγο προτού αφήσει την τελευταία της πνοή. Τουλάχιστον κάτι τέτοιο έχουμε δικαίωμα να συμπεράνουμε από τη συλλογή διηγημάτων της για μεγάλα παιδιά και εφήβους, που κυκλοφόρησε ένα περίπου μήνα πριν από τον θάνατό της.
«Το τσίμπημα της σφήκας» περιλαμβάνει έξι διηγήματα. Σε όλα κύρια πρόσωπα είναι έφηβοι, άλλοτε κορίτσια κι άλλοτε αγόρια. Προέρχονται από διάφορα μέρη της Υφηλίου. Και όλα τους ζούνε μια αποκάλυψη που θα σημαδεύσει όλη τους τη ζωή.
Από την Μαρία της Κω που ανακαλύπτει τη μοίρα του σώματός της, έως τον Ταντιζούε της φυλής των Ζουλού που τον ενηλικιώνει η ταξική πάλη. Από τον Γάλλο Ζαν Πιερ που θα πρέπει να αφιερώσει τέσσερα χρόνια της ζωής του για να ξεπεράσει το τραύμα των δώδεκα χρόνων του, έως τον Αμερικάνο Τζόνι που με τρόπο τραγικό βιώνει τη βαρβαρότητα αυτού που είχε ως πρότυπο. Κι ακόμα είναι ο Λιάκος, η Μαρία και ο Γιώργος που χαράζουν τις ζωές του με βάσει το παρελθόν και τους μύθους των τόπων τους.
Η Μάρω Λοίζου διόλου τυχαία επιλέγει πρόσωπα που βρίσκονται στα όρια της προεφηβείας με την εφηβεία. Γιατί τότε είναι που μπορεί να συμβεί η ανατροπή και να εδραιωθεί η ανακάλυψη. Κορίτσια ή αγόρια –δεν έχει σημασία. Είναι ο άνθρωπος απέναντι στη μοίρα του, ο άνθρωπος που επιλέγει τη μελλοντική του πορεία.
Μια νέα, λοιπόν, ιδεολογική πρόταση φέρνει αυτή η συλλογή διηγημάτων στο συνολικό –και πλέον, δυστυχώς, οριστικοποιημένο- έργο της Λοίζου.
Αλλά, παράλληλα, διαθέτει και μια κάπως διαφορετική υφολογική υπόσταση. Εδώ, πλέον, η πεζογραφία δεν θέλει να ζητήσει τη βοήθεια της ποιητικής δομής της φράσης. Κρατά τα ολότελα δικά της εργαλεία και με αυτά και μόνο αποφασίζει πως θέλει να κερδίσει τον αναγνώστη.
Αλλά, όσο και αν «Το τσίμπημα της σφήκας» φωτίζει μια κάπως διαφορετική Μάρω Λοίζου, εντούτοις δεν έχει ολότελα απομακρυνθεί από κάποιους άλλους βασικούς άξονες των προηγούμενων βιβλίων της.
Υπάρχει πάντα η στενή σχέση του παρελθόντος με το παρόν. Υπάρχει πάντα το μαγικό στοιχείο να ενεργοποιεί όσους αστούς θέλουν να το πλησιάσουν.
Και είναι ο έρωτας –αυτός ο πρώτος και τελευταίος έρωτας που από την πρώτη ως την τελευταία του εμφάνιση προκαλεί το ρίγος του θαύματος.
Αλλά είναι ακόμα και η πολιτική στάση –ο συγγραφέας είναι ον πολιτικό* η Μάρω Λοίζου ήταν. Και παρέμεινε μέχρι τέλους.
Εν τέλει η Λοίζου μπορεί κανείς να πει πως με το στερνό της αυτό βιβλίο εμπλούτισε την πινακοθήκη των ηρώων της. Γιατί πέρα από τα ζώα, τα φυτά, τα πλάσματα που κινούνται ανάμεσα στο όνειρο και τη φαντασία, πέρα από τα πρόσωπα που ήξερε να τα κυκλοφορεί στα δώματα των μύθων, έδωσε πνοή και σε άτομα, νεαρά άτομα της σημερινής πραγματικότητας. Πνοή ποιοτική, πνοή φιλόδοξη, πνοή ελεύθερη –ως αυτή που τους αξίζει.


Απόσπασμα

«… Μετά άρχισε να γδύνεται. Με σίγουρες και σταθερές κινήσεις έβγαζε μπροστά μου τα ρούχα της ένα ένα και τα έδενε το ένα κομμάτι με το άλλο με γερούς κόμπους. Είχα μείνει με το στόμα ορθάνοιχτο και σαν παραλυμένος, όχι βέβαια από το φόβο μου για το χαμσίνι που πλησίαζε αλλά γιατί όταν είδα την Ουάρντα να μένει με το τελευταίο εσώρουχο, Θεέ μου συχώρεσέ με, να προσκυνήσω θέλησα, να γονατίσω μπροστά στα πόδια της και να σταυροκοπηθώ. Το πρόσωπό της τα πρόσωπα των αγίων στην εκκλησία μας μου έφερε στο νου, τα μαλλιά της μαύρα κατάμαυρα, μακριά μέχρι τη μέση της, τα φρύδια της ζωγραφιστά και τα μάτια της με το έντονο βλέμμα…» (σελ 36 -37)

(δημοσιεύτηκε στο κυριακάτικο ένθετο για το βιβλίο του Ελεύθερου Τύπου - 15/10/2007)

14.10.07

Θα ήθελα να έμενα στη Θεσσαλονίκη...





Θέματα ευρωπαϊκού πολιτισμού

ΚΥΚΛΟΣ ΣΕΜΙΝΑΡΙΩΝ
από τον Θανάση Τριαρίδη

Θεσσαλονίκη, 2007-2008





Κύκλος Πρώτος (οκτώ δίωρα σεμινάρια):
Νοέμβριος 2007

Ιταλική Αναγέννηση: η επανάκτηση του σώματος

1. Η ανακάλυψη του σώματος: Φραγκίσκος της Ασίζης
2. Τζιότο ντι Μποντόνε: οι ορμές του σώματος
3. Ντάντε Αλιγκιέρι: οι όροι της ανθρωπινότητας
4. Σάντρο Μποτιτσέλι: η αναγέννηση της σάρκας
5. Λεονάρντο Ντα Βίντσι: η αναδιάταξη της primo motore
6. Μιχαήλ Άγγελος Μπουοναρότι: το ζεύμα κλασικού-ιερού
7. Ραφαήλ Σάντσιο: η καθολική ευτοπία
8. Μετά την Ανάγεννηση

***

Κύκλος Δεύτερος (οκτώ δίωρα σεμινάρια):
Ιανουάριος 2008

Σταθμοί του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος

1. Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Ο Δον Κιχώτης
2. Λόρενς Στερν, Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντυ
3. Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Η ανθρώπινη κωμωδία
4. Βίκτωρ Ουγκώ, Οι άθλιοι
5. Λέων Τολστόι, Πόλεμος και Ειρήνη
6. Φίοντορ Ντοστογιέφσκι, Οι αδελφοί Καραμαζόφ
7. Μαρσέλ Προυστ, Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο
8. Τζέιμς Τζόις, Οδυσσέας

***

Κύκλος Τρίτος (οκτώ δίωρα σεμινάρια):
Φεβρουάριος 2008

Από τον ρομαντισμό ως τον αισθητισμό.
Πνευματικές διαδρομές του 19ου αιώνα.

1. Μπάιρον: το νοσηρό ως πολύ ανθρώπινο
2. Εκδοχές του γοτθικού τρόμου:
από τον Φρανκεστάιν της Μαίρης Σέλλευ
μέχρι τον Λάμπρο του Διονύσιου Σολωμού
3. Έντγκαρ Άλαν Πόου: η έλξη του χαμού
4. Η γαλλική συμβολή: Γκοτιέ, Νερβάλ, Μποντλέρ, Φλωμπέρ
5. Όπερα: από τον ρομαντισμό στον βερισμό (Βέρντι, Βάγκνερ, Πουτσίνι)
6. Αγγλικός αισθητισμός: Ο Γουόλτερ Πέιτερ και Προραφαηλίτες
7. Όσκαρ Ουάιλντ: η αισθητιστική αλληγορία
8. Κ.Π. Καβάφης: από τον αισθητισμό στο αλληγορικό μικρόδραμα

***

Κύκλος Τέταρτος (οκτώ δίωρα σεμινάρια):
Μάρτιος 2008

Η νέα ελληνική ποίηση

1. Διονύσιος Σολωμός: η εγκατάσταση του ποιητικού σχεδίου
2. Από τον Ανδρέα Κάλβο μέχρι τον Άγγελο Σικελιανό: αναζητώντας μια «εθνική ιδέα»
3. Κώστας Καρυωτάκης και μεσοπόλεμος: η άρνηση του συλλογικού
4. Γιώργος Σεφέρης: η εγκατάσταση της ελληνικότητας
5. Ανδρέας Εμπειρίκος και υπερρεαλισμός: για μια προσωπική μυθολογία
6. Οδυσσέας Ελύτης: αναζητώντας το «εθνικό ποίημα»
7. Η μεταπολεμική ποίηση: οι προσωπικές ιστορίες
8. Αναζητώντας την μεικτή φόρμα


***


Ο κάθε κύκλος αποτελείται από 8 δίωρα σεμινάρια.

Tιμή συμμετοχής σε κάθε κύκλο: 120 Ευρώ
Ειδική τιμή για φοιτητές-σπουδαστές: 100 Ευρώ

Τα σεμινάρια του Πρώτου Κύκλου (Ιταλική Αναγέννηση)
θα γίνουν στις 5, 7, 12, 14, 19, 21, 26, 28 Νοεμβρίου 2007
(κάθε Δευτέρα και Τετάρτη)
και ώρα 7.00 μμ. με 9.00 μμ
στο βιβλιοπωλείο Σαιξπηρικόν
Εθνικής Αμύνης 14 (απέναντι από το Βρετανικό Συμβούλιο) τηλ. 2310.220.545

Εγγραφές-πληροφορίες: τηλ. 2310.224.833, 2310.224.868

1.10.07

I never saw her again



Τα όσα λέμε δοξολογούν τα δάση των γυναικών

Τα όσα διαβάζουμε έχουν να κάνουν με τις δικές του υγρές πηγές ευτυχίας

Όσα ονειρευόμαστε είναι γύρω από τα μυστικά μυρωδικά τους
Και τις ατόφιες εκρήξεις που κρύβονται στα ανέγγιχτα στολίδια των ματιών τους...


Γι αυτό και τα ασάλευτα καλύμματα των μελών μας
διστάζουν να γευτούν τα προϊόντα ευκαταφρόνητων συνδιαλέξεων


Προτιμούν να ξεσκίζονται

18.9.07

Στάση Ζωής







Στη μνήμη της Μάρως Λοΐζου



Εκατομμύρια έτη φωτός υποστήριζαν τις αποφάσεις της.
Εγώ αναπνέω...
Εντός των ασκών, ο Αίολος κλαίει.

10.9.07

Άτιτλο 1


Η απελευθέρωση των οδών επέτυχε

Η ροή των τρυφερών δέντρων ανακόπηκε και η όμορφη πόρνη δεν απέδωσε τους αναμενόμενους χυμούς των γλουτών της

Ολονυχτίες, περιφορές, πάνσοφα διατάγματα, πράξεις ποικίλλων ηρωισμών, προσχεδιασμένες εκκλήσεις -όλα αυτά δεν είχαν ως στόχο τους να εμποδίσουν τον φόβο στις άμυαλες ελαφίνες έτσι ώστε αυτές οικιοθελώς να ενταχθούν στις σελίδες μελλοντικών λευκωμάτων

"Αναμείνατε!" ήταν η συμβολή των παρεικμασμένων γερόντων

"Αφεθείτε!" επέμεναν οι έμποροι συναισθημάτων

"Καλυφθείτε!" έλεγαν οι τραγικοί εραστές του μεσονυχτίου

"Εκφρασθείτε!" -σε αυτό όλοι συμφώνησαν

Και ο όχλος, που ήταν κάποτε λαός, υπάκουσε στο κάλεσμα των μιαρών (απο)κομμάτων

9.9.07

Γυμνός


Θέλω να κυκλοφορώ γυμνός.

Και κάθε σημείο το σώματός μου από τη μια να γεύεται την αίσθηση αυτού που το αγγίζει και από την άλλη να είναι ευάλωτο σε ότι εύκολα μπορεί να το πληγώσει.

Θέλω να κυκλοφορώ γυμνός.

Που σημαίνει θέλω να κυκλοφορώ ελεύθερος και να με τρομάζει η ίδια η φύση και όχι οι άνθρωποι


4.8.07

Αχ, πότε θα τελειώσει!....



Ναι, σε τέτοια κατάσταση είμαι τα τελευταία καλοκαίρια.
Γι αυτό και σιωπώ.
Και αναμένω τα πρωτοβρόχια

29.6.07

Η διαχρονική αξία της εκλεκτικής απλότητας


Η απλότητα στην Τέχνη δεν είναι τυχαία. Σχεδιάζεται

26.6.07

Ακούω Προτάσεις

Για όσους από εσάς που διαβάσατε τα "Μαργαριτάρια" και που θα θέλατε να δούμε εκδοτικά το ζήτημα.
Λοιπόν, η συλλογή θα περιλαμβάνει τρία παραμύθια που το καθένα θα αντιστοιχεί και με μια πολύτιμη πέτρα.
Το ύφος όλων παρόμοιο με αυτό που ήδη διαβάσατε. Τα γεγονότα, βέβαια, διαφορετικά.
Λοιπόν, τί προτείνετε ως μορφή έκδοσης; Σχήμα, μέγεθος, εικόνες, εξώφυλλο κλπ.
Έκδοση που θα είναι ακριβή ή απλή;
Να δείχνει πως απευθύνεται σε συγκεκριμένο ηλικιακά κοινό ή όχι;
Περιμένω τις απόψεις σας
Και εκ των προτέρων σας ευχαριστώ

13.6.07

Μαργαριτάρια…



Τους ήχους που κάνανε τα φύλλα όταν αναπνέανε και τα λουλούδια όταν ανασαίναν, τους είχε ακούσει από τότε που ήταν παιδί και περπατούσε στους κήπους. Αλλά δεν το είπε ,μήτε στους δικούς του, μήτε και στους φίλους του. Το κράτησε μέσα του –πολύτιμο μυστικό που το μοιραζότανε μόνο με τον εαυτό του.
Μετά –όταν πια μεγάλωσε- μαζί με αυτούς τους ήχους, άκουγε και τα ψιθυρίσματα της πέτρας που πλενότανε από τη βροχή και τους αναστεναγμούς του χώματος καθώς από την κάψα του ήλιου πέρναγε στη δροσιά του φεγγαρόφωτου.
Και μια μέρα, όλοι αυτοί οι ήχοι ενωθήκανε και γίνανε τραγούδι, τραγούδια, μελωδίες. Και δίχως να μπορεί πια ο ίδιος να κρυφτεί από τους δικούς του και τους φίλους του –δίχως να μπορεί, μα δίχως και να το θέλει- άρχισε να μουρμουρίζει το ρυθμό, τους ρυθμούς, τις μελωδίες.
Έτσι το πρόσεξαν και οι άλλοι. Και τον ρωτήσανε από πού ακούει τα τραγούδια αυτά και δεν τον πιστέψανε όταν τους είπε πως του τα μαθαίνουνε τα φύλλα, τα λουλούδια, η πέτρα και το χώμα. «Γιατί», τον ρωτούσανε, «μόνο εσύ τα ακούς όλα αυτά; Κι εμείς τα βλέπουμε, τα μυρίζουμε, κι εμείς τα αγγίζουμε… Γιατί, λοιπόν, κι εμείς να μην τα ακούμε;»
Αυτός ανασήκωνε τους ώμους του. «Δεν ξέρω!» τους απαντούσε. Και στ΄ αλήθεια δεν το ήξερε. «Αλλά τι σας νοιάζει αν δεν τα ακούτε. Τα τραγουδώ εγώ για σας! Δεν σας φτάνει;», τους απάντησε. Όχι, δεν τους έφτανε. Αυτά που ακούγανε να βγαίνουν από το στόμα του, ήταν όμορφα, αλλά πιο όμορφη, πιο μαγική ήταν η έκφραση που ζωγραφιζότανε στο πρόσωπό του. Αυτό που ο ίδιος άκουγε θάταν κάτι το θεϊκό –έτσι σκεφτόντουσαν οι άλλοι. Και θέλανε το ίδιο άκουσμα να χαϊδέψει και τα δικά τους τα αυτιά. Κι αφού κάτι τέτοιο δε γινότανε, αποφάσισαν να τον αγνοήσουν.
Έφυγε, λοιπόν, αυτός και πήγε στα δάση, στις λίμνες και στα βουνά. Με τρυφερά κοτσάνια καστανιάς, με υγρά πέταλα λευκού νούφαρου, με στρογγυλεμένες από τα νεροβρόχια πέτρες –με τέτοια κι άλλα παρόμοια υλικά έφτιαξε ένα Όργανο. Και το άφησε μια νύχτα και μια μέρα κάτω από τη σκιά ενός βράχου. Και έτσι μέσα στο Όργανο πήγαν και χωθήκαν πυγολαμπίδες και το στολίσανε. Και την επόμενη νύχτα και την μέρα την επόμενη το ακούμπησε σε μια λακκούβα στολισμένη με ανεμώνες του βουνού και χαμομήλια του κάμπου. Κι έτσι μέσα στο Όργανο μπήκανε πεταλουδίτσες και το χρωματίσανε.
Και την τρίτη νύχτα αυτός το πήρε και το έκανε προσκεφάλι του και ήταν εκείνη τη νύχτα που μέσα στο Όργανο πήγαν και κρύφτηκαν τα πιο όμορφα όνειρά του -το φιλί που σαν παιδάκι πήρε, το χάδι που λαχτάραγε, μεγάλος πια, να δώσει. Κι όταν ξημέρωσε, μέσα στην αγκαλιά του το κράτησε και διάλεξε βρύα από τη λίμνη και έτσι υγρά όπως ήταν τα άπλωσε, τα λέπτυνε, τα έκανε χορδές που τις στερέωσε πάνω στο Όργανο και τις κούρδισε ακούγοντας τους κτύπους της καρδιά του.
Λοιπόν, με το Όργανο στα χέρια του, πήγε και βρήκε όσους θέλανε να ακούσουν τη μελωδία που μόνο αυτός άκουγε. Και τους είπε «Να, τώρα δε σας τραγουδά το στόμα μου, αλλά το Όργανο που φτιάχτηκε από αυτά που λένε σε μένα τη μουσική τους». Μαζεύτηκαν γύρω του πολλοί και άκουσαν, αλλά και πάλι δεν πιστέψανε πως το τραγούδι δεν ήταν από τον ίδιο παιγμένο. «Δώσε και σε μας το Όργανο και θα δεις πως κι εμείς την ίδια μουσική θα παίξουμε». Κι αυτός τους έδωσε το Όργανο, αλλά στα χέρια των άλλων παρέμενε βουβό.
Και τότε όλοι θυμώσανε μαζί του. Και του είπαν πως κάτι άλλο συμβαίνει που τους το κρατά κρυφό. Και έτσι τον αφήσανε μοναχό κι αγνόησαν και πάλι τους ρυθμούς που αυτός τους χάριζε για να συντροφεύουν τις μέρες τους. Μα όταν οι άνθρωποι φύγανε, τον πλησιάσανε τα ζώα. Αυτά δεν του ζητούσαν να τους μάθει το μυστικό που δεν υπήρχε. Καθόντουσαν γύρω του και δεχόντουσαν το δώρο που τους χάιδευε τα αυτιά και έφτανε μέχρι βαθιά μέσα στα σπλάχνα τους.
Ναι, με τη συντροφιά των ζώων, πια, έμεινε. Με αυτά τριγύριζε και για αυτά και μόνο λες κι είχε φτιάξει το Όργανό του. Αλλά όσο κι αν γλυκά τον έγλυφε η γλώσσα της αρκούδας, όσο κι αν απαλά τον δρόσιζε η φτερούγα του χελιδονιού, όσο κι αν ευχάριστα τον ανατρίχιαζε το τρίψιμο στο πόδι του της γάτας, αυτός έμενε μελαγχολικός. Γιατί ήταν άνθρωπος και ήθελε ότι πιο πολύτιμο δικό του να το μοιραστεί με άλλους ανθρώπους.
Όταν, λοιπόν, μελαγχολούσε, μελαγχολική γινότανε κι η μουσική του και μελαγχολικά σύννεφα καλύπτανε τον ουρανό και μελαγχολική βροχούλα δρόσιζε τους κήπους και μέσα στα σπίτια οι άνθρωποι μαζευόντουσαν και χαίρονταν τις φλόγες στο τζάκι και ψήνανε κάστανα και μετά κάτω από τα σεντόνια τους βρισκόντουσαν και ο ήχος της βροχής στις στέγες τους νανούριζε γλυκά. Μα δεν ξέρανε, δεν φανταζόντουσαν πως αυτός και το όργανό του ήταν που τους χάριζαν τον γλυκό τους ύπνο.
Αλλά δεν ήταν πάντα ο ίδιος έτσι θλιμμένος. Ήταν φορές που τα παιχνίδια των ζώων και τα πεταρίσματα των πουλιών και τα ζουζουνίσματα των εντόμων, τον κάνανε να χαίρεται και τότε μέσα από το Όργανο έβγαιναν χαρούμενες νότες και τότε ο ήλιος ταξίδευε ολόχρυσος από την ανατολή στη δύση και οι άνθρωποι τέτοιες λιόλουστες μέρες, βγαίνανε από τα σπίτια τους και τρέχανε στις παραλίες και στα πάρκα και χορεύανε και παίζανε και μετά κουρασμένοι, καθώς νύχτωνε, γυρνούσαν στα σπίτια τους και κοιμόντουσαν και βλέπανε όνειρα πολύχρωμα σαν τα λουλούδια που είχαν μαζέψει. Μα δεν ξέρανε, δεν φανταζόντουσαν πως αυτός και το όργανό του ήταν που τους χάριζαν τον πολύχρωμο ύπνο τους.
Αλλά, αυτός πάντα μόνος. Και ήρθε η ώρα που η μοναξιά τον πλήγωσε βαθιά. Σε μια ακρογιαλιά είχε βρεθεί κι εκεί στα βότσαλα είχε καθίσει και μπροστά του η θάλασσα, πίσω του τα δέντρα, πιο πίσω τα βουνά. Και βράδιασε και τα ζώα που τον συντροφεύανε βρήκαν φωλιές και κούρνιασαν κι αυτός μόνος πάνω στα βότσαλα και στα πόδια του να σβήνει το κύμα. Και ήταν τόση η πίκρα του που πήρε το όργανό του κι άρχισε να παίζει τη μουσική που τούτη τη φορά δεν έβγαινε από τα δέντρα, τα νερά, τις πέτρες και το χώμα, αλλά από την ίδια του την καρδιά και μόνο. Και από τα μάτια του στάξανε δάκρυα που πέσαν δίπλα στα βότσαλα και γίνανε αμέσως μικρές, λευκές, ολοστρόγγυλες πετρούλες. Κι ήταν ότι κάλυψε τη φύση όλη, όχι μόνο η πιο θλιμμένη μουσική που είχε ακουστεί, αλλά και η πιο μαγική. Τόσο μαγική που μπροστά του συνέβηκε το θαύμα…
Το φεγγάρι έγινε τόσο φωτεινό όσο ο ήλιος. Η θάλασσα τόσο τρυφερή όσο το νερό μιας πηγής. Τα βότσαλα τόσο λεία που θύμισαν χάδι… Και μετά το φεγγάρι πήρε τη μορφή μιας γυναίκας και του χαμογέλασε και του άπλωσε τα διάφανα χέρια της και «Έλα, μαζί μου!» τον προσκάλεσε κι αυτός άφησε πάνω στα βότσαλα το Όργανο και τα δικά του χέρια μπλεχτήκανε με τα δικά της και καθώς αυτή τον τράβαγε προς τα ουράνια, «Πώς σε λένε;» τη ρώτησε και χάρηκε που άκουσε σα μουσική και σαν τραγουδάκι εκείνη να το προφέρει το όνομά της –«Σελήνη!... Σελήνη!... Σελήνη!»
Περάσαν μέρες. Μέρες δίχως γλυκές βροχές και δίχως τρυφερές λιακάδες. Κι άνθρωποι δεν κοιμόντουσαν πια με συντροφιά όνειρα γλυκά και πολύχρωμα. Και πιάσανε να λένε τι τάχα να είχε συμβεί και κάποιος είπε, σκέφτηκε πως ίσως κάτι όλα αυτά να είχανε να κάνουν με εκείνον που έπαιζε τη μουσική που αυτοί δεν μπορούσαν να παίξουν. Και τότε ξεκίνησαν να τον βρούνε.

Στην παραλία τους οδήγησαν τα ζώα και τα πουλιά. Κι όταν φτάσανε είδαν το Όργανο να το χαϊδεύει το κύμα και να το μουλιάζει. Άχρηστο για όλους πια. Μα δίπλα του, όσοι σκύψανε, είδαν κάτι πετρούλες λευκές, ολοστρόγγυλες που μόλις τις αγγίξανε αισθάνθηκαν κάτι από όσα αισθάνονταν όταν βλέπανε τα όνειρά τους τα χαμένα. Και τις κράτησαν τις πετρούλες μέσα στις παλάμες τους, τις χώσανε στις τσέπες του, τις κρέμασαν στο λαιμό τους, στολίσανε μ΄ αυτές τα δάχτυλά τους . Και τις είπανε μαργαριτάρια.

(προδημοσίευση)

8.6.07

Ανάπηρη μνήμη



Βρέθηκα -απογευματάκι ήταν- σε εργαστήρι μοδιστρικής. Περίμενα να με εξυπηρετήσουν. Κι όπως έτσι αφηρημένα η ματιά μου κυκλοφορούσε ανάμεσα σε κομμάτια υφάσματος και ψαλίδια, βελόνες, κλωστές, ξαφνικά έπεσε πάνω σε ένα γαρύφαλλο. Ψεύτικο, χάρτινο. Κόκκινο. Έπεσε πάνω του η ματιά μου κι εκεί στάθηκε. Μαγνητίστηκε. Και ξαφνικά μέσα μου κάτι δημιουργήθηκε, κάτι σαν λίγωμα ευχάριστο, πολύ ευχάριστο.

Και η μνήμη μου μπόρεσε να ανακαλέσει την εικόνα ένος άλλου γαρύφαλλου, κόκκινου και χάρτινου -κόκκινο γκοφρέ χαρτί για τα πέταλα και πράσινο τυλισμένο άτσαλα σε λεπτή συρματόβεργα για να θυμίζει κοτσάνι.

Μια εικόνα. Χαμένη στο παρελθόν. Αδύνατον να την τοποθετήσω χρονικά. Αδύνατον να τη συνδυάσω με τόπο, ανθρώπους, γεγονότα. Αλλά το συναίσθημα είχε επανέλθει. Κ αι με λίγωνε.

Έφυγα. Περάσαν δυο μέρες. Το λίγωμα πάντα κυρίαρχο. Αλλά μόνο αυτό. Η μνήμη μου αυτό μόνο μπορεί να ανακαλέσει.

Μνήμη αδύναμη. Ανίκανη να με βοηθήσει να θυμηθώ όλη μου τη ζωή. Ανάπηρη μνήμη.

5.6.07

Η άλλη φωνή






Άννα Γκέρτσου – Σαρρή
<<Η άλλη φωνή>>
εφηβικό μυθιστόρημα
Κέδρος, 2005
Κρατικό Βραβείο Παιδικού Βιβλίου


Η Άννα Γκέρτσου – Σαρρή αν και είναι μια χαμηλών τόνων παρουσία στο χώρο της λογοτεχνίας τόσο της παιδικής / εφηβικής όσο και της ενήλικης, εντούτοις το έργο της διαθέτει μια θεματική ποικιλία, μια σοβαρή ποιότητα και μια ενδιαφέρουσα εναλλαγή αφηγηματικού ύφους.
Αρκετά από τα έργα της έχουν βραβευτεί –ανάμεσα στις διακρίσεις ας σημειώσουμε ένα Κρατικό Βραβείο το 1992 (κι άλλο ένα πλέον*) ένα κι ένα βραβείο ΙΠΕΚΤΣΙ.
Άλλοτε με διακριτικό χιούμορ, άλλοτε με κριτική ματιά, άλλοτε με σεβασμό στις ιστορικές πηγές, η συγγραφέας συνθέτει μυθιστορήματα και ανασυνθέτει μύθους.
Το τελευταίο της αυτό έργο ανήκει στο είδος του εφηβικού μυθιστορήματος, καθώς περιγράφει την καθημερινότητα μια μαθήτριας της Γ’ Λυκείου.
Απλή κοπελίτσα η Μαρίνα, σε απλή οικογένεια ζει και τα όσα της συμβαίνουν κατά τη διάρκεια αυτής της τελευταίας σχολικής χρονιάς δεν ξεφεύγουν και πολύ από τα όσα μπορεί να τύχουν στο όποιο άλλο έφηβο.
Μα η συγγραφέας –με απλότητα όσο και ψυχολογική δεινότητα- καταφέρνει να καταγράψει από τη μια την πορεία της εφηβείας προς τη νεότητα και από την άλλη να καταθέσει την σημαντική παρουσία που αξίζει να έχουν στη ζωή αξίες διαχρονικές.
Η Μαρίνα θα κερδίσει τη δυνατότητα ν΄ ακούσει την άλλη φωνή που υπάρχει μέσα στον κάθε έφηβο και που είναι εκείνη που εκφράζει την ταυτότητα του.
Μια δυνατότητα που προέρχεται από το σπάσιμο του εγωκεντρισμού και την κατανόηση της ιδιαιτερότητας του άλλου.
Η ροή της αφήγησης δεν διακρίνεται από εκκεντρικές διαθέσεις προσέλκυσης του αναγνωστικού ενδιαφέροντος. Ακόμα και την ώρα που βάζει μέσα στην ιστορία το θέμα της δωρεάς οργάνων το κάνει τόσο διακριτικά, ώστε να μην το ευτελίζει αλλά να το διατηρεί σαν ένα συμβάν ανάμεσα στα άλλα που μπορεί να συμβούν στη ζωή ενός απλού ανθρώπου.
Πάντως διαθέτει κι ένα στ΄ αλήθεια ιδιότυπο εύρημα.
Εκείνες τις μικρές φράσεις που έχουν σπαρθεί ανάμεσα στα κυρίως κεφάλαια και που είναι βγαλμένες από το στόμα του μικρού αδελφού της Μαρίνας. Φράσεις του ύφους που μιλά ένα σημερινό αγόρι και που με το υπόγειο σαρκαστικό τους ύφος, όχι μόνο χαρίζούν κεφάτες νότες στη συχνά βαρετή καθημερινότητα των άλλων, αλλά παράλληλα φωτίζουν και με μια άλλη απόχρωση τα όσα προσωπικά ή μη μπορεί να απασχολούν μια έφηβη. Και βέβαια δείχνουν πως ένα αληθινά ταλαντούχος συγγραφέας μπορεί με το πιο ευτελές να δημιουργήσει την ποιοτική έκπληξη.
*Σημ. : Η 'Αλλη Φωνή" τιμήθηκε (μαζί με την "Δωριλένια" της Βούλας Μάστορη) με το Κρατικό Βραβείο Π. Β. για βιβλία που εκδόθηκαν το 2005

3.6.07

Η νύχτα που έβλεπε τη μέρα


Τζεμίλ Τουράν¨
"Η νύχτα που έβλεπε τη μέρα"
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2006

Ο Τζεμίλ Τουράν είναι Κούρδος. Έχει όμως ελληνική υπηκοότητα, μετά από αίτηση που έκανε για πολιτικό άσυλο. Εργάζεται ως δημοσιογράφος και μέχρι τώρα έχει κυκλοφορήσει τρία μυθιστορήματα , γραμμένα όλα απευθείας στα ελληνικά.
Μια ιδιότυπη, λοιπόν, περίπτωση συγγραφέα της ελληνικής γλώσσας.
Τα θέματα και των τριών βιβλίων του έχουν να κάνουν με τη ζωή και τους αγώνες των Κούρδων.
Αν στα δυο πρώτα όμως, ταξίδευε τον αναγνώστη του στην καρδιά της πατρίδας του, τώρα τον φέρνει στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης. Και πλέον ο αγώνας του κουρδικού λαού παρουσιάζεται μέσα στον ευρύτερο χώρο καταπίεσής του.
Μια ομάδα νεαρών Κούρδων και Τούρκων, που τους συνδέει από τη μια η αγάπη τους για το θέατρο και από την άλλη η αντίθεσή τους στο απολυταρχικό καθεστώς της Τουρκίας της δεκαετίας του 80, θα βρεθούν να ζούνε μέσα σε ένα κλίμα τρομοκρατίας, αλλά και αγώνα για να κρατήσουν ανοιχτό το όραμα όχι μόνο της εθνικής ελευθερίας, αλλά και της ατομικής αξιοπρέπειας όπως και αυτό της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Ο Τουράν δεν κρύβει τις αριστερές ιδέες του. Δεν κρύβει –κυρίως- τον ιδεαλισμό του. Οι ήρωές του είναι αγνοί όσο και ανθρώπινοι, απόλυτοι μέσα στο πάθος της ιδεολογίας τους, αλλά και συνεπείς με αυτήν μέσα από τις πράξεις τους.
Ο Τουράν επιδιώκει να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη του με τρόπο απλό και άμεσο. Απλή γραφή, δίχως λογοτεχνικά παιχνιδίσματα. Δίχως εξάρσεις. Προτιμά να αφηγείται μέσα από καθημερινούς διαλόγους και να περιγράφει τόσο τις ερωτικές στιγμές, όσο και τις πράξεις βίας με τρόπο αφτιασίδωτο.
Ομολογώ –ας μου επιτραπεί αυτή η εξομολόγηση- πως είχα χρόνια πολλά να διαβάσω μυθιστόρημα τόσο απλό (αλλά καθόλου απλοϊκό), τόσο δοσμένο σε μια σοσιαλιστική άποψη για τα πολιτικά γεγονότα, τόσο εύστοχο στις περιγραφές των συναισθημάτων.
Χαρακτηριστικό του πόσο αυτή η τεχνική μπορεί να έχει μια κυκλική και πλουραλιστική παρουσίαση χαρακτήρων και πράξεων είναι και το ότι τα δυο κεντρικά πρόσωπα του έργου –ο καλλιτεχνικών διαθέσεων Πολάτ και ο πολιτικών εφαρμογών Κασίμ- όχι μόνο συναντιόνται και αλληλοσυμπληρώνονται, αλλά και ο καθένας του δικαιωματικά κερδίζει το σεβασμό του αναγνώστη. Κι οι δυο πιστεύουν πως τέχνη και πολιτική, κοινωνία και οικογένεια, άτομο και ομάδα δεν μπορούν παρά να προσβλέπουν σε ένα μέλλον όπου η σοσιαλιστική αλληλεγγύη θα είναι η πρακτική με την οποία τα προβλήματα θα αντιμετωπίζονται.
Σε μια εποχή καταναλωτικής παγκοσμιοποίησης, ο Τουράν μας θυμίζει την προδομένη ιδεολογία της ισότητας.

28.5.07

Στην αρχή ένα ΓΡΑΜΜ... μόνο


Λάκης Κουρετζής
«Στην αρχή ένα ΓΡΑΜΜ… μόνο»
Εκδόσεις Ταξιδευτής

Ο Λάκης Κουρετζής είναι μια Εποχή.
Όχι, δεν εννοώ πως εκφράζει το παρελθόν. Εννοώ πως σηματοδοτεί μια στάση καλλιτεχνική που μέσα σε μια συγκεκριμένη εποχή δημιουργήθηκε και από τότε παραμένει ένα σημείο αναφοράς σε ότι έχει να κάνει με την ποιότητα, τη συνέπεια, το ήθος.
Ο Λάκης Κουρετζής γίνεται γνωστός κάπου προς το τέλος της δεκαετίας του ’70. Τότε που η Ομάδα Πάροδος –ψυχή και νους της ο Λάκης- έφερνε την Τέχνη σε μικρούς και μεγάλους με πρωτοποριακά προγράμματα και εκρηκτικές ιδέες.
Η Πάροδος –δηλαδή, για εκείνα τα χρόνια, ο Λάκης Κουρετζής- ήταν ένα φυτώριο ανάπτυξης νέων ταλέντων στη λογοτεχνία, στο θέατρο, στη μουσική, στα εικαστικά.
Μια εποχή και μια ομάδα ανθρώπων που την ιδεολογία τους δεν τη ξεχώριζαν από την πρακτική τους, που το όραμά τους ήταν και προσωπικό και ομαδικό.
Στην ουσία μια επανάσταση συνέβαινε κι όπως όλες οι επαναστάσεις κάποια στιγμή ή γίνονται κατεστημένο ή μετατρέπονται σε εστίες συνεχούς αντίστασης.
Νομίζω πως το δεύτερο έχει συμβεί, αλλά το σημείωμα αυτό δεν γράφεται μήτε για την Ομάδα Πάροδο, μήτε, βέβαια και για την γενικότερη πορεία του Λάκη Κουρετζή.
Απλά και μόνο παρουσιάζει το πιο πρόσφατο βιβλίο του .
Αλλά αν έκανα μια σύντομη αναφορά στο παρελθόν, ήταν γιατί αυτό το παρελθόν, με τη συλλογή κειμένων «Στην αρχή ένα ΓΡΑΜΜ… μόνο», δείχνει πως μπορεί και παρόν να είναι και μέλλον να διαθέτει.
Με άλλα λόγια, ο Λάκης Κουρετζής παραμένει πάντα εκείνος ο οραματιστής, ο ανθρωπιστής και ο επαναστάτης που στα τέλη του ’70 ήταν.
«Τα τζιτζίκια δεν τραγουδούν. Κάνουν κάτι σπουδαιότερο* κραυγάζουν» -έτσι έχει γράψει σε ένα από τα κείμενα του βιβλίου.
Και νομίζω πως κι ο ίδιος δεν τραγουδά με τις λέξεις, αλλά κραυγάζει.
Κραυγάζει άλλοτε διαμαρτυρόμενος και άλλοτε προπαγανδίζοντας. Κραυγάζει θυμωμένος, φοβισμένος, μα και πάντα ατρόμητος.
Δεν είναι εύκολο να κατατάξει κανείς τα κείμενα αυτού του βιβλίου σε ένα λογοτεχνικό είδος. Όχι διηγήματα, όχι ποιήματα. Όχι χρονογραφήματα. Τότε τι;
Γιατί όχι, λοιπόν, κραυγές. Όπως και λυγμοί, αλλά και χαμόγελα και σαρκασμοί.
«Όσο πληθαίνουν τα μουσεία, μου φαίνεται πως χάνεται η ζωή» -μια κραυγή
Και μια άλλη : «Ανοίχτε τα πάντα… αφήστε τη φαντασία να περάσει» -ίσως να συμπληρώνει την πρώτη.
Κι ένας λυγμός :»Οι μεγάλες ιστορίες δεν τελειώνουν. Αλλάζουν μορφή. Καμιά φορά γίνονται σιωπή»
Η σιωπή λοιπόν είναι στάση ζωής; Ίσως στις μέρες που ζούμε να είναι στάση ζωής και άμυνα. Αλλά υπάρχουν και στιγμές που σαλπίζει κανείς την επίθεση
«Ένα πουλί πετάει πάνω από τον Δούναβη. Σε λίγες μέρες μπορεί να βρίσκεται επάνω από τον Πηνειό. Χωρίς διαβατήριο. Παραποτάμιοι πολιτισμοί»
Και με το χαμόγελο καμιά φορά μπορείς να πεις πολλά . Να για παράδειγμα:
«Γιατί όμως οι άνθρωποι, θέλοντας να μιλήσουν αρνητικά για κάποιον λένε : «Άστον αυτόν. Μην του έχεις εμπιστοσύνη. Πάει όπου φυσάει ο άνεμος΄ Αφού, καμιά φορά , ο άνεμος σε πάει εκεί που πρέπει»
Και βέβαια ο σαρκασμός – «Η σιδερένια καρέκλα φοβήθηκε να πλησιάσει περισσότερο τη φωτιά, μήπως τη λιώσει. Και σηκώθηκε όρθια. Γι αυτό μια σιδερένια καρέκλα είναι πάντα κρύα»

Τα κείμενα είναι 48. Ανά δύο ξεκινούν από το ίδιο γράμμα. Το δυαδικό στοιχείο είναι άποψη για τον Κουρετζή. Ο κόσμος –μάλλον αυτό θέλει να μας πει- ερμηνεύεται και βιώνεται όταν ο ένας συναντά τον άλλον. Κι αυτός ο άλλος μπορεί να είναι απέναντί σου, αλλά μπορεί να είναι και εντός σου. Όπως όλα τα γράμματα του αλφαβήτου που το καθένα είναι ουδέτερο, αλλά που όταν ενωθούν τότε φτιάχνουν λέξεις –αρσενικές ή θηλυκές, πάντως με φύλο, δηλαδή με ταυτότητα.
48 κείμενα γραμμένα σε διάφορους τόπους. Εντός και εκτός Ελλάδας. Γιατί η σκέψη μπορεί να γίνει συναίσθημα την κάθε στιγμή και ώρα.
Κι έχει σημασία να προσέξει κανείς και τη μορφή του βιβλίου. Σαν παλιό τετράδιο, με προσεγμένα γράμματα γεμάτο. Στην εποχή της τεχνολογίας, ας κρατήσουμε τη δυναμική μιας αισθητικής που βγαίνει από το χέρι ενός παιδιού.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ταξιδευτής. Σπάνια έχω συναντήσει βιβλίο που το νόημα του να ταιριάζει τόσο με το όνομα του εκδότη που το έβγαλε στην αγορά

23.5.07

Καλά μόνο να βρεις


Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης
«Καλά μόνο να βρεις»
Εκδόσεις Κέδρος


Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης ανήκει στη νέα γενιά των πεζογράφων μας.
Αν και γεννημένος το 1970, μόλις το 2005 κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο.
Δηλαδή, στα 35 του χρόνια. Θα έλεγα πως η πρώτη του εμφάνιση, για τα δεδομένα της εποχής μας όπου όλα γίνονται κάτω από την πίεση του χρόνου και της ταχύτητας, είναι μάλλον καθυστερημένη.
Αλλά ο αναγνώστης εκείνης της συλλογής διηγημάτων –«Τρεις μνήμες και δύο ζωές» (εκδ. Μεταίχμιο)- μπορεί εύκολα να κατανοήσει το γιατί ο συγγραφέας της κάνει με αυτή την καθυστέρηση την εμφάνισή του.
Θέματα από την ιστορία, αλλά και από την καθημερινότητα. Τα πρώτα απαιτούν μια βιωματική γνώση των γεγονότων του χτες, τα δεύτερα ζητούν μια ώριμη κατανόηση των συνθηκών του σήμερα. Και βέβαια είναι η γλώσσα. Μια γλώσσα πυκνή, έντονα δουλεμένη. Λέξεις που αισθάνεσαι πως διόλου τυχαία δεν επελέγησαν. Φράσεις που υποψιάζεσαι τον κόπο που χρειάστηκε για να δημιουργηθούνε.
Θεματική και γλώσσα, λοιπόν, που δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται και τόσο ούτε για την γρήγορη ανάγνωση, μήτε και για την πλατιά αναγνώριση.
Παρόλα αυτά, ο τροχός της συγγραφής είχε ξεκινήσει –ή πιο σωστά, για να στηρίζομαι σε ότι έχω διαβάσει- το μεράκι της έκδοσης έχει πια ενεργοποιηθεί.
Κι έτσι, δυο χρόνια αργότερα, βλέπει το φως στις βιτρίνες και στους πάγκους των βιβλιοπωλείων το δεύτερο βιβλίο –«Καλά μόνο να βρεις»
Ο συγγραφέας του με συνέπεια ως προς τον αναγνώστη του και ήθος ως προς τη λογοτεχνική δομή, το ονομάζει νουβέλα –αλλά, αλήθεια, ποιος διαβάζει νουβέλες στις μέρες μας, μέρες των πολυσέλιδων μυθιστορημάτων;
Άρα ο νέος συγγραφέας εξακολουθεί να υποστηρίζει πως μήτε την εύκολη ανάγνωση επιζητεί, μήτε την πλατιά αναγνώριση.
Νουβέλα, πράγματι είναι. Αλλά παράλληλα κρατά και τις πρακτικές γραφής και σύνθεσης του διηγήματος.
Επτά τα κεφάλαια, τρία τα κεντρικά πρόσωπα.
Από τα τρία, αν πρέπει να θεωρήσουμε ένα το κεντρικό πρόσωπο, νομίζω πως θα πρέπει να επιλέξουμε εκείνο που δίνει τελικά και το στίγμα του όλου έργου.
Το στίγμα είναι οι ενοχές. Οι ενοχές ενός σύγχρονου νέου άντρα που δίχως να το καταλάβει –ανεπαισθήτως όλως- συμβιβάζεται και ξεχνά τα όνειρα της πρώτης νεότητάς του. Αυτός ο νέος άντρας και το κεντρικό πρόσωπο. Δικηγόρος το επάγγελμα. Αφημένος μέσα στο ισοπεδωτικό μποτιλιάρισμα μιας πόλης, αφημένος μέσα στην ψυχική νάρκη μιας πιθανής επαγγελματικής επιτυχίας.
Αυτό το κεντρικό πρόσωπο του έργου, μόνο μι αφορά θα συναντήσει το δεύτερο πρόσωπο της νουβέλας και καμιά το τρίτο.
Το δεύτερο πρόσωπο, άντρας κι αυτός. Κούρδος οικονομικός πρόσφυγας. Η στιγμή που θα συναντηθεί με τον νεαρό δικηγόρο θα είναι και η απόλυτα καθοριστική για τη ζωή του.
Το τρίτο πρόσωπο, μια γυναίκα. Από τη Ρωσία αυτή, κι αυτή θύμα της οικονομικής ανάπτυξης, σαπίζει σε φτηνά δωμάτια ξενοδοχείων.
Ο Κούρδος κι η Ρωσίδα θα συναντηθούνε –ο αναγνώστης κάτι απλώς μαθαίνει για τις συναντήσεις, κάποιους μονολόγους τους ακούει. Αλλά περισσότερο ως ωτακουστής, ως παρατηρητής στιγμών της προηγούμενης ζωής τους και κάποιων σκέψεων που ο ένας απευθύνει στην άλλη.
Ο αναγνώστης τον νεαρό δικηγόρο βασικά παρακολουθεί, με αυτόν θέλει ο συγγραφέας να ταυτιστεί, με τις δικές του ενοχές να ενεργοποιηθεί. Γιατί το έργο όλο είναι μια κραυγή κι έχει δύο θύματα και ένα θύτη-θύμα.
Μια ιστορία που ξετυλίγεται άλλοτε προς τα μπροστά κι άλλοτε προς τα πίσω. Που άλλοτε υλοποιείται με μονολόγους κι άλλοτε με διάλογους. Με τριτοπρόσωπες αναφορές. Και σκληρές αφηγήσεις συμβάντων.
Ένα κείμενο -νουβέλα , πολύ σωστά- που θέλει να μιλήσει για τη μοίρα αυτών που κυνηγούνε το λάθος όνειρο –το κυνηγούνε είτε σπρωγμένοι από την ανάγκη, είτε από την παραπλάνηση. Αλλά κάποιοι οφείλουν τη μοίρα να την παίρνουν στα χέρια τους. Κάποιοι; Ή μήπως όλοι;
Ο Π. Χ. αποφάσισε να γράψει ένα πολιτικό λογοτεχνικό κείμενο. Και ακριβώς επειδή είναι γνήσια πολιτικό, είναι και γνήσια ανθρώπινο.
Διαβάζεις και μυρίζεις τον ιδρώτα, το αίμα, το σπέρμα.
Διαβάζεις και συγκινείσαι, θυμώνεις, επαναστατείς.
Διαβάζεις και αυτοενοχοποιείσαι.
Σαφέστατα οι χαρακτήρες και τα συμβάντα, θα μπορούσαν μέσα σε μια άλλη φόρμα γραφής και σύνθεσης να είχαν γίνει ένα πλούσιο -σε σελίδες, εννοώ- μυθιστόρημα.
Αν δεχτούμε πως ο συγγραφέας επέλεξε αυτή τη ελλειπτική μορφή γιατί αισθάνθηκε πως δεν είναι ακόμα έτοιμος για να προχωρήσει στις τοιχογραφίες των μυθιστορηματικών συνθέσεων, θα πρέπει να τον συγχαρούμε για το ήθος με το οποίο αντιμετωπίζει το αναμφισβήτητο ταλέντο του.
Αν δεχτούμε, πάλι, πως η επιλογή αυτής της μορφής έγινε γιατί ίσως έτσι η αφηγούμενη ιστορία αποκτά μια κινηματογραφική αφηγηματικότητα, που ίσως αρμόζει και στο κλίμα της εποχής μας, τότε θα πρέπει να τον συγχαρούμε γιατί κατάφερε να τιθασεύσει το πάθος του.
Με άλλα λόγια πέτυχε. Το στόχο του.
Για μένα ο στόχος αυτός –ως προς την απόλυτα λογοτεχνική του υπόσταση- είναι να πει κάτι καθημερινό με τρόπο εντελώς προσωπικό.

22.5.07


Ποια είναι μεγάλη λογοτεχνία;
Απαντήσεις πολλές, ίσως όλες ασαφείς. Αλλά για μένα το βιβλίο εκείνο που θα μου προσφέρει μαζί με την αισθητική ικανοποίηση και ένα άλλο κοίταγμα του γνωστού κόσμου, αυτό -ναι!- είναι, ανήκει στη μεγάλη λογοτεχνια.
"Τα μελένια λεμόνια" του Θανάση Τριαρίδη είναι ένα περίεργο κείμενο, δεν εντάσσεται σε κάποιο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, αλλά είναι καθαρή και μεγάλη λογοτεχνική σύνθεση. Γιατί δεν μένει μόνο στο τι θέλει να πει, αλλά κυρίως στο πως το λέει.
Αιρετικά ηθικό, αχαλίνωτα ερωτικό, τρυφερά αγωνιστικό. Υπαρξιακά πολιτικό.
Μπορεί να προκαλέσει συζητήσεις έως και πάθη, μπορεί και κανείς να μην το προσέξει.
Μου είναι αδιάφορο. Σημασία έχει πως γράφτηκε και κυκλοφορεί -υπάρχει.
Υπάρχει, την ίδια ώρα που σεμνά αναρωτιέται:
"Τι του απέμενε, λοιπόν;
Μπροστά στο τρομερό το πεπρωμένο που τον κύκλωνε,
μέσα στη μεγάλη νύχτα των δολοφόνων αστών
ο Ρέμπραντ Βαν Ρέιν στάθηκε απέναντι από την αγαπημένη γυναίκα
και προσπάθησε να ζωγραφίσει αυτό που ζούσε και συνάμα αυτό που έχανε*
τον αγώνα για ένα χαμόγελο, το τρέμουλο του χείλους,
το δισταγμό του χεριού, τη μυρωδιά του κόκκινου γαρύφαλλου-
κυρίως εκείνη την ασθενική τη μυρωδιά"
... Ασθενική μυρωδιά. Ναι, κάπως έτσι κυκλοφορεί ανάμεσά μας η λογοτεχνία που είναι προορισμένη να ζήσει.

21.5.07

Το όμορφο που δεν είναι δικό μας

Ναι, η Σαντορίνη είναι όμορφη. Κάτι περισσότερο -εντυπωσιακή.
Αλλά σίγουρα δεν είναι η συννεφιά και η βροχή που της ταιριάζουν.
Απόγευμα Σαββάτου, μετά από τη νεροποντή και στο πλακόστρωτο από το Φηροστεφάνι στό Φηρά, τουρίστες από κάθε μεριά της γης, πηγαινοέρχονται με μια αμηχανία -τα πέδιλά τους δεν είναι ότι αρμόζει να φορά κανείς καθώς πέφτει στους λεκέδες της βροχής.
Αλλά, προς το βράδυ, η Οία χαίρεται που απογοητεύει όσους την είχαν επισκεφτεί για το ηλιοβασίλεμα.
Μα από το μπαράκι του Πελεκάνου, ο Μπίλυ τραγουδά τα μπλουζ του σε θαμώνες που έχουν έρθει από τον τόπο του.
Η Σαντορίνη είναι όμορφη και εντυπωσιακή, σαν την Αντζελίνα Τζόλι.
Αλλά εγώ δεν έχω σκοπό με την Αντζελίνα να ζήσω τη ζωή μου. Πέρα από το να την κοιτώ από απόσταση, τι άλλο έχω να κάνω μαζί της; Να μοιραστώ κοινό παρελθόν ή να σχεδιάσω κοινό μέλλον;
Και ξαφνικά νοσταλγώ τα Άνω Πορόια και εκείνο το ξύλινο μπαλκόνι που έβλεπε προς της θαμπή Κερκίνη.
Και τότε "ήλιος και βροχή, που παντεύονται οι φτωχοί", αλλά κατέβαινα στο σαλόνι του Βιγλάτορα και μόνος μου έριχνα το κούτσουρο στο τζάκι.
Σήμερα, το απόγευμα, ο υπάλληλος στο αεροδρόμιο της Σαντορίνης, μου ευχήθηκε "Have a nice flight".
Κι εγώ αποχαιρέτησα την ομορφιά που πια δεν μου ανήκει.

18.5.07

Διάψευση ή ανέλπιστο;

Η πρόσκληση για μια παρουσιάση των βιβλίων μου στη Σαντορίνη είχε γίνει από το τέλος του περασμένου Δεκέμβρη.
Τη δέχτηκα με χαρά μιας και το νησί αυτό τη μια και μοναδική φορά που το είχα (εδώ και χρόνια) επισκεφτεί, με είχε μαγέψει.
Επέλεξα τα μέσα του Μάη πιστεύοντας πως είναι η πιο όμορφη εποχή για να χαρεί κανείς ένα νησί σαν κι αυτό.
Αύριο, λοιπόν, φεύγουμε, η Κώστια κι εγώ.
Αλλά η πρόγνωση του καιρού μας κάνει να βάζουμε στη βαλίτσα μας ρούχα σχεδόν φθινοπωρινά. Μέχρι και ομπρέλα.
Θα δω, λοιπόν, το νησί με συνθήκες διάψευσης ή μήπως θα με περιμένει κάτι το ανέλπιστα διαφορετικό;
Τελικά, σε μένα που το καλοκαίρι μου προκαλεί απέχθεια, μπορεί η Σαντορίνη των εαρινών βροχών να είναι η ανακάλυψη. Μπορεί όμως και να είναι μια αποτυχημένη συνάντηση. Κάποιοι τόποι ταιριάζουν μόνο με μια εποχή -οι Πρέσπες τον Χειμώνα, το Πήλιο το Φθινόπωρο, η Άνοιξη ακόμα και την Αθήνα την κάνει όμορφη...
Η Σαντορίνη με σύννεφα;...

Νέα... Εποχή

Η τεχνολογία έχει κάνει διαφορετική τη ζωή μας.
Αλλά παραμένει ένας χώρος που ο απλός χρήστης της δεν μπορεί πάντα να τον ελέγχει.
Έτσι βρέθηκα στην άβολη θέση να δημιουργήσω ένα νέο blog, αγνοώντας αν θα μπορέσω από το παλιό να βλέπω -και να βλέπετε- όλα όσα εκεί είχαν περάσει.
Όλη αυτή η περίπετεια μου θύμισε τον σεισμό του 1981. Τότε, καθώς άφηνα βιαστικά το σπίτι μου, είχα πάρει μαζί μου εκτός από τα κάποια απαραίτητα εφόδια και χρήματα και το χειρόγραφο του βιβλίου που εκείνο τον καιρό μόλις είχα τελειώσει.
Είχα μαζί μου τις δαχτυλογραφημένες σελίδες. Και αισθανόμουνα πως το βιβλίο μου ήταν ασφαλισμένο.
Αναρωτιέμαι, αν τώρα συμβεί κάτι παρόμοιο, θα πάρω μαζί μου τον ηλεκτρονικό υπολογιστή μου; ... Όχι, μάλλον θα πρέπει να σκεφτώ να χώσω στην τσέπη μου εκείνο το "φλασάκι" που αποθηκεύω ότι γράφω.
Παρόλα αυτά, μάλλον θα αισθάνομαι ανασφαλής.
Βλέπετε όσο κι αν η χρήση του υπολογιστή με έχει αποδεσμεύσει από μεγάλο συγγραφικό κόπο, εντούτοις παραμένω άνθρωπος του χαρτιού.... Άνθρωπος μιας άλλης εποχής;
Δεν το νομίζω, τελικά. Όσοι σαν κι εμένα είμαστε άνθρωποι που πάτησαν σε δυο αιώνες, έχουν μια ιδιαίτερη ικανότητα προσαρμοστικότητας.
Αλλά η νοσταλγία είναι τόσο γλυκειά.
Ακριβώς όσο ερεθιστική είναι και η προσμονή της επόμενης μέρας.

25.4.07

Με τα λόγια ενός δασκάλου

Με τα λόγια ενός δασκάλου
Για όλους εμάς εδώ είναι καταρχήν μεγάλη χαρά που έχουμε σήμερα κοντά μας τον «συγγραφέα των παιδιών», τον Μάνο Κοντολέων. Επιχειρώντας να σας παρουσιάσω τον συγγραφέα Μάνο Κοντολέων δεν σας κρύβω ότι βρέθηκα σε αμηχανία! Άραγε τι να πρωτοπεί κανείς για έναν άνθρωπο με ένα τόσο πλούσιο συγγραφικό και λογοτεχνικό έργο όπως είναι ο Μάνος Κοντολέων;Ο Μάνος Κοντολέων είναι χωρίς αμφιβολία ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946 και σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και ασχολείται με τη λογοτεχνία από τα παιδικά του χρόνια, γράφοντας μυθιστορήματα, διηγήματα, παραμύθια και κριτικά σημειώματα, ενώ συνεργάζεται ή έχει συνεργαστεί με πολλές εφημερίδες, περιοδικά, τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς.Ο Μάνος Κοντολέων έχει βραβευθεί με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 1998.Μυθιστορήματά του έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στη Γαλλία στην Γερμανία και στην Ταϋλάνδη. Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει πάνω από 40 βιβλία του: άλλα από αυτά ανήκουν στην παιδική λογοτεχνία, άλλα στην λογοτεχνία για νέους και άλλα στη λογοτεχνία που απευθύνεται σε ενήλικες αναγνώστες.Είναι ίσως ο μόνος Έλληνας συγγραφέας που και το κοινό και η κριτική του έχει αναγνωρίσει την ικανότητα να μπορεί αποτελεσματικά ν’ απευθύνεται σε αναγνώστες διαφορετικών ηλικιών. Τα βιβλία του Μάνου Κοντολέων είναι όπως γράφει κάπου «σαν ένα χτύπημα στον ώμο αφυπνιστικό και συνθηματικό, κάτι σαν επιδέξιο, αποφασιστικό και μετρημένο σπρώξιμο στο κατώφλι της ζωής, ή μάλλον στον σκοτεινό και δαιδαλώδη διάδρομο της εφηβείας, όπου παραμονεύουν εμπειρίες τραυματικές, σκιές και φαντάσματα».Κυρίως όμως το έργο του Μάνου Κοντολέων εισάγει τον αναγνώστη σε ένα σύμπαν λογοτεχνικό που θα του αποφέρει απόλαυση και προσωπική εξέλιξη και απολαμβάνει συνεχώς να βλέπει τον συγγραφέα να πειραματίζεται συνεχώς και να διευρύνει τα λογοτεχνικά του όρια και παρότι έχει ταυτιστεί με την παιδική και νεανική λογοτεχνία πετυχαίνει με την πολυσημία των θεματολογικών του κατηγοριών στα περισσότερα έργα του να «γεφυρώνει» αναγνωστικά διαφορετικές ηλικίες.Ο Μάνος Κοντολέων είναι πολυγραφότατος έχοντας συγγράψει στα είκοσι δύο χρόνια της έως τώρα λογοτεχνικής του πορείας ένα σεβαστό αριθμό έργων: μυθιστορήματα, διηγήματα, παραμυθικές ιστορίες συνταιριάζοντας με αξιοθαύμαστο τρόπο το πλήθος του έργου με την ποιοτική αξία.Στα έργα του συγγραφέα, γεμάτα πλήθος σύγχρονων μηνυμάτων, αγωνία, περιπέτεια, αλλά και πολλές διασκεδαστικές ιστορίες είναι παντού φανερή η αγάπη και η μόνιμη μέριμνά του για τα παιδιά, και γενικά τους νέους ανθρώπους. Πηγαίνοντας στην πλευρά των παιδιών πασχίζει να γίνει εκφραστής των σκέψεών και των συναισθημάτων τους, του μοναδικού συχνά αιτήματος τους, της αγάπης της κατανόησης και της αληθινής αποδοχής από τους άλλους - συνομήλικους ή μεγαλύτερους.Στο θαυμαστό ταξίδι που οδηγεί τον άνθρωπο - εμάς όλους - από την παιδική στην εφηβική ηλικία και από κει στον κόσμο των ενηλίκων, ο Μάνος Κοντολέων, σαν ένας άλλος παραμυθάς, μας αποκαλύπτει πολύτιμα μυστικά της ζωής και μας βοηθάει να ξεδιπλώσουμε το πολύχρωμο και φαντασμαγορικό καλιδοσκόπιο, την πραγματική ζωή μας, αυτή που εσείς τα παιδιά ζείτε τώρα και αυτή που εμείς ζήσαμε όταν βρεθήκαμε απρόσμενα στην παιδική ηλικία. Και καθώς από τη μία τα παιδιά προγεύονται μέσα από το έργο του συγγραφέα τη ζωή που αμέσως μετά θα ζήσουν και από την άλλη οι μεγαλύτεροι αναπολούν εκείνη τη μακρινή παιδική τους ανάμνηση, σε χρόνους γνήσιους, άδολους και πηγαίους, γίνεται έτσι ο Μάνος Κοντολέων μια αληθινή γέφυρα ψυχής που ενώνει τους μεγαλύτερους (εμάς) με τα παιδιά.Αλήθεια πόσο αληθινοί είναι οι ήρωες στα βιβλία του συγγραφέα, είναι όμως αληθινοί χωρίς να τους σκιάζει η μολυβένια βαριά ατμόσφαιρα ενός κόσμου πεζού, πνιγμένου σε συμβατικότητες και κοινωνικές τυπικότητες. Κι αυτό γιατί οι ήρωες του συγγραφέα δεν είναι άϋλοι, άψυχοι, αλλά γεμάτοι καρδιά και συναισθήματα που παλεύουν να συνθέσουν έναν ανθρώπινο κόσμο, έναν κόσμο όπου εξακολουθούν ακόμη να λάμπουν σαν αστερισμός η αγάπη, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, η φιλία, η χαρά της δημιουργίας, αλλά και η απογοήτευση και η μοναξιά σε έναν κόσμο συχνά αφιλόξενο και σκληρό στον οποίο καλούνται τα παιδιά να καταθέσουν τον δικό τους αδιαμόρφωτο κόσμο, γεμάτο από το άπειρο σε μικρογραφία, η παιδιακή σοφία που σαν ξάφνιασμα τη γνωρίζει ο συγγραφέας μας και σαν τέτοια μας τη μεταδίδει μέσα από τα έργα του.Αλλά οι ήρωες του Μάνου Κοντολέων θα ήταν σφάλμα να νομίσει κανείς πως κινούνται σε έναν αθώο κόσμο ζαχαρωτών και ανέμελων παιδικών χρόνων: μας τονίζει με κάθε τρόπο πως πέρα, εκτός από τη Χώρα των Θαυμάτων, απλώνεται ο κόσμος της σκιάς και του φόβου, το φοβερό και τρομερό ταξίδι του στην πικρή και θανατερή χώρα των ναρκωτικών. Ο Κοντολέων, γνώστης της εξάπλωσης των ναρκωτικών μέσα στα σχολεία δίνει το δικό του καταγγελτικό τόνο με έναν τρόπο ρεαλιστικό και συνάμα γλωσσικά άμεσο απέναντι σε αυτή τη μάστιγα που πέφτει σαν πανούκλα πάνω στα νεαρά βλαστάρια της κοινωνίας μας. Ο φόβος εξαπλώνεται και έτσι μέσα στο έργο του συγγραφέα αθώα πάρτι, καφετέριες, ποτό, τσιγάρα, «σκόνη»… χρήστης και διακινητής ναρκωτικών, ο θάνατος ενός φίλου… γίνεται «Το ταξίδι που σκοτώνει» και μια σαφής προειδοποίηση και αποκάλυψη για όλους.Κάθε στάδιο της ανθρώπινης ηλικίας παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα, εμείς, εκπαιδευτικοί και γονείς, το γνωρίζουμε άλλωστε πολύ καλά. Σε καθένα από αυτά τα στάδια το παιδί προβάλλει τον δικό του κόσμο. Ο Μάνος Κοντολέων είναι φανερό πως έχει μελετήσει ιδιαίτερα τον ψυχικό κόσμο του παιδιού και τα προβλήματά του. Εμφανίζεται όμως να κατέχει ιδιαίτερη γνώση και μια πολύ σημαντική αντίληψη για την παιδαγωγική διαδικασία, κυρίως για τη μετάβαση του παιδιού από το ένα στάδιο στο άλλο. Επιστρατεύοντας το θεατρικό παιχνίδι στο έργο του «Μάσκα στο φεγγάρι» επιχειρεί - και το επιτυγχάνει - να αναδείξει τη σημαντική συμβολή του στην εκπαιδευτική διαδικασία και να μας θυμίσει, σαν ένας άλλος ανθρωπολόγος, πως η παιδαγωγική διαδικασία δεν είναι παρά μια τελετή μύησης από το ένα στάδιο (παιδική ηλικία) στο άλλο (εφηβική ηλικία κ.οκ.).Τα βιβλία του συγγραφέα δεν αντιγράφουν τη ζωή: ως έργα μόχθου μιας πηγαίας λογοτεχνικής δραστηριότητας, ανασυνθέτουν και ξαναπλάθουν μία κοινωνική πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που είναι ανάγκη κατά την προτροπή του συγγραφέα να αποκτήσει κάτι από τη χαμένη της φαντασία, έναν γόνιμο ιδεολογικό προσανατολισμό και συσφίγγοντας ακόμη περισσότερο την αμφίδρομη σχέση της με τη λογοτεχνία, ιδίως μέσα από έργα όπως αυτά του Μάνου Κοντολέων.Δημήτρης ΓαρουφαλήςΔάσκαλος στο 59ο Δημ. Σχολείο ΑθηνώνΑρχαιολόγος –συγγραφέας του βιβλίου : ΟΔΥΣΣΕΙΑ – Ένα Ταξίδι στη Μεσόγειου του Μύθου (Εκδόσεις ΜΙΛΗΤΟΣ)

22.3.07

Φτάνει πια!

Thursday, March 22, 2007

Φτάνει Πια
Σήμερα, 23 Μαρτίου 2007, συμμετέχω κι εγώ σε μία διαδικτυακή διαμαρτυρία και αναδημοσιεύω το κείμενό της:Εμείς οι Έλληνες πολίτες ζούμε, σε καθημερινή πλέον βάση, μια απαξίωση σε βάρος μας. Σε κανέναν άλλο τομέα της Διοίκησης της χώρας μας η απαξίωση αυτή δεν είναι πιο έντονη απ' ότι στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης.Διαμαρτυρόμαστε για την απαξίωση σε βάρος μας, που παίρνει τη μορφή τυφλής βίας εναντίον συμπολιτών μας.Διαμαρτυρόμαστε για την απαξίωση σε βάρος μας, όταν αυτή εκδηλώνεται με την συγκάλυψη της έκνομης δράσης λίγων αστυνομικών.Διαμαρτυρόμαστε για την απαξίωση σε βάρος μας, που αποτελεί η ανείπωτη ταλαιπωρία για την έκδοση διαβατηρίου και ταυτότητας.Φτάνει πιά!Ζητούμε τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων για να σταματήσει η απαξίωση σε βάρος των Ελλήνων πολιτών.Ζητούμε:- Τον απόλυτο σεβασμό προς την προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια των πολιτών.- Την αποκατάσταση, με έργα και πράξεις, της αξιοπιστίας της Ελληνικής Αστυνομίας στην οποία έχει ανατεθεί η τήρηση της έννομης τάξης.- Τον άμεσο εξορθολογισμό διαδικασιών για την έκδοση διαβατηρίων και ταυτοτήτων.Ζητούμε αυτά που θα έπρεπε να είναι αυτονόητα σε μια δημοκρατική κοινωνία στον 21ο αιώνα.Μια πρωτοβουλία των ιστολογίων: Αμπελοφιλοσοφίες, αναΜόρφωση-ιστολόγιο, ΔΕ ΜΑΣΑΜΕ ΡΕ, Ελεύθερος Σκοπευτής, Ιστολόγιον, ΚΑΙ βλέπω ΚΑΙ ακούω ΚΑΙ μιλάω, Καλτσόβρακο, Λαπούτα, Λευκός Θόρυβος, λ:ηρ, Μαργαριταρένια, Με Νταούλια και Ζουρνάδες, Στέφανος Ν. Παπανώτας, το χέρι, Ψιλικατζού, ANARRIMA, Digital Era, divaynne, doncat, eidisis-sxolia, Fairy Smoke, fastbackwards, Gravity & the Wind, GreekUniversityReform, Non-Linear Complexity, Nylon, oraelladas, RealityTape, taparaponasas stoMIXER, vrypannetweblog, We are not alone, Μάνος ΚοντολέωνΠάρτε μέρος στην πρωτοβουλία μας.

22.2.07

Η ζωή μου...


Η ζωή (μου;) μέσα από πέντε πόιήματα
Με προσκάλεσε ο reader's diggest (diavazo.blogspot.com) να πάρω μέρος στο παιχνίδι των πέντε φράσεων που περιγράφουν σκέψεις και συναισθήματά μου. Τον ευχαριστώ.Επέλεξα, λοιπόν, πέντε αποσπάσματα -φράσεις από ποιήματα αγαπημένων ποιητών1. Πίσω απ΄των βιβλίων τα κάγκελαφυλάκισα τα ρόδινατων ημερών μου πρόσωπα2. Στάχτη το είδωλο* για σάρωμα, με τα σκουπίδια3. Φτάνει ως το λιμάνι,φτάνει ως το καράβι,φτάνει ως τα κατάρτια,μα δεν φτάνει ψηλά στο φεγγάρι.4. ... Με τη μεγάλη μου στολή,με τα χρυσά μου τα γαλόνιακαι τα χρυσά μου τα παράσημα,θάγραφα μιαν αρμονικότατη καμπύληαπό το τέταρτο κατάστρωμα μες τα νερά,έτσι με τα χρυσά μουσαν αστήρ διάττωνσαν ήρως ανεξήγητων θαυμάτων 5. ... Ενώ το πλοίο πλέει (ή δεν πλέει;)τον πλοίαρχο απ΄ το μπράτσο αρπά κι αχνή και κρύα:"- Γροίκησα σαν κάποιο τίναγμα..." του λέει."- Μα βέβαια, βυθιζόμεθα, Κυρία!..."Δεν θα προσκαλέσω με τη σειρά μου πέντε άλλους bloggers να συνεχίσουν με τις δικές τους πέντε σκέψεις. Κάνω μια παρέκκλιση των κανόνων του παιχνιδιού και απευθύνω ανοιχτή πρόσκληση προς όλους να αναγνωρίσουν τους ποιητές των πιο πάνω στοίχων. 'Αλλωστε κι αυτός ίσως να είναι ένας τρόπος αυτοπαρουσίασης...