19.10.18

Ρόμπερτ Κόρμιερ «Μετά τον πρώτο θάνατο»


Ρόμπερτ Κόρμιερ
«Μετά τον πρώτο θάνατο»
Μετάφραση Κώστια Κοντολέων
Ψυχογιός, 2018


Το 1973 κυκλοφορεί στις ΗΠΑ το μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Κόρμιερ Ο πόλεμος της σοκολάτας και αμέσως σχεδόν θεωρείται ως το μυθιστόρημα που, με τρόπο ξεκάθαρο ως προς τις συγγραφικές του προθέσεις, ορίζει τα χαρακτηριστικά του λογοτεχνικού εκείνου είδους που το ονομάζουμε crossover μυθιστόρημα.
Ο Κόρμιερ (1925-2000) συνεχίζει να γράφει μυθιστορήματα αυτής της κατηγορίας, και μάλιστα τους προσδίδει και χαρακτηριστικά μιας δικής του άποψης για το πώς αξίζει να είναι μια λογοτεχνία που αφορά πολλαπλά τον άνθρωπο την περίοδο της νεότητάς του. Η έντονη πλοκή, η στοχευμένη βία, η ψυχαναλυτική ανάπτυξη των ηρώων και εν τέλει μια καταγγελία της κοινωνικής ταυτότητας του δυτικού πολιτισμού θα είναι οι κεντρικοί άξονες όλων σχεδόν των έργων που υπογράφει. Η συγγραφική του ματιά θα επηρεάσει τους μετά από αυτόν συγγραφείς που θα θελήσουν να ασχοληθούν με αυτό το είδος μυθιστορημάτων.
Στην Ελλάδα, ο Κόρμιερ αργεί να εκδοθεί. Το 1994 μεταφράζεται από τη Μαρία Κονδύλη Ο πόλεμος της σοκολάτας και εγκαινιάζει στην ουσία μια καινοτόμο για την εποχή της σειρά βιβλίων για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες, τις «Παρουσίες». Εκδότης ο Πατάκης και διευθυντής της σειράς ο Μάνος Κοντολέων. Την ίδια χρονιά και στην ίδια σειρά θα κυκλοφορήσει ένα ακόμα δικό του μυθιστόρημα, το Είμαι το τυρί (μετάφραση Κώστια Κοντολέων) και στη συνέχεια, το 1997, από τον Καστανιώτη και σε μετάφραση Ρένας Χατχούτ θα κυκλοφορήσει και το Μετά τον πρώτο θάνατο. Το τελευταίο αυτό μυθιστόρημα, σε μια νέα μετάφραση της Κώστιας Κοντολέων, εκδόθηκε πρόσφατα από τον Ψυχογιό.
Είναι στ’ αλήθεια κρίμα που ένας τόσο ενδιαφέρων και στην ουσία πρωτοπόρος συγγραφέας δεν έχει στη χώρα μας τύχει μεγαλύτερης προσοχής. Αλλά κάτι τέτοιο συμβαίνει και γενικότερα σε όλους τους τίτλους (ελληνικούς ή μεταφρασμένους) που έχουν κυκλοφορήσει ως νεανική ή crossover λογοτεχνία. Η ελληνική κοινωνία και ειδικότερα ο βιβλιοφιλικός κόσμος μας δεν μπορεί να αναγνωρίσει το γεγονός πως ένα λογοτεχνικό έργο δεν ταυτοποιείται τόσο από το κοινό στο οποίο εκδοτικά απευθύνεται, αλλά από τη δυναμική της ίδιας του της εκφραστικής οντότητας.
Η πλοκή στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα διαθέτει απλότητα όσο και ένταση. Μια ομάδα τρομοκρατών (η χώρα προέλευσής τους δε δηλώνεται, παρά μόνο το γεγονός πως δεν είναι ελεύθερη) καταλαμβάνει ένα λεωφορείο με μικρούς μαθητές και ζητά την απελευθέρωση συμπατριωτών τους. Όλα αυτά σε μια περιοχή των ΗΠΑ. Οι διαπραγματεύσεις γίνονται ανάμεσα στον υπαρχηγό των τρομοκρατών και σε στρατηγό διοικητή μιας κοντινής βάσης. Οι δυο άνδρες υποστηρίζουν με φανατισμό ο καθένας τον κόσμο του και θα φτάσουν στο σημείο, για να δούνε –ο καθένας από τη δική του μεριά– να κερδίζει η δικιά του ηθική, να θυσιάσουν ακόμα και τα πλέον κοντινά τους πρόσωπα.
Το θέμα στο Μετά τον πρώτο θάνατο είναι η σύγκρουση στην ουσία δύο πολιτισμών, έτσι όπως οι πολιτικές συνθήκες τούς έχουν διαμορφώσει. Από τη μια η αυτάρεσκη κοινωνία της Δύσης και από την άλλη η καταπιεσμένη και γι’ αυτό μη ελεγχόμενη από κανόνες ηθικής ομάδα των ατόμων από χώρες που κάποιοι θέλουν –ή ήδη το έχουν κάνει– να τις διαγράψουν από τον χάρτη. Ο Κόρμιερ στην ουσία έχει γράψει ένα ακόμα μυθιστόρημα για τη σύγχρονη τρομοκρατία – μην όμως ξεχνάμε την εποχή που εκείνος «οσμίστηκε» αυτή τη σύγκρουση· δεκαετία του ’70.
Μεγάλος τεχνίτης στο να στήνει ένα καθαρόαιμο θρίλερ, καταφέρνει να κρατά σε αγχωτική εγρήγορση το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αλλά παράλληλα και να αφήνει τον ρόλο του κεντρικού συντονιστή στις ψυχολογικές εντάσεις που καθορίζουν τα πρόσωπα και τις αντιδράσεις τους. Και βέβαια –ακριβώς γιατί υπήρξε ένας καθαρά πολιτικοποιημένος αλλά δυναμικά ταλαντούχος συγγραφέας– μετατρέπει την πάλη των συστημάτων και τις υπόγειες στρεβλώσεις των ενδοοικογενειακών σχέσεων σε έναν πολιτικό σχολιασμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Το τέλος του μυθιστορήματος κρύβει όχι τόσο και μόνο την ανατροπή, αλλά κυρίως τη μυθιστορηματική υλοποίηση του πολιτικού σχολιασμού. Τέλος ευρηματικό –όπως σχεδόν σε όλα τα έργα του– καταφέρνει όχι μόνο να φωτίσει με μια ακόμα μεγαλύτερη ένταση το από πού μπορεί να προέρχεται η βία και το πού μπορεί να φτάσει, αλλά και να φέρει στην επιφάνεια το ριζικό σύστημα που τροφοδοτεί με χυμούς τις συγκρούσεις κοινωνικών ομάδων. Για τον Κόρμιερ, το άτομο πολύ λίγο μετρά στον, περιπλεγμένο πολιτικά και με επίπλαστο ήθος, κόσμο μας. Πέρα από τις σχέσεις, πέρα από τα συναισθήματα υπάρχει η διεστραμμένη έννοια της επιβίωσης όχι των ανθρώπων, αλλά των υποστηριχτών των διαφόρων συστημάτων.
Η νέα μετάφραση –προσαρμοσμένη στην ασυνείδητη γνώση που πλέον όλοι μας διαθέτουμε για τις τρομοκρατικές πράξεις– εστιάζεται στις εσωτερικές συγκρούσεις, ενώ παράλληλα περιγράφει με ανατριχιαστικό ρεαλισμό όλα τα στάδια της βίας.

18.10.18

Κώστας Ακρίβος «Γάλα Μαγνησίας»


Κώστας Ακρίβος
«Γάλα Μαγνησίας»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2018
                               



Ιδιότυπο, σαφέστατα πρωτότυπο το νέο μυθιστόρημα του Κώστα Ακρίβου.
Το θέμα του διαχρονικό –η ευθύνη* ατομική και ομαδική.
Οι ήρωές του –οι έφηβοι μαθητές ενός εκκλησιαστικού οικοτροφείου.
Τόπος και χρόνος  (ή το ‘Γάλα Μαγνησίας’ ως κοινωνική τροφή της προσωπικότητας) – ο Βόλος, στα μέσα της δεκαετίας του ’70.
Τα δομικά αυτά στοιχεία αποτελούν ένα ιδανικό , θα έλεγα, περίγραμμα για να στηθεί ένα καθαρό μυθιστόρημα cross over, δηλαδή μυθιστόρημα ενηλικίωσης.
Η αναζήτηση της ατομικής ταυτότητας μέσα σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, οι πολλαπλών εκφράσεων διαπροσωπικές σχέσεις, η αναγνώριση της σεξουαλικότητας, οι εφηβικές αντιδράσεις, η ελευθερία του ατόμου απέναντι στην καταπίεση του συστήματος. Και ασφαλώς μια ρέουσα γραφή που πατά πάνω σε νεανικούς τρόπους έκφρασης και σκέψης. Μαζί –τέλος- με τη  χρήση τεχνικών όπου το απρόοπτο τέλος ενώ εξαρχής δηλώνεται, σταδιακά και σε επιλεγμένα σημεία της αφηγηματικής ροής αποκαλύπτεται.
Και εδώ ακριβώς –στην πλήρη ανάπτυξη της ανατροπής – είναι που το μυθιστόρημα εγκαταλείπει τη διάθεσή του να ενταχθεί σε μια κατηγορία μυθιστορημάτων ενηλικίωσης  και αποφασίζει πως θέλει να είναι  -και γίνεται- μυθιστόρημα ενήλικης ενδοσκόπησης.
Η αφήγηση είναι κυρίως πρωτοπρόσωπη –ένας από τους τέσσερεις φίλους εξιστορεί, μετά από σαράντα περίπου χρόνια, την καθημερινότητα τους καθώς και οι τέσσερεις ήταν οικότροφοι σε εκκλησιαστικό ίδρυμα, πηγαίνανε σε δημόσιο γυμνάσιο και όλοι τους προερχόντουσαν από χωριά της Μαγνησίας, παιδιά φτωχών οικογενειών.  Ο λόγος του  αφηγητή έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας γλωσσικής έκφρασης  εφήβου των λαϊκών τάξεων εκείνης της εποχής –γνήσιος λόγος νεαρού άρρενος.
Ενδιάμεσα σε αυτή την βασική αφηγηματική ραχοκοκαλιά παρεμβάλλονται τριτοπρόσωπες εξιστορήσεις τραγικού γεγονότος που θα σημαδέψει το μέλλον αυτών των τεσσάρων κεντρικών προσώπων του έργου. Και που θα είναι η αναζήτηση του γιατί και πως συνέβη ότι είχε συμβεί που θα αποτελέσει και το τέλος της όλης μυθιστορηματικής καταγραφής.
Το μυθιστόρημα απλώνεται σε περίπου τριακόσιες σελίδες και από αυτές μόνο οι τριάντα περίπου έχουν να κάνουν με την ενήλικη ενδοσκόπηση, αλλά όμως δείχνουν πως διαθέτουν τη δυναμική για να επιτύχουν την μετατόπιση  της κατάταξης του έργου από ‘μυθιστόρημα εφηβείας'  σε ‘μυθιστόρημα ωριμότητας’
Χαρακτήρισα λίγο πιο πριν το «Γάλα Μαγνησίας» ως ιδιότυπο. Αυτή την ιδιοτυπία είχα κατά νου, αλλά και μια ακόμα. 
Το κεντρικό σώμα του μυθιστορήματος ενώ συνεχώς ασχολείται με τις καθημερινές λεπτομέρειες της ζωής αγοριών σε μια επαρχιακή πόλη, δεν θέλει να εισχωρήσει σε  βαθύτερες αναλύσεις της ψυχοσύνθεσης κάθε ήρωα πέρα  από τις πλέον χαρακτηριστικές –γονείς αγρότες ή χωρισμένοι, οικογένειες σε χωρική απόσταση, δύσκολες οικονομικές συνθήκες, φίλοι ή και αντίζηλοι μέσα στη σχολική ζωή, εκπαιδευτικοί που εκπροσωπούν την αυταρχικότητα του εκπαιδευτικού γίγνεσθαι  εκείνης της εποχής.
Κι όμως η γέννηση και γιγάντωση τα πράξης που θα έρθει και θα στοιχειώσει της ενήλικες ζωές των ηρώων σε εκείνη την περίοδο συντελείται.  Μα μετά από χρόνια θα σχολιαστεί και αφού προηγουμένως θα  έχει , στην ουσία, καταστρέψει τις ζωές των τριών από τους τέσσερεις φίλους.
Ο τέταρτος –αυτός που είναι και ο αφηγητής- φαίνεται να έχει ‘ θάψει ' μέσα του το αποτέλεσμα της  δικής του καθοριστικής παρέμβασης.  Όμως θα είναι και αυτός που εξελίχτηκε διαφορετικά από τους άλλους. Έγινε συγγραφέας. Και είναι αυτός που θα αφηγηθεί όλη την ιστορία –από το τότε έως το τώρα. Μα που τελικά δε θα έχει καταφέρει και να συνειδητοποιήσει πως η αφροντισιά των πρώτων χρόνων της ζωής ενός ανθρώπου, η έλλειψη σωστής παιδείας, η απομάκρυνση από την οικογενειακή φροντίδα είναι στοιχεία που αφήνουν ευάλωτο το άτομο και που ίσως να οδηγήσουν σε ναυάγιο την μετέπειτα ζωή του.
Γύρω τα κύματα πάλευαν να μας χωρίσουν, μα δεν τα κατάφερναν. Τόσο γερά με είχε κρατημένο, σχεδόν αγκαλιασμένο
Είναι οι τελευταίες φράσεις του μυθιστορήματος –οι δυο πρώην συμμαθητές, ώριμοι άντρες πλέον αγκαλιασμένοι στο πέλαγο* στην απομόνωση και στους όποιους κινδύνους της.
Έτσι κι αλλιώς, ο ένας, αν και άτομο με μέση παιδεία, είχε από καιρό επιλέξει την απόσυρση από κάθε μορφής εγκόσμιο. Ο άλλος, αν και άτομο της σκέψης και του στοχασμού, με καθυστέρηση θα αναζητήσει την ίδια λύση.
Χαρακτήρισα πιο πάνω και ως πρωτότυπο αυτό το τελευταίο μυθιστόρημα του Ακρίβου. Ναι –γι αυτόν ακριβώς το λόγο. Επειδή η ίδια η αφηγηματική ροή του αποτελεί  ή μάλλον υπηρετεί (ή μήπως ενσαρκώνει;) και το θέμα του. Την ευθύνη.

 (πρώτη ανάρτηση: https://www.literature.gr/me-kentriko-axona-tin-eythyni-grafei-o-manos-kontoleon-gala-magnisias-kostas-akrivos/?fbclid=IwAR2E3aYBh0omOQD95FqEn4Z7PsLiB3tyy_QBAo1eEv8hp-JiyhBp4y4YEhg )

10.10.18

Η Ελένη Γκίκα για την Κασσάνδρα





‘Όλα αυτά που γράφω βρίσκονται στη μεθόριο. Μονάχα στη μεθόριο μπορεί να παρουσιαστεί κάτι. Στη μεθόριο του χρόνου εμφανίζεται η αιωνιότητα…’  έγραφε σε ανύποπτο χρόνο ο Πήτερ Χάντκε και ο Μάνος Κοντολέων στο τελευταίο του μυθιστόρημα ‘Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο’, το επιτυγχάνει ακριβώς.  Πατώντας σε ένα σχεδόν μυθικό πρόσωπο, στην Κασσάνδρα, και καταλύοντας χρόνο και χώρο, κατορθώνει να επισημάνει την έννοια του αναπόδραστου και του δεδικασμένου, το βέβαιο της ήττας και της πτώσης λαών και ανθρώπων που βρίσκονται στο μεταίχμιο: η εποχή τους τέλειωσε ενώ δεν έχει αρχίσει ακόμα η νέα εποχή.  Θέτοντας επί χάρτου ζητήματα όπως η Ιστορία και ο Χρόνος ‘Εικόνες ή προαισθήματα; Δεν τα ταξινομώ… Κι άλλωστε η αιωνιότητα δε συμπίπτει με τον παρόντα χρόνο’, ‘Έμαθα πως οι άνθρωποι δε θα καταφέρουν ποτέ να διδάσκονται από τα όσα πιο πριν συνέβησαν’, ο συγγραφέας επιχειρεί και το κατορθώνει να κινείται στην γραμμή του αιώνιου χρόνου, εκείνος και η Κασσάνδρα του γνωρίζουν ήδη τα πάντα, αλλά δεν τους ακούει κανείς.  ‘Κάθε γενιά από την αρχή ξεκινά και η πείρα είναι μια γνώση που ο καθένας μας την παίρνει μαζί του, τη φυλακίζει στα σκοτεινά ανάκτορα του Πλούτωνα’.  Η Κασσάνδρα, κόρη του βασιλιά της Τροίας Πριάμου και της Εκάβης, με τον δίδυμο αδελφό της Έλενο, γεννήθηκε ήδη με δεδικασμένη ζωή. Μεγαλωμένοι και οι δυο στο ναό του Απόλλωνα, προορίζονταν ήδη ο Έλενος για μέγας σύμβουλος και μάντης δίπλα στον πρωτότοκο Έκτορα, που θα ήταν ούτως ή άλλος ο διάδοχος του θρόνου και η Κασσάνδρα, μάντισσα, αλλ’ όταν αρνήθηκε να ακολουθήσει τον Φοίβο, ο Απόλλων την τιμώρησε ώστε ναι μεν να έχει το χάρισμα της προφητείας αλλά να μη την πιστεύει κανείς!  Ζώντας, μια ζωή, ανάμεσα στον πραγματικό χρόνο, στην εποχή της και στη μαύρη άμμο της, -υποσυνείδητο; αιώνιος χρόνος όπου όλα έχουν ήδη συμβεί; κάτι σαν ταρκοφσκικό Σολάρις όπου αντανακλάται ο χαρακτήρας μας, οι κινήσεις και οι προθέσεις μας και όλα τα συνακόλουθά τους; - η Κασσάνδρα γνώριζε εκ των προτέρων την συμφορά που θα τους συμβεί. Αλλά η Τροία, τελικά θα πέσει. Κι εκείνη θα συρθεί σκλάβα του Αγαμέμνονα αλλά όσο και να φωνάζει, δεν θα την ακούει κανείς.  Με πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός απολύτως τραγικού προσώπου ο Κοντολέων, πλησιάζει τα μεγάλα διαχρονικά ερωτηματικά:  ‘Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί αν υπάρχει μια μοίρα για τον καθένα μας ή μήπως ο καθένας μας έχει την ελευθερία να διαλέγει από μόνος του τη ζωή που θα ζήσει’, όχι τόσο για να δώσει απάντηση, όσο για να αρθρώσει καθαρά και εκ των υστέρων, δηλαδή, μετά λόγου γνώσεως, τις βασικές υπαρξιακές ερωτήσεις: νόημα, ελεύθερη επιλογή, χρέος, πεπρωμένο, Ευθύνη…  Η Κασσάνδρα του, θα είναι το σύμβολο του ανθρώπου που υφίσταται όλα τα δεινά της εποχής του, με ανοιχτά μάτια, ενώ ξέρει, αναγκασμένος να βαδίσει προς τον χαμό επειδή δεν τον ακούει, μπορεί και να είναι αργά για να τον ακούσει, κανείς. Επιδιώκοντας να επεκτείνει τα βασικά σε κάθε εποχή, εννοείται και στη δική μας αναπόδραστη πια και ήδη δεδικασμένη εποχή. Οι επιλογές έχουν γίνει, και όσο και αν η Κασσάνδρα ή η κάθε Κασσάνδρα προβλέπει την συμφορά και θρηνεί, οι συνέπειες είναι εκείνες που απομένουν και αυτές θα τις βιώσουμε, εκόντες άκοντες, όλοι μαζί. Επιτελώντας ένα γλωσσικό άθλο ο Κοντολέων ακολουθεί έμμετρα τα μεγάλα έργα, πιστός σε ύφος και ήθος στον Αισχύλο και τον Όμηρο, συνθέτει την δική του ηττημένη Κασσάνδρεια Ιλιάδα, επικεντρώνοντας στην πτώση με αξιοπρέπεια, αποδοχή, σεβασμό και υπεροχή. Αποδίδοντας στις λέξεις την χαμένη τους βαρύτητα και εγκιβωτίζοντας αποσπάσματα από τον ‘Αγαμέμνονα’ του Αισχύλου και τις ‘Τρωάδες’ και την ‘Εκάβη’ του Ευριπίδη, χρησιμοποιώντας στοιχεία και μέτρο από την Ιλιάδα και Ορφικούς Ύμνους, επιτυγχάνει να κάνει τον αρχαίο χρησμό, διαχρονικό χρησμό. Έτσι αλλάζουν πλευρό οι εποχές και κατ’ αυτό τον τρόπο βουλιάζουν λαοί και αυτοκρατορίες, οι Κασσάνδρες υπήρξαν πλην όμως το αναπόδραστο πεπρωμένο δυστυχώς αφορούσε [και αφορά] κι αυτές. Μια εξαιρετική τραγωδία τόσο παλιά όσο κι ο κόσμος και τόσο φρέσκια όπως η σημερινή ήττα που αποτελεί και αλληγορία γραφής: Και οι ιστορίες προηγούνται της εποχής και του συγγραφέα τους, ωστόσο αποτελούν για τους πολλούς παραμυθία και μύθο, την αλήθεια δεν την αντιλαμβάνεται ούτε ο δημιουργός τους και εδώ θα πρέπει να κάνουμε μνεία της τολμηρής πεζογραφικής πορείας του συγγραφέα, ανατρέχοντας σε εκείνο το εξίσου εξαιρετικό ‘Ιστορία ευνούχου’, τολμώντας να αγγίζει και τα ζητήματα εξουσίας, αποτελώντας κατά συνέπεια κάθε του μυθιστόρημα και σχόλιο Πολιτικό: ‘Στα ίδια σημεία και στις γύρω περιοχές, άλλοι περιπατούν, κάποιοι φιλοσοφούν, άλλοι σπέρνουν, ενίοτε και κάποιοι αφοδεύουν, υπάρχουν και εκείνοι που τυχόν αναζητούν πέτρες να χτίσουν τα σπίτια τους. Πεθαίνουν –και ο θάνατός τους εγγράφεται στη ζωή που συνεχίζεται– μόνο όσοι επωνύμως επισκέπτονται τόπους όπως η Μαύρη Άμμος μου – οι υπερφίαλοι, οι αλαζόνες, οι ποιητές και… Οι ηγεμόνες’.          

Πρώτη ανάρτηση: Fractal 10 – 10 - 2018                                                                                                

1.10.18

Elniplex -γράφει ο Απόστολος Πάππος







Να λοιπόν και η Sin City  του Μάνου Κοντολέων. Κι όπου Sin City, η αριστουργηματική, βραβευμένη neo-noir crime ταινία και comic των Frank Miller και Robert Rodriguez. Συνομιλεί με την ταινία το cross over* μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων; Προφανώς και το κάνει, υπερβαίνοντας όμως το απλό κλείσιμο του ματιού σε ένα και μόνο δημιούργημα όπως το παραπάνω. Ο συγγραφέας φτιάχνει επί της ουσίας μια σύγχρονη κινηματογραφική ταινία στρωμένη σε λέξεις και σελίδες. Οι εικόνες που ορθώνει αλλεπάλληλα, το κοντανάσαιμα της κοφτής αφήγησης και της ροής της συνείδησης τεχνικής, όπου οι σκέψεις, οι στίξεις, οι ίδιες οι λέξεις λαμβάνουν μια πρωτόλεια μορφή, σαν ανεπεξέργαστες, δημιουργούν μια ιδιαιτέρως ζωντανή και αυθόρμητη ατμόσφαιρα στον αναγνώστη. Μένεις με την αίσθηση ότι συνεχείς λήψεις διαδέχονται η μία την άλλη, με αφηγήσεις ισοβαρείς και χαρακτήρες μελετημένους.

Τι είναι η αμαρτωλή πόλη του Μάνου Κοντολέων; Είναι μια πόλη τωρινή, σημερινή, σε βεβαιώ και αυριανή. Είναι τρεις άνθρωποι, η Στεφανία, ο πατέρας Κλεάνθης κι ο Τονίνο. Τέσσερις. Και η Χρύσα. Ίσως πέντε. Κι ο Κωνσταντής. Είναι ένας κόσμος που φοβάσαι ότι θα σου συμβεί και τελικά σου συμβαίνει. Είναι οι αυτοεκπληρούμενες προφητείες (self-fulfilling prophecies) που τις χτίζεις γιατί τις φοβάσαι και τις ζεις γιατί τις έχτισες. Είναι η ζωή, το έργο που ρίχνεσαι να παίξεις χωρίς πρόβα, όπως έλεγε ο Δ. Μπουραντάς. Καθώς οι άνθρωποι απομακρυνόμαστε από τα βασικά ένστικτα αυτοσυντήρησης και θέτουμε ως κυρίαρχες έννοιες όπως "επιτυχία" και "ξεχώρισμα", οι κρίσεις σαν ετούτη που μας έλαχε κι ακολούθησε "τα χρόνια της μεγάλης αυταπάτης" μας βρίσκει θλιβερά ανυπεράσπιστους. Όχι όλους. Ανθρώπους σαν την Στεφανία και την οικογένειά της. Τους γονείς της που χωρίζουν γιατί όλο ετούτο τους χτύπησε βαριά και δεν μπόρεσαν να το αντέξουν. Η Στεφανία μένει σχεδόν μόνη, με έναν μπαμπά στην κατάθλιψη και μια προχωρημένη εφηβεία που της λέει "είσαι γυναίκα πια, πάρε τη ζωή στα χέρια σου". Και την παίρνει. Μαζί με τον Τονίνο με τις ερωτικές ιδιαιτερότητες, το γιο μιας έκπτωτης μιούζικ σταρ, βγαίνουν στην πόλη, την πόλη τη ζωντανή με τα φώτα και τον ασθμαίνοντα πλούτο στις βιτρίνες, την πόλη με την "αμαρτία" διάχυτη, τα επτά αμαρτήματα του Seven να σου χαμογελούν, να αναβλύζουν απ' όπου μπορείς να φανταστείς. Αναζητούν τη ζωή. Τη βρίσκουν. Έτσι φαίνεται, έτσι είναι αν έτσι νομίζετε. Μα έχει κίνδυνο, ρίσκο, αμαρτία, πόνο, φθορά και χάσιμο μεγάλο η ιστορία. Σε κάθε γωνιά της πόλης. Εκεί όπου κρύβονται οι άστεγοι, εκεί που παραμονεύει η σεξουάλικη εκμετάλλευση ενός νέου κοριτσιού, εκεί που διαθέτεις τον εαυτό σου και περιμένεις το τίμημα, εκεί όπου η παραβατικότητα γίνεται φύση και η ενηλικίωση συνδιαλέγεται με τη μοναξιά, τους στόχους που ματαιώνονται και το νόημα που κυνηγάς να αδράξεις. Μα πώς να την αδράξεις τη ρημάδα τη ζωή! Νόημα δεν έχει έτοιμο, εσύ της δίνεις ένα πρόχειρο που θα σε ενθουσιάσει.

Η διακειμενικότητα, αυτή η πολυτροπική συνομιλία του Μ. Κοντολέων με βιβλία, ταινίες και τραγούδια είναι θαυμαστή. Καλλιτεχνήματα στριφογυρίζουν το ένα πλάι στο άλλο, εικόνες και ήχοι παντρεύονται ταιριαστά, οι Ιταλοί νεορεαλιστές κινηματογραφιστές μπαίνουν σε ένα κάδρο όπου παραπέρα βρίσκεται η Στεφανία του Φίνου και της Νέλλης Θεοδώρου, οι Κακές Συνήθειες του Μ. Πασχαλίδη, η Πορνογραφία του Δαβαράκη και του Μάνου, η Λένα Πλάτωνος, ο Ζακ Μπρελ και η Έντιθ Πιαφ. Όλα στον τοίχο που φτιάχνει το φόντο μιας πόλης αμαρτωλής.

Ωραίος, πλούσιος, δουλεμένος λόγος, κοφτός, παραληρηματικός κάπου κάπου. Χαρακτήρες ζυγισμένοι, νέοι μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Πλούτος αφηγηματικών σχημάτων, τρεχαλητή ροή, ένα μυθιστόρημα που σε κρατά κεφάλαιο το κεφάλαιο κοντά του δεμένο.

Το κόμικ εξώφυλλο του Φώτη Πεχλιβανίδη σε σπρώχνει την Αμαρτωλή Πόλη του Μίλλερ. Κάνε κι αλλιώς άμα μπορείς.

Για αναγνώστες από 15-16 περίπου ετών (το 18 το θεωρώ πολύ). Από τις εκδόσεις Πατάκη.

* Crossover λογοτεχνικά έργα είναι εκείνα που, μολονότι θίγουν εφηβικά/νεανικά θέματα, η γλώσσα, η αφήγηση και ο τρόπος διαπραγμάτευσης τους, μοιάζουν να απευθύνονται σε ενήλικο κοινό χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε μπορούν να διαβαστούν από εφήβους/νέους ή και πολύ μεγαλύτερο ηλικιακά αναγνωστικό κοινό.


http://www.elniplex.com/%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%89%CE%BB%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CF%89%CE%BD/

http://www.elniplex.com/%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%89%CE%BB%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CF%89%CE%BD/