22.5.17

«Αμαρτωλή πόλη» στο Think Free από την Έλενα Αρτζανίδου





«Αμαρτωλή πόλη» διαβάζουμε και οι συνειρμοί μπορεί να είναι πολύ: Αμαρτίες ανθρώπων, σκάνδαλα, εγκλήματα, αίμα, φόβος.
Η εικόνα του εξωφύλλου από την άλλη παρατηρώντας την σε οδηγεί στα προηγούμενα μαζί με την ανάγκη να σταθείς στο γυναικείο πρόσωπο.
Εξώφυλλο μαύρο με κόκκινο και ελαφρά κόκκινο ανοιχτό, ένα όμορφο γυναικείο-νεανικό, περιποιημένο πρόσωπο που αφήνει τα δάκρυά του. Κόκκινα μαλλιά. Στα περιποιημένα δάχτυλα της κρατά ένα κινητό. Άραγε τι να διαβάζει στην οθόνη του κινητού της!
Μήνυμα απόρριψης.
Μήνυμα επιβεβαίωσης.
Μήνυμα νοσταλγικό.
Μήνυμα που εκείνη θα ήθελε να στείλει, αλλά δεν τολμά!
ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ακίνητα αυτοκίνητα.
Στα καλώδια του ηλεκτρικού-λίγο πιο πριν-κάποια πουλιά.
Τρομάξανε… Πετάξανε. Τα καλώδια τώρα γυμνά.
Κάποιο τροχαίο, κορναρίσματα, φρεναρίσματα και ξαφνικά μποτιλιάρισμα και στις τέσσερις λωρίδες.
Στην αριστερή το μαύρο Citroen– εκεί μέσα με τη βία την είχαν στριμώξει. Τη Στεφανία.
Στο μαύρο Citroen , τώρα. Με τα μαύρα, τα φιμέ τζάμια. Δεν τη βλέπει κανείς τη Στεφανία. Μόνο εκείνη μπορεί να δει.
 Βλέπει. Από πίσω ένα κίτρινο βαν, μπροστά μια κόκκινη BMW και στο πίσω κάθισμα ένα κορίτσι…
Έτσι ξεκινά το βιβλίο και θεωρώ πως όταν διαβάσεις όλο το βιβλίο, καταλαβαίνεις ότι αυτό το πρώτο κεφάλαιο, σου τα έχει πει όλα μέσα σε μια σκηνή γρήγορη, πυκνή, σκληρή ή αν θέλετε νιώθεις πως φωτίζει σχεδόν όλα όσα γράφονται στις 384 σελίδες του.
Αφήνοντας το εξώφυλλο περνώ σε αυτό που θεωρώ πως υποστηρίζει όλη την ιστορία και αυτό που πιστεύω πως θέλει να θέσει ο συγγραφέας ως προβληματισμό.
Την αμαρτωλή πόλη.
Γκρίζα, υγρή πόλη, με τις ρημαγμένες, άδειες από ζωή γειτονιές. Με καταστήματα κλειδωμένα και αραχνιασμένα, με δρόμους επαναλαμβάνω υγρούς βρώμικους  και σκοτεινούς.
Αμαρτωλή είναι η πόλη και μέσα σε αυτήν κινούνται άνθρωποι, οι άνθρωποι που έπλασε ο συγγραφέας με πρώτη την έφηβη, Στεφανία.
Όμως αυτό το «που», δηλ. ο τόπος επιλογής, σίγουρα ήταν που παίδεψε, απασχόλησε τον Μάνο Κοντολέων και συνειδητά θέλησε να βάλει μέσα σε αυτήν την θλιβερή, μπουκωμένη, παρακμιακή πόλη, εν βρασμώ πόλη, την έφηβη ηρωίδα του για να την δει να ωριμάζει, αφού πρώτα ζήσει σκληρές στιγμές.
…Μα η Στεφανία φτάνει στο πεζοδρόμιο και ακολουθεί την πρώτη κάθετο που βρίσκεται μπροστά της.
Τρέχει η Στεφανία…Τρέχει.
Άγνωστη η γειτονιά που έχει βρεθεί.
Γκρίζα. Υγρή.
Λίγα μαγαζιά… όπως τα περισσότερα στην πόλη, κλειστά. Σκουπίδια μαζεμένα έξω από τις εισόδους τους και ξεθωριασμένα από τις βροχές ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ και ΠΩΛΕΙΤΑΙ…σελ.15
Η πόλη είναι η αμαρτωλή και όχι οι άνθρωποι της, και όχι ο Τονίνο ή ο  Θεοφάνης ή η Χρύσα ή…
Η Αμαρτωλή πόλη δεν είναι μόνο το χρώμα της που επιμένει να μας δείχνει ο συγγραφέας αυτό το γκρίζο, το θολό, το φοβικό. Είναι και όσα συμβαίνουν μέσα της. Είναι όσα υπάρχουν και άλλοτε μιλούν δυνατά, και σε στιγμές πρέπει να σταματήσεις για να ακούσεις τους ψιθύρους και να καταλάβεις, και είναι αυτά που συνειδητά επιλέγει να φωτίσει και αυτό το κάνει γιατί θέλει, τον ενδιαφέρει να πάρει ιδεολογική θέση.
Η φτώχεια, βλέπε την κουλουριασμένη γριά στο δρόμο …«Πέφτει πάνω στην γριά που κουλουριασμένη σε μια γωνιά ζητιανεύει.
Το πρόσωπο της μιας δίπλα στο πρόσωπο της άλλης.
Θολοί οι βολβοί στα μάτια της γυναίκας, θολό το βλέμμα και μια οσμή πολυκαιρισμένου ιδρώτα.
Η Στεφανία ανατριχιάζει.
«Τύφλα…» λέει η γριά… σελ. 16
 Ή το παιδί στο πάνω πάνω σκαλί,
 … Η Στεφανία ανασηκώνεται.
Τρέχει.
Να, τώρα, η είσοδος μιας στάσης του μετρό.
Ποια στάση;
Στάση;… Διέξοδος!…
Στο πάνω πάνω σκαλί ένα αγόρι ξαπλωμένο.
Η Στεφανία περνά ξυστά από δίπλα-όχι, δε σκοντάφτει πάνω του…» σελ.17».
Η παρακμή, καταστήματα που γράφουν ενοικιάζεται -πωλείται.
Η επιμονή στον καταναλωτισμό με αφίσες απαστράπτουσες μέσα στο μετρό Dior και από δίπλα οι παραστάσεις της Κάρμεν, μια αγκομαχούσα Τέχνη προσπαθεί στην κατρακύλα παράλληλα σε αυτήν την Αμαρτωλή πόλη που έχει μαζέψει τόσο θυμό, τόσο φόβο, τόσο λιγοστό οξυγόνο ενώ ο αγώνας στο δρόμο έχει πάρει φωτιά .
Ή τα γκράφιτι μέσα στην αμαρτωλή πόλη, που αναφέρει στη σελ. 16:..Σε μάντρες γκράφιτι που σου αγριεύουν την ψυχή…
Αλλά και γκράφιτι που υπάρχουν μέσα σε όλο το βιβλίο και είναι αυτά που επιλέγει και όχι τυχαία να περάσει μέσα από την ιστορία του.
Είσαι όμορφη σαν τράπεζα που καίγεται…. Ξυπνήστε αυτούς που κοιμούνται όχι αυτούς που ονειρεύονται… σελ. 58
Δίπλα σε αυτά και  οι στίχοι τραγουδιών με ιδεολογικό περιεχόμενο.
Καθαρή λοιπόν ιδεολογική τοποθέτηση του συγγραφέα μιας και τίποτε δε θα αλλάξει αν δεν υπάρξει αγώνας από τους νέους.
Το αστικό τοπίο λοιπόν είναι αυτό που θα ωριμάσει την Στεφανία, τον Τονίνο, τους δυο έφηβους από διαφορετικές αφετηρίες, όπως και θα διώξει σε άλλη χώρα τον Κωνσταντή, τον καλοβαλμένο έφηβο, αυτόν που αληθινά αγαπά την ηρωίδα.
Το αστικό τοπίο, πάλι αυτό της αμαρτωλής πόλης, είναι που με την παρακμή του έχει ρουφήξει ζωές και ενηλίκων όπως αυτής του Κλεάνθη, πατέρα της Στεφανίας, αλλά και της μάνας της Σόνιας,  και πολλών άλλων που την κατοικούν και κινούνται μέσα στην ιστορία.
Το αστικό τοπίο θέλει να ρουφήξει το αίμα των νέων και η ενηλικίωση τους μέσα της ,με το λιγοστό οξυγόνο που μοιάζει να έχει απομείνει, μόνο μέθη γεννά και παράλληλα ήττα.
Όμως ο συγγραφέας φροντίζει , ή καλύτερα οι νέοι ήρωές του, και κυρίως η κεντρική ηρωίδα, η Στεφανία τολμά/τολμούν, και μέσα από την σκληρή ζωή αντιστέκονται, άλλοτε βουτώντας στην αμαρτία και άλλοτε κοιτώντας εμπρός με επιτυχία.
Έτσι όπως και στο πρώτο κεφάλαιο η Στεφανία θα πάρει την πέτρα, της αμαρτωλή πόλης, και θα λιθοβολήσει, θα ουρλιάξει, θα διαμαρτυρηθεί, θα αντιδράσει για το άδικο, έτσι και στο τέλος του βιβλίου θα δείξει το δρόμο της όχι μόνο σε αυτήν που επιτέλους ενηλικιώνεται, αλλά και στον  πατέρα της που έχει χάσει το δρόμο και το νόημα της ζωής.
Και μόνο σαν βγουν ενωμένοι  από αυτήν την Αμαρτωλή, αρρωστημένη πόλη και συνεχίσουν  να αγωνίζονται τότε και μόνο τότε θα νικήσουν ότι τους πλήγωσε, τους φόβισε, τους τσάκισε.
Γιατί χέρι χέρι θα προχωρήσουν και μόνο έτσι υπάρχει ελπίδα.
Φοβάται και θέλει να φωνάξει.
Να στριγκλίσει.
Μια ομάδα νέων αντρών και γυναικών λες και την καταπίνει.
Ουρλιάζουν, φωνάζουν…Βρίζουν.
Κοντοστέκεται η Στεφανία… Η Στεφανία σκύβει… Ή μήπως κάποιος της τα έδωσες Τώρα , πάντως, κρατά κι αυτή ένα κομμάτι σπασμένης τσιμεντόπλακας…
Η Στεφανία πετά κι αυτή τη δική της πέτρα. Βρίζει, φτύνει, ουρλιάζει…
σελ.20  
Και στο τέλος του βιβλίου.
Η Στεφανία κρατά μέσα στις φούχτες της τα δάχτυλά του πατέρα της.
«Λοιπόν… Δε θα το πιστέψεις, αλλά το Pavillon de Gateaux άνοιξε και πάλι… Σε περιμένει και πάλι.
Κι εκείνος απότομα, σπαρακτικά, απελπισμένα την τραβά κοντά του.
Την κλείνει μέσα στα μπράτσα του.
Μέσα στα κόκκινα μαλλιά της κόρης του, πνίγεται ο λυγμός του.
Το δικό της χαμόγελο ξεφεύγει από τον γιακά του πουκαμίσου του και τρέχει να καλωσορίσει τον Αποσπερίτη.
Σούρουπο. Μιας νέας άνοιξης είναι…Σελ:384.
Αμαρτωλή είναι η πόλη, αλλά οι άνθρωποί της μπορούν να ιαθούν αν οι νέοι αντιδράσουν και οι ενήλικες αφυπνιστούν, το ιδεολογικό στίγμα του βιβλίου.
Το βιβλίο Αμαρτωλή πόλη ιδεολογικό, τολμηρό, σκληρό όσο και η ζωή, ελπιδοφόρο και κυρίως  η Αμαρτωλή πόλη του Μάνο Κοντολέων, ανοίγει μια νέα σελίδα και θέτει το νέο –επιπλέον σε αυτό που λέγεται λογοτεχνία ενηλικίωσης.

*Από την παρουσίαση του βιβλίου στην ΔΕΒΘ, Κυριακή 14/5/2017 με ομιλητές τους Ανδρέα Καρακίτσιο-Τριαντάφυλλο Κωτόπουλο και Έλενα Αρτζανίδου
Πρώτη ανάρτηση:  http://www.thinkfree.gr/amartoli-poli-patakis-kontoleon-arjanidou/

18.5.17

Η Μαίρη Μπιρμπίλη στο ELNIPLEX: ένα διεισδυτικό και συγχρόνως τρυφερό ψυχογράφημα



Ο Φοίβος, η μαμά του, ο μπαμπάς του κι ο Χιονιάς, ο σκύλος είναι εκείνοι που έφυγαν. Πήγαν να ζήσουν στον Βορρά. Ο Λέανδρος με τη Φοίβη, ο Άρης, η Μέλπω με τα δίδυμα, τον Φρίξο και την Έλλη και ο παπαγάλος Πλάτων είναι εκείνοι που έμειναν στον Νότο.
ΦΕΥΓΕΙ ο Φοίβος… από τον Βορρά κι ετοιμάζεται να ταξιδέψει –πρώτη φορά μόνος του- για διακοπές στην πόλη που γεννήθηκε στον Νότο.ΈΡΧΕΤΑΙ ο Φοίβος… κι ο Λέανδρος, η Φοίβη, ο Άρης, η Μέλπω και τα Δίδυμα, προετοιμάζονται για τον ερχομό του. 
Όχι, το ΦΕΥΓΕΙ ΕΡΧΕΤΑΙ δεν είναι μια απλή ματιά σε μια, συνηθισμένη πια, ιστορία μετανάστευσης. Είναι ένα διεισδυτικό και συγχρόνως τρυφερό ψυχογράφημα όχι μόνο των ηρώων αλλά μιας ολόκληρης εποχής. Με απλό αλλά συγκινητικό τρόπο οι συγγραφείς «παρακολουθούν» τις προετοιμασίες του ταξιδιού του εξάχρονου Φοίβου στο Βορρά αλλά και της υποδοχης των συγγενών του στο Νότο.
Σκέψεις και συναισθήματα ξεδιπλώνονται αντικριστά στις σελίδες του βιβλίου. Εκείνος που ετοιμάζεται να φύγει, αγωνιά για το επικείμενο ταξίδι. Μετρά τις μέρες, ανυπομονεί. Κι εκείνοι που τον περιμένουν όμως, αγωνιούν, μετρούν τις μέρες , ανυπομονούν. Τους χωρίζουν βλέπετε, πολλά χιλιόμετρα αλλά τους ενώνουν πολύ δυνατά συναισθήματα. Κι η προετοιμασία γίνεται παράλληλα σε Βορρά και Νότο. Σκέψεις, αναμνήσεις, σχέδια…
Το κείμενο δεν μαρτυρά σε καμία περίπτωση ότι προέρχεται από δύο συγγραφείς. Ρέει  αβίαστα σε μια τριτοπρόσωπη αφήγηση κι ένα παιχνίδι με το «εδώ» και το «εκεί». Με μια διαφορά. Στο Βορρά κυριαρχεί ο Φοίβος. Στο Νότο η αφηγηματική οπτική αλλάζει γωνία ανάλογα με το πρόσωπο, ενώ η αφήγηση εναλλάσσεται με τα διαλογικά μέρη.  Σε κάθε περίπτωση, μέσα από την ελεύθερη πλάγια αφήγηση ξεδιπλώνονται οι χαρακτήρες και η ψυχολογική τους φόρτιση.
Η εικονογράφηση της Φωτεινής Τίκκου δίνει μια ξεχωριστή πνοή στο βιβλίο. Ζωντανή, πολύχρωμη, απολαυστική! Οι εικόνες αφηγούνται την ιστορία παράλληλα με τους συγγραφείς. Ενδιαφέρουσες μορφές σε ένα εξαιρετικά δουλεμένο περιβάλλον με λίγα στοιχεία κολάζ συνθέτουν ένα πολύ όμορφο αποτέλεσμα. Η «συνομιλία» Βορρά-Νότου υπάρχει φυσικά και στις εικόνες του βιβλίου. Η Φωτεινή Τίκκου με πραγματική δεξιοτεχνία δημιούργησε σαλόνια που κινούνται με άνεση και αρμονία στους δύο τόπους. Μικροί σελιδοδείκτες με ένα αεροπλάνο που απογειώνεται -στη μία περίπτωση- και προσγειώνεται -στην άλλη- και το σήμα του Βορρά και του Νότου αντίστοιχα, ορίζουν κάθε φορά το σκηνικό δράσης. Πραγματικά εξαιρετικό είναι και το εξώφυλλο του βιβλίου με τις καταδηλώσεις και τις συμπαραδηλώσεις. Ταξίδια κα μετακινήσεις με τα μάτια ενός παιδιού!
Προτείνουμε να αναζητήσετε το βιβλίο, αφενός γιατί όλοι έχουμε πια μια ιστορία μετανάστευσης να αφηγηθούμε άρα η ταύτιση είναι αναπόφευκτη, αλλά κυρίως για την αναγνωστική απόλαυση!

Πρώτη ανάρτηση:
 http://www.elniplex.com/%CF%86%CE%B5%CF%85%CE%B3%CE%B5%CE%B9-%CE%B5%CF%81%CF%87%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CF%89%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CF%89%CE%BD

Καλοκαιρινές Περιπέτειες



Υπάρχουν πολλοί αναγνώστες που αναζητούν στα λογοτεχνικά κείμενα να υπάρχει έντονη δράση, περιπέτειες και μυστήριο.
Κι ανάμεσα σε αυτούς τους πολλούς αναγνώστες το μεγαλύτερο ποσοστό είναι παιδιά –κυρίως των τελευταίων τάξεων του Δημοτικού.
Συνηθίζουμε να θεωρούμε αυτού τους είδους τα μυθιστορήματα ως ελαφρά αναγνώσματα. Και γι αυτό τα τοποθετούμε σε δεύτερη σειρά ποιότητας.
Μα ξεχνάμε πως μυθιστορήματα δράσης είναι και μερικά από εκείνα τα λογοτεχνικά έργα που αποτελούν θεμέλια της παγκόσμιας λογοτεχνίας –«Οι τρεις σωματοφύλακες», «Τομ Σώγιερ», «Ροβινσώνας Κρούσος», τα βιβλία της Ένιντ Μπλάιτον κ.α - ενώ και στη ελληνική παιδική λογοτεχνία του 20ου αιώνα θα συναντήσουμε παρόμοια έργα γραμμένα από καταξιωμένους συγγραφείς – Καλλιόπη Σφαέλλου, Πιπίνα Τσιμικάλη, Χάρης Σακελλαρίου, Ελένη Βαλαβάνη, Γαλάτεια Σουρέλη κ.α.
Είναι, βέβαια, γεγονός πως σε αυτού του είδους τις αφηγήσεις, που τα τελευταία χρόνια  κυκλοφορούν, κυριαρχεί το γεγονός και όχι η ερμηνεία του, φωτίζονται βασικά οι πράξεις των ηρώων και όχι τα συναισθήματά τους, αλλά αν δεχτούμε πως η αξία ενός πεζογραφήματος καθορίζεται ως ένα βαθμό και  από το πόσο καλύπτει τις ανάγκες του αναγνώστη του, τότε θα είναι ασυγχώρητη κριτική έπαρση το να κατατάξει κανείς αυτά τα έργα ομαδικά σε μια ποιοτικά δευτερεύουσα κατηγορία.
Γιατί μπορεί κάλλιστα ανάμεσα στις γραμμές όπου η περιπέτεια περιγράφεται να έχουν εισχωρήσει και κρίσεις με κοινωνικό προβληματισμό ή με διάθεση πολύμορφης καταγραφής αντιδράσεων των ιδεών και των συναισθημάτων. Κι άλλωστε για κάποιον τέτοιο λόγο και ο Ντ’  Αρτανιάν  πάντα συναρπάζει και ο Χωκ Φινν πάντα συγκινεί.
Εν τέλει, ας αναγνωριστεί το δικαίωμα ενός αναγνώστη και μάλιστα όταν η ηλικία του είναι ακόμα μικρή, να του αρέσει να διαβάζει βιβλία με πλοκή που θα του κρατά έντονο το ενδιαφέρον κι έτσι –σε τελευταία ανάλυση- θα τον οδηγήσει σε μια πλέον στενή σχέση με τη λογοτεχνία.
Στους μικρής ηλικίας αναγνώστες –και κυρίως στα αγόρια- αξίζει κανείς να προτείνει βιβλία όπου η έντονη δράση και η πλοκή θα  αποφορτίζει τη συσσωρευμένη ενεργητικότητά τους. Κι αυτό, ακόμα πιο αναγκαίο είναι τις μέρες του καλοκαιριού, όπου τα παιδιά έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο, άρα και μεγαλύτερη ανάγκη εκτόνωσης.
Θέλω να το δηλώσω ευθαρσώς. Ούτε ως συγγραφέας, μήτε και ως αναγνώστης  προτιμώ τα μυθιστορήματα δράσης και πλοκής λίγο ή πολύ αστυνομικής. Μου αρέσει να γράφω και να διαβάζω  ιστορίες όπου κρυμμένο δεν είναι ένα αντικείμενο αλλά ένα συναίσθημα.
Μα δεν ξεχνώ επίσης πως ως αγόρι είχα περάσει ώρες και μέρες συντροφιά με ιπποτικά κατορθώματα, αναζητήσεις θησαυρών ή περιπλανήσεις σε έρημα νησιά.
Και σκέφτομαι πως ίσως εκείνα τα παθιασμένα αναγνωστικά μου ταξίδια με οδήγησαν σιγά, σιγά στις ανακαλύψεις των πολύπλοκων ιδιωτικών σχέσεων και στην υποστήριξη επαναστατικών κινητοποιήσεων.
Όλα έχουν λόγω ύπαρξης, φτάνει να έχουν φτιαχτεί με μεράκι και γνώση της κατασκευής τους.
                                          ************************

Βιβλία, λοιπόν, για τα καλοκαιρινά μεσημέρια με τη ζέστη, να διαβάζονται κάτω από σκιά ενός δέντρου ή μέσα στο δωμάτιο με τα μισόκλειστα παντζούρια.
Ιστορίες όπου παιδιά θα πρωταγωνιστούν -θα γνωρίζουν νησιά και θα εμπλέκονται σε καταστάσεις  που η καθημερινότητα της ζωής των αναγνωστών τους δε πρόκειται ποτέ να τους προσφέρει την δυνατότητα να γνωρίσουν.
Ταξίδια φαντασίας, εξομοιωτές περιπετειών και δίπλα σε όλα αυτά και η παροχή κάποιων γνώσεων ιστορίας, πολιτισμών και μύθων όπου όλα μαζί συνθέτουν το πρόσωπο μιας μικρής περιοχής –συνήθως νησιού- που οι περισσότεροι από εμάς ως τουρίστες θα γνωρίσουμε και ως καταναλωτές διακοπών θα έχουμε επιλέξει.
Αλλά τα νησιά πέρα από τις παραλίες έχουν και το καθένα τη δική του ιστορία. Και οι άνθρωποι που εκεί θα συναντήσουμε έχουν ο καθένας τους το δικό του παρελθόν.
Καθώς ένας συγγραφέας θα χρησιμοποιήσει τόπο και κατοίκους για να στήσει την δική του ιστορία, ο αναγνώστης του έργου θα συνειδητοποιήσει πως πίσω από το σκηνικό δράσης, πάλλονται ανθρώπινες ψυχές, πάθη συχνά σκοτεινά, αλλά και αποφάσεις που κρατάνε ζωντανή την ταυτότητα κάθε περιοχής.
Δυο μυθιστορήματα δράσης και εξερεύνησης μυστηρίων πρόσφατα κυκλοφόρησαν.
Γραμμένα και τα δυο από συγγραφείς που έχουν μια αναγνωρισμένη θητεία στο είδος αυτό.
Ο Κώστας Στοφόρος με το «Ο κώδικας της Λέρου» ενώνει και πάλι μια παρέα παιδιών (τα είχαμε συναντήσει σε προηγούμενο έργο του) και ταξιδεύει μαζί τους στο νησί της Λέρου.
Όντας ο ίδιος καλός γνώστης του συγκεκριμένου τόπου, περιγράφει με γλαφυρό τρόπο ανθρώπους και περιοχές και αφήνει την συγγραφική του έμπνευση να συνομιλήσει με ιστορικά ευρήματα που συνδέονται με διάφορες ιστορικές περιόδου της Λέρου. Κι όπως άλλωστε και ο ίδιος είναι ένας συνειδητοποιημένα ενεργός πολίτης του καιρού μας, φέρνει ανάμεσα στο παρελθόν και στα ανέμελα παιδιά του σήμερα, τον απόηχο των πολιτικών συμβάντων της εποχής μας.
Το έργο δεν διαθέτει ένα ευδιάκριτο πρωταγωνιστή. Αλλά η ομάδα παιδιών παίρνει επάνω της τη δράση, ενώ παράλληλα ο παιδικότητα του ίδιου του συγγραφέα στέκεται η αφορμή να πλαστούν ολοζώντανοι ενήλικοι ήρωες.
Τη συνύπαρξη παιδιών και ενήλικων θα τη δούμε και στο άλλο μυθιστόρημα, αυτό του Διονύση Λεϊμονή «Το τέταρτο αλογάκι»
Ο συγγραφέας με δυναμικό ακόμα τον απόηχο από ο προηγούμενο βιβλίο του «Το δέκατο έβδομο κιβώτιο», γράφει μια ακόμα περιπέτεια που ενεργοποιείται από αρχαίο ναυάγιο στην ίδια περίπου περιοχή, με τα ίδια πάνω κάτω πρόσωπα να αναζητούν το που σταματά η αλήθεια και που ξεκινά το όνειρο.
Ο Λεϊμονής ξέρει να φωτίζει τον τρόπο έκφρασης των παιδιών, με διακριτικότητα  αφήνει τους ενήλικες να συμπαρίστανται και  -το προσωπικό του στοιχείο- υποστηρίζει πως δίπλα στον ρεαλισμό μπορεί να υπάρξει και κάτι το ονειρικό. Έτσι ίσως – ο εκ Βόλου προερχόμενος συγγραφέας-  θέλει να ενώνει αιώνες και να χρησιμοποιεί την τεχνολογία.
                                      ******************
Δυο, λοιπόν, φρέσκες περιπέτειες προτείνουν ως καλοκαιρινά αναγνώσεις οι δυο συγγραφείς.
Περισσότερο προβληματιζόμενος σε θέματα κοινωνικά ο ένας, στραμμένος σε μια συναισθηματική αναμόχλευση του παρελθόντος ο άλλος, σίγουρα πάντως κι οι δυο ξέρουν να κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη τους. Οι διάλογοι είναι ζωντανοί, οι περιγραφές απόλυτα ελεγχόμενες, οι πληροφορίες τόσες όσο χρειάζονται για την εδραίωση της αφηγούμενης ιστορίας.
Τελικά –δυο προτάσεις για μια λογοτεχνία που μπορεί να συνομιλήσει με ένα παιδικό κοινό εθισμένο (λίγο ή πολύ) σε αφηγήσεις όπου υπερισχύουν οι δράσεις και το παρελθόν για να γίνει κατανοητό  πρέπει να συνδυαστεί με τους ρυθμούς και τις αξίες του σήμερα.










Πρώτη Ανάρτηση:
http://www.thinkfree.gr/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CF%83-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%B5/

16.5.17

Λίγες και μία νύχτες

Ισίδωρος Ζουργός
«Λίγες και μία νύχτες»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πατάκη






Θεωρώ τον Ισίδωρο Ζουργό ως ένα από τους πλέον σημαντικούς συγγραφείς ανάμεσα σε όσους  εκδίδουν τα πρώτα τους έργα προς το τέλος του 20ου αιώνα.
 Το πρώτο μυθιστόρημα του Ζουργού βλέπει το φως της δημοσιότητας το 1995 και  το τελευταίο του –το «Λίγες και μία νύχτες» -  φτάνει στα χέρια των αναγνωστών του πριν από ένα περίπου μήνα. Είναι το  όγδοο του έργο.
Με ελεγχόμενη, λοιπόν, παρουσία στη λογοτεχνία μας ο Ισίδωρος Ζουργός συνηθίζει να εμφανίζεται τόσο ως προς το χρόνο έκδοσης των βιβλίων του, αλλά και επίσης ως προς τους κεντρικούς άξονες της θεματικής του. Κι αυτή την τελευταία παρατήρηση την βλέπω να εφαρμόζεται  κυρίως  από το τρίτο  μυθιστόρημά του  –εννοώ το «Η ψίχα εκείνου του καλοκαιριού».
Η Θεσσαλονίκη και η ανίχνευση των αναζητήσεων μιας εσωτερικής ανδρικής περσόνας –οι δυο κεντρικοί άξονες.
Αν και οι γυναίκες παίζουν σημαντικό ρόλο στα μυθιστορήματα του Ζουργού, στην ουσία τα αφηγούμενα γεγονότα ενεργοποιούν τη δράση τους και καταθέτουν τους προβληματισμούς τους μέσα από μια αρσενική ματιά.
Παράλληλα ο θεσσαλονικιός μυθιστοριογράφος δεν  έχει κρύψει σε κανένα από τα βιβλία του την αγάπη, τη μαθητεία και την εκτίμηση του προς τους μεγάλους μάστορες του είδους.
Αλλά το ίδιο φανερή είναι και η διάθεσή του να τοποθετήσει τη γενέθλια πόλη  -τη Θεσσαλονίκη- στο Πάνθεον των μεγάλων πόλεων , σε όσες υπήρξαν πεδία δράσης μυθιστορηματικών συνθέσεων .
Όπως ο Ουγκώ το Παρίσι ή ο Ντίκενς το Λονδίνο,  ο Παπαδιαμάντης τη Σκιάθο  ή ο Ντάρελ την Αλεξάνδρεια, έτσι και ο Ζουργός αναζητά τρόπους να ταυτίσει το συγγραφικό του αποτύπωμα με την διαρκή παρουσία της πόλης αυτής μέσα στην Ιστορία.
Τρία λοιπόν είναι τα κεντρικά υλικά με τα οποία έχει χτιστεί αυτό το μυθιστόρημα.
Πρώτα απ΄ όλα η πόλη. Η Θεσσαλονίκη από τις αρχές του 20οι αιώνα μέχρι τα τέλη του περίπου. Η ταυτότητα της, τα πάθη της, οι επεμβάσεις πάνω στον οικοδομικό, αλλά και στον κοινωνικό ιστό.
Με βαθιά γνώση των αιτιών, ο Ζουργός καταγράφει με μεγάλη λογοτεχνική
δεξιοτεχνία την μετατροπή μιας πολυπολιτισμικής πόλης σε μια νέα μορφής μεγαλούπολη με περισσότερο εμφανές το εθνικό της πρόσωπο.
Δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα αυτό είναι η συνομιλία του με μυθιστορήματα του παρελθόντος. Πολύ σύντομα ο αναγνώστης θα αποδεχτεί την ένταξη ανάμεσα στους από τον Ζουργό  χαρακτήρες και  ενός ακόμα –του Γιούγκερμαν, ήρωα κομβικό στο έργο του  Μ. Καραγάτση.
Με αυτόν τον τρόπο, ο Ισίδωρος Ζουργός, υλοποιεί  την άποψη που υποστηρίζει πως όπως οι άνθρωποι στην αληθινή ζωή μπορεί να τύχει να συνυπάρξουν, το ίδιο μπορεί να συμβεί και με τους ήρωες των μυθιστορημάτων. Και αυτή την θέση την προχωρεί περαιτέρω (μέσω ενός ακόμα συγγραφικού ευρήματος) και  υποστηρίζει πως αν ένας μυθιστορηματικός ήρωας βασίστηκε πάνω στη ζωή ενός αληθινού προσώπου, τελικά αυτός που θα μείνει στη μνήμη των επόμενων γενεών θα είναι ο φτιαγμένος από λέξεις και όχι από σάρκα.
Πάντως δεν είναι μόνο ο Γιούγκερμαν που προδίδει τη διάθεση του Ζουργού να τιμήσει τον Καραγάτση. Διάσπαρτα μέσα στην ιστορία του υπάρχουν κι άλλα στοιχεία  ‘καραγατσικής’
προέλευσης (όπως για παράδειγμα από τον Συνταγματάρχη Λιάπκιν), αλλά και οι περισσότερες από τις γυναικείες φιγούρες του έργου δεν κρύβουν τη συγγένεια τους με τα γυναικεία πρόσωπα μυθιστορημάτων εκείνου του πάντα ολοζώντανου δημιουργού του «Κίτρινου Φάκελου».
Αλλά δεν είναι μόνο ο Καραγάτσης που ο Ζουργός τιμά. Συχνά μας έρχονται στο νου στιγμές και πρόσωπα άλλοτε από τους ‘Αθλίους’  κι άλλοτε από τον τρόπο που ο Τολστόι περιέγραφε την αχανή ρωσική γη ή ο Μπαλζάκ την μεγαλοαστική τάξη του Παρισιού.
Τέλος και σε αυτό το μυθιστόρημα κυριαρχεί η ανδρική ματιά.
Ο κόσμος του Ζουργού είναι ένας ανδρικό κόσμος ο οποίος  την ώρα που θέλει να αυτοπροσδιοριστεί  σύμφωνα με τις καταβολές της φυλετικής του ταυτότητας, την ίδια ώρα και ετεροπροσδιορίζεται από τον τρόπο που στέκεται απέναντι στις γυναίκες.
Ο ήρωας αυτού του μυθιστορήματος – ο Λευτέρης Ζεύγος ή και  Ευγένιος Ζιρντό-  είναι ανήσυχος, ανασφαλής αλλά και εγωκεντρικός, φαλλοκράτης, ερωτομανής, λάτρης του χρήματος, αμοραλιστής. Μα και ενδοσκοπούμενος, προστατευτικός, μονήρης.
Κινείται –κι αυτός όπως και αρκετοί από τους προηγούμενους ήρωες του Ζουργού- συνεχώς και από τη Θεσσαλονίκη των αρχών του αιώνα, θα βρεθεί στην παγωμένη Ουκρανία, θα αναζητήσει την τύχη του στο Παρίσι, θα την βρει στη Μασσαλία, θα την χάσει στην Αμβέρσα και τελικά θα επιστρέψει στην Νύμφη του Θερμαϊκού όπου και θα κλείσει μια ζωή γεμάτη από  φιλοδοξίες, οικονομικούς σχεδιασμούς, ερωτικές απογοητεύσεις, προδοσίες, εγκληματικές πράξεις, αναπολήσεις και ανασχεδιασμούς.
Δίπλα του πάντα μια γυναίκα, αν και όλη του τη ζωή ένας  και μόνο έρωτας την διαπερνά.
Μια σύνθετη προσωπικότητα που δεν μπορεί να διεκδικήσει την συμπάθεια του αναγνώστη του, αλλά μήτε και την κατανόησή του.
Προς στιγμή ίσως κάποιος  να θελήσει να πιστέψει πως αυτός ο άνδρας έρχεται να συμβολίσει όλον τον 20ο αιώνα που μέσα στα χρόνια  του περπάτησε  και να του χαρίσει τα δικά του ετερόκλητα χαρακτηριστικά.
Κι όμως ο Ισίδωρος Ζουργός  βιάζεται να διαχωρίσει τις πράξεις του ενός από τα πάθη των πολλών. Χρησιμοποιεί γι αυτό (από την πρώτη κιόλας σελίδα του μυθιστορήματος) φράσεις του Σεμπάστιαν Μάρυ : Γύρω του ο αιώνας είχε μόλις ξεκινήσει. Θα υποστεί ένα μεγάλο μέρος του, αλλά τίποτε από αυτό ν τον αιώνα δεν θα είναι δικό του.
Κι έτσι καταφέρνει αυτό που εκ πρώτης όψεως δείχνει ακατόρθωτο –να φωτίζει την τραγικότητα μιας ολόκληρης εποχής μέσα από τα έργα ενός ανθρώπου που ενώ την ίδια αυτή εποχή έζησε, μόνο ό,τι πλέον ιδιωτικό και ατομικιστικό τον ενδιέφερε και τον ενεργοποιούσε.
Από την δικιά του πλέον σκοπιά, λοιπόν,  ο αναγνώστης συμπάσχει όχι τόσο με τα συναισθήματα του ήρωα, όσο με τα όσα ονειρεύτηκαν ματαίως ή έζησαν ως περιόδους εφιάλτη, τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου –κεντρικά ή μη- μα και ακόμα με τις αγχωμένες ανάσες μιας ολόκληρης πολιτείας  και των τόσο διαφορετικών ανθρώπων που την κατοίκησαν και την κατοικούνε.
Ο συγγραφέας νομίζω πως πλέον ολοκληρώνει την εξιστόρηση της πορείας της πόλης του μέσα στο πέρασμα των τελευταίων αιώνων. Από τα χρόνια του μεσαίωνα μέχρι τον καιρό τον δικό μας –δηλαδή από το Στη σκιά της πεταλούδας, του 2005 έως εφέτος, το 2017 με το Λίγες και μία νύχτες.
Παράλληλα αποδεικνύει πως μπορεί να γραφτεί στις μέρες μας ένα καλό μυθιστόρημα που ακολουθεί τους κανόνες μιας κλασικής αντίληψης μυθιστορηματικής σύνθεσης.
Υποστηρίζει τέλος την αντίληψη πως η Τέχνη ίσως να είναι σημαντικότερη της ζωής που περιγράφει. Κι αν όχι σημαντικότερη, σίγουρα πλέον διαχρονική.
Σύνθετο εν τέλει έργο και βέβαια πολυσέλιδο.  Με πολλές τεκμηριωμένες ιστορικές πληροφορίες που όμως δεν μειώνουν την αναπνοή μιας λογοτεχνικής αφήγησης. Με πολλά στοιχεία που θα το κάνουν ιδιαίτερα αγαπητό σε ένα πλατύ μα και εκλεπτυσμένο αναγνωστικό κοινό. Με πολλούς προβληματισμούς  γύρω από τις συγγραφικές εμμονές, μα και την ίδια την πράξη της συγγραφής, αλλά και την ανάγνωση της λογοτεχνίας. Εν τέλει το μέλλον της.


 Πρώτη ανάρτηση: http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/7031-liges-kai-mia-nuxtes


3.5.17

“Φεύγει Έρχεται”

ΔΙΑΒΑΣΜΑΤΑ Γράφει η Έλενα Αρτζανίδου / συγγραφέας-εκπαιδευτικός / ardjanidou.psichogios.gr
“Φεύγει Έρχεται”, Άννα Κοντολέων-Μάνος Κοντολέων, εικονογράφηση:Φωτεινή Τίκκου, εκδ. Καλειδοσκόπιο
Φεύγει ο Φοίβος… από τον Βορρά κι ετοιμάζεται να ταξιδέψει -πρώτη φορά μόνος του- για διακοπές στην πόλη που γεννήθηκε στον Νότο.
Έρχεται ο Φοίβος… κι ο Λέανδρος, η Φοίβη, ο Άρης, η Μέλπω και τα δίδυμα, ο Φρίξος και η\’Ελλη, προετοιμάζονται για τον ερχομό του και ανυπομονούν.
Φεύγει Έρχεται
Μια απλή ματιά σε μια, συνηθισμένη πια, ιστορία μετανάστευσης.
Μια συνηθισμένη ιστορία, γραμμένη με ασυνήθιστο, πρωτότυπο τρόπο τόσο σε ότι αφορά την ιστορία καθεαυτή, όσο και στο πάντρεμα δυο συγγραφέων αυτή της Άννας Κοντολέων και του Μάνου Κοντολέων.
Πατέρας και κόρη ή κόρη και πατέρας τολμούν ένα ζηλευτώ εγχείρημα και το πετυχαίνουν.
Δεν επενδύουν στο να γεννήσουν μόνο συναισθήματα, που από μόνη της γεννά η μετανάστευση, αλλά στοχεύουν, και το επιτυγχάνουν, να αναδείξουν τον πόθο, την αδημονία, την  αγωνία να ξανασυναντηθούν οικογένειες και στην προκειμένη ο εγγονός Φοίβος, με όλη την οικογένεια της μητέρας του που έμεινε πίσω στον Νότο. Αντίθετα αυτός βρέθηκε στον γκρίζο και κρύο Βορρά.
Που αρχίζει ο ένας συγγραφέας, που σταματά και παίρνει το μίτο ο άλλος;
Ή μήπως ο ένας σταυρώνει με χρυσό νήμα την πρόταση του άλλου και έτσι η ιστορία μοιάζει να έχει ξεκινήσει από ένα απλό  ξεφτισμένο κουρελάκι και να έχει σταδιακά με ρυθμό, ένταση και αρμονία μεταμορφωθεί από τα χέρα των δυο συγγραφέων σε χαλί που πετά. Σε υφαντό που περνά από τις καρδιές των μικρών και μεγάλων ηρώων  για να φωτίσει τις σκέψεις τους, να τρυπώσει στις ζωές τους στο Βορρά και το Νότο. Να αναδείξει το νόστο όσων ζουν από ανάγκη χωριστά.
Παράλληλα ο αναγνώστης, καθώς η ιστορία ξετυλίγεται ξαπλώνει στο δικό τους πολύχρωμο χαλί και σκύβει να ακούσει και να αφουγκραστεί τον χτύπο της καρδιάς των συγγενών εδώ και εκεί. Και καθώς ζυγώνει η μέρα συνάντησης ανακαλύπτει τα ενδιαφέροντα των ηρώων, την κουλτούρα των τόπων και τελικά άλλοτε  επιλέγει να φύγει ή μήπως  να έρθει.
Φεύγει Έρχεται, ρήματα που δηλώνουν δύναμη, αποφασιστικότητα, συσσωρευμένα συναισθήματα, εικόνες πνιγμένες από  φως και  θολούρα, από αγκαλιές και απόσταση.
Παιδιά βαλίτσας προκάλεσε η μετανάστευση. Παιδιά που μεγάλωσαν και θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν όσο υπάρχει η ζωή, όμως το φεύγει έρχεται δεν θα ξαναγραφτεί έτσι όπως τόλμησαν οι Κοντολέων.
Στήνω ξανά το αυτί, ανοίγω τα ρουθούνια και μυρίζω. Κρατώ την ανάσα και προσπαθώ να ανακαλύψω τον πατέρα και την κόρη. Άλλοτε χαμογελώ νομίζοντας πως τους έχω παγιδεύσει και άλλοτε με παγιδεύουν στο ένα το όλο που οι δυο τους έκαναν ένα μεγάλο Φεύγει Έρχεται.
Μια εξαιρετική ιστορία που αποδεικνύει πως μόνο ταλαντούχοι μπορούν να το πετύχουν και φυσικά Άννα και Μάνος πετυχαίνουν το στοίχημα και γίνονται ένα και μαζί, δυο και χώρια.
Το εξώφυλλο και ο τίτλος από την αρχή κινούν το ενδιαφέρον. ακινητοποιούν το βλέμμα, προκαλούν την φαντασία και γεννούν το πόθο της ανάγνωσης μέχρι τέλους.
Η εικονογράφηση της Φωτεινής Τίκκου, θα μπορούσε να σταθεί και από μόνη της σε κάθε σαλόνι και να προκαλέσει την δική της ανάγνωση. Ωστόσο μαζί με τις λέξεις γίνεται ένα υλικό αξιοζήλευτο που αρπάζει τον αναγνώστη και τον καθίζει για μεγάλο διάστημα μπροστά στις σελίδες και  διαβάζει μέσα από τις γραμμές, τα χρώματα, το βλέμμα των ηρώων, ξανά, αλλά και αλλιώς την ιστορία.
Η αισθητική του βιβλίου εξαιρετική και ψαγμένη μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας.


Προτείνεται σε όλους μικρούς και μεγάλους που θέλουν να ανακαλύψουν αλλιώς τη λογοτεχνία και να συνομιλήσουν μέσα από τις εικόνες, την πλοκή, την κίνηση των ηρώων για τις «βαλίτσες» αιώνων.

Βιβλία στο κατώφλι - Η Μαρία Ρουσάκη στο Kosvoice





Ο σύγχρονος μυθιστοριογράφος και συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας, Μάνος Κοντολέων, περιπλέκει τις ζωές και τις αμαρτίες γονιών και τέκνων σ’ αυτό το σύγχρονο crossover μυθιστόρημα με βαθύτατο νόημα για όποιο κοινό κι αν επιλέξει να το διαβάσει. Διότι το συγκεκριμένο βιβλίο με τις γρήγορες εναλλαγές μεταξύ στοχασμού και έντονης πλοκής απευθύνεται τόσο σε εφήβους όσο και σε ενήλικες. Αγγίζει τα όρια της ορμητικής εφηβείας όσο τις εσωτερικές χορδές ενός ενήλικα ο οποίος ζει και αναπνέει στην εποχή της συμφοράς (ίσως και του κοινωνικού μέτα-μιλλενιαλισμού). Πέρα από την κοινωνική του διάσταση, το βιβλίο με πολύ ενδιαφέρον προσφέρει άπειρους συμβολισμούς για την πορεία των ανθρώπων.
Η Στεφανία, ο Κλεάνθης, ο Τονίνο και η Χρύσα πληρώνουν ακριβά τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα που αναβλύζουν από τα τσιμέντα της ίδιας της πόλης. Μιας αμαρτωλής πόλης που γεννά την οκνηρία, την αλαζονεία, τη λαιμαργία, τη λαγνεία, την απληστία, την οργή και τη ζηλοφθονία. Σφάλματα ανθρώπινα, ωστόσο αιχμηρά ως προς τις συνέπειες που προκαλούν. Κι αυτές οι συνέπειες είναι το νήμα που συνδέει τους χαρακτήρες, τους κυνηγά προς ένα αβέβαιο μέλλον, τους στριμώχνει στην πιο ακριανή γωνία της ψυχής τους ώστε να βρουν κάποια λύτρωση.

Θα σταθώ στους έφηβους της ιστορίας: η Στεφανία ως ο πιο κεντρικός χαρακτήρας θα παρασυρθεί από μια βέβηλη κοινωνία, πληρώνοντας – ίσως – τις αμαρτίες των γονιών της ενώ ο Τονίνο θαρρείς και ακολουθεί μια προσδιορισμένη μοίρα. Και οι δύο ανήμποροι να αλλάξουν τις τωρινές καταστάσεις φθοράς και διαφθοράς, μπλέκονται στους σκοτεινούς δρόμους της πόλης, της σάρκας και της ψυχής, ώσπου να πάρουν οι ίδιοι την απόφαση να ορθωθούν από το βούρκο που τους περικυκλώνει.

Οι αποχρώσεις της πόλης είναι ωχρές, μουντές, πνιγμένες στη βρώμα. Ωστόσο «…Δύο νέοι άνθρωποι δοκιμάζουν να ζήσουν μέσα σε μια πόλη που ιδρώνει, ματώνει, ξερνά, βήχει, μα και οραματίζεται, ελπίζει. Υπομένει. Ως πότε;»

Με γλαφυρότητα και έντονη πλοκή παρατηρούμε πως η απόφαση ίσως είναι το μόνο που τους ανήκει ουσιαστικά. Μια απόφαση που θα αλλάξει όχι μόνο τους ίδιους άλλα την ίδια την κοινωνία. Την ίδια την αμαρτωλή πόλη.


Πρώτη ανάρτηση: http://www.kosvoice.gr/%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8E%CF%86%CE%BB%CE%B9/item/%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8E%CF%86%CE%BB%CE%B9-%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%89%CE%BB%CE%AE-%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B7

Λογοτεχνία … χωρίς ηλικία

Λίλη Λαμπρέλλη
«Δέκα και ένα παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών»
Πατάκης

Η’ ‘Έκδοση, 2016



Ανήκω στη γενιά εκείνη που μεγάλωσε με τα Κλασικά Εικονογραφημένα και τα βιβλία για παιδιά των Εκδόσεων Πεχλιβανίδης, Αστήρ  και  Άγκυρα.
Η Πηνελόπη Δέλτα και ο Βερν από τη μια, από την άλλη διασκευές των Αθλίων, των Τριών Σωματοφυλάκων, του Όλιβερ Τουίστ, του Γκιούλιβερ και των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης μου διαμορφώνανε ένα λογοτεχνικό αισθητήριο που πολύ σύντομα συνειδητοποίησα ότι μπορούσε να συνδιαλαγεί και να συνυπάρξει με τα αντίστοιχα κριτήρια των ενήλικων μελών της οικογένειάς μου.
Με άλλα λόγια για μένα η λογοτεχνία ήταν μια μορφή επικοινωνίας με τον κόσμο των άλλων, αλλά και ανίχνευσης των δικών μου προσωπικών μυστικών.
Αυτή την άποψη την κράτησα και την διατηρώ από τότε μέχρι τώρα. Και μπορεί να έχω γράψει πολλά, πάρα πολλά βιβλία που απευθύνονται σε παιδιά και νέους, αλλά στην ουσία απλώς υποτάσσομαι στις εκδοτικές και βιβλιοπωλικές συνθήκες. Βαθιά μέσα μου και όταν γράφω και όταν διαβάζω κείμενα άλλων συγγραφέων αναζητώ δρόμους που να ενώνουν αναγνώστες διαφορετικών ηλικιών.
Υπάρχει μια ρήση που διατείνεται πως το καλό παιδικό βιβλίο είναι αυτό που αρέσει και σε ένα ενήλικο αναγνώστη, όπως επίσης και το ίδιο αγγίζει κι ένα παιδί.
Μια άποψη που όσο κι αν δεν πρέπει κανείς να την θεωρήσει ως μια απόλυτη αρχή, εντούτοις για όποιον αγαπά τη λογοτεχνία γενικά, νομίζω πως έχει ισχύ.
Γιατί τελικά η ίδια η λογοτεχνία είναι η ύψιστη μορφή αφήγησης με χρήση του λόγου.
Και ο άνθρωπος πάντα είχε ανάγκη να  συντροφεύεται από αφηγήματα.
Από τα Έπη του Ομήρου μέχρι τα αντίστοιχα του Μεσαίωνα και τα αφηγηματικά ποιήματα  της ίδια περίπου περιόδου μέχρι τα λαϊκά παραμύθια αλλά και τις πρώτες μυθιστορηματικές συνθέσεις του 18ου αιώνα, έως τέλος τις μέρες μας με την πληθώρα αφηγηματικών μορφών της Τέχνης του Λόγου  η ανάγκη να βρεθούμε μέσα στη ζωή κάποιου άλλου, να συντροφεύσουμε ένα ήρωα στον δρόμο προς τη δόξα ή την αυτογνωσία παραμένει επιτακτική.
Το ίδιο αναγκαία σε μικρούς και μεγάλους.
Κάποτε διαχωρισμοί των αφηγηματικών μορφών ανάλογα με την ηλικία του ακροατή τους δεν υπήρχαν.
Τα άτομα μιας ομάδας όλα μαζί ακούγανε την ίδια ιστορία, όπως τραγουδούσανε τα ίδια τραγούδια, χορεύανε τους ίδιους χορούς.
Οι πρώτοι διαχωρισμοί άρχισαν να εμφανίζονται καθώς η προφορική αφήγηση γινότανε γραπτή.
Ο γραπτός λόγος απαιτεί χρήμα για να μπορέσει να φύγει από το συρτάρι του συγγραφέα του και να φτάσει στα χέρια του αναγνώστη.
Το βιβλίο –αυτή είναι πλέον η μορφή με την οποία η αφήγηση έχει μπει μέσα στη ζωή μας- είναι λοιπόν ένα προϊόν που κάποιοι   μαζί με τον συγγραφέα το έχουν δημιουργήσει. Επαγγελματίες λοιπόν έχουν αναλάβει την δημιουργία των βιβλίων –είναι ο τυπογράφος, ο βιβλιοδέτης, ο εκδότης, ο βιβλιοπώλης και ασφαλώς πια και ο ίδιος ο συγγραφέας.
Η επαγγελματική ενασχόληση ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες που δεν επιζητά το μεγάλο κέρδος, σίγουρα έχει ανάγκη την αμοιβή για να μπορέσει να διατηρήσει την επαγγελματική της ταυτότητα.
Και τα κέρδη μπορούν να αυξηθούν με τη βοήθεια του κατακερματισμού των παραγόμενων προϊόντων ή με (πιο συγκεκριμένη ίσως αυτή η έκφραση) με την εξειδίκευσή τους.
Όταν μπορώ και ομαδοποιώ το κοινό στο οποίο απευθύνω το προϊόν που κατασκευάζω, τότε μπορώ να είμαι πιο βέβαιος πως αυτό που έχω δημιουργήσει θα το γνωρίσουν και περισσότεροι.
Να λοιπόν πως σήμερα έχουμε σειρές με διαφόρων ειδών μυθιστορήματα (κοινωνικά, ερωτικά, πολιτικά, αισθηματικά, αστυνομικά κα), αλλά και σειρές κειμένων που προορίζονται για επί μέρους κατηγοριοποιήσεις των ανήλικων αναγνωστών  (προσχολικής ηλικίας, για παιδιά έως 6 ετών ή έως 7 ή 10, για εφήβους, για νέους, αλλά και με μαυρόασπρη εικονογράφηση ή με έγχρωμη κλπ).
Δεν αμφισβητώ πως με άλλες προϋποθέσεις ένας ανήλικος τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στο κοινωνικό σύνολο και με άλλες ένας ενήλικος. Όπως επίσης δεν αγνοώ τις περισσότερες ή λιγότερες γνώσεις κάθε ατόμου ανάλογα με την ηλικία που διανύει, αλλά ακόμα και με την κοινωνική του τάξη, το μορφωτικό του επίπεδο και πάνω απ΄ όλα τον δικό του ατομικό τρόπο αντίληψης του άλλου και του εαυτού του.
Όμως έτσι η καλή πρόθεση να προτείνουμε στον κάθε αναγνώστη αυτό το αφήγημα που περισσότερο  θα του ταιριάζει, ίσως μας οδηγεί σε μια αποξένωση των ατόμων ανάλογα με την ομάδα που το καθένα το έχουμε εντάξει.
Η παιδική ηλικία είναι μια φάση της ζωής του ανθρώπου. Δεν είναι μια ξεχωριστή κατάσταση.  Δεν είναι αρρώστια που θα την περάσουμε αναγκαστικά, είναι στάδιο του βίου μας.
Ακούω συχνά την έκφραση «Στα παιδιά αρέσει ή δεν αρέσει…». Θεωρώ πως τούτος ο τρόπος έκφρασης αυτόν τον αφύσικο διαχωρισμό υπονοεί. Πόσο πιο σωστό θα ήταν αν άκουγα : «Στον άνθρωπο όταν είναι ακόμα παιδί αρέσει ή δεν αρέσει…»

                              **********************

Μια αρκούντως μεγάλη εισαγωγή όλα τα παραπάνω για να σχολιάσω ένα μικρό  βιβλίο που έρχεται με τον δικό του τρόπο να υποστηρίξει την άποψη πως τελικά η κάθε αφήγηση μπορεί να αφορά τον καθένα. Και η υποστήριξη αυτής της θέσης γίνεται με την βοήθεια των λαϊκών παραμυθιών.
Ιστορίες που κάποτε ένας τις ιστορούσε και πολλοί τον ακούγανε –πολλοί και από αυτούς άλλοι γέροντες, άλλοι μεσήλικες, άλλοι νέοι, άλλοι παιδιά. Όπως δηλαδή συνυπάρχουν –ή μήπως  να έγραφα πρέπει να συνυπάρχουν;- οι  άνθρωποι κάθε ηλικίας μέσα στην κοινωνία
Ακούγανε όλοι μαζί τις ίδιες ιστορίες και αντιδρούσαν τόσο ομαδικά όσο και ατομικά.
Τα λαϊκά παραμύθια μπορούσαν να συντροφεύσουν, να νουθετήσουν, να εμψυχώσουν, να παρηγορήσουν τον κάθε ένα που τα άκουγε –μικρό ή μεγάλο.
Σήμερα αυτά τα παραμύθια έρχονται ξανά στην επιφάνεια μέσα από την παρουσία των σύγχρονων αφηγητών. 
Αυτοί οι νέοι παραμυθάδες, συνήθως δεν δημιουργούν νέα παραμύθια, αλλά έχουν ως σκοπό τους να επαναφέρουν στη καθημερινότητά του σύγχρονου ανθρώπου  την αφήγηση.  Και στρέφονται σε ένα κοινό που δεν αποτελείται μόνο από παιδιά, αλλά και από ενήλικες.
Ανάμεσα στους πολλούς και άξιους έλληνες αφηγητές παλιών μύθων και παραμυθιών, μια ξεχωριστή θέση κατέχει η Λίλη Λαμπρέλλη.
Με μια σειρά βιβλίων της έχει καταθέσει τη δική της άποψη για το τι μπορεί να είναι ένα σημερινό αφήγημα στηριγμένο σε παλιό μύθο.
Ανάμεσα στα άλλα βιβλία της, ξεχώρισα το «Δέκα και ένα παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών» (Πατάκης, 2012)
Από τον τίτλο της και μόνο μπορεί εύκολα να γίνει αντιληπτός ο στόχος της συλλογής.
Σημειώνει στο οπισθόφυλλο η ίδια η Λαμπρέλλη:
Δέκα και ένα παραμύθια σοφίας που μερεύουν και δυναμώνουν. Προορίζονται για τους μικρούς και μεγάλους που ζουν ή θα ζήσουν ανατροπές –δηλαδή για τον καθένα μας.
Το αξιοσημείωτο είναι πως όλα τα παραμύθια προέρχονται από μακρινούς τόπους και μάλιστα με όχι τη δική μας ανάπτυξη εγγραματοσύνης (Αφρική, Ασία, Ινδιάνοι Βόρειας Αμερικής).
Μα έτσι φέρνουν στην επιφάνεια το ερώτημα αν τελικά ο απαραβίαστος διαχωρισμός των λογοτεχνικών αφηγήσεων σε εκείνες που απευθύνονται  σε παιδιά και σε άλλες που αφορούν ενήλικες, έχει ιδιαίτερη ουσία.
Μήπως είναι ένας ακόμα τρόπος να ξεγελάσουμε τις τύψεις μας για το ότι δημιουργούμε ένα κόσμο καθόλου φιλικό προς την έννοια και την αξία της Παιδικότητας;
Δεν μπορώ να γνωρίζω αν η  Λίλη Λαμπρέλλη έχει πολύ ή λίγο και σε ποια επίπεδα επέμβει στη δομή των μύθων αυτών. Αλλά οι παραλλαγές της διαθέτουν μια ρέουσα γλώσσα και ενώ κρατάνε το άρωμα μιας κλασικότροπης αφηγηματικότητάς, παράλληλα είναι και προσαρμοσμένες στις αρχές μιας σύγχρονης λογοτεχνικής ενσάρκωσης.
Πέρα όμως από την αξία αυτή καθαυτή του συγκεκριμένου βιβλίου, εγώ θα ήθελα να τονίσω και τη συμβολή του σε ότι πιο πάνω προσπάθησα να αποδείξω. Πως η λογοτεχνία  -η καθαρή και εν τέλει τολμηρή λογοτεχνία- διαθέτει μια τέτοια λιτότητα εκφράσεων  και ένα πολυποίκιλο τρόπο φωτισμού συναισθημάτων και ιδεών που τελικά μπορεί και γίνεται κατανοητή από τον καθένα που θα έχει την τύχη να την γνωρίσει. Τον καθένα –παιδί, έφηβο, νέο, ηλικιωμένο.
Και έτσι αξίζει  να αναζητάμε και άλλα βιβλία, γραμμένα από σύγχρονους συγγραφείς που προσπαθούν αυτήν την λιτότητα και τις φωτοσκιάσεις να χρησιμοποιήσουν στα γραπτά τους.

Πρώτη ανάρτηση: http://fractalart.gr/deka-ki-ena-paramythia-sofias/

23.4.17

Μαρία Φακίνου «Ανατομία κόρης»

Μαρία Φακίνου

«Ανατομία κόρης»

Νουβέλα
Εκδόσεις Αντίποδες



Ως νουβέλα χαρακτηρίζει η ίδια η συγγραφέας και ο νέος της εκδοτικός οίκος (τα δυο προηγούμενα βιβλία  της Μαρίας Φακίνου είχαν κυκλοφορήσει από τον Καστανιώτη) αυτό το ολίγων σελίδων κείμενό.
Θα μπορούσε κάποιος να το χαρακτήριζε και ως συλλογή σύντομων διηγημάτων ή και ακόμα ως σπονδυλωτό αφήγημα.
Ο κεντρικός –μια και ο μόνος- άξονας που διαπερνά όλες τις σελίδες είναι η ανίχνευση στιγμών της ζωής μιας ανήλικης κόρης, ενός κοριτσιού από τα πρώτα παιδικά του χρόνια ως την είσοδο στην εφηβεία.
Ο κόσμος ενός ατόμου σε αυτή την ηλικία είναι κυρίως ο μικρόκοσμος της οικογένειας. Πατέρας, μητέρα, αδελφός. Μέσα από τον τρόπο που βιώνει τις σχέσεις όλων αυτών των ανθρώπων θα διαμορφωθεί τελικά και η ενήλικη προσωπικότητα και η στάση της απέναντι  σε ένα πλέον ευρύ περίγυρο.
Η Μαρία Φακίνου μαζί με τις καταγραφές συναισθημάτων, συνθέτει συγχρόνως και τον τρόπο ζωής μιας μέσης οικογένειας της δεκαετίας του ’80.
Οι πρώτες προσπάθειες εκσυγχρονισμού των οικογενειακών σχέσεων  καθώς η ελληνική κοινωνία ανοίγεται προς τις επιδράσεις της δυτικής κουλτούρας, φέρνουν στην επιφάνεια και την δυνατότητα ενός παιδιού να διαμορφώνει και τον τρόπο που οι άλλοι θα το αντιμετωπίσουν όπως και τον αντίστοιχο τρόπο που το ίδιο χειρίζεται τους άλλους.
Η συνειδητοποίηση της γυναικείας ταυτότητας, η αντιπαλότητα των φύλων, το ξύπνημα της σεξουαλικότητάς, η διεκδίκηση του μυστικού μιας ιδιωτικής θέασης του κόσμου –όλα αυτά έρχονται με ένα ασθμαίνοντα τρόπο να αναζητήσουν την αναγνώρισή τους.
Και τελικά η ενηλικίωση διαμορφώνεται προτού εικονογραφηθεί.
Μάθαμε ότι τα όρια είναι ρευστά, δεν ωφελεί να τα θέτουμε εκ των προτέρων. Μέχρι σήμερα  φαντάζομαι αυτή την εικόνα, των ορίων, σαν ένα αφρισμένο νερό που γίνεται χωμάτινο παρασύροντας στην πορεία του χαλίκια, συρματοπλέγματα, σχέσεις
Έχουμε, λοιπόν, μια ενδιαφέρουσα χαρτογράφηση της διαμόρφωσης της θηλυκής ταυτότητας των γυναικών που σήμερα είναι κάπου γύρω στα σαράντα τους χρόνια.
Μα το ίδιο ενδιαφέρουσα είναι και η αφηγηματική τεχνική.
Μικρά κείμενα, σύντομες προτάσεις, επιλογές καθημερινότητας που σηματοδοτούν το διαχρονικό αποτύπωμα.
Η πεζογραφία την ώρα που με καθαρότητα εκφράζεται, την ίδια στιγμή λες και φλερτάρει με την ποιητική φράση.
«Έμαθα το σπίτι μας  ψηλαφίζοντάς το»
«… προετοιμάζοντας τον εαυτό μου για την καταιγίδα που ακόμα δεν είχε χτυπήσει τον Κήπο της Εδέμ»
«Τα γκαρσόνια της παραθαλάσσιας ταβέρνας κάθονται ακουμπώντας τα ξυπόλυτα πόδια πάνω στα παπούτσια τους. Καπνίζουν και αστειεύονται μεταξύ τους. Ένα γκέτο»
Μια πρόταση ανανέωσης της αφηγηματικής φόρμας όπου ξεκάθαρα επιζητά την συμμετοχή του αναγνώστη ώστε να απελευθερωθεί η δυναμική μιας σύγχρονης λογοτεχνίας.


 Πρώτη δημοσίευση: http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/6858-anatomia-koris