23.4.17

Μαρία Φακίνου «Ανατομία κόρης»

Μαρία Φακίνου

«Ανατομία κόρης»

Νουβέλα
Εκδόσεις Αντίποδες



Ως νουβέλα χαρακτηρίζει η ίδια η συγγραφέας και ο νέος της εκδοτικός οίκος (τα δυο προηγούμενα βιβλία  της Μαρίας Φακίνου είχαν κυκλοφορήσει από τον Καστανιώτη) αυτό το ολίγων σελίδων κείμενό.
Θα μπορούσε κάποιος να το χαρακτήριζε και ως συλλογή σύντομων διηγημάτων ή και ακόμα ως σπονδυλωτό αφήγημα.
Ο κεντρικός –μια και ο μόνος- άξονας που διαπερνά όλες τις σελίδες είναι η ανίχνευση στιγμών της ζωής μιας ανήλικης κόρης, ενός κοριτσιού από τα πρώτα παιδικά του χρόνια ως την είσοδο στην εφηβεία.
Ο κόσμος ενός ατόμου σε αυτή την ηλικία είναι κυρίως ο μικρόκοσμος της οικογένειας. Πατέρας, μητέρα, αδελφός. Μέσα από τον τρόπο που βιώνει τις σχέσεις όλων αυτών των ανθρώπων θα διαμορφωθεί τελικά και η ενήλικη προσωπικότητα και η στάση της απέναντι  σε ένα πλέον ευρύ περίγυρο.
Η Μαρία Φακίνου μαζί με τις καταγραφές συναισθημάτων, συνθέτει συγχρόνως και τον τρόπο ζωής μιας μέσης οικογένειας της δεκαετίας του ’80.
Οι πρώτες προσπάθειες εκσυγχρονισμού των οικογενειακών σχέσεων  καθώς η ελληνική κοινωνία ανοίγεται προς τις επιδράσεις της δυτικής κουλτούρας, φέρνουν στην επιφάνεια και την δυνατότητα ενός παιδιού να διαμορφώνει και τον τρόπο που οι άλλοι θα το αντιμετωπίσουν όπως και τον αντίστοιχο τρόπο που το ίδιο χειρίζεται τους άλλους.
Η συνειδητοποίηση της γυναικείας ταυτότητας, η αντιπαλότητα των φύλων, το ξύπνημα της σεξουαλικότητάς, η διεκδίκηση του μυστικού μιας ιδιωτικής θέασης του κόσμου –όλα αυτά έρχονται με ένα ασθμαίνοντα τρόπο να αναζητήσουν την αναγνώρισή τους.
Και τελικά η ενηλικίωση διαμορφώνεται προτού εικονογραφηθεί.
Μάθαμε ότι τα όρια είναι ρευστά, δεν ωφελεί να τα θέτουμε εκ των προτέρων. Μέχρι σήμερα  φαντάζομαι αυτή την εικόνα, των ορίων, σαν ένα αφρισμένο νερό που γίνεται χωμάτινο παρασύροντας στην πορεία του χαλίκια, συρματοπλέγματα, σχέσεις
Έχουμε, λοιπόν, μια ενδιαφέρουσα χαρτογράφηση της διαμόρφωσης της θηλυκής ταυτότητας των γυναικών που σήμερα είναι κάπου γύρω στα σαράντα τους χρόνια.
Μα το ίδιο ενδιαφέρουσα είναι και η αφηγηματική τεχνική.
Μικρά κείμενα, σύντομες προτάσεις, επιλογές καθημερινότητας που σηματοδοτούν το διαχρονικό αποτύπωμα.
Η πεζογραφία την ώρα που με καθαρότητα εκφράζεται, την ίδια στιγμή λες και φλερτάρει με την ποιητική φράση.
«Έμαθα το σπίτι μας  ψηλαφίζοντάς το»
«… προετοιμάζοντας τον εαυτό μου για την καταιγίδα που ακόμα δεν είχε χτυπήσει τον Κήπο της Εδέμ»
«Τα γκαρσόνια της παραθαλάσσιας ταβέρνας κάθονται ακουμπώντας τα ξυπόλυτα πόδια πάνω στα παπούτσια τους. Καπνίζουν και αστειεύονται μεταξύ τους. Ένα γκέτο»
Μια πρόταση ανανέωσης της αφηγηματικής φόρμας όπου ξεκάθαρα επιζητά την συμμετοχή του αναγνώστη ώστε να απελευθερωθεί η δυναμική μιας σύγχρονης λογοτεχνίας.


 Πρώτη δημοσίευση: http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/6858-anatomia-koris

18.4.17

Η «ΑΜΑΡΤΩΛΗ ΠΟΛΗ» του Μάνου Κοντολέων Το βιβλίο που διάβασα, Κωστής Α. Μακρής



«Στη λεωφόρο ακίνητα αυτοκίνητα.
Στα καλώδια του ηλεκτρικού ―λίγο πιο πριν― κάποια πουλιά.
Τρομάξανε… Πετάξανε. Τα καλώδια τώρα γυμνά.
Κάποιο τροχαίο, κορναρίσματα, φρεναρίσματα και ξαφνικά μποτιλιάρισμα και στις τέσσερις λωρίδες.
Στην αριστερή το μαύρο Citroen ― εκεί μέσα με τη βία την είχαν σπρώξει. Τη Στεφανία.
Στο μαύρο Citroen τώρα. Με τα μαύρα φιμέ τζάμια. Δεν τη βλέπει κανείς τη Στεφανία. Μόνο εκείνη μπορεί να δει.»

Οι πρώτες εφτά σειρές από το μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων «ΑΜΑΡΤΩΛΗ ΠΟΛΗ».

Υπάρχουν ακίνητα αυτοκίνητα, πουλιά τρομαγμένα, γυμνά καλώδια ηλεκτρικού, μια γυναίκα ―δεν ξέρουμε ακόμα την ηλικία της, εκτός αν έχουμε διαβάσει το οπισθόφυλλο του βιβλίου― με τη βία σπρωγμένη σ’ ένα μαύρο αυτοκίνητο. Λέξεις προσεχτικά διαλεγμένες, με αντιθέσεις, με μαύρο, με γυμνό, με τρόμο… Λέξεις που προϊδεάζουν για το τι θα ακολουθήσει.

Ζοφερό, ε; Θέλεις όμως να διαβάσεις παρακάτω.

«Μια χώρα. Μια πόλη. Οι άνθρωποι... Η Στεφανία, ο Κλεάνθης, ο Τονίνο (που θέλει να τον φωνάζουν Σαμποτάζ)...
Σε εποχή μεγάλης οικονομικής κρίσης. Αλλάζουνε όλα και όλοι.
Αλλάξανε ―γαμώ το μου!― οι δρόμοι, τα μαγαζιά, τα σπίτια.
Αλλάξανε οι άνθρωποι... Πάρτο χαμπάρι, φίλε!
... Μα κάποια πράγματα ―το ξέρω και δε χρειάζεται εσύ να μου το πεις― δεν έχουν, ακόμα, αλλάξει.
Όπως τα μαλλιά της Στεφανίας! Ήταν και παραμένουν κόκκινα. Και μακριά. Και όλο μπούκλες.
Όχι, αυτά δεν αλλάξανε... Ακόμα έστω.
Είναι μαλλιά που είχαν και έχουν την απόχρωση μιας φλόγας την ώρα που ετοιμάζεται να σβήσει. Έτσι ήταν τα μαλλιά της Στεφανίας από πάντα.
Και πάντα κόκκινα παραμένουν• δεν αλλάξανε.
Μα μέχρι πότε θα είναι τα ίδια;
Ένα crossover μυθιστόρημα ενηλικίωσης.»

Αυτό το έχω διαβάσει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

Όταν διαβάζω, μιλάω στο εαυτό μου. Διαβάζω, σκέφτομαι, αναστοχάζομαι, θυμάμαι, παρασύρομαι από τις λέξεις, τη μουσική των φράσεων, βυθίζομαι, κρίνω, επικρίνω, θαυμάζω, ζηλεύω…

Σε μερικές φράσεις μπορεί και να κλάψω ή απλώς να δακρύσω.

Όπως στις πιο κάτω:

«Αλλά…
Αλλά με το σιδέρωμα ίσως να ήταν κάπως αλλιώτικα όλα αυτά. Εργασία μηχανική. Πράττεις χωρίς να σε απασχολεί το τι κάνεις. Και τα πεντακάθαρα ρούχα έχουν άποψη. Σου προτείνουν αισιοδοξία.» [σελ. 125]

Η Στεφανία σκέφτεται.

Πράττει και σκέφτεται.

Πράττει, σκέφτεται, αποφασίζει.

Μερικές φορές «εν θερμώ».

Όπως και ο συγγραφέας της, ο Μάνος Κοντολέων.

Λέει ο Μάνος Κοντολέων ότι κάθε βιβλίο είναι μια πολιτική πράξη κι ότι μερικές φορές προτιμάει να γράφει «εν θερμώ». Όταν η πραγματικότητα γύρω του είναι ακόμα φρέσκια, τραγανή, σαν φρεσκοψημένο ψωμί που καίει.

Και ο Μάνος Κοντολέων αρέσκεται να διαχειρίζεται το καυτό ψωμί της πραγματικότητας.
Και το κάνει καλά (βλ. «Ανίσχυρος άγγελος» καθώς και «Δε με λένε Ρεγγίνα… Άλεχ με λένε»).
Είναι μια πολιτική πράξη η γραφή κατά τον Μάνο Κοντολέων.

Όχι τόσο με την ξεπερασμένη έννοια της «στράτευσης» αλλά με την έννοια ότι η Τέχνη είναι ένας από τους πιο σοβαρούς στόχους κάθε στιβαρής και ανθρωποκεντρικής πολιτικής.
Εδώ μέσα υπάρχει και λίγος Μακρυγιάννης («γι’ αυτά πολεμάμε…»).

Όποτε γράφω ένα σημείωμα για ένα βιβλίο, μια θεατρική παράσταση ή για κάποιο άλλο έργο τέχνης, συνηθίζω να λέω «η παράσταση που είδα, η μουσική που άκουσα, το βιβλίο που διάβασα».

Κρύβει μια υποκρισία αυτή η δήλωση «υποκειμενικότητας». Το ξέρω…
Κρύβει την υποκρισία ότι αν έφτανε το «μου αρέσει» δεν θα χρειαζόταν να σας παιδεύω, εσάς τις αναγνώστριες και τους αναγνώστες μου, με τόσα πολλά λόγια τεκμηρίωσης αυτού του «μ’ αρέσει».

Επομένως;

Αυτό που δεν θα κουραστώ να λέω είναι ότι κάθε ανάγνωση ενός βιβλίου ή άλλου έργου τέχνης είναι υποκειμενική υπόθεση.

Αλλά η ανάγνωση της λογοτεχνίας είναι κι αυτή μια τέχνη.

Και αφού η τέχνη δεν μαθαίνεται (αμιγώς) επιστημονικά αλλά μέσα από την άοκνη τριβή με το αντικείμενό της, μέσα από την επίμονη και παθιασμένη ανάγνωση, μέσα από την αγάπη για την τέχνη και με μέντορες να σε καθοδηγούν και να σε εξοπλίζουν με εφόδια και δεξιότητες πολλαπλές, κάθε κριτικό σημείωμα και κάθε ανάγνωση κρύβουν μέσα τους άλλες, πολλές, πάρα πολλές αναγνώσεις.

Έχοντας διαβάσει την ΑΜΑΡΤΩΛΗ ΠΟΛΗ και έχοντας ακούσει και διαβάσει κάποιες κρίσεις και σχόλια σχετικά με την ποιότητα αλλά και τη «σκληρότητά» της, θυμήθηκα μερικά άλλα «σκληρά» βιβλία ή διηγήματα που διάβασα ως παιδί. Ένα που αναφερόταν σ’ ένα παιδί χαμένο στη ζούγκλα, μεγαλωμένο από λύκους και κυνηγημένο από έναν τίγρη (Μόγλης, του Ρ. Κίπλινγκ). Ένα άλλο με ένα κοριτσάκι που η μαμά του ήταν πόρνη και πέθανε και το κοριτσάκι μεγάλωσε με έναν φυγόδικο πρώην κατάδικο (Οι Άθλιοι, Β. Ουγκό). Ένα άλλο που ο βασικός ήρωας μεγαλώνει σ’ ένα άθλιο ορφανοτροφείο, περνάει από χίλια μύρια μαρτύρια, μπλέκει με μια συμμορία ληστών, μια γυναίκα που τον προστατεύει σκοτώνεται από τον εραστή της και γενικά τραβάει των παθών του τον τάραχο αυτό το παιδί (Όλιβερ Τουίστ, Τσ. Ντίκενς).
Τι να πρωτοθυμηθώ από την ατελείωτη σειρά «σκληρών» βιβλίων «ενηλικίωσης» που ακόμα και τώρα τα διαβάζω με ανανεωμένη κάθε φορά την ηδονή της ανάγνωσης ενός βιβλίου που είναι και για παιδιά και για μεγάλους και για τεράστιους.

Αυτό θα πει Crossover;

«Χελόου!» που θα έλεγε κάποια σαν τη Στεφανία, στις καλές της μέρες, ή σαν τον Τονίνο (ή Σαμποτάζ) επίσης στις καλές του μέρες.

Μα αυτό είναι ο εκ των ων ουκ άνευ όρος που πρέπει να πληροί κάθε καλό βιβλίο! Να μπορεί να διαβαστεί από εγγράμματους κάθε ηλικίας και να προσφέρει χαρά αναγνωστική σε όλες και όλους. Κι όχι μόνο αυτό. Αλλά να μπορεί να μεγαλώνει μαζί με τον αναγνώστη του. Όπως,για παράδειγμα, τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που αυτά ―πολλά― κι αν έχουν μέσα τους την αβάσταχτη σκληρότητα της κοινωνικής αδικίας. Αλλά και την τρυφερότητα που κρύβει μέσα του το σκληρό κέλυφος, σαν να χρειάζεται για την προστατεύει από τις πρόχειρες κι επιδερμικές αναγνώσεις.

Μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι με προσιτά όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης μας (χωρίς ΚΑΜΙΑ ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ, όπως δηλώνεται στο εξώφυλλο της ΑΜΑΡΤΩΛΗΣ ΠΟΛΗΣ). Ξεφύλλισα στα 10 μου το Δεκαήμερο του Βοκάκιου, στα 12 τον Εραστή της Λαίδης Τσάτερλυ αλλά εντρύφησα σε αυτά μεγαλύτερος. Παράτησα στη μέση κάνα δυο του Μαρκήσιου Ντε Σαντ επειδή δεν μου άρεσαν και για μερικά άλλα (δήθεν «απαγορευμένα») είπα «Ε, και;» και τα παράτησα.

Η ΑΜΑΡΤΩΛΗ ΠΟΛΗ του Μάνου Κοντολέων, το έχω πει και θα το ξαναπώ, είναι ένα από τα βιβλία που θα αποτελέσουν πηγή έρευνας και μελέτης για τον ιστορικό του μέλλοντός μας, σε σχέση με την Ελληνική πραγματικότητα της πενταετίας 2015-2020.

Όχι μόνο επειδή είναι ένα τεκμηριωμένο κοινωνικά βιβλίο, όχι μόνο επειδή έχει τη σημερινή γλώσσα σαν όχημα για τις ιδέες του ― χωρίς «ψευδεφηβικές» ακρότητες― όχι μόνο επειδή περιγράφει με σπαραχτικό ―αλλά όχι «ευπώλητα» σπαραξικάρδιο και «ροζουλί» τρόπο― τα βάσανα μιας σχεδόν χαμένης γενιάς, αλλά επειδή σαν τον μυθικό Ανταίο παίρνει δύναμη από τη Γη τής γύρω του πραγματικότητας, πάνω στην οποία πατάει γερά.

Της ελληνικής σημερινής πραγματικότητας που δεν παριστάνει ότι την βιώνει ο Μάνος Κοντολέων όπως ένα άστεγος (για παράδειγμα) αλλά τη γνωρίζει όπως κάθε ευαίσθητος άνθρωπος που δεν χρειάζεται να μεταναστεύσει στην πόλη Χομς της Συρίας για να αντιληφθεί τη φρίκη του πολέμου και το τι σημαίνει να χάνεις το παιδί σου από βόμβες χημικών.

Η ΑΜΑΡΤΩΛΗ ΠΟΛΗ του Μάνου Κοντολέων έχει δυο πολύ σπουδαίες, κατά τη γνώμη μου, αρετές: είναι ένα εξαιρετικά ελκυστικό στην ανάγνωση και ταυτόχρονα αφόρητα δίκαιο βιβλίο.

Δίκαιο αλλά και αυστηρό απέναντι στους ήρωές του, που ακόμα κι ο πιο αντιπαθής απ’ αυτούς έχει δεχτεί το «χάδι» του άξιου συγγραφέα που ξέρει να διαχειρίζεται την ενότητα των αντιθέτων και να παραθέτει με μαστοριά τα πολύ σκούρα με τα φωτεινά χρώματα, για να προσφέρει τον πλούτο των ενδιάμεσων αποχρώσεων στον αναγνώστη του.

Η Πόλη, κατά τον Μάνο Κοντολέων, είναι αμαρτωλή όχι επειδή έχει φτωχύνει ή επειδή έχει ασχημήνει. Είναι Αμαρτωλή επειδή δεν είναι πια δίκαιη Πόλη.

Είναι μια πόλη που αδικεί και αδικείται. Και το ίδιο ισχύει για τους κατοίκους της.
Όπως γράφει στη σελίδα 186: «Εν τέλει αμαρτία είναι η αδικία.».

Οι ήρωές του, χαρακτήρες ολοκληρωμένοι κι όχι τύποι συνθηματολογικής ή λαϊκίστικης ευκολίας, ζουν, κινούνται και αγωνίζονται μέσα σε μια ζοφερή πραγματικότητα που θέλουν να την αλλάξουν.

Ζουν μέσα στην αδικία αλλά πιστεύουν ―οι πιο νέοι και άξιοι― ότι μέσα από την αδικία, θα βλαστήσει η ελπίδα.

Τότε που θα έρθει ένα νέο «σούρουπο» που δεν θα είναι ούτε πικρό, ούτε άδικο αλλά «Μιας νέας άνοιξης».

Θα ήθελα να το είχα διαβάσει όταν ήμουν 16-17 χρόνων. Αλλά τότε, θα το είχα διαβάσει περισσότερο σαν μυθιστόρημα πολιτικής φαντασίας… Και θα το είχα χαρεί.

Στους σημερινούς νέους, όσοι είναι τυχεροί και το διαβάσουν, δεν έχω να πω άλλο παρά να ευχηθώ καλή ανάγνωση και καλύτερη απόλαυση. Ό,τι θα ευχόμουν με το σερβίρισμα ενός καλού κρασιού. Που πίνεται λίγο λίγο και με στοχασμό για την ποιότητα, τον μόχθο, τις πρώτες ύλες και την ιστορία του δημιουργού του που κρύβεται μέσα στην κάθε γουλιά.

Αυτά τα λίγα για ένα βιβλίο που μου άρεσε και το προτείνω για πολλαπλές αναγνώσεις.
- See more at: http://www.iporta.gr/politismos/vivlio/item/11466-iporta-anoixti-sta-vivlia-gia-paidia-kai-neous-i-amartoli-poli-tou-manou-kontoleon-to-vivlio-pou-diavasa-toy-kosti-a-makri#sthash.bYgn6zzI.dpuf

Λογοτεχνία για παιδιά – πολλαπλοί φωτισμοί πολλών θεμάτων




“Πιάσε το τιμόνι, Γίγαντα”
Έλενα Αρτζανίδου
Εικονογράφηση: Γιώργος Χαλκιάς
Ψυχογιός
104 σελ.
ISBN 978-618-01-1867-4

  
Δεν θεωρώ τον εαυτό μου κριτικό της λογοτεχνίας, όσο και αν πάρα πολλές φορές τόσο στο παρελθόν, όσο και τον τελευταίο καιρό, έχω δημοσιεύσει πάμπολλα κριτικά σημειώματα.
Όλα όσα γράφω δεν στηρίζονται  σε μια διάθεση να κατατάξω αξιολογικά τα κείμενα, όσο στο να προσπαθήσω, με τις όποιες δυνατότητες έχω, να ανιχνεύσω τις διαθέσεις του συγγραφέα και το κατά πόσο αυτές τελικά ταυτίζονται με τις αναγνωστικές προσλαμβάνουσες.
Για μένα κάθε σωστό λογοτεχνικό κείμενο συνομιλεί με την εποχή του, με τις ανάγκες που επεμβαίνουν στην καθημερινότητα τόσο του δημιουργού όσο και του αναγνώστη.
Η λογοτεχνία και ψυχαγωγεί και προβληματίζει και ευαισθητοποιεί.
Και ως λογοτεχνία ασφαλώς και θεωρώ και τα κείμενα εκείνα που εκδίδονται κάτω από την ένδειξη : για παιδιά και νέους.
Η συγκεκριμένη κατηγορία βιβλίων πολλές φορές έχει κατηγορηθεί πως φιλοξενεί στους κόλπους της κείμενα επίπεδα, ανόητα και κυρίως με τάσεις διδαχής των αναγνωστών της.
Η κατηγορία δεν είναι αβάσιμη, αλλά το περίεργο είναι πως εδραιώνεται πάνω σε έργα που εκείνοι οι οποίοι θα τα κατηγορήσουν έχουν ως ένα βαθμό προκαλέσει τη δημιουργία τους.
Η λογοτεχνία για παιδιά όσο κι αν έχει προσπαθήσει δεν έχει καταφέρει ολότελα να διαχωρίσει την παρουσία της από την καθημερινή σχολική πράξη.
Αυτό έχει βέβαια από τη μια το θετικό αποτέλεσμα να μπορούν οι σωστά ενημερωμένοι δάσκαλοι να προτείνουν τρόπους ανάπτυξης της φιλαναγνωσίας των μαθητών τους, αλλά από την άλλη έχει και το αρνητικό επακόλουθο να εισέρχονται ανάμεσα στα λογοτεχνικά βιβλία και ιστορίες με λογοτεχνική μεν εμφάνιση, αλλά μη λογοτεχνικό περιεχόμενο.
Μια από τις πλέον συνηθισμένες ‘παθήσεις’ των βιβλίων για παιδιά που απλώνουν την αφηγούμενη ιστορία τους σε λίγες μάλλον σελίδες, είναι η μονοθεματική προσέγγιση του ζητήματος που πάνω του στηρίζεται η πλοκή.
Έτσι –έχουμε για παράδειγμα- την εξιστόρηση των παθών ενός αγοριού που υφίσταται ενδοσχολικό εκφοβισμό (bullying) χωρίς όμως –τις περισσότερες φορές-  να αναπτύσσονται σε βάθος αίτια και συνθήκες  που με τον τρόπο τους διαμορφώνουν το κατάλληλο έδαφος να εδραιωθεί και να αναπτυχθεί ο εκφοβισμός.
Με άλλα λόγια οι συγγραφείς αυτών των κατά κάποιο τρόπο επιδερμικών όσο και επικαιρικών ιστοριών δεν αναζητούν αιτίες και αφορμές (κάτι που κάθε γνήσια μορφή λογοτεχνίας πράττει) αλλά μένουν στην καταγραφή και στην καταγγελία (κάτι που ίσως να είναι έργο μιας απλής δημοσιογραφικής ενημέρωσης).
Στην καθαρή λογοτεχνία (για παιδιά ή ενήλικες αδιάφορο) πίσω από κάθε θύμα υπάρχει μια ατομική ενοχή και πίσω από κάθε θύτη ένα ατομικό τραύμα.
Η λογοτεχνία φωτίζει χρησιμοποιώντας άλλοτε  άπλετο φως κι άλλοτε το ημίφως. Με φωτοσκιάσεις, σιωπές και ερωτήματα γράφονται τα λογοτεχνικά κείμενα.
Όμως στα πλαίσια κάποιων σχολικών προγραμμάτων, αλλά και κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης να αντιμετωπισθούν άμεσα και επιδερμικά τα διάφορα παθογενή φαινόμενα,  το όλο εκπαιδευτικό σύστημα σπρώχνει άλλους μεν  ενήλικες στο να γράψουν κείμενα μονομερή και μονοθεματικά και άλλους να τα προωθούνε.
Κι έτσι –για μια ακόμα φορά – η κοινωνία αισθάνεται πως έχει επιτελέσει το καθήκον της, ενώ μικρής εμβέλειας συγγραφείς ανακαλύπτουν δρόμους που οδηγούν τα κείμενά τους στους πάγκους των βιβλιοπωλείων και στα χέρια των μικρών αναγνωστών.

                            **********************

Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις μου δόθηκε από την  ανάγνωση του μυθιστορήματος για παιδιά «Πιάσε το τιμόνι, Γίγαντα» της Έλενας Αρτζανίδου.
Και –από την αρχή το ξεκαθαρίζω- αυτό το βιβλίο αποτελεί κατά κάποιον τρόπο πρότυπο του πως μπορεί ένα υπεύθυνος και αισθαντικός δημιουργός να μιλήσει για θέματα  με έντονο κοινωνικό αντίκτυπο χωρίς να καταφεύγει σε μονόπλευρο φωτισμό τους.
Κεντρικό πρόσωπο ένα αγόρι –στην αρχή της εφηβεία του. Ο Αργύρης, που ζει σε ένα νησί μαζί με τη μητέρα και την μάλλον σε άνοια ευρισκόμενη γιαγιά του.
Ο πατέρας τους έχει εγκαταλείψει.
Ο νεαρός –μισή μερίδα παλληκαράκι- γίνεται στόχος πειραγμάτων από τους συνομηλίκους του και λόγω της μικροκαμωμένης κατασκευής του, αλλά και γιατί ο πατέρας τους έχει εγκαταλείψει την οικογένειά του.
Μα το αγόρι αντιστέκεται, αναζητά στηρίγματα σε δικές του δυνάμεις και παράλληλα στρέφεται για υποστήριξη σε ένα παλιό φίλο του πατέρα του, τον Γόη.
Αυτός ο τελευταίος –μια ακόμα πολυσύνθετη και γνήσια λογοτεχνική φιγούρα- θα τονώσει από τη μια την πίστη του Αργύρη στον εαυτό του και από την άλλη θα του αποκαλύψει τους λόγους εξαφάνισης του πατέρα του.
Η όλη ιστορία εξελίσσεται με γρήγορο ρυθμό, δεν ξεχνά να εμβαθύνει σε πρόσωπα, την ίδια ώρα που προσφέρει και ανατροπές, ξαφνιάσματα, δράση.
Κι έτσι έχουμε ένα ολοκληρωμένο μικρό μυθιστόρημα για παιδιά (πιστεύω πως ίσως είναι το πλέον ώριμο έργο της Αρτζανίδου) που διαθέτει πολυεπίπεδους  χαρακτήρες, απρόβλεπτα συναισθηματικές εκρήξεις και μια ενδιαφέρουσα πλοκή.
Θέματα όπως αυτά της κοινωνικής περιθωριοποίησης (γιατί βέβαια εκφοβισμός δεν εφαρμόζεται μόνο στα σχολεία), του αδιεξόδου των ενηλίκων μπροστά στην οικονομική κρίση, των πρώτων ερωτικών σκιρτημάτων, της φθοράς του ανθρώπινου οργανισμού λόγω γήρατος, της ουσιαστικής φιλίας και της ανάπτυξης της αυτοεκτίμησης συνυπάρχουν και συμπλέκονται  μέσα στα πλαίσια μιας ιστορίας που ξέρει να κρατά το ενδιαφέρον μικρών αλλά και μεγάλων αναγνωστών.

Πρώτη ανάρτηση:  

 http://www.iporta.gr/politismos/vivlio/item/11505-piase-to-timoni-giganta-ekdoseis-psyxogios-tou-manou-kontoleon

Από τη λογοτεχνία για παιδιά στο βιβλίο για παιδιά



Ελένη Γεωργοστάθη
«Χάθηκε η μπάλα!»
Εικονογράφηση : Λέλα Στρούτση
Εκδόσεις Ψυχογιός


Η προσπάθεια που πριν από μερικά χρόνια  είχε ξεκινήσει και σκόπευε στο να εδραιώσει στην καθημερινότητα των παιδιών  την παρουσία του λογοτεχνικού βιβλίου, έχει μια ενδιαφέρουσα πορεία από τότε μέχρι σήμερα.
Η έννοια της φιλαναγνωσίας εξαπλώθηκε στους εκπαιδευτικούς μέσα από λίγο ή πολύ μεμονωμένες παρεμβάσεις συγγραφέων ή θεωρητικών και πανεπιστημιακών και στη συνέχεια βρήκε δομή προγράμματος υπό την καθοδήγηση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Αλλά όταν αυτό εξαναγκάστηκε σε συρρίκνωση και εξαφάνιση, διάφοροι φορείς (δήμοι, σύλλογοι γονέων, δάσκαλοι, βιβλιοπώλες, αλλά και εκδότες) ανέλαβαν να συνεχίσουν αυτά τα προγράμματα.
Η νέοι τρόποι υλοποίησης προγραμμάτων φιλαναγνωσίας ποικίλλουν  -κάποιοι από αυτούς στοχεύουν στη δημιουργία μιας  ‘συναισθηματικής’ σχέσης του παιδιού με τη λογοτεχνία, περισσότεροι πάντως προσπαθούν να κερδίσουν το ενδιαφέρον των παιδιών  με τη διοργάνωση διαφόρων διαγωνιστικών δραστηριοτήτων, μερικοί –άλλωστε-  δεν κρύβουν και την διάθεσή τους να τονώσουν και το κίνητρο ενός καθόλα νόμιμου εμπορικού κέρδους.
Λογικά όλα τούτα να συνυπάρχουν καθώς αυτά τα προγράμματα δεν γίνονται κάτω από την πολλαπλή κάλυψη ενός κρατικού φορέα, αλλά υλοποιούνται με τη συνεργασία τόσων ειδικοτήτων.
Εκείνο ίσως που δεν είχε προβλεφθεί από τους διοργανωτές όλων αυτών των βιβλιοδρομιών ή βιβλιομαραθωνίων  (με τέτοια ονόματα συνήθως χαρακτηρίζονται τα προγράμματα φιλαναγνωσίας)  ήταν πως η προσπάθεια τόνωσης της αγάπης ενός παιδιού προς το βιβλίο, θα οδηγούσε τελικά στην μετατροπή της λογοτεχνίας για παιδιά σε βιβλίο για παιδιά.
Ποια διαφορά υπονοούν οι δυο αυτοί χαρακτηρισμοί;
Η λογοτεχνία για παιδιά (ως μια μορφή ελεύθερης καλλιτεχνικής έκφρασης) όχι μόνο διατηρεί το δικαίωμα να εκφράζεται κάθε φορά με κανόνες εντελώς υποκειμενικής συγγραφικής σύλληψης, αλλά και επιζητά την διάδοσή της όχι τόσο ποσοτικά όσο ποιοτικά. Η λογοτεχνία για παιδιά θέλει αναγνώστες και όχι καταναλωτές.
Το βιβλίο για παιδιά (με αυτόν τον χαρακτηρισμό προσπαθώ να διακρίνω τις διαφορές ανάμεσα στην ελεύθερη συγγραφική σύλληψη και στην αντίστοιχη προγραμματική συγγραφή) έχει την άποψη πως για να αναπτυχθεί η φιλαναγνωσία δεν είναι τόσο αναγκαία η υποκειμενικότητα της σύνθεσης, όσο είναι η στοχευμένη κυρίως σε ένα θέμα αφήγηση. Και παράλληλα θέτει και την αναγκαιότητα των ολιγοσέλιδων ιστοριών –για να διαβάσει ένα παιδί  όσο περισσότερα βιβλία γίνεται, πρέπει αυτά να διαβάζονται και γρήγορα. Άρα να είναι γραμμένα με τρόπο λίγο – πολύ επιφανειακό και να μην κουράζουν με τον πλήθος των σελίδων τους.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες η κυκλοφορία των τίτλων που θέλουν (αρέσκονται, μάλλον) να θεωρούν πως ανήκουν στο χώρο της λογοτεχνίας, αυξάνεται. Και η αύξησή τους ασφαλώς και λύνει πολλά προβλήματα σε όσους ζούνε από τον κύκλο έκδοσης και πώλησης βιβλίων για παιδιά.
Μα έτσι έχουμε οδηγηθεί σε αυτό που λίγο πιο πάνω σημείωσα - στην σταδιακή μετατροπή της λογοτεχνίας για παιδιά σε βιβλίο για παιδιά.
Βέβαια –ας τονισθεί και αυτό- ασφαλώς και συνεχίζουν να εκδίδονται από μεγάλους όσο και μικρότερους εκδοτικούς οίκους λογοτεχνικά βιβλία για παιδιά που πολύ απέχουν από προγραμματικές συγγραφικές τεχνικές  υλοποίησης. Αλλά η ανεξέλεγκτα πλέον δημιουργούμενη πίεση που και οι εκδότες και οι βιβλιοπώλες και κατ΄ ανάγκη και οι ίδιοι οι συγγραφείς  υφίστανται ολοένα και περισσότερο οδηγεί στο να συναντάμε στα ράφια των βιβλιοπωλείων και στους καταλόγους των εκδοτών τίτλους βιβλίων για παιδιά με μονοθεματικό χαρακτήρα και άρα με διάθεση να εξυπηρετήσουν ένα νεοδιδακτισμό και όχι μια νέα λογοτεχνική φόρμα.

                              ***************************
Οι παραπάνω σκέψεις αποτελούν μια πρώτη και αρκούντως συνοπτική έκφραση προβληματισμών (όχι μόνο δικών μου) πάνω στα όσα σε μεγάλο βαθμό διαμορφώνουν τα περιεχόμενα και τις φόρμες των βιβλίων που απευθύνονται στα παιδιά των πρώτων χρόνων του 21ου αιώνα.
Μου δόθηκε η ευκαιρία να τις καταγράψω  το βιβλίο «Χάθηκε η μπάλα» της Ελένης Γεωργοστάθη (Εκδόσεις Ψυχογιός)
Και σπεύδω αμέσως να δηλώσω πως αυτό το μάλλον ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα (90 περίπου είναι οι σελίδες του) καταφέρνει να διεκδικήσει μια θέση σε ένα διαγωνισμό βιβλιοδρομίας ή βιβλιομαραθώνιου, αλλά και να διατηρεί την λογοτεχνική του ταυτότητα.

Ένα μυθιστόρημα που έχει  γραφτεί και στη συνέχεια εκδίδεται με στόχο να διαβαστεί με ενδιαφέρον  από παιδιά των τελευταίων τάξεων του Δημοτικού θα πρέπει  -σαφώς- να έχει ήρωες παρόμοιας ηλικίας με τους μελλοντικούς του αναγνώστες και να έχει υλοποιηθεί με τη βοήθεια μιας γλώσσας απλής και πολύ κοντά στο τρόπο έκφρασης και σκέψης παιδιών αυτής πάνω κάτω της ηλικίας.
Αλλά αν θέλει μαζί με το ενδιαφέρον της πλοκής να προσφέρει και μια  ουσιαστικότερη ανάγνωση της κοινωνίας μέσα στην οποία τα παιδιά μας σήμερα ζούνε και διαμορφώνουν το μέλλον τους, θα πρέπει με τρόπο αυθόρμητο και αβίαστο δίπλα στην δράση να φωτίζει το δράμα, δίπλα στο χιούμορ να τοποθετεί προβληματισμούς. Και βέβαια να ξεφεύγει από μια μονοθεματική θέαση του κόσμου μέσα στον οποίο ο μικρός πρωταγωνιστής βιώνει όλα όσα ζει και ο αναγνώστης του –αυτός σίγουρα κάτω από συνθήκες πολυδιάστατες και σύνθετες.
Το μυθιστόρημα αντιγράφει τη ζωή, ενώ  αυτή αναγνωρίζει τα χαρακτηριστικά της μέσα από εκείνο.
Στο συγκεκριμένο βιβλίο η αφήγηση διατηρεί τον αυθορμητισμό του νεαρού ήρωα (αγόρι της Ε’ Δημοτικού) και στηρίζεται πάνω σε καθημερινά γεγονότα, παρόμοια με αυτά που σε πολλές πλέον ελληνικές οικογένειες συμβαίνουν.
Η ανεργία του γονιού αν και είναι ένα από τα βασικά στοιχεία ανάπτυξης της πλοκής, δεν δραματοποιείται με μεγάλα λόγια, αλλά αφήνεται να επηρεάσει τη συμπεριφορά των ενηλίκων χωρίς ακρότητες. Η αγριότητα στις σχέσεις των παιδιών, όπως και οι πρώτες αισθηματικές τους ανησυχίες, αλλά και οι προτάσεις υποστήριξης της ισότητας των φύλων, κυκλοφορούν αβίαστα μέσα στις σελίδες και το αποδεκτά αίσιο τέλος  ικανοποιεί τον αναγνώστη χωρίς πάντως και να τον αποκοιμίζει.
Με δυο λόγια –μπορώ να υποστηρίξω πως το συγκεκριμένο βιβλίο καταφέρνει να παραμείνει στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά, ενώ παράλληλα μπορεί και να χρησιμοποιηθεί από όσους επιθυμούν να ‘τρέχουν’ προγράμματα φιλαναγνωσίας βασισμένα σε κείμενα ευκολοδιάβαστα, μα όχι και κατ΄ ανάγκη μονοθεματικά και επίπεδα.

 Πρώτη ανάρτηση: http://diastixo.gr/epikaira/apopseis/6806-vivlio-gia-paidia


13.4.17

Φεύγει Έρχεται

Άννα Κοντολέων  - Μάνος Κοντολέων

Φεύγει Έρχεται

Εικονογράφηση: Φωτεινή Τίκκου

Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο






ΦΕΥΓΕΙ μόνος του ο  Φοίβος –έξι χρονών πια- για διακοπές  στον Νότο, στην πόλη του γεννήθηκε. Κι αναρωτιέται ποιοι και πώς θα τον υποδεχτούνε

ΕΡΧΕΤΑΙ ο Φοίβος! –αναστατώθηκαν ο παππούς και γιαγιά, ο θειος και η θεία, τα δυο ξαδέλφια. Άραγε θα του αρέσουν ο τρόπος που θα τον υποδεχτούνε;








ΦΕΥΓΕΙ – ΕΡΧΕΤΑΙ


Μια απλή ματιά σε μια, συνηθισμένη πια, ιστορία μετανάστευσης




24.3.17

Now24 - Συνέντευξη στην Μαίρη Γκαζιάνη

Πρώτη δημοσίευση: http://now24.gr/manos-kontoleon-zo-grafontas-ke-grafo-zontas/





1.      Κύριε Κοντολέων γεννηθήκατε στην Αθήνα την δύσκολη δεκατία του ΄40. Πως θυμάστε τον εαυτό σας σαν παιδί και σαν έφηβο;
-Δύσκολη δεν μπορώ να πω πως την θυμάμαι εκείνη την εποχή. Δηλαδή από το 1946 που γεννήθηκα έως τις αρχές της δεκαετίας  του’60. Υπήρξα μοναχοπαίδι και οι γονείς μου, υπάλληλοι του δημόσιου τομέα, μου προσφέρανε όλα όσα έχει ανάγκη ένα παιδί για να μεγαλώσει  φυσιολογικά. Ηρεμία, αγάπη, στοργή, ασφάλεια  και πάνω απ΄ όλα την παρουσία τους. Διατηρώ, λοιπόν, μια ζεστή ανάμνηση.

2.      Σε ποια ηλικία ανακαλύψατε τη λογοτεχνία ως ανάγνωσμα;
-Από τότε που πρωτάρχισα να διαβάζω μόνος μου. Ακόμα υπάρχουν στη βιβλιοθήκη μου εκείνα τα πρώτα βιβλία και μάλιστα τα περισσότερα με αφιερώσεις της μητέρας μου, του πατέρα μου και της πρώτης μου δασκάλας.

3.      Και πότε ανακαλύψατε το ταλέντο σας στη συγγραφή;
-Καθώς τελείωνα το Δημοτικό. Έχασα ένα μικρό γατί και έτσι βρέθηκα για πρώτη φορά αντιμέτωπος με το γεγονός του θανάτου. Αυτό με έκανε να καταγράψω την εμπειρία μου εκείνη. Και από εκεί και πέρα ο δρόμος είχε πλέον ανοίξει.

4.      Έχετε σπουδάσει Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υπάρχει σχέση μεταξύ της Φυσικής και της Λογοτεχνίας;
-Ναι μιας και οι δυο στην ουσία ασχολούνται και μελετούν νόμους της Φύσης. Και ο άνθρωπος μέλος της Φύσης είναι. Αλλά πέρα από αυτό, η Φυσική ως θετική επιστήμη με βοήθησε να κατανοήσω  το τι σημαίνει δομή σε μια κατασκευή . Και το κάθε λογοτεχνικό κείμενο είναι μια κατασκευή, άρα υπόκειται σε κάποιους νόμους.

5.      Έχετε ασχοληθεί σχεδόν με κάθε είδος γραφής, μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά, νουβέλες, μυθιστορήματα για νέους, παραμύθια κ.α. Υπάρχει κάποιο είδος που αγαπάτε περισσότερο;
-Όχι. Χρησιμοποιώ όλα αυτά τα είδη και με όλα τους καταγράφω τις ιδέες μου, τα συναισθήματά μου, τις αγωνίες και τις ελπίδες μου. Τα διαφορετικά είδη  τα επιλέγω κάθε φορά ανάλογα με τις προσωπικές μου διαθέσεις.

6.      Έχετε γράψει τόσα πολλά βιβλία που θα έλεγε κάποιος πως όλη τη ζωή σας γράφετε. Αφήνετε ποτέ την πένα από το χέρι σας;
-Την πένα την έχω εδώ και χρόνια αφήσει… Εννοώ πως πλέον γράφω χρησιμοποιώντας ένα πλητρολόγιο. Αλλά έτσι είναι… Ζω γράφοντας και γράφω ζώντας.

7.      Αν και έχετε γράψει πάρα πολλά βιβλία, σήμερα θα σας ρωτήσω για το παιδικό βιβλίο. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο παιδικό βιβλίο σας που περιλαμβάνει 2 ιστορίες, Η άτυχη μέρα του Λάκη και της Λόλας και Η τυχερή μέρα της θείας Λιλής. Ποια μηνύματα θέλετε να περάσετε στα παιδιά;
--Γενικά δε μου αρέσει να περνάω μηνύματα στα βιβλία μου.  Θέλω να πω πως αν ήθελα να νουθετήσω άλλον τρόπο έκφρασης θα επέλεγα. Εμένα μου αρέσει να γράφω με όσο πιο καλό τρόπο γίνεται λογοτεχνικά κείμενα. Η λογοτεχνία από μόνη της είναι ένα μήνυμα –μήνυμα αισθητικής, μήνυμα ιδεών.  Μια αξία είναι η ίδια η λογοτεχνία. Πάντως στο συγκεκριμένο βιβλίο (μιας και με ρωτάτε) τη μια ιστορία θέλησα να τη στηρίξω στην αξία της αξιοπρέπειας και την άλλη στην αξία της συμπαράστασης μας προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο.


8.      Από ποια ηλικία τα παιδιά μπορούν να καταλάβουν τι σημαίνει μαύρη αγορά, προλήψεις κλπ που αναφέρονται στο βιβλίο σας;
-Τα παιδιά κατανοούν τα πάντα με τον δικό τους τρόπο. Και ο συγγραφέας που θέλει να απευθυνθεί σε αυτά χρησιμοποιεί ακριβώς την τεχνική τη δική τους. Μαύρη αγορά ίσως να μην κατανοούν το τι σημαίνει, αλλά μπορούν απόλυτα να καταλάβουν τη σημαίνει αξιοπρεπής και έντιμη συμπεριφορά. Και όσον αφορά τις προλήψεις, αυτές όταν είμαστε παιδιά τις θεωρούμε παιχνίδια της φαντασίας. Όταν μεγαλώσουμε –κάποιοι από εμάς- το παιχνίδι μιας τέτοιας φαντασίας μπορεί να το θεωρήσουμε πραγματικότητα.


9.      Τι οφείλει να προσέχει ένας συγγραφέας παιδικών βιβλίων;
-Αυτό που πρέπει να προσέχει κάθε σωστός συγγραφέας. Να είναι ειλικρινής με το κοινό του.

10.  Πιστεύετε ότι ένα παιδικό βιβλίο είναι ο καλύτερος τρόπος για να εξηγήσουμε στα παιδιά κάποια πράγματα που είναι πέρα από την ηλικίας τους. Π.χ. ο θάνατος, η αρρώστια, ο χωρισμός, η διαφορετικότητα, κλπ;
-Ο καλύτερος ίσως είναι μεγάλη κουβέντα. Ένας από τους πιο καλούς –ναι. Γιατί μέσα από μια σωστά ειπωμένη ιστορία μπορεί κανείς να πλησιάσει με σοβαρότητα και ευαισθησία τέτοια δύσκολα θέματα. Και σίγουρα πολύ πιο ουσιαστικά από  ό,τι παρουσιάζονται σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές ή σε διάφορα έντυπα.

11.  Πόσο απαραίτητα είναι τα βιβλία στην παιδική ηλικία;
-Μετά την τροφή του σώματος που είναι αναγκαία για να συνεχίσουμε να ζούνε, έρχεται η τροφή της ψυχής, που είναι αναγκαία για να υπάρχουμε. Κι αυτό ισχύει και τον καιρό που είμαστε παιδιά κι όταν έχουμε πια ενηλικιωθεί. Λοιπόν αυτή την τροφή, την καλή  τροφή της ψυχής ένας από τους πιο σωστούς τρόπους για να την πάρουμε είναι και η λογοτεχνία.

12.  Από πού αντλείτε την έμπνευση για τα παιδικά βιβλία που γράφετε;
-Από αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και που προσπαθώ από τη μια να τα βλέπω με το μάτι ενός παιδιού και από την άλλη με την γνώση ενός ενήλικου. Ο συγγραφέας που απευθύνεται και σε παιδιά διατηρεί ολοζώντανο μέσα του τον τρόπο που έβλεπε τον κόσμο όταν ήταν ο ίδιος παιδί.

13.  Ποια είναι η γνώμη σας για το ελληνικό παιδικό βιβλίο;
-Πολύ καλή. Αλλά εγώ δεν ικανοποιούμε εύκολα με τις επιτυχίες. Θέλω και ονειρεύομαι να υπάρξουν και καλύτερες μέρες.

14.  Στην εποχή της τεχνολογίας που ζούμε σήμερα, που τα περισσότερα παιδιά είναι κολλημένα στο διαδίκτυο, ποια είναι η άποψή σας για τις σχέσεις των παιδιών με το περιβάλλον τους; Χαλαρώνουν οι σχέσεις τους με τους γονείς, τους φίλους κλπ;
-Δεν ξέρω. Ομολογώ πως δεν ξέρω. Τα σημερινά μικρά παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε μια τεχνολογική έκρηξη που μάλιστα θα συνεχιστεί, αλλά και που εγώ προσωπικά δεν μπορώ να ξέρω πως τελικά θα τα διαμορφώσει. Πολλές φορές αισθάνομαι πως τα βιβλία που αυτόν τον καιρό γράφουμε ίσως τα τελευταία του είδους. Βέβαια ο άνθρωπος πάντα θα έχει την ανάγκη μιας αφήγησης. Μα ποια μορφή θα πάρει στο μέλλον αυτή η αφήγηση δεν το ξέρω.

15.  Αφού σας ευχαριστήσω για το χρόνο που μου διαθέσατε, θα σας ζητήσω κα κλείσετε με μια δική σας φράση αυτή τη συνέντευξη.
-Όταν είμαι αισιόδοξος γράφω για παιδιά* όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση  τότε γράφω για εφήβους* Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για ενήλικες.



14.3.17

Τυχερές και άτυχες μέρες...

ΔΙΑΒΑΣΜΑΤΑ Γράφει η Έλενα Αρτζανίδου / συγγραφέας-εκπαιδευτικός /

http://www.thinkfree.gr/kontoleon-psichogios/



Η τυχερή μέρα της θείας Λιλής.

Λοιπόν, το να είναι κανείς προληπτικός είναι κουταμάρα μεγάλη. Μαύρες γάτες, σπασμένοι καθρέφτες και διάφορα άλλα – χαζομάρες όλα! Κι αν διστάζετε να συμφωνήσετε μαζί μου, διαβάστε πρώτα την ιστορία της θείας μου της Λιλής, και μετά τα ξαναλέμε…



Η άτυχη μέρα του Λάκη και της Λόλας.

Πάρτε πέντε γράμματα. Το Α, το Η, το Κ, το Λ και το Σ. Σχηματίστε, με αυτά, τα ονόματα που έχουν δύο συμμαθητές — Άλκης ο ένας, Λάκης ο άλλος. Δυο αγόρια, λοιπόν, με ονόματα που τα σχηματίζουν τα ίδια γράμματα. Αλλά τυχερός μόνο ο ένας είναι. Μαντεύετε ποιος;

Δυο ιστορίες σε ένα βιβλίο.

Στην πρώτη ιστορία της τυχερής μέρας ανακαλύπτουμε το παιδί «γούρι» της προληπτικής θείας Λιλής, που η εμμονή της με την καθαριότητα, οι φοβίες της και οι προκαταλήψεις της, αλλά και η αγάπη της για τα ζώα.

Ο συγγραφέας Μάνος Κοντολέων, για πολλοστή φορά τραβά το ενδιαφέρον του μικρού και μεγάλου αναγνώστη με τον κοφτό, άμεσο λόγο, τις σύντομες προτάσεις που κάνουν την ιστορία του απόλυτα ζωντανή, συγκινητική και με χιούμορ.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη ιστορία που σε μια δυνατή σκηνή και μόνο θίγει το θέμα του άστεγου ανθρώπου που αξίζει το ενδιαφέρον μας, αλλά και της προσοχής μας με στόχο να αναρωτηθούμε και να πάρουμε θέση. Η ψυχική ένταση, σε αυτή την ολοζώντανη σκηνή, που γεννά η αιχμηρή πένα του συγγραφέα, προκαλεί ταραχή στον αναγνώστη ενώ παράλληλα τον αναγκάζει με το τέλος της ανάγνωσης να αναρωτηθεί, να δει στον καθρέφτη τον εαυτό του και να πει ειλικρινά πως ο ίδιος θα αντιδρούσε αν κάποιος άστεγος βρισκόταν στο ζεστό και περιποιημένο σαλόνι του;

Και αμέσως μετά από την τύχη, αλλά και το βάρος όσων η μια ιστορία γεννά, ο αναγνώστης γυρνά το βιβλίο ανάποδα και διαβάζει την άλλη ιστορία αυτή της άτυχης μέρας του Λάκη και της Λόλας.

Ο συγγραφέας με αμεσότητα παρουσιάζει τα θέλω και τα πρέπει. Τις αξίες που έχουν κάποιοι και εκείνοι που πατούν για να πάρουν ό,τι θέλουν.

Η αισθητική και η ομορφιά του ανάποδου βιβλίου, η χρυσή πένα του συγγραφέα που προτάσσει θέσεις και αξίες γεννούν ένα λογοτεχνικό έργο υψηλής αξίας.

Στο τέλος κάθε ιστορίας ο συγγραφέας έχει ένα σημείωμα που αποκαλύπτει τη σύλληψη της ιστορίας του αποδεικνύοντας πόσο παρατηρητικός είναι, αλλά και πόσο πιστεύει στην  αλήθεια.

Αλλά δεν φτάνουν μόνο αυτά αν δεν έχεις γνώση του τι γράφεις και πως το γράφεις και αυτό ο Μάνος Κοντολέων το έχει αποδείξει μέσα από τόσα, διαφορετικά έργα του.

Τα γκριζόμαυρα σχέδια της Ναταλίας Καπατσούλια, είναι αρμονικά δεμένα με το κείμενο. Εικόνες με αποκαλυπτικές εκφράσεις και κίνηση.

Τα δυο εξώφυλλα ελκυστικά και ευρηματικά με το μαύρο και το γκρίζο ανάλογα της τύχης και της ατυχίας!

Προτείνεται για το σπίτι για μοναχική, αλλά και παρεΐστικη ανάγνωση.

Στο σχολείο για πολλές συζητήσεις και στις Βιβλιοθήκες

8.3.17

Γαλάτεια Γρηγοριάδου Σουρέλη -το αποτύπωμα μιας συγγραφικής παρουσίας.



Αρχές Φθινοπώρου του 2016, η Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη έφυγε από κοντά μας.
Για το πρόσωπο της παιδικής –και όχι τελικά μόνο- λογοτεχνίας που εκείνη υπηρέτησε και που εμείς μαζί του μεγαλώσαμε, θα ήθελα σήμερα, λοιπόν, να μιλήσω.  
Τη λογοτεχνία εκείνη που παρουσιάζεται κάπου στα μέσα του ‘50 και συνεχίζει να εκφράζεται μέχρι σήμερα. Κοντά 70 χρόνια –μαζί της μεγαλώσανε αρκετές γενιές και συνεχίζουν και οι πιο πρόσφατες να μεγαλώνουν.
Τη λογοτεχνία εκείνη που είχε κληρονομήσει την Πηνελόπη Δέλτα και τον Ζαχαρία Παπαντωνίου. Που στην αρχή δείχνει ότι ακολουθεί πειθήνια εκείνων τα βήματα, αλλά που σιγά- σιγά καταγράφει κάποιες διαφοροποιήσεις.
Τους συγγραφείς της τους διακρίνει η διάθεση να κρατήσουν τα πιο έντονα χαρακτηριστικά των προηγουμένων δημιουργών – την έννοια της πατρίδας και της οικογένειας-  αλλά παράλληλα –και ο καθένας με το δικό του τρόπο- προχωρούν και πιο πέρα.
Θέματα όπως αυτά της οικολογίας, των ενδοοικογενειακών σχέσεων, των ναρκωτικών, της βίας γίνονται οι άξονες ανάπτυξης παραμυθιών ή μυθιστορημάτων. Ο έντονος διδακτισμός αν δεν εξαφανίζεται εξ  ολοκλήρου, σαφέστατα υποχωρεί, η λογοτεχνική οντότητα των κειμένων προβάλει με απαιτήσεις και ο τελικός αποδέκτης -το παιδί- αντιμετωπίζεται με μια δημοκρατική στάση κατανόησης και πλησιάσματος του.
Από τα έργα εκείνων των δημιουργών άλλα έχουν –δικαίως ή αδίκως- πλέον ξεχαστεί, άλλα όμως εξακολουθούν να κρατούν συντροφιά στα παιδικά μαξιλάρια. Οι ίδιοι οι συγγραφείς μπορεί να έχουν ποικιλότροπα άλλοι τους σιωπήσει, μα και άλλοι τους ποικιλότροπα επίσης να συνεχίζουν να εκφράζουν ένα δυναμικό παρόν.
Και καθώς τα χρόνια έχουν περάσει και οι όποιες επαναστατικές λίγο ή πολύ βελτιώσεις που επέφεραν στον τρόπο γραψίματος ενός παιδικού βιβλίου έχουν εδραιωθεί, είναι πια φυσικό να θέλουμε να δούμε όλη αυτή την πορεία και με μια ματιά περισσότερο κριτική, να αναρωτηθούμε αν ότι έγινε άξιζε έτσι να γίνει ή μήπως κάτι περισσότερο θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί.
Ο συγγραφέας εκφράζει την εποχή του –και η γενιά εκείνη που ξεκινά το έργο της κάπου στα μέσα του ‘50 έζησε στη συνέχεια πολλές κοινωνικές ανακατατάξεις, πολλά πολιτικά γεγονότα… Πόσο διαλεκτικά στάθηκε απέναντι όλων αυτών; Το έργο των συγγραφέων εκείνης της γενιάς  πέρα από την ιστορική του αξία, θα έχει και μια αντιστοίχηση με ότι ήδη συμβαίνει στις δομές της κοινωνίας και στις αντιδράσεις των ατόμων;


Με το ρίσκο να φανώ υποκειμενικός –λόγω αυτής της σημερινής μέρας της αφιερωμένης στο έργο μα και στη ζωή της Γαλάτειας - τολμώ να θεωρήσω ως την πλέον χαρακτηριστική εκπρόσωπο αυτής της γενιάς των συγγραφέων, τη Γρηγοριάδου – Σουρέλη.
Και σπεύδω να εξηγήσω τους λόγους μιας τέτοιας άποψης.
Η Γαλάτεια (στην αρχή μόνο ως Γρηγοριάδου) πρωτοεμφανίζεται στα γράμματα το 1954. Και από τότε μέχρι πριν από λίγο καιρό  εκδίδει μια ολόκληρη σειρά βιβλίων που διαθέτουν μια πλουσιότατη γκάμα τόσο από πλευράς λογοτεχνικού είδους, όσο και από πλευράς θεματικής ανησυχίας.
Παραμύθια, μικρές ιστορίες, διηγήματα, μυθιστορήματα. Τα θέματά τους από την ιστορία, τη θρησκεία, τον προβληματισμό για το περιβάλλον, τις ανθρώπινες σχέσεις, το θάνατο, τον έρωτα, τη φιλία, τη βία, τη μετανάστευση, την εθνική ταυτότητα, …
Η Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη έγραφε  ακατάπαυστα και έγραφε με επιτυχία. Οι αναγνώστες της πολυπληθείς και φανατικοί. Το βιβλία της διαχρονικά best sellers. Και η ίδια άτομα ανήσυχο δεν σταματούσε να τρέχει εδώ και εκεί και να προπαγανδίζει την αξία της φιλαναγνωσίας. Ομιλίες, συζητήσεις, ραδιοφωνικές εκπομπές, δημοσιεύσεις, κριτικές – η δράση της Γαλάτειας Σουρέλη όλα τα ΜΜΕ έχει χρησιμοποιήσει.
Παράλληλα έχει αναγνωριστεί – διακρίσεις, βραβεία…
Τιμημένη από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, τον Δήμο Αθηναίων, το πανεπιστήμιο της Πάντοβα, την Ακαδημία Αθηνών και υποψήφια  για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν.
Αν κάποιος θέλει να γνωρίσει το πρόσωπο της παιδικής λογοτεχνίας με την οποία μεγαλώσαμε, δεν έχει παρά να κοιτάξει τους τίτλους των βιβλίων της  Γαλάτειας Γρηγοριάδου – Σουρέλη.
Είπαμε -παραμύθια, μικρές ιστορίες, διηγήματα, μυθιστορήματα… Άλλα από αυτά απευθύνονται σε μικρά παιδιά, άλλα σε μεγαλύτερα, άλλα σε εφήβους, άλλα σε ενήλικες…
Νομίζω πως ανήκε σ’ εκείνους τους συγγραφείς που δεν μπορούν να ταξινομηθούν αβίαστα σε ένα είδος της λογοτεχνικής γραφής .
Ασφαλώς τα περισσότερα έργα της είναι για παιδιά… Μα το ύφος της  είχε μια τόσο έντονη προσωπικότητα και η χρήση λέξεων και συντακτικού ακολουθούσε συχνά τόσο ριζοσπαστικούς δρόμους που σπάνια κανείς συναντά σε κείμενα της Π. Λ.

Σημαντικός αριθμός των έργων της ανήκει στο είδος του ιστορικού μυθιστορήματος.
Άλλωστε η ίδια συχνά το δήλωνε πως πίστευε στην ιστορική μνήμη. Και αυτή τη μνήμη προσπαθούσε να την μεταγγίσετε στον αναγνώστη της. Άλλοτε με διάθεση κριτικής αμφισβήτησης, αλλά κι άλλοτε  με απόλυτα παραδοχή των όσων έχει καταγράψει η επίσημη –και αν θέλετε η ελεγχόμενη- ιστορία.
Η Γαλάτεια Σουρέλη είχε και ως άνθρωπος και ως δημιουργός συγκλονιστικές μεταπτώσεις. Από τη μια επαναστάτρια ή και αναρχική και από την άλλη δεμένη με την παράδοση και τη θρησκεία.
Με ένα δικό της ολότελα τρόπο κατάφερε σε ένα μεγάλο βαθμό να συνταιριάξει όλες αυτές τις εκφράσεις.
Και μάλιστα με μια φράση –ξεκίνησε ως τίτλος μυθιστορήματός της και έγινε προσωπικό μότους – Εμένα με νοιάζει.

Ένα άλλο της πρόσωπο ήταν αυτό του σύγχρονου παραμυθά. Είχε γράψει πολλές συλλογές παραμυθιών που τις χαρακτηρίζει η διάθεση να αναπτύξουν σύγχρονους προβληματισμούς μέσα από τη φόρμα ενός παραμυθιού. Τί μπορεί να προσφέρει το παραμύθι στο σημερινό αναγνώστη του; Και τελικά ποιος είναι αυτός ο αναγνώστης; Μικρής μόνο ηλικίας ή και κάποιος ενήλικος;
Όταν κάποιος ξεφυλλίζει τα παραμύθια της Σουρέλη τέτοιες σκέψεις του δημιουργούνται. Γιατί η Γαλάτεια όταν έγραφε ένα παραμύθι, στην ουσία θεωρούσε πως ο πρώτος τη αναγνώστης θα ήταν κάποιο άτομα που θα της έμοιαζε –ένα άτομο που μαγευότανε σαν παιδί και στοχαζότανε ως ενήλικος.

Συχνά –όταν διαβάζω κάποιο παραμύθι ή μια μικρή ιστορία– αναρωτιέμαι αν ένα λογοτεχνικό έργο πρέπει να έχει ένα ξεκάθαρο μήνυμα; Μήπως τελικώς μια τέτοια διάθεση εκ μέρους του συγγραφέα, οδηγεί το έργο στο χώρο της στενής παιδαγωγικής;  Το κάνει , με άλλα λόγια, να χάνει την ανεξαρτησία του και την επαναστατικότητά του;
Αλλά τα παραμύθια της Σουρέλη ενώ σαφέστατα λένε με σαφήνεια τα πιστεύω της, την ίδια ώρα προσφέρουν τη δυνατότητα στον αναγνώστη τους να προβληματιστεί με τις απόψεις τους.

Είναι γνωστό πως γνώρισα τη Γαλάτεια όταν ήμουνα 14 χρονών. Και τη γνώρισα πολύ καλά.
Μέσα στο σπίτι της εκείνων των χρόνων –θρυλικών λογοτεχνικών οραμάτων το διαμέρισμα της οδού Γρηγοροβίου 12, στον Άγιο Λουκά Πατησίων- μυήθηκα στη καλή λογοτεχνία και στο τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας.
Η βιβλιοθήκη της όχι μόνο πλούσια, πλουσιοτάτη, αλλά και συνεχώς ανανεούμενη. Η Γαλάτεια δάνειζε βιβλία που ποτέ δεν της τα επέστρεφαν ενώ παράλληλα συνέχιζε να αγοράζει νέα.
Πολύ συχνά κατέβαζε από τα ράφια ένα τόμο  και με κάποιο απόσπασμα άλλου συγγραφέα υποστήριζε την δική της άποψη. Κι εγώ μάθαινα πως η λογοτεχνία δεν αρχίζει και τελειώνει μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου, αλλά μπαίνει μέσα στην καθημερινότητά μας και τη διαμορφώνει.
Συχνά με φώναζε δίπλα της και με έβαζε να ακούσω τις σελίδες που μόλις είχε γράψει.
Γράψιμο ολοζώντανο, ρέον, ατίθασο. Ακριβώς όπως η φωνή που εκείνη την ώρα το διάβαζε. Ακριβώς όπως η εικόνα εκείνης της γυναίκας με τα γυαλιά με τους χοντρούς φακούς και τα ατίθασα μαλλιά που μέσα τους ολοένα και μπλεκόντουσαν τα δάχτυλα του αριστερού χεριού της.
Κι έτσι από τη μια η ίδια η γραφή και από την άλλη η ίδια η δημιουργός, με έκαναν να πιστέψω πως τελικά μια και μόνο μια λογοτεχνία υπάρχει. Οι όποιοι διαχωρισμοί της σε παιδική, εφηβική ή ενήλικη μπορεί να στηρίζονται σε κάποια τεχνικής υφής ζητήματα, αλλά το πάθος και το ήθος τους είναι ένα και το αυτό.
Η αισθητική μέθεξη και η διάθεση να έχουν κοντά τους αναγνώστες μικρούς και μεγάλους.
Λογικό μου ακούγεται και το ότι τελικά κι εγώ ο ίδιος –πιστός μαθητής της Γαλάτειας- ποτέ δεν έπαψα να θέλω το κάθε μου έργο να συναρπάζει αναγνώστες διαφορετικών ηλικιών.

Κάποτε, στα πλαίσια μιας εκπομπής του Γ Προγράμματος όπου είχα την ευθύνη της, είχα προσκαλέσει τη Γαλάτεια και μεταξύ των άλλων την είχα ρωτήσει πως βλέπει τις διαφορές στη συγγραφή ενός έργου για παιδιά και ενός έργου για μεγάλους.
Με είχε κοιτάξει με νόημα και χωρίς να θυμάμαι τα ακριβή λόγια της, δεν ξεχνώ πως η απάντησή της επιβεβαίωνε αυτό ακριβώς που ως έφηβος είχα πιστέψει καθώς την έβλεπα να δημιουργεί.
Στην ίδια εκείνη εκπομπή την είχα ρωτήσει ακόμα γιατί τα περισσότερα έργα της είναι για μικρούς αναγνώστες ή για εφήβους.
Η απάντηση που ακούστηκε τότε από τα ερτζιανά είχε να κάνει με την θέση της συγγραφέας πως επιζητά να διαμορφώσει την ψυχή του νέου και να την μυήσει σε διαχρονικές αξίες.
Αλλά αμέσως μετά και καθώς ένα τραγούδι μας έδινε το δικαίωμα να μιλήσουμε χωρίς κανείς να μας ακούει, είχε προσθέσει «Βέβαια να σου εξομολογηθώ και κάτι άλλο που με κάνει να θέλω περισσότερο να γράφω για παιδιά. Διότι έτσι κι εγώ αισθάνομαι πάντα νέα…»

Από τα πρώτα της έργα η τότε Γρηγοριάδου είχε δείξει πως ένας βασικός άξονας της ζωής της και τον ιδεών της ήταν η ορθόδοξη εκκλησία. Κι αυτός ο άξονας ερχότανε πάντα να συνυπάρχει με έναν άλλον –της ιδέας του ελληνισμού.
Άγιος Δημήτριος από τη μια, Καπετάν Κώττας από την άλλη.
Μα τα τελευταία χρόνια η Γαλάτεια αφιέρωσε τη ζωή και το έργο της κυρίως στην υπηρεσία του  στη ενός σκοπού. Στρατεύθηκε στη διάδοση της Ορθοδοξίας. Πολύ γρήγορα κάποιοι φρόντισαν να την κατατάξουν στην κατηγορία των χριστιανών συγγραφέων.
Χωρίς να δέχομαι αυτόν τον χαρακτηρισμό που της έχουν αποδώσει, δεν μπορώ παρά να ομολογήσω πως η όποιας μορφής συγγραφική στράτευση δεν με βρίσκει σύμφωνο.
Για μένα –προσωπική άποψη εκφράζω- ο δημιουργός πρέπει την ίδια ώρα που μάχεται για μια ιδέα και ένα σκοπό, την ίδια ώρα να κρατά τις αποστάσεις του και να εκφράζει τις εντελώς προσωπικές του απόψεις και κρίσεις.
Εν αρχή είναι ο Λόγος –βασική άποψη μου.
Η Γαλάτεια με αυτής της κατηγορίας τα έργα της, αλλά και με μια σειρά άλλων παρεμβάσεών της πολλά πρόσφερε στην Εκκλησία μας.
Μα –μπορώ να διακινδυνέψω την πρόβλεψη- τα έργα της που θα την κρατήσουν σε μια υψηλή θέση στη λογοτεχνία μας είναι αυτά της πρώτης συγγραφικής της περιόδου.
Τα αναφέρω χωρίς αξιολόγηση και ίσως κάποια λάθος να τα αξιολογώ όπως και κάποια άλλα άδικα να σιωπώ.
Ο μικρός μπουρλοτιέρης
Χορεύοντας στο δάσος
Ο σπουργίτης με το κόκκινο γιλέκο
Τα σκυλιά του Αγίου Βερνάρδου
Εμένα με νοιάζει
Πριν από το τέρμα
Σκύλος με σπίτι
Κατερίνα
Καπετάν-Κώττας
Μνήμες της Σμύρνης
Ο μεγάλος αποχαιρετισμός
Είναι κανείς εδώ;

Τα τρία τελευταία ανήκουν εκδοτικά στη λογοτεχνία των ενηλίκων.
Και θα ήθελα με ένα διήγημα από της Μνήμες της Σμύρνης να κλείσουμε αυτή τη μάζωξη – τιμή στη μνήμη και το έργο της Γαλάτειας – Γρηγοριάδου Σουρέλη
Νομίζω πως με απόλυτα άξιο λογοτεχνικό τρόπο εκφράζει το συγγραφικό πάτημα της Γαλάτειας, το ανεξίτηλο –το εγώ, το εμείς και το Θείο.

Μάνος Κοντολέων

 Σημ. :Το παραπάνω κείμενο διαβάστηκε σε εκδήλωση – αφιέρωμα στην Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη που διοργάνωσαν  τα Δ.Σ. των σωματείων ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΓΥΝΑΙΚΩΝ και ΜΗΤΕΡΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΠΟΛΥΤΕΚΝΕΣ, στον ΙΑΝΟ, στις 7 Μαρτίου 2017.
Για το έργο της και την προσωπικότητά της μίλησαν οι συγγραφείς:  Αγγελική Βαρελά, Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Μάνος Κοντολέων, η κόρη της Νατάσα Δαρκαδάκη και οι συνεργάτιδές της Γεωργία Νικολαΐδου και Μαρία Παπαευαγγέλου.
Ο χώρος του καφέ του ΙΑΝΟΥ κατάμεστος. Η απουσία των ομοτέχνων της χαρακτηριστική των συνθηκών που διέπουν την εποχή μας.