28.5.17

Φεύγει Έρχεται - Λεπτές αφηγηματικές γραμμές


Η Ελένη Γεωργοστάθη έγραψε στο:  Μια φορά κι έναν καιρό η μικρή Ελένη


Ο Φοίβος: ένα παιδί που ζει στον μακρινό, βροχερό Βορρά. Μαζί με τον μπαμπά, τη μαμά, τον σκύλο τους τον Χιονιά. Είναι εκείνοι που έφυγαν. Κάποιοι άλλοι έμειναν στον Νότο. Ο παππούς Λέανδρος, η γιαγιά Φοίβη, ο Άρης, η Μέλπω, τα δίδυμα Φρίξος και Έλλη κι ο παπαγάλος Πλάτων. Ο Φοίβος ετοιμάζεται να τους επισκεφτεί. Κι εκείνοι να τον δεχτούν. Τέσσερις μέρες τούς χωρίζουν. Αυτές τις τέσσερις μέρες, γεμάτες ετοιμασίες, ρουτίνες, διαδρομές, αλλά και όνειρα, προσδοκίες, ελπίδες, συναισθήματα αφηγούνται στο Φεύγει Έρχεται ο Μάνος κι η Άννα Κοντολέων κι εικονογραφεί η Φωτεινή Τίκκου.

Τα περισσότερα σαλόνια του βιβλίου είναι χωρισμένα στα δυο – από τη μια ο Φοίβος που ετοιμάζει βαλίτσες, διαλέγει πράγματα, αγωνιά, περιμένει. Από την άλλη παππούδες, θείοι και ξαδέρφια, που κι εκείνοι κάνουν ετοιμασίες, προσπαθούν να μαντέψουν επιθυμίες και να αποτρέψουν ματαιώσεις, συνδέουν νοσταλγικά παρελθόν και παρόν, πασχίζουν να καλύψουν τα κενά που γεννά η απόσταση κι ο χρόνος που έχουν περάσει χωριστά, να δημιουργήσουν κοινές αναμνήσεις που θα κρατήσουν μια ζωή.

Λαχτάρα κι αγωνία, προσδοκίες και φόβοι, σ’ ένα κείμενο που ενώνει δυο κόσμους αλλά και δυο συγγραφικές πένες, που σε κανένα σημείο δεν παρεκκλίνουν από την κοινή αντίληψη και πρακτική τους. Δοσμένο με έναν απρόσκοπτο ρυθμό που δε χάνει τον βηματισμό του ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, δεν παρασύρεται από την εναλλαγή της μονολογικής οπτικής του Φοίβου με την πολλαπλότητα των οπτικών των ανθρώπων του που τον περιμένουν στον Νότο. Οι δυο συγγραφείς κατορθώνουν να επινοήσουν λεπτές αφηγηματικές γραμμές που συνδέουν διαφορετικούς τόπους και ζωές μέσα από αναφορές σε αντικείμενα, χρώματα, συνήθειες: αλλού είναι η επιλογή βιβλίων και δώρων, αλλού το αγαπημένο φρούτο του Φοίβου, αλλού η βροχή, τα δρομολόγια των τρένων κτλ. Όση απόσταση κι αν χωρίζει τους μεν από τους δε, είναι πολλά, ακόμα και τυχαία ή καθημερινά, αυτά που τους ενώνουν.

Η εικονογράφηση της Φωτεινής Τίκκου συνδυάζει χρώμα και λιγοστά στοιχεία κολάζ, άλλοτε χτίζοντας ολοκληρωμένα και ατμοσφαιρικά σκηνικά κι άλλοτε κατακερματίζοντας την πραγματικότητα και ζουμάροντας σε χαρακτηριστικές λεπτομέρειες. Αν και στο βιβλίο δηλώνεται με εικονίδια στις γωνίες των σελίδων ποιες από αυτές απεικονίζουν τον Βορρά και ποιες τον Νότο, η εικονογράφος δε διστάζει σε αρκετές περιπτώσεις να «επιτρέψει» σε ένα αντικείμενο ή μια λεπτομέρεια από το εκεί να εισβάλει στο εδώ, σε ένα χρώμα ή μοτίβο να ανοίξει διάλογο ανάμεσα στους δυο κόσμους, ακόμα και να τους παρουσιάσει ως ενιαίο εικονογραφικά σύνολο σε κάποια σαλόνια.

Αποτέλεσμα: Ένα πανέμορφο εικονογραφημένο βιβλίο όπου μικρές καθημερινές εικόνες χτίζουν προσδοκίες, κάνοντάς σε κι εσένα να ονειρευτείς τις μέρες εκείνες που θα περάσει ο μικρός Φοίβος κοντά στους συγγενείς του, να συμμεριστείς την κοινή αγωνία τους και τη λαχτάρα τους. Με το συναίσθημά σου να απελευθερώνεται λυτρωτικά εκεί ακριβώς που τελειώνουν οι προσδοκίες κι αρχίζουν οι μέρες της κοινής ζωής των ηρώων. Ένα βιβλίο αισιόδοξο, ζωντανό, αληθινό, που σε κάνει να συλλογιστείς όλες τις ιστορίες μετανάστευσης κοντινών και μακρινών σου ανθρώπων που ξέρεις, και που, χωρίς να εκβιάζει το συναίσθημα, μιλά κατευθείαν στην καρδιά σου.  

Πρώτη ανάρτηση: http://miaforakienankairoimikrieleni.blogspot.gr/2017/05/blog-post.html

27.5.17

Φεύγει Έρχεται


Ο Κώστας Στοφόρος έγραψε στο www.literatute.gr

Μάνος Κοντολέων και Άννα Κοντολέων.

Πατέρας και κόρη, αγαπημένοι συγγραφείς κι οι δυο μας χαρίζουν ένα βιβλίο που έγραψαν μαζί. «Φεύγει Έρχεται» ο τίτλος και η εικονογράφηση είναι της Φωτεινής Τίκκου. Οι εκδόσεις Καλειδοσκόπιο μας έχουν πια συνηθίσεις στις ποιοτικές εκδόσεις και στις θαυμάσιες εκπλήξεις. Ο Φοίβος ζει με τη μαμά και τον μπαμπά του (και τον σκύλο Χιονάτο) στον Βορρά. Μόλις κλείσουν τα σχολεία θα πάει στους συγγενείς που τον περιμένουν. Γιαγιά, παππούς, θείος, ξαδέρφια, τον περιμένουν πως και πως. Να τον κάνουν να νιώσει όμορφα, να του πάρουν ωραία δώρα, να ετοιμάσουν πάρτι, εκδρομές και επισκέψεις. Χωρίς να αναφέρεται γίνεται φανερό πως ο Φοίβος είναι ένα από τα χιλιάδες παιδιά που βρέθηκαν με τους γονείς τους στον δρόμο της αναγκαστικής ξενιτιάς. Οι οικογένειες που η «μητριά πατρίδα» έδιωξε από κοντά της. Και πολλές οικογένειες δεν έχουν καν την τύχη να είναι μαζί. Όταν δυο τόσο ταλαντούχοι και ευαίσθητοι άνθρωποι αποφασίζουν να γράψουν καταφέρνουν να μιλήσουν στην καρδιά και στο μυαλό των παιδιών και να μας κάνουν όλους μαζί να σκεφτούμε, να νιώσουμε και να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα. Το χαρήκαμε πραγματικά…


Πρώτη ανάρτηση: http://www.literature.gr/vivlia-apoktimata-gia-mikra-pedia-grafi-o-kostas-stoforos/

Οι Παρασκευές των καλωσορισμάτων




 
Πριν από ένα χρόνο νομίζω, το τμήμα των βιβλίων για παιδιά και νέους των Εκδόσεων  Πατάκη έχει καθιερώσει κάποια Παρασκευή μέσα σε ένα μήνα, να καλωσορίζει τα νέα βιβλία με μια μικρή ‘οικογενειακή’ και απολύτως φιλική μάζωξη στο πατάρι του βιβλιοπωλείου Πατάκης επί της οδού Ακαδημίας.
Η πρώτη τέτοια μικρή γιορτή, θυμάμαι πως ήταν με την ευκαιρία της έκδοσης ενός βιβλίου του Βαγγέλη Ηλιόπουλου. Ακολούθησαν κι άλλες.
Δεν είναι ανοιχτές στο ευρύ κοινό εκδηλώσεις. Μοιάζουν –όχι μόνο μοιάζουν, αλλά στην ουσία είναι- με ολιγομελείς  συναθροίσεις φίλων για να κουβεντιάσουν πάνω στα νέα μέλη – βιβλία που τη μέρα εκείνη εισέρχονται στη συντροφιά και να τους ευχηθούνε το κλασικό ‘καλοτάξιδο’
Οι ίδιοι οι συγγραφείς των βιβλίων είναι παρόντες, μαζί τους και άλλοι συγγραφείς, εικονογράφοι, εκπαιδευτικοί, κι άλλοι άνθρωποι  που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ενδιαφέρονται για το είδος αυτό της λογοτεχνίας.
Ενδιαφέρουσα αυτή η πρωτοβουλία καθώς μέσα στις δυο περίπου ώρες που διαρκεί η συνάντηση, φιλικές κουβεντούλες εξελίσσονται σε ουσιαστικούς διάλογους και ενδιαφέρουσες ανταλλαγές απόψεων πάνω σε ζητήματα που απασχολούν όσους παράγουν ή προωθούν τα βιβλία για παιδιά και νέους.
Ζούμε σε μέρες αποξένωσης και τέτοιες ευκαιρίες μας χαρίζουν την ικανοποίηση να αγγίξουμε το χέρι κάποιου συναδέλφου συγγραφέα, να μοιραστούμε τη χαρά της έκδοσης με εκείνους που θέλουμε να είναι και οι πρώτοι που θα την διαβάσουν.
Έχω  προσωπική εμπειρία αυτών των συναθροίσεων καθώς δυο βιβλία μου κάνανε την … παρθενική τους εμφάνιση κάποιες παρόμοιες  Παρασκευές. Κρατάνε σημαντική θέση στο ημερολόγιο των αναμνήσεών μου.
Η τελευταία από τις συγκεντρώσεις έγινε με την ευκαιρία της κυκλοφορίας  έξι νέων τίτλων παιδικής  λογοτεχνίας.
-«Λέσχη αλλόκοτων πλασμάτων –βιβλίο 1» του Γιώργου Κ. Παναγιωτάκη - (Μια ιστορία περιπέτειας και φαντασίας με παιδιά που διαθέτουν ασυνήθιστες ιδιότητες)
-«Το σκλαβάκι της Κνωσού» της Ελένης Κατσαμά – (Μια ‘λοξή’ ματιά στην εποχή του Μίνωα που τη συνδέει με τα χρόνια που διανύουμε)
-«Νάνσι» του Σπύρου Γιαννακόπουλου - (Ένα μπλέξιμο μοτίβων κλασικών παραμυθιών που συνθέτουν ένα μυθιστόρημα φαντασίας)
-«Διπλό χτύπημα» της Λίνας Λυχναρά – (Αστυνομικής πλοκής μυθιστόρημα που συνδέει μια θεατρική παράσταση με ρατσιστικά μίση)
-«Ο δικός μου ο μπαμπάς» του Μάκη Τσίτα –(εικονογραφημένη ιστορία για το πώς βλέπει κάθε παιδί τον γονιό του)
-«Είμαι σκέτο παιδί» της Ιωάννας Μπαμπέτα – (μια εικονογραφημένη αφήγηση του τρόπου που ένα παιδί κατανοεί τις αντιδράσεις των ενηλίκων)
Και οι έξι συγγραφείς ήσαν παρόντες κι όπως οι περισσότεροι από αυτούς ανήκουν στη νεώτερη γενιά των δημιουργών, δώσανε στο απόγευμα αυτής της  Παρασκευής το  αισιόδοξο μήνυμα για μια ουσιαστική συνέχεια της ελληνικής παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας.
Και τα έξι βιβλία στάθηκαν η αφορμή να ξεκινήσει μια πολύ γόνιμη ανταλλαγή απόψεων πάνω σε ζητήματα δομής ενός έργου, συγγραφικών προθέσεων και διαχωρισμού της εμπειρίας από τον διδακτισμό.

Στέκομαι στο ότι αυτές οι συγκεντρώσεις είναι κλειστές και οι συμμετέχοντες έχουν με προσωπικές προσκλήσεις κληθεί. Είναι σημαντικό όσοι ασχολούμαστε με ένα συγκεκριμένο είδος βιβλίων να έχουμε κάπου, κάπου την ευκαιρία να συναντιόμαστε, να συνομιλούμε και να μοιραζόμαστε έτσι τους προβληματισμούς , τις ανησυχίες μας και τα όνειρά μας.

26.5.17

Μ΄αγαπάς, μπαμπά;

Βασίλης Κουτσιαρής
«Μ΄ αγαπάς, μπαμπά;»
Εικονογράφηση: Κατερίνα Βερούτσου
Ελληνοεκδοτική

                              

Οι σύγχρονες θεωρίες σχετικά με τον προσδιορισμό των φύλων, έτσι όπως έχουν εδραιωθεί στα πλαίσια των ανθρωπιστικών σπουδών, διαχωρίζουν με σαφήνεια το βιολογικό φύλο από το αντίστοιχο κοινωνικό.
Το βιολογικό φύλο μπορεί να είναι ή αρσενικό ή θηλυκό και καθορίζεται από την παρουσία των αντίστοιχων γεννητικών οργάνων
Το κοινωνικό φύλο είναι ο άνδρας και η γυναίκα. Είναι μια κοινωνική, κατά κάποιο τρόπο, ταξινόμηση, με την έννοια πως η ίδια η κοινωνία προσδίδει τα βασικά χαρακτηριστικά του ενός ή του άλλου εκπροσώπου. Χαρακτηριστική η φράση της Σιμόν Ντε Μπωβουάρ  «Γυναίκα δε γεννιέσαι, γυναίκα γίνεσαι»
Πέρα όμως από το καθαρά ανδρικό ή γυναικείο προφίλ,  οι σύγχρονες κοινωνίες αναγνωρίζουν το δικαίωμα στα άτομα να εκφράζουν το καθένα  με το δικό του εντελώς προσωπικό τρόπο την σεξουαλική του ταυτότητα. Και τελικά να την αναγνωρίζουν ως μια βασική παράμετρο της γενικότερης έκφρασης της παρουσίας μας μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Με άλλα λόγια δεν υπάρχουν δύο μόνο κοινωνικά φύλα, αλλά τόσα όσοι και οι άνθρωποι που ζήσανε, ζούνε και θα ζήσουν.
Κατάκτηση όλα αυτά της Επιστήμης και μια αποδοχής εκ μέρους της κοινωνίας του δικαιώματος κάθε ανθρώπου να έχει τη δική του ταυτότητα, η οποία θα είναι αποδεχτή και από όλους τους άλλους.
Το Δικαίωμα σε μια Tαυτότητα είναι ένα από τα βασικά δικαιώματα και της Χάρτας των Δικαιωμάτων των Παιδιών που υποστηρίζει η Unicef.
Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία για παιδιά εδώ και πολλά χρόνια υποστηρίζει με τις θεματικές της επιλογές όλα τα δικαιώματα των παιδιών και σίγουρα κι αυτό που αφορά το δικαίωμα σε μια ταυτότητα. Αλλά ενώ πολύ συχνά διαβάζουμε βιβλία που υποστηρίζουν την εθνική ταυτότητα, τη γλωσσική, την γενικότερα πολιτιστική, ακόμα και την θρησκευτική, σπάνια έχει τύχει να δούμε συγγραφείς να ασχολούνται με την ταυτότητα που αφορά της σεξουαλική συμπεριφορά των παιδιών.
Ακόμα και ανάμεσα στα βιβλία που ιδιαίτερα ασχολήθηκαν με τον φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού δεν βρέθηκε ένα (ως στο σημείο που προσωπικά γνωρίζω και στα πλαίσια μιας εικονογραφημένης έκδοσης) που να μίλησε για τον εκφοβισμό λόγω αποκλίνουσας ως προς τις καθιερωμένες απόψεις συμπεριφοράς αγοριών ή κοριτσιών.
Ίσως τα κοινωνικά αντανακλαστικά να μην έχουν ολότελα απαλλαγεί από στρεβλώσεις του παρελθόντος. Ίσως οι έλληνες συγγραφείς να μην είναι αρκούντως τολμηροί ώστε να σκεφτούν την χρησιμοποίηση ένας μικρού παιδιού –κυρίως αγοριού- με αποκλίνουσες  φυλετικές συμπεριφορές ως κεντρικό πρόσωπο μιας ολιγοσέλιδης  ιστορίας τους.
Ο Βασίλης Κουτσιαρής –από τις πλέον δραστήριες παρουσίες στο χώρο κυρίως των εικονογραφημένων βιβλίων- μπορεί μήτε κι αυτός να τόλμησε να γράψει με τρόπο ρεαλιστικό και απόλυτα ξεκάθαρο για το θέμα αυτό, σίγουρα όμως εγγράφεται στα ιδιαιτέρως θετικά στοιχεία των συγγραφικών βημάτων του το ό,τι ασχολείται με το ζήτημα του πως αντιμετωπίζεται μέσα στην οικογένεια ένα παιδί που διεκδικεί τον δικό του τρόπο χαράς και απόλαυσης στην καθημερινότητά του.
Το τελευταίο του βιβλίο «Μ΄ αγαπάς, μπαμπά;» έχει ως κεντρικό ήρωα ένα δέντρο. Μια λεύκα συγκεκριμένα, που όμως διαφέρει από τα άλλα παρόμοια δέντρα  δίπλα στα οποία έχει φυτευτεί για να δημιουργηθεί μια αλέα. Εκείνα είναι ευθυτενή, αυτό απλώνει παράλληλα με το έδαφος τα κλαριά του. Από τη μια έχουμε, λοιπόν, την ένταση της γραμμής και από την άλλη την απαλότητα  του κύκλου. Αυθόρμητα μας έρχονται στο νου τα δυο σύμβολα για τον άνδρα και τη γυναίκα. Το δόρυ του Άρη και ο καθρέφτης της Αφροδίτης.
Με συμβολισμούς όμως ο Κουτσιαρής δομεί όλη την ιστορία του.
Δίπλα στο διαφορετικό δέντρο, πρωταγωνιστεί και  ο κηπουρός –σπορέας και πατέρας. Με άλλα λόγια ο εκπρόσωπος μιας στερεοτυπικής και ανδροκρατούμενης κοινωνίας.
Αυτός δεν αποδέχεται την διαφορετικότητα του δέντρου. Ενώ εκείνο αναζητά τρόπους να του αποδείξει πως μπορεί να διαθέτει τους δικούς του τρόπους έκφρασης όχι μόνο συναισθημάτων, αλλά και θάρρους.
Η συντροφιά του δέντρου είναι πολύχρωμες πεταλούδες. Των άλλων αγριωπά και πολεμοχαρή γεράκια και αετοί.
Και βέβαια η παρουσία του ‘περίεργου’ δέντρου χαλάει την ομοιομορφία της αλέας. Και γι αυτό και γίνεται αποδέκτης καταφρόνιας και περίγελου.
Ο ίδιος ο κηπουρός – πατέρας θα βιαιοπραγήσει απάνω του σε μια προσπάθεια να το κάνει να μοιάζει με τα άλλα δέντρα.
Ο Βασίλης Κουτσιαρής  χρησιμοποιεί με σαφή διάθεση αντιστοίχησης τα σύμβολα που παραπέμπουν σε κοινωνικές καταστάσεις και τύπους. Και η αντιστοίχηση του είναι απολύτως επιτυχημένη.
Στο τέλος η δικαίωση θα έρθει. Το διαφορετικό δέντρο θα γίνει σεβαστό από τα άλλα δέντρα, και ο σπορέας – πατέρας θα δηλώσει την αγάπη του και την αναγνώρισή του.
Θα την δηλώσει;…
Ο συγγραφέας καταφέρνει να αποφύγει το σκόπελο ενός happy end και δεν ξεκαθαρίζει αν τελικά η αποδοχή του γονιού έγινε στ΄ αλήθεια ή έμεινε μέσα στο όνειρο του διαφορετικού δέντρου.
Όπως και να είναι το παρελθόν είναι δεδομένο. Όλες οι ελπίδες έρχονται με το μέλλον –ως ένα γονιός που θα σταθεί δίπλα στο παιδί του και θα του δηλώσει : Είμαι περήφανος για σένα. Δηλαδή αναγνωρίζει το δικαίωμα στην διαφορετικότητα ξεπερνώντας τις όποιες προκαταλήψεις.

Κείμενο, λοιπόν, που φέρνει με τεκμηρίωση τον προβληματισμό του. Η γραφή διακριτικά περιγραφική, υπόγεια τρυφερή, συχνά υπαινιχτικά ποιητική.
Και βέβαια οι ζωγραφιές της Κατερίνας Βερούτσου.  Από τα χρώματα της Φύσης, η εικονογράφος επέλεξε αποχρώσεις τους που δεν απογειώνουν τα συναισθήματα. Τα κρατούν πάνω στο έδαφος, τα βοηθούν να σκληρύνουν ώστε να μπορούν να αντέξουν στις πιέσεις, να διαθέτουν το απόθεμα μιας στοχαστικής ελπίδας.
Μαζί με το κείμενο, οι εικόνες δηλώνουν πως με το δικό τους τρόπο πως άλλο το παρόμοιο και άλλο το ομοιόμορφο. Και πως η ομορφιά τη Φύσης από εκεί ακριβώς πηγάζει. Από την ποικιλία. Όπως και της κοινωνίας.

 Πρώτη ανάρτηση: http://diastixo.gr/kritikes/paidika/7096-magapas-mpampa




22.5.17

«Αμαρτωλή πόλη» στο Think Free από την Έλενα Αρτζανίδου





«Αμαρτωλή πόλη» διαβάζουμε και οι συνειρμοί μπορεί να είναι πολύ: Αμαρτίες ανθρώπων, σκάνδαλα, εγκλήματα, αίμα, φόβος.
Η εικόνα του εξωφύλλου από την άλλη παρατηρώντας την σε οδηγεί στα προηγούμενα μαζί με την ανάγκη να σταθείς στο γυναικείο πρόσωπο.
Εξώφυλλο μαύρο με κόκκινο και ελαφρά κόκκινο ανοιχτό, ένα όμορφο γυναικείο-νεανικό, περιποιημένο πρόσωπο που αφήνει τα δάκρυά του. Κόκκινα μαλλιά. Στα περιποιημένα δάχτυλα της κρατά ένα κινητό. Άραγε τι να διαβάζει στην οθόνη του κινητού της!
Μήνυμα απόρριψης.
Μήνυμα επιβεβαίωσης.
Μήνυμα νοσταλγικό.
Μήνυμα που εκείνη θα ήθελε να στείλει, αλλά δεν τολμά!
ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ακίνητα αυτοκίνητα.
Στα καλώδια του ηλεκτρικού-λίγο πιο πριν-κάποια πουλιά.
Τρομάξανε… Πετάξανε. Τα καλώδια τώρα γυμνά.
Κάποιο τροχαίο, κορναρίσματα, φρεναρίσματα και ξαφνικά μποτιλιάρισμα και στις τέσσερις λωρίδες.
Στην αριστερή το μαύρο Citroen– εκεί μέσα με τη βία την είχαν στριμώξει. Τη Στεφανία.
Στο μαύρο Citroen , τώρα. Με τα μαύρα, τα φιμέ τζάμια. Δεν τη βλέπει κανείς τη Στεφανία. Μόνο εκείνη μπορεί να δει.
 Βλέπει. Από πίσω ένα κίτρινο βαν, μπροστά μια κόκκινη BMW και στο πίσω κάθισμα ένα κορίτσι…
Έτσι ξεκινά το βιβλίο και θεωρώ πως όταν διαβάσεις όλο το βιβλίο, καταλαβαίνεις ότι αυτό το πρώτο κεφάλαιο, σου τα έχει πει όλα μέσα σε μια σκηνή γρήγορη, πυκνή, σκληρή ή αν θέλετε νιώθεις πως φωτίζει σχεδόν όλα όσα γράφονται στις 384 σελίδες του.
Αφήνοντας το εξώφυλλο περνώ σε αυτό που θεωρώ πως υποστηρίζει όλη την ιστορία και αυτό που πιστεύω πως θέλει να θέσει ο συγγραφέας ως προβληματισμό.
Την αμαρτωλή πόλη.
Γκρίζα, υγρή πόλη, με τις ρημαγμένες, άδειες από ζωή γειτονιές. Με καταστήματα κλειδωμένα και αραχνιασμένα, με δρόμους επαναλαμβάνω υγρούς βρώμικους  και σκοτεινούς.
Αμαρτωλή είναι η πόλη και μέσα σε αυτήν κινούνται άνθρωποι, οι άνθρωποι που έπλασε ο συγγραφέας με πρώτη την έφηβη, Στεφανία.
Όμως αυτό το «που», δηλ. ο τόπος επιλογής, σίγουρα ήταν που παίδεψε, απασχόλησε τον Μάνο Κοντολέων και συνειδητά θέλησε να βάλει μέσα σε αυτήν την θλιβερή, μπουκωμένη, παρακμιακή πόλη, εν βρασμώ πόλη, την έφηβη ηρωίδα του για να την δει να ωριμάζει, αφού πρώτα ζήσει σκληρές στιγμές.
…Μα η Στεφανία φτάνει στο πεζοδρόμιο και ακολουθεί την πρώτη κάθετο που βρίσκεται μπροστά της.
Τρέχει η Στεφανία…Τρέχει.
Άγνωστη η γειτονιά που έχει βρεθεί.
Γκρίζα. Υγρή.
Λίγα μαγαζιά… όπως τα περισσότερα στην πόλη, κλειστά. Σκουπίδια μαζεμένα έξω από τις εισόδους τους και ξεθωριασμένα από τις βροχές ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ και ΠΩΛΕΙΤΑΙ…σελ.15
Η πόλη είναι η αμαρτωλή και όχι οι άνθρωποι της, και όχι ο Τονίνο ή ο  Θεοφάνης ή η Χρύσα ή…
Η Αμαρτωλή πόλη δεν είναι μόνο το χρώμα της που επιμένει να μας δείχνει ο συγγραφέας αυτό το γκρίζο, το θολό, το φοβικό. Είναι και όσα συμβαίνουν μέσα της. Είναι όσα υπάρχουν και άλλοτε μιλούν δυνατά, και σε στιγμές πρέπει να σταματήσεις για να ακούσεις τους ψιθύρους και να καταλάβεις, και είναι αυτά που συνειδητά επιλέγει να φωτίσει και αυτό το κάνει γιατί θέλει, τον ενδιαφέρει να πάρει ιδεολογική θέση.
Η φτώχεια, βλέπε την κουλουριασμένη γριά στο δρόμο …«Πέφτει πάνω στην γριά που κουλουριασμένη σε μια γωνιά ζητιανεύει.
Το πρόσωπο της μιας δίπλα στο πρόσωπο της άλλης.
Θολοί οι βολβοί στα μάτια της γυναίκας, θολό το βλέμμα και μια οσμή πολυκαιρισμένου ιδρώτα.
Η Στεφανία ανατριχιάζει.
«Τύφλα…» λέει η γριά… σελ. 16
 Ή το παιδί στο πάνω πάνω σκαλί,
 … Η Στεφανία ανασηκώνεται.
Τρέχει.
Να, τώρα, η είσοδος μιας στάσης του μετρό.
Ποια στάση;
Στάση;… Διέξοδος!…
Στο πάνω πάνω σκαλί ένα αγόρι ξαπλωμένο.
Η Στεφανία περνά ξυστά από δίπλα-όχι, δε σκοντάφτει πάνω του…» σελ.17».
Η παρακμή, καταστήματα που γράφουν ενοικιάζεται -πωλείται.
Η επιμονή στον καταναλωτισμό με αφίσες απαστράπτουσες μέσα στο μετρό Dior και από δίπλα οι παραστάσεις της Κάρμεν, μια αγκομαχούσα Τέχνη προσπαθεί στην κατρακύλα παράλληλα σε αυτήν την Αμαρτωλή πόλη που έχει μαζέψει τόσο θυμό, τόσο φόβο, τόσο λιγοστό οξυγόνο ενώ ο αγώνας στο δρόμο έχει πάρει φωτιά .
Ή τα γκράφιτι μέσα στην αμαρτωλή πόλη, που αναφέρει στη σελ. 16:..Σε μάντρες γκράφιτι που σου αγριεύουν την ψυχή…
Αλλά και γκράφιτι που υπάρχουν μέσα σε όλο το βιβλίο και είναι αυτά που επιλέγει και όχι τυχαία να περάσει μέσα από την ιστορία του.
Είσαι όμορφη σαν τράπεζα που καίγεται…. Ξυπνήστε αυτούς που κοιμούνται όχι αυτούς που ονειρεύονται… σελ. 58
Δίπλα σε αυτά και  οι στίχοι τραγουδιών με ιδεολογικό περιεχόμενο.
Καθαρή λοιπόν ιδεολογική τοποθέτηση του συγγραφέα μιας και τίποτε δε θα αλλάξει αν δεν υπάρξει αγώνας από τους νέους.
Το αστικό τοπίο λοιπόν είναι αυτό που θα ωριμάσει την Στεφανία, τον Τονίνο, τους δυο έφηβους από διαφορετικές αφετηρίες, όπως και θα διώξει σε άλλη χώρα τον Κωνσταντή, τον καλοβαλμένο έφηβο, αυτόν που αληθινά αγαπά την ηρωίδα.
Το αστικό τοπίο, πάλι αυτό της αμαρτωλής πόλης, είναι που με την παρακμή του έχει ρουφήξει ζωές και ενηλίκων όπως αυτής του Κλεάνθη, πατέρα της Στεφανίας, αλλά και της μάνας της Σόνιας,  και πολλών άλλων που την κατοικούν και κινούνται μέσα στην ιστορία.
Το αστικό τοπίο θέλει να ρουφήξει το αίμα των νέων και η ενηλικίωση τους μέσα της ,με το λιγοστό οξυγόνο που μοιάζει να έχει απομείνει, μόνο μέθη γεννά και παράλληλα ήττα.
Όμως ο συγγραφέας φροντίζει , ή καλύτερα οι νέοι ήρωές του, και κυρίως η κεντρική ηρωίδα, η Στεφανία τολμά/τολμούν, και μέσα από την σκληρή ζωή αντιστέκονται, άλλοτε βουτώντας στην αμαρτία και άλλοτε κοιτώντας εμπρός με επιτυχία.
Έτσι όπως και στο πρώτο κεφάλαιο η Στεφανία θα πάρει την πέτρα, της αμαρτωλή πόλης, και θα λιθοβολήσει, θα ουρλιάξει, θα διαμαρτυρηθεί, θα αντιδράσει για το άδικο, έτσι και στο τέλος του βιβλίου θα δείξει το δρόμο της όχι μόνο σε αυτήν που επιτέλους ενηλικιώνεται, αλλά και στον  πατέρα της που έχει χάσει το δρόμο και το νόημα της ζωής.
Και μόνο σαν βγουν ενωμένοι  από αυτήν την Αμαρτωλή, αρρωστημένη πόλη και συνεχίσουν  να αγωνίζονται τότε και μόνο τότε θα νικήσουν ότι τους πλήγωσε, τους φόβισε, τους τσάκισε.
Γιατί χέρι χέρι θα προχωρήσουν και μόνο έτσι υπάρχει ελπίδα.
Φοβάται και θέλει να φωνάξει.
Να στριγκλίσει.
Μια ομάδα νέων αντρών και γυναικών λες και την καταπίνει.
Ουρλιάζουν, φωνάζουν…Βρίζουν.
Κοντοστέκεται η Στεφανία… Η Στεφανία σκύβει… Ή μήπως κάποιος της τα έδωσες Τώρα , πάντως, κρατά κι αυτή ένα κομμάτι σπασμένης τσιμεντόπλακας…
Η Στεφανία πετά κι αυτή τη δική της πέτρα. Βρίζει, φτύνει, ουρλιάζει…
σελ.20  
Και στο τέλος του βιβλίου.
Η Στεφανία κρατά μέσα στις φούχτες της τα δάχτυλά του πατέρα της.
«Λοιπόν… Δε θα το πιστέψεις, αλλά το Pavillon de Gateaux άνοιξε και πάλι… Σε περιμένει και πάλι.
Κι εκείνος απότομα, σπαρακτικά, απελπισμένα την τραβά κοντά του.
Την κλείνει μέσα στα μπράτσα του.
Μέσα στα κόκκινα μαλλιά της κόρης του, πνίγεται ο λυγμός του.
Το δικό της χαμόγελο ξεφεύγει από τον γιακά του πουκαμίσου του και τρέχει να καλωσορίσει τον Αποσπερίτη.
Σούρουπο. Μιας νέας άνοιξης είναι…Σελ:384.
Αμαρτωλή είναι η πόλη, αλλά οι άνθρωποί της μπορούν να ιαθούν αν οι νέοι αντιδράσουν και οι ενήλικες αφυπνιστούν, το ιδεολογικό στίγμα του βιβλίου.
Το βιβλίο Αμαρτωλή πόλη ιδεολογικό, τολμηρό, σκληρό όσο και η ζωή, ελπιδοφόρο και κυρίως  η Αμαρτωλή πόλη του Μάνο Κοντολέων, ανοίγει μια νέα σελίδα και θέτει το νέο –επιπλέον σε αυτό που λέγεται λογοτεχνία ενηλικίωσης.

*Από την παρουσίαση του βιβλίου στην ΔΕΒΘ, Κυριακή 14/5/2017 με ομιλητές τους Ανδρέα Καρακίτσιο-Τριαντάφυλλο Κωτόπουλο και Έλενα Αρτζανίδου
Πρώτη ανάρτηση:  http://www.thinkfree.gr/amartoli-poli-patakis-kontoleon-arjanidou/

18.5.17

Η Μαίρη Μπιρμπίλη στο ELNIPLEX: ένα διεισδυτικό και συγχρόνως τρυφερό ψυχογράφημα



Ο Φοίβος, η μαμά του, ο μπαμπάς του κι ο Χιονιάς, ο σκύλος είναι εκείνοι που έφυγαν. Πήγαν να ζήσουν στον Βορρά. Ο Λέανδρος με τη Φοίβη, ο Άρης, η Μέλπω με τα δίδυμα, τον Φρίξο και την Έλλη και ο παπαγάλος Πλάτων είναι εκείνοι που έμειναν στον Νότο.
ΦΕΥΓΕΙ ο Φοίβος… από τον Βορρά κι ετοιμάζεται να ταξιδέψει –πρώτη φορά μόνος του- για διακοπές στην πόλη που γεννήθηκε στον Νότο.ΈΡΧΕΤΑΙ ο Φοίβος… κι ο Λέανδρος, η Φοίβη, ο Άρης, η Μέλπω και τα Δίδυμα, προετοιμάζονται για τον ερχομό του. 
Όχι, το ΦΕΥΓΕΙ ΕΡΧΕΤΑΙ δεν είναι μια απλή ματιά σε μια, συνηθισμένη πια, ιστορία μετανάστευσης. Είναι ένα διεισδυτικό και συγχρόνως τρυφερό ψυχογράφημα όχι μόνο των ηρώων αλλά μιας ολόκληρης εποχής. Με απλό αλλά συγκινητικό τρόπο οι συγγραφείς «παρακολουθούν» τις προετοιμασίες του ταξιδιού του εξάχρονου Φοίβου στο Βορρά αλλά και της υποδοχης των συγγενών του στο Νότο.
Σκέψεις και συναισθήματα ξεδιπλώνονται αντικριστά στις σελίδες του βιβλίου. Εκείνος που ετοιμάζεται να φύγει, αγωνιά για το επικείμενο ταξίδι. Μετρά τις μέρες, ανυπομονεί. Κι εκείνοι που τον περιμένουν όμως, αγωνιούν, μετρούν τις μέρες , ανυπομονούν. Τους χωρίζουν βλέπετε, πολλά χιλιόμετρα αλλά τους ενώνουν πολύ δυνατά συναισθήματα. Κι η προετοιμασία γίνεται παράλληλα σε Βορρά και Νότο. Σκέψεις, αναμνήσεις, σχέδια…
Το κείμενο δεν μαρτυρά σε καμία περίπτωση ότι προέρχεται από δύο συγγραφείς. Ρέει  αβίαστα σε μια τριτοπρόσωπη αφήγηση κι ένα παιχνίδι με το «εδώ» και το «εκεί». Με μια διαφορά. Στο Βορρά κυριαρχεί ο Φοίβος. Στο Νότο η αφηγηματική οπτική αλλάζει γωνία ανάλογα με το πρόσωπο, ενώ η αφήγηση εναλλάσσεται με τα διαλογικά μέρη.  Σε κάθε περίπτωση, μέσα από την ελεύθερη πλάγια αφήγηση ξεδιπλώνονται οι χαρακτήρες και η ψυχολογική τους φόρτιση.
Η εικονογράφηση της Φωτεινής Τίκκου δίνει μια ξεχωριστή πνοή στο βιβλίο. Ζωντανή, πολύχρωμη, απολαυστική! Οι εικόνες αφηγούνται την ιστορία παράλληλα με τους συγγραφείς. Ενδιαφέρουσες μορφές σε ένα εξαιρετικά δουλεμένο περιβάλλον με λίγα στοιχεία κολάζ συνθέτουν ένα πολύ όμορφο αποτέλεσμα. Η «συνομιλία» Βορρά-Νότου υπάρχει φυσικά και στις εικόνες του βιβλίου. Η Φωτεινή Τίκκου με πραγματική δεξιοτεχνία δημιούργησε σαλόνια που κινούνται με άνεση και αρμονία στους δύο τόπους. Μικροί σελιδοδείκτες με ένα αεροπλάνο που απογειώνεται -στη μία περίπτωση- και προσγειώνεται -στην άλλη- και το σήμα του Βορρά και του Νότου αντίστοιχα, ορίζουν κάθε φορά το σκηνικό δράσης. Πραγματικά εξαιρετικό είναι και το εξώφυλλο του βιβλίου με τις καταδηλώσεις και τις συμπαραδηλώσεις. Ταξίδια κα μετακινήσεις με τα μάτια ενός παιδιού!
Προτείνουμε να αναζητήσετε το βιβλίο, αφενός γιατί όλοι έχουμε πια μια ιστορία μετανάστευσης να αφηγηθούμε άρα η ταύτιση είναι αναπόφευκτη, αλλά κυρίως για την αναγνωστική απόλαυση!

Πρώτη ανάρτηση:
 http://www.elniplex.com/%CF%86%CE%B5%CF%85%CE%B3%CE%B5%CE%B9-%CE%B5%CF%81%CF%87%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CF%89%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CF%89%CE%BD

Καλοκαιρινές Περιπέτειες



Υπάρχουν πολλοί αναγνώστες που αναζητούν στα λογοτεχνικά κείμενα να υπάρχει έντονη δράση, περιπέτειες και μυστήριο.
Κι ανάμεσα σε αυτούς τους πολλούς αναγνώστες το μεγαλύτερο ποσοστό είναι παιδιά –κυρίως των τελευταίων τάξεων του Δημοτικού.
Συνηθίζουμε να θεωρούμε αυτού τους είδους τα μυθιστορήματα ως ελαφρά αναγνώσματα. Και γι αυτό τα τοποθετούμε σε δεύτερη σειρά ποιότητας.
Μα ξεχνάμε πως μυθιστορήματα δράσης είναι και μερικά από εκείνα τα λογοτεχνικά έργα που αποτελούν θεμέλια της παγκόσμιας λογοτεχνίας –«Οι τρεις σωματοφύλακες», «Τομ Σώγιερ», «Ροβινσώνας Κρούσος», τα βιβλία της Ένιντ Μπλάιτον κ.α - ενώ και στη ελληνική παιδική λογοτεχνία του 20ου αιώνα θα συναντήσουμε παρόμοια έργα γραμμένα από καταξιωμένους συγγραφείς – Καλλιόπη Σφαέλλου, Πιπίνα Τσιμικάλη, Χάρης Σακελλαρίου, Ελένη Βαλαβάνη, Γαλάτεια Σουρέλη κ.α.
Είναι, βέβαια, γεγονός πως σε αυτού του είδους τις αφηγήσεις, που τα τελευταία χρόνια  κυκλοφορούν, κυριαρχεί το γεγονός και όχι η ερμηνεία του, φωτίζονται βασικά οι πράξεις των ηρώων και όχι τα συναισθήματά τους, αλλά αν δεχτούμε πως η αξία ενός πεζογραφήματος καθορίζεται ως ένα βαθμό και  από το πόσο καλύπτει τις ανάγκες του αναγνώστη του, τότε θα είναι ασυγχώρητη κριτική έπαρση το να κατατάξει κανείς αυτά τα έργα ομαδικά σε μια ποιοτικά δευτερεύουσα κατηγορία.
Γιατί μπορεί κάλλιστα ανάμεσα στις γραμμές όπου η περιπέτεια περιγράφεται να έχουν εισχωρήσει και κρίσεις με κοινωνικό προβληματισμό ή με διάθεση πολύμορφης καταγραφής αντιδράσεων των ιδεών και των συναισθημάτων. Κι άλλωστε για κάποιον τέτοιο λόγο και ο Ντ’  Αρτανιάν  πάντα συναρπάζει και ο Χωκ Φινν πάντα συγκινεί.
Εν τέλει, ας αναγνωριστεί το δικαίωμα ενός αναγνώστη και μάλιστα όταν η ηλικία του είναι ακόμα μικρή, να του αρέσει να διαβάζει βιβλία με πλοκή που θα του κρατά έντονο το ενδιαφέρον κι έτσι –σε τελευταία ανάλυση- θα τον οδηγήσει σε μια πλέον στενή σχέση με τη λογοτεχνία.
Στους μικρής ηλικίας αναγνώστες –και κυρίως στα αγόρια- αξίζει κανείς να προτείνει βιβλία όπου η έντονη δράση και η πλοκή θα  αποφορτίζει τη συσσωρευμένη ενεργητικότητά τους. Κι αυτό, ακόμα πιο αναγκαίο είναι τις μέρες του καλοκαιριού, όπου τα παιδιά έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο, άρα και μεγαλύτερη ανάγκη εκτόνωσης.
Θέλω να το δηλώσω ευθαρσώς. Ούτε ως συγγραφέας, μήτε και ως αναγνώστης  προτιμώ τα μυθιστορήματα δράσης και πλοκής λίγο ή πολύ αστυνομικής. Μου αρέσει να γράφω και να διαβάζω  ιστορίες όπου κρυμμένο δεν είναι ένα αντικείμενο αλλά ένα συναίσθημα.
Μα δεν ξεχνώ επίσης πως ως αγόρι είχα περάσει ώρες και μέρες συντροφιά με ιπποτικά κατορθώματα, αναζητήσεις θησαυρών ή περιπλανήσεις σε έρημα νησιά.
Και σκέφτομαι πως ίσως εκείνα τα παθιασμένα αναγνωστικά μου ταξίδια με οδήγησαν σιγά, σιγά στις ανακαλύψεις των πολύπλοκων ιδιωτικών σχέσεων και στην υποστήριξη επαναστατικών κινητοποιήσεων.
Όλα έχουν λόγω ύπαρξης, φτάνει να έχουν φτιαχτεί με μεράκι και γνώση της κατασκευής τους.
                                          ************************

Βιβλία, λοιπόν, για τα καλοκαιρινά μεσημέρια με τη ζέστη, να διαβάζονται κάτω από σκιά ενός δέντρου ή μέσα στο δωμάτιο με τα μισόκλειστα παντζούρια.
Ιστορίες όπου παιδιά θα πρωταγωνιστούν -θα γνωρίζουν νησιά και θα εμπλέκονται σε καταστάσεις  που η καθημερινότητα της ζωής των αναγνωστών τους δε πρόκειται ποτέ να τους προσφέρει την δυνατότητα να γνωρίσουν.
Ταξίδια φαντασίας, εξομοιωτές περιπετειών και δίπλα σε όλα αυτά και η παροχή κάποιων γνώσεων ιστορίας, πολιτισμών και μύθων όπου όλα μαζί συνθέτουν το πρόσωπο μιας μικρής περιοχής –συνήθως νησιού- που οι περισσότεροι από εμάς ως τουρίστες θα γνωρίσουμε και ως καταναλωτές διακοπών θα έχουμε επιλέξει.
Αλλά τα νησιά πέρα από τις παραλίες έχουν και το καθένα τη δική του ιστορία. Και οι άνθρωποι που εκεί θα συναντήσουμε έχουν ο καθένας τους το δικό του παρελθόν.
Καθώς ένας συγγραφέας θα χρησιμοποιήσει τόπο και κατοίκους για να στήσει την δική του ιστορία, ο αναγνώστης του έργου θα συνειδητοποιήσει πως πίσω από το σκηνικό δράσης, πάλλονται ανθρώπινες ψυχές, πάθη συχνά σκοτεινά, αλλά και αποφάσεις που κρατάνε ζωντανή την ταυτότητα κάθε περιοχής.
Δυο μυθιστορήματα δράσης και εξερεύνησης μυστηρίων πρόσφατα κυκλοφόρησαν.
Γραμμένα και τα δυο από συγγραφείς που έχουν μια αναγνωρισμένη θητεία στο είδος αυτό.
Ο Κώστας Στοφόρος με το «Ο κώδικας της Λέρου» ενώνει και πάλι μια παρέα παιδιών (τα είχαμε συναντήσει σε προηγούμενο έργο του) και ταξιδεύει μαζί τους στο νησί της Λέρου.
Όντας ο ίδιος καλός γνώστης του συγκεκριμένου τόπου, περιγράφει με γλαφυρό τρόπο ανθρώπους και περιοχές και αφήνει την συγγραφική του έμπνευση να συνομιλήσει με ιστορικά ευρήματα που συνδέονται με διάφορες ιστορικές περιόδου της Λέρου. Κι όπως άλλωστε και ο ίδιος είναι ένας συνειδητοποιημένα ενεργός πολίτης του καιρού μας, φέρνει ανάμεσα στο παρελθόν και στα ανέμελα παιδιά του σήμερα, τον απόηχο των πολιτικών συμβάντων της εποχής μας.
Το έργο δεν διαθέτει ένα ευδιάκριτο πρωταγωνιστή. Αλλά η ομάδα παιδιών παίρνει επάνω της τη δράση, ενώ παράλληλα ο παιδικότητα του ίδιου του συγγραφέα στέκεται η αφορμή να πλαστούν ολοζώντανοι ενήλικοι ήρωες.
Τη συνύπαρξη παιδιών και ενήλικων θα τη δούμε και στο άλλο μυθιστόρημα, αυτό του Διονύση Λεϊμονή «Το τέταρτο αλογάκι»
Ο συγγραφέας με δυναμικό ακόμα τον απόηχο από ο προηγούμενο βιβλίο του «Το δέκατο έβδομο κιβώτιο», γράφει μια ακόμα περιπέτεια που ενεργοποιείται από αρχαίο ναυάγιο στην ίδια περίπου περιοχή, με τα ίδια πάνω κάτω πρόσωπα να αναζητούν το που σταματά η αλήθεια και που ξεκινά το όνειρο.
Ο Λεϊμονής ξέρει να φωτίζει τον τρόπο έκφρασης των παιδιών, με διακριτικότητα  αφήνει τους ενήλικες να συμπαρίστανται και  -το προσωπικό του στοιχείο- υποστηρίζει πως δίπλα στον ρεαλισμό μπορεί να υπάρξει και κάτι το ονειρικό. Έτσι ίσως – ο εκ Βόλου προερχόμενος συγγραφέας-  θέλει να ενώνει αιώνες και να χρησιμοποιεί την τεχνολογία.
                                      ******************
Δυο, λοιπόν, φρέσκες περιπέτειες προτείνουν ως καλοκαιρινά αναγνώσεις οι δυο συγγραφείς.
Περισσότερο προβληματιζόμενος σε θέματα κοινωνικά ο ένας, στραμμένος σε μια συναισθηματική αναμόχλευση του παρελθόντος ο άλλος, σίγουρα πάντως κι οι δυο ξέρουν να κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη τους. Οι διάλογοι είναι ζωντανοί, οι περιγραφές απόλυτα ελεγχόμενες, οι πληροφορίες τόσες όσο χρειάζονται για την εδραίωση της αφηγούμενης ιστορίας.
Τελικά –δυο προτάσεις για μια λογοτεχνία που μπορεί να συνομιλήσει με ένα παιδικό κοινό εθισμένο (λίγο ή πολύ) σε αφηγήσεις όπου υπερισχύουν οι δράσεις και το παρελθόν για να γίνει κατανοητό  πρέπει να συνδυαστεί με τους ρυθμούς και τις αξίες του σήμερα.










Πρώτη Ανάρτηση:
http://www.thinkfree.gr/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CF%83-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%B5/

16.5.17

Λίγες και μία νύχτες

Ισίδωρος Ζουργός
«Λίγες και μία νύχτες»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πατάκη






Θεωρώ τον Ισίδωρο Ζουργό ως ένα από τους πλέον σημαντικούς συγγραφείς ανάμεσα σε όσους  εκδίδουν τα πρώτα τους έργα προς το τέλος του 20ου αιώνα.
 Το πρώτο μυθιστόρημα του Ζουργού βλέπει το φως της δημοσιότητας το 1995 και  το τελευταίο του –το «Λίγες και μία νύχτες» -  φτάνει στα χέρια των αναγνωστών του πριν από ένα περίπου μήνα. Είναι το  όγδοο του έργο.
Με ελεγχόμενη, λοιπόν, παρουσία στη λογοτεχνία μας ο Ισίδωρος Ζουργός συνηθίζει να εμφανίζεται τόσο ως προς το χρόνο έκδοσης των βιβλίων του, αλλά και επίσης ως προς τους κεντρικούς άξονες της θεματικής του. Κι αυτή την τελευταία παρατήρηση την βλέπω να εφαρμόζεται  κυρίως  από το τρίτο  μυθιστόρημά του  –εννοώ το «Η ψίχα εκείνου του καλοκαιριού».
Η Θεσσαλονίκη και η ανίχνευση των αναζητήσεων μιας εσωτερικής ανδρικής περσόνας –οι δυο κεντρικοί άξονες.
Αν και οι γυναίκες παίζουν σημαντικό ρόλο στα μυθιστορήματα του Ζουργού, στην ουσία τα αφηγούμενα γεγονότα ενεργοποιούν τη δράση τους και καταθέτουν τους προβληματισμούς τους μέσα από μια αρσενική ματιά.
Παράλληλα ο θεσσαλονικιός μυθιστοριογράφος δεν  έχει κρύψει σε κανένα από τα βιβλία του την αγάπη, τη μαθητεία και την εκτίμηση του προς τους μεγάλους μάστορες του είδους.
Αλλά το ίδιο φανερή είναι και η διάθεσή του να τοποθετήσει τη γενέθλια πόλη  -τη Θεσσαλονίκη- στο Πάνθεον των μεγάλων πόλεων , σε όσες υπήρξαν πεδία δράσης μυθιστορηματικών συνθέσεων .
Όπως ο Ουγκώ το Παρίσι ή ο Ντίκενς το Λονδίνο,  ο Παπαδιαμάντης τη Σκιάθο  ή ο Ντάρελ την Αλεξάνδρεια, έτσι και ο Ζουργός αναζητά τρόπους να ταυτίσει το συγγραφικό του αποτύπωμα με την διαρκή παρουσία της πόλης αυτής μέσα στην Ιστορία.
Τρία λοιπόν είναι τα κεντρικά υλικά με τα οποία έχει χτιστεί αυτό το μυθιστόρημα.
Πρώτα απ΄ όλα η πόλη. Η Θεσσαλονίκη από τις αρχές του 20οι αιώνα μέχρι τα τέλη του περίπου. Η ταυτότητα της, τα πάθη της, οι επεμβάσεις πάνω στον οικοδομικό, αλλά και στον κοινωνικό ιστό.
Με βαθιά γνώση των αιτιών, ο Ζουργός καταγράφει με μεγάλη λογοτεχνική
δεξιοτεχνία την μετατροπή μιας πολυπολιτισμικής πόλης σε μια νέα μορφής μεγαλούπολη με περισσότερο εμφανές το εθνικό της πρόσωπο.
Δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα αυτό είναι η συνομιλία του με μυθιστορήματα του παρελθόντος. Πολύ σύντομα ο αναγνώστης θα αποδεχτεί την ένταξη ανάμεσα στους από τον Ζουργό  χαρακτήρες και  ενός ακόμα –του Γιούγκερμαν, ήρωα κομβικό στο έργο του  Μ. Καραγάτση.
Με αυτόν τον τρόπο, ο Ισίδωρος Ζουργός, υλοποιεί  την άποψη που υποστηρίζει πως όπως οι άνθρωποι στην αληθινή ζωή μπορεί να τύχει να συνυπάρξουν, το ίδιο μπορεί να συμβεί και με τους ήρωες των μυθιστορημάτων. Και αυτή την θέση την προχωρεί περαιτέρω (μέσω ενός ακόμα συγγραφικού ευρήματος) και  υποστηρίζει πως αν ένας μυθιστορηματικός ήρωας βασίστηκε πάνω στη ζωή ενός αληθινού προσώπου, τελικά αυτός που θα μείνει στη μνήμη των επόμενων γενεών θα είναι ο φτιαγμένος από λέξεις και όχι από σάρκα.
Πάντως δεν είναι μόνο ο Γιούγκερμαν που προδίδει τη διάθεση του Ζουργού να τιμήσει τον Καραγάτση. Διάσπαρτα μέσα στην ιστορία του υπάρχουν κι άλλα στοιχεία  ‘καραγατσικής’
προέλευσης (όπως για παράδειγμα από τον Συνταγματάρχη Λιάπκιν), αλλά και οι περισσότερες από τις γυναικείες φιγούρες του έργου δεν κρύβουν τη συγγένεια τους με τα γυναικεία πρόσωπα μυθιστορημάτων εκείνου του πάντα ολοζώντανου δημιουργού του «Κίτρινου Φάκελου».
Αλλά δεν είναι μόνο ο Καραγάτσης που ο Ζουργός τιμά. Συχνά μας έρχονται στο νου στιγμές και πρόσωπα άλλοτε από τους ‘Αθλίους’  κι άλλοτε από τον τρόπο που ο Τολστόι περιέγραφε την αχανή ρωσική γη ή ο Μπαλζάκ την μεγαλοαστική τάξη του Παρισιού.
Τέλος και σε αυτό το μυθιστόρημα κυριαρχεί η ανδρική ματιά.
Ο κόσμος του Ζουργού είναι ένας ανδρικό κόσμος ο οποίος  την ώρα που θέλει να αυτοπροσδιοριστεί  σύμφωνα με τις καταβολές της φυλετικής του ταυτότητας, την ίδια ώρα και ετεροπροσδιορίζεται από τον τρόπο που στέκεται απέναντι στις γυναίκες.
Ο ήρωας αυτού του μυθιστορήματος – ο Λευτέρης Ζεύγος ή και  Ευγένιος Ζιρντό-  είναι ανήσυχος, ανασφαλής αλλά και εγωκεντρικός, φαλλοκράτης, ερωτομανής, λάτρης του χρήματος, αμοραλιστής. Μα και ενδοσκοπούμενος, προστατευτικός, μονήρης.
Κινείται –κι αυτός όπως και αρκετοί από τους προηγούμενους ήρωες του Ζουργού- συνεχώς και από τη Θεσσαλονίκη των αρχών του αιώνα, θα βρεθεί στην παγωμένη Ουκρανία, θα αναζητήσει την τύχη του στο Παρίσι, θα την βρει στη Μασσαλία, θα την χάσει στην Αμβέρσα και τελικά θα επιστρέψει στην Νύμφη του Θερμαϊκού όπου και θα κλείσει μια ζωή γεμάτη από  φιλοδοξίες, οικονομικούς σχεδιασμούς, ερωτικές απογοητεύσεις, προδοσίες, εγκληματικές πράξεις, αναπολήσεις και ανασχεδιασμούς.
Δίπλα του πάντα μια γυναίκα, αν και όλη του τη ζωή ένας  και μόνο έρωτας την διαπερνά.
Μια σύνθετη προσωπικότητα που δεν μπορεί να διεκδικήσει την συμπάθεια του αναγνώστη του, αλλά μήτε και την κατανόησή του.
Προς στιγμή ίσως κάποιος  να θελήσει να πιστέψει πως αυτός ο άνδρας έρχεται να συμβολίσει όλον τον 20ο αιώνα που μέσα στα χρόνια  του περπάτησε  και να του χαρίσει τα δικά του ετερόκλητα χαρακτηριστικά.
Κι όμως ο Ισίδωρος Ζουργός  βιάζεται να διαχωρίσει τις πράξεις του ενός από τα πάθη των πολλών. Χρησιμοποιεί γι αυτό (από την πρώτη κιόλας σελίδα του μυθιστορήματος) φράσεις του Σεμπάστιαν Μάρυ : Γύρω του ο αιώνας είχε μόλις ξεκινήσει. Θα υποστεί ένα μεγάλο μέρος του, αλλά τίποτε από αυτό ν τον αιώνα δεν θα είναι δικό του.
Κι έτσι καταφέρνει αυτό που εκ πρώτης όψεως δείχνει ακατόρθωτο –να φωτίζει την τραγικότητα μιας ολόκληρης εποχής μέσα από τα έργα ενός ανθρώπου που ενώ την ίδια αυτή εποχή έζησε, μόνο ό,τι πλέον ιδιωτικό και ατομικιστικό τον ενδιέφερε και τον ενεργοποιούσε.
Από την δικιά του πλέον σκοπιά, λοιπόν,  ο αναγνώστης συμπάσχει όχι τόσο με τα συναισθήματα του ήρωα, όσο με τα όσα ονειρεύτηκαν ματαίως ή έζησαν ως περιόδους εφιάλτη, τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου –κεντρικά ή μη- μα και ακόμα με τις αγχωμένες ανάσες μιας ολόκληρης πολιτείας  και των τόσο διαφορετικών ανθρώπων που την κατοίκησαν και την κατοικούνε.
Ο συγγραφέας νομίζω πως πλέον ολοκληρώνει την εξιστόρηση της πορείας της πόλης του μέσα στο πέρασμα των τελευταίων αιώνων. Από τα χρόνια του μεσαίωνα μέχρι τον καιρό τον δικό μας –δηλαδή από το Στη σκιά της πεταλούδας, του 2005 έως εφέτος, το 2017 με το Λίγες και μία νύχτες.
Παράλληλα αποδεικνύει πως μπορεί να γραφτεί στις μέρες μας ένα καλό μυθιστόρημα που ακολουθεί τους κανόνες μιας κλασικής αντίληψης μυθιστορηματικής σύνθεσης.
Υποστηρίζει τέλος την αντίληψη πως η Τέχνη ίσως να είναι σημαντικότερη της ζωής που περιγράφει. Κι αν όχι σημαντικότερη, σίγουρα πλέον διαχρονική.
Σύνθετο εν τέλει έργο και βέβαια πολυσέλιδο.  Με πολλές τεκμηριωμένες ιστορικές πληροφορίες που όμως δεν μειώνουν την αναπνοή μιας λογοτεχνικής αφήγησης. Με πολλά στοιχεία που θα το κάνουν ιδιαίτερα αγαπητό σε ένα πλατύ μα και εκλεπτυσμένο αναγνωστικό κοινό. Με πολλούς προβληματισμούς  γύρω από τις συγγραφικές εμμονές, μα και την ίδια την πράξη της συγγραφής, αλλά και την ανάγνωση της λογοτεχνίας. Εν τέλει το μέλλον της.


 Πρώτη ανάρτηση: http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/7031-liges-kai-mia-nuxtes


3.5.17

“Φεύγει Έρχεται”

ΔΙΑΒΑΣΜΑΤΑ Γράφει η Έλενα Αρτζανίδου / συγγραφέας-εκπαιδευτικός / ardjanidou.psichogios.gr
“Φεύγει Έρχεται”, Άννα Κοντολέων-Μάνος Κοντολέων, εικονογράφηση:Φωτεινή Τίκκου, εκδ. Καλειδοσκόπιο
Φεύγει ο Φοίβος… από τον Βορρά κι ετοιμάζεται να ταξιδέψει -πρώτη φορά μόνος του- για διακοπές στην πόλη που γεννήθηκε στον Νότο.
Έρχεται ο Φοίβος… κι ο Λέανδρος, η Φοίβη, ο Άρης, η Μέλπω και τα δίδυμα, ο Φρίξος και η\’Ελλη, προετοιμάζονται για τον ερχομό του και ανυπομονούν.
Φεύγει Έρχεται
Μια απλή ματιά σε μια, συνηθισμένη πια, ιστορία μετανάστευσης.
Μια συνηθισμένη ιστορία, γραμμένη με ασυνήθιστο, πρωτότυπο τρόπο τόσο σε ότι αφορά την ιστορία καθεαυτή, όσο και στο πάντρεμα δυο συγγραφέων αυτή της Άννας Κοντολέων και του Μάνου Κοντολέων.
Πατέρας και κόρη ή κόρη και πατέρας τολμούν ένα ζηλευτώ εγχείρημα και το πετυχαίνουν.
Δεν επενδύουν στο να γεννήσουν μόνο συναισθήματα, που από μόνη της γεννά η μετανάστευση, αλλά στοχεύουν, και το επιτυγχάνουν, να αναδείξουν τον πόθο, την αδημονία, την  αγωνία να ξανασυναντηθούν οικογένειες και στην προκειμένη ο εγγονός Φοίβος, με όλη την οικογένεια της μητέρας του που έμεινε πίσω στον Νότο. Αντίθετα αυτός βρέθηκε στον γκρίζο και κρύο Βορρά.
Που αρχίζει ο ένας συγγραφέας, που σταματά και παίρνει το μίτο ο άλλος;
Ή μήπως ο ένας σταυρώνει με χρυσό νήμα την πρόταση του άλλου και έτσι η ιστορία μοιάζει να έχει ξεκινήσει από ένα απλό  ξεφτισμένο κουρελάκι και να έχει σταδιακά με ρυθμό, ένταση και αρμονία μεταμορφωθεί από τα χέρα των δυο συγγραφέων σε χαλί που πετά. Σε υφαντό που περνά από τις καρδιές των μικρών και μεγάλων ηρώων  για να φωτίσει τις σκέψεις τους, να τρυπώσει στις ζωές τους στο Βορρά και το Νότο. Να αναδείξει το νόστο όσων ζουν από ανάγκη χωριστά.
Παράλληλα ο αναγνώστης, καθώς η ιστορία ξετυλίγεται ξαπλώνει στο δικό τους πολύχρωμο χαλί και σκύβει να ακούσει και να αφουγκραστεί τον χτύπο της καρδιάς των συγγενών εδώ και εκεί. Και καθώς ζυγώνει η μέρα συνάντησης ανακαλύπτει τα ενδιαφέροντα των ηρώων, την κουλτούρα των τόπων και τελικά άλλοτε  επιλέγει να φύγει ή μήπως  να έρθει.
Φεύγει Έρχεται, ρήματα που δηλώνουν δύναμη, αποφασιστικότητα, συσσωρευμένα συναισθήματα, εικόνες πνιγμένες από  φως και  θολούρα, από αγκαλιές και απόσταση.
Παιδιά βαλίτσας προκάλεσε η μετανάστευση. Παιδιά που μεγάλωσαν και θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν όσο υπάρχει η ζωή, όμως το φεύγει έρχεται δεν θα ξαναγραφτεί έτσι όπως τόλμησαν οι Κοντολέων.
Στήνω ξανά το αυτί, ανοίγω τα ρουθούνια και μυρίζω. Κρατώ την ανάσα και προσπαθώ να ανακαλύψω τον πατέρα και την κόρη. Άλλοτε χαμογελώ νομίζοντας πως τους έχω παγιδεύσει και άλλοτε με παγιδεύουν στο ένα το όλο που οι δυο τους έκαναν ένα μεγάλο Φεύγει Έρχεται.
Μια εξαιρετική ιστορία που αποδεικνύει πως μόνο ταλαντούχοι μπορούν να το πετύχουν και φυσικά Άννα και Μάνος πετυχαίνουν το στοίχημα και γίνονται ένα και μαζί, δυο και χώρια.
Το εξώφυλλο και ο τίτλος από την αρχή κινούν το ενδιαφέρον. ακινητοποιούν το βλέμμα, προκαλούν την φαντασία και γεννούν το πόθο της ανάγνωσης μέχρι τέλους.
Η εικονογράφηση της Φωτεινής Τίκκου, θα μπορούσε να σταθεί και από μόνη της σε κάθε σαλόνι και να προκαλέσει την δική της ανάγνωση. Ωστόσο μαζί με τις λέξεις γίνεται ένα υλικό αξιοζήλευτο που αρπάζει τον αναγνώστη και τον καθίζει για μεγάλο διάστημα μπροστά στις σελίδες και  διαβάζει μέσα από τις γραμμές, τα χρώματα, το βλέμμα των ηρώων, ξανά, αλλά και αλλιώς την ιστορία.
Η αισθητική του βιβλίου εξαιρετική και ψαγμένη μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας.


Προτείνεται σε όλους μικρούς και μεγάλους που θέλουν να ανακαλύψουν αλλιώς τη λογοτεχνία και να συνομιλήσουν μέσα από τις εικόνες, την πλοκή, την κίνηση των ηρώων για τις «βαλίτσες» αιώνων.