7.8.19

Ο Πέδρο και ο Πορτοκαλεώνας





Δυο βιβλία τόσο ανόμοια μεταξύ τους που και γι αυτό αποδεικνύουν πως η λογοτεχνία μήτε μπαίνει σε καλούπια αξιολογήσεων, μήτε όμως και αμφισβητεί το γεγονός πως τελικά η διαφορετικότητα είναι η μάνα της δημοκρατικής ανάγνωσης.
Γράφει ο Καλημέρης: "Αν κάποιος θέλει να ερμηνεύσει ένα κείμενο, είναι καλό να γνωρίζει πως το ασυνείδητο σκέφτεται και μιλάει" και με κάποια τέτοια λόγια χάριζει ένα βιβλίο που δένεται μαζί σου και γίνονται τα λόγια του σκέψεις σου και έτσι αδιαφορείς αν πρέπει να το κατατάξεις στα μυθιστορήματα ή στα φιλοσοφικά δοκίμια.
Αλλά από την άλλη πλευρά της Υδρογείου, ο Tremblay έρχεται και σου υπενθυμίζει πως... "Όχι, ούτε λόγο χρειάζεσαι ούτε λογική, για να κάνεις αυτό που πιστεύεις πως είναι το καθήκον σου" και με μια τέτοια θέση γράφει ένα μυθιστόρημα για την τρομοκρατία που σπαράζει από ανθρωπιά και ενδοσκόπηση.
Δυο βιβλία -και τα δυο με σοφία γραμμένα.
"Οι πιο όμορφες ιστορίες είναι αυτές που στο τέλος σου δωρίζουν τη μοναξιά του κενού" -ισχυρίζεται ο Πέδρο. Και μέσα στον Πορτοκαλεώνα κάποιος σε παρηγορεί: "Σου μιλώ κι έχω την ειρήνη στο στόμα"
Αναγνώσεις ενός γκαστρωμένου καλοκαιριού.

29.7.19

40 χρόνια... Έψαχνα πάντα τον Άλλον



Μια ιστορία του Φιοντόρ * Οι δυο τους κι άλλοι δυο
Γάντι σε ξύλινο χέρι * Το 33 * Πέτρινα καθίσματα


-Μάνος Κοντολέων : 40 χρόνια… Έψαχνα πάντα τον Άλλον-

                         Από τις Εκδόσεις Πατάκη


Ναι, έψαχνα αυτόν τον άλλον, γιατί ήθελα -α, πόσο το ήθελα!-  κι από αυτόν να με αναζητήσει.

                                                       *******
Μια ιστορία του Φιοντόρ
Ένα μυθιστόρημα για την αποδοχή του άλλου. Μια ιστορία που ξεκινά από ένα βιβλίο του Ντοστογιέφσκι για να αγγίξει τον σύγχρονο αναγνώστη.

Οι δυο τους κι άλλοι δυο
Ένα μυθιστόρημα που ψάχνει να ενώσει δυο γενιές, δυο εποχές… Ένα πατέρα με την κόρη του… Μπορεί όμως και μια κόρη με τον πατέρα της

Γάντι σε ξύλινο χέρι
Μια συλλογή διηγημάτων -ιστορίες παιδιών μιας γειτονιάς. Καθημερινές στιγμές του χτες, που όμως θα πλάσουν τους ενήλικες της επόμενης μέρας

Το 33
Ένα μυθιστόρημα που… ‘ακούει’ το τι λένε οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του. Τα γεγονότα που προηγούνται μιας οικογενειακής κρίσης. Και τελικά ποιος θα αποφασίσει για το τέλος της ιστορίας;

Πέτρινα καθίσματα
Μια συλλογή διηγημάτων -όλα εμπνευσμένα από αρχαίες τραγωδίες. Από την Ιφιγένεια στην Ανδρομάχη και στον Ρήσο, από τον Φιλοκτήτη στον Προμηθέα, από την Ελένη στην Άλκιστη. Πρόσωπα του αρχαίου δράματος που φτάνουν στις μέρες μας μέσα από μια νέα αφηγηματική υπόσταση.


26.7.19

Μιχάλης Μακρόπουλος «Μαύρο Νερό»


Μιχάλης Μακρόπουλος
«Μαύρο Νερό»
Εκδόσεις Κίχλη




Ο Μιχάλης Μακρόπουλος έχει αποφασίσει πως ο συγγραφικός τόπος του είναι η ορεινή και άγονη περιοχή της Ηπείρου -τα ξεχασμένα χωριά του Πωγωνίου.
Κάπου εκεί ήταν και ο τόπος όπου διαδραματιζότανε η ιστορία της προηγούμενης νουβέλας  της  «Τσότσιγια» και αυτός είναι και πάλι ο χώρος που ζούνε οι ήρωες του νέου βιβλίου.
Ένας πατέρας κι ο ανάπηρος γιος του, με όπλο την αγάπη που τρέφουν ο ένας για τον άλλον, παλεύουν να επιβιώσουν σ' ένα χωριό που ερημώνει, στα βουνά της Ηπείρου. Γύρω τους έχει συντελεστεί μια οικολογική καταστροφή* το νερό πλέον δεν πίνεται, τα ζώα και τα φυτά είναι δηλητηριασμένα.
Με αυτά τα λόγια (δάνειο από το οπισθόφυλλο της έκδοσης) ο αναγνώστης ξεκινά την ανάγνωση και πολύ σύντομα θα αφεθεί στη γοητεία μιας αφήγησης που είναι απόλυτα χρωματισμένη με μαύρες και γκρι αποχρώσεις.
Μια σκοτεινή ιστορία επιβίωσης ανθρώπων που ένα απόμακρο κράτος τους εγκαταλείπει αφού πρώτα τους έχει αφαιρέσει το παρελθόν τους. Ο τόπος τους υπήρξε θύμα μιας αλόγιστης μα και αποτυχημένης  τεχνολογικής εκμετάλλευσης και εκεί όπου κάποτε μια μικρή κοινωνία ζούσε τώρα έχουν απομείνει ελάχιστα άτομα – όλοι τους ηλικιωμένοι και γέροι και μαζί τους ένας ανάπηρος έφηβος.
Μια χούφτα άνθρωποι που σε πείσμα κάθε τεχνοκρατούμενης λογικής αρνούνται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Σχεδόν όλοι τους -ο καθένας με τη σειρά του- θα προτιμήσουν στον τόπο τους να πεθάνουν, όχι μόνο γιατί δεν έχουν με άλλον διαφορετικό τρόπο  μάθει να ζούνε, αλλά γιατί αισθάνονται πως στην ουσία δεν υπάρχουν αν αποκοπούν από το ταπεινό μα ολότελα δικό τους παρελθόν.
Μια κοινωνία που αντιστέκεται ή που αυτοκτονεί;
Ο Μακρόπουλος  δεν θέλει να πάρει θέση. Καθώς περιγράφει τις αποφάσεις του καθενός, δείχνει πως τις σέβεται είτε αυτές οδηγούν στον συμβιβασμό είτε στην ολοκληρωτική άρνηση.
Γιατί τελικά οι άνθρωπος που γεννήθηκε μέσα στην παρθένα Φύση τη δική της μοίρα ακολουθεί -όταν αυτή συμβιβάζεται, συμβιβάζεται  κι εκείνος, όταν αυτή αντιστέκεται ή πεθαίνει, το ίδιο κι αυτός πράττει.
Μα πέρα από μια τέτοια ανάγνωση της νουβέλας, αξίζει νομίζω να επιχειρήσει κανείς και μια συγκριτική σε σχέση με την «Τσότσιγια».
Στη νουβέλα του 2017 οι πρωταγωνίστριες είναι μια μάνα και μια κόρη που βρίσκονται αντιμέτωπες με μια φαλλοκρατική καταπίεση εντός οικογενειακής δομής. Εκεί τη λύση – κάθαρση θα τη φέρει μια άλλη γυναικεία μορφή που θα έχει τα διακριτικά ονειρικής παρουσίας.
Στο «Μαύρο Νερό» έχουμε άντρες ως πρωταγωνιστές οι οποίοι θα αντιμετωπίσουν την αναλγησία μιας κοινωνίας που με φαλλοκρατική υπεροψία ασεβεί. Αλλά και πάλι τη λύση – κάθαρση θα τη φέρει μια γυναίκεια μορφή. Όχι όμως με μεταφυσική οντότητα, αλλά απολύτως γήινη.
Ο Μακρόπουλος -αυτή τη συγκριτική  ανάγνωση των δύο κειμένων επιλέγω- προκρίνει ως κατάθεση λύτρωσης απέναντι σε μια  ατομική ή συλλογική βίαιη ανδροκρατούμενη συμπεριφορά, τη θηλυκή οντότητα -θεά, όραμα ή γυναίκα έστω και άρρωστη.
Είναι χαρακτηριστικές οι τελευταίες φράσεις στο «Μαύρο Νερό»
Μέσα στη νύχτα, εκείνη μπήκε στην κάμαρα το Πατέρα και πλάγιασε δίπλα του
«Είμαι άρρωστη», του ‘πε σιγανά. Κι έπειτα: «Όσο κρατήσει…»
Πέρα από την όποια μορφής ανάγνωση, το κείμενο διαθέτει τη γνωστή λιτή μα και δυνατή γραφή του Μακρόπουλου. Μα και την ελεγχόμενη συναισθηματικότητά του.
Γραφή ορεινή -κάπως έτσι θα τη χαρακτήριζα.

 Πρώτη ανάρτηση:






25.7.19

Η Τριλογία της Κρήτης


Πολυχρόνης Κουτσάκης
Η Τριλογία της Κρήτης
-         «Καιρός για ήρωες», 2013
-         «Μια ανάσα μόνο», 2015
-         «Δεν είσαι εδώ», 2016
Εκδόσεις Πατάκη

                        Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

Ο Πολυχρόνης Κουτσάκης είναι μια ιδιότυπη περίπτωση συγγραφικής παρουσίας στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, κυρίως εκείνης που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως  αστυνομική, αλλά παράλληλα  κι αυτής που θα τη χαρακτηρίζαμε ως  λογοτεχνία cross over ή και ακόμα λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες (young adults).
Η ιδιοτυπία του έχει να κάνει και με τον τρόπο που συνθέτει τα μυθιστορήματά του, αλλά και με την θεματική τους, όπως και με τους τόπους έκδοσής τους.
Αντιγράφω στοιχεία από το βιογραφικό σημείωμα του έτσι όπως ο ίδιος το έχει συντάξει και το έχει τοποθετήσει στην προσωπική του ιστοσελίδα (http://www.polkoutsakis.com)
Ο Πολυχρόνης Κουτσάκης γράφει μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και κινηματογραφικά σενάρια. Γεννήθηκε το 1974 στα Χανιά.
Από τον Ιανουάριο του 2016 ζουν με το κορίτσι του, την κόρη και τον γιο του στο Περθ της Αυστραλίας, δίπλα στον Ινδικό Ωκεανό. Παλιότερα ζούσαν στα Χανιά και ακόμα παλιότερα κοντά στους καταρράχτες του Νιαγάρα, στο Οντάριο του Καναδά.

Ο Πολυχρόνης τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Εφηβικού Βιβλίου 2016 για το μυθιστόρημά του ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΜΟΝΟ
Για το ίδιο μυθιστόρημα τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερου εφηβικού μυθιστορήματος για το 2016, του περιοδικού "Αναγνώστης". Το ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΜΟΝΟ είναι το 2ο βιβλίο της αστυνομικής "Τριλογίας της Κρήτης" η οποία ξεκίνησε με το  ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΗΡΩΕΣ και έκλεισε με το ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ

To νέο του αστυνομικό μυθιστόρημα ΤΟ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΟ ΤΕΛΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Πατάκη.

Η σειρά των αστυνομικών μυθιστορημάτων του Πολυχρόνη που διαδραματίζονται στην Αθήνα της μεγάλης ελληνικής κρίσης
και έχουν πρωταγωνιστή τον ηθικό επαγγελματία δολοφόνο Στράτο Γαζή εκδίδεται από τον εκδοτικό οίκο Bitter Lemon Press, που έχει έδρα στο Λονδίνο

To ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΜΠΛΟΥΖ, το πρώτο βιβλίο της σειράς, εκδόθηκε μέσα στο 2017 στην Αγγλία, στις ΗΠΑ,
στην Αυστραλία και στην Ελλάδα. Μπορείτε να διαβάσετε τις κριτικές για το βιβλίο εδώ  

Το 2ο βιβλίο της σειράς είναι το BABY BLUE, που εκδόθηκε στην Αγγλία, στις ΗΠΑ και στην Αυστραλία το 2018.

Ο Πολυχρόνης έχει τιμηθεί ακόμα με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Θεατρικού Έργου 2007 για το θεατρικό του έργο Σύστημα Ρολόι και με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Θεατρικού Έργου 2005 για το θεατρικό του έργο Όταν ήταν ευτυχισμένος, που έχει σαν θέμα την ζωή του Ελευθέριου Βενιζέλου. Άλλα θεατρικά έργα του έχουν ανέβει και βραβευθεί στην Νέα Υόρκη και σε άλλες πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Αγγλίας.

Μιλάμε, λοιπόν, για ένα πολυσχιδή σύγχρονο Έλληνα συγγραφέα που κινείται όμως με άνεση και στους εκδοτικούς κύκλους του εξωτερικού. Έχουμε, ακόμα, να κάνουμε με ένα σύγχρονο Έλληνα συγγραφέα που στηρίζει την πλοκή των έργων του πάνω στο απόλυτο κοινωνικό τώρα. Και τέλος ο Κουτσάκης δείχνει να αδιαφορεί -όσον αφορά τον τρόπο που γράφει- αν τα μυθιστορήματα του έχουν συγκεκριμένες προδιαγραφές για να ενταχθούν σε σειρές ενήλικες λογοτεχνίας ή σε καταλόγους βιβλίων για νέους.
Στα θεμελιακά στοιχεία της συγγραφικής ταυτότητας του Χανιώτη συγγραφέα δεν  τοποθετώ και εκείνο που θα τον χαρακτήριζε ως συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας. Κι αυτό γιατί θεωρώ πως  αν και στα περισσότερα από τα μυθιστορήματα του Π. Κ. υπάρχει μια έντονη πλοκή σχεδόν αστυνομικής υφής, εντούτοις εκείνο που κυριαρχεί μέσα στην εξέλιξη της ιστορίας κάθε βιβλίου δεν είναι το μυστήριο, αλλά ο έρωτας και γενικότερα οι διαπροσωπικές σχέσεις και μέσα από αυτές ο φωτισμός κοινωνικών δομών και πιο πίσω ακόμα μια υπαρξιακή θα την χαρακτήριζα ανάπτυξη της πάλης καλού  - κακού.
Για λόγους οικονομίας (αν και όχι μόνο) αυτού του σημειώματος θα αναφερθώ στα τρία μυθιστορήματα που συνθέτουν την Τριλογία της Κρήτης.
Νομίζω πως με την ολοκλήρωση της Τριλογίας του, ο Κουτσάκης προσθέτει με το δικό του τρόπο την επιβεβαίωση αυτών των στοιχείων που αποτελούν τα κεντρικά γνωρίσματα της λογοτεχνίας cross over ή με μια παλαιότερη ορολογία διατύπωσης, τη λογοτεχνία ενηλικίωσης και μαθητείας.
Οι κεντρικοί ήρωες των έργων είναι έφηβοι που ετοιμάζονται να εισέλθουν στην περίοδο της πρώιμης νεότητας.
Οι συνθήκες που αντιμετωπίζουν τους φέρνουν αντιμέτωπους με μια συνεχώς μεταβαλλόμενη κοινωνία μέσα στην οποία αναζητούν τη δική τους θέση. Αυτή η κοινωνία έχει συγκεκριμένο όνομα -τα Χανιά διαπερνούν και τα τρία έργα και ασφαλώς δεν είναι ο μόνος λόγος που χρησιμοποιούνται το ότι ο Π. Κ. κατάγεται από αυτή την πόλη.
Ακόμα, οι σχέσεις των εφήβων πρωταγωνιστών με το οικογενειακό περιβάλλον είναι σχέσεις αντίθεσης -στην ουσία σχέσεις που έχουν την διάθεση επαναπροσδιορισμού τους.
Τη στάση  τους απέναντι στα κοινωνικά φαινόμενα τη διακρίνει μια διάθεση αντίθεσης και καταγγελίας.
Στα συγκεκριμένα βιβλία , ο τρόπος σκέψης που τα καθορίζει και μαζί με αυτόν και η εκφορά της δόμησης του λόγου  (και τα τρία μυθιστορήματα έχουν γραφτεί με τη χρήση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης) είναι απόλυτα σύγχρονοι, χωρίς όμως να μην αναζητούν μια διαχρονικότητα καθώς αποφεύγουν τη χρήση περιστασιακών εποχιακών εκφράσεων .
Η πλοκή -συχνά να ξεπερνά τα όρια της αληθοφάνειας- δεν στηρίζεται σε μια αφελή ενατένηση της εφηβείας, αλλά είναι παρόμοια με αυτήν που θα συναντήσει  ο αναγνώστης των ‘ενήλικων’ νουάρ μυθιστορημάτων.
Με όλα αυτά τα συγγραφικά εφόδια, τα τρία αυτά μυθιστορήματα ξεφεύγουν από τα στενά όρια ενός περιπετειώδους νεανικού αφηγήματος και τηρουμένων των αναλογιών της εποχής μας και του όποιου ήθους αυτή διαθέτει, μπορεί να θεωρηθούν αντίστοιχα με τα έργα που περιγράφουν της περιπέτειες του Τομ Σόγιερ και του Χακ Φιν.
Μόλις στην προηγούμενη παράγραφο έγραψα : τηρουμένων των αναλογιών της εποχής μας και του όποιου ήθους αυτή διαθέτει. Και με αυτή τη διατύπωση θα ήθελα να σημειώσω πως αν κάτι προσδίδει στην Τριλογία της Κρήτης μια ιδιότυπη αξία είναι το ότι τη στάση/ σκέψη των εφήβων που πρωταγωνιστούν δεν τη χαρακτηρίζει μια πολιτική προσέγγιση αλλά μια κοινωνική καταγραφή.
Είναι χαρακτηριστικό της εποχής όπου γράφονται αυτά τα έργα, των χρόνων όπου βιώνουν την εφηβεία τους οι πρωταγωνιστές τους. Ασφαλώς και απέχει πολύ αυτή η στάση από εκείνη που θα συναντήσουμε στα μυθιστορήματα των πρωτοπόρων της cross over λογοτεχνίας (πχ Κόρμιερ ή Γκόλντινγκ), αλλά είναι πολύ κοντά  (όπως σε προηγούμενο σημείωμά μου επεσήμανα) με τα έργα σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων του είδους.
Δεν θέλω να αξιολογήσω το φαινόμενο. Θεωρώ πως η καλή λογοτεχνία  εκφράζει την εποχή όπου γράφεται και μέσα από τα έργα της, αυτή η εποχή άλλοτε αυξάνει τη δυναμική της κι άλλοτε πάλι περιορίζει τα λάθη της.
Τα τρία μυθιστορήματα της Τριλογίας της Κρήτης του Πολυχρόνη Κουτσάκη ως ευαίσθητοι και εύστοχοι παλμογράφοι καταγράφουν αυτές τις διακυμάνσεις της ελληνικής κοινωνίας των πρώτων χρόνων του 21ου αιώνα και γι αυτό  ιδιαίτερη θέση κατέχουν στο τομέα των μυθιστορημάτων cross over.





16.7.19

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα



1)Κύριε Κοντολέων, ζείτε τις χρονιές της απόλυτης καταξίωσης, ημερίδες για σας στο Πανεπιστήμιο, ειδικές βραβεύσεις, διθυράμβους για την «Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο», μαζί σας ξαναδιαβάζουμε τους κλασικούς, το παιδικό βιβλίο έχει το όνομά σας, τι απομένει να κατακτηθεί; Υπάρχει όνειρο ανεκπλήρωτο; Υπάρχουν ακόμα επιδιώξεις;
-Ομολογώ πως κι εγώ έχω βρεθεί να διαβάζω με κάποια έκπληξη όλα αυτά που με τόση αγάπη προς εμένα και το έργο μου περιγράφετε. Αλλά από την άλλη σκέφτομαι πως  αυτά τα 40 χρόνια απόλυτης αφοσίωσής μου στη λογοτεχνία είναι λογικά να έχει έρθει η ώρα να καταμετρηθούνε.
Δεν ξέρω αν έχω κάτι κατακτήσει. Ξέρω πως πάντα έγραφα αυτά που πίστευα. Πως σεβόμουνα πρώτα τα έργα μου και μετά τους αναγνώστες μου. Δεν έκανα όνειρα… Έγραφα… Και συνεχίζω να γράφω. Ναι, αυτό μπορεί να θεωρηθεί η μόνιμη μου επιδίωξη. Η οποία -πρέπει να το παραδεχτώ- με οδήγησε να έχω δημιουργήσει ένα έργο που -ασχέτως αν είναι ή όχι  σημαντικό- σίγουρα δεν είναι συνηθισμένο. Εννοώ πως τα βιβλία μου ξεκινάνε από παραμύθια  και καταλήγουν σε μυθιστορήματα. Δεν περιορίστηκα σε είδη γραφής. Πειραματίστηκα. Νομίζω πως στον ίδιο βαθμό, ο μόνος άλλος Έλληνας συγγραφέας που έχει μια τέτοια πολυμορφία το έργο του, είναι ο Γρηγόριος Ξενόπουλος.

2)«40 χρόνια» γράφετε «έψαχνα πάντα την Ταυτότητα, έψαχνα πάντα την Αιτία, έψαχνα πάντα την Φαντασία, έψαχνα πάντα τον Άλλον», να υποθέσουμε ότι αυτά ακριβώς είναι ο πυρήνας του συγγραφικού σας σύμπαντος;
- Η ταυτότητα, ο έρωτας, ο άλλος… Οι εμμονές μου και οι άξονες όλων των έργων μου. Και όπως και πιο πριν είπα, η διάθεσή μου να μπορώ να επικοινωνώ συγγραφικά με αναγνώστες κάθε ηλικίας.
3)Και σήμερα; Τι απ’ εκείνα μπορούμε να πούμε ότι παραμένουν συγγραφικές εμμονές σας;
- Μα νομίζω τα ίδια. Σκέφτομαι πως αν αισθανθώ πως δεν έχω πλέον αυτές τις εμμονές, θα είναι γιατί θα έχω σταματήσει να αναπνέω.. Και το λέω με την απόλυτη κυριολεξία της έννοιας της μη αναπνοής.
4)«1979 - 2019:  Σαράντα Χρόνια... Έψαχνα πάντα τις λέξεις»
«Όταν είμαι -ή θέλω να είμαι- αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά.
Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους.
Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες.
Κι όμως, τελικά... Τίποτε από εμένα δε φαίνεται.»
Κύριε Κοντολέων, πόσα βιβλία έχετε γράψει;
- Πολλά βιβλία. Πολλές λέξεις… Γίνεται να μετρηθούνε;  Μετρά κανείς τα χρόνια που έχει ζήσει. Τις αντίστοιχες μέρες δεν τις μετρά.
5)Τι πρέπει να έχει ένα βιβλίο για να γίνει βιβλίο σας;
- Φαντάζομαι πως με ρωτάτε για τα βιβλία που έχω διαβάσει… Λοιπόν, δεν ξέρω να σας πω… Θα έλεγα όμως πως το πλέον βασικό που μπορεί να έχει το βιβλίο ενός άλλου συγγραφέα και για το οποίο θα ήθελα να ήταν δικό μου, είναι… Να το ζηλεύω!

6)Ένας ήρωας ή μια ηρωίδα για να γίνει η ηρωίδα ή ο ήρωάς σας;
- Να έχει κάτι δικό μου. Και να μου δώσει κάτι δικό του ή δικό της.
7)Στα θέματά σας, πιστεύετε πως έχουν παίξει ρόλο οι σπουδές σας και η καταγωγή σας;
-Οι σπουδές μου έχουν επέμβει στο ότι με ενδιαφέρει πολύ η δομή του βιβλίου που γράφω. Η Μικρασιάτικη καταγωγή των δικών μου και το ότι εγώ είμαι γέννημα θρέμμα της Αθήνας, έχουν επέμβει στην επιλογή των θεμάτων μου και στον τρόπο που τα διαχειρίζομαι. Νομίζω πως είμαι ένας γνήσιος αστός συγγραφέας -συγγραφικοί μου πρόγονοι θεωρώ πως είναι ο Καραγάτσης, ο Πολίτης και ο Κουμανταρέας. Μπορεί να έτυχε και να μένω τα τελευταία χρόνια σε μονοκατοικία, αλλά στην ουσία αισθάνομαι πάντα κάτοικος μιας πολυκατοικίας.


8) Αλήθεια δεν φοβάστε και την… συγκατοίκηση! Λένε ότι δυο συγγραφείς δεν χωρούν στο ίδιο σπίτι, εσείς είστε τρεις; Να βάλουμε εκτός από την Κώστια και την Άννα σας; Αλλά και η δημοσιογραφία του Δομήνικου; Μάλλον δεν είστε καθόλου… ανταγωνιστικός τύπος!
- Όχι ανταγωνιστικός τύπος δεν υπήρξα ποτέ. Μήτε ως κοινωνικό άτομο μήτε ως συγγραφικό. Δεν κατανοώ την ανταγωνιστικότητα. Ίσως γιατί πιστεύω πολύ στην συγκατοίκηση, που λέτε κι εσείς. Όλοι έχουμε χώρο να υπάρχουμε. Και όλοι οι όροφοι έχουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους. Δεν προσπάθησα να κάνω τα μέλη της οικογένειάς μου συγγραφείς. Τουλάχιστον όχι συνειδητά. Αλλά ίσως γιατί ‘γράφω’ για μένα σημαίνει ‘ζω’ και ‘ζω’ σημαίνει ‘γράφω’, να ήρθαν έτσι τα πράγματα και να έχω δίπλα μου  άλλους ακόμα τρεις συγγραφείς… Γιατί τελικά κι ο Δομήνικος δεν ξέφυγε. Γράφει θεατρικά έργα κι αυτός.

9) Εκείνο που βασικά σας χαίρομαι είναι η γενναιοδωρία προς τους άλλους, κύριε Κοντολέων. Τους διαβάζετε! Γράφετε την άποψή σας και δεν διστάζετε να τους επαινείτε; Η άποψή σας για την ελληνική λογοτεχνία σήμερα;
-Δεν θα έλεγα πως είμαι γενναιόδωρος. Έχω απαιτήσεις πρώτα και από τον εαυτό μου και μετά από τους άλλους. Αλλά πιστεύω πως δεν υπάρχει το τέλειο, υπάρχει όμως ο δρόμο προς το τέλειο. Και πάνω απ΄ όλα υπάρχει ο καλός λόγος. Ο κριτικός  λόγος δεν πρέπει να είναι λόγος εξουσίας, αλλά λόγος επικοινωνίας. Και δεν ξεχνώ πως και ο κρίνων κρίνεται.
Όσον αφορά την σημερινή ελληνική λογοτεχνία εκείνο που έχω να πω είναι πως καθρεφτίζει αυτό που ακριβώς συμβαίνει και στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Μια αναμονή…

10)Για το παιδικό βιβλίο;
- Κι εδώ έχουμε κάτι παρόμοιο. Σαφέστατα βλέπω άνθηση, αλλά παράλληλα και μια επαναφορά συντήρησης και διδαχτισμού. Και το κυριότερο μια κατά κάποιο τρόπο κυριαρχία των μικρών κειμένων  σε βάρος των μεγάλων. Κι αυτό είναι που με προβληματίζει. Τα μεγάλα κείμενα βοηθούν το νέο αναγνώστη να δει με ένα πλέον σύνθετο τρόπο της ζωή.
Αλλά όλα αυτά είναι σημεία της εποχής μας. Και που βέβαια και σε πολλές άλλες κοινωνικές και πολιτιστικές μας εκφράσεις τα διαπιστώνω.

11)Για τα βραβεία; Έχετε βραβευτεί άπειρες φορές, το όνομά σας έχει γραφτεί στον τιμητικό πίνακα Άντερσεν, βιβλία σας έχουν μεταφραστεί… Η λογοτεχνία μας στο εξωτερικό έχει την θέση που της πρέπει;
-Α, τα βραβεία! Σαφέστατα δίνουν χαρά και βοηθούν στο να γίνεις γνωστός. Αλλά ας δούμε πιο αντικειμενικά το όλο θέμα. Κι ας σκεφτούμε σε ποια βραβεία αναφερόμαστε. Τα βραβεία τα απονέμει μια επιτροπή. Πώς δημιουργούνται αυτές οι επιτροπές και ποιοι οι φανεροί ή και κρυφοί στόχοι κάθε μέλους των; Και επίσης  τι να σκεφτούμε για τα βραβεία του κοινού; Για ποιο κοινό μιλάμε και πως η δική του γνώμη μπορεί να μετρηθεί;
Μικρή η βιβλιοφιλική ελληνική κοινότητα και όλα αυτά γίνονται γνωστά.
Μα ας μη μεμψιμηρώ. Ας πούμε πως τα βραβεία είναι μια γιορτή. Μα ας θυμηθούμε πως ζούμε συχνά πιο μεγάλες και ουσιαστικές στιγμές σε μέρες μη γιορτινές.
13)Η ελληνική κρίση ωφέλησε το βιβλίο ή το έβλαψε;
-Ποτέ μια κρίση οικονομική που μετατρέπεται σε κρίση κοινωνική και κρίση αξιών δεν μπορεί να ωφελήσει την Τέχνη. Ίσως μετά από χρόνια. Όταν όλα όσα ζούμε θα είναι Ιστορία… Ίσως…
14)Τους συγγραφείς;
- Είπα λίγο πιο πριν και κρίση αξιών… Άρα…
15)Για το μέλλον, τι είναι εκείνο που φοβάστε;
-Και πάλι να σας υπενθυμίσω το ίδιο… Για κρίση αξιών μιλώ!
16)Και τι σας αναπαύει! Τι σας κάνει να αισιοδοξείτε και να ονειρεύεστε…
-Α, το γεγονός πως η ζωή συνεχίζεται. Πως γεννιούνται νέοι άνθρωποι… Τελικά αν ασχολείσαι με την όποιας μορφή δημιουργία -και πόσο μάλλον με τη συγγραφή- δεν μπορεί παρά να ελπίζεις. Αν αυτό λέγεται και αισιοδοξία… Δεν ξέρω. Προτιμώ τη λέξη Ελπίδα

17)Ξέρω, ξέρω, ένας πατέρας δεν ξεχωρίζει ποτέ του τα παιδιά του, εν τούτοις υπάρχουν κάποια από τα βιβλία σας που ξεχωρίζετε; Γιατί γράφτηκαν κάπως παράδοξα, επειδή δεν τα ξεπεράσατε ποτέ σας…
-Ναι δεν ήταν δυνατόν να μην υπάρχουν. Είναι εκείνα που γεννήθηκαν από τις μεγάλες δικές μου, τις πολύ προσωπικές μου στιγμές. Μα ας μου επιτρέψετε να μη πω περισσότερα. Άλλωστε ο αναγνώστης έχει δικαίωμα να αγαπά το δικό του βιβλίο, αυτό που για τους δικούς  του προσωπικούς   λόγους επέλεξε.
18)«Τριστάνος και Ιζόλδη- Μια ιστορία γλάρων» γράφετε, διαβάζουμε. Και τι ακριβώς έχουμε να περιμένουμε;
-Αναζητώ τις παλιές Ιστορίες και θέλω να τις κάνω δικές μου. Ίσως υλοποιώ αυτό που πιστεύω πως ήταν πάντα η βαθιά μου πίστη:  Ένας συγγραφέας είναι παιδί προηγούμενων συγγραφέων. Ε, ίσως να έχει έρθει η ώρα να συνθέσω την προσωπική μου μυθολογία. Κι έτσι γράφω ξανά για τα παλιά κείμενα -σταθμούς του δυτικού πολιτισμού, όπως επίσης ξαναγράφω τα δικά μου πρώτα, πρώτα κείμενα.

19)Ποιο παραμύθι θα ταίριαζε αν ήταν παραμύθι η εποχή μας;
-Δεν ξέρω ποιο θα ταίριαζε κι αν θα ήταν παραμύθι. Αλλά πιστεύω πως η εποχή μας έχει ανάγκη από τον δικό της Δον Κιχώτη.

20)Να προσπαθούμε να της βάλουμε τίτλο; Αν και περισσότερο με εφηβικό μυθιστόρημα μου φαίνεται…
- Λέτε; Εγώ πάλι προτείνω κάτι πιο… νουάρ. Ίσως και κάτι  το γοτθικό… Τέλος πάντων -αποφάσισα: Μια ιστορία τρόμου!


11.7.19

Βαγγέλης Ηλιόπουλος Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΝΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗΣ


Βαγγέλης Ηλιόπουλος
Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΝΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗΣ
-Το ΓΙΑΤΙ των παιδιών φέρνει την ελπίδα
-ΔΕΝ έχουν όλα τα παιδιά ίσες ευκαιρίες
-ΟΛΑ μπορείς να τα ζήσεις σε ένα βιβλίο
Εικονογράφηση:  Έφη Λαδά
Εκδόσεις Πατάκη

Είναι γεγονός πως αυτό που θεωρούμε λογοτεχνία για παιδιά συχνά ταυτίζεται με τον όρο βιβλίο για παιδιά.
Κοινά στοιχεία ανάμεσα στα δυο είδη υπάρχουν, αλλά επίσης υπάρχουν και ουσιαστικές διαφορές.
Ως λογοτεχνία για παιδιά θα πρέπει να θεωρούμε κάθε κείμενο που, πρώτα απ’ όλα, έχει την ικανότητα να μπορεί να επικοινωνήσει μ’ ένα παιδί γιατί χρησιμοποιεί ένα λεξιλόγιο που το μεγαλύτερο μέρος του αποτελεί κτήμα του νεαρού αναγνώστη, αλλά και –κατά κύριο λόγο– γιατί αναπτύσσει συναισθήματα, αναλύει χαρακτήρες και υποστηρίζει ιδέες με έναν τέτοιο τρόπο που, παρά το ότι ελέγχεται από την ενήλικη ταυτότητα του δημιουργού, μπορεί και να επικοινωνεί με τον ψυχικό κόσμο ενός παιδιού χωρίς να θέλει να το νουθετήσει, ενώ αντιθέτως λαχταρά να το ευαισθητοποιήσει. Και βέβαια όλα αυτά μέσα από μια αρκούντως έντονη πλοκή που τη δημιουργούν κοινωνικές καταστάσεις και ατομικές αναζητήσεις.
Ως βιβλίο για παιδιά θα πρέπει να θεωρούμε κάθε κείμενο που θέλει να μεταφέρει στον αναγνώστη του μια εμπειρία άλλοτε κοινωνικού περιεχομένου, άλλοτε οικογενειακών καταστάσεων, άλλοτε ατομικών προβληματισμών.
Συνήθως στην κατηγορία των βιβλίων για παιδιά μπορούμε να εντάξουμε τα βιβλία γνώσεων και κάποια ακόμα που, αν και δείχνουν να έχουν μια υποτυπώδη έστω πλοκή, στην ουσία, στόχο τους δεν έχουν την παρουσίαση των εσωτερικών συναισθημάτων που με τη σειρά τους επιφέρουν εξωτερικές συμπεριφορές, αλλά την αποκομμένη από ένα γενικότερο ψυχολογικό περιβάλλον υποστήριξη ή καταγγελία συγκεκριμένων κανόνων που πρέπει το παιδί να γνωρίσει και να τους ακολουθήσει στη συνέχεια.
Σε παλαιότερα χρόνια, αυτός ο διαχωρισμός ανάμεσα στη λογοτεχνία για παιδιά και στο βιβλίο για παιδιά ήταν σχεδόν ανύπαρκτος. Εκείνη την εποχή επικρατούσε ο απόλυτος διδακτισμός και κάτω από τη σκιά του γραφόντουσαν ακόμα και κείμενα που ονομάζονταν μυθιστορήματα για παιδιά. Κάποιες εξαιρέσεις – π.χ. Ξενόπουλος, Δέλτα– απλώς φωτίζανε τον δρόμο που θα έπρεπε να ακολουθηθεί από όσους θέλανε να γράφουν τη σωστή λογοτεχνία για μικρής ηλικίας αναγνώστες.
Σήμερα, αν και ένας νεοδιδακτισμός επανακάμπτει, παράλληλα ολοένα και περισσότερα είναι τα βιβλία για παιδιά που γράφονται και κυκλοφορούν και τα οποία προσπαθούν να βγάλουν από πάνω τους τον ασφυκτικό κλοιό μια γραφής που θέλει μόνο να διδάξει χωρίς παράλληλα και να ευαισθητοποιεί.
Ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος είναι ένας γνωστός συγγραφέας βιβλίων για παιδιά. Και παράλληλα είναι ένας ιδιαίτερα δραστήριος δάσκαλος.
Η συνύπαρξη των δύο αυτών ιδιοτήτων συνήθως εκφράζεται με τέτοιο τρόπο, ώστε ο εκπαιδευτικός να υπερισχύει του λογοτέχνη. Αλλά κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην περίπτωση του Ηλιόπουλου.
Θα έλεγα, μάλιστα, πως οι δυο ιδιότητες με αρμονία συνυπάρχουν και γι’ αυτό και τα καθαρώς λογοτεχνικά του έργα τα διακρίνει η γραφή ενός ανθρώπου που ξέρει να επικοινωνεί με το παιδί, ενώ τα κείμενά του που στρέφονται προς την κατηγορία των βιβλίων γνώσεων διαθέτουν μια εσωτερικότητα που τους τη χαρίζει η λογοτεχνική θέαση του κόσμου.
Πάμπολλα τα έργα που έχει γράψει και που καλύπτουν μια μεγάλη γκάμα επιμέρους ειδών τόσο της λογοτεχνίας για παιδιά όσο και των βιβλίων για παιδιά.
Με έναν γενικό χαρακτηρισμό μπορεί κανείς να αναφερθεί στον Ηλιόπουλο ως τον συγγραφέα εκείνο που θέλει να ευαισθητοποιήσει τους αναγνώστες του ακριβώς στον ίδιο βαθμό που το ίδιο επιχειρεί και ως εκπαιδευτικός.
Κάτω από μια τέτοια συνθήκη έχει εκδώσει βιβλία που στην ουσία –λιγότερο ή περισσότερο– συνδυάζουν τη λογοτεχνία με την πληροφορία. Τα πλέον πρόσφατα, αυτά τα τρία που αποτελούν την «Τριλογία της ενσυναίσθησης».
Ως ενσυναίσθηση ορίζεται η συναισθηματική ταύτιση με την ψυχική κατάσταση ενός άλλου ατόμου και η κατανόηση της συμπεριφοράς και των κινήτρων του. Με άλλα λόγια, είναι μια ατομική διαδικασία όπου από τη μια με τη σκέψη και από την άλλη με το συναίσθημα οδηγείς το εγώ σου στη θέση του εγώ ενός άλλου.
Αλλά αυτό κάνει πάντα η καλή λογοτεχνία, πιάνει από το χέρι τον αναγνώστη και τον πηγαίνει μέσα στα δωμάτια της ψυχής του μυθιστορηματικού ήρωα.
Η ιδέα του Ηλιόπουλου ήταν αυτή τη μετάβαση να την πετύχει με έναν πλέον ξεκάθαρο τρόπο: με λιγότερη πλοκή αλλά με περισσότερη ανάπτυξη των κοινωνικών καταστάσεων.
Η σειρά ξεκίνησε το 2015 με το ΓΙΑΤΙ, ακολούθησε το ΔΕΝ το 2017 και το ΟΛΑ ήρθε μέσα στο 2019.
Και τα τρία βιβλία έχουν την πλούσια και ιδιαίτερη, δεμένη με το κείμενο, εικονογράφηση της Έφης Λαδά.
Την αφήγηση και στα τρία κείμενα τη διακρίνει μια λογοτεχνική διάθεση και στηρίζεται στην ιδιαιτερότητα της «προσωπικότητας» του εκάστοτε «πρωταγωνιστή».
Στο ΓΙΑΤΙ ο τριτοπρόσωπος αφηγητής επιστρατεύει σύμβολα: κομμάτι χαρτιού έως χαρταετό αλλά και καραβάκι έως αστέρι. Τα σύμβολα αυτά θα γίνουν οι μεταφορείς του μηνύματος ή, πιο σωστά, της βασικής ουσίας της ύπαρξης τουΓΙΑΤΙ – της κοινωνικής αδικίας και του πώς αυτή θα πρέπει να αμφισβητείται. Η πλοκή υπάρχει γιατί η συγκεκριμένη λέξη βρίσκει τα σύμβολα ως υποστηρικτές της.
Ένα δάκρυ του που έσταξε τραυμάτισε τη σιωπή και μούσκεψε το χαρτί. «Γιατί» είπε και μετά σηκώθηκε, δίπλωσε το χαρτί σαν σαΐτα και με δύναμη το έστειλε στον ουρανό μαζί με μια ευχή: «Πήγαινε μακριά από τον δυστυχισμένο κόσμο μας! Αν μπορείς…»
Στο ΔΕΝ η δομή γίνεται πιο ευρηματική. Εδώ αφηγητής και πρωταγωνιστής ταυτίζονται. Το αφηγούμενο πρόσωπο (η εικονογράφηση μας το παρουσιάζει ως αγόρι) στοχάζεται πάνω σε διάφορες καταστάσεις :
Όλα τα παιδιά κάνουν πάρτι στα γενέθλιά τους και σε κάθε γιορτή. Γεμίζουν έτσι τον χρόνο με ατέλειωτη διασκέδαση. Όλα; Εγώ δεν…
Το παράπονό του θα το ακούσει ένας χαρταετός (και πάλι το σύμβολο κυριαρχεί) και θα προσφέρει τη λύση – την κατανόηση που έρχεται μετά από τη γνώση.
Στο ΟΛΑ η αφήγηση αποκτά δύο πρωταγωνιστές – ένα παιδί κι έναν περίεργο άνδρα που μαζεύει από τους δρόμους χαμένες σελίδες. Πρόκειται για μια αναζήτηση στην ουσία των μικρών λεπτομερειών που απαρτίζουν την ουσία κάθε καλού βιβλίου και οι οποίες όταν μαζευτούν ολοκληρώνουν τη γνήσια και δημιουργική ανάγνωση. Και μέσα από μιας τέτοιας ποιότητας ανάγνωση, ένας ολόκληρος κόσμος μάς γίνεται γνωστός. Το ΟΛΟ –οι άλλοι κι εμείς– υπάρχει μέσα στα βιβλία. Γιατί: Εδώ κρύβονται ΟΛΑ όσα κατάφερε ο άνθρωπος σε αυτό τον πλανήτη.
Μια αληθινά ενδιαφέρουσα πρόταση συνύπαρξης της λογοτεχνίας με την κοινωνική αγωγή και την ατομική ευθύνη, που βρήκε τον τρόπο να υλοποιηθεί με μεγάλη επιτυχία, καθώς λέξεις και χρώματα –ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος και η Έφη Λαδά– συνεργάστηκαν αρμονικά και ευρηματικά.

Πρώτη ανάρτηση:

5.7.19

40 Χρόνια Έψαχνα Πάντα τη Φαντασία


Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι
Μανόλο και Μανολίτο
Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ
Δομήνικος
-Μάνος Κοντολέων : 40 χρόνια… Έψαχνα πάντα τη Φαντασία-
                      Από τις Εκδόσεις Πατάκη

Είναι από τα Όνειρα που γεννήθηκαν οι μεγάλες Ιδέες
                                   **********
Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι
Ένα μυθιστόρημα φαντασίας που μιλά για το Δικαίωμα στην Ελευθερία

Μανόλο και Μανολίτο
Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ
Δυο μυθιστορήματα -ίσως και ένα σε δυο μέρη- που μιλάνε για το πως η Φαντασία ενώνει δυο γενιές ή το πως δυο γενιές μπορεί να ενωθούν μέσα από τους δρόμους της Φαντασίας

Δομήνικος
Ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της Φαντασίας -αυτό που πολύ το θες, πρώτα το φαντάζεσαι και μετά το πραγματώνεις

                            **************
Άφηναν, λοιπόν, τα πουλιά σε κάθε αυλόπορτα, σε κάθε γωνιά, σε κάθε μπαλκόνι κι ένα φύλλο της εφημερίδας Η Αλήθεια.
Και γέμισαν οι πλατείες από τυπωμένα χαρτιά. Κι από τα ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών, ο άνεμος έχωνε αυτά τα χαρτιά  μέσα στα δωμάτια και τα βρίσκαν όλοι μέσα στα κρεβάτια τους, στις κουζίνες, στις σάλες, στα μπάνια τους. Κι άλλα πάλι χαρτιά χωνόντουσαν σε γραφεία, σε καταστήματα.
Κάποια βρεθήκαν σε χωράφια να μπερδεύονται με τα νιόβγαλτα φιντάνια των σταριών ή με τα ταπεινά λουλουδάκια των αγριόχορτων.
Παντού τυπωμένα  φύλλα. Παντού Η Αλήθεια.
Και οι άνθρωποι τα πιάνανε στα χέρια τους και ό,τι βλέπανε το πιστεύανε, ό,τι διαβάζανε το κάνανε δικό τους θέλω.
Και μετά ξεχύθηκαν στους δρόμους, γιατί τα σπίτια τους δε χωρούσανε το νέο τους το πάθος.
Μαζεύτηκαν στις πλατείες, στις αίθουσες των θεάτρων, ανεβήκανε σε αγάλματα, ξεδιπλώσανε τις σημαίες με τα χρώματα των ονείρων τους.
Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι
                                  ************
 «Κάποια ταξίδια μπορείς να τα κάνεις, για κάποια άλλα μπορείς να διαβάσεις. Κάποια θα τα ονειρευτείς. Όλα το ίδιο θα σε γεμίσουν αν τα αφήσεις μέσα στην ψυχή σου να μπούνε… Διαφορετικά ή τα έκανες ή διάβασες γι αυτά ή κάποια στιγμή τα λαχτάρησες… Όλα τους θα χαθούνε…» εξήγησα και μετά στράφηκα στον Μανουήλ.
«Ο παππούς σου δεν έχασε τα ταξίδια που ονειρεύτηκε…»
Ο γέρος γέλασε.
«Έτσι είναι… Το μόνο ταξίδι που με το σώμα μου έχω κάνει είναι από εκεί πέρα…» έδειξε το σπίτι του στον κάμπο, «… Έως εδώ… Στην κορυφή του λόφου με τα δυο κυπαρίσσια… Όλα τα άλλα…»
«Όλα τα άλλα τα ονειρεύτηκε… Και τα αφηγήθηκε στον εγγονό του…»
Ο Μανολίτο χτύπησε παλαμάκια.
«Κατάλαβα!» πανηγύρισε. «Όπως εσύ τα δικά σου τα όνειρα…» σε μένα απευθυνότανε. «Τα κάνεις ιστορίες και τα γράφεις…» σταμάτησε για κάποια δευτερόλεπτα. Ίσιωσε το κορμί του, καμάρωσε, μου έκλεισε το μάτι «Για μένα!» είπε.
Και είχε δίκιο. Ό,τι πιο πολύτιμο ο καθένας μας φτιάχνει, στον πιο πολύτιμο δικό του άνθρωπο το χαρίζει.
Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ

                                           *******

Σχεδόν με θολά μάτια, κατάφερε να ξεχωρίσει τη σκάλα. Άρπαξε την κουπαστή της. Καθώς πήρε να ανεβαίνει τα σκαλιά για το επόμενο πάτωμα, ανάσαινε βαθιά. Τα πουλιά είχαν χαθεί.  Κι έμενε μόνο ο κόκκινος ουρανός – κόκκινος από το αντικαθρέφτισμα της κόκκινης ερήμου ή κι από το άλλο, εκείνο της μακρινής κόκκινης θάλασσας. Ένα κόκκινο χρώμα τύλιγε αποφασιστικά τον Δομήνικο. Κι αυτός θυμήθηκε πως κάπου, κάποτε είχε ακούσει πως το κόκκινο είναι το χρώμα του πάθους. Αλλά από πότε το πάθος εγκατέλειψε τη γη και κατοικεί στα αιθέρια;
Δομήνικος

24.6.19

Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου «Ο χορός του μαύρου πελαργού»


Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου
«Ο χορός του μαύρου πελαργού»
Εκδόσεις Πατάκη

    
Κάθε λογοτεχνικό βιβλίο είναι και ένας κόσμος -ο κόσμος των ηρώων του, αλλά και ο κόσμος του συγγραφέα του.
Ο φανατικός αναγνώστης -φανατικός ως προς το πάθος για αμέτρητες αναγνώσεις και ως προς την διάθεση αναγνώρισης επίσης αμέτρητων ποικιλιών συγγραφικού ύφους- είναι εκείνος που τον κόσμο του βιβλίου που διαβάζει τον κάνει και δικό του κόσμο.
Ο φανατικός και υπεύθυνος αναγνώστης μπορεί να διαφωνεί με ένα βιβλίο ή  με ένα συγγραφέα. Μα η διαφωνία του δεν τον οδηγεί στην απαξίωση.
Ένας φανατικός αναγνώστης μπορεί να θεωρηθεί και ως έγκυρος κριτικός.
Ένας αναγνωρισμένος κριτικός δεν είναι πάντα -δυστυχώς- και έγκυρος αναγνώστης.
Τελικά το ζητούμενο είναι να επισκέπτεσαι  -είτε ως αναγνώστης, είτε ως κριτικός- τον κόσμο ενός βιβλίου. Με άλλα λόγια να επισκέπτεσαι τους ήρωές του και να θες να συνομιλήσεις με τον συγγραφέα του.
Κάπως με τέτοιες προδιαγραφές αναγνωστικών εμπειριών έχω αγαπήσει συγγραφείς όπως τον  Ροθ αλλά και τον Μπαρνς, τη Γουλφ αλλά και τη Ντυράς, τον Καραγάτση αλλά και τον Σαμαράκη… Τη Ζωρζ Σαρή αλλά και την Λότη Πέτροβιτς.
Και οδήγησα τις πιο πάνω σκέψεις μου στις δυο αυτές ελληνίδες συγγραφείς μας και γιατί και οι δυο έχουν στην ουσία όλο τους το κυρίως έργο στηρίξει σε μυθιστορήματα που κυκλοφορούν σε σειρές  για παιδιά και νέους, αλλά και γιατί και οι δυο -αν και είναι σαφές πως ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες απόψεων ως προς μια Στάση Ζωής- στην ουσία ολοκληρώνουν  με απόλυτη συγγραφική συνέπεια και κοινωνική  υπευθυνότητα τον κόσμο των ηρώων τους* τον κόσμο των βιβλίων τους. Το δικό τους κόσμο τελικά μας παρουσιάζουν και μας αφήνουν ή μάλλον μας προσκαλούν να τον γνωρίσουμε.
Ελάχιστα δείγματα μιας εν παραλλήλω προσέγγισης του συνολικού έργου της Σαρή και της Πέτροβιτς κατέθεσα, στα πλαίσια ενός σύντομου σημειώματος για το πρόσφατο μυθιστόρημα της τελευταίας που μόλις κυκλοφόρησε.
Θέλω να ελπίζω και εύχομαι οι αρμόδιοι πανεπιστημιακοί ή μη μελετητές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας για παιδιά και νέους να αναζητήσουν όλα τα κοινά εκείνα σημεία που στα μυθιστορήματα  τόσο της Σαρή όσο και της Πέτροβιτς έχουν καταγραφεί  και λογοτεχνικά ενσάρκωσαν  τις τάσεις και τις αντιθέσεις  της σύγχρονης ελληνικής αστικής κοινωνίας μας.
Αλλά σταματώ στο βιβλίο «Ο χορός του μαύρου πελαργού»
Είναι το εικοστό μυθιστόρημα που έρχεται να προστεθεί στο έργο της Πέτροβιτς και πλέον συγκεκριμένα σε εκείνα τα μεγάλης έκτασης αφηγήματα που οι ζωές των ηρώων τους διαπλέκονται μεταξύ τους  και τελικά συνθέτουν ένα ολόκληρο κόσμο ηρώων -πρόσωπα, οικογένειες, σχέσεις.
Πίσω από τα πρόσωπα -σε όλα αυτά τα έργα- υπάρχει η Ιστορία.  Υπάρχει αλλά άλλοτε υποχωρεί κι άλλοτε συμπλέει με τις ιστορίες των ανθρώπων.
Νομίζω -και επανέρχομαι στη σχέση της Ζωρζ Σαρή με την Λότη Πέτροβιτς- πως κεντρικός άξονας στα έργα και των δύο είναι το πως οι απλοί ,καθημερινοί άνθρωποι αλλάζουν λίγο ή πολύ τη ρότα της ζωής τους καθώς εμπλέκονται άμεσα ή εμμέσως στον κεντρικό ρου των μεγάλων ιστορικών γεγονότων.
Άρα έχουμε -και εδώ , στο «Χορό του μαύρου πελαργού»- τα πολιτικά γεγονότα να γίνονται ο καμβάς της μυθιστορηματικής  αφήγησης κι έτσι να διαβάζουμε ένα λογοτεχνικό έργο που ανήκει στην κατηγορία εκείνων των μυθιστορημάτων που θα ήταν άδικο να τα χαρακτηρίσεις καθαρώς ως ιστορικά, μιας και περισσότερο είναι -κι αυτό είναι πολύ όμορφο!- ανθρωποκεντρικά.
Ο ήρωας του έργου είναι ένας άνδρας γεννημένος λίγο πριν τα μέσα του 20ου αιώνα που στη ζωή του έτυχαν διάφορα συμβάντα και τα οποία τον έκαναν να βιώσει επώδυνα τον αντίκτυπο των ιστορικών γεγονότων.
Με τον ήρωα αυτόν, η Πέτροβιτς βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για την μεταπολεμική Ελλάδα, για το κύμα μετανάστευσης, για τον Ψυχρό Πόλεμο, για τα κινήματα ανεξαρτησίας λαών της Ευρώπης.
Κάτι τέτοιο είναι σύνηθες και στα προηγούμενα έργα της. Αυτό που όμως το νέο τούτο μυθιστόρημά της φέρνει είναι ο φωτισμός των προβλημάτων της Τρίτης Ηλικίας.
Και σε προηγούμενα έργα της υπάρχουν ήρωες μεγάλης ηλικίας, αλλά στο βαθμό που μπορώ να επικαλεστώ την πιστότητα της μνήμης μου, τόσο  κεντρικό ρόλο στη κατανόηση του γήρατος δεν νομίζω πως σε κάποιο προηγούμενο να έχει καταθέσει.
Έτσι όμως, «Ο χορός του μαύρου πελαργού» μπορεί να είναι και το πρώτο μυθιστόρημα για μεγάλα παιδιά που έχει το θάρρος να μιλήσει για το ηλικιακό αδιέξοδο ενός  ατόμου που ζει την όγδοη δεκαετία της ζωής του.
Η Πέτροβιτς δεν μένει βέβαια σε ένα καθαρά και μόνο ψυχολογικό επίπεδο. Αντιμετωπίζει το θέμα μέσα στο κοινωνικό σημερινό περιβάλλον, το φωτίζει διαχρονικά και μπορεί μυθιστορηματικά να συνθέτει μια θετική εξέλιξη, αλλά πιο πριν έχει  προλάβει να ενημερώσει και να ευαισθητοποιήσει τους αναγνώστες της πάνω στο πως ένας μεγάλης ηλικίας άνθρωπος βλέπει την οικογένειά του, τον ίδιο του τον εαυτό. Την ατομική του αξιοπρέπεια.
Από πλευράς μυθιστορηματικής δομής, η Πέτροβιτς επέλεξε μια φόρμα επιστολικής καταγραφής, διανθισμένης όμως με ενδιάμεσες παρεμβολές διαλόγων όπου επεξηγούνται γεγονότα που εντάσσονται εντός της επιστολής – εξομολόγησης.
Με αυτό τον τρόπο απέφυγε  κουραστικές ίσως αναφορές σε λεπτομέρειες  του παρελθόντος, ενώ παράλληλα οι σκέψεις των νεαρών ηρώων της μπορεί εύκολα να υιοθετηθούν από αναγνώστες παρόμοιας ηλικίας και έτσι ο καθένας τους να αναζητήσει στο βαθμό που επιθυμεί περισσότερες ή όχι επεξηγήσεις.