11.10.19

Γράφω γιατί έγραψα το "Τριστάνος και Ιζόλδη - Μια ιστορία των γλάρων"
















Ως αναγνώστης μου αρέσει να διαβάζω μυθιστορηματικές βιογραφίες.
Ως συγγραφέαw, όμως, ποτέ ένα ιστορικό πρόσωπο δεν με οδήγησε στην απόφαση να στηριχτώ στη ζωή του και να δημιουργήσω ένα δικό μου έργο.
Ώσπου μια μέρα -λίγα χρόνια πιο πριν- θυμήθηκα εκείνους τους μυθιστορηματικούς ήρωες που ως παιδί  και έφηβος είχα γνωρίσει και είχαν σταθεί μια από τις μεγάλες αιτίες και τη λογοτεχνία να αγαπήσω και εγώ ο ίδιος να αποφασίσω να ασχοληθώ με τη συγγραφή.
Και για να γίνω πιο σαφής, ας αναφέρω ενδεικτικά τον Ρομπέν των Δασών, την Ρεβέκκα, τον Γιάννη Αγιάννη και τον Ιαβέρη, τους Τέσσερεις (!) Σωματοφύλακες και την Μυλαίδη… Κι άλλους αρκετούς, ακόμα.
Και σκέφτηκα πως όπως για μένα έτσι και για πολλούς άλλους αναγνώστες αυτοί όλοι οι ‘χάρτινοι’ ήρωες υπήρξαν και πρότυπα που πάνω τους στηρίχτηκαν oi μελλοντικές προσωπικότητες όσων ως παιδιά τους διάβαζαν. Άρα, τί σημασία αν δεν πέρασαν από τη ζωή με σάρκα και οστά; Ζήσανε μέσα στο τυπωμένο χαρτί. Οπότε…
Ναι -αποφάσισα- να ξεκινήσω μια μυθιστορηματική  βιογραφία ενός από αυτούς.
Κι όπως ο κάθε άλλος μυθιστοριογράφος ιστορικών προσωπικοτήτων που ως ένα βαθμό στηρίζεται στα ιστορικά γεγονότα, ενώ ως ένα άλλο βαθμό αυθαιρετεί, καθώς αναπλάθει από το άτομο που κάποτε έζησε ένα ήρωα που εντός ενός λογοτεχνικού έργου ζει (πχ πόσο ο «Μαγγελάνος» που ο Τσβάιχ έγραψε στα χρόνια του Μεσοπόλεμου είναι ταυτόσημος με τον Μαγγελάνο που  έζησε γύρω στα 1500 μ.Χ.;), έτσι κι εγώ τόλμησα να ανασυνθέσω με την ιδιότητα του μυθιστοριογράφου τις ζωές δυο -ίσως είναι οι πρώτοι μυθιστορηματικοί ήρωες της Δύσης- διαχρονικών ηρώων. Γαργαντούας του Ραμπελαί και Δον Κιχώτης του Θερβάντες.
Για να μπορέσω να αναπλάσω τις δυο αυτές προσωπικότητες αποφάσισα να δημιουργήσω εγώ το πρόσωπο εκείνο που θα αφηγείτο τις ζωές τους. Κι έτσι κάτω από την κατά κάποιο τρόπο καθοδήγηση  για μεν τον Γαργαντούα ενός υπηρέτη του και για τον Δον Κιχώτη του πιστού σκύλου του, ολοκλήρωσα τις μυθιστορηματικές βιογραφίες τους.
Στο βαθμό που γνωρίζω, αυτή την τεχνική διασκευής κλασικών κειμένων, στην Ελλάδα τουλάχιστον, δεν έχει κάποιος πιο πριν χρησιμοποιήσει. Είναι μια ενδιαφέρουσα -πιστεύω- τεχνική καθώς αφ’ ενός χαρίζει στον συγγραφέα μια ελευθερία συγγραφής, ενώ αφ’  ετέρου δεν τον αφήνει και να αυθαιρετήσει.
Μετά από τα δυο αυτά πρώτα βιβλία, αποφάσισα να αναζητήσω τους νέους μου ήρωες  σε ακόμα πιο παλιά χρόνια. Κι έτσι κατέληξα στον θρύλο του Τριστάνου και της Ιζόλδης.

                                     ******

Η ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης ακούστηκε για πρώτη φορά, ως προφορική αφήγηση, τον 11ο αιώνα. Ήταν μια από τις διηγήσεις που πρόσφεραν ψυχαγωγία στους κουρασμένους από τις συνεχείς διαμάχες ιππότες.
Πολύ σύντομα όμως αγαπήθηκε και από ένα πλατύτερο κοινό και άρχισε να καταγράφεται από διάφορους συγγραφείς της εποχής εκείνης.
Σε κάθε της πάντως παραλλαγή παρέμενε μια ιστορία έρωτα, αλλά και προκαταλήψεων, όπως και σατιρικού σχολιασμού πολιτικών καταστάσεων.
Σήμερα έχουν φτάσει στα χέρια μας δυο κυρίως αποσπασματικές μορφές αυτής της ιστορίας, έτσι όπως τις κατέγραψαν ο Μπερούλ και ο Τομάς. Πάνω στο έργο του Τομάς, ο Γερμανός ποιητής Γκόττφριντ φον Στράσμπουργκ συνέθεσε μια δική του μυθιστορηματική διασκευή που θα αποτελέσει, εκεί γύρω στο 1857, τη βάση για το λιμπρέτο της ομώνυμης όπερας του Βάγκνερ.
Πολλές ακόμα διασκευές έχουν υπάρξει.
Το 1900 ο Μπεντιέ διέσωσε όλα τα σωζόμενα κείμενα και θέλησε να τα συνδυάσει σε μια ενιαία μορφή.

* * *
Τηρουμένων των αναλογιών, ο έρωτας του Τριστάνου και της Ιζόλδης είναι προάγγελος στη λογοτεχνική ιστορία της Δύσης του έρωτα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας.
Τι άραγε, όμως, είναι εκείνο που κρατά ζωντανό αυτό τον θρύλο που αναφέρεται σε έναν μεγάλο, όσο και τραγικό, έρωτα μιας τόσο μακρινής εποχής;
Και πόσο τελικά μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια νέα διασκευή προσαρμοσμένη στις αναγνωστικές διαθέσεις ενός σύγχρονου νεανικού και όχι μόνο κοινού;
Σε αυτά τα ερωτήματα ζήτησα τη συμβολή του δικού μου αφηγητή. Που τούτη τη φορά ήταν ένας… Γλάρος.
Οι γλάροι είναι ιδιότυπα πουλιά και πάνω σε ένα από αυτούς τόλμησα να εναποθέσω δικές μου σκέψεις και δικές μου ανησυχίες. Και έτσι του εμπιστεύθηκα την αφήγηση αυτής της ερωτικής  (αν και όχι μόνο) ιστορίας. Και μάλιστα να δώσει και τον υπότιτλο στο βιβλίο :
«Τριστάνος και Ιζόλδη – Μια Ιστορία των Γλάρων»
Ο σημερινός αναγνώστης είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένος με ιστορίες που στηρίζονται σε θρύλους του Μεσαίωνα και με πρόσωπα που έλκουν την καταγωγή τους από ήρωες εκείνων των χρόνων -από τις πλέον επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές είναι κάποιες όπως το Game of Thrones ή το Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών..
Θεωρώ, λοιπόν, πως μπορεί με άνεση να πλησιάσει τον κόσμο μέσα στον οποίο ζήσανε ο Τριστάνος και η Ιζόλδη. Μα παράλληλα προσπάθησα με τη δική μου διασκευή να φωτίσω τις πράξεις και τις προθέσεις των κεντρικών προσώπων του μεσαιωνικού κειμένου με τον προβληματισμό ενός συγγραφέα που γράφει τον 21ο αιώνα.
 Οι χαρακτήρες των λογοτεχνικών έργων του μακρινού παρελθόντος πιστεύω πως μπορούν να φτάσουν ως τις μέρες μας και να προσαρμοστούν στον τρόπο σκέψης και στις αναζητήσεις ενός αναγνώστη που παρακολουθεί τις τηλεοπτικές σειρές που πιο πριν ανέφερα. Την ίδια βέβαια στιγμή που και θα διατηρούνε όλον εκείνο τον δυναμισμό συναισθημάτων που τις κράτησε σε μια διαχρονική επικαιρότητα.
Κεντρικός φορέας, λοιπόν,  αυτής της λογοτεχνικής διασκευής  είναι ένας γλάρος.
Μέσα από τη δικιά του –συχνά σκωπτική– ματιά ακολούθησα τους δυο ερωτευμένους νέους και με τους δικούς του σχολιασμούς θέλησα να αποδείξω πως τα μεγάλα συναισθήματα, αλλά και οι ποταπές προθέσεις, πάντα υπάρχουν, αλλά είναι στο χέρι μας να επιλέξουμε αυτά που πιστεύουμε πως αξίζει να υποστηριχτούνε.
Για λόγους συγγραφικού ήθους θεωρώ το έργο μου αυτό ως διασκευή κάποιου άλλου. Μα στην ουσία υπάρχω μέσα στις λέξεις και στις φράσεις του με τόσο προσωπικό τρόπο όπως και σε κάθε άλλο κείμενο που θα είχα γράψει και θα αφορούσε την μυθιστορηματική εξιστόρηση του πάθους ανθρώπων που κάποτε ζήσανε.
Μα -το είπαμε- και οι διαχρονικοί λογοτεχνικοί ήρωες αποτελούν μέρος της εξέλιξης της ανθρώπινης σκέψης, σχεδόν το ίδιο αποτελεσματικά  όπως και τα πρόσωπα που με τις πράξεις τους σφράγισαν  την ανθρωπότητα και τον Πολιτισμό της.















28.9.19

Εικονογραφημένο βιβλίο – Μετεξελίξεις και Προοπτικές


-         Βαγγέλη Ηλιόπουλος – Βασίλης Παπατσαρούχας
                   «Τί είμαι εγώ;»
-         Αρετή Καράμπελα
                   «Μαμά, πού είσαι;»
              Εικονογράφηση Daniela Iride Murgia

                 Εκδόσεις Κόκκινη Κλωστή Δεμένη

                         Γράφει ο Μάνος Κοντολέων



Η εκδοτική παρουσία των βιβλίων για παιδιά και νέους, τόσο ως προς τη θεματική τους, όσο και ως προς τον τρόπο συγγραφής , αλλά και έκδοσής τους μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως  μια μορφή διαγράμματος του τρόπου που η κοινωνία στο σύνολό της αντιδρά.
Υπενθυμίζω ως επιβεβαίωση  αυτής της άποψης πως η απελευθέρωση των κειμένων για παιδιά από τον διδακτισμό που κάποτε τα καταπίεζε παρουσιάστηκε κατά την περίοδο  όπου και η ελληνική κοινωνία έβγαινε από τον βραχνά της επτάχρονης δικτατορίας. 
Στη συνέχεια και μέσα στην εικοσαετία 1980 -2000, όπου η κοινωνία αναζητούσε μια νέα έκφραση με ποικίλες θετικές και μη απόψεις, τα βιβλία για παιδιά και νέους στην πλειοψηφίας τους αφέθηκαν στην ελευθερία νέων θεμάτων και σε μια προσπάθεια -άλλοτε αποτελεσματική, κάποτε έως και απλώς μιμητική-  να πλησιάσουν τα επιτεύγματα των αντίστοιχων βιβλίων στις χώρες της Δύσης.
Ο νέος αιώνας με αργούς ρυθμούς οδήγησε σε μια οδυνηρή  προσγείωση των λίγο ή πολύ αίολων προσδοκιών ευμάρειας, ενώ προς ώρας  αναζητά τη σιγουριά σε μια τάση συντηρητικοποίησης  ιδεών και απόψεων. 
Πολύ γενικά όλα αυτά, αλλά δεν νομίζω πως απέχουν ιδιαιτέρως  από ένα διάγραμμα πορείας των ελληνικών πραγμάτων και σίγουρα πάντως μπορώ να ισχυριστώ πως καταγράφουν και την πορεία των βιβλίων για παιδιά  και εφήβους από το τέλος του ’70 έως το’ 20 που σε λίγο έρχεται.
Δεν είναι παράξενο το πως συμπορεύονται οι κοινωνικές εκφράσεις με τις συγγραφικές και εκδοτικές  παρουσίες των βιβλίων που αφορούν (και) μικρούς σε ηλικία αναγνώστες.
Η κοινωνία έχει στραμμένη την προσοχή της προς το παιδί και κάθε δική της κατάφαση  ή άρνηση πρώτα απ΄ όλα επεμβαίνει σε ότι καταναλώνεται από αυτό.
Πρώτες σκέψεις τα πιο πάνω, για να θέσω ίσως ένα προβληματισμό που θα βοηθούσε σε μια διαφορετική προσέγγιση  του πως από τις εκδόσεις του τέλους του ’70 έχουμε φτάσει σε αυτές των ημερών μας.
Τότε κυκλοφορούσαν κυρίως μυθιστορήματα και λιγότερα και σαφώς ‘φτωχότερα’ εικονογραφημένα. Σήμερα το μυθιστόρημα για παιδιά συρρικνώθηκε  στην καλύτερη περίπτωση  σε νουβέλες, ενώ ανθίζουν κυριολεκτικά τα βιβλία με πολύχρωμη  και πολύ σύγχρονη εικονογράφηση.
Δεν θα ήταν καθόλου εκτός πραγματικότητας αν κάποιος ισχυριστεί πως  σήμερα  ο κεντρικός συντελεστής στα βιβλία για παιδιά δεν είναι τόσο ο συγγραφέας, όσο ο εικονογράφος. Και βέβαια κάτι τέτοιο  μπορεί κανείς να το διαπιστώσει ακόμα κι αν διατρέξει τα βιογραφικά σημειώματα συγγραφέων και εικονογράφων. Ενώ οι πρώτοι στην πλειοψηφία τους (πάντα  με μια τέτοια πλειοψηφική στάση  καταγράφω τα γεγονότα, αναγνωρίζοντας και την ύπαρξη σημαντικών εξαιρέσεων) είναι εκπαιδευτικοί ή άνθρωποι που δεν έχουν σπουδάσει τη συγγραφή, οι δεύτεροι έχουν να παρουσιάσουν πολύχρονες σπουδές σε ελληνικά και ξένα κέντρα εικονογράφησης.
Αλλά η εικόνα με άλλον τρόπο διαμορφώνει την προσωπικότητα του παιδιού και με άλλο τρόπο ο λόγος.
Σε κάθε περίπτωση και για να αποφύγουμε  τις όποιες παιδαγωγικές και ψυχολογικές υποθέσεις που έχουν να κάνουν με το πως θα είναι οι νέες γενιές, ας κρατήσουμε αυτήν την κυριαρχία της εικόνας στα βιβλία για παιδιά.
Οι σκέψεις αυτές ξεκίνησαν καθώς έφτασαν στα χέρια μου δυο αληθινά πανέμορφες εκδόσεις δυο εικονογραφημένων βιβλίων για παιδιά. Και τα δυο κυκλοφορούν από ένα σχετικά νέο, αλλά δυναμικό εκδοτικό οίκο και μάλιστα της περιφέρειας. Οι εκδόσεις «Κόκκινη κλωστή δεμένη» έχει έδρα της την Πάτρα και ιδρύθηκαν το 2008.
Αρκετά είναι τα βιβλία που έχουν τη δική τους σφραγίδα και ανάμεσα στους Έλληνες συγγραφείς που έχουν εκδώσει έργα τους  είναι και ονόματα  όπως της Λότης Πέτροβιτ, της Ελένης Σβορώνου , του Μάκη Τσίτα, του Βαγγέλη Ηλιόπουλου, του Βασίλη Κουτσιαρή και άλλων λιγότερο ή περισσότερο γνωστών συγγραφέων, αλλά και εικονογράφων όπως ο Νικόλας Ανδρικόπουλος, η Κατερίνα Βερούτσου, η Ίρις Σαμαρτζή, η Φωτεινή Τίκκου, η Ντανιέλα Σταματιάδη, ο Βασίλης Παπατσαρούχας κ.α
Ο Βασίλης Παπατσαρούχας, λοιπόν, είναι ο εικονογράφος του ενός από τα βιβλία που πρόσφατα φτάσανε στα χέρια μου. Το κείμενο στο συγκεκριμένο βιβλίο –«Τί είμαι;» είναι ο τίτλος του- το υπογράφει ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος.
Έχουμε , λοιπόν δυο δημιουργούς απολύτως καταξιωμένους με ένα όμως διαφορετικό προφίλ ο καθένας τους. Αρκούντως πρωτοποριακός ως προς τις εικονογραφήσεις του ο Παπατσαρούχας, περισσότερο κοντά σε ένα πλατύτερο  κοινό ο Ηλιόπουλος. Η συνεργασία τους, λοιπόν, μπορεί κανείς να πει πως ξαφνιάζει. Αλλά ξαφνιάζει ακόμα περισσότερο καθώς οι δυο δημιουργοί δηλώνουν πως  δεν ήταν ο συγγραφέας που πρώτος ξεκίνησε να γράφει την ιστορία και ακολούθησε ο εικονογράφος για να την εικονογραφήσει, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Προϋπήρξαν οι εικόνες  και πάνω σε αυτές  στηρίχτηκε  ο λόγος.
Πείραμα που και στο παρελθόν έχει επιχειρηθεί (θυμάμαι κάπου εκεί στα 1980,  έλληνες συγγραφείς να γράφουν ιστορίες βασισμένες σε πίνακες γνωστών ζωγράφων) αλλά που στην εποχή μας με την τόσο έντονη διάθεση ταύτισης  μορφής και περιεχομένου με τις απαιτήσεις  ενός  αρκούντως μεγάλου κοινού, το συγκεκριμένο εγχείρημα  μπορεί να αναγνωριστεί και ως τόλμημα.
Οι πίνακες του Παπατσαρούχα διαθέτουν μια  εκρηκτική πολυσυλλεκτικότητα μορφών, σχημάτων και προσώπων που είναι ανοικτοί σε διάφορες προσεγγίσεις. Και αυτή την πολλαπλότητα προσεγγίσεων ο Ηλιόπουλος θέλησε να ολοκληρώσει με τις λέξεις του κι έτσι έγραψε σελίδες με ποιητικούς συμβολισμούς – Μοναξιά αβάσταχτη, απ΄ την απέραντη σιωπή. Ήθελα λόγια. Χρειαζόμουν τις λέξεις οπωσδήποτε…
Αυτό που χρειάζεται τις λέξεις είναι το παραμύθι που μπορεί αν τις κερδίσει και να παρηγορήσει και να επαναστατήσει και να αναγνωρίσει την ταυτότητά του.
Κείμενο ποιητικό, συμβολικό που αναζητά τις πολλαπλές μορφές που έχει το παραμύθι, την ίδια ώρα που οι πίνακες (γιατί περί πινάκων ζωγραφικής πρόκειται) του Παπατσαρούχα με σουρεαλιστική διάθεση χαρίζουν στο παραμύθι τη μορφή ενός κοριτσιού.
Μια πολύ πρωτότυπη έκδοση που ίσως να αξίζει να την εντάξουμε κι αυτήν σε παρόμοιες άλλες (λίγες σίγουρα αλλά σημαντικής αισθητικής) που επιχειρούν να  (επάνα-) ξεκινήσουν την προσπάθεια να αντιμετωπισθεί το εικονογραφημένο βιβλίο ως αντικείμενο που δεν αφορά μόνο τα παιδιά, αλλά και τον  κάθε καλλιεργημένο ενήλικα.
Το δεύτερο βιβλίο που έφτασε στο σπίτι μου από τις εκδόσεις «Κόκκινη Κλωστή Δεμένη» έχει τον τίτλο «Μαμά, που είσαι;» και είναι το πρώτο  βιβλίο για παιδιά που έχει γράψει η Αρετή Καράμπελα (έχει προηγηθεί μια συλλογή διηγημάτων, η οποία μάλιστα και ιδιαίτερα προσέχτηκε από κάποιους κριτικούς)  Το έχει εικονογραφήσει η Daniela Iride Murgia (για την οποία η έκδοση δεν περιέχει κανένα βιογραφικό ή άλλο στοιχείο)
Η ιστορία έχει να κάνει με τις σκέψεις της μικρής ηρωίδας -αφηγήτριας μετά από τον ξαφνικό θάνατο της μητέρας της σε ένα δυστύχημα.
Θέμα δύσκολο που η συγγραφέας το διαχειρίζεται με σωστές επιλογές αντιδράσεων τόσο της μικρής όσο και του πατέρας της αλλά και του στενού τους οικογενειακού κύκλο. Η γλώσσα διαθέτει το ύφος ενός παιδιού -πάντα βέβαια μέσα σε μια σύμβαση συγγραφικής υποχρέωσης να εκφραστούν πολύπλοκες αντιδράσεις  με όσο το δυνατόν λιγότερο πολύπλοκο (ή να θέτε παιδικό) τρόπο
Η εικονογράφηση είναι πλούσια, αλλά  αν και μοντέρνα εντούτοις δεν προσφέρει την εικαστική έκπληξη.
Μα εδώ έχω και μια γενική όσο και ουσιαστική παρατήρηση -η μορφή της έκδοσης δεν ταυτίζεται με το κείμενο. Μεγάλο σχήμα από τη μια που παραπέμπει σε βιβλία για μικρά παιδιά, αλλά από την άλλη σελίδες φορτωμένες με την εξιστόρηση της ιστορίας τυπωμένης με μικρά στοιχεία.
Πόσο πιο πολύ θα ανάπνεε η αφήγηση και με πόση μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα θα συναντούσε  τους αναγνώστες για τους οποίους έχει γραφτεί  (από 9 ή και 10 χρονών και πάνω) και που αξίζει να την διαβάσουνε, αν ήταν σε μικρότερο  σχήμα και με λιγότερες εικόνες.
Ίσως -για να επανέλθω στους προβληματισμούς τους οποίους στην αρχή κατέθεσα- ο σχεδιασμός της έκδοσης να έγινε κάτω από την πίεση πως βιβλία με εικονογραφημένη μορφή ταιριάζουν περισσότερο στις απαιτήσεις ενός κοινού που δεν θέλει μεγάλες αφηγήσεις.
Όπως και να το κάνουμε διανύουμε μια περίοδο όπου η εικόνα επιλέγεται πριν από τις λέξεις και αυτό σαφώς επηρεάζει και την εκδοτική παραγωγή.  Αλλά μπορεί μια τέτοια τακτική (σε εποχή όπου παιδιά και μη κατακλύζονται από την εικονογραφημένη απεικόνιση της ζωής) να θεωρηθεί και ως μια προσπάθεια να διατηρηθεί το είδος εκείνου του ανθρώπου που το ονομάζουμε ‘αναγνώστη’ -τουλάχιστόν αυτό πιστεύει φίλη καλή και άνθρωπος με πείρα και γνώση στο χώρο αυτών των εκδόσεων.

Πρώτη ανάρτηση:

Γιώτα Κ. Αλεξάνδρου «Όταν παίζαμε για τη νίκη Καραγκιόζη μου»


Γιώτα Κ. Αλεξάνδρου
«Όταν παίζαμε για τη νίκη Καραγκιόζη μου»
Ζωγραφιές : Αχιλλέας Ραζής
Εκδόσεις Ελληνοεκδοτική



Για τα παιδιά που γεννήθηκαν λίγο πριν ή λίγο μετά από το 2010 -για τα παιδιά εκείνα, δηλαδή που πηγαίνουν  στο Δημοτικό- τα ιστορικά γεγονότα  του 20ου αιώνα καταγράφονται στην ‘μαθησιακή τους εμπειρία’  ως έχοντα την ίδια απόσταση με το 1821 ή το 1922.
Αυτό συμβαίνει όχι μόνο γιατί η αντίληψη της έννοιας του χρόνου δεν έχει εμπεδωθεί σε άτομο μικρής ηλικίας, αλλά και γιατί αυτά τα παιδιά -τα σημερινά δεκάχρονα- δεν έχουν δίπλα τους πρόσωπα του άμεσου και στενού τους οικογενειακού περιβάλλοντος τα οποία και θα τους αφηγούνταν τις προσωπικές εμπειρίες τους. Ας μην ξεχνάμε πως οι σημερινοί μαθητές του Δημοτικού μπορεί  να έχουν γονείς που μήτε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου ζούσαν.
Ένας αποτελεσματικός τρόπος να φέρουμε κοντύτερα τους μικρούς αυτούς μαθητές με την πρόσφατη ιστορία,  είναι να δώσουμε μια λογοτεχνική διάσταση στην αφήγηση αυτών των γεγονότων.
Σε μια τέτοια περίπτωση έχουμε βιβλία που χρησιμοποιούν λογοτεχνικές τεχνικές (χωρίς απαραιτήτως αυτά να είναι και καθαρώς λογοτεχνικά κείμενα) για να χαρίσουν μια συναισθηματική φόρτιση -άρα και αμεσότερη κατανόηση- σε σημαντικές στιγμές του χτες.
Και ως βιβλία γνώσεων θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε, αν και αυτού του είδους τα βιβλία θα πρέπει να αποφεύγουν την χρησιμοποίηση φωτογραφιών, αλλά αντίθετα να επιχειρούν τη συνύπαρξη λογοτεχνικής  περιγραφής με αντίστοιχη εικαστική.
Η Γιώτα Αλεξάνδρου, μια δυναμική παρουσία στο χώρο του βιβλίου για μικρά παιδιά, εξασκεί παράλληλα και το επάγγελμα της νηπιαγωγού. Γνωρίζει, λοιπόν, με διττό τρόπο το πως θα μπορέσει να ενημερώσει τους μαθητές για την ιστορία.
Και αυτό κάνει με τούτο, το τελευταίο της βιβλίο.
Το Αλβανικό Μέτωπο και η Κατοχή -ό,τι δηλαδή συμβολίζει η γιορτή της 28ης Οκτωβρίου- είναι το θέμα που η Αλεξάνδρου αποφάσισε να το κάνει γνωστό στα παιδιά.
Χρησιμοποιεί τα μέλη της οικογένειας ενός καραγκιοζοπαίχτη (έτσι μάλιστα κάνει και πιο συμπαθητικά χαρακτηριστικούς  τους ήρωές της) και με μια αφήγηση αρκούντως από τη μια επιλεκτική ως προς τα κεντρικά ιστορικά σημεία , αλλά και έξυπνα ελλειπτική ώστε να αποφεύγει την κούραση της λεπτομέρειας, απλώνει την εξιστόρηση εκείνων το γεγονότων και  στη συνέχεια αφήνει τις εικόνες να ολοκληρώσουν  τόσο τη συναισθηματική φόρτιση του αναγνώστη, όσο και την τεκμηρίωση της ζωής του τότε.
Ο Αχιλλέας Ραζής, ταλαντούχος ζωγράφος και βραβευμένος εικονογράφος είναι αυτός που υπογράφει την εικαστική ταυτότητα της έκδοσης.
Βιβλίο, λοιπόν, με αισθητική θέση και παράλληλα βιβλίο παροχής πληροφοριών. Πιστεύω πως θα φανεί ιδιαίτερα χρήσιμο στους εκπαιδευτικούς που κάθε χρόνο έχουν να μυήσουν τους μαθητές τους στο πάθος του  Έπους του 40 και στον πόνο της Γερμανικής Κατοχής.

26.9.19

Larry Tremblay "Ο πορτοκαλεώνας"





Ο πορτοκαλεώνας
Larry Tremblay
μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου
Αρμός

Ο Λαρρύ Τραμπλαί γεννήθηκε το 1954 στο Σικουτιμί του Κεμπέκ και ζει στο Μόντρεαλ. Είναι λογοτέχνης, σκηνοθέτης και ηθοποιός. Ιδιαίτερα δραστήριος και στους τρεις τομείς με τους οποίους ασχολείται, διακρίνεται για τη διάθεσή του να τολμά την αντιμετώπιση έντονα κοινωνικών θεμάτων μέσα από ένα βαθύ και ουσιαστικό ψυχαναλυτικό πλησίασμα των ηρώων του. Βιβλίο του στην Ελλάδα κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 2010 – μια συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο Πίρσινγκ, από την Άγρα.
Ο πορτοκαλεώνας είναι ένα μυθιστόρημα βασισμένο σε ένα από τα πλέον τραγικά –και επαναλαμβανόμενα– πολιτικά φαινόμενα της εποχής μας. Τα άτομα που αποφασίζουν –ή επιλέγονται– να περιζωθούν με εκρηκτικά και στη συνέχεια να πυροδοτήσουν τον μηχανισμό σε πολυσύχναστα μέρη, οδηγώντας στον θάνατο πλήθος αθώων.
Σε μια περιοχή –που μέσα στο μυθιστόρημα δεν κατονομάζεται– επικρατεί ένας πολεμικός διχασμός. Ένα βουνό είναι το όριο που διαχωρίζει δυο λαούς διαφορετικών ηθών και θρησκείας. Τα δυο κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος –οι δίδυμοι Αμέντ και Αζίζ– θα δούνε νεκρούς, ύστερα από έναν βομβαρδισμό, τον παππού και τη γιαγιά τους, ενώ σχεδόν παράλληλα ο ένας από αυτούς θα διαγνωστεί πως πάσχει από θανατηφόρο αρρώστια του αίματος.
Οι αντάρτες που ελέγχουν την περιοχή τους χρησιμοποιούν μεθόδους τρομοκρατίας για να επιτεθούν στους αντιπάλους τους από την άλλη πλευρά του βουνού και επιλέγουν τον έναν από τους δίδυμους –και μάλιστα αυτόν που δεν είναι άρρωστος– για να τον στείλουν με εκρηκτικά ζωσμένο να προκαλέσει τρομοκρατικό κτύπημα στην περιοχή των αντιπάλων τους.
Πάνω σε αυτόν τον καμβά της αφήγησης, ο Τραμπλαί ξεδιπλώνει μια σειρά προβληματισμών που αναμειγνύουν τον θρησκευτικό φανατισμό με την υποδούλωση της ελεύθερης σκέψης του ατόμου, το μητρικό ένστιχτο με την αδελφική συμπαράσταση, την προσωπική συνειδητοποίηση του θανάτου με την παράλογη άρνηση κάθε πρότασης προς συμβιβασμό και συνύπαρξη.
Αν και κυριαρχεί η σχέση των δυο αδελφών με την τόσο διαφορετική μοίρα, αν και η πλοκή στηρίζεται στην απόφαση των διδύμων να αμφισβητήσουν τις εντολές που καθορίζουν τη ζωή και τον θάνατό τους, τελικά όλο το έργο αποκτά μια άλλη διάσταση στο τρίτο πλέον μέρος. Όταν η δράση μεταφέρεται σε άλλη χώρα και ύστερα από κάποια χρόνια. Κι εκεί –σε χώρα ελεύθερη και δημοκρατική– θα είναι η Τέχνη του θεάτρου που θα προσφέρει την κάθαρση στον ήρωα, ενώ θα δώσει και την ευκαιρία στον ίδιο τον συγγραφέα (καθώς εμμέσως πλην σαφώς ταυτίζεται με ένα νέο πρόσωπο που εισβάλλει στη δράση) να αναζητήσει και να καταγγείλει τις ευθύνες αυτής της ίδιας της ελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας.
Γιατί η βία γεννά βία. Γιατί η αποδοχή της βίας φέρνει την αποσιώπηση κάθε ατομικής και συλλογικής ευθύνης. Γιατί, εντέλει, αυτό που έγινε σήμερα είναι παρόμοιο με ό,τι είχε συμβεί χτες και πριν από έναν χρόνο, πριν από εκατό χρόνια, χίλια…
Ένα μυθιστόρημα έντονα φορτισμένο με πολιτικούς προβληματισμούς, αλλά και με ιδιαίτερη τεχνική προικισμένο σε ό,τι αφορά την ανάλυση των χαρακτήρων. Σπάνιες συγγραφικά οι στιγμές όπου οι δίδυμοι αποφασίζουν οι ίδιοι για την τύχη τους, το ίδιο σπάνιας αισθαντικότητας και οι γραμμές όπου αντιπαρατίθεται η οικογενειακή ευτυχία με την φανατισμένη αγνόηση κάθε συναισθήματος.
Θέλω και κάτι ακόμα να σημειώσω σχετικά με το έργο αυτό. Το θεωρώ ως ένα αληθινό διαμάντι crossover μυθιστορήματος. Έχουμε νέους ηλικιακά ήρωες μέσα σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο, στον οποίο καλούνται να βρούνε ή όχι τη θέση τους.
Με την άρτια δομή και γλώσσα, με τον ευρηματικό τρόπο μυθιστορηματικής ένδυσης ενός σύγχρονου ζητήματος, Ο πορτοκαλεώνας αποδεικνύει –όσο κι αν δεν έχει εκδοθεί κάτω από αυτόν τον χαρακτηρισμό– πως αυτό το είδος του μυθιστορήματος μπορεί και να αγγίζει ένα πλατύ ηλικιακά κοινό, αλλά και να αναζητά σε βάθος τις ποικίλες εκφράσεις διαχρονικών αξιών.

Πρώτη δημοσίευση:

24.9.19

Πριν τρία χρόνια, η Γαλάτεια ...




Πριν τρία χρόνια, η Γαλάτεια ...μας αποχαιρέτησε;









Τρία χρόνια συμπληρώνονται από τότε που η Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη δεν είναι πια μαζί μας κι εγώ επιστρέφω 60 περίπου χρόνια πίσω, τότε, την Άνοιξη του 1960 όπου και πρωτογνώρισα τη Γαλάτεια
Έτυχε εκείνη και οι γονείς μου να έχουν αγοράσει διαμερίσματα στην ίδια πολυκατοικία κι έτσι βρέθηκα να συγκατοικώ μαζί της.
Ήμουνα δεκατεσσάρων χρονών και από τότε φανατικός αναγνώστης της λογοτεχνίας, ενώ και τα πρώτα μου κείμενα είχαν δημοσιευτεί στο περιοδικό «Διάπλαση των παίδων».
Η ιδέα και μόνο πως θα ζούσα ένα όροφο πιο κάτω από κάποιον που έγραφε βιβλία, με ξετρέλανε. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Και ήταν φυσικό να περιμένω με αγωνία να γνωρίσω κι εγώ αυτήν την μοναδική κυρία Γαλάτεια -τότε ακόμα- Γρηγοριάδου
Δεν χρειάστηκε να περιμένω και τόσο. Το σπιτικό της οικογένειας Γρηγοριάδου ήταν πολύ φιλόξενο και ένα απόγευμα η πολυπόθητη πρόσκληση ήρθε.
Μπήκα στο σπίτι μιας συγγραφέας!
Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση ήταν η τεράστια βιβλιοθήκη που έπιανε όλο τον τοίχο του καθιστικού.
Και μετά η ίδια η οικοδέσποινα. Πληθωρική στον τρόπο που με αγκάλιασε, το κοσμητικά επίθετα διαδέχονταν το ένα το άλλο. Και βέβαια φιλόξενη. Εκείνη την πρώτη επίσκεψη τη διαδέχτηκαν πολλές άλλες. Σχεδόν καθημερινές.
Μιλούσαμε πολύ και για πολλά. Για κάθε γεγονός η Γαλάτεια είχε άποψη. Και τις περισσότερες φορές μια άποψη αρκούντως προσωπική και ιδιαιτέρως πρωτότυπη.
Δίπλα της έμαθα να διαβάζω κριτικά και παθιασμένα, δίπλα της έμαθα το τι σημαίνει να γράφεις. Πολύ σύντομα θα γινόταν εκείνη που θα άκουγε σχεδόν πρώτη από όλους τα δικά μου κείμενα.
Ατέλειωτα τα απογεύματα που χτυπούσα το κουδούνι της για να περάσω κάποιες ώρες στο σπιτικό τους.
Ώρες τόσο απρόσμενα ενδιαφέρουσες. Άλλοτε οι δυο μας να διορθώνουμε τα γραπτά της, άλλοτε εκείνη να με ακούει να διαβάζω δικά μου κείμενα και να με κάνουν οι παρατηρήσεις της να πιστεύω πως έμελλε να γίνω ο νέος Κάφκα. Άλλοτε να γνωρίζω νέους ανθρώπους –ποιητές, μουσικούς, ζωγράφους.
Η ίδια η Γαλάτεια και τα γραπτά της υπήρξαν το πρώτο μου συγγραφικό σχολείο. Κι έπρεπε να κάνω ειλικρινά μεγάλη προσπάθεια για να μπορέσω να ξεφύγω από το δικό της ύφος.
Κάποια στιγμή ενηλικιώθηκα συγγραφικά. Έμελλε η ενηλικίωση μου αυτή να ξεκινήσει με παραμύθια Ποτέ μου δεν είχα σκεφτεί πως κάποτε εγώ θα έγραφα παραμύθια και ιστορίες για παιδιά. Ίσως να ήταν η συμβίωσή μου με τη Γαλάτεια μου με έκανε να χαράξω το δρόμο που τελικά και ακολούθησα.
Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα της ρήξης. Ο συγγραφέας γιος έπρεπε να «γκρεμίσει» τη συγγραφέα μητέρα του. Ρήξη πληθωρική και τόσο ανακουφιστική.
Επιτέλους μπορούσα να αποκτήσω τα προσωπικά συγγραφικά μου χαρακτηριστικά και αμέσως μετά να επανακαλύψω τον άνθρωπο που θα γινότανε ένας από τους πιο ζεστούς και στενούς μου φίλους.
Στη Γαλάτεια οφείλω πολλά. Από τα χρόνια της δεκαετίας του ’60 μέχρι σήμερα -ναι, μέχρι και σήμερα!
Ποια είναι αυτά; Μπορώ τάχα να τα απαριθμήσω όλα; Να πω, λοιπόν, για το πάθος της λογοτεχνίας, για το ότι με το παράδειγμά της μου επιβεβαίωσε την άποψη πως η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος ζωής. Η λογοτεχνική πράξη –τόσο ως συγγραφή, όσο και ως ανάγνωση- αποτελεί ένα στοιχείο καθημερινότητας –κι αυτό η Γαλάτεια που το έμαθε. Μου γνώρισε τους τρόπους να είμαι επαγγελματίας συγγραφέας –υπεύθυνος, συνεπής, ειλικρινής. Η Γαλάτεια σεβότανε τις απόψεις των άλλων. Μπορεί να εξέφραζε έντονα τις απόψεις της, αλλά παράλληλα σεβότανε και την αντίθετη άποψη του άλλου και της αναγνώριζε την αξία της. Η Γαλάτεια δεν ζήλευε –χαιρότανε με το κάθε έργο που κάποιος άλλος έγραψε κι εκείνη την κέρδισε. Μεγάλα μαθήματα όλα αυτά. Η Γαλάτεια πίστευε στους νέους και τους βοηθούσε –έμαθα το ίδιο να κάνω κι εγώ. Η Γαλάτεια σεβότανε την παράδοση –πόσες φορές δεν κουβεντιάσαμε με ανοιχτή διάθεση για έργα παλαιών συγγραφέων. Η Γαλάτεια πίστευε στην παράδοση (κάποιοι ίσως να την χαρακτηρίσανε και συντηρητική), αλλά πιστέψτε με ήταν από τους πιο ροκ τύπους που έχω ποτέ συναντήσει.
Τελικά το πιο μεγάλο της προσόν ήταν … Μια μοναδική, έντονη προσωπικότητα.
Περάσανε τρία χρόνια που δεν είναι πια μαζί μας. Υπάρχουν όμως τα βιβλία της.
Και αφού αυτά υπάρχουν… Αφού υπάρχουν οι δάσκαλοι και οι γονείς που μεγάλωσαν με τα βιβλία της και με αυτά μεγαλώνουν τους τα δικά τους παιδιά… Ε, η Γαλάτεια ζει!... Και θα ζει…

7.9.19

Αρχαιολογικά Παραμύθια



Εύη Παπαδοπούλου
Σειρά : Αρχαιολογικά Παραμύθια
«Το όνειρο του Νικία και της Μελίτης»
«Το ημερολόγιο των άστρων»
«Η υπόσχεση της Λευκής Θεάς»
Εικονογράφηση: Κατερίνα Βερούτσου
 Εκδόσεις Πατάκη

Τα βιβλία για παιδιά -είτε τα καθαρώς λογοτεχνικά, είτε και εκείνα που χαρακτηρίζονται ως Βιβλία Γνώσεων- έχουν συχνά βασίσει τις αφηγήσεις τους πάνω σε θέματα της μυθολογίας ή και της αρχαία ιστορίας μας.
Ένας κόσμος πλούσιος σε γεγονότα και χαρακτήρες είναι αυτός που μας έχει κληροδοτηθεί και που είναι απολύτως φυσιολογικό να αποτελεί την πρώτη ύλη μιας νέας αφήγησης από τους σύγχρονους συγγραφείς της παιδικής λογοτεχνίας.
Αλλά το παιδαγωγικό σύστημα με την οποία οι νεοέλληνες γνωρίζουν την πολιτιστική τους κληρονομιά, δεν προτρέπει τους δημιουργούς (αλλά και τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς)  να αντιμετωπίσουν το παρελθόν με μια κάπως ελεύθερη ως προς την απόδοσή του άποψη. 
Έτσι, λοιπόν, η χρήση του σε μια νέα μυθιστορηματική σύνθεση δεν τολμά -εμποδίζεται πιο σωστά- να το δει με πλέον ανθρώπινες διαστάσεις, αντίθετα το αντιμετωπίζει με μια διάθεση στερεοτυπικής προσέγγισης -κυρίως σε ότι αφορά τα πρόσωπα. Αυτά παρουσιάζονται πάντα ή με παράτολμα επιτεύγματα  ή με συμβολικές προσεγγίσεις.
Ελάχιστα είναι το λογοτεχνικά βιβλία για παιδιά που επανατοποθετούν ήρωες και συμβάντα της μυθολογίας και της αρχαιότητας. Ελάχιστα -και πρόχειρα μου έρχεται ένα μόνο στο νου. Το μυθιστόρημα «Το σκλαβάκι της Κνωσού» της Ελένης Κατσαμά (Εκδ. Πατάκη)
Σίγουρα δεν θα είναι το μόνο, αλλά επίσης βέβαιο είναι πως τα γεγονότα και οι χαρακτήρες που φτάνουν στα παιδιά από τους αρχαίους χρόνους μέσα από σημερινά μυθιστορήματα και άλλες διηγήσεις βραχείας φόρμας,  εξαντλούνται σε μια σχηματική περιπέτεια (συνήθως αρχαιοκαπηλίας) ή σε μια καλυμμένη με λογοτεχνικό ένδυμα απλοϊκή καταγραφή γεγονότων.
Αλλά αν θέλει κάποιος να μυήσει ένα παιδί στις συνθήκες ζωής των αρχαιολογικών χρόνων, χωρίς να κινδυνεύει να περιγράψει στερεοτυπικούς χαρακτήρες, ίσως θα έχει νόημα να στραφεί πρώτα στο αρχαιολογικό γεγονός και στη συνέχεια να προσπαθήσει  ενός αυτού του γεγονότος  να τοποθετήσει τους ήρωές του. Με άλλα λόγια να μην είναι πρωταγωνιστής ο άνθρωπος, αλλά η περίοδος και ακόμα πιο συγκεκριμένα ένα γεγονός αυτής της περιόδου.
Πάνω σε αυτήν την τόσο απλή, μα και τόσο αποδοτική και γόνιμη ιδέα η Εύη Παπαδοπούλου έχει γράψει αυτές τις τρεις ιστορίες που κυκλοφορούν ξεχωριστά η κάθε μιας τους κάτω από τον γενικό τίτλο «Αρχαιολογικά Παραμύθια».
Αρχαιολόγος η ίδια, εξηγεί στο προλογικό σημείωμα:
«Τα Αρχαιολογικά Παραμύθια αποτελούν πρωτότυπες ιστορίες, βασισμένες σε αληθινούς αρχαιολογικούς χώρους και ευρήματα, με απώτερο σκοπό τους την πρόσληψη γνώσης για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό με έναν απλό, ευχάριστο και μοναδικό στο είδος του τρόπο -το παραμύθι.»
Κρατώ από το μέρος αυτό του εισαγωγικού σημειώματος δυο λέξεις -χώρος και παραμύθι.
Η συνύπαρξη αυτών των δύο αυτόματα αφήνει ελεύθερο το συγγραφικό ερέθισμα να εκφρασθεί. Ο χώρος είναι δεδομένος και έρχεται η φαντασία να του χαρίσει μια νέα διάσταση στην προσέγγισή του.
Ο κάθε είδους διδακτισμός υποχωρεί, εξαφανίζεται. Ο χώρος διατρέχει τους αιώνες και γίνεται προσπελάσιμος από τον σημερινό αναγνώστη καθώς φιλοξενεί  χαρακτήρες που αν και μέσα στις κοινωνικές δομές του τότε ζούνε και πράττουν, αναπνέουν με  τις συνθήκες που ανασαίνει ο σημερινός άνθρωπος.
Τα τρία βιβλία της σειράς βασίζονται: στα Πύθια των Δελφών, στο ναυάγιο των Αντικυθήρων και στο ανάκτορο της Πύλου. Οι ήρωές τους δεν είναι πρόσωπα ιστορικά. Αλλά κινούνται εντός της Ιστορίας.
Ο αναγνώστης κατά κάποιο τρόπο τους γνωρίζει προσωπικά,  συμπάσχει μαζί τους. Κι έτσι οι χώροι δράσης δεν είναι πια απλώς εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, αλλά πεδία όπου κάποιοι άνθρωποι σε αυτούς  τους χώρους κάποτε και ζήσανε και ερωτεύτηκαν και ονειρευτήκανε και δημιουργήσαν.
Οι τρεις ιστορίες έχουν την τύχη να στολίζονται  με τις ασπρόμαυρες συνθέσεις της Κατερίνας Βερούτσου, αλλά πάνω απ΄ όλα έχουν προικιστεί με μια ιδιαίτερα πλούσια γλώσσα.
Τυχαία επιλέγω κάποιες φράσεις:
Για μέρες πολλές τριγύρναγε στα δάση, με μάτια λουσμένα από δάκρυα, κουβαλώντας απόγνωση στην ψυχή της. Κι όταν ξέπνοη καθόταν  να ξαποστάσει, μεταμόρφωνε το παράπονο και τον λυγμό της σε μελωδία.
Δεν θέλω να γενικεύσω, αλλά και δεν μπορώ να μην επισημάνω το γεγονός πως αυτές οι τόσο ποιοτικές λογοτεχνικές ιστορίες έχουν γραφτεί από μια αρχαιολόγο. Καμιά φορά η έκπληξη έρχεται από εκεί που δεν την περιμένει κανείς… Ή μήπως -για κάποιους λόγους που δεν είναι του παρόντος να σχολιαστούν- θα έπρεπε να το αναμέναμε;


Πρώτη ανάρτηση:

2.9.19

Συνέντευξη στο Η Πόλη Ζει




Υπάρχει μία πρόταση που έχετε γράψει που να μπορεί να αντικαταστήσει τη ζωή σας; (σαν να συστήνεστε δηλαδή)
-         Από τη χρονιά που έγραφα το μυθιστόρημα «Μάσκα στο φεγγάρι» έχω επιλέξει τη φράση Τίποτε από εμένα δε φαίνεται. Είναι μια φράση που χαρακτηρίζει τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος μου και που προέχεται από την μετάφραση του «Άμλετ» από τον Γιώργο Χειμωνά.   Την επέλεξα γιατί πιστεύω πως απόλυτα εκφράζει εμένα -τόσο ως συγγραφέα, όσο και ως άτομο.


Βιβλία για παιδιά ή για μεγάλους; Τι σας αρέσει περισσότερο να γράφεται;
-         Και πάλι με φράσεις που υπάρχουν στην ιστοσελίδα μου (www.kontoleon.gr) θα σας απαντήσω.  Όταν είμαι -ή θέλω να είμαι- αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά. Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους. Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες.
Και πιστέψτε με, δεν μπορώ να καταλάβω πως δεν υπάρχουν περισσότεροι συγγραφείς που να γράφουν  και για μικρούς και για μεγάλους. Η γραφή είναι μια μορφή επικοινωνίας με τους άλλους. Και γύρω μας υπάρχουν άτομα διαφορετικών ηλικιών. Με όλα θέλω να συνομιλώ, αφού άλλωστε προτού γίνω ενήλικας υπήρξα και παιδί και έφηβος.
Ποιο είναι το αγαπημένο σας βιβλίο και γιατί; (από αυτά που έχετε γράψει)
-         Δύσκολα ξεχωρίζει κανείς κομμάτια της ψυχής του. Κι αν το κάνει, είναι μια εντελώς προσωπική του άποψη. Δε νομίζω πως θα πρέπει ενδιαφέρει τους αναγνώστες μου ποιο εγώ αγαπώ περισσότερο από τα βιβλία μου. Αφού άλλωστε έχω αναγνωρίσει το δικαίωμα -την εξουσία πιο σωστά- των αναγνωστών μου να έχουν τις δικές τους επιλογές και να κάνουν τις δικές τους κατατάξεις.


Αν μπορούσατε να διαλέξετε ένα, ποιο θα ήταν αυτό, να μπορείτε να γράφεται χρησιμοποιώντας την τέχνη της παρατήρησης ή να γράφεται με τη ψυχή σας;
-         Γράφω σημαίνει κατανοώ… Ή τουλάχιστον προσπαθώ να κατανοήσω και τον άλλο, μα και τον ίδιο τον εαυτό μου. Αλλά παράλληλα η γραφή είναι και μια ιδιαιτέρως απαιτητική κατασκευή. Οπότε και η λογική και το συναίσθημα συνοδοιπορούν κατά τη διάρκεια της συγγραφής του κάθε κειμένου.


Μπορεί ένας νέος του σήμερα να ζήσει καθαρά και μόνο από τη λογοτεχνία ή και με κάποιο άλλο παρακλάδι της;
-Ναι , νομίζω πως σήμερα θα μπορούσε. Αλλά όσο κι αν αυτό δείχνει να έχει μια ελευθερία ως προς το να συνυπάρχει η έκφραση του ταλέντου σου με τις ανάγκες βιοπορισμού σου, από την άλλη μπορεί να είναι και μια μορφή υποδούλωσης της ελεύθερης έκφρασης στην κατ΄ ανάγκη καθημερινή ενασχόληση με το συνταίριασμα των λέξεων. Προσωπικά από τα 40 χρόνια  συγγραφικής μου ενασχόλησης, κοντά στα 30 από αυτά έχω καταφέρει να συνταιριάζω την υπαλληλική οντότητα με τη συγγραφική παρουσία. Συχνά μου ήταν βαρύ το φορτίο αυτό. Αλλά και πολλές φορές με κρατούσε σε μια συγγραφική ελευθερία.



Τεχνολογία και λογοτεχνία πώς (από)συνδέονται;
-         Όπως πάντα τα καταφέρνανε να συνυπάρχουν. Λογοτεχνία και τεχνολογία έχουμε και στα έργα του Βερν, έχουμε και στα έργα του του Κλάρκ ή του Κινγκ. Η τεχνολογία είναι που καθορίζει τη ζωή μας και η λογοτεχνία καταγράφει τις αντιδράσεις μας.


Εσείς διαβάζεται e-book;
-Σπάνια. Αν και όλα μου σχεδόν τα έργα μπορεί κάποιος να τα διαβάσει και σε ηλεκτρονική μορφή. Αλλά εγώ ανήκω σε μια γενιά που έχει εξοικειωθεί  με το χαρτί. Ο εγγονός μου θα έχει αποκτήσει μια παρόμοια σχέση με την οθόνη. Δε με προβληματίζει κάτι τέτοιο. Για μένα σημαντικό είναι να εξακολουθούν τα άτομα να θέλουν να αφηγηθούν και να τους αφηγηθούνε.


Πώς φαντάζεστε το μέλλον του βιβλίου σε δέκα χρόνια;
-Νομίζω πως για τα επόμενα δέκα χρόνια σημαντικές αλλαγές δε θα γνωρίσουμε. Για τα επόμενα είκοσι ή πενήντα;… Ποτέ μου δεν κατάφερα να γράψω έργο επιστημονικής φαντασίας.

Πώς άραγε θα είναι ένα βιβλιοπωλείο το 2100;
-Ζω το 2019… Και θέλω τα βιβλιοπωλεία που επισκέπτομαι να έχουν όσα περισσότερα γίνεται βιβλία από αυτά που σε μένα αρέσουν.


Ο Μάνος Ελευθερίου είχε πει, «Τα τραγούδια που 'χω γράψει τα φοβάμαι / μήπως βγούνε κάποια μέρα αληθινά», πιστεύεται το ίδιο και για τα γραπτά-βιβλία σας;
-Εφέτος και καθώς συμπληρώνονται 40 χρόνια συγγραφικής μου παρουσίας, έγραψα με ένα διαφορετικό τρόπο το πρώτο μου βιβλίο. Διαφορετικό ως προς τις τεχνικές αφήγησης και δόμησης. Όχι ως προς τις ιδέες. Αυτά που τότε υπερασπιζόμουνα, εξακολουθούν να θέλουν την υποστήριξή μου. Κι αυτό με κάνει να λυπάμαι. Είναι συχνά κουραστικό μια επανάσταση να μην ολοκληρώνεται… 


Εσείς τι μουσική ακούτε; Γράφεται με “συνοδεία” μουσικής;
-Αν ακούω μουσική (συχνά το κάνω, αλλά όχι και πάντα) είναι συνήθως προκλασική. Επιλογές από του youtube.


Με τι θα ανταλλάζεται ένα βιβλίο που έχετε γράψει;
-Γιατί να το ανταλλάξω; Αν χρειάζεται να αφιερώσω σε κάποιον ένα  βιβλίο μου, θα γράψω ένα νέο.


Πείτε μου τρία επαγγέλματα που θα ήσασταν σε μία άλλη ζωή; (πέρα από τη λογοτεχνία δηλαδή)
-Ηθοποιός, ζωγράφος, ψυχαναλυτής… Ή και μπορεί ναυτικός, ορειβάτης, αστροναύτης…



Πού συχνάζετε στην Αθήνα;
-Δεν κυκλοφορώ πολύ. Μένω και κάπως μακριά από το κέντρο. Αλλά έτσι κι αλλιώς η ζωή στο σπίτι μου αρέσει. Γράφω, διαβάζω, σερφάρω, τηλεφωνώ και τα βράδια βλέπω ταινίες.

Πρώτη ανάρτηση:
Γιώργος Ιατρίδης

7.8.19

Ο Πέδρο και ο Πορτοκαλεώνας





Δυο βιβλία τόσο ανόμοια μεταξύ τους που και γι αυτό αποδεικνύουν πως η λογοτεχνία μήτε μπαίνει σε καλούπια αξιολογήσεων, μήτε όμως και αμφισβητεί το γεγονός πως τελικά η διαφορετικότητα είναι η μάνα της δημοκρατικής ανάγνωσης.
Γράφει ο Καλημέρης: "Αν κάποιος θέλει να ερμηνεύσει ένα κείμενο, είναι καλό να γνωρίζει πως το ασυνείδητο σκέφτεται και μιλάει" και με κάποια τέτοια λόγια χάριζει ένα βιβλίο που δένεται μαζί σου και γίνονται τα λόγια του σκέψεις σου και έτσι αδιαφορείς αν πρέπει να το κατατάξεις στα μυθιστορήματα ή στα φιλοσοφικά δοκίμια.
Αλλά από την άλλη πλευρά της Υδρογείου, ο Tremblay έρχεται και σου υπενθυμίζει πως... "Όχι, ούτε λόγο χρειάζεσαι ούτε λογική, για να κάνεις αυτό που πιστεύεις πως είναι το καθήκον σου" και με μια τέτοια θέση γράφει ένα μυθιστόρημα για την τρομοκρατία που σπαράζει από ανθρωπιά και ενδοσκόπηση.
Δυο βιβλία -και τα δυο με σοφία γραμμένα.
"Οι πιο όμορφες ιστορίες είναι αυτές που στο τέλος σου δωρίζουν τη μοναξιά του κενού" -ισχυρίζεται ο Πέδρο. Και μέσα στον Πορτοκαλεώνα κάποιος σε παρηγορεί: "Σου μιλώ κι έχω την ειρήνη στο στόμα"
Αναγνώσεις ενός γκαστρωμένου καλοκαιριού.

29.7.19

40 χρόνια... Έψαχνα πάντα τον Άλλον



Μια ιστορία του Φιοντόρ * Οι δυο τους κι άλλοι δυο
Γάντι σε ξύλινο χέρι * Το 33 * Πέτρινα καθίσματα


-Μάνος Κοντολέων : 40 χρόνια… Έψαχνα πάντα τον Άλλον-

                         Από τις Εκδόσεις Πατάκη


Ναι, έψαχνα αυτόν τον άλλον, γιατί ήθελα -α, πόσο το ήθελα!-  κι από αυτόν να με αναζητήσει.

                                                       *******
Μια ιστορία του Φιοντόρ
Ένα μυθιστόρημα για την αποδοχή του άλλου. Μια ιστορία που ξεκινά από ένα βιβλίο του Ντοστογιέφσκι για να αγγίξει τον σύγχρονο αναγνώστη.

Οι δυο τους κι άλλοι δυο
Ένα μυθιστόρημα που ψάχνει να ενώσει δυο γενιές, δυο εποχές… Ένα πατέρα με την κόρη του… Μπορεί όμως και μια κόρη με τον πατέρα της

Γάντι σε ξύλινο χέρι
Μια συλλογή διηγημάτων -ιστορίες παιδιών μιας γειτονιάς. Καθημερινές στιγμές του χτες, που όμως θα πλάσουν τους ενήλικες της επόμενης μέρας

Το 33
Ένα μυθιστόρημα που… ‘ακούει’ το τι λένε οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του. Τα γεγονότα που προηγούνται μιας οικογενειακής κρίσης. Και τελικά ποιος θα αποφασίσει για το τέλος της ιστορίας;

Πέτρινα καθίσματα
Μια συλλογή διηγημάτων -όλα εμπνευσμένα από αρχαίες τραγωδίες. Από την Ιφιγένεια στην Ανδρομάχη και στον Ρήσο, από τον Φιλοκτήτη στον Προμηθέα, από την Ελένη στην Άλκιστη. Πρόσωπα του αρχαίου δράματος που φτάνουν στις μέρες μας μέσα από μια νέα αφηγηματική υπόσταση.


26.7.19

Μιχάλης Μακρόπουλος «Μαύρο Νερό»


Μιχάλης Μακρόπουλος
«Μαύρο Νερό»
Εκδόσεις Κίχλη




Ο Μιχάλης Μακρόπουλος έχει αποφασίσει πως ο συγγραφικός τόπος του είναι η ορεινή και άγονη περιοχή της Ηπείρου -τα ξεχασμένα χωριά του Πωγωνίου.
Κάπου εκεί ήταν και ο τόπος όπου διαδραματιζότανε η ιστορία της προηγούμενης νουβέλας  της  «Τσότσιγια» και αυτός είναι και πάλι ο χώρος που ζούνε οι ήρωες του νέου βιβλίου.
Ένας πατέρας κι ο ανάπηρος γιος του, με όπλο την αγάπη που τρέφουν ο ένας για τον άλλον, παλεύουν να επιβιώσουν σ' ένα χωριό που ερημώνει, στα βουνά της Ηπείρου. Γύρω τους έχει συντελεστεί μια οικολογική καταστροφή* το νερό πλέον δεν πίνεται, τα ζώα και τα φυτά είναι δηλητηριασμένα.
Με αυτά τα λόγια (δάνειο από το οπισθόφυλλο της έκδοσης) ο αναγνώστης ξεκινά την ανάγνωση και πολύ σύντομα θα αφεθεί στη γοητεία μιας αφήγησης που είναι απόλυτα χρωματισμένη με μαύρες και γκρι αποχρώσεις.
Μια σκοτεινή ιστορία επιβίωσης ανθρώπων που ένα απόμακρο κράτος τους εγκαταλείπει αφού πρώτα τους έχει αφαιρέσει το παρελθόν τους. Ο τόπος τους υπήρξε θύμα μιας αλόγιστης μα και αποτυχημένης  τεχνολογικής εκμετάλλευσης και εκεί όπου κάποτε μια μικρή κοινωνία ζούσε τώρα έχουν απομείνει ελάχιστα άτομα – όλοι τους ηλικιωμένοι και γέροι και μαζί τους ένας ανάπηρος έφηβος.
Μια χούφτα άνθρωποι που σε πείσμα κάθε τεχνοκρατούμενης λογικής αρνούνται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Σχεδόν όλοι τους -ο καθένας με τη σειρά του- θα προτιμήσουν στον τόπο τους να πεθάνουν, όχι μόνο γιατί δεν έχουν με άλλον διαφορετικό τρόπο  μάθει να ζούνε, αλλά γιατί αισθάνονται πως στην ουσία δεν υπάρχουν αν αποκοπούν από το ταπεινό μα ολότελα δικό τους παρελθόν.
Μια κοινωνία που αντιστέκεται ή που αυτοκτονεί;
Ο Μακρόπουλος  δεν θέλει να πάρει θέση. Καθώς περιγράφει τις αποφάσεις του καθενός, δείχνει πως τις σέβεται είτε αυτές οδηγούν στον συμβιβασμό είτε στην ολοκληρωτική άρνηση.
Γιατί τελικά οι άνθρωπος που γεννήθηκε μέσα στην παρθένα Φύση τη δική της μοίρα ακολουθεί -όταν αυτή συμβιβάζεται, συμβιβάζεται  κι εκείνος, όταν αυτή αντιστέκεται ή πεθαίνει, το ίδιο κι αυτός πράττει.
Μα πέρα από μια τέτοια ανάγνωση της νουβέλας, αξίζει νομίζω να επιχειρήσει κανείς και μια συγκριτική σε σχέση με την «Τσότσιγια».
Στη νουβέλα του 2017 οι πρωταγωνίστριες είναι μια μάνα και μια κόρη που βρίσκονται αντιμέτωπες με μια φαλλοκρατική καταπίεση εντός οικογενειακής δομής. Εκεί τη λύση – κάθαρση θα τη φέρει μια άλλη γυναικεία μορφή που θα έχει τα διακριτικά ονειρικής παρουσίας.
Στο «Μαύρο Νερό» έχουμε άντρες ως πρωταγωνιστές οι οποίοι θα αντιμετωπίσουν την αναλγησία μιας κοινωνίας που με φαλλοκρατική υπεροψία ασεβεί. Αλλά και πάλι τη λύση – κάθαρση θα τη φέρει μια γυναίκεια μορφή. Όχι όμως με μεταφυσική οντότητα, αλλά απολύτως γήινη.
Ο Μακρόπουλος -αυτή τη συγκριτική  ανάγνωση των δύο κειμένων επιλέγω- προκρίνει ως κατάθεση λύτρωσης απέναντι σε μια  ατομική ή συλλογική βίαιη ανδροκρατούμενη συμπεριφορά, τη θηλυκή οντότητα -θεά, όραμα ή γυναίκα έστω και άρρωστη.
Είναι χαρακτηριστικές οι τελευταίες φράσεις στο «Μαύρο Νερό»
Μέσα στη νύχτα, εκείνη μπήκε στην κάμαρα το Πατέρα και πλάγιασε δίπλα του
«Είμαι άρρωστη», του ‘πε σιγανά. Κι έπειτα: «Όσο κρατήσει…»
Πέρα από την όποια μορφής ανάγνωση, το κείμενο διαθέτει τη γνωστή λιτή μα και δυνατή γραφή του Μακρόπουλου. Μα και την ελεγχόμενη συναισθηματικότητά του.
Γραφή ορεινή -κάπως έτσι θα τη χαρακτήριζα.

 Πρώτη ανάρτηση: