20.7.17

Ντεπό του Γιώργου Σκαμπαρδώνη


Πρώτη δημοσίευση: http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/7480-depo


Γιώργος Σκαμπαρδώνης
«Ντεπό»
Διηγήματα
Εκδόσεις Πατάκη


Αν ένα μυθιστόρημα ξεδιπλώνει μέσα σε κάποιον αριθμό σελίδων και με μια διάθεση σύνθεσης των επιμέρους γεγονότων ή συναισθηματικών καταστάσεων, την ιστορία της ζωής ενός ανθρώπου (πχ. Το ‘Συνταγματάρχης Λιάπκιν» του Καραγάτση)  ή τις κοινωνικές / πολιτικές συνθήκες που διαμόρφωσαν τις ζωές πολλών ανθρώπων (πχ. Το ‘Κιβώτιο’ του Αλεξάνδρου), τότε μπορούμε να ισχυριστούμε πως μια συλλογή διηγημάτων έχει ένα παρόμοιο στόχο με τη διαφορά πως χρησιμοποιεί διαφορετικά μέσα.
Το κάθε διήγημα της συλλογής λειτουργεί μεν με μια αυτονομία,  αλλά η σύνθεση γεγονότων και συναισθημάτων ολοκληρώνεται με μια συνεργασία των επί μέρους κειμένων.
Με άλλα λόγια μια συλλογή διηγημάτων μπορεί να διαβαστεί και ως ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Με τη διαφορά πως κρατά για τον εαυτό της το δικαίωμα αυτή την ‘σπονδυλική στήλη’ να την υλοποιεί με διάφορους τρόπους.
Με την εξαίρεση των συλλογών όπου συνυπάρχουν διηγήματα του ίδιου μεν συγγραφέα αλλά που έχουν γραφτεί με την ευκαιρία διαφόρων προτάσεων ή προκλήσεων, τα λογοτεχνικά βιβλία που φιλοξενούν ολιγοσέλιδα κείμενα αξίζει αυτά τα τελευταία και να έχουν γραφτεί, αλλά και να διαβάζονται ως μέρη ενός συνόλου.
Έτσι έχουμε συλλογές διηγημάτων που αναφέρονται σε τύπους μιας κοινωνικής ομάδας (πχ. ‘Κάτι θα γίνει θα δεις’ του Χρήστου Οικονόμου) ή  σε προσωπικές διαδρομές (πχ ‘Τελετές ενηλικίωσης’ του Κώστα Ακρίβου) ή σε συγκεκριμένη ιστορική περίοδο ‘η συγκεκριμένο τόπο (πχ ‘Γκιακ’ του Δημοσθένη Παπαμάρκου)
Πέρα όμως από τον θεματικό άξονα που συνδέει τα επί μέρους διηγήματα μιας συλλογής, μπορούμε να αναγνωρίσουμε και συλλογές όπου ο συνδετικός κρίκος είναι η γλώσσα ή η ματιά του συγγραφέα.
Θα γίνω πλέον σαφής, καθώς θα σταθώ στο βιβλίο «Ντεπό» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη.
Ο θεσσαλονικιός συγγραφέας έχει εκδώσει 17 λογοτεχνικά έργα από τα οποία 11 είναι συλλογές διηγημάτων.
Δικαίως, λοιπόν, μπορεί να θεωρηθεί (μαζί με τους Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο και  Σωτήρη Δημητρίου) ως βασικός εκπροσώπους των σύγχρονων ελλήνων διηγηματογράφων.
Ο Σκαμπαρδώνης (με θητεία στη δημοσιογραφία) ξέρει να ανιχνεύει όχι μόνο το περίβλημα με το οποίο ένας άνθρωπος κυκλοφορεί ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους, αλλά επιλέγει αυτό το περίβλημα να το χρησιμοποιήσει για να καταγράψει εσώτερα συναισθήματα και κρυφές σκέψεις.
Σχεδόν σε όλα του τα έργα οι ήρωες του προέρχονται από την μεσαία, την μικρομεσαία τάξη και συχνά από το χώρο του υποκόσμου. Πρόσωπα καθημερινά –άλλα συμπαθητικά, άλλα απωθητικά- μπαίνουν κάτω από την έρευνα της συγγραφικής ανάλυσης του Σκαμπαρδώνη και πλησιάζουν τον αναγνώστη τους αναζητώντας αν όχι την κατανόησή του, σίγουρα πάντως την αναγνώρισή τους εκ μέρους του.
Η τεχνική με την οποία ο συγκεκριμένος συγγραφέας επιτυγχάνει το ζωντάνεμα των ηρώων του, πέρα από την όποια ικανότητα παρατήρησης  διαθέτει, στηρίζεται σε δυο βασικούς συγγραφικής τεχνικής πυλώνες.
Ο πρώτος έχει να κάνει με την λεπτομερή ανάλυση πραγμάτων που συνήθως τα ξέρουμε αλλά δεν τα γνωρίζουμε.
Παράδειγμα στη συλλογή «Ντεπό» είναι το διήγημα «Τα απογεύματα των πολυελαίων»
Εδώ, την όλη εξιστόρηση των συναισθημάτων του τέλους των δυο κεντρικών προσώπων –του συνταξιούχου ταχυδρόμου και της ηλικιωμένης χήρας πλούσιου επιχειρηματία- ο Σκαμπαρδώνης τη χτίζει από τη μια με λεπτομερή περιγραφή των καθημερινών δρομολογίων του ταχυδρόμου στους δρόμους μιας πόλης που συνεχώς αλλάζει και από την άλλη στην αναλλοίωτη ομορφιά κρυστάλλων που συνθέτουν κάποιους πολυέλαιους.
Μέσα από  αντικείμενα –σπίτια ή φωτιστικά- ο αναγνώστης γνωρίζει τα πρόσωπα.
Ένα ακόμα παράδειγμα είναι και το διήγημα «Αρώματα Αερολιμένος». Εδώ η φθορά σωμάτων και συναισθημάτων θα γίνει ακόμα πιο εμφανής καθώς ο συγγραφέας προτιμά αντί να μιλήσει διεξοδικά για το παρελθόν των δύο κεντρικών ηρώων του (πρώην εραστών) να αφιερώσει το μεγαλύτερο αριθμό λέξεων σε μια αναπάντεχη περιπλάνηση στη μαγεία των οσμών της σύγχρονης βιομηχανίας αρωμάτων.
Να, λοιπόν, ο πρώτος πυλώνας της τεχνικής του διηγηματογράφου Σκαμπαρδώνη. Η λεπτομέρεια στρέφεται όχι στο άτομο, αλλά σε ότι αυτό το άτομο χρησιμοποιεί ή έλκεται.
Ο δεύτερος άξονας της διηγηματογραφίας του συγγραφέα αυτού είναι η γλώσσα.
Άγανη καταχνιά αιωρούνταν αυτήν την ώρα, στις δέκα  το βράδυ με το λειψό φεγγάρι του Σεπτεμβρίου και τον ουρανό στο χρώμα του μαντεμιού* πλησίασε στην άκρη το γκρεμοστέφανο και είδα κάτω δεξιά τα κράκουρα και την κοίτη της χαράδρας. Απέναντι, στο βάθος ίσια, μακριά προς το χωριό, στα χαμηλώματα, διέκρινε το μικρό καλυβικό άθροισμα των τσομπάνηδων, με λίγα αναμμένα φώτα να τρεμοσβήνουν και τον άσημο ναϊσκο να λευκάζει δίπλα στα πτωχά, φαύλα κτίσματα. Απέναντι είδε να τον χλευάζει ο σκοτεινός όγκος του Ολύμπου και κάτω, αριστερά, πολύ βαθιά, να αχνοφαίνονται ανταύγειες απ΄τα  φώτα της Λάρισας.
Ο Σκαμπαρδώνης δε διστάζει να ενεργοποιήσει στο μέγιστο την ικανότητά του να χρησιμοποιεί ένα πλούσιο λεξιλόγιο, να προξενεί τον θαυμασμό του αναγνώστη με τη σκιαγράφηση του χώρου. Κι αυτό… Κι αυτό καθώς όλη η πιο πάνω περιγραφή έχει να κάνει με το τι βλέπει και αισθάνεται ένα λύκος.
Ένα λύκος που ετοιμάζεται να αναμετρηθεί με ένα τράγο.
Ακριβώς έτσι –το συναρπαστικό στοιχείο ο καλός συγγραφέας μπορεί άφοβα να το χρησιμοποιήσει για να περιγράψει συμπεριφορές ζώων. Γιατί γνωρίζει –μια γνώση που την  προσφέρει και στον αναγνώστη  του- πως οι μέγιστες αξίες και τα μεγάλα πάθη μπορεί οι άνθρωποι να τα ζούνε, αλλά είναι η ίδια η Φύση που τους τα έχει δωρίσει.
Κι έτσι μπορούμε πλέον να εντοπίσουμε το ποιος είναι ο άξονας των διηγημάτων του «Ντεπό»
Η ζωή –ο άνθρωπος, τα ζώα, οι  κατασκευές.  Όλα σε μια Αποθήκη, ένα Depot.
Διανοούμενοι, στρατιώτες, βοσκοί, εβραίοι των στρατοπέδων, μεσοαστές κυρίες και εργαζόμενες γυναίκες ασήμαντοι υπάλληλοι, τραγουδοποιοί –όλοι σε ένα depot.
Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης συνδέοντας το χτες με το σήμερα, τον άλλον με τον ίδιο του τον εαυτό, αποθηκεύει στιγμές και λέξεις… Ή μήπως λέξεις και στιγμές.

Η λογοτεχνία γνωρίζει να ακολουθεί και τη μια πορεία και την άλλη.

18.7.17

Η Κόκκινη Αλεπού στο Νησί της Ροδιάς



Καλοκαίρι και ο Μάνος ετοιμάζεται να πάει πρώτη φορά διακοπές με τον παππού και τη γιαγιά του στο Νησί. Ετσι το λένε, Νησί και κρύβει μια ιστορία μαγική, συγκινητική, τρυφερή. Σε εκείνο το νησί ο Μάνος, παρέα με τον μεγάλο Μάνο, τον παππού του θα μάθει την ιστορία του Νησιού, τη Ροδιάς και τη Ρήγισσας, θα γνωρίσει τα σποράκια και θα μπει στην παρέα τους και θα μάθει για το δίπατο σπίτι που αγκάλιασε όλα τα παιδιά του πολέμου. Θα μάθει την ιστορία αγάπης του Ρήγα και της Ροδιάς, τον πόλεμο που τους χώρισε και το πάθος της Ροδιάς να αγκαλιάσει όλα τα παιδιά.


Το βιβλίο, που αναγράφηκε στον Τιμητικό Πίνακα του IBBY (2015), εικονογραφήθηκε από τη Μυρτώ Δεληβοριά, η οποία ζωντάνεψε με τον μοναδικό της τρόπο τη Ροδιά και τους υπόλοιπους ήρωες του βιβλίου και έδωσε ζωή στο Νησί. Το ιδιαίτερο με αυτό το βιβλίο είναι πως αν και εικονογραφημένο, απευθύνεται σε παιδιά άνω των 5 ετών, που έχουν την υπομονή να ακούσουν τη μεγάλη σε έκταση ιστορία της Ροδιάς και του Νησιού της και να αντιληφθούν την εναλλαγή από την αφήγηση του τώρα στην αφήγηση του τότε. Οι πενήντα του εικονογραφημένες σελίδες δίνουν πολλά εναύσματα για συζήτηση, ενώ στο τέλος ο συγγραφέας έχει φροντίσει να συστήσει στους αναγνώστες του τα Παιδικά Χωριά SOS και το έργο τους, καθώς μέρος των εσόδων από τις πωλήσεις του βιβλίου αυτού διατίθενται στα Χωριά.

Πρώτη δημοσίευση: http://kokkinialepou.gr/sto-nisi-tis-rodias/

13.7.17

Νοσταλγία του γενέθλιου τόπου


Πρώτη ανάρτηση: http://fractalart.gr/feygei-erxetai/

Το   «Φεύγει – έρχεται» της Άννας και του Μάνου Κοντολέων είναι ένα πολλαπλά λειτουργικό βιβλίο για μικρά παιδιά εξαιρετικά επιμελημένο από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο. Το σχήμα της αντίθεσης που κυριαρχεί κειμενικά και εικονιστικά, οι αντικριστές σελίδες που σε μεταφέρουν άμεσα από το βορρά στο νότο, ακόμη και η διαφορετική ένδειξη της πυξίδας στο πάνω μέρος της σελίδας,  η προετοιμασία για το ταξίδι στην πατρίδα και η προετοιμασία υποδοχής στον γενέθλιο τόπο  με τα αντίστοιχα συναισθήματα ανυπομονησίας, χαράς, αγωνίας, οι ανόμοιες καιρικές  συνθήκες συνθέτουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται ανήλικοι και ενήλικοι πρωταγωνιστές ακόμη και  τα αγαπημένα κατοικίδια. Στην ουσία έχουμε δύο αφηγήσεις της αριστερής και της δεξιάς σελίδας, που ενώ διαπλέκονται και συναποτελούν ένα όλο δεν χάνουν την αυτόνομη αφηγηματική τους αξία. Αυτό μάλιστα θεωρώ ότι είναι και ένα δομικό εύρημα του κειμένου που  δίνει τη δυνατότητα σε φιλαναγνωστικές δράσεις που θα αναδείξουν τους χαρακτήρες, την καθημερινότητα, τον ψυχισμό των ηρώων.
 Η εικονογράφηση της Φωτεινής Τίκκου, αλλά και το όλο στήσιμο του βιβλίου διακρίνονται για την πρωτοτυπία τους, κινούν την περιέργεια  του μικρού αναγνώστη και τον προκαλούν να διευρύνει τη λεκτική αφήγηση και να συμμετάσχει και αυτός ως συνδημιουργός του κειμένου, πράγμα όχι και τόσο συχνό σε βιβλία  για παιδιά μικρής ηλικίας. Η ανάδειξη της κίνησης  και μάλιστα της αντίθετης, που γίνεται άμεσα φανερή τόσο από τον τίτλο (ακόμη και με τα αντεστραμμένα γράμματα στο έρχεται) όσο και από την εικόνα του εξωφύλλου, δηλώνεται και σε άλλες σελίδες του βιβλίου, ενώ η έννοια του ταξιδιού προοικονομείται  από το εσώφυλλο στην αρχή και στο τέλος του βιβλίο, όπου αχνοφαίνεται ο παγκόσμιος χάρτης. Έτσι το ταξίδι του μικρού Φοίβου από το Βορρά όπου ζεί με τους γονείς του που έχουν εκεί μεταναστεύσει προς τον Νότο γενικεύεται και γίνεται το ταξίδι του οποιουδήποτε μικρού πρόσφυγα.
 Το θέμα λοιπόν της μετανάστευσης απασχολεί και σ΄ αυτό το βιβλίο την Άννα Κοντολέων, όπως και στο βιβλίο της Πρίγκηπας σημαίνει Αμίρ, καθώς και τον Μάνο Κοντολέων που έχει αναδείξει το θέμα σε αρκετά μυθιστορήματά του, καθώς και σε βιβλία για μικρότερα παιδιά. Ωστόσο, η διαφορά, στο βιβλίο αυτό είναι ότι το κείμενο δεν βαραίνει από τις περιπέτειες των μικρών μεταναστών- προσφύγων που ταλαιπωρούνται απάνθρωπα για «να βρούν στον ήλιο μοίρα». Εδώ προβάλλονται κυρίως  τα συναισθήματα, ο ψυχισμός παιδιών που έχουν αποκοπεί από την ευρύτερη οικογένεια, ξαδέρφια, θείους, παππούδες που συνιστούν  το “Home sweet home”  ή την ομηρική εστία των αρχαίων, και οι ανάγκες που αυτά έχουν από την ακούσια, προφανώς μετανάστευσή τους.  Δεν έχουμε δράματα αναζήτησης νέας πατρίδας ,αλλά νοσταλγία του γενέθλιου τόπου, που αποτελεί μαζί με την οικογένεια έναν από τους συνεκτικότερους δεσμούς, ιδιαίτερα σήμερα, στους άξενους καιρούς που ζούμε. Και όλα αυτά δίχως ίχνος διδακτισμού. Ένα βιβλίο που με τρόπο απλό αλλά ευρηματικό προσεγγίζει μια άλλη πλευρά του μεταναστευτικού προβλήματος.
Άντα Κατσίκη- Γκίβαλου,

 Ομ. Καθηγήτρια Ελληνικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών 

Μαντάμ Στεφανί

Χρήστος Δεσύλλας
«Μαντάμ Στεφανί»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις  Χατζηλάκος

                        

Αρχές της δεκαετίας του ’90 γνώρισα τον Χρήστο Δεσύλλα.
Αφορμή υπήρξε η έκδοση του  δεύτερου βιβλίου του –το μυθιστόρημα  «Αχ, Αντριανή»  - που πρωτοκυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πατάκη.
Ήταν ένα χειμαρρώδες μυθιστόρημα και ακόμα και σήμερα  εξακολουθώ να πιστεύω όσα και τότε είχα γράψει: Η άνεση της γραφής, η αβίαστα πλούσια πλοκή, οι ολοζώντανοι ήρωες… Όλα αυτά είναι επόμενο να σε κερδίσουν αναγνωστικά. Και να φυτέψουν μέσα στη μνήμη σου τα πρόσωπα - ηρωίδες του μυθιστορήματος.
Από τότε μέχρι σήμερα, ο Χρήστος Δεσύλλας έγραψε κι άλλα μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων και περιπέτειες για παιδιά.
Μέσα στους πρώτους μήνες του 2017 είδε το φως της δημοσιότητας και το τελευταίο του (προς ώρας) βιβλίο – «Μαντάμ Στεφανί»
Καθώς το έπιασα στα χέρια μου και ξεκινώντας την επαφή μου μαζί του με την ανάγνωση του σημειώματος που υπάρχει στο οπισθόφυλλο, αμέσως η σκέψη μου πήγε σ΄ εκείνη την πρώτη ηρωίδα, την Αντριανή.
Όπως τότε εκείνη, έτσι και τώρα η Στεφανία  θα μας περιγράψει μια εποχή (τα κεντρικά κυρίως χρόνια του 20ου αιώνα) μέσα από την εξιστόρηση της δικής της ζωής –θα ζήσει πολλές ανατροπές στη ζωή της, με πολλούς άντρες θα συνδεθεί, σε πολλά μέρη της Ευρώπης θα ζήσει.
Έτσι, λοιπόν, ο συγγραφέας και των δύο ηρωίδων, αποδεικνύει πως το βασικό συγγραφικό του στίγμα είναι ακριβώς αυτό –η ταύτιση μιας εποχής κι ενός τόπου  με τους ανθρώπους  που ζούνε  εκείνα τα χρόνια , σ΄ εκείνα τα μέρη.
Η Στεφανία  από μοδιστρούλα θα γίνει αρτίστα. Θα ταξιδέψει, θα πλουτίσει  για να χάσει πολύ σύντομα τα πάντα. Θα γνωρίσει τη χαρά του έρωτα, την πίκρα του θανάτου, την ένταση του φόνου, την προστατευτικότητα της μητρότητας.  Μια ζωή γεμάτη από εμπειρίες. Θα την αλλάξουν;
Ο τρόπος που ο συγγραφέας περιγράφει την καθημερινότητα της ηρωίδας του είναι σε συνεχή αντιστοίχηση με εικόνες και συνθήκες των ημερών όπου τα γεγονότα συμβαίνουν.
Από τα χρόνια πριν από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έως την χλιδάτη άνθηση  της μεταπολεμικής εποχής, οι πληροφορίες άλλοτε καταγράφονται εν είδη ενημέρωσης του αναγνώστη, αλλά άλλοτε πάλι αναπνέουν μέσα στις φράσεις που έχουν να κάνουν με τις προσωπικές στιγμές των κεντρικών προσώπων.
Μα τελικά ο κόσμος άλλαξε;
Αυτή λοιπόν η συνεχής ύπαρξη – υπενθύμιση του χωροχρόνου μέσα στα μυθιστορηματικά συμβάντα αποτελεί  μια σταθερή συγγραφική τεχνική του Δεσύλλα.
Υπάρχει και μια ακόμα –σαφέστατα πλέον εμφανής.  Είναι εκείνη που φωτίζει τις αποφάσεις των ανθρώπων (γυναικών και ανδρών) σύμφωνα  με την σεξουαλική τους συμπεριφορά.
Στο βαθμό που μπορώ να γνωρίζω, ο Χρήστος Δεσύλλας πρέπει να είναι αν όχι ο μόνος, σίγουρα πάντως ένας από τους ελάχιστους έλληνες συγγραφείς που περιγράφουν με ιδιαίτερη ένταξη τη σεξουαλικότητα τόσο τη θηλυκή όσο και την αρσενική.
Οι ηρωίδες και οι ήρωες του ανήκουν στη μικρό - μεσαία κοινωνική τάξη, συχνά και στην εργατική και έτσι εκφράζουν με μια απροκάλυπτα σωματική διάσταση τις ερωτικές τους παρορμήσεις.
Μέσα από τις κλειστές γρίλιες των πατζουριών, όρμισαν οι ηλιαχτίδες σαν κλέφτες, σχηματίζοντας φωτεινές ρίγες πάνω στο σεντόνι, με τα μαλλιά της να λάμπουν χρυσαφιά σαν πατίνες παλιών κάδρων.
-Είσαι ο παράδεισός μου, του ψιθύρισε… ενώ τα νύχια της μπήχτηκαν με άγριο πάθος στις καλογυμνασμένες του σάρκες, αφήνοντας έντονα τα σημάδια τους.
-Κι εσύ το θηλυκό που ο κάθε άντρας ποθεί.
Τα μουσκεμένα σεντόνια μαρτυρούσαν την άγρια μάχη των κορμιών που είχαν για πολλή ώρα αγωνιστεί στην αρένα του πιο ακραίου πάθους
Σεντόνια, λοιπόν, που αφού πρώτα θα φιλοξενήσουν ηλιαχτίδες, μετά θα μουσκέψουν από τον ιδρώτα κορμιών που συνουσιάστηκαν.
Μια μετατροπή που τελικά οδηγεί σε συνεχή αδιέξοδα.
Ο Χρήστος Δεσύλλας ενώ αγαπά σαφώς τους ήρωές του, δεν μπορεί και να τους συγχωρέσει την τόσο αστόχαστη ανάγκη τους να υπηρετούν τις απαιτήσεις της σάρκας.
Σημείωσα  πιο πάνω την ταύτιση  ατομικών αντιδράσεων με κοινωνικές συνθήκες.
Η «Μαντάμ Στεφανί»  δηλώνει πως όπως εκείνη έφτασε στο αδιέξοδο ακολουθώντας τις μη ελεγχόμενες ηδονές, έτσι και ο κόσμος μας κάπου στο δικό του αδιέξοδο φτάνει καθώς υποκύπτει κι αυτός σε ποικίλες απολαύσεις.


7.7.17

"Φεύγει - Έρχεται" στο ....Αγαπημένα παιδικά βιβλία...

Μια απλή ματιά σε μια, συνηθισμένη πια, ιστορία μετανάστευσης.
Έτσι μας περιγράφει την ιστορία του Μάνου και της Άννα Κοντολέοντος, το οπισθόφυλλο του βιβλίου. Δεν είναι όμως μια απλή ματιά. Είναι μια βαθιά ματιά, σε κάτι που είναι πολύ περισσότερα από μια συνηθισμένη ιστορία μετανάστευσης.
Αυτό που είναι απλό, είναι η γλώσσα. Απλή και περιεκτική. Απλή και φορτισμένη. Μικρές, κοφτές προτάσεις, που σεργιανίζουν ανυπόμονες μέσα στο μυαλό των πρωταγωνιστών και κάποτε εκφράζονται κιόλας.
Δυο παράλληλες ιστορίες που συνθέτουν μια ιστορία αγάπης. Αγάπης βαθιάς. Οικογενειακής. Αγάπης κομμένης στα δυο που μετρά τις μέρες για να ξανασμίξει. Δυο πόλοι που ποθούν να ενωθούν ξανά.
Εννέα πρόσωπα, τρεις οικογένειες, που τις χωρίζει ο χάρτης και τις ενώνει η αγάπη. Πολλές οι αντιθέσεις: βορράς και νότος, ήλιος και βροχή, θλίψη και χαμόγελα. Κοινή η ανυπομονησία, η προσμονή, το νοιάξιμο...Με το μυαλό στο βορρά εκείνοι που έμειναν στο νότο, με τη σκέψη στο νότο εκείνοι που έφυγαν για το βορρά. Οι σκέψεις περιστέρια ταξιδεύουν στο χάρτη, εισβάλουν στα όνειρα και καθορίζουν τις μέρες...τις μέρες μέχρι το σμίξιμο.


Εξαιρετική η εικονογράφηση της Φωτεινής Τίκκου, καταφέρνει να ταιριάξει πολύ εύστοχα, τον τίτλο του βιβλίου με το εξώφυλλό του, και να αποτυπώσει με τη γλώσσα του χρώματος τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών. Άνθρωποι σε συνεχή κίνηση, άνθρωποι ντυμένοι ζεστά, ή ανάλαφρα, παράθυρα βροχερά και μπαλκόνια που λούζονται στον ήλιο, μυρωδιές και χρώματα συνθέτουν το "διπολικό" σκηνικό του βιβλίου. Και οι καρδιές πυξίδες, να μας βοηθούν να βρίσκουμε και να επιστρέφουμε πάντα εκεί που υπάρχει αγάπη. Ο μικρός πρωταγωνιστής της ιστορίας, θα φύγει από το Βορρά μόνος, να επισκεφτεί την οικογένεια του στο Νότο. Μα η μισή του οικογένεια θα μείνει πίσω, στο Βορρά...Κι αυτό είναι ένα μικρό αγκάθι που εμένα με πόνεσε στην ιστορία... Μα μήπως η αλήθεια δεν πονάει; Δεν πονούν όλες αυτές οι ηθελημένες ή αθέλητες ιστορίες μετανάστευσης τους πρωταγωνιστές τους; Πονούν οι άνθρωποι που τους χωρίζει ο χάρτης. Από όποια μεριά του χάρτη κι αν κοιτάξεις...

Η Αμαρτωλή Πόλη του Μάνου Κοντολέων μέσα από το πρίσμα του crossover μυθιστορήματο


Της Χρύσας Κουράκη
Διδάκτωρ Παιδικής Λογοτεχνίας ΠΤΔΕ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Υπεύθυνη
Πολιτιστικών Θεμάτων Δ/νσης Π.Ε. Ανατολικής Αττικής

Πρώτη δημοσίευση: http://keimena.ece.uth.gr/main/t25/07-kouraki.pdf



Περίληψη


Στο παρόν άρθρο γίνεται μια προσπάθεια διερεύνησης του όρου ‘crossover’ και πιο
συγκεκριμένα του όρου ‘μυθιστόρημα crossover’. Αναζητώντας τις απαρχές και την
πορεία της crossover λογοτεχνίας διαπιστώνεται πως βασικό ρόλο στον καθορισμό της
διαδραματίζει πρωτίστως ο ίδιος ο αναγνώστης και δευτερευόντως ο συγγραφέας και οι
προθέσεις του. Θεωρώντας πως η Αμαρτωλή Πόλη αποτελεί μυθιστόρημα crossover,
σύμφωνα τουλάχιστον με τη συγγραφική πρόθεση του Μάνου Κοντολέων, επιχειρείται η
διερεύνηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του και η ανάδειξη των στοιχείων εκείνων
που το καθιστούν ως τέτοιο.
Μυθιστόρημα crossover: ένας όρος καινούριος ή ένας όρος παλιός; Σίγουρα κάτι
σχετικά νέο για τα ελληνικά δεδομένα, το οποίο όμως «κουβαλάει» μια μεγάλη παράδοση
πίσω του. Αν επιχειρήσουμε να μεταφράσουμε τη λέξη «crossover» στα ελληνικά, στο
λεξικό θα βρούμε τη λέξη «μίξη» και τη φράση «ευρείας αποδοχής»1
. Παρόλο που ο όρος
εμπεριέχει και τις δύο αυτές εκδοχές, θα λέγαμε πως σε πιο ελεύθερη μετάφραση, σε ό,τι
αφορά τουλάχιστον τη λογοτεχνία, crossover είναι το λογοτεχνικό έργο που «διαπερνά»
τις γενιές, τις ηλικίες και τα λογοτεχνικά είδη (Falconer 2009, Beckett 2009). Πρόκειται,
λοιπόν, σύμφωνα με τη Falconer (2009) και τη Beckett (2009), για βιβλία κάθε είδους
(φαντασίας, κοινωνικά, περιπέτειας κλπ.), που διαβάζονται ευχάριστα από αναγνώστες
κάθε ηλικίας, καθώς η crossover λογοτεχνία γνωρίζει πως οι διαφορετικές γενιές
μοιράζονται κοινές εμπειρίες, γνώσεις, επιθυμίες και έγνοιες (Becke
tt 2009: 268) και πως
θεματικά και ο έφηβος και ο μεσήλικας γνωρίζουν το αίσθημα της μοναξιάς, της
απομόνωσης, της μη αποδοχής (Rossof, 2007). Ταυτόχρονα, μέσα από τους όρους που
προκύπτουν από αυτήν όπως “cross-writing” και “cross-reading”, αναδεικνύεται η
ποικιλόμορφη εμπλοκή των ενηλίκων στην παιδική λογοτεχνία μέσα από τις εκάστοτε
συγγραφικές και εκδοτικές επιλογές (Smith 2012: 1). Αυτό ουσιαστικά σημαίνει πως οι
γενικές και κατά βάση προβληματικές κατηγοριοποιήσεις της λογοτεχνίας σε παιδική-
εφηβική και ενηλίκων καταργούνται.
Είναι γνωστό πως από πολύ παλιά οι άνθρωποι, μικροί και μεγάλοι, απολάμβαναν
τις προφορικές αφηγήσεις και αργότερα τις γραπτές αποτυπώσεις παραμυθιών και μύθων,
που δεν προορίζονταν μόνο για παιδιά, αλλά για ένα μικτό κοινό (Beckett 2009: 4).
Αργότερα, την εποχή ακόμη που λογοτεχνία για παιδιά δεν υπήρχε, βιβλία όπως τα Ταξίδια
του Γκιούλιβερ (1726), Ο Ιβανόης (1820), Ο Φρανκεστάιν, Ο Όλιβερ Τουίστ (1837), Ο
Δαβίδ Κόπερφηλντ (1949) αγαπήθηκαν όχι μόνο από ενήλικες, αλλά και από παιδιά.
Αντίστοιχα, κείμενα όπως τα παραμύθια του Περρό (1697) ή Η Αλίκη στη χώρα των
2
θαυμάτων παρόλο που γράφτηκαν για να αφιερωθούν σε κάποιο παιδί, αγαπήθηκαν και
διαβάστηκαν πολύ και από παιδιά και από μεγάλους. Παραδείγματα τέτοιων έργων
σίγουρα υπάρχουν πολλά από παλιά (Ο Άρχοντας των δαχτυλιδιών, Ο μικρός πρίγκιπας)
μέχρι και πολύ σύγχρονα (Χάρυ Πότερ και τα βιβλία του Phillip Pullman).
Συνεπώς γίνεται φανερό, πως παρόλο που το φαινόμενο της crossover λογοτεχνίας
αναπτύχθηκε ραγδαία στον Δυτικό κόσμο κυρίως τον 21ο αιώνα με βασικό δείγμα της τον
Χάρυ Πότερ2
, οπωσδήποτε δεν είναι κάτι νέο. Αναγνώστες κάθε ηλικίας που επιλέγουν τι
θα διαβάσουν πέρα από συμβάσεις και τυπικούς διαχωρισμούς υπήρχαν, υπάρχουν και θα
υπάρχουν πάντα. Το ίδιο και συγγραφείς. Πολλοί είναι οι συγγραφείς που έγραφαν και για
μικρούς και για μεγάλους, αλλά έγιναν γνωστοί κυρίως για τα έργα τους που ανήκουν στην
Παιδική Λογοτεχνία, όπως η Louisa May Alcott, ο Roald Dahl, ο C.S. Lewis, ο Erich
Kastner κ.α. (Beckett 2009: 6). Ωστόσο, αν θέλουμε να δώσουμε την αυστηρή έννοια του
όρου «crossover συγγραφέας» (author) είναι «ο συγγραφέας που απευθύνεται σε ενήλικες
και παιδιά με το ίδιο κείμενο» (Beckett 2009: 7), παρόλο που η πλειοψηφία των crossover
κειμένων δεν είναι έργα που γράφτηκαν, εκδόθηκαν και καθιερώθηκαν για αναγνώστες
όλων των ηλικιών. Τα περισσότερα εκδόθηκαν για συγκεκριμένο κοινό και υιοθετήθηκαν
από ένα άλλο με τη διαδικασία του «cross-reading» (Beckett 2009: 7).
Το συγκεκριμένο γεγονός έχει οδηγήσει σε μια συζήτηση σχετικά με την
αναζήτηση των συνθηκών που οδηγούν παιδιά και νέους στο να διαβάζουν βιβλία που
προορίζονται για ενήλικες και το αντίστροφο. Στο πλαίσιο αυτό έχουν διατυπωθεί απόψεις
που υποστηρίζουν πως οι ενήλικοι διαβάζουν παιδική λογοτεχνία, γιατί καθώς το στοιχείο
του μύθου προσελκύει αναγνώστες κάθε ηλικίας, το crossover προσφέρει αρχέτυπα που
«μιλούν» στο υποσυνείδητο με τρόπους που δεν κάνει συχνά η λογοτεχνία ενηλίκων
(Beckett 2009: 255). Αντίστοιχα πολλοί πιστεύουν πως η νοσταλγία για την αθωότητα της
παιδικής ηλικίας είναι αυτή που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (Beckett 2009: 257). Στο ίδιο
πνεύμα κινείται και ο Byatt, ο οποίος μιλώντας σε άρθρο του το 2003 στους New York
Times για το φαινόμενο του Χάρυ Πότερ, επισημαίνει πως οι μεγάλοι διαβάζουν Χάρυ
Πότερ, γιατί ξαναγίνονται παιδιά. Η μεταμόρφωση του παιδιού σε ενήλικα και η μετάβαση
από την παιδική ηλικία στην ωριμότητα φαίνεται πως επίσης προσελκύει παιδιά, έφηβους
αλλά και ενήλικες να διαβάσουν βιβλία τα οποία στην πορεία καθίστανται crossover,
κάνοντας ορισμένους κριτικούς να μιλούν για ‘infantilization’ ή για‘adultization’
αντίστοιχα (Falconer 2009: 3, Beckett 2009: 258) .
Χωρίς να αναζητά τα στοιχεία εκείνα που οδηγούν στο φαινόμενο crossover, ο C.S.
Lewis (1952) δίνει μια νέα διάσταση για την εποχή του στην «διαηλικιακή» ανάγνωση και
συγγραφή διατυπώνοντας την άποψη πως μια παιδική ιστορία που την απολαμβάνουν
μόνο τα παιδιά είναι μια κακή παιδική ιστορία και πως αν μια παιδική ιστορία είναι η
πλέον κατάλληλη μορφή για να πει ο συγγραφέας αυτό που θέλει, τότε ο αναγνώστης που
θέλει να την ξανακούσει θα την ξαναδιαβάσει σε οποιαδήποτε ηλικία. Αντίστοιχα ο
Maurice Sendak στην τελευταία του συνέντευξη το 2012, όταν ρωτήθηκε γιατί γράφει για
παιδιά, απάντησε πως «δεν γράφει για παιδιά, αλλά απλώς γράφει και τότε κάποιος λέει
‘Αυτό είναι για παιδιά!’».
Την άποψη του Sendak φαίνεται να ενστερνίζεται εν μέρει και ο Μάνος Κοντολέων
με το βιβλίο του Αμαρτωλή Πόλη, αφού όπως λέει και ο ίδιος ολόκληρο τον πρώτο χρόνο
συγγραφής του δεν μπορούσε να αποφασίσει αν το έργο που γράφει ανήκει στη λογοτεχνία
για νέους ή σε αυτή των ενηλίκων3
. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει πως με το συγκεκριμένο
κείμενό του αποτελεί έναν crossover συγγραφέα, που πολύ συνειδητά απευθύνεται σε ένα
ποικίλο αναγνωστικό κοινό αναγνωρίζοντας πιθανώς αυτό που η Harju αποκαλεί
‘crossover continuum’ (Harju: 365), μια φιλοσοφία δηλαδή που αναγνωρίζει και εξερευνά
τη συνέχεια των ανθρώπινων εμπειριών ανάμεσα στα διάφορα στάδια της ζωής.
3
Ποια είναι όμως τα στοιχεία εκείνα που χαρακτηρίζουν ένα μυθιστόρημα ως
crossover; Σύμφωνα με την Beckett (2009: 258-265) το θέμα της μεταμόρφωσης του
παιδιού σε ενήλικα, η μίξη των λογοτεχνικών ειδών, η σύνθετη πλοκή, οι σύνθετοι,
αμφιλεγόμενοι χαρακτήρες, η ποικιλία αφηγηματικών τεχνικών και η απουσία taboo
αποτελούν κοινά χαρακτηριστικά των μυθιστορημάτων που διαβάζονται τόσο από
εφήβους όσο και από ενήλικες. Καθώς τα χαρακτηριστικά αυτά συναντώνται και στην
εφηβική λογοτεχνία, αλλά και σε οποιοδήποτε καλό λογοτεχνικό έργο, στο παρόν άρθρο
θα επιχειρήσουμε να διακρίνουμε τα ιδιαίτερα στοιχεία της Αμαρτωλής Πόλης και τα
στοιχεία εκείνα που μπορούν να την χαρακτηρίσουν ως crossover, λαμβάνοντας υπόψη
μας το παράδοξο του βιβλίου αυτού. Η Αμαρτωλή Πόλη πριν ακόμη διαβαστεί και «βρει
τον δρόμο της» από το αναγνωστικό κοινό, χαρακτηρίζεται ως crossover από τον
συγγραφέα, ο οποίος δηλώνει στο εξώφυλλο του βιβλίου την πρόθεσή του να γράψει ένα
βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί δια-ηλικιακά από ενήλικες και εφήβους.
Ο Μάνος Κοντολέων γράφει ένα μυθιστόρημα τοποθετώντας στη βάση του ένα πολύ
επίκαιρο θέμα, αυτό της οικονομικής κρίσης και των επιπτώσεών της στη ζωή όλων των
μελών μιας οικογένειας, χωρίς να διστάσει να θίξει με τόλμη παράπλευρα ζητήματα όπως
η ομοφυλοφιλία, το επί πληρωμή σεξ, ο βιασμός. Η ιστορία (story), εξάλλου και ο τρόπος
αφήγησής της είναι σημαντικό στοιχείο κάθε μυθιστορήματος και ταυτόχρονα το «κλειδί»
που δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα, αν επιθυμεί, να υπερπηδήσει κάθε μορφή
περιορισμού ηλικιακού ή ειδολογικού και να δημιουργήσει μυθοπλαστικούς κόσμους.
Κόσμους βασισμένους στην καθημερινή ζωή ή κόσμους φανταστικούς, βασισμένους σε
αρχέτυπα, κόσμους όπου κάθε αναγνώστης μπορεί να αναγνωρίσει ένα δικό του κομμάτι
και να ανατροφοδοτήσει προσωπικές του φιλοσοφικές και ψυχολογικές αναζητήσεις.
Το μυθοπλαστικό σύμπαν του Μάνου Κοντολέων στην Αμαρτωλή πόλη
αποτυπώνεται χωρίς ωραιοποιήσεις και taboo, στοιχείο που υπερβαίνει τον συντηρητισμό
που διακρίνει την ελληνική εφηβική λογοτεχνία (Κατσίκη - Γκίβαλου 2011: 26). Η
πρωταγωνίστρια Στεφανία χάνει την παιδική αθωότητά της και μεταβαίνει στη σκληρή
ενήλικη πραγματικότητα, καθώς έχει να αντιμετωπίσει την οικονομική καταστροφή της
οικογένειάς της και ταυτόχρονα να διαχειριστεί την απιστία της μητέρας της και το
επικείμενο διαζύγιο των γονιών της. Στην πορεία ελεύθερης πτώσης των αξιών, του
τρόπου και της ποιότητας ζωής της, τη «συνοδεύει» ο πατέρας της κρατώντας την
απόσταση της παθολογικής κατάθλιψης και του αλκοολισμού. Η Στεφανία μόνη και
ουσιαστικά αβοήθητη επιλέγει το εύκολο χρήμα μέσα από τον πληρωμένο έρωτα για να
επιβιώσει, αντιμετωπίζοντας τον σεξουαλικό εκβιασμό από τον ανήθικο θείο της, τον
μοναδικό συγγενή που στηρίζει οικονομικά αλλά ταυτόχρονα εκμεταλλεύεται τον πατέρα
της.

Με τη ζωή της Στεφανίας εμπλέκεται και η ζωή του ομοφυλόφιλου φίλου της Τονίνο.
Γιος μιας έκπτωτης λαϊκής τραγουδίστριας συμβιώνει με τη μητέρα του και τον εραστή -
χρηματοδότη της, ο οποίος δεν θα διστάσει να γίνει ο πρώτος εραστής του Τονίνο, και να
τον ωθήσει στην πορνεία. Χωρίς τύψεις και με μια αίσθηση μαζοχιστικής απόλαυσης ο
δευτεραγωνιστής ήρωας βιώνει τη σεξουαλικότητά του, η οποία αποτυπώνεται από τον
συγγραφέα χωρίς λεπτομερείς περιγραφές σεξουαλικών πράξεων, αλλά με σαφή
υπονοούμενα της βιαιότητας και της ωμότητας των επιλογών του. Η Στεφανία και ο
Τονίνο χωρίς ρομαντισμούς και ευαισθησίες αντιμετωπίζουν τα προσωπικά τους αδιέξοδα,
τους «ανίκανους», βυθισμένους στο τέλμα γονείς τους βαδίζοντας μέσα από τις
συμπληγάδες της ωρίμανσης, η οποία στο τέλος θα οδηγήσει σε μια καθόλου
ωραιοποιημένη κάθαρση.
Ο Κοντολέων πραγματευόμενος ένα τόσο σύγχρονο θέμα κινείται στη θεματολογία
τόσο του ενήλικου όσο και του σύγχρονου, ξένου κυρίως, εφηβικού μυθιστορήματος, το
οποίο θίγει κοινωνικά θέματα, ιδιαίτερα σκληρά, όπως η κακοποίηση ανηλίκων, η βία, τα
4
ναρκωτικά, οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις, ο αλκοολισμός, το διαζύγιο, ο σκοτεινός κόσμος
του λαμπερού life style, η ανήσυχη εφηβεία, η αλλοτρίωση, η ψυχολογική αποξένωση, ο
φόβος, ο εκφοβισμός (Κατσίκη – Γκίβαλου 2011: 23, Πολίτης 2011: 136). Με τη
συγκεκριμένη θεματική επιλογή του, που περιέχει λίγο ή πολύ όλα τα παραπάνω, δηλώνει
την τολμηρή και πρωτότυπη πρόθεσή του να ξεπεράσει κάθε αυτολογοκριτική διάθεση
που μπορεί να επιβάλει η ελληνική κοινωνία και η οποία αποτυπώνεται στο ελληνικό
εφηβικό μυθιστόρημα σε ζητήματα ιδεολογίας και γλώσσας (Τσιλιμένη & Πανάου 2011:
228), στην απάλυνση βίαιων καταστάσεων και ωραιοποίησης των αδιεξόδων οδηγώντας
πάντα σε αισιόδοξη λύση (Κατσίκη – Γκίβαλου 2011: 26), καθώς και στην απουσία
βασικών στοιχείων της ζωής των εφήβων, όπως είναι οι σεξουαλικές σχέσεις
(Οικονομίδου 2011: 240). Κι ενώ όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της Αμαρτωλής Πόλης
φαίνονται να αποτελούν καινοτομία του 21ου αιώνα για το ελληνικό εφηβικό μυθιστόρημα
(Παπαδάτος 2014: 40-41), δεν αποτελούν καινοτομία και και για τον ίδιο τον συγγραφέα,
αφού τολμά από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 ακόμη να μιλήσει χωρίς taboo,
διαμορφώνοντας έτσι τον χώρο του ελληνικού crossover μυθιστορήματος4
.
Το χωροχρονικό πλαίσιο της ανάπτυξης του θέματος αποτελεί ένα σύγχρονο,
ρεαλιστικό και όχι ρομαντικό περιβάλλον, το οποίο επηρεάζει την ωρίμανση των
χαρακτήρων, στοιχείο που σύμφωνα με τους (Nilsen & Donelson 8
2009: 32) αποτελεί ένα
ακόμη χαρακτηριστικό γνώρισμα του εφηβικού μυθιστορήματος. Η Αμαρτωλή Πόλη
αποτελεί το αστικό περιβάλλον, το οποίο «παραπέμπει στον σκοτεινό λαβύρινθο της
αστικής μεγαλούπολης που συνδέεται παρηγορητικά ή και αντιστικτικά με τα περίχωρα
και την εξοχή, τον χώρο όπου τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα επουλώνουν ή αντιμετωπίζουν
τα τραύματά τους». (Πάτσιου, 2016). Στην ακαθόριστη γεωγραφικά αλλά πολύ οικεία σε
εμάς πόλη, τα μυθοπλαστικά πρόσωπα, όπως ομολογεί ο ίδιος ο συγγραφέας σε
συνέντευξή του στη Γιούλη Τσακάλου (19/10/2016), «πράττουν ως άτομα αμαρτωλά,
αλλά στην ουσία δεν είναι αυτά που αμαρτάνουν, όσο η ίδια η Πόλη. Η Πόλη με την
αρχαία έννοια της –ως μορφή πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, που αφήνει
απροστάτευτους εκείνους που την έχουν εμπιστευθεί». Ωστόσο, παρόλο που το έργο
αποτελεί μια μορφή έμμεσης και άμεσης καταγγελίας της Πόλης που παρουσιάζεται
αλλοτριωμένη, οι ήρωες που την ενσαρκώνουν δεν παρουσιάζονται ηθικοί και ακέραιοι,
όπως συνήθως συμβαίνει στα σύγχρονα ελληνικά εφηβικά μυθιστορήματα ιδεών
(Οικονομίδου 2011: 250). Οι ήρωες του Κοντολέων «βουτούν» στην αμαρτία, οδηγούνται
σε τολμηρές πράξεις, προβαίνουν σε ηθικά αμφισβητούμενες επιλογές.
Γίνεται φανερό, λοιπόν, πως η ιστορία, το θέμα και η δύναμη της αφήγησής της
που προσελκύει διαφορετικές ηλικίες αναγνωστών, αποτελεί βασικό στοιχείο τόσο του
μυθιστορήματος crossover όσο και του εφηβικού μυθιστορήματος. Εκτός όμως από αυτά
υπάρχουν και άλλα χαρακτηριστικά που καθορίζουν ένα crossover μυθιστόρημα, όπως
αυτό του Μάνου Κοντολέων, τα οποία συμπίπτουν συχνά με τα χαρακτηριστικά των
εφηβικών μυθιστορημάτων.
Στην Αμαρτωλή Πόλη η αφήγηση μέσα από μια σύνθετη πλοκή αξιοποιεί ποικιλία
αφηγηματικών τεχνικών, χαρακτηριστικό που συναντάται στα παιδικά ή εφηβικά
μυθιστορήματα που αγαπήθηκαν και από το ενήλικο κοινό (Beckett 2009: 260). Η
εναλλαγή ενήλικων και εφηβικών οπτικών, η κυκλική αφήγηση, η εναλλαγή σκέψεων και
λόγου, οι σκηνές με γρήγορο, κινηματογραφικό ρυθμό, η μετωνυμική σχέση του χώρου
με τη ζωή των χαρακτήρων και η πρωτότυπη δήλωση παρουσίας του αφηγητή στην αρχή
κάθε κεφαλαίου, όπου εκφράζονται σκέψεις και απόψεις που αποδίδονται στον
εννοούμενο συγγραφέα, αποτελούν τις αφηγηματικές τεχνικές που χρησιμοποιεί ο
Κοντολέων.
Η έναρξη του μυθιστορήματος με ένα κεφάλαιο που επαναλαμβάνεται λίγο πριν
το τέλος, αξιοποιώντας την τεχνική in medias res, καθιστά το μεγαλύτερο μέρος της
5
αφήγησης μια πλήρη ανάληψη (Τζούμα 1997: 50), γεγονός που αυτομάτως προκαλεί
ενδιαφέρον στον αναγνώστη και αποδίδει κινηματογραφικά την ιστορία. Ο χρονικός
χωρισμός των κεφαλαίων σε «Σήμερα...Τώρα», «Πριν...πολύ πιο πριν από σήμερα»,
«Πριν...Λίγο πιο πριν από σήμερα» και «Σήμερα...Τώρα», επιτείνει την αίσθηση αυτή και
σε συνδυασμό με την κοφτή γραφή εκφράζει απόλυτα την έντονη κατάσταση και τα
δυνατά συναισθήματα των ηρώων.
‘Στη Λεωφόρο ακίνητα αυτοκίνητα.
Στα καλώδια του ηλεκτρικού -λίγο πιο πριν- κάποια πουλιά.
Τρομάξανε...Πετάξανε. Τα καλώδια τώρα γυμνά.
Κάποιο τροχαίο, κορναρίσματα, φρεναρίσματα και ξαφνικά μποτιλιάρισμα και στις
τέσσερις λωρίδες.
Στην αριστερή το μαύρο Citroen, τώρα. Με τα μαύρα, τα φιμέ τζάμια. Δεν τη βλέπει κανείς
τη Στεφανία. Μόνο εκείνη μπορεί να δει.
Βλέπει. Από πίσω ένα κίτρινο βαν∙ μπροστά μια κόκκινη BMW και στο πίσω κάθισμα ένα
κορίτσι...
Κι η Στεφανία στο πίσω κάθισμα και αυτή. Δεν είναι όμως μόνη...’
Οι βασικοί χαρακτήρες, έφηβοι και ενήλικες είναι ολοκληρωμένοι, πλήρως
ανεπτυγμένοι, αληθινοί και με αντικρουόμενα συναισθήματα, που τους καθιστούν
ρεαλιστικές απεικονίσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Η γλώσσα, οι φράσεις, οι διάλογοι που
χρησιμοποιούν είναι αυθεντικοί, ρεαλιστικοί και αντιπροσωπεύουν το κοινωνικό και
ηλικιακό τους υπόβαθρο, καθώς και τον τόπο καταγωγής τους. Οι ήρωες δεν κινούνται
μόνο στο μαύρο ή το άσπρο, το καλό ή το κακό, αλλά αντιπροσωπεύουν τις ποικίλες
αποχρώσεις του γκρίζου. Βάση του έργου αποτελεί η δεκαοκτάχρονη Στεφανία, σύμφωνα
με τον συγγραφέα. «Μια κοπέλα που βλέπει όλα όσα τη στηρίζανε να χάνονται, να
γκρεμίζονται. Και την ώρα που θα έπρεπε να καλωσορίζει το μέλλον της, αντιμετωπίζει
αδιέξοδα. Μα αμέσως μετά, δίπλα της ήρθε να σταθεί ο Κλεάνθης, ο σαρανταπεντάχρονος
πατέρας της, που κι αυτός ζει το δικό του δράμα – ένας άντρας που διαψεύδεται ως
επαγγελματίας, ως οικογενειάρχης, ως πολίτης. Μαζί με αυτούς και ο Τονίνο. Ο νεαρός
που, πίσω από τη διάθεσή του για σαμποτάζ, κρύβει την ανάγκη του να καταφύγει σε
διάφορα καμουφλάζ» (από τη συνέντευξη στη Χαριτίνη Μαλισσόβα, diastixo.gr). Οι
έφηβοι χαρακτήρες ακολουθούν τη δική τους διαδρομή ωρίμανσης, μέσα από μια σχεδόν
δυστοπική πορεία αυτογνωσίας και κριτικής. Παρόλο που ανεξαρτητοποιούνται από τους
γονείς και συγκρούονται μαζί τους απομυθοποιώντας το πρότυπο της αστικής οικογένειας,
ταυτόχρονα λειτουργούν προστατευτικά προς αυτούς, αντιστρέφοντας τους
οικογενειακούς ρόλους. Δομούνται και ταυτόχρονα αποδομούνται συνθέτοντας
αμφιλεγόμενες, αντιθετικές και όχι στερεοτυπικές φιγούρες, στοιχείο που όπως είδαμε
παραπάνω επίσης συναντάται στα μυθιστορήματα crossover.
Κι ενώ ως προφανής βασική ηρωίδα του μυθιστορήματος φαίνεται η Στεφανία, «η
Αμαρτωλή Πόλη είναι στην ουσία ένα σπονδυλωτό αφήγημα μοιρασμένο ακριβοδίκαια
στις ζωές των προσώπων του, ακολουθώντας την πορεία της καθεμιάς στις τεθλασμένες
της παλινδρομήσεις μέσα στο χρόνο» (Χωρεάνθη 2016). Οι ζωές και οι προσωπικότητες
αυτών των προσώπων, της Στεφανίας, του Κλεάνθη, του Τονίνο και της μητέρας του
Χρύσας, πλαισιωμένες από αρκετούς δευτερεύοντες χαρακτήρες, χτίζονται σταδιακά μέσα
στο κείμενο από χρονικές αναλήψεις που αποκαλύπτουν το παρελθόν τους, μέσα από
σκέψεις, λόγια και πράξεις, που αλληλοσυμπληρώνονται με την εναλλαγή των οπτικών
γωνιών τους. Κι αυτό αποτελεί ένα ακόμη ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του crossover
μυθιστορήματος, όπου η οπτική που αναπτύσσεται δεν είναι μόνο αυτή του εφήβου, όπως
συμβαίνει στα περισσότερα εφηβικά μυθιστορήματα (Γεωργοπούλου 2004: 206), αλλά και
του ενήλικα.
6
Ως χαρακτήρες ο Κλεάνθης και η Χρύσα πορεύονται μαζί με τα παιδιά τους
αποτελώντας με τις επιλογές τους τη βασική, κινητήρια δύναμη της πλοκής, η οποία οδηγεί
σε δραματικές εντάσεις. Στο πρόσωπο της Χρύσας γίνεται φανερή η κρίση των αξιών πριν
την οικονομική κρίση και μετά από αυτή. Μητέρα επιφανειακή, χωρίς ουσιαστικό
ενδιαφέρον για το παιδί της, άβουλη, που όμως ως το τέλος του μυθιστορήματος
παρουσιάζει κάποια εξέλιξη. Ο χαρακτήρας του Θεοφάνη, ενός ακόμη ενήλικου
προσώπου της ιστορίας έρχεται να συμπληρώσει την ομάδα των ενήλικων ηρώων του
μυθιστορήματος, αποτυπώνοντας αυτό ακριβώς που αναφέρθηκε παραπάνω σχετικά με
την ύπαρξη αμφιλεγόμενων και όχι μονοδιάστατων χαρακτήρων. Ο Θεοφάνης, χωρίς να
αποτελεί πρωταγωνιστικό πρόσωπο και χωρίς να υπάρχει εκτενής ανάπτυξη της δικής του
οπτικής, δίνει ώθηση στην πλοκή και ένα τέλος στη βασανιστική διαδρομή του Τονίνο,
καθώς μεταλλάσσεται και αποκαλύπτει αντικρουόμενες πτυχές της προσωπικότητάς του.
Σημαντικό και ξεχωριστό στοιχείο του μυθιστορήματος, το οποίο δίνει την
ευκαιρία για πολλαπλές και διαφορετικές αναγνωστικές ανταποκρίσεις στους ποικίλους
ηλικιακά αναγνώστες του, αποτελεί η παρουσία του αφηγητή και μέσα από αυτόν του
εννοούμενου συγγραφέα. Μέσα από τη διατύπωση απόψεων και στάσεων που οδηγούν σε
προβληματισμό στην αρχή των κεφαλαίων, από διακείμενα, διάσπαρτους στίχους, από
περιγραφές γκράφιτι και από το ποίημα «Ουρλιαχτό» του Άλλεν Γκίνσμπεργκ που
αποτελεί την εισαγωγή στο βιβλίο, δίνεται ένα έντονο ιδεολογικό στίγμα.
‘Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου χαλασμένα απ’ την τρέλα, λιμασμένα υστερικά
γυμνά, να σέρνονται μεσ’ απ’ τους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση
[...]
φτωχοί και κουρελήδες με βαθουλωμένα μάτια, που φτιαγμένοι ξενυχτούσαν καπνίζοντας
στο υπερφυσικό σκοτάδι παγωμένων διαμερισμάτων, αρμενίζοντας πάνω από τις κορφές των
πόλεων [...]
το πήρανε απόφαση κι αναγκάστηκαν ν’ ανοίξουν μαγαζιά με αντίκες όπου νιώθουν πως
γερνούν, και κλαίγανε,
που κάηκαν ζωντανοί με τα αθώα φανελένια τους κουστούμια [...]’
Άλλεν Γκίνσπεργκ, «Ουρλιαχτό»
ή
‘Πότε μια πόλη γίνεται αμαρτωλή; Και πώς τάχα; Μήπως είναι οι κάτοικοί της που αφού
πρώτα οι ίδιοι αμαρτήσουν, στη συνέχεια μολύνουν και την πολιτεία που τους φιλοξενεί;
Ή να ΄ναι η ίδια η πόλη που διοχετεύει τις αμαρτωλές σκέψεις της σε όσους την επέλεξαν
για να ζήσουν μέσα στις λεωφόρους της, στα πάρκα της, στις πιο απόμερες γειτονιές της;
Ό,τι κι αν ισχύει, το αποτέλεσμα μένει σταθερό.
Μιλάμε για μια πόλη αμαρτωλή.
Που κάποτε -ίσως- να μην ήταν.
Και μιλάμε, ακόμα, για ανθρώπους αμαρτωλούς.
Που κάποτε -ίσως- να μην ήταν’.
Ο Μάνος Κοντολέων μέσα από τη συγκεκριμένη του επιλογή απευθύνεται σε κάθε
αναγνώστη ατομικά, μέσα από τις εμπειρίες, τη συναισθηματική νοημοσύνη, τις
ευαισθησίες και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του. Δεν διστάζει να διακόψει τη ροή της
αφήγησης και να μεταφέρει τη δύσκολη και σκοτεινή αλήθεια μέσα από τις κοινωνικές
και ηθικές πεποιθήσεις και προβληματισμούς του, δίχως αυτολογοκριτική διάθεση. Με
λόγο που ρέει ρυθμικά, χρησιμοποιώντας αρκετές φορές αποσιωπητικά ή κενά, μετατρέπει
τον αφηγηματικό λόγο σε μια μορφή εσωτερικού μονολόγου, χωρίς να γίνεται απόλυτα
διακριτό αν πρόκειται για ροή συλλογισμών των ηρώων ή λόγο του αφηγητή που
απευθύνεται σε κάποιον ήρωα ή στον αναγνώστη. Με τον συγκεκριμένο τρόπο δεν
7
προσφέρει «έτοιμες λύσεις», αλλά δίνει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να σκεφτεί και να
διαμορφώσει τη δική του άποψη.
‘Κι αναρωτιέμαι...Αναρωτιέστε κι εσείς μαζί μου, αν τελικά πρέπει να
καταδικαστούν οι φοβισμένοι αμαρτωλοί τούτου του κόσμου, τούτης της πόλης.
Αναρωτιέμαι...Αναρωτιέστε.
Ας το σκεφτούμε λοιπόν.’
Ως συγγραφέας και μέλος της κοινωνίας του και ως φορέας κοινωνικών
πεποιθήσεων ο Κοντολέων βρίσκεται μέσα στο κείμενο όχι μόνο άμεσα αλλά και έμμεσα
μέσα από τις συνυποδηλώσεις του τίτλου, των ονομάτων των ηρώων (Θεοφάνης είναι το
όνομα του πλέον έκπτωτου χαρακτήρα), των αφηγηματικών του επιλογών. Η πτώση της
πόλης, των ανθρώπων, των ηθών και των αξιών είναι υποκειμενική και όχι συλλογική,
καθώς στο κείμενό του ο συγγραφέας όπως και κάθε συγγραφέας αναπαριστά τον έξω
κόσμο διυλισμένο μέσα από τη δική του οπτική και ιδιοσυγκρασία (Γαβριηλίδου 2008:
33), δίνοντάς του με αυτόν τον τρόπο έναν ιδεολογικό προσανατολισμό, που έτσι κι αλλιώς
κάθε λογοτέχνημα έχει (Sutherland 1985:143, Καλλέργης 1995: 44, 48). Κι ενώ η άμεση
ιδεολογική προβολή είναι πάντα ο τρόπος για τους συγγραφείς της παιδικής και εφηβικής
λογοτεχνίας με τον οποίο κατορθώνουν να προβάλλουν στους αναγνώστες νέες ιδέες ή
καταστάσεις που τους προβληματίζουν και τους κινητοποιούν (Κανατσούλη 2004: 21), ο
Κοντολέων μεταφέρει τους προβληματισμούς του αβίαστα μέσα από έναν
μεταμυθοπλαστικό λόγο, ο οποίος κυριαρχεί.
Τέλος, η επιλογή του συγγραφέα για το τέλος της Αμαρτωλής Πόλης αποτελεί
επίσης μια ένδειξη της crossover γραφής του. Το τέλος του βιβλίου είναι ανοιχτό για τον
αναγνώστη, με έναν τόνο αισιοδοξίας, ο οποίος δεν απορρέει ανώδυνα. Η κατάληξη δεν
είναι happy end. Οι ήρωες δεν βγαίνουν αλώβητοι από την ιστορία. Η ελπίδα δεν
επιβάλλεται, αλλά επιλέγεται από όποιον δεν αντέχει τα δύσκολα και τα επώδυνα. Έτσι,
παρόλο που στη σύγχρονη εφηβική λογοτεχνία οι ήρωες όσο κι αν διαγράφονται με
δυσκολίες, διατηρούν μια αισιοδοξία, αφήνοντας στο τέλος μια χαραμάδα ελπίδας
(Κανατσούλη 2004: 37, Norton 1995: 450), στην Αμαρτωλή Πόλη η εφηβική με την
ενήλικη λογοτεχνία συνυπάρχουν, καθώς συνδυάζεται το σκοτεινό με το αισιόδοξο.
Συμπερασματικά, συνοψίζοντας όσα αναφέρθηκαν παραπάνω γίνεται φανερό πως
όπως και ο σαφής ορισμός της παιδικής ή εφηβικής λογοτεχνίας είναι προβληματικός και
αμφιλεγόμενος, έτσι και τα χαρακτηριστικά των κειμένων που απευθύνονται σε μικτό
κοινό δεν είναι σαφώς καθορισμένα. Συχνά στοιχεία της παιδικής, εφηβικής και ενήλικης
λογοτεχνίας συνυπάρχουν σε ένα κείμενο που διαβάζεται δια-ηλικιακά ή ένα crossover
κείμενο αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μίας μόνο λογοτεχνικής κατηγορίας.
Αναζητώντας πιο συγκεκριμένα τα βασικά χαρακτηριστικά της crossover μυθοπλασίας,
διαπιστώσαμε πως σύμφωνα με τους μελετητές (Beckett, Falconer) η σύνθετη πλοκή, οι
ποικίλες αφηγηματικές τεχνικές, η ολοκληρωμένη απόδοση της διαδικασίας ωρίμανσης
και ενηλικίωσης των χαρακτήρων, η ύπαρξη σφαιρικών μυθοπλαστικών προσώπων και η
πληθώρα άλλων που τα πλαισιώνουν και τέλος η χωρίς taboo ανάπτυξη του θέματος
αποτελούν τα κοινά εκείνα στοιχεία που συναντώνται σε μυθιστορήματα crossover.
Στοιχεία, τα οποία εντοπίζονται και ως βασικά χαρακτηριστικά ενός καλού
μυθιστορήματος εν γένει. Αυτό ίσως θέλει να υποστηρίξει και ο Μάνος Κοντολέων, όταν
λέει πως «τα μυθιστορήματα crossover είναι εκείνα τα λογοτεχνικά έργα που, αν και
στηρίζονται σε θέματα που αφορούν τον έφηβο (μερικές φορές ακόμα και ένα παιδί),
εντούτοις με τη γλωσσική τους ενσάρκωση και τον εσωτερικό φωτισμό του θέματός τους,
μπορούν να κρατήσουν το ενδιαφέρον και ενός ενήλικου αναγνώστη» (Κοντολέων 2016).
8
Κλείνοντας, αυτό που θα πρέπει να διευκρινίσουμε είναι πως στο παρόν άρθρο το
βιβλίο του Μάνου Κοντολέων εξετάζεται ως μυθιστόρημα crossover σύμφωνα με την
πρόθεση του συγγραφέα και τις συγγραφικές τεχνικές που χρησιμοποιεί για να το
κατορθώσει. Ο ίδιος μάλιστα στο σημείωμά του στο τέλος του βιβλίου επισημαίνει πως
«η Αμαρτωλή πόλη είναι -ή διεκδικεί να είναι- ένα σύγχρονο μυθιστόρημα ενηλικίωσης ή
-με τον νέο τρόπο ονοματοδοσίας αυτού του λογοτεχνικού είδους- ένα μυθιστόρημα
crossover» (Κοντολέων: 388). Το αν βέβαια κάθε μυθιστόρημα ενηλικίωσης
(bildungsroman) είναι και μυθιστόρημα crossover ή το αντίστροφο είναι υπό συζήτηση,
αφού το bildungsroman αποτελεί λογοτεχνικό είδος ενώ το crossover δεν υπόκειται σε
ειδολογικές κατατάξεις. Ένα βιβλίο καθίσταται crossover στην πορεία του χρόνου και στη
συνείδηση των αναγνωστών. Αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο στα βιβλία παιδικής
λογοτεχνίας που διαβάστηκαν και διαβάζονται και από εφήβους αλλά και από ενήλικες,
καθώς και στα βιβλία ενηλίκων που διαβάστηκαν και αγαπήθηκαν από παιδιά και νέους.
Συνεπώς, το αν ένα βιβλίο (συμπεριλαμβανομένης και της Αμαρτωλής πόλης) καθιερωθεί
ως crossover ή όχι είναι θέμα της στάσης και της αντίληψης και όχι της ηλικίας του
αναγνωστικού κοινού του. Έτσι, η crossover λογοτεχνία υπάρχει για να εγείρει κάθε φορά
το ερώτημα «Υπάρχει σωστή ηλικία για να διαβάσεις ένα βιβλίο;» και ταυτόχρονα για να
δίνει την απάντηση «Βεβαίως και όχι» (Becket 2009: 270).
Σημειώσεις
1 http://www.wordreference.com/engr/crossover
2 Ως crossover μυθιστόρημα θεωρείται το 4ο Βιβλίο του Χάρυ Πότερ (2004).
3 Οι απόψεις του Μάνου Κοντολέων διατυπώθηκαν σε συνάντησή του με τους φοιτητές του Μεταπτυχιακού
της «Λογοτεχνίας» στο ΠΤΔΕ του ΕΚΠΑ, στο πλαίσιο του μαθήματος «Παραάδοση και Νεωτερικότητα στη
Λογοτεχνία» με διδάσκουσες την Καθηγήτρια κα Βίκυ Πάτσιου και τη Χρύσα Κουράκη, στις 8/11/2016.
4 Ενδεικτικά μυθιστορήματα του Μάνου Κοντολέων που μπορούν να ενταχτούν στην κατηγορία του crossover
είναι τα: Μάσκα στο φεγγάρι, Πατάκης, 1997, Γεύση πικραμύγδαλου, Πατάκης, 1996, Δε με λένε Ρεγγίνα,
Άλεχ με λένε, Πατάκης 2011.
Βιβλιογραφία
Ελληνική
Γαβριηλλίδου Σ. (2008). Το δύσκολο επάγγελμα του κλασικού ήρωα, Θεσσαλονίκη,
University Studio Press.
Γεωργοπούλου Κ. (2004). ‘Το σύγχρονο εφηβικό μυθιστόρημα’, στο Τσιλιμένη Τασούλα
(επιμ.), Το σύγχρονο ελληνικό παιδικό –νεανικό μυθιστόρημα, Θεσσαλονίκη, Σύγχρονοι
Ορίζοντες, σσ. 200 – 209.

9

Καλλέργης Ι. (1995). ‘Το πρόβλημα της ιδεολογίας στην παιδική λογοτεχνία’ στο Κατσίκη -
Γκίβαλου Α., Παιδική Λογοτεχνία, Θεωρία και πράξη (τόμος Α’), Αθήνα, Καστανιώτης, σ.
41-45.
Κανατσούλη Μ. (2004). Ιδεολογικές διαστάσεις της Παιδικής Λογοτεχνίας, Αθήνα,
Τυπωθήτω.
Κατσίκη-Γκίβαλου Α. (2011). ‘Αναγκαίες διακρίσεις και θεωρητικές/ιστορικές αναζητήσεις
της Εφηβικής Λοογτεχνίας’ στο Κανατσούλη Μ. & Πολίτης Δ. (επιμ.), Σύγχρονη Εφηβική
Λογοτεχνία: Από την ποιητική της εφηβείας στην αναζήτηση της ερμηνείας της, Αθήνα,
Πατάκης, σσ. 19-30.
Κοντολέων Μ., ‘Μυθιστόρημα Ενηλικίωσης. Από το Bildungsroman στο Crossover Novel’,
περιοδικό diastixo.gr., 15 Μαρτίου 2016. Στο http://diastixo.gr/epikaira/apopseis/5006-
kontoleon-15032016. Ανακτήθηκε στις 2/12/2016.
Κωτόπουλος Τ. (2011). ‘Οικογένεια και περιθωριακός ήρωας. Ιδεολογική λειτουργία,
συμβάσεις και ανατροπές στη σύγχρονη ελληνική εφηβική λογοτεχνία’, Κείμενα, τ.14. Στο
http://keimena.ece.uth.gr/main/t14/07_Kotopoulos_el.pdf. Ανακτήθηκε στις 7/4/2017.
Μαλισσόβα Χ., ‘Μάνος Κοντολέων: Συνέντευξη’, περιοδικό diastixo.gr, 25 Νοεμβρίου
2016. Στο http://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/6055-manos-kontolewn. Ανακτήθηκε στις
2/12/2016.
Οικονομίδου Σ. (2011). ‘Κοριτσίστικα εφηβικά μυθιστορήματα’ στο Κανατσούλη Μ. &
Πολίτης Δ. (επιμ.), Σύγχρονη Εφηβική Λογοτεχνία: Από την ποιητική της εφηβείας στην
αναζήτηση της ερμηνείας της, Αθήνα, Πατάκης, σσ. 239-257.
Παπαδάτος Γ. (2014). Το Παιδικό Βιβλίο στην Εκπαίδευση και στην Κοινωνία, Αθήνα,
Παπαδόπουλος.
Πάτσιου Β., ‘Αμαρτωλή πόλη: Μάνος Κοντολέων, κριτική βιβλίου’, culturenow.gr, 22
Δεκεμβρίου 2016. Στο http://www.culturenow.gr/amartwlh-polh-manos-kontolewn-kritikhvivlioy/.
Ανακτήθηκε στις 7/4/2017.
Τζούμα Α. (1997). Εισαγωγή στην αφηγηματολογία: Θεωρία και εφαρμογή της αφηγηματικής
τυπολογίας του G. Genette, Αθήνα, Συμμετρία.
Τσακάλου Γ. ‘Βιβλιο-Παρουσιάσεις-Κριτικές: Συνέντευξη του συγγραφέα Μάνου
Κοντολέων’, ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ, 19 Οκτωβρίου 2016. Στο blog
10

http://biblioparousiaseiskritikes.blogspot.gr/2016/10/blog-post_19.html. Ανακτήθηκε στις 18
Δεκεμβρίου 2016.
Τσιλιμένη Τ. & Πανάου Π. (2011). ‘Η γλώσσα των εφήβων στο σύγχρονο ελληνικό εφηβικό
μυθιστόρημα’ στο Κανατσούλη Μ. & Πολίτης Δ. (επιμ.), Σύγχρονη Εφηβική Λογοτεχνία:
Από την ποιητική της εφηβείας στην αναζήτηση της ερμηνείας της, Αθήνα, Πατάκης, σσ.
226-238.
Χωρεάνθη Μ. , ‘Μάνος Κοντολέων: «Αμαρτωλή πόλη. Κριτική’, περιοδικό diastixo.gr., 12
Δεκεμβρίου 2016. Στο http://diastixo.gr/kritikes/efivika/6136-amartoli-poli-kontolewn.
Ανακτήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 2016.
Ξένη
Becket S. (2009). Crossover Fiction. London & New York, Routledge.
Byatt A.S., ‘Harry Potter and the Childish Adult’, The New York Times, 7th July 2003. Στο
http://www.nytimes.com/2003/07/07/opinion/harry-potter-and-the-childish-adult.html.
Ανακτήθηκε στις 13/3/2017.
Falconer R. (2009). The Crossover Novel. Contemporary Children’s Fiction and It’s Adult
Readership, London & New York, Routledge.
Harju M.L. (2009). ‘Tove Jansson and the Crossover Continuum’, The Lion and the Unicorn,
vol.33, no 3 (September), pp. 362-375. Στο
file:///C:/Users/lenovo/Desktop/CROSSOVER/project_muse_315658.pdf. Ανακτήθηκε στις
30/10/2016.
Lewis C.S.. ‘On three ways of writing for children’. Στο
http://mail.scu.edu.tw/~jmklassen/scu99b/chlitgrad/3ways.pdf. Ανακτήθηκε στις 13/3/2017.
Nilsen & Donelson (
8
2009). Literature for Today’s Young Adults, Pearson Education Inc.
Norton D. (4
1995). Through the Eyes of a Child: An introduction to Children’s Literature. New
Jersey, Merrill – Prentice Hall.
11

Popova M.. ‘Grim Colberty Tales: Maurice Sendak’s Last On-Camera Appearance’,
brainpickings, 5/9/2012. Στο https://www.brainpickings.org/2012/05/09/grim-colberty-talesmaurice-sendak/.
Ανακτήθηκε στις 13/3/2017.
Rosoff M., ‘The grand tradition of crossover novels’, εφ. theguardian, Τετάρτη 19
Σεπτεμβρίου 2007. Στο
https://www.theguardian.com/books/booksblog/2007/sep/19/thegrandtraditionofcrossov.
Ανακτήθηκε στις 2/12/2016.
Smith K.C. (2012). ‘Critical Cross-overs’, Children’s Literature Association Quarterly, vol.
37, no1 (Spring), pp. 1-3. Στο
file:///C:/Users/lenovo/Desktop/CROSSOVER/project_muse_468409.pdf. Ανακτήθηκε στις
30/10/2016.
Sutherland Robert D. “Hidden Persuaders: Political Ideologies in Literature for Children”.
Children’s Literature in Education, Vol. 16, No 3, (1985): 143-157. Accessed February 1,
2014. www.ropbertsutherland.com/writings/hidden_persuaders.pdf.
Πρωτογενής

Κοντολέων Μάνος (2016). Αμαρτωλή πόλη, Αθήνα, Πατάκης