18.11.18

Για την Κασσάνδρα από τον Π. Χατζημωυσιάδη



Αλώσεις



Γράφει ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Μάνος Κοντολέων, «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο», εκδ. Πατάκη, 2018, σελ. 290

Το αρχαία θέματα ποτέ δεν κλείνουν. Έρχονται και επανέρχονται στο προσκήνιο της γραφής γιατί περιέχουν οριακές εντάσεις, πρωτοθέτουν τα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα, κουβαλούν την αίγλη της παλιάς σοφίας και προσφέρουν τη δυνατότητα μιας σχετικά ελεύθερης ή εν πάση περιπτώσει ανοιχτής επεξεργασίας. Σε τούτη ακριβώς την επεξεργασία υπάρχει πάντα η ευκολία ενός ήδη δοσμένου υλικού,  που διατίθεται έτοιμο από τον μύθο, αλλά και ο κίνδυνος να παρασυρθείς, να υπερβάλεις και να μη σταθείς αντάξιός του.  Όπως και να τα αντιμετωπίζεις, είτε ως κύρια ή πρόσθετη αφηγηματική ύλη είτε ως αφήγηση που μιλάει για τον εαυτό της ή που χρησιμοποιείται για να μιλήσει για κάτι άλλο, τα αρχαία θέματα προσφέρονται για λογής λογής αναμετρήσεις.
Η Κασσάνδρα, κόρη του Πριάμου και της Εκάβης, αδελφή του Έκτορα, ιέρεια του Απόλλωνα, είναι από τα πλέον τραγικά αλλά όχι αρκούντως φωτισμένα πρόσωπα του αρχαίου μύθου. Απολύτως λοιπόν εμπνευσμένη η επιλογή του Κοντολέων να την κάνει ηρωίδα του καινούριου του βιβλίου. Στο πρόσωπό της συγκεντρώνονται μικροί κύκλοι τραγικού, που συστεγάζονται μέσα στην τραγική μοίρα της Τροίας. Τούτους τους κύκλους σχεδιάζει ο ταυτισμένος με το πρόσωπο της ηρωίδας αφηγητής από την πρώτη στιγμή της αιχμαλωσίας της μέχρι και την επικείμενη θανάτωσή της, δηλαδή ένα ταξίδι δρόμος από την Τροία μέχρι τις Μυκήνες, οπότε ο κύκλος της συλλογικής τραγωδίας κλείνει με τον κύκλο της ατομικής τραγωδίας.
Η επιβιβασμένη στο πλοίο του Αγαμέμνονα Κασσάνδρα βλέπει πίσω της την Τροία να καίγεται, οραματίζεται τον εαυτό της να θανατώνεται σε λίγο και ανακαλεί τη μνήμη σαν το τελευταίο καταφύγιό της. Ο Κοντολέων παρακολουθεί αυτή τη μνήμη όπως διαρκώς πυροδοτείται, ξεδιπλώνεται και ελίσσεται με κάθε ευκαιρία ανάμεσα στα μικρά περιστατικά του πλου, τις ερωτικές δηλαδή ορέξεις του μισητού Αγαμέμνονα, τα ξερατά της ηρωίδας και τη φροντίδα που της παρέχεται από μια γριά ιερόδουλη.
Τα γνωστά εδώ περιστατικά με την πολιορκία της Τροίας, τη μήνι του Αχιλλέα, τον σκοτωμό του Πατρόκλου, τη μονομαχία με τον Έκτορα, την κατασκευή του Δούρειου Ίππου, πλαισιώνονται απ’ άλλα που ο ίδιος Κοντολέων επινοεί ή αντλεί από παραλλαγές του μύθου, όπως οι δολοπλοκίες του Έλενου, ο έρωτας της Κασσάνδρας για τον αδελφό της Έκτορα, η συνάντησή της με τον Αχιλλέα κτλ. κτλ., με τέτοιο τρόπο ώστε το μυθολογικό υλικό να προεκτείνεται εντελώς αβίαστα προσθέτοντας διαρκώς κι άλλες επιστρώσεις του τραγικού ή βαθαίνοντας τις ήδη υπάρχουσες.

Κι ενώ το πιο φυσικό θα ήταν να δούμε τη γραφή του Κοντολέων να παρασύρεται, να περιδινείται και να εγκλωβίζεται στις συσπάσεις αυτού του τραγικού καταφέρνει και ελέγχει απολύτως το συναισθηματικό φορτίο αποφεύγοντας τον εύκολο συναισθηματισμό και τις ακρότητες του μελοδραματισμού. Υπάρχει μια υποταγμένη μοιρολατρία σε όσα γράφει, μια αφαιρετική αυτοσυγκράτηση, μια στοχαστική ενατένιση της ανθρώπινης πορείας που συγκρατεί το συναίσθημα στην άκρη κάθε λέξης, ώστε να μην ξεχειλίζει και να μη ζεματάει την ανάγνωση. Έτσι ό,τι καταφέρνει να αποδώσει ο Κοντολέων είναι κάτι πολύ παραπάνω από την υπόθεση της Κασσάνδρας: διαμέσου της Κασσάνδρας απεικονίζει την τραγωδία του αδύναμου ανθρώπου όλων των τόπων και όλων των εποχών, που όσο και αν το θέλει, όσο κι αν το προσπαθεί είναι αδύνατο να σταματήσει τους άνωθεν σχεδιασμούς, που τόσο καταλυτικά επηρεάζουν  τη δική του τη ζωή ή αποβαίνουν σε βάρος του κοινού καλού.
Αλλά η πιο σημαντική αρετή του Κοντολέων είναι ότι σε αυτό το βιβλίο διοχετεύει τη συγγραφική εμπειρία δεκαετιών δίχως να χαρίζεται σε καμιά ευκολία, δίχως να ενδίδει σε καμιά υπερβολή, μόνο και μόνο για να πάρει τον αναγνώστη από το χέρι να τον επιβιβάσει στο πλοίο του Αγαμέμνονα και να τον καταστήσει ωτακουστή στις πιο μύχιες σκέψεις της Κασσάνδρας.  Πράγματι, ο ήσυχος παφλασμός των κυμάτων, καθώς χτυπάνε στα πλαϊνά του πλοίου, φτάνει στα αυτιά του αναγνώστη από την αρχή μέχρι το τέλος αυτού του οδυνηρά απολαυστικού ταξιδιού.
 Πρώτη ανάρτηση:  http://fractalart.gr/alwseis/
13/11/2018, 11:08 ΜΜ

15.11.18

Από την Τροία ως τις Μυκήνες





Ο πολυγραφότατος πεζογράφος Μάνος Κοντολέων έχει γράψει συλλογές διηγημάτων, μυθιστορήματα, θέατρο, μικρές ιστορίες και παραμύθια. Τα περισσότερα από τα βιβλία του έχουν ως κέντρο τους βιώματα της παιδικής ηλικίας. «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο» είναι το τελευταίο του μυθιστόρημα (Μάρτιος 2018), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ και έχει ως κύριο πρόσωπο την Κασσάνδρα, δίδυμη αδερφή του Έλενου, παιδιά του Πρίαμου και της Εκάβης, με μαντικές ικανότητες, που όμως πολλές φορές δε γίνονται πιστευτές ή δεν μπορούν να αλλάξουν τη μοίρα των ανθρώπων.  «Έψαχνα πάντα τις λέξεις. Πρώτα εκείνες που θα πείθανε… τους άλλους. Μετά όσες θα μπορούνε να παρηγορήσουνε… Εμένα. Πάντα λέξεις έψαχνα κι άφηνα τον καιρό να αποφασίζει. Όλα τα είχα δει να σχηματίζονται πάνω στη Μαύρη Άμμο του εφιάλτη μου. Και πεθάνανε, τώρα κι εγώ πεθαίνω». Είναι η αρχή του μυθιστορήματος, που διαβάζεται σαν ένα παραμύθι και μεταφέρει τον αναγνώστη στο καράβι του Αγαμέμνονα, αυτό που πηγαίνει την Κασσάνδρα, σκλάβα του πλέον μετά την καταστροφή της Τροίας και τη σφαγή των δικών της, από την Τροία στο βασίλειό του, για να πεθάνει μαζί του. Μετά την εξαιρετική ποιητική πρωτοπρόσωπη αφήγηση  της Κασσάνδρας, που λειτουργεί ως πρόλογος, ακολουθούν 30 κεφάλαια στα οποία η ίδια μιλάει για τη ζωή της, την οικογένεια και τα πρώτα της χρόνια, τη σχέση της με τον Απόλλωνα και την άρνησή της να τον ακολουθήσει στον Όλυμπο, για τη Μαύρη Άμμο και τις μαντικές της ικανότητες. Περιγράφει το ταξίδι από την Τροία ως το παλάτι του Αγαμέμνονα που τους περίμενε ο θάνατος, αναφέρεται στον Ευρυμέδοντα και στη γριά πόρνη, καθώς και την περιποίηση που δέχεται από εκείνη για να ικανοποιεί στη συνέχεια τους πόθους του ο Αγαμέμνονας. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τής έρχονται στο μυαλό εικόνες και ιστορίες από τη ζωή της με: τον Έλενο, τον Έκτορα, τον Πρίαμο και την Εκάβη, την Ελένη και τον Πάρη, την Πολυξένη, τη Διοτίμα, τον Αχιλλέα και τη Θέτιδα, την Ανδρομάχη και τον Αστυάνακτα, τον Απόλλωνα και τους ιερείς του, την Καλλιρόη και όλους τους δούλους του παλατιού. Για την Κλυταιμνήστρα μιλάει ελάχιστα, μια και ο Αγαμέμνονας ήθελε, τι τραγικό αλήθεια, να κάνει μαζί της παιδί και να ζήσει ήσυχος στο βασίλειό του. Μετά το τέλος του μυθιστορήματος ακολουθούν: σημείωμα του συγγραφέα, ευχαριστίες και σημειώσεις, με τις οποίες διευκρινίζεται από ποια έργα είναι οι στίχοι που παραθέτονται στην αφήγηση της Κασσάνδρας (Ιλιάδα Ομήρου, τραγωδίες Αισχύλου και Ευριπίδη). Ένα βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα, όπως ένα ηρωικό παραμύθι, γεμάτο από έρωτα, πόθους, αγώνες, πόλεμο και θάνατο, ανθρώπινα και θεϊκά πάθη, όπου τόσο η Κασσάνδρα όσο και οι άλλοι ήρωες δίνουν το δικό τους αγώνα για τη ζωή τους και για τη μοίρα τους. Η Κασσάνδρα του τότε γίνεται ηρωίδα του σήμερα, που προσπαθεί με κάθε τρόπο να αγωνιστεί, μην μπορώντας να ξεφύγει το πεπρωμένο της. Με συγγραφική εμπειρία ο Κοντολέων, κάνει την ποιητική αφήγηση κινηματογραφική ταινία, που φέρνει ζωντανή στα μάτια μας την ηρωίδα και μας κάνει να την αγαπήσουμε και να αισθανθούμε έντονα διάφορα συναισθήματα, όσο διαρκεί το ταξίδι. Μια διαδρομή από την Τροία ως τις Μυκήνες, με τέλειες περιγραφές των τόπων και των ανθρώπινων χαρακτήρων και με πρωταγωνίστρια πάντα την όμορφη Κασσάνδρα, όπως ο Κοντολέων τη φαντάστηκε και μας την παρουσιάζει…

Γράφει η Κατερίνα Λιβιτσάνου-Ντάνου στο fractal

http://fractalart.gr/kassandra-sti-mayri-ammo/?fbclid=IwAR3qTFJW8HlMIwk0EZ04ZntC1PxjDqlAXjyfyd2tMnqhrupc3VUU-YSTK8w



Ηλίας Κουνέλας «Το εγχειρίδιο ενός καλού κλόουν»


Ηλίας Κουνέλας
«Το εγχειρίδιο ενός καλού κλόουν»
Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο




Κάποτε ήταν οι γελωτοποιοί –σήμερα τους συναντάμε με τη μορφή των κλόουν.
Οι γελωτοποιοί, κάποτε, προσφέρανε το γέλιο –αλλά και όχι μόνο- άλλοτε σε ομαδικές συναθροίσεις καθημερινών ανθρώπων κι άλλοτε μέσα στις αυλές των βασιλιάδων.
Το γέλιο, αλλά και όχι μόνο αυτό. Με τη βοήθεια ενός αστεϊσμού μπορούσαν να διατυπώσουν κρίση που αν και πικρή και καυστική δεν προκαλούσε τη μήνη καθώς την ‘γλύκαινε’ το χαμόγελο, συχνά ακόμα και το γέλιο.
Πασίγνωστος γελωτοποιός ο Γιόρικ, από τον Άμλετ.   «Ολόκληρος ένα ταξίδι μέσα στο όνειρο» μονολογεί ο εσωστρεφής πρίγκιπας καθώς κρατά στα χέρια του το κρανίο του γελωτοποιού της βασιλικής αυλής.
Αν η φιγούρα του γελωτοποιού κάποτε πρόσφερε το γέλιο μαζί με μια ματιά προς την σκοτεινή πλευρά των σκέψεων και των συναισθημάτων –είδωλο στην ουσία του προσώπου που δε θέλουμε να παραδεχτούμε πως μπορεί να είναι και δικό μας- σήμερα αυτό τον ρόλο τον έχει πάρει ο κλόουν.
Ο κλόουν βρίσκεται συνέχεια / στο εκτελεστικό απόσπασμα / και δεν είναι ποτέ έτοιμος.
Οι παραπάνω προτάσεις υπάρχουν στο βιβλίο «Το εγχειρίδιο ενός  καλού κλόουν» του Ηλία Κουνέλη που κυκλοφορεί από το Καλειδοσκόπιο σε μια ιδιαιτέρως υπέροχη εκδοτική μορφή.
Ο Ηλίας Κουνέλης είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης και πολύ συχνά ενδύεται τα ενδύματα ενός κλόουν και τριγυρνά σε μέρη όπου ο πόνος αναζητά το πολυεπίπεδο βάλσαμο ενός χαμόγελου.
Με πολύ, λοιπόν, γνώση, αλλά και ουσιαστικό προβληματισμό για  μια μεταμφίεση που μετατρέπει το άτομο σε μια μορφή όπου μόνιμα υπάρχει πάνω της ζωγραφισμένο ένα δάκρυ ή ένα χαμόγελο, σε μια μορφή που από τη μια προσφέρει το χαμόγελο και από την άλλη  τη λύτρωση του να μην υπάρχει ανάγκη να είσαι πάντα ο νικητής, που πείθει  πως και η πτώση μπορεί να είναι και μια εμπειρία ανάτασης –με εφόδια όλα αυτά ο Κουνέλης καταγράφει σκέψεις πάνω σε ότι μπορεί να είναι ένας κλόουν και την ίδια στιγμή έχει καταθέτει μια ιδιότυπη σειρά φιλοσοφικών σκέψεων πάνω στην ίδια τη ζωή.
Σταχυολογώ προτάσεις (η κάθε μια καλύπτει αισθητικά και μια σελίδα)
-         Ο κλόουν δε θεωρεί / πιο έξυπνο είδος/ τον άνθρωπο / εφόσον οι άνθρωποι / δεν ξέρουν να γελούν.
-         Ο κλόουν ξέρει / πως είναι πιο σημαντικό / το να μοιράζεσαι / από το να δίνεις
-         Κάθε πρόσωπο / έχει πολλές εμμονές/ ίδια χρώματα / ίδιες γραμμές / δεν είναι όμως ποτέ το ίδιο.
Το «Εγχειρίδιο ενός καλού κλόουν» ασφαλώς και δεν είναι αυτό –ή έστω μόνο αυτό- που υπονοεί ο τίτλος . Πρόκειται για μια ασυνήθιστη, ως προς την υλοποίηση της,  αναζήτηση κλίμακας αξιών όπου  το ανώτατο σκαλοπάτι είναι η ταύτιση του Εγώ με τον Άλλον.
Μια κλίμακα που την ανεβαίνει εκείνο το άτομο που έχει καταφέρει να κρύψει τις δικές του ανάγκες και να αφεθεί στο να υπηρετήσει τους φόβους του συνανθρώπου του. Ένας κλόουν δηλαδή. Ίσως γιατί…
Ο κλόουν είναι ένας άγγελος/ που έχασε το δρόμο του.
Αληθινά ένα ξεχωριστό βιβλίο. Σε κάθε σελίδα μπορεί ο αναγνώστης να σταθεί. Για να συλλογιστεί, να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει … Να αμφισβητήσει –το κυριότερο.
Αφού…
Ο κλόουν / έρχεται σε στύση / μόνο όταν κλέβει.

Πρώτη ανάρτηση:
https://diastixo.gr/kritikes/diafora/10962-to-egxeiridio-enos-kalou-klooun?utm_source=MailingList&utm_medium=email&utm_content=manoskontoleon%40gmail.com&utm_campaign=Newsletter_14_10_2018_14_19


14.11.18

Κώστας Κατσουλάρης «Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά»


Κώστας Κατσουλάρης
«Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Μεταίχμιο



Μια σταθερή παρουσία στην πεζογραφία μας  είναι  ο Κώστας Κατσουλάρης.
Εμφανίζεται το 1997 και μέχρι αυτή τη χρονιά έχουν δει το φως της δημοσιότητας εννέα βιβλία του –τελευταίο το μυθιστόρημα «Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά».
Έχει γράψει κι άλλα μυθιστορήματα, έχει επίσης  εκδώσει και συλλογές διηγημάτων, ενώ γενικότερα εκφράζεται  ως άνθρωπος ολότελα δοσμένος στο χώρο  και το πνεύμα του βιβλίου.
Παλαιότερα ως στέλεχος του ΕΚΕΒΙ υπήρξε υπεύθυνος για τον συντονισμό της Επιτροπής Φιλαναγνωσίας, ενώ από το 2010 διευθύνει την διαδικτυακή εφημερίδα Book Press.
Θα έλεγα πως με αυτό το τελευταίο του βιβλίο επιχειρεί  να περιγράψει το πως η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά μέσα στις  ζωές των νέων ατόμων που βιώνουν τη βία της εποχής μας. Και παράλληλα δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα για να στήσει τον μυθιστορηματικό καμβά.
Τα κεντρικά πρόσωπα του έργου είναι δύο. Ένας φιλόλογος καθηγητής και ένας χαρισματικός μαθητής του Λυκείου.
Ο καθένας τους κρύβει και ζει το δικό του μυστικό.
Ο μαθητής θα πάρει την απόφαση να διακόψει το σχολείο. Ο καθηγητής  θα αντιδράσει –δεν μπορεί να αποδεχτεί πως ένας νέος άνθρωπος πλασμένος να ενεργοποιηθεί από  την θετική επίδραση της Παιδείας, κινδυνεύει να χαθεί. Αποφασίζει να επέμβει.
Οι αιτίες που έχουν κάνει τον μαθητή να οδηγήσει τον εαυτό του εκτός του σχολείου, θα φέρουν τον καθηγητή  αντιμέτωπο με συνθήκες οικογενειακών δυσλειτουργιών, πράξεις ρατσισμού, εκφράσεις πολιτικής  βίας, προσπάθειες παραπλάνησης των νέων, με πράξεις παρεμβατικές. Όπλα του οι μεταφράσεις του Ομηρικού Έπους και ποιήματα του Σεφέρη , του Ρίτσου, του Χειμωνά.
Παράλληλα όμως και ο ίδιος καλείται να αποφασίσει για τις δικές του ενοχές. Αυτές που από τη μια τον έχουν οδηγήσει σε κοινωνική απομόνωση και από την άλλη σε ψυχολογικά αδιέξοδα.
Όμως εμείς μόνο τη φήμη ακούμε, γνώση δεν έχουμε καμιά… - ο Όμηρος τον προειδοποιεί. Και λίγο αργότερα ο διάδοχος του Ομήρου, ο Αινείας,   θα τον διαβεβαιώσει: ο κάθε λόγος φέρνει αντίλογο, που τον ακούς σ΄ ό,τι θα πεις.
Ο Κώστας Κατσουλάρης θα μπορούσε να είχε γράψει ένα μυθιστόρημα που από τη μια θα διέθετε στοιχεία πολιτικού θρίλερ και από την άλλη περιπλανήσεις σε αισθήματα ενοχών. Και να κρατούσε την εξιστόρηση της πλοκής εντός του αστικού ιστού αλλά και του εκπαιδευτικού κατεστημένου.
Τα κάνει όλα αυτά, αλλά παράλληλα προσθέτει και μια άλλη διάσταση καθώς οι σχέσεις των δύο ηρώων φωτίζονται από μια ιδιότυπη ανάγνωση της Ιλιάδας. Και λέω ιδιότυπη, αναζητώντας τη λέξη με την οποία θέλω να εξηγήσω τη στάση του Κατσουλάρη απέναντι του Έπους.
Η Ιλιάδα δεν μπορεί να είναι μόνο μια εξιστόρηση γεγονότων, δεν μπορεί να είναι μόνο μια αστείρευτη πηγή γλωσσικών καταβολών της ελληνικής γλώσσας.  Κείμενα αυτού του βεληνεκούς επιζούν και διατρέχουν τους αιώνες γιατί μπορεί να λειτουργούν και ως καθρέφτες σύγχρονων σκέψεων και ως οδηγητές σημερινών προβληματισμών.
Το μυθιστόρημα δομείται σε παράλληλα επίπεδα εξιστόρησης.  Στα όσα συμβαίνουν σε γειτονιές της Αθήνας, αλλά και στα  όσα συζητιούνται σε ομάδες ψυχανάλυσης ή αποφασίζονται σε ιδεολογικά παραπλανημένες νεανικές ομάδες * σε ατομικές ενδοσκοπήσεις και σε επαγγελματικές αντιπαλότητες* σε απόψεις που ανταλλάσσονται μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μα και σε συγκριτικές αντιπαραθέσεις μεταφράσεων του Έπους.
Ένα σύγχρονο μυθιστόρημα που σε ξαφνιάζει –ευχάριστα σε ξαφνιάζει- καθώς  ενώνει το παρελθόν με το παρόν και προσθέτει βαθύτερες αποχρώσεις σε γεγονότα που πρόσφατα απασχόλησαν την επικαιρότητα.


Πρώτη ανάρτηση (14/11/2018)
http://fractalart.gr/sto-stithos-mesa-xalkini-kardia/

11.11.18

Στέλιος Λύτρας

Στέλιος Λύτρας – ο θάνατος ένας θλιμμένος έφηβος που πολύ τον αγάπησε.



Κι οι μέρες δίχως τέλος Ελπήνορα, τώρα, πια δεν μπορείς ούτε καν να ονειρεύεσαι Ελπήνορα…
Από τους πρώτους στίχους  του ποιήματος «Ελπήνωρ» - με αυτό το ποίημα γνώρισα το ποιητικό σύμπαν του Στέλιου Λύτρα.
Δεν είμαι καλός στο να θυμάμαι λεπτομέρειες από το παρελθόν.  Αλλά σίγουρα πρέπει να ήταν αρχές της δεκαετίας του ’80 όταν γνώρισα  τον Στέλιο Λύτρα.
Εγώ έκανα τα πρώτα μου βήματα στο λογοτεχνικό χώρο κι εκείνος άλλωστε και αν σωστά μπορώ να θυμηθώ πρέπει να ήταν η Αθηνά Παπαδάκη που μας έφερε κοντά .
Ελπήνωρ –από κείμενα παλιά ερχότανε ένα όνομα  που ένας νέος ποιητής το διάλεγε για να το θέσει ως τίτλο και άξονα μιας ολόκληρης ποιητικής  του σύνθεσης –της πρώτης μάλιστα.
Από όσες κρίσεις έτυχε να πάρει τ’ αυτί μου, έχω την εντύπωση πως αυτός ο τρυφερός μέσος άνθρωπος πάει να γίνει ο πιο συγκινητικός ανάμεσα στα πρόσωπά μου, ίσως γιατί συμβολίζει αυτούς που δηλώνουμε στην καθημερινή μας ομιλία με το επιφώνημα «ο κακομοίρης». Ωστόσο, ας μην ξεχνούμε πως οι άκακοι αυτοί άνθρωποι, επειδή ακριβώς είναι εύκολοι, είναι συχνά οι καλύτεροι φορείς του κακού που έχει αλλού την πηγή του. [...]
Σημειώνει στις Δοκιμές του ο Γιώργος Σεφέρης και αν καλά θυμάμαι ο Στέλιος  Λύτρας αυτές τις σκέψεις είχε κατά νου όταν αποφάσιζε να κάνει ήρωα ενός ποιήματος πρόσωπο της Οδύσσειας.
Κι άλλωστε ο ίδιος ένας… άκακος άνθρωπος.
Ναι αυτή την εικόνα μου έδινε  όταν  τον συναντούσα.
Άκακος –ευγενής, διακριτικός…  Αρχοντικός. Κάτι ακόμα… Ναι, κάτι ακόμα που μου διέφευγε.
Ήταν τις βραδιές που τον επισκεπτόμουνα στο διαμέρισμα της Πλατείας Πλαστήρα.
Όλα  να έχουν τη σφραγίδα ενός  εκλεπτυσμένου  γούστου. Και ο φωτισμός στο σαλόνι πάντα διακριτικός. Και από το στερεοφωνικό πάντα κλασσική μουσική –πρέπει να ήταν  έργα Βιβάλντι ή Περγκολέζι… Δεν έχω συγκρατήσει παρά μόνο την όλη ατμόσφαιρα.
Και ο Στέλιος καθισμένος σε πολυθρόνα απέναντι να γέρνει ανεπαισθήτως τον κορμό προς τη μεριά μου, έτοιμος να μου προσφέρει τη φιλοξενία του, μαζί με κόκκινο κρασί μέσα σε καλό κρυστάλλινο ποτήρι.
Και τότε –με τη βοήθεια του οίνου, των ήχων και του διακριτικού φωτισμού , αυτό που μου διέφευγε, γινότανε ξεκάθαρο… Απτό.
Αποφασισμένος σε άλλα λιμάνια, σε άλλη γη να κυνηγήσει το όνειρο
Ναι, αυτός ήταν ο Στέλιος. Αποφασισμένος να κερδίσει όχι την Ποίηση, αλλά τον τρόπο με αυτήν να ζει.
Ζούσα με εντελώς διαφορετικό τρόπο – ή μάλλον βίωνα τη σχέση μου με τη λογοτεχνία με ένα διαφορετικό τρόπο. Δυο διαφορετικές επιλογές ζωής –εγώ οικογένεια με παιδιά, εκείνος με τη σταθερή του σύντροφο.
Δεν ξέρω αν τον ζήλευα… Δεν ξέρω αν ο δικός μου τρόπος ζωής τον έκανε να προβληματίζεται αν  σε κάποιες άλλες επιλογές θα έπρεπε να ενδώσει.
Μα το 1988, στη δεύτερη ποιητική του συλλογή, επιλέγει και πάλι Σεφέρη για να καθορίσει το στίγμα της –
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης* Το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.
Ξαστόχησες Στέλιο; -τον ρώτησα άραγε; Μάλλον όχι, μα το ερώτημα δε γινότανε να μη με απασχολεί. Ανεστραμμένο, όμως  - Ξαστόχησα;
Εκείνος –τόσο ευθύβολος.
Αφού ήδη η αναγνώριση είχε έρθει με ένα Κρατικό Βραβείο
…χείλη αυτού κρίνα στάζοντα σμύραν
Δεν ήταν μόνο λόγια που ο Δεύτερος Ψάλτης έλεγε στο Άσμα Ασμάτων, αλλά και κάτι παρόμοιο φωνάζανε και όσοι ανακαλύπτανε τον νέο θεατρικό συγγραφέα, αυτή τη νέα ποιητική γραφή που έφερνε άρωμα άλλο στη θεατρική καθημερινότητα της Αθήνας  του 1985.
Και όχι μόνο εκείνη τη χρονιά. Εγώ θυμάμαι και το 1989 – Οι θλιμμένες σιωπές του ποταμού  Οκαβάγκο. Παρακολούθησα κι εκείνη την παράσταση… Τη χειροκρότησα
Αλλά –ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, θυμάμαι την ανατριχίλα μου, καθώς άκουγα την τελευταία φράση του έργου :
Ο άνθρωπος δεν έζησε ποτέ στα βάθη του ποταμού Οκαβάγκο…
Ήταν  το 1989;
Πόσος χρόνος έμενε ακόμα;  Υποψία καμιά.
Κι όμως τώρα που τα σκέφτομαι όλα αυτά –τα ποιήματα, το θεατρικά… Τους δίσκους με την κλασική μουσική, το κόκκινο κρασί μέσα στο κρύσταλλο και τον Στέλιο να γέρνει προς τη μεριά μου τον κορμό…  Σκέφτομαι ξανά  την φράση εκείνη και πάλι ανατριχιάζω.
Αναζητώ άλλη στιγμή του παρελθόντος μας. Μα ναι –την ανακαλύπτω. Σε εκείνη την αυλή, όπου μας κέρασε το γεύμα του αποχωρισμού.
Έφευγε για Βενετία. Σε παλάτσο  στεγαζότανε το ελληνικό προξενείο.
«Θα σας περιμένω…» μας προσκάλεσε.
Θα έρθουμε…
Δεν προλάβαμε.
Και εκείνο τον Αύγουστο του 1993  δεν είμαστε στην Αθήνα.
Ίσως καλύτερα που δεν είμαστε. Μπορώ με μια επίμονη πίστη να σχεδιάζω μια επίσκεψη σε πόλη που τη χαράζουν κανάλια και μέσα στα στενά της έχει χυθεί κόκκινο υγρό…
Ο Στέλιος –αυτό το πιστεύω- εκεί στη Βενετία με περιμένει. Πόλη παραθαλάσσια, αλλά κανείς δεν τη σκέφτεται ως πόλη που τη βρέχει μια θάλασσα. 
Πόλη με παρελθόν… Αν την σεργιανίσεις αισθάνεσαι πως  άλλοτε περπατάς  στη στεριά κι άλλοτε πως λικνίζεσαι μέσα σε ιδιότυπο πλεούμενο. Και δεν ξεχωρίζεις την αρχή, το τέλς.. Δεν κατανοείς πως μπορεί να συμβεί το απρόσμενο τέλος…
Κι ο Τειρασίας, ντυμένος την πιο επίσημη, την αρχιερατική στολή του, υψώνοντας τη φωνή, τελετουργικά  σου απάντησε απαγγέλλοντας το φοβερό χρησμό: «Δεν υπάρχει άκρη του κόσμου, δεν υπάρχει άκρη του κόσμου* ο κόσμος είναι στρογγυλός* σαν πικρολέμονο* σα δάκρυ που κλαίει το σκοτωμένο ταίρι»
Στο μυστικό ημερολόγιο ενός τοξότη, ανατρέχω συχνά και αγαπώ  κάποιους στίχους:
Αν πάρεις τη στεριά θα χάσεις και θα χαθείς.
Αν πάρεις τη θάλασσα θα κερδίσεις και θα χαθείς
Ποια είναι η μοίρα ενός ποιητή που έχουν από αυτόν απομείνει μόνο οι λέξεις του;
… δάκρυ πέρδικας που κλαίει το σκοτωμένο ταίρι
Αγαπητή μου Μαρία
Σε ευχαριστώ που μου πρότεινες να είμαι ένας από αυτούς  μιλάνε σήμερα. Χαίρομαι που τα Θεατρικά του Στέλιου Λύτρα  έχουν όλα μαζί βρει τη θέση του σε ένα τόμο.
Χαίρομαι όπως και τότε , το 2000, που είχαμε κάτι παρόμοιο πετύχει και για τα ποιήματά του.
Θυμάμαι πάντα τον Στέλιο –ως ένα άνθρωπο που είχε κάνει τη ζωή του λογοτεχνία* ποίηση και θέατρο.
Σκέφτομαι, ακόμα, πως θα μπορούσα και να τον θεωρήσω ως θετικό εκπρόσωπο μιας όχι μόνο γενιάς συγγραφέων, αλλά και μιας ολόκληρης εποχής.  Τα χρόνια του ’80 ίσως  θα μπορούσαμε να πούμε πως έχουν μια κάποια αντιστοιχία με την περίφημη άνοιξη του ’60. Μια άνοιξη κι αυτά ευαγγελίστηκαν –μια άνοιξη θελήσαμε όλοι εμείς που κάπου τότε ξεκινήσουσαμε να κάνουμε πράξη τα όνειρά μας.
Μια άνοιξη που … Ναι, μάλλον δεν καρποφόρησε έτσι όπως είχαμε πιστέψει  και ελπίσει. Ίσως γιατί ξεγελαστήκαμε ή μπορεί κι εμείς να ξεγελάσαμε.
Αλλά όλα αυτά δεν είναι του παρόντος. Ο Στέλιος Λύτρας αντιπροσώπευσε εκείνη τα χρόνια της ποιητικής ματιάς και μήτε τα πρόδωσε μήτε και προδόθηκε. Καμιά φορά –ας το σκεφτούμε κι έτσι κι ας παρηγορηθούμε- είναι καλύτερα να φεύγεις νωρίτερα. 
Δεν είμαι ο κατάλληλος για να μιλήσω περισσότερο διεξοδικά για το έργο του. Δεν μπορώ να πω αν  οι σελίδες του έχουν επηρεάσει νεώτερους ποιητές και θεατρικούς συγγραφείς. Δεν ξέρω αν υπάρχουν σκηνοθέτες που ενδιαφέρονται να ανεβάσουν τα έργα του.
Το εύχομαι. Το ελπίζω.
Θα είναι μια δικαίωση  για εκείνον που έφυγε το ελπίζω

(Ομιλία στην παρουσίαση του τόμου -9/11/2018)

7.11.18

40 χρόνια - έψαχνα πάντα τις λέξεις







«Βαγγέλης Παυλίδης: Η έκρηξη του Γαργαντούα και η ουτοπία του Δον Κιχώτη»





Όταν σκέφτηκα να ξεκινήσω μια σειρά «μεταγραφών» κλασικών κειμένων, αποφάσισα ως κριτήριο επιλογής των έργων με τα οποία θα εργαζόμουνα τον χαρακτήρα του κεντρικού τους ήρωα, δηλαδή το κατά πόσο αυτός είναι μια διαχρονική περσόνα όχι μόνο στο όλο σώμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αλλά και στο να μπορεί να συνομιλεί και με ένα σημερινό κοινό παιδιών και εφήβων. Το γιατί αποφάσισα να ασχοληθώ με μεταγραφές είναι κάτι που αλλού έχω εξηγήσει αναλυτικά. Στο σημείωμα αυτό ας τονίσω απλώς πως πιστεύω ότι, όπως κάθε άλλη μορφή ιστορίας, έτσι και η ιστορία της λογοτεχνίας έχει μια χρονολογική διαδοχή γεγονότων και αξίζει οι νέοι αναγνώστες της να μπορέσουν να γνωρίσουν τους ήρωες που τη σημάδεψαν με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε να τους είναι ελκυστικοί και να τους φανερώνουν την ικανότητά τους να συνομιλούν με το παρόν και το μέλλον.

Οι δικές μου μεταγραφές –από την πρώτη στιγμή το αποφάσισα– θα στηριζόντουσαν στη δημιουργία ενός νέου αφηγητή. Με τη δική του ματιά και γλώσσα θα έγραφα το νέο κείμενο που θα είχε την υπογραφή μου. Συγγραφική μου απόφαση ήταν, ακόμα, το νέο έργο που θα δημιουργούνταν, αν και θα είχε τη ματιά του στραμμένη προς ένα νεανικό κοινό, παράλληλα θα είχε τις προϋποθέσεις να το αγαπήσουν και ενήλικοι αναγνώστες.

Με την Έλενα Πατάκη –μόλις της παρέδωσα τον δικό μου Γαργαντούα– αποφασίσαμε η μορφή του βιβλίου να έχει μια διαχρονικά κλασική εμφάνιση. Και ασφαλώς σε αυτό κεντρικό ρόλο θα έπαιζε η επιλογή του εικονογράφου. Και οι δυο αμέσως σκεφτήκαμε ποιον θα προτιμούσαμε. Αυτόν που τα πρόσωπα τα οποία εικονογραφεί διαθέτουν τον όγκο του Γαργαντούα, αλλά και που παράλληλα, ενώ σκιτσάρει με ρεαλισμό, την ίδια στιγμή σχολιάζει το θέμα άλλοτε λατρεύοντάς το κι άλλοτε σαρκάζοντάς το. Κοινές προδιαγραφές επιλογής. Κοινή και η απόφαση. Ο Βαγγέλης Παυλίδης.

Προσωπικά με τον Παυλίδη είχα μια ζεστή όσο και απόμακρη σχέση. Κι αυτό γιατί στην ουσία όποτε οι δρόμοι μας ανταμώσανε, πάντα είχαν να κάνουνε με το βιβλίο για παιδιά και νέους.
Είχαμε συνυπάρξει στο περιοδικό Το Ρόδι – σ’ εκείνα τα καθοριστικά πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια. Στη συνέχεια, εικονογράφησε τη συλλογή διηγημάτων μου Γάντι σε ξύλινο χέρι και έκανε το εξώφυλλο στο Τα φαντάσματα της σοφίτας. Βρεθήκαμε μαζί στη Σεβίλλη το 1996 για να παραλάβουμε τους τιμητικούς πίνακες της ΙΒΒΥ (εκείνος εικονογράφησης, εγώ μυθιστορήματος). Μα εκείνο που με έκανε ιδιαίτερα να εκτιμήσω τη λεπτότητα και την αρχοντιά του ήταν το ότι δέχτηκε αμέσως να εικονογραφήσει το πρώτο βιβλίο της Άννας – Ένας πλανήτης στο πλυντήριο (α’ έκδοση το 1993 από το «Δελφίνι»). Εκείνος φτασμένος και γνωστός στο πανελλήνιο, με πόση τρυφερότητα ασχολήθηκε με το κείμενο μιας πρωτοεμφανιζόμενης – και μάλιστα της χάρισε και μια εικόνα. Μετά χαθήκαμε. Ο Βαγγέλης πάντα με τον δικό του τρόπο απομονωμένος στη Ρόδο, εγώ στράφηκα σε κείμενα που αν απαιτούσαν εικονογράφηση δεν θα ταίριαζαν στο δικό στο εκρηκτικό ταμπεραμέντο.

Μέχρις ότου ολοκλήρωσα τον Γαργαντούα και με την Έλενα αποφασίσαμε σιγά σιγά να στήσουμε μια σειρά μεταγραφών κλασικών κειμένων. Κι όπως λίγο πιο πριν ανέφερα, επιλέξαμε τον αντισυμβατικό γίγαντα του Ραμπελαί να τον ζωντανέψει στη δική μου διασκευή ένας άλλος αντισυμβατικός γίγαντας.

Κι έτσι, ο Βαγγέλης Παυλίδης ξεκίνησε να δουλεύει πάνω στο νέο μου βιβλίο. Δεν ήταν εύκολος στη συνεργασία ο Βαγγέλης. Όχι γκρινιάρης, μήτε εριστικός. Απλώς αντιδρούσε σαν ένα παιδί – ζητούσε ειλικρίνεια, απαιτούσε συνέπεια. Ήθελε χαδάκια. Κι άλλωστε, ήξερε κι ο ίδιος πολύ καλά να χαϊδεύει. Μου έστειλε τα πρώτα του σχέδια. Κι εγώ δεν μπορούσα να κρύψω τον ενθουσιασμό μου. Και ενώ εκείνος προχωρούσε –είχε τελειώσει τις ολοσέλιδες εικόνες και παιδευότανε με τις βινιέτες– εγώ του ανακοίνωσα τον νέο ήρωα που τον περίμενε.

«Δον Κιχώτης!» ενθουσιάστηκε και βιάστηκε να ολοκληρώσει τον Γαργαντούα και να αναζητήσει τον δικό του Ιππότη της Ελεεινής Μορφής.

Μαγευόμουνα με τα προσχέδια που μου έστελνε. Πάντα εκρηκτικός, αλλά τώρα τη θέση του ανέμελου Γάλλου γίγαντα την έπαιρνε η φιγούρα ενός Ισπανού γέροντα που αναζητούσε την ουτοπία. Και δίπλα του – αχ, με πόσο κέφι ερχότανε να σταθεί ο Σάντσο Πάνσα.

Κάμποσους μήνες πριν ολοκληρωθεί η εικονογράφηση του Δον Κιχώτη, βρέθηκα για μια σειρά εκδηλώσεων στη Ρόδο. Ασφαλώς και πέρασα από το σπίτι του Βαγγέλη στη Λαχανιά. Στο δικό του άντρο –γραφείο και σχεδιαστήριο– μου έδειχνε πώς ονειρεύεται τις τελευταίες λεπτομέρειες στις βινιέτες – για μια ακόμα φορά, οι λεπτομέρειες σε μικρό χώρο τον παιδεύανε.

Όταν γνωρίσεις τον χώρο όπου ένας άνθρωπος ζει και δημιουργεί, αισθάνεσαι πως ένας νέος, πιο ουσιαστικός δεσμός σε δένει μαζί του. Όταν στη συνέχεια βρεθήκαμε και στο ταβερνάκι του χωριού και είδα στους τοίχους κρεμασμένα πορτρέτα διαφόρων κατοίκων φτιαγμένα από το δικό του χέρι, κατάλαβα την κοινωνικότητα ενός ανθρώπου που ήξερε από τη μια να αγαπά σχολιάζοντας και από την άλλη να σχολιάζει αγαπώντας. Αν θυμάμαι καλά, εκείνη τη μέρα αποφασίσαμε και ποιες εικόνες θα χρησιμοποιηθούν ως εξώφυλλα. Η Άννα Πατάκη θα έβρισκε τις λύσεις για το στήσιμό τους.
  
Τα βιβλία κυκλοφόρησαν και μαζεύανε θετικές κρίσεις και ενθουσιώδεις εντυπώσεις. Αυτό που όλοι σημειώνανε ήταν εκείνο που όλοι εμείς είχαμε προσπαθήσει να πετύχουμε – διαχρονικά κλασικό, κλασικά σύγχρονο.

Μετά είχε έρθει η ώρα της παρουσίασης των βιβλίων και της έκθεσης όλων των έργων του Βαγγέλη στη Ρόδο. Μια όμορφη βραδιά. Κόσμος, ουσιαστικές ομιλίες και ολόγυρά μας οι πίνακες – ακριβώς έτσι όπως παρουσιάζονται και τώρα, στην γκαλερί του Ιανού. Και θυμάμαι μια φωτογραφία από εκείνη τη βραδιά, στην οποία εκείνος κι εγώ έχουμε σκύψει και υπογράφουμε τα βιβλία που μας φέρνανε οι φίλοι.

Κάποια στιγμή είχα πει πως μια παρόμοια εκδήλωση θα την κάνουμε και στην Αθήνα. Αλλά, βέβαια, δεν μπορούσα να ξέρω… Ποιος θα το μπορούσε;

Την επόμενη βραδιά, η Ναόμι, η Κώστια, ο Βαγγέλης κι εγώ βρεθήκαμε να τρώμε τους μεζέδες που εκείνος διάλεγε κάπου στο λιμάνι της Ρόδου. Κι εκεί του φανέρωσα το θέμα του τρίτου βιβλίου. Ο θρύλος του Τριστάνου και της Ιζόλδης. Φάνηκε να απογοητεύεται. Προτιμούσε –μου είπε– μια ιστορία με κουρσάρους και θαλασσοπόρους. Τον διαβεβαίωσα πως και μέσα στην ιστορία του Τριστάνου υπάρχει η θάλασσα και τα καράβια με τα πανιά. Και του ζήτησα –ακόμα– για το ένα από τα τρία πρόσωπα του έργου να χρησιμοποιήσει εμένα ως μοντέλο. Ασφαλώς όχι την Ιζόλδη, μήτε και τον Τριστάνο… Αλλά για τον βασιλιά Μάρκο νομίζω πως η φυσιογνωμία μου θα ταίριαζε.

«Μα πώς πάνω σου να στηρίξω έναν ήρωα… Με το κοντοκουρεμένο σου μαλλί και το μουστακάκι…» μου έβαλε πάγο.

Είχε δίκιο. Και οι νέοι χαρακτήρες του έργου που σιγά σιγά ολοκλήρωνα είχανε κι αυτοί τη δικιά τους αντισυμβατικότητα. Θα φρόντιζα να τους μοιάσω – αποφάσισα και υποσχέθηκα στον Παυλίδη πως μέχρι να του παραδώσω τελειωμένο το μυθιστόρημα θα έχω αλλάξει.
Μακριά μαλλιά, γένια, σκουλαρίκι…

Όλα τα έκανα όπως του τα είχα υποσχεθεί. Μόνο που…

Αρχές αυτού του καλοκαιριού η Ναόμι και ο Σάββας –οι δικοί του– κατέβηκαν στην Αθήνα. Καθώς τρώγαμε σε ταβερνάκι που θα άρεσαν τα εδέσματά του και σε κείνον, η Ναόμι μού πρόσφερε όλους τους πίνακες – έτσι όπως ακριβώς ο ίδιος είχε επιμεληθεί την εμφάνισή τους για την έκθεση της Ρόδου.

Και τώρα βρίσκονται στην γκαλερί του Ιανού. Ο Γαργαντούας, ο Δον Κιχώτης, ο Σάντσο Πάνσα, ο Ροσινάντης... Μαζί και ο Βαγγέλης.



(Ομιλία στα εγκαίνια της έκθεσης των έργων στη γκαλερύ ΙΑΝΟΣ 5/11/2018)
Πρώτη ανάρτηση: https://diastixo.gr/epikaira/apopseis/10914-gargantoua

2.11.18

Μάκης Τσίτας «Και βγάζω το καπέλο μου…»


Παραμύθι και συμβολισμοί

Μάκης Τσίτας
«Και βγάζω το καπέλο μου…»
Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη
Εκδόσεις Κόκκινη κλωστή δεμένη



Τα κλασικά παραμύθια έτσι όπως έχουν φτάσει ως εμάς μέσα από τις συλλογές των αδελφών Γκριμ και του Αβά Περώ, αλλά και όσα πέρασαν την κρίση του χρόνου και θεωρούνται πλέον κλασικά (Άντερσεν), δείχνουν ξεκάθαρα πως το βασικό στοιχείο που διαθέτουν και με το οποίο διατηρούν την ικανότητά τους να επικοινωνούν με ένα πλατύ κοινό ακόμα κι όταν έχουν υποστεί πολλαπλές επεμβάσεις, διασκευές ή και απλουστεύσεις, είναι οι συμβολισμοί που πάνω τους έχουν υλοποιήσει την εξέλιξη του μύθου αλλά και το πλάσιμο των κεντρικών χαρακτήρων τους.
Βασικός συμβολισμός είναι ο υπαρξιακός φόβος προς το άγνωστο και ως επέκταση αυτού η μη συνειδητοποιημένη δυναμική της σεξουαλικής επιθυμίας.
Τα κλασικά εκείνα παραμύθια μπορεί να αναζητήσανε τρόπους έκφρασης μέσα από σύμβολα, αλλά δεν μείωσαν την ένταση και το πλάτος των ενστίκτων που θέλησαν να συμβολίσουν.
Ίσως το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα  είναι αυτό του παραμυθιού της Κοκκινοσκουφίτσας.
Το αθώο από τη μια παιδί που όμως τολμά να ανιχνεύσει μέχρι που μπορεί να το οδηγήσουν οι διαθέσεις του και από την άλλη ο ένοχος Λύκος που κρύβει τις δικές του παρορμήσεις πίσω από μια μεταμφίεση.
Αν κάποιος αναζητήσει το κεντρικό στοιχείο που ενεργοποιεί τη σχέση αυτών των δύο αρχετυπικών χαρακτήρων –καλό και κακό* ασύνειδο και συνειδητοποιημένο* όμορφο και άσχημο- νομίζω πως θα σταθεί στο εύρημα της μεταμφίεσης.
Ο κόκκινο ένδυμα της Κοκκινοσκουφίτσας που προκαλεί με την κάλυψη που χαρίζει στην αγνότητα μιας παιδικής παρουσίας* το παρηγορητικό νυχτικό της γιαγιάς που θα χρησιμοποιηθεί για να καλύψει ο Λύκος τη διάθεσή του να καταστρέψει την αθωότητα.
Σύμβολα είναι τα θεμέλια που πάνω τους πρέπει να χτίζονται τα παραμύθια –όχι μόνο του παρελθόντος , αλλά και τα πλέον σύγχρονα.
Χρησιμοποιούντα όμως σύμβολα από τους σημερινούς έλληνες (ας περιοριστούμε σε αυτούς και μόνο) παραμυθάδες;  Νομίζω πως στις περισσότερες περιπτώσεις η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ξεκάθαρα αρνητική. 
Οι συγγραφείς που αποφασίζουν να ασχοληθούν με αυτό το είδος του παραμυθιού –εννοώ το είδος που θέλει να φέρει στην επιφάνεια τις ενοχές που είναι υπαίτιες αντικοινωνικών συμπεριφορών- προτιμούν να μιλήσουν για συμπτώματα με τρόπο … συμπτωματικό. Η ενοχή έχει μόνο αρνητικό πρόσημο και χαρακτηρίζεται πάντα από το εμφανές αρνητικό.
Μα έτσι και το όποιο σύμβολο χρησιμοποιείται αποδυναμώνεται και τελικά το κείμενο προορίζεται  για εποχική χρήση – σύντομα ξεχνιέται και αντικαθίσταται με ένα άλλο παρόμοιο.
Αλλά τα σύμβολα συνεχίζουν να υπάρχουν και προσφέρονται για νέες και πάντα ουσιαστικές χρήσεις.
Θυμίζω το βιβλίο «Το αγόρι που φώναζε Λύκος» του Tony Ross  (Εκδ. Πατάκη) και το -δυστυχώς εξαντλημένο- «Η  ιστορία της Λιλής που είχε ίσκιο αγοριού» των Christian Bruel και Annie Galland (Εκδ. Καλέντης)
                           ****************
Σκέψεις οι πιο πάνω που προήλθαν μετά από την ανάγνωση του τελευταίο βιβλίου του Μάκη Τσίτα.
Ο Τσίτας είναι συγγραφέας που εκδίδει βιβλία τόσο για παιδιά όσο και για ενήλικες. Τα παιδικά του βιβλία ανήκουν στο είδος της λεγόμενης ‘μικρής φόρμας’ και συνήθως έχουν να κάνουν με ζητήματα διαπροσωπικών ή και οικογενειακών σχέσεων (Δώρο γενεθλίων) , αλλά ενίοτε και με θέματα κοινωνικής εμβέλειας (Ο αδέσποτος Κώστας).
Με το τελευταίο του αυτό βιβλίο έρχεται να προτείνει μια σύγχρονη χρησιμοποίηση  του συμβόλου της μεταμφίεσης
Η πλοκή του μύθου της Κοκκινοσκουφίτσας ανατρέπεται από τον Τσίτα και δεν είναι οι ήρωες που καταφεύγουν στη μεταμφίεση για να φέρουν στο προσκήνιο την ενοχική δράση, αλλά αυτή η ίδια η πράξη της μεταμφίεσης που από περιθωριακή ενέργεια παρουσιάζεται ως κανονική συμπεριφορά.
Καθώς μια φωτεινή, καθημερινή μέρα ξεκινά, βγαίνει στους δρόμους μεταμφιεσμένος ο φορέας του κακού. Και μπορεί η επέμβαση της πολιτείας να προστατεύσει τα παιδιά εκείνη τη μέρα, αλλά τα στοιχεία της μεταμφίεσης παραμένουν κάπου ξεχασμένα… Κι όμως έτοιμα να χρησιμοποιηθούν από τον επόμενο φορέα παρόμοιου κακού.
Ο Τσίτας δείχνει πως θέλει να προειδοποιήσει μικρούς και μεγάλους για το που κρύβεται ο κίνδυνος μιας σεξουαλικής κακοποίησης. Και το πετυχαίνει. Αλλά η επιτυχία του έχει μια μεγαλύτερη εμβέλεια καθώς η πράξη της αποπλάνησης παραμένει πάντα ισχυρή. Δεν είναι τα πρόσωπα –ο συγγραφέας μας ειδοποιεί- από τα οποία κινδυνεύουμε, αλλά το γενικότερο κοινωνικό πλαίσιο που περιθάλπει τη βία.
Μεγάλη η συμβολή στο τελικό αυτό αποτέλεσμα και της εικονογράφησης της Ντανιέλα Σταματιάδη.
Τα σύμβολα – και εικαστικά- βγαίνουν κυριολεκτικά στους δρόμους και στα πάρκα μιας σύγχρονης πόλης και το μυστήριο στην αρχή κρύβει τις αμαρτωλές προθέσεις του, αλλά πολύ σύντομα  προετοιμάζει τον αναγνώστη  για την τελική του αποκάλυψή.

 Πρώτη ανάρτηση:
 https://www.literature.gr/paramythi-kai-symvolismoi-grafei-o-manos-kontoleon-kai-vgazo-to-kapelo-moy-makis-tsitas/


31.10.18

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης «Η ιδιωτική μου αντωνυμία»


Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης
«Η ιδιωτική μου αντωνυμία»
Εκδόσεις Κίχλη



Το έκτο βιβλίο του εκ του Δήμου Πέλλας προερχόμενου πεζογράφου, Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, είναι αυτή η συλλογή ‘μικρών πεζών’ (όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει τα σύντομα κείμενα που απαρτίζουν το σώμα του συγκεκριμένου βιβλίου) με τον απρόσμενο τίτλο «Η ιδιωτική μου αντωνυμία».
Αντωνυμία –φροντίζει να μας ενημερώσει η γραμματική-  είναι ένα από τα κλιτά μέρη του λόγου που χρησιμοποιείται για να δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο που παραλείπεται (π.χ αυτός, μου, εαυτός, ποιος, πάντες, έκαστος, άλλος, δικός, τούτος, εγώ).
Και στη συνέχεια διευκρινίζει περισσότερο πως οι αντωνυμίες χωρίζονται σε 9 υποκατηγορίες:
προσωπικές (εγώ, εσύ, εμείς, εσείς)
δεικτικές (τούτος, εκείνος)
οριστικές (αυτός)
κτητικές (μου, σου, μας, σας)
αυτοπαθείς (σ' αυτόν)
αλληλοπαθητικές (αλλήλων, αλλήλοις, αλλήλους)
ερωτηματικές (πόσο, ποιος)
αόριστες (πάντες, έκαστος, άλλος, έτερος)
αναφορικές (ό,τι, όσος)
Σε αντίστοιχα εννέα μέρη και ο Χατζημωυσιάδης χωρίζει τη συλλογή των μικρών πεζών.
Όλα μαζί αποτελούν μια άτυπη –ίσως όμως και απολύτως ουσιαστική- καταγραφή της αυτοβιογραφίας του.
Είναι, βέβαια, ασυνήθιστο ένας άντρας 48 χρονών (ο Χατζημωυσιάδης γεννήθηκε το 1970) να γράφει τη βιογραφία του. Κάτι τέτοιο αναμένει κανείς να γίνεται από άτομο που  βαδίζει προς το γέρμα του βίου του.
Όμως η πέμπτη δεκαετία της ζωής μας είναι με τον δικό της τρόπο καίρια –σηματοδοτεί το πέρας της συλλογής  εμπειριών και την αρχή μιας βαθύτερης επεξεργασίας τους.
Οπότε και πολύ εύστοχος ο τίτλος – «Η ιδιωτική μου αντωνυμία». Με άλλα λόγια μια προσωπική επιλογή μικρών λεπτομερειών που στην καθημερινότητα παραλείπονται (ναι, ιδιωτικές αντωνυμίες!).
Δεν μπορώ παρά να παραθέσω τους στίχους από το ποίημα του Ουράνη  «Nel mezzo del' cammin» (εμπνευσμένους ασφαλώς από τις πρώτες γραμμές της ‘Κόλασης’ του Δάντη)...
 Να 'μαι κ' εγώ στο μέσο της ζωής μου,
μα δάσο σκοτεινό δε βλέπω μπρος μου
κι ούτε το φάντασμα του Βιργιλίου,
να γίνει παραστάτης κι οδηγός μου.
Ούτε δάσο, ούτε φάντασμα! Μονάχα
μια πένθιμη ερημία που με παγώνει.
'Οσο βαδίζω, τόσο και πλαταίνει
της σιωπής ο κύκλος που με ζώνει...
Σαν ξένη, σαν απίθανη ιστορία
σ' ένα παλιό βιβλίο ιστορημένη
και που θαμπά την κράτησεν η μνήμη ―
όλη η ζωή μου, τώρα, η περασμένη.
Αυτή λοιπόν την ζωή που κάπως θαμπά κρατά η μνήμη, ο Χατζημωυσιάδης αναζήτησε τρόπους να της δώσει  συγκεκριμένο σχήμα και ουσιαστικό βάθος. Και την έκανε λογοτεχνία.
Σε εννέα μέρη χώρισε τα κείμενα. Ακριβώς όσες είναι και οι κατηγορίες των αντωνυμιών.
Κι έτσι στην πρώτη διακρίνει κάτι από άλλα παρόμοια (οριστική αντωνυμία), στη δεύτερη αναζητά αυτό το κάτι σε ποιον ανήκει (κτητική αντωνυμία), στη συνέχεια φανερώνει το τι δείχνει αυτό το κάτι (δεικτική αντωνυμία) και ακολουθούν κείμενα που μιλούν για αντικαταστάσεις (προσωπική αντωνυμία), αμοιβαίες ενέργειες (αλληλοπαθής αντωνυμία), κείμενα που θέτουν ερωτήσεις (ερωτηματική αντωνυμία), πεζά που δεν τολμούν ξεκάθαρα να δώσουν όνομα στη μνήμη (αόριστη αντωνυμία), προτάσεις αναζήτησης δευτερευουσών καταστάσεων (αναφορική αντωνυμία) και τέλος η ολοκλήρωση της εμπειρίας (αυτοπαθής αντωνυμία).
Με μια τέτοια, λοιπόν, δόμηση ο αναγνώστης της συλλογής από τη μια γνωρίζει  τον ψυχικό κόσμο όχι  βέβαια μόνο του συγγραφέα, αλλά και κυρίως, ενός μέσου άνδρα που γεννήθηκε στις τελευταίες δεκαετίες του 20ου και έχει εισέλθει στον 21ο χωρίς να μπορεί να συμβιβαστεί με όλες αυτές τις αλλαγές σε αξίες και συναισθήματα που συντελούνται και από την άλλη αναγνωρίζει (ασχέτως συγκεκριμένης ηλικίας) και δικές του εμπειρίες –πράξεις, σκέψεις, αντιδράσεις, απογοητεύσεις, ενοχές και ελπίδες.
Πάντα –ας το σημειώσω και με αυτόν τον τρόπο- οι αντωνυμίες χρησιμοποιούνται με ιδιωτική διάθεση
Τα κείμενα της συλλογής μπορούν να διαβαστούν το ένα μετά το άλλο, μπορούν και μεμονωμένα, σε όποια σειρά. Αποτελούν όλα τους ολοκληρωμένα λογοτεχνικά μπονζάι. Σπαραχτικά τις περισσότερες φορές…
Άλλωστε, κάπου σε μια από τις τελευταίες αυτοπαθείς αντωνυμίες, διαβάζουμε:
«… γράφω πάει να πει αλητεύω. Κατά προτίμηση τις νύχτες. Όταν γδύνω τις αναμνήσεις»

Πρώτη ανάρτηση:
http://fractalart.gr/i-idiwtiki-mou-antwnymia/?fbclid=IwAR1pOmWBSV-EABiFwFpNxazMsB-oLaoNUqYOwjdkekVKt58iiGG_aBoTpHM

Ο Φωκιών ή ο «Θούριος» γραμμένος στο σήμερα….





της Βασιλικής Ρεσβάνη
Εκπαιδευτικός, Υπ. Διδ. Παν/μίου Πατρών

«Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι», ένα βιβλίο διαχρονικό, γραμμένο και αφιερωμένο με την αγάπη και την έγνοια του γονιού που θέλει να ιστορήσει με τρόπο εύληπτο και κατανοητό στο παιδί του αξίες, ιδανικά…. Να εμπνεύσει.
Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι,  αλλά ένα παιδί που είχε μάθει από τους γονείς του να είναι ελεύθερο και να κρίνει όσα βλέπει. Ο Φωκίων παρόλο που ζούσε σε μια κοινωνία που δεν την κατανοούσε, δεν τον εξέφραζε, ήταν ωστόσο ελεύθερος. Έπαιρνε πρωτοβουλίες, σκεφτόταν… Όσο και να θέλεις να περιχαρακώσεις ένα ελεύθερο πνεύμα, μια ψυχή που πάλλεται στους ρυθμούς της Ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ισότητας, δεν θα το πετύχεις. Ο Φωκίων είναι σαν… ένα ελάφι. Μοναδικός, διαφορετικός, σπάνιος και παράλληλα γρήγορος, ενεργεί χωρίς φραγμούς και θέλει να παρατηρεί τα πάντα.
«Βλέπει» ότι πρέπει να δράσει, να βοηθήσει το συνάνθρωπό του που τον έχει ανάγκη.
Ξέρει ότι θα υπάρξουν επιπτώσεις αν δεν ακολουθήσει το σύστημα που όλοι οι άλλοι άβουλα υπηρετούν για να μην δεχθούν τις συνέπειες.
Αισθάνεται την προδιαγεγραμμένη πορεία αν αντισταθεί στην αδικία
Επαναστατεί κάνοντας έρανο για να βοηθήσει, αλλά αυτό επιφέρει την φυγή…
Φεύγει ο Φωκίων κυνηγημένος από αυτό που προκάλεσε ο ίδιος.
Αποφασίζει να βρει τη χώρα με το Μεγάλο Σχολείο.
Θυμάται πάντοτε τα λόγια του πατέρα του «Μια μέρα θα ζούμε ελεύθεροι!» (σ.13
Μαθαίνει μέσα από την περιπλάνησή του για να βρει τη δασκάλα του, την Βάγια Κουκουβάγια, (όπως οι γονείς του τού είχαν πει), ότι πολλοί λαοί σε άλλες χώρες δοκιμάζονται με πόλεμους.
Επιστρέφει στον τόπο του με νέες ιδέες, γνώση, με εμπειρία.
Οι συμβολισμοί (σε αυτό το παραμύθι που γράφτηκε πριν 40 χρόνια και μάς προσφέρθηκε από τον Μάνο Κοντολέων τόσο όμορφα σε αυτή την νέα του εκδοχή) είναι πάρα πολλοί.
Ο Φωκίων ζει σε μια χώρα όπου οι άνθρωποι επικοινωνούν με τα ζώα,  αλληλοεπιδρούν. Ο Φωκίων είναι φίλος με τον Αλέξη το πιστό και αγαπημένο του άλογο. Ο ενήλικος αναγνώστης βρίσκεται σε ένα διαρκές παιχνίδι διερεύνησης των χαρακτηριστικών των ζώων και πως εμπλέκονται με την ροή της ιστορίας. Οι γύπες, φρουροί της άρχουσα; τάξης, οι κίσσες σπιούνοι του συστήματος, αλλά και ο Λευτέρης ο σπουργίτης και το περιστέρι (καθόλου τυχαία η επιλογή και ο συμβολισμός).
Μέσα από τους συμβολισμούς αυτούς ο αναγνώστης  μπορεί να δει μεγάλα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν στην Ελλάδα - Χούντα, Πολυτεχνείο, εισβολή στην Κύπρο. Αδικία, πείνα, πόλεμος, σφαγές, καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων…
Ίσως αυτό το ΔΕΝ που έχει προστεθεί στον τίτλο του βιβλίου να είναι μια διαπίστωση της ωριμότητας του συγγραφέα ο οποίος δανειζόμενος στίχους του Τάσου Λειβαδίτη «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος…» μας προτρέπει να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε.
ΔΕΝ πρέπει να τα περιμένουμε όλα από άλλους.
ΔΕΝ πρέπει να συνεχίζουμε κάτι που δεν είναι σωστό απλώς για να μην αντισταθούμε και δεχθούμε επιπτώσεις. 
Παρόλο που το ΔΕΝ αποτελεί αρνητικό σύνδεσμο στην γραμματική, στο βιβλίο αυτό αποτελεί προτροπή για αγώνα.             Μην αφήνεστε στο λήθαργο του ότι όλα είναι καλά ή έτσι πρέπει να είναι. Σκεφτείτε…. Μελετήστε… Αναζητήστε τη Βάγια Κούκουβάγια με όποια μορφή έχει σήμερα - διαδίκτυο, λογοτεχνικά βιβλία, δάσκαλοι.
Πλούσιο το παραμύθι αυτό σε αλληγορίες και συμβολισμούς. Ο Μάνος Κοντολέων άλλωστε δεν δίνει ποτέ ξεκάθαρα τις ιδέες που θέλει να πει μέσα από τα έργα του. Είναι αυτό το διαρκές παιχνίδι αλληλεπίδρασης με τον αναγνώστη αλλά και με τους ήρωες των βιβλίων του. Συνομιλεί μαζί τους και μαζί μας. Μας κλείνει το μάτι σίγουρα όταν καταλαβαίνουμε όσα θέλει να μας μεταφέρει.
Ένα παραμύθι διαχρονικό, γραμμένο από ένα συγγραφέα  που ξέρει καλά πώς να μας μεταφέρει στο χτες μέσα από μια σύγχρονη ματιά. Ένα επαναστατικό κείμενο αφύπνισης ή ένας άλλος «Θούριος» όσο κι αν είναι επαναστατικό και ριψοκίνδυνο να τα συνδέει κανείς στις μέρες μας….

Πρώτη ανάρτηση:

26.10.18

"Ολομόναχος" Νίκος Παναγιωτόπουλος



Το φάντασμα του πατέρα



 Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος γράφει μυθιστορήματα, βιβλία για παιδιά, σενάρια, μεταφράζει… ‘Ένα ανήσυχο άτομο που κυκλοφορεί ανάμεσα σε κατασκευές που τις δημιουργούν οι λέξεις.  Αναζητώντας τρόπο να πλησιάσω το νέο του βιβλίο, στάθηκα στον χαρακτηρισμό που ο ίδιος του έχει δώσει. Όχι μυθιστόρημα – πώς θα μπορούσε, άλλωστε,  να ισχυριστεί κανείς κάτι τέτοιο για ένα  κείμενο που μόλις και απλώνεται σε 100 σελίδες και αυτές αρκούντως αραιογραμμένες; Αφήγημα, τότε; Σίγουρα. Όμως ο ίδιος ο συγγραφέας του δίνει ένα  πλέον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό– αυτοβιογραφική προφητεία. Δυο λέξεις που στην ουσία η μια αμφισβητεί την άλλη. Κάθε τι αυτοβιογραφικό αναφέρεται στο παρελθόν. Κάθε τι προφητικό έχει να κάνει με το μέλλον. Ανάμεσα στο χτες και το αύριο υπάρχει το τώρα. Κι σ΄ αυτή τη διαδοχή -αν θέλουμε να της προσδώσουμε κάτι περισσότερο εσωτερικό, κάτι που θα την μετατρέψει από μια απλή παράθεση γεγονότων σε μια βασική ανάπτυξη στενών, στενότατων σχέσεων-  μπορούμε να τοποθετήσουμε τον εαυτό μας στο κέντρο (το τώρα) και τον πατέρα μας από την μια άκρη (το παρελθόν) και το γιο μας από την άλλη (το αύριο). Να, λοιπόν, και το θέμα του κειμένου. Ο γιος αναζητά το παρελθόν του πατέρα για να μπορέσει να διαμορφώσει με μεγαλύτερη υπευθυνότητα το πώς ο δικός του γιος θα σταθεί μπροστά στη ζωή εκείνου που τον γέννησε. Τρεις γενιές και μια από τις πλέον δυνατές σχέσεις που μπορεί να συνδέσουν άντρες μεταξύ τους. Αυτή του πατέρα με τον γιο… Ή του γιου με τον πατέρα. Ο ίδιος ο Παναγιωτόπουλος θα αναφέρει φράσεις του Μπρικνέρ από το έργο ‘ ’Ένας καλό γιος’. «Δεν υπάρχει δυσκολότερο απ’ το να είναι κανείς πατέρας. Αν είναι ήρωας, συντρίβει με τη δόξα του, αν είναι κάθαρμα, με την αχρειότητά του, κι αν είναι συνηθισμένος άνθρωπος, με την μετριότητά του. Ό,τι κι αν κάνει έχει άδικο -είτε είναι υπερβολικό είτε δεν είναι αρκετό».  Το ‘Ολομόναχος’ είναι ένα κείμενο που, με εφόδια την απλότητα μα και το βάθος των συναισθημάτων, κρατά αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον, ενώ παράλληλα φέρνει στο φως ουσιαστικούς  και διαχρονικούς προβληματισμούς που έχουν να κάνουν με την κοινωνική θέση του άντρα ως πατέρα και ακόμα με τις μορφές επικοινωνίας ανάμεσα σε γονείς και παιδιά του ίδιου φύλου. Παράλληλα αναζητά τρόπους αμφισβήτησης του θανάτου, διεκδικεί το δικαίωμα σε μια ανατροφή χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις βασισμένες σε παλαιότερες προκαταλήψεις. Ο Παναγιωτόπουλος γράφει την ιστορία του δικού του πατέρα μια φορά έτσι όπως εκείνος νόμιζε πως την ήξερε και άλλη μια φορά έτσι όπως τα ίδια τα γεγονότα την είχαν διαμορφώσει. Στο τέλος θα αναγνωρίσει και θα συμφιλιωθεί με το πεπρωμένο κάθε ύπαρξης –τη μοναξιά. Μόνοι ζούμε και συναισθανόμαστε την ίδια ώρα που προσφέρουμε τους εαυτούς μας στους αγαπημένους άλλους. Μοίρα της συνύπαρξης; Νόμος που διέπει κάθε σχέση; Ό,τι κι αν είναι, αξίζει να την αναγνωρίσουμε.  Να συγχωρέσουμε και να συγχωρεθούμε. «Θα με μισήσεις θα δεις… Όπως μίσησα εγώ τον πατέρα μου, για να τον ξαναγαπήσω κάποτε –πολύ αργά. Όπως μίσησε κι εκείνος τον δικό του. Θα με μισήσεις και θα μου φύγεις. Θα νιώσεις ολομόναχος. Θα νιώσεις αδικημένος. Δεν θα είναι δικό σου το φταίξιμο. Ούτε δικό μου ήταν. Ούτε δικό του. Κανείς μας δεν θα μπορούσε να κάνει αλλιώς…» Κανείς δεν θα μπορούσε; Το φάντασμα του πατέρα πάντα θα συντροφεύει τους απογόνους; Στο ερώτημα αυτό  ο Νίκος Παναγιωτόπουλος προσπαθεί να απαντήσει αμφισβητώντας αυτό το ‘κανείς’, όπως πριν από αυτόν κι άλλοι δημιουργοί προσπάθησαν- από τον Σοφοκλή ως τον Σαίξπηρ, από τον Ντοστογιέφσκι ως τον Ροθ. «… Αλλιώς, θα έρθει το φάντασμά μου να σε βρει, μια μέρα που θα’  σαι ολομόναχος, και θα σου πιάσει τρυφερά το χέρι και θα σου πει όσα εγώ δεν πρόφτασα. Ή θα διαβάσεις αυτό το βιβλιαράκι»  
Πρώτη ανάρτηση:

Ο Φωκίων στο Elniplex Και στο Talk





Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι, του Μάνου Κοντολέων
Από Απόστολος Πάππος - 24/10/2018

Πριν σαράντα χρόνια, ο Φωκίων ήταν ελάφι. Ζούσε σε μια χώρα που υπέφερε από τη βία των Αρχόντων της κι όταν στάθηκε με περηφάνια έναντι της καταπίεσης και του παραλογισμού τους, αναγκάστηκε να ξενιτευτεί για να αποφύγει την τιμωρία που του επιφύλασσαν. Τότε ήταν που ταξίδεψε και γνώρισε χώρες και λαούς, σκέψεις και ιδέες, τότε ήταν που αντάμωσε με πλάσματα σαν κι αυτόν που αγωνίζονταν για την ελευθερία και στέκονταν πάντα όρθιοι απέναντι σε κάθε αδικία, βία, αυθαιρεσία. Κατάφερε ο Φωκίων ως ελάφι εκείνη την πρωταρχική επανάσταση που συμβαίνει μέσα μας, όταν συνειδητοποιείς έννοιες και ιδέες, τις κατοχυρώνεις σημασιολογικά κι ύστερα τις διεκδικείς στον κόσμο για σένα και για όλους. Κι έγινε ο Φωκίων, το ελάφι, ένας ταχύς δρομέας που κουβάλησε στη ράχη του πολέμους και εξεγέρσεις, τραγωδίες και καταστροφές: Βιετνάμ, Χούντα και Πολυτεχνείο, Αττίλας και Κύπρος. Ήταν βλέπεις 1979 τότε και εκείνα τα γεγονότα είχαν μόλις κατακαθίσει μπροστά στα βλέμματα όσων έβλεπαν κι ένιωθαν, με χώμα, άρτι αφιχθέν νέφος και αίμα. Κι αν τα δύο πρώτα ίσως τα συνηθίζεις, το τρίτο κόμπο σε δένει κι ας είσαι ο Φωκίων το ελάφι με τη μεγάλη καρδιά και τα μακριά κανιά.

Σαράντα χρόνια μετά, ο Φωκίων μεγάλωσε. Κι όταν μεγαλώνεις γίνεσαι από ελάφι άνθρωπος. Γιατί ο συγγραφέας που τον γέννησε, πάτησε στέρεα στη γη των λέξεων και των ιδεών, τον πήρε και τον μεταμόρφωσε για να τρέξει τις αλήθειες του πιο γρήγορα κι από τα ελάφια. Ο Φωκίων είναι άνθρωπος. Ζει σε μια όμορφη, τοσηδά πολιτειούλα που ανήκε στους ακατάδεκτους και κατσούφηδες Άρχοντες, την πιο Παλιά Οικογένεια του τόπου, οι οποίοι κυβερνούσαν με άδικους φόρους, κατασχέσεις σοδειών, φρουρούς και σπιούνους, επιβολή και αυθαιρεσία. Κι ύστερα ο Φωκίων φεύγει για την Άλλη Χώρα, θέλει να σπουδάσει, εδώ δεν υπάρχει χώρος για γράμματα και μόρφωση. Μα και πέρα από τη δική του πολιτειούλα, ο κόσμος δεν ήταν όπως θα περίμενε. Ίσως πουθενά δεν είναι όπως τον περιμένεις.

«Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.» *

Μόνο που εδώ δε φταίει η Πόλις που κουβαλάς μέσα σου εσύ, μα οι άνθρωποι που τις φτιάχνουν. Πόλεις με στρατιώτες Σαύρες που φυλακίζουν τους ελεύθερα εκλεγμένους ηγέτες τους και αρπάζουν την εξουσία για λογαριασμό υστερόβουλων τυχοδιωκτών. Πόλεις που τις καταστρέφει ο πόλεμος, νησιά που χωρίζονται στα δυο κι όσοι ζούσαν κάποτε μονιασμένα τώρα βρήκαν λόγους να πολεμούν μεταξύ τους.

«Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους». **

Για ακόμα μία φορά, ένας από τους σημαντικότερους τεχνίτες του λόγου που έχουμε στην Ελλάδα, ο Μάνος Κοντολέων, προβαίνει σε μια τολμηρή συνομιλία με ένα παλιό του βιβλίο (το πρώτο του και βραβευμένο μάλιστα, 1979), το ξαναδιαβάζει, το επαναγράφει με τη σημερινή του ωριμότητα και δεξιότητα, το αναιρεί με ένα ΔΕΝ ήδη από τον τίτλο και αμέσως αναιρεί την αναίρεσή του, καθώς η ιστορία διατηρεί τους ίδιους κώδικες και τον ίδιο εννοιολογικό χάρτη και με νέα θεμέλια προχωρά σε σθεναρές δηλώσεις. Θα μπορούσε να φέρει τον τίτλο ή υπότιτλο «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»***, καθώς ο Φωκίων, και ο παλιός και ο καινούριος, είναι ένας αλληγορικός οδηγός αξιοπρέπειας και μια αισιόδοξη ωδή στους ανθρώπους που αντιστέκονται στα νοσηρά αποφθέγματα «έτσι τα βρήκαμε» και «δε θα αλλάξουμε εμείς τον κόσμο». Ο Φωκίων, άνθρωπος πια, σαράντα χρόνια μετά, μας βεβαιώνει πως είτε αλλάξει, είτε όχι, εμείς θα έχουμε σταθεί έντιμοι και όρθιοι απέναντι στη φθορά της απραξίας.

Αν λοιπόν, νέε αναγνώστη ή μεγαλύτερε, που διαβάζεις αυτές τις αράδες, θέλεις να εξηγήσεις τι έγινε στην Κύπρο το 1974, στην Ελλάδα το 1967-1973, στο Βιετνάμ το 1973-1975 και κυρίως να αισθανθείς τι σημαίνει και που σωβεί η λέξη ελευθερία, εμπιστεύσου ετούτον τον Φωκιώνα και τον συγγραφέα του, που δεν ανήλθε στο θρόνο ενός ώριμου σοφού για να διδάσκει, δεν διαβαίνει τους σίγουρους δρόμους και δεν μοιράζει συγκινητικά αποφθέγματα για καρτ ποστάλ στα social media. Γιατί εδώ η συν-κίνηση είναι πάντα παρούσα.

Με ένα φανταστικό εξώφυλλο και τα ασπρόμαυρα σχέδια με την εικαστική αρτιότητα της Μυρτώς Δεληβοριά να κρέμονται στην αρχή κάθε κεφαλαίου, Ο Φωκίων Δεν Ήταν Ελάφι σαγηνεύει και γεμίζει την ψυχή με αξίες μεστές. Τα υπόλοιπα τα λέει ο ίδιος ο συγγραφέας, στο βιβλίο και λίγα εδώ, παρακάτω…



THE BOOK SECRET
Ο Μάνος Κοντολέων στο ELNIPLEX για το βιβλίο «Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι«:

«Καθώς σε λίγο συμπληρώνονται 40 χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου βιβλίου που έγραψα –«Ο Φωκίων ήταν ελάφι», εικονογράφηση της Διατσέντας Παρίση, Εκδ. Καστανιώτη- θέλησα να επιστρέψω σε αυτό και να προσπαθήσω να το επαναγράψω τόσο σε επίπεδο γλωσσικών εκφράσεων, όσο όμως -και κυρίως- με τη τωρινή μου άποψη πάνω στα θέματα που αναπτύσσονται μέσα στην ιστορία.
Και όσον αφορά τη γλώσσα διαπίστωσα τις ατέλειες ενός πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου και τις επεξεργάστηκα με την εμπειρία που πλέον διαθέτω.
Αλλά η στάση μου πάνω στην ιδεολογική ουσία του έργου όχι μόνο παραμένει η ίδια, αλλά έχει γίνει και πιο απαιτητική.
Η αξιοπρέπεια του ατόμου, η ελευθερία των λαών και η τόλμη να αγωνίζεσαι όχι μόνο για το δικό σου δίκιο, αλλά και των άλλων εξακολουθεί να είναι βάση των ‘πιστεύω’ μου. Κι αν τότε αυτή τη στάση με μια διστακτικότητα θέλησα να την καλύψω χρησιμοποιώντας ως φορείς της ζώα για ήρωές μου, τώρα με μια –τολμώ να πω- προκλητικότητα τη φωτίζω άπλετα. Γιατί δεν μας παίρνει άλλο να μη λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.
Οπότε … Ο Φωκίων ΔΕΝ ήταν ελάφι. Αυτό το ΔΕΝ είναι μια ξεκάθαρη δήλωση. Ίσως είναι και η προτροπή μιας σαραντάχρονης συγγραφικής εμπειρίας προς τους σημερινούς νέους – αναζητήστε την αληθινή σας ταυτότητα και απαιτείστε από τους άλλους να τη σεβαστούνε.»

* & ** Η Πόλις, Κ.Π. Καβάφης, Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

*** Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος, Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, Κέδρος, 1979

Soundtrack

Την πόρτα ανοίγω το βράδυ

Βιετνάμ γιέ-γιέ

Για την Κύπρο





Ο ΦΩΚΙΩΝ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΛΑΦΙ

Πελιώ Παπαδιά/ Οκτώβριος 11, 2018
https://www.talcmag.gr/vivlio/o-fokion-den-itan-elafi/

Ένα γεμάτο δράση, αλλά και συναίσθημα παραμύθι, που ανήκει πλέον στα κλασικά κείμενα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας για παιδιά ανανέωσε μ’ έναν εντελώς απροσδόκητο τρόπο ο συγγραφέας Μάνος Κοντολέων.  Το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα κυκλοφόρησε το 1979 µε τίτλο «Ο Φωκίων ήταν ελάφι», του οποίου απόσπασμα θα βρείτε και στο βιβλίο της γλώσσας της Πέμπτης Δημοτικού. Καθώς συµπληρώνονται σαράντα χρόνια από τότε, το ίδιο εκείνο βιβλίο επανακυκλοφορεί αλλά µε µια εντελώς νέα µορφή, τόσο ως προς το κείµενο όσο και ως προς την εικονογράφηση, και µε άλλον τίτλο – «Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι» (εκδόσεις Πατάκη, εικονογράφηση Μυρτώ Δεληβοριά). Τι σημαίνει, όμως, αυτό το δεν που εισχώρησε στον τίτλο;
Μέσα στα σαράντα αυτά χρόνια ο Μάνος Κοντολέων έχει γράψει πάρα πολλά βιβλία (για παιδιά, νέους, ενήλικες). Κάποια από αυτά έχουν µεταφραστεί σε άλλες γλώσσες. Κάποια έχουν βραβευτεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ο ίδιος απέκτησε παιδιά κι εγγόνι. Από τότε µέχρι σήµερα έχει γίνει πιο µαχητικός – υποστηρίζει µε πάθος τις αξίες της ελευθερίας και του σεβασµού. Οπότε και αποφάσισε µε ένα δεν αυτό το πιστεύω του να το εκφράσει.


«Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι» είναι μια συµβολική ιστορία που μεταφέρει στο σήμερα και στο αύριο μια ιστορία 45 χρόνων και αναφέρεται στον οικουμενικό αγώνα των ανθρώπων για δικαιοσύνη και ελευθερία. Ο Φωκίων -ένα παλικάρι που μοιάζει με ελάφι- έρχεται από μια φανταστική χώρα, όπου οι άνθρωποι συνομιλούν με τα ζώα. Ο Φωκίων συνειδητοποιεί πως υπάρχουν τόποι όπου κάποιοι στερούν την ελευθερία και την αξιοπρέπεια των άλλων κατοίκων. Και αποφασίζει να δράσει. Οι περιπέτειες οι δικές του και των φίλων του φέρνουν στον νου του αναγνώστη συνθήκες παρόμοιες με αυτές που έχουμε ζήσει και στον τόπο μας -χούντα των συνταγματαρχών και εξέγερση του Πολυτεχνείου, τουρκική εισβολή στην Κύπρο- αλλά και σε άλλα μέρη της γης.