19.6.18

Θωμάς Κοροβίνης "Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν"





Έχω δηλώσει και σε προηγούμενα σημειώματά μου σχετικά με λογοτεχνικά βιβλία του Θωμά Κοροβίνη πως ο θεσσαλονικιός αυτός συγγραφέας είναι μια εντελώς ιδιότυπη περίπτωση στη σύγχρονη λογοτεχνία μας.
Με καλές φιλολογικές αποσκευές, με πολυετείς αναζητήσεις σε λαογραφικά θέματα της Τουρκίας και του δικού μας λαϊκού πολιτισμού έτσι όπως ενσαρκώθηκε κυρίως στη μουσική, κάποια στιγμή αποφασίζει αυτές όλες τις γνώσεις του να τις μεταφέρει σε συνθέσεις μυθιστορηματικές, ενώ παράλληλα φροντίζει να εκδοθούν και σύντομες νουβέλες –πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις ανθρώπων  υπαρκτών ή μη- που περιγράφουν χαρακτήρες και εποχές.
Αλλά τα λογοτεχνικά κείμενα που ακουμπούν πάνω σε λαογραφικές καταστάσεις απαιτούν την ύπαρξη ενός μυθιστορηματικού χώρου.  Και σε αυτή την απαίτηση των έργων του ο Κοροβίνης  υποκύπτει και φωτίζει δυο βασικά πόλεις  -άξονες του σύγχρονου ελληνισμού. Την Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη.
Σε αυτήν τη δεύτερη, λοιπόν, αφιερώνει  το τελευταίο του μυθιστόρημα «Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν»
Ένα Σάββατο του Αυγούστου του 1917 συνέβη ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της  Θεσσαλονίκης. Ήταν ένα τυχαίο γεγονός που άλλαξε σημαντικά τη φυσιογνωμία της πόλης. Η πυρκαγιά μέσα σε 32 ώρες έκαψε 9.500 σπίτια σε έκταση 1.000.000 m² και άφησε άστεγα πάνω από 70.000 άτομα. Οικονομικές και εμπορικές λειτουργίες, διοικητικές υπηρεσίες, χώροι αναψυχής και τα σημαντικότερα πνευματικά και θρησκευτικά ιδρύματα των εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων, μαζί με τα αρχεία τους καταστράφηκαν ολοσχερώς. Οι ανθρώπινες απώλειες της πυρκαγιάς ήταν ελάχιστες. Το μέρος, όμως, της πόλης που κάηκε ανοικοδομήθηκε με νέο οργανωμένο σχέδιο, δημιουργώντας μια σύγχρονη πόλη.
Αυτήν την φυσιογνωμία που βίαια εξαφανίστηκε, ο Κοροβίνης αποφάσισε να διασώσει μέσα από το τελευταίο του μυθιστόρημα.
Χρησιμοποιεί –σχεδόν ως μυθιστορηματική πρόφαση- έναν Τουρκαλβανό γόη και την φλογερή όσο και καταραμένη σχέση του με μια Ισπανοεβραία  καλλονή, για να οδηγήσει τον αναγνώστη του σε δρόμους, σε πλατείες, σε συνοικίες, σε μαγαζιά εμπορικά, σε στέκια στρατιωτών και λαϊκών ανθρώπων –όλα έτσι όπως τότε, μέχρι τον Αύγουστο του 1917 υπήρχαν και μέσα σε 32 ώρες καταστράφηκαν.
Οι πόλεις έχουν ένα παρελθόν όχι μόνο ιστορικό, αλλά και λαογραφικό. Και αν τις πράξεις τις εγγεγραμμένες  ως ιστορικά γεγονότα  μπορεί κανείς να τις αναζητήσει σε ιστορικές μελέτες, τις ανάσες των ανθρώπων, τα πάθη, τα όνειρα, τα αδιέξοδα τους, την καθημερινότητά τους εν τέλει, μόνο τα λογοτεχνικά κείμενα μπορούν να τα φιλοξενήσουν.
Αλλά λογοτεχνία δεν είναι τόσο το τι λέγεται, αλλά το πως λέγεται. Με άλλα λόγια είναι η γλώσσα. Κι εδώ πλέον ο Κοροβίνης αποδεικνύει πως είναι ο μοναδικός έλληνας γραφιάς που ξέρεις να χειρίζεται  με απρόσμενη άνεση τις πολλαπλές μορφές με τις οποίες οι πολίτες αυτού του τόπου επικοινωνούσαν μεταξύ τους.
Ελληνικά, τούρκικα, αραβικά, αλβανικά, σεφαραδίτικα, ιταλικά και γαλλικά, μα και λαϊκές εκφράσεις  -όλα μέσα στη συγγραφική φαρέτρα του Κοροβίνη. Και έτσι με τη σπαρταριστή βοήθεια της γλώσσας  θα αναστήσει την πολιτισμικότητα της Θεσσαλονίκης εκείνων των χρόνων, θα περιγράψει το δράμα της εξαφάνισης της
«...Να μαζευτούν λοιπόν και να κάνουν λιτανείες έπρεπε όλοι μαζί, παπάδες και ραβίνοι και ιμάμηδες, να μας λυπηθεί και να φυσήξει, νε γκιουζελίκ, να έρθουν οι κάτοικοι στα συγκαλά τους, να κάθεσαι στην παραλία και να σεργιανάς καρσί, μέχρι τον Όλυμπο, πεντακάθαρα, λες και βλέπεις με τηλεσκόπιο. Δεν ήταν για να φυσήξει σαν τώρα, που έψηνε η προσφυγίνα τις μελιτζάνες της, όπως λένε, για να μαγειρέψει του καλού της το ιμάμ ή το χιουνκιάρ! Πάρε, ρίξε μια ματιά και στα χαμπέρια. Ορίστε! Ελληνικές! Διάβασε το «Φως». Στον πάγκο έχω και την «Μακεδονία». Έχω και τουρκικές. Να, η «Χαβαντίς». Κοίταξε το πρωτοσέλιδο, το συμμαχικό πλοίο που καίγεται στην φωτογραφία. Έχω και μια εβραίικη, την «Λα Λιμπερτάδ», παρόλο που σπάνια έχουμε εδώ Σπανιόλους πελάτες. Μεγάλο κακό, μεγάλη συμφορά! Δες άλλη φωτογραφία! Κόντεψε να καεί η «Οθωμανική τράπεζα» στον Φραγκομαχαλά! Όλους τους παράδες μου τους έχω εκεί μέσα, όλες μου τις καταθέσεις!...»
Ο Θωμάς Κοροβίνης  παράλληλα με τις περιγραφές, ολοκληρώνει και τους χαρακτήρες που κυκλοφορούν μέσα στις 316 σελίδες του έργου. Και θεωρώ πως με τους δυο κεντρικούς ήρωές του και το δραματικό τέλος του έρωτά τους,  την ώρα της μεγίστης ακμής της ομορφιάς τους, θέλησε  να συμβολίσει αυτό που επέφερε η πυρκαγιά -μια πόλη εξαφανίστηκε. Πήρε μαζί της τον πολιτισμό της, έχασε την ουσιαστική της ταυτότητα. Από πόλη με τα πολλαπλά πρόσωπα της Αμαρτίας, έγινε Νύμφη του Θερμαϊκού.

Πρώτη ανάρτηση: 
 https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/10113-aslan-kaplan

11.6.18

Για την Κασσάνδρα, σε α'πρόσωπο στο diastixo.gr


Πρώτη ανάρτηση: https://diastixo.gr/aprosopo-2/10057-kassandra-mavri-ammos


Η  Κασσάνδρα – κόρη  του Πρίαμου και ης Εκάβης- μας είναι γνωστή ως μια μάντισσα δυσάρεστων προβλέψεων. Αλλά εγώ πότε δεν την αντιμετώπισα με αυτόν τον τρόπο. Αντίθετα για μένα είναι το σύμβολο του ανθρώπου που μπορεί να διακρίνει το που οδηγούν οι πράξεις των πολλών όταν είναι δημιούργημα αφρόνων αποφάσεων και  επιπόλαιων υπολογισμών.  Και για αυτό άλλωστε οι συμβουλές της δεν ακούγονταν –μήτε τότε από τους Τρώες, μήτε και σήμερα από εμάς.
Από την άλλη, η Κασσάνδρα  -η φήμη της πιο σωστά- έχει φτάσει ως εμάς μέσα από τον περίφημο μονόλογό  της στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου. Ένας παραληρηματικός λόγος  ανθρώπου που γνωρίζει το τέλος, αλλά δεν μπορεί να το αποφύγει.
Μάντισσα, λοιπόν,  δίχως οπαδούς και γυναίκα που δεν καταφέρνει να ξεφύγει από τη μοίρα της. Η μια υπόστασή της  αμφισβητεί την άλλη.
Για χρόνια αυτός ο συνδυασμός  ζητούσε να ενεργοποιήσει τη συγγραφική μου πράξη.
Μα αντιμετώπιζα ένα πρόβλημα.
Πώς θα μπορούσα να θρυμματίσω  το γυάλινο φέρετρο όπου την είχε τοποθετήσει ο Αισχύλος και να της προσφέρω τη δυνατότητα να μιλήσει ως ένας διαχρονικός άνθρωπος που  γνώρισε όχι μόνο τα αδιέξοδα της μη επικοινωνίας, αλλά και τους εφιάλτες ενός σώματος ;
Την πολιτιστική μας κληρονομιά δεν τολμούμε να την χρησιμοποιήσουμε ως βάση για τη δημιουργίας ενός μυθιστορήματος. Αν καλά γνωρίζω, ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις εκείνες όπου έχουμε διαβάσει ελληνικά  μυθιστορήματα με πρωταγωνιστές κεντρικά πρόσωπα των μύθων  δοσμένα όμως με μια σύγχρονη αντίληψη αφήγησης αλλά και ψυχολογίας.
Τις πηγές (στη συγκεκριμένη περίπτωση, την Ιλιάδα) τις πλησιάζουμε με την απόσταση που απαιτεί ο σεβασμός προς ένα μουσειακό αντικείμενο. Η φιλολογική ματιά  επιβάλλεται στον συγγραφέα.
Μιλάμε για τη γλώσσα του Ομήρου, αλλά δεν τολμούμε να υποψιαστούμε –έστω- σκέψεις, ερεθίσματα και πράξεις των κεντρικών προσώπων, πέρα από τα όσα ίσως το αρχικό το κείμενο αναφέρει.
Αλλά εγώ –δεν είχα άλλωστε και άλλο τρόπο- αποφάσισα να διαβάσω την Ιλιάδα ως ένα μυθιστόρημα εποχής και όχι ως ένα έπος. Μυθιστόρημα εποχής σημαίνει περιγραφή μιας χρονικής περιόδου και ανάπτυξη σχέσεων ανάμεσα στους ήρωές τους. Και με αυτά τα εφόδια θα αναζητούσα αντιστοιχίσεις με το τώρα, το σήμερα.
Και έτσι προσπάθησα να διακρίνω τις σχέσεις που καθορίζανε  τους πρωταγωνιστές και οι οποίες κρυβόντουσαν πίσω από άλλες πλέον γενικές περιγραφές.
Όλοι μας γνωρίζουμε την περίφημη συνάντηση του Πρίαμου με τον Αχιλλέα, λίγο ή πολύ κάτι έχουμε ακούσει για τα λόγια που ανταλλάσανε Αχιλλέας και Πάτροκλος προτού ο δεύτερος ενδυθεί την πανοπλία το πρώτου. Και βέβαια μας είναι γνωστή και η προσπάθεια της Ανδρομάχης να κάνει τον Έκτορα να κρατήσει μια διαφορετική στάση ως αρχηγός του στρατού των Τρώων.  Αυτές τις στιγμές – κι άλλες ακόμα- το ομηρικό κείμενο μας της δίνει. Αλλά μόνο αυτές υπήρχαν;  Ποια –για παράδειγμα-  μπορεί να ήταν τα συναισθήματα των γυναικών της Τροίας απέναντι στην Ελένη, αν θελήσουμε να συνδυάσουμε τις δυο τόσο διαφορετικές εκδοχές για την πλέον όμορφη γυναίκα του κόσμου έτσι όπως ο ίδιος ο Ευριπίδης μας δίνει  από τη μια με τις «Τρωάδες» του και από την άλλη με την «Ελένη» του;
Και τελικά –ας επιστρέψω στην Κασσάνδρα- ποιες τάχα ήταν οι σκέψεις της πιο όμορφης κόρης του Πριάμου; Τι μπορεί να αισθανότανε για τον μεγάλο  της αδελφό; Τι για τον δίδυμό της , τον Έλενο; Και αυτή άραγε η πληροφορία –κάπου θαμμένη- πως ήταν  ο Έλενος που είχε δώσει την ιδέα τη  σχετική  με τον Δούρειο Ίππο  στους Αχαιούς, πως μπορεί άραγε να είχε αντιμετωπισθεί από την αδελφή του –μια γυναίκα που έβλεπε το μέλλον όχι μέσα στα σπλάχνα των  ζώων, αλλά κρίνοντας τις αποφάσεις των άλλων;
Ναι, είχα πια κάνει δικά μου τα πρόσωπα του έπους και  έπαιρνα το ρίσκο να τα μετατρέψω σε μυθιστορηματικούς χαρακτήρες και να τους δώσω το δικαίωμα να σχολιάσουν και τα δικά μας, τωρινά, λάθη
Αλλά δεν ήθελα να ξεφύγω από τη γοητεία εκείνης της εποχής. Και τη μαγεία των αλλοτινών και δη των μακρινών εποχών, μόνο η γλώσσα μπορεί να την διατηρήσει.  Ασφαλώς και δε θα μπορούσα, να μιμηθώ τη γλώσσα του Ομήρου. Αλλά τόλμησα να αφεθώ στη δυναμική της, αναζήτησα τις πολλές παραλλαγές που της χαρίσανε ποικίλες μεταφράσεις και μεταγραφές της, και έτσι  λέξη τη λέξη, φράση τη φράση ξεκίνησα να γράφω τη δική μου Κασσάνδρα.
Τώρα πλέον, εκείνο όμως που έχω δικαίωμα να καταθέσω είναι πως η Κασσάνδρα –η δική μου Κασσάνδρα- από τη μια βρίσκεται πάντα στον δικό της μακρινό παρελθόν και από την άλλη συμπορεύεται με τις άλλες ηρωίδες μου, των ολότελα δικών μου έργων.
Σύγχρονη –από το 1.200 π. Χ.  στον 21ο αιώνα* έτσι θέλω να φτάνει στις σκέψεις και τα συναισθήματα των αναγνωστών του μυθιστορήματος.  Αλλά πάντα με την ίδια παλιά αγωνία, την ίδια πληγή…
«  Έψαχνα  πάντα τις λέξεις.  Πρώτα εκείνες που θα πείθανε… Τους άλλους.                     
Μετά όσες θα μπορούνε να παρηγορήσουνε…  Εμένα.                                                          
Πάντα λέξεις έψαχνα. Λέξεις που μου κρυβόντουσαν…                                                                  
Κι έτσι μήτε για τους άλλους δεν κατάφερνα να τις βρω, μήτε  και για τον ίδιο μου τον εαυτό δεν αξιώθηκα ποτέ  να τις ανακαλύψω.                                                                                             Κι Άφηνα τον καιρό να αποφασίζει…»

Λόγια δικά της αυτά… Μα και δικά μου


Ο Διονύσης Λεϊμονής στο bookia.gr




http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=226159

Ποια είναι η Κασσάνδρα; Mία ηρωίδα του χτες που απευθύνεται στο σήμερα και το μέλλον; Mία τραγική ηρωίδα ή απλά μία γυναίκα που πληρώνει για τα λάθη της; Μια μάντισσα; Μια πριγκίπισσα; Και γυναίκα; Είναι, άραγε μια γυναίκα πέρα από τις υψηλές ιδιότητες με τις οποίες την έχει επιφορτίσει ο μύθος;

Κι από την άλλη γιατί να μας ενδιαφέρει η ιστορία μίας γυναίκας, που τα ίχνη της χάνονται στους αιώνες; Η μήπως η ζωή της έχει πολλά σημάδια του σήμερα; Είναι μια γυναίκα αναγνωρίσιμη γύρω μας;

Ποιά η σχέση της Κασσάνδρας με τον συγγραφέα Μάνο Κοντολέων; Και οι δύο ψάχνουν τις λέξεις… Πρώτα εκείνες που θα πείθανε τους άλλους και μετά εκείνες που θα μπορούσανε να τους παρηγορήσουν.

Τον Μάνο και την Κασσάνδρα, την Κασσάνδρα και τον Μάνο.

Πώς τα ατομικά αδιέξοδα διαμορφώνουν μία στάση ζωής;

«Το να τολμάς  να οδηγείς στα άκρα τον ίδιο σου τον εαυτό – οι Θεοί δεν το συγχωρούν»
Υπάρχει μία μοίρα για τον καθένα  μας ή μήπως ο καθένας μας έχει την ελευθερία να διαλέγει από μόνος του τη ζωή που θα ζήσει;

Κάπου δίπλα στην Κλωθώ, τη Λάχεση, την Ατραπό περπατά και η Ευθύνη. Αυτή η μικρή θεά είναι που τελικά αποφασίζει.

Η Κασάνδρα αυτή την ευθύνη αποδέχτηκε και με το όνομά της θέλει να τη θυμούνται οι άνθρωποι των επόμενων γενιών.

«Πώς να μισήσεις τον εχθρό, όταν ξέρεις πολύ καλά πως θα πονέσει, όπως πονάνε και οι δικοί σου άνθρωποι;», αναρωτιέται η ηρωίδα του Κοντολέων. Και κάποια στιγμή αναφωνεί: «Αχ, εμείς, οι ανίσχυροι θνητοί –πιόνια είμαστε στις διαθέσεις των θεών.  Όμως, λέω πως ακόμα κι αν είσαι θνητός, μπορείς να έχεις  τη δυνατότητα επιλογών. Μπορείς να διαλέξεις τον θάνατο ή το τέλος που σου ταιριάζει».
Κι ο θεός Φοίβος σε άλλο σημείο της δίνει την απάντηση: «Το λάθος σου ήταν ότι πίστεψες πως οι άνθρωποι μπορεί να έχουν σωστή κρίση. Δεν έχουν», λέει ο Φοίβος στην Κασσάνδρα λίγο πριν τη σφαγή της.

Η Κασσάνδρα ανίσχυρη να αντιδράσει στα όσα συνειδητοποιεί ότι θα συμβούν αποτελεί για τον Κοντολέων το σύμβολο του ανθρώπου που μπορεί να δει με λογική αυτό που οι άλλοι πράττουν με παραλογισμό.

Η «μαύρη άμμος» της Κασσάνδρας είναι η επίγνωση όσων θα συμβούν, αφού μπορεί να διακρίνει νηφάλια ποιες θα είναι οι συνέπειες των ανθρώπινων πράξεων, που γίνονται υπό την κυριαρχία της συναισθηματικής φόρτισης.

Ο δραματικός εσωτερικός μονόλογος της Κασσάνδρας συντροφεύει τις τελευταίες σκέψεις της ίδιας αλλά και τους προβληματισμούς των σύγχρονων αναγνωστών και ακουμπά τους φόβους, τα πάθη, τα όνειρα κάθε αναγνώστη.

Τελειώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου νιώθει κανείς σαν να έχει μόλις βιώσει μία ιεροτελεστία κάθαρσης.

Και φυσικά η πένα του Μάνου Κοντολέων ζωγραφίζει επιδέξια τον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο της Κασσάνδρας. Η ποικιλία  αφηγηματικών τεχνικών, η συνεχής εναλλαγή των χρόνων από το παρόν στο παρελθόν αλλά και στο μέλλον, η επιτυχημένη χρήση επιθέτων και ουσιαστικών που καίρια περιγράφουν τους χαρακτήρες του έργου αλλά και η ενδελεχής έρευνα στα αυθεντικά κείμενα των αρχαίων τραγικών με τα οποία συνδιαλέγεται ελεύθερα, όπως κάθε δημιουργός έχει το δικαίωμα να κάνει, χαρίζουν στην Κασσάνδρα μία θέση μακριά από τη Μαύρη Άμμο της Λήθης και την εγκαθιστούν στον θρόνο της Μνήμης.

Ένα βαθιά φιλοσοφικό κείμενο που αποδεικνύει τη διαχρονικότητα των ανθρώπινων τύπων.Ίδιοι οι άνθρωποι από τα χρόνια της Κασσάνδρας μέχρι σήμερα.Τους ίδιους φόβους και τα ίδια όνειρα μοιράζονται.Δε θα μπορούσε λοιπόν η Κασσάνδρα να λείπει από τη σημερινή εποχή, όπου οι άνθρωποι αβέβαιοι για το μέλλον τους εναποθέτουν τη σωτηρία τους στον Θεό ή οι σύγχρονοι άνακτες θεωρούν πως δεν έχουν ανάγκη τον Θεό, αφού καταχράστηκαν τη θέση Του.

Η επίγνωση του τέλους που έρχεται χαρίζει στην Κασσάνδρα τη γαλήνη που χρόνια αποζητούσε, αλλά και την ικανοποίηση ότι ως άνθρωπος έπραξε το καθήκον της.

Προσπάθησε να ζήσει, να αγαπήσει, να προστατεύσει, παραπαίοντας ανάμεσα στα ανθρώπινα πάθη και την ανιδιοτελή αγάπη για την πατρίδα, τους ξένους, τους ανήμπορους, ακόμη και για τον εχθρό της. Μια ηρωίδα ,που αν και δεν έχει λευκό ποινικό μητρώο, τη δικαιώνουν στο τέλος οι πράξεις της.

Δεν είναι εύκολη ηρωίδα η «Κασσάνδρα» ούτε το βιβλίο είναι για να περάσεις ένα χαλαρό απόγευμα. Αντίθετα είναι ένα βιβλίο που θέτει προβληματισμούς, αφορμή για κουβέντα -με τον εαυτό μας ή με άλλους- βάζει το δάκτυλο στον τύπο των ήλων στρέφοντας τη ματιά του στα βάθη της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.

Με άλλα λόγια είναι ένα βιβλίο που σίγουρα θα αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στην ψυχή των αναγνωστών του.

5.6.18

Καλέ πνίγομαι!!!



Καλέ πνίγομαι, του Μάνου Κοντολέων
 -

Ο μπαμπάς της είναι από νησί, από μωρό μέσα σε μια θάλασσα. Η μαμά από το ορεινό χωριό, όμως, ούτε καν ξέρει να κολυμπά. Μπορεί ο μεγάλος της αδερφός να παραθέριζε στο πατρικό του μπαμπά και να έμαθε να κολυμπάει, αλλά όταν γεννήθηκε εκείνη, άρχισαν να παραθερίζουν στο ορεινό πατρικό της μαμάς. Και κατά την παράδοση του σογιού της μαμάς, ούτε η ξαδέρφη της η Ευδοκία ήξερα να κολυμπά αν και ήταν ήδη δεκατριών χρόνων.
Κάπως έτσι, οι τρεις τους, μαμά, ξαδέρφη και εκείνη η χαριτωμένη 7χρονη που αφηγείται, κινδυνεύουν να πνιγούν. Η μαμά δεν πατώνει, η μικρή παρασυρόταν με το σωσίβιο και η Ευδοκία ήθελε ντε και καλά να μάθει το ανάσκελο και… τα έμπλεξε τα πράγματα. Θα σωθούν από τον αδερφό της μικρής και την παρέα του. Αυτό ήταν. Όλο τις κορόιδευε από εκείνη την ημέρα. Και όταν θα βρεθούν στο χώρο υπεροχής της μικρής, το βουνό, εκείνη θα πάρει την μικρή καλοκαιρινή «εκδίκησή» της.
Μια αυθεντική καλοκαιρινή ιστορία, δίχως τάμπλετ, κινητά, τεχνολογία και κωδικούς, δίχως μυστήρια προς επίλυση και γνώσεις που κρέμονται σε κάθε τσαμπί σταφύλι. Μια ιστορία με θάλασσα και βουνό, με σωσίβιο και αμμουδιές, με σκορπιούς και μπάμπουρες, με χυμό αχλαδιών και ρίγανες, αδερφικά πειράγματα και φάρσες.
Γιατί μέχρι πρόσφατα ζούσαμε όλοι ή μας ήμασταν ακροατές τέτοιων στιγμών. Ζούσαμε. Δεν αναρτούσαμε. Γελάγαμε, θυμώναμε και δεν το κάναμε στα καπάκια βούκινο με κάποιο περισπούδαστο απόφθεγμα από πάνω. Το αληθινό καλοκαίρι, δίχως να υποτιμώ την θαυμάσια τεχνολογία που όλους μας βοηθάει, ζει σε ιστορίες σαν αυτή του Μάνου Κοντολέων.
Πατάκης. Από το καλοκαίρι του 2009, ξανά εδώ.

4.6.18

Ο Κώστας Καλημέρης στο literature.gr για την Κασσάνδρα και την Κουπέλα


Η Κασσάνδρα και η Μαύρη Άμμος του Μάνου Κοντολέων και  Ο Άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα του Θανάση Τριαρίδη είναι δύο μυθιστορήματα  που με διαφορά δεκαοκτώ χρόνων (το δεύτερο κυκλοφόρησε σε 1η έκδοση το 2000)  ανταλλάσσουν τις αξίες τους και φωτίζουν μια κρυφή αμφισημία, που διατρέχει τις δυο κορυφαίες ηρωίδες, την μυθική Κασσάνδρα της Τροίας και  την δασκάλα Δομένικα, μια νέα γυναίκα που βγαίνει απ’ το κουκούλι της μαγείας για να υποστηρίξει την ανάγκη να μάθουμε να μπαίνουμε στο μύθο, αναλαμβάνοντας το ρίσκο και τις ευθύνες .
Αυτή η Νέα Κασσάνδρα του Κοντολέων ,τραγική ηρωίδα, αφού εκπαιδευμένη και αφοσιωμένη μάντισσα στο θεό Απόλλωνα, δεν του δίνεται ερωτικά  και ζει μια μαρτυρική ζωή, ζει ρήξεις και ανοίγματα παρόμοια με την αλυσοδεμένη  συμβολικά Δομένικα, που παλεύει να σπάσει τα δεσμά  μιας ζωής προκαθορισμένης.
Και οι δυο ηρωίδες κουβαλούν το Μαγικό Δέρμα του Μπαλζάκ, τη ρητή δηλαδή εντολή να ζήσουν και να ολοκληρώσουν την αποστολή τους, με τέτοιο μοιραίο τρόπο, ώστε δέρματά τους εκπληρώνοντας τις επιθυμίες τους ,να συρρικνώνονται και να συντομεύουν ταυτόχρονα τις ζωές τους.
Ένα άρωμα της ταινίας Χορωδία ελευθερώνεται στην αίθουσα διδασκαλίας της Δομένικας, όπου το καθοριστικό στοιχείο είναι η αποπλάνηση που προκαλεί στους μαθητές της η δασκάλα, δημιουργώντας ένα ξυπόλυτο τάγμα μυθοποίησης και περιπέτειας, αφού τελικά η φαντασία των μαθητών  ταιριάζει με την προβολή των φαντασιώσεων των νάνων, που ανοίγοντας την κουρτίνα του μυθικού κόσμου, βρίσκουν αυτό που ήδη ήθελαν να ανακαλύψουν και είχαν ήδη τοποθετήσει πίσω της, την ανάγκη για την ύπαρξη της Χιονάτης.
Και τα δύο μυθιστορήματα ασχολούνται με την είσοδο του υποκειμένου στον αντικειμενικό κόσμο, ώστε μέσα σε ένα κόσμο ασύμμετρο και ρευστό, η ζωή μοιάζει με την Μαύρη Άμμο ,δηλαδή  αυτή την επικίνδυνη ζώνη  μέσα στην οποία αντικαθρεφτισμοί  παίζουν με το απροσδόκητο, το αναπάντεχο, το απρόβλεπτο. 
Δεν υπάρχει αληθινή ζωή  που να μην κρύβει ένα βαρύ καυμό, όπως λέει ο Ποντάλις, που να μη στιγματίζεται από άγχος αποχωρισμού και μια αδιάκοπη εργασία έρωτα, πένθους και απώλειας.
Τα δύο αυτά μυθιστορήματα που παίζουν ανάμεσα στον μαγικό και ποιητικό ρεαλισμό, που σε κάθε σελίδα τους παραμονεύει η έξοδος απ’ την ίδια την αφήγηση προς κάτι  Άλλο,  που σε αιφνιδιάζουν με ξαφνικές αντανακλάσεις του φανταστικού, μας δίνουν την εντύπωση πως ίσως, αν παραβλέψει κανείς την δραματική νεοελληνική ιστορία και τις ματωμένες σελίδες της που δέσμευσαν την λογοτεχνία μακριά απ’ το υπερπραγματικό ,  δημιουργώντας ένα πολιτικό, ηθογραφικό χρονικό το οποίο δεν έπρεπε να ξεφύγει απ’ τον ρεαλισμό, ίσως , λοιπόν, αυτό να είναι το μυθιστορηματικό είδος που χάθηκε στον δρόμο, δημιουργώντας μία πεζότητα η οποία είχε πάρει εντολή να μη συναντηθεί με τον μύθο. Ο φόβος της ψευδαίσθησης, η ψευδομαρξιστική αντίληψη πως  η ιδεολογία είναι ψευδής συνείδηση και κατακριτέα, απομάκρυνε την λογοτεχνία από τον αινιγματικό και μυστηριώδη τρόπο  με τον οποίο κείμενα, άνθρωποι και ζωή συνδέονται.
Η Κασσάνδρα και η Μαύρη Άμμος του Κοντολέων  θυμίζει Σολάρις  του Ταρκόφσκι. Είναι ένας χυλός  ενός πανάρχαιου αισθήματος μιας αγεφύρωτης σχέσης μέσα στην καρδιά της ύπαρξης, είναι ένα νοήμον Πεδίο, που μοιάζει με το συλλογικό ασυνείδητο, το οποίο χρόνια τώρα αφουγκράζεται συνταρακτικά παραληρήματα, απύθμενου βάθους ανθρώπινο σπαραγμό. Η Μαύρη Άμμος είναι μια Βιβλιοθήκη  ενοράσεων και προαισθημάτων, μια ριζική διαμάχη γνώσης, κατανόησης, τέχνης  της πειθούς, διάλογου με τα θύματα των τύψεών μας, τις Ερινύες μας, τα είδωλά μας, με ό,τι δεν θέλουμε να συναντηθούμε, με αυτά που θέλουμε να ξεχάσουμε. Είναι τα πάθη, οι αδυναμίες μας, οι δαίμονές μας, η μάχη μας να εξημερώσουμε το θηρίο μέσα μας. Αυτό είναι και το νήμα που συνδέει την Κασσάνδρα με την Κουπέλα ,  γιατί αυτός ο τεράστιος εσωτερικός  πλανητικός πόνος δεν μπορεί να εξορθολογιστεί πλήρως,  αλλά θα υπάρχει μέσα σε διχασμένους και ερειπωμένους ανθρώπινους κόσμους, μη κατορθώνοντας να συναντηθεί με την ιστορική συνείδηση, η οποία θα μένει πάντα μια ημιτελής ιστορία αγάπης.
Και η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο και  ο Άνεμος  σφυρίζει στην Κουπέλα αναζητούν αυτό που ο Ταρκόφσκι ονόμασε «εσώτερη έννοια του ανήκειν». Αυτή η επιστροφή του ψυχικού παράγοντα στο σώμα, μας υπενθυμίζει και στα δύο μυθιστορήματα πως το αόρατο δεν μπορεί ποτέ να γίνει ορατό χωρίς σωματοποίηση. Κι αυτή την ανάληψη ευθύνης του ρίσκου, αναλαμβάνουν αυτές οι δύο ηρωίδες, σύγχρονες γυναίκες, σημερινές, τονίζοντας τη σχέση που υπάρχει στον προσδιορισμό της θηλυκότητας ανάμεσα στην μάντισσα και δασκάλα. Αυτό δεν είναι μόνο  απόδοση τιμής στην  βασανισμένη γυναίκα , αλλά και μια κριτική του εικονικού, του κορέκτ και της  ασυναισθησίας που κατατρύχουν τους σύγχρονους άνδρες και γυναίκες.
Ο έρωτας, το πάθος, η απώλεια των αναστολών, μας σπρώχνει να μάθουμε να μπαίνουμε στον μύθο, να μη φοβόμαστε την παραμυθία, να μην αγαπάμε εκ του ασφαλούς, να μπαινοβγαίνουμε στον συλλογικό χώρο, να αντιμετωπίζουμε τον αφόρητο κοινωνικό έλεγχο.
Η Κουπέλα είναι ο λόφος  του μύθου, των δαιμόνων και των θαυμάτων, της  εξιχνίασης  του ανορθολογικού, είναι όμως κι ένα αχετυπικό νησί, μια Σπιναλόγκα, ένα ιστιοφόρο που ένα τεράστιο κύμα έριξε πάνω στο βουνό, μαζί με τα αγκαλιασμένα κουφάρια των λεπρών. Είναι ένας Ανεμοδαρμένος Λόφος, που θυμίζει τον Χίθκλιφ της Έμιλυ Μπροντέ,  για τον οποίο ο Καμύ κι ο Τέρι Ήγκλεντον είπαν πως συμβολίζει την κρυμμένη απογοήτευση, την χαμένη επανάσταση,  την  σύγκρουση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό. Γι’ αυτό παραμένει επίκαιρο το ερώτημα του Ταρκόφσκι, «θα κρυφτούν οι άνθρωποι ή θα μείνουν αληθινοί στους εαυτούς τους?»
Και  το Η Κασσάνδρα  στη Μαύρη Άμμο και το Άνεμος σφυρίζει στηη Κουπέλα είναι μελέτες πάθους, τελετουργιών μετάβασης, ένα οδυνηρό ρέκβιεμ  του απόλυτου και κλειστού «για πάντα», που ανατρέπουν όλες τις ισορροπίες. Οι δυο ηρωίδες ίναι ιέρειες –αμαζόνες που εξεγείρονται ενάντια στη συστημική βία, τον απόλυτο εξορθολογισμό, αποιδεαλιστικοποιούν την κοινότητα, αλλά και το δόγμα, αναλύουν την τρέλα και την  τυμπανοκρουσμένη, υπόγεια υστερία , που βγαίνει πιο μπροστά απ’ το κοινωνικό κατεστημένο, είναι διχασμένες γυναίκες που αποκαλύπτουν τη βία της γλώσσας και την ειλικρινή σχέση με τη γνώση και τη μη-γνώση.  Το πνεύμα τους έχει ενσαρκωθεί. Δείχνει τον κατασκευασμένο και ενδεχομενικό χαρακτήρα της ζωής. Κι όλο αυτό συμβαίνει και με τους ίδιους του συγγραφείς που χωρίς κανένα διδαχτισμό, κρατούν αποστάσεις απ’ τον εξουσιαστικό λόγο.
Και τα δύο μυθιστορήματα είναι τόποι δυνητικής λογοτεχνίας, που ξέρει να πηγαίνει εκεί που από πάντα κάτι της θυμίζει για να ψάξει το Αλλού. Την Διπλή Φλόγα του Οκτάβιο Πας, αλλά και την αληθινή Σπιναλόγκα, την δικαιοσύνη του λόφου-νησιού των αγκαλιασμένων λεπρών,  «γιατί στα χρόνια που ακολούθησαν… στη γούβα της Φωλίτσας  (πάνω στο λόφο της Κουπέλας), ερωτευμένοι γύρεψαν παράφορα αγκαλιάσματα, στερνά φιλιά, επιθανάτιους ρόγχους, προδότες και προδομένοι ξεψύχησαν μαζί,  επαναστάτες έκαναν στάχτη τα μυστικά της ήττας και της μελαγχολίας τους, δολοφόνοι νοστάλγησαν τα δάχτυλα της μάνας τους, κωφάλαλοι ληστές έθαψαν στο χώμα κλειστές κασέλες, τρελοί κι αλαφροίσκιωτοι  έβαλαν το κεφάλι τους μέσα σε τενεκέδες με αναμμένα κάρβουνα, κι έβγαλαν τα μάτια τους με τα ίδια τους τα δάχτυλα………» (Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα).
Αυτές ακριβώς τις εικόνες βλέπει και η Κασσάνδρα, στερημένη τη σεξουαλικότητά της, αλλά και την τέχνη της πειθούς, τον Λόγο, Προνόμιο Αντρικό, υποχρεωμένη να μιμείται παραληρηματικά μια γλώσσα που δεν είχε γεννηθεί ακόμα. «Το μέλλον»,  λέει η Κασσάνδρα, «μοιάζει με ένα άγραφο πάπυρο που ανθρώπινο χέρι δε μπορεί να γράψει τίποτα πάνω του». Και κάπου αναφέρει κάτι που μπορούσε να το πει καθαρά  και η  Δομενίκη, «αγνοούσα ακόμα  πως θα με κούραζε κάθε νόμιμο».
Ο μύθος είναι εργασία πάνω στη διαφορά, είναι αναμετασχηματισμός, ενώ η λογοτεχνία  τα νοσταλγεί  αυτά γιατί είναι η μήτρα της.
Κώστας Καλημέρης

Κριτικός λογοτεχνίας



Πρώτη ανάρτηση:
https://www.literature.gr/o-kostas-kalimeris-grafei-gia-tin-kassandra-sti-mayri-ammo-manos-kontoleon-amp-gia-to-o-anemos-sfyrizei-stin-koypela-thanasis-triaridis/

24.5.18

Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο... στο fractalart.gr



Τα όνειρα που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.
Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.
Νίκος Θέμελης

…το τέλος βρίσκεται παντού…
Κάτι άλλο θα αρχίσει – και σίγουρα έχει ήδη αρχίσει με έναν μη ορατό τρόπο.
Jean-Luc Nancy (σύγχρονος Γάλλος φιλόσοφος)
 
….Και γινόμουνα δυο πλάσματα, σε δυο, λες θηλυκά πλάσματα είχα χωριστεί. Η μάντισσα από τη μια, η πριγκίπισσα από την άλλη.
Η μια να ορά ότι η άλλη θα ζούσε. Η Μαύρη Άμμος σε ποια από τις δυο ανήκε;
Εγώ ήμουνα και η μια… Εγώ και η άλλη.
Η Κασσάνδρα εγώ είμαι.

Η λογοτεχνική μου συναναστροφή με τον σπουδαίο Έλληνα συγγραφέα Μάνο Κοντολέων μετρά πάνω από τριάντα χρόνια. Σε χρόνο εξακολουθητικό, τα έργα του αποτελούν μία σταθερή αξία αναγνωστικής απόλαυσης, έργα δίκαια βραβευμένα, άξια αγαπημένα, βαθιά ανθρώπινα, ουσιωδώς πρωτότυπα, ταιριαστά τολμηρά, ευφυέστατα στη σύλληψη, λεπτοδουλεμένα στην εκτέλεσή τους. Ο Μάνος Κοντολέων, ίσως από τους σπουδαιότερους της γενιάς του, διακρίνεται από μία συγγραφική virtuosité και αυτό γιατί καταφέρνει να παραμένει επίκαιρος, με ένα πνεύμα ανήσυχο, με μία γραφή άμεση αλλά ταυτόχρονα έμπλεη ουσίας, νοημάτων, σκέψεων που λειτουργούν πλέον σχεδόν αυτόνομα, κλέβουν την καρδιά του αναγνώστη και εισάγουν προβληματισμούς, θέτουν ερωτήματα,  δημιουργώντας κάθε φορά ένα λογοτεχνικό σύμπαν που δονείται από δραματουργικές κορυφώσεις, καλώντας μας να σταθούμε και να αναρωτηθούμε για όσα συμβαίνουν εντός μας, γύρω μας.
Άξιος λογοτέχνης, ικανός «να μετατρέπει το πεζό τώρα σε διαχρονική μαγεία», ο Μάνος Κοντολέων είναι εραστής, κατ’αρχήν, της ίδιας της ζωής. Κάτω από την απόλαυση της γραφής του κρύβεται ένας λόγος ζωντανός, χειμαρρώδης, γεμάτος εικόνες, χρώματα, μυρωδιές, μία πνευματικότητα που πατά όμως σταθερά στη γη, μ’ένα βλέμμα άλλοτε τρυφερό, άλλοτε με παράπονο, άλλοτε επικριτικό, πάντα όμως αληθινό. Ένας συγγραφέας που πάνω από όλα σέβεται, νοιάζεται, παρατηρεί και καταγράφει με επιμονή και αφοσίωση όλα όσα τον αγγίζουν, όσα τον πληγώνουν, όσα τον απασχολούν. Τα βιβλία του δεν φανερώνονται πάντα εύκολα γιατί το μελάνι είναι βαθιά βουτηγμένο σε αλήθειες που κάποτε ίσως και να μας ξεβολεύουν από την νυσταγμένη απάθειά μας. Αυτό όμως είναι ο στόχος του, αυτή είναι η ανταμοιβή μας.
Η Κασσάνδρα.
Ενικός αριθμός. Ενίοτε  όμως και πληθυντικός αριθμός. Η Κασσάνδρα η μάντισσα, η Κασσάνδρα η πριγκίπισσα. Η κάθε μία ξεχωριστά αλλά και οι δυο μαζί. Ή μήπως πάλι…
Στο τελευταίο του βιβλίο ο Μάνος Κοντολέων τολμά, ακόμη μια φορά. Καταβυθίζεται στον αρχαίο μύθο με μια ανάσα και φέρνει εδώ κοντά μας μία ιστορία σχεδόν τριών χιλιάδων ετών να τη βιώσουμε με διαφορετικό τρόπο πια, ανεβοκατεβαίνοντας τους αιώνες, ανακαλύπτοντας μια ζωή που είναι τελικά, συγκλονιστικά, σύγχρονη. Ο συγγραφέας υποκλίνεται στην τραγικότερη των αρχαίων ηρωίδων, την Κασσάνδρα, την πριγκίπισσα, τη μάντισσα. Μια μάντισσα-πριγκίπισσα, θύμα της μοίρας της,  που της στέρησαν τη δυνατότητα να είναι γυναίκα,  που πέρα από το να μαντεύει μπορεί και κατανοεί. Αυτή που υψώνει το δικό της «θέλω» απέναντι στο θεϊκό «επιθυμώ» και επιλέγει να παραμείνει θνητή, κοντά στους ανθρώπους που αγαπά παρά να γίνει ημίθεη στο πλάι του Απόλλωνα. Το τίμημα βαρύ. Ο θεός της την τιμωρεί στερώντας της την πειθώ. Και οι λέξεις, ο λόγος της, γίνονται ευχή και κατάρα μαζί.
Η «Κασσάνδρα….» είναι ένα βιβλίο εξαίσιας συγγραφικής ωριμότητας, ξεχωριστό, βαθιά στοχαστικό, σπαρακτικά προσωπικό, που προσεγγίζει θέματα – σταθερές στη θεματολογία του συγγραφέα, την αξία της μνήμης, την υπεροχή του να υπερασπιζόμαστε αυτά που εκτιμούμε ως αξίες απαράβατες μίας κοινωνίας δίκαιης και ηθικής, την αγωνία ενός πνευματικού ανθρώπου για όσα συμβαίνουν γύρω μας, την έγνοια για τον άλλο, τον έρωτα με τα κείμενα-σταθμούς της ελληνικής γραμματείας, συνταιριάζοντας απόλυτα τη συγγραφική του ταυτότητα με την ατομική, με την τόσο ιδιαίτερη ικανότητα να μετατρέπει ένα εξαιρετικά δουλεμένο έργο σε ζωτικό παλμό που δονείται ολόκληρος γεμάτος πάθος και που παγιδεύει τον αναγνώστη σε μία ανάγνωση βαθιά απολαυστική, μεστή, ολοκληρωμένη.
Το έργο συνδιαλέγεται μαζί μας σε ένα δημιουργικό διάλογο, κείμενο και αναγνώστης αλληλεπιδρούν σε μία διαδικασία αναζήτησης καινούργιων νοημάτων. Η Κασσάνδρα ψυχανεμίζεται την αλήθεια, προσπαθεί απεγνωσμένα να πείσει τους άλλους γύρω της, να τους αποκαλύψει τα μελλούμενα, να ξεσκεπάσει το δήθεν λογικό ως παράλογο. Οι ιστορίες μπαίνουν η μία μέσα στην άλλη, στο τώρα και στο τότε, στο εκεί και στο εδώ, στο χρόνο και στον τόπο που διαδραματίζεται το λογοτεχνικό κείμενο. Ο συγγραφέας συντονίζει την εμπειρία της μνήμης, η Κασσάνδρα βρίσκεται ένα βήμα σχεδόν πριν το δικό της θάνατο και αναλογίζεται τα όσα έχουν προηγηθεί. Ο συγγραφέας αποδομεί το μύθο, ανατέμνει την καθεστηκυία επική παράδοση και μας διηγείται την ιστορία της Κασσάνδρας από την αρχή. Η ηρωίδα  κατανοεί, παρατηρώντας πια μέσα από το φακό της εμπειρίας της, και, εν τέλει, βρίσκει τη δική της θέση στην ιστορία ενώ, ταυτόχρονα, δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να συμμετάσχει σε αυτή τη νέα δραματουργική εξέλιξη.
Τηρώντας την αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, η Κασσάνδρα στέκεται μπροστά μας σε μία σπαρακτική, ενίοτε παραληρηματική εξομολόγηση. Ο συγγραφέας την παρακολουθεί μια ανάσα μακριά, η ηρωίδα κάποτε μιλά και εξ’ονόματός του. Τα λόγια της Κασσάνδρας, γεμάτα λυρισμό, δημιουργούν ένα περιβάλλον εξαιρετικά έντονων συναισθημάτων. Η Μαύρη Άμμος παντού γύρω της αλλά και εντός της, η Τροία, καμμένη γη και η φύση της άσπορη, ξερή, στέρφα. Όλα όσα η Κασσάνδρα εκπροσωπεί, ο κόσμος ο παλιός, η ζωή όπως την ξέραμε έως σήμερα αλλά και η ψηλάφηση της γνώσης με τα ακροδάκτυλα της ψυχής μας, αλώνονται. Η ηρωίδα πεθαίνει την ίδια στιγμή που καταρρέει και ο κόσμος της.
Ασφαλώς, οι πιστοί αναγνώστες του Μάνου Κοντολέων περιμένουν πολλά. Και ο συγγραφέας δεν τους απογοητεύει... Στην «Κασσάνδρα…» πηγαίνει ακόμη πιο μακριά από προηγούμενα έργα του τόσο από πλευράς τεχνικής επεξεργασίας του κειμένου, όσο και σε λογοτεχνικό βάθος, η ανάγνωση κινείται σε  πολλαπλά επίπεδα, χρόνους, τόπους,  οι φράσεις συχνά κοφτές, ένας ρυθμός που ακολουθεί την αγωνία της ηρωίδας, η σύνταξη απρόσμενα ελκυστική, τα σημεία στίξης απόλυτα λειτουργικά, η αλλαγή γραμμής γίνεται αναγνωστική ανάσα, όλα συντελούν σε ένα αποτέλεσμα άξιο ουσιαστικής, σχολαστικής, με την κυριολεκτική έννοια του όρου, μελέτης. Οι περιγραφές ολοζώντανες, οι εικόνες περνούν μπροστά μας σχεδόν σαν κινηματογραφική ταινία, οι αισθήσεις ξυπνούν και συμμετέχουν ενεργά, μυρωδιές, αφή, σ’ένα ταίριασμα μοναδικό της γήινης φύσης μας και της πέραν της ύλης θεώρησης του κόσμου τούτου «το μέγιστο πάθος των ανθρώπων…τη σάρκα» (σελ.46).
Το περιβάλλον συμμετέχει ενεργά με ρόλο πρωταγωνιστικό. Οι περιγραφές από το Μάνο Κοντολέων το μετατρέπουν σε σκηνικό ολοζώντανο, γεμάτο σημάδια, έννοιες, μεταφορές. Η Κασσάνδρα βρίσκεται στο πλοίο του Αγαμέμνονα ταξιδεύοντας προς τις Μυκήνες, το τέλος της καραδοκεί. Γύρω, ομίχλη, υγρασία, άπνοια, ο αναγνώστης νιώθει σα να βρίσκεται ο ίδιος πάνω στο καράβι, ακούει τους ήχους των κυμάτων, αισθάνεται στο δέρμα του πάνω το νερό, την αρμύρα της θάλασσας, σήψη στα ξύλα, στο κορμί, στην ψυχή της ηρωίδας, τα σύννεφα έρχονται μαζί με τους εφιάλτες, αίμα κόκκινο βάφει το χώμα, κοκκινωπά αγκωνάρια στη στεριά, δάδες με κοκκινωπές φλόγες καίνε στη σκηνή του Αχιλλέα. Το νερό και η φωτιά, αέναη πάλη εξουσίας, και τα δύο δίνουν και παίρνουν ζωή. Αλλά το πώς θα τα χρησιμοποιήσει κανείς, αυτό είναι που κάνει τη διαφορά. Έτσι και τα λόγια της Κασσάνδρας, οι προρρήσεις της μπορούσαν να προσφέρουν σωτηρία. Μα κανείς δεν την άκουσε…..
Η αφήγηση δεν ακολουθεί μία γραμμική σειρά, οι χρόνοι εναλλάσσονται καθώς οδηγούμενη στο θάνατό της επαναφέρει στη μνήμη της το παρελθόν, αυτή τη μνήμη-γνώση που θα χαθεί μαζί της. Συχνά τα λόγια της είναι κατακερματισμένα, μόλις και αγγίζουν τα όρια ενός λόγου που χαρακτηρίζεται από κανονικότητα. Η Κασσάνδρα συνειδητοποιεί ότι είναι παντελώς αδύναμη όχι μόνο να σώσει τους άλλους αλλά ούτε καν τον εαυτό της δεν επιθυμεί να γλιτώσει από το κακό. Μόνη της περιουσία, το όνομά της, Κασσάνδρα, «αυτή που υπερέχει σε κλέος των ανδρών». Μάταιη υπεροχή του γεμάτου ενσυναίσθηση θηλυκού έναντι του σκληρού αρσενικού. Εξάλλου, τι αξία έχει να ζει πλέον μέσα σε έναν κόσμο που δεν αναγνωρίζει ως δικό της;
Σε αυτή την επανερμηνεία του μύθου όλες οι έννοιες φανερώνονται σε δίπολα, από τη μια πλευρά οι σιωπές, ο εσωτερικός μονόλογος, ο πόθος, ο πόνος, η αγωνία και από την άλλη η ένταση, το πείσμα, οι διάλογοι, η αίσθηση της αμαρτίας, η αξιοπρέπεια, η ηθική ανωτερότητα, η δύναμη να υπερασπιστείς έως τέλους τις αξίες σου αναγνωρίζοντας «αυτή τη μικρή, ασήμαντη θεότητα που κανείς δεν τη μνημονεύει και  κανείς δεν θυσιάζει στη χάρη της : την ευθύνη» (σελ. 33). Ο λόγος της Κασσάνδρας σπαράσσεται από εσωτερικότητα που αλληλοσυμπληρώνεται με τη σωματικοποίηση του ψυχικού άλγους. Η ηρωίδα πεθαίνει, τσακισμένη από την ανίσχυρη συνειδητοποίηση του ότι η ίδια μπορεί και βλέπει με λογική, μπορεί να ερμηνεύει σωστά (σελ. 28) αυτά που οι άλλοι πράττουν με παραλογισμό. Παρούσα σε όλο το κείμενο, η ομηρική έννοια της γνώσης, της αναγνώρισης, της κατανόησης έναντι της άγνοιας, του παραλογισμού, των μοιραίων, ασυλλόγιστων, αποφάσεων.
Γύρω από την κεντρική ηρωίδα στοιχίζονται ή καλύτερα αναμετρώνται μαζί της, οι υπόλοιποι ήρωες: ο Απόλλωνας, θεός-αρχέτυπο αρσενικό, εκπρόσωπος της λογικής θεώρησης του κόσμου, ο Πρίαμος και ο Αγαμέμνονας, βασιλείς-έρμαια της θέσης τους, καταδικασμένοι να ηττηθούν από όσα οι ίδιοι πρεσβεύουν, το μεγαλείο της δόξας, την κυριαρχία επί του άλλου, η Εκάβη, βασίλισσα, το αιώνιο θηλυκό, σύζυγος, μητέρα, ερωμένη, τίποτε από αυτά δεν διεκδίκησε η Κασσάνδρα για τον εαυτό της, η Ελένη, το απόλυτο λάφυρο εξουσίας, αυτό που η Κασσάνδρα αρνείται πεισματικά να γίνει, η Θέτις, μητέρα, η Κασσάνδρα άτεκνη, ο Έκτορας, μορφή ηρωική, πεθαίνει ένδοξα, ο Αχιλλέας, μορφή τραγική, πεθαίνει άδοξα, η Κλυταιμνήστρα, βασίλισσα-δολοφόνος για χάρη της εξουσίας, η Κασσάνδρα, πριγκίπισσα-θύμα αρνείται την εξουσία, ο Έλενος, δίδυμος αδελφός, οιωνοσκόπος, καιροσκόπος, ταυτισμένος με το ψέμα, η ηρωίδα, μάντισσα ανώτερη, ταυτισμένη με τη μόνη αλήθεια.
Το τελευταίο βιβλίο του Μάνου Κοντολέων, ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αποτελεί, εν τέλει, από μόνο του σχολή. Τα αρχαία κείμενα παραμένουν ζωντανά γιατί κάθε εποχή αναγνωρίζει σε αυτά αλήθειες πανανθρώπινες, πέρα από τα σύνορα του τόπου και του χρόνου. Πρόσφορα για μελέτη, περιμένουν το σύγχρονο μελετητή να ασχοληθεί μαζί τους, να αναδείξει και να φέρει στο φως νέα ευρήματα, να συνομιλήσει μαζί τους δημιουργικά, να τολμήσει να δώσει τη δική του ερμηνεία, να μαγέψει τον αναγνώστη θυμίζοντάς του ότι η ιστορία έρχεται ξανά και ξανά σε αέναους κύκλους και ότι όλοι είμαστε δεμένοι με αόρατες κλωστές με πανάρχαια θεμελιώδη στοιχεία της ανθρώπινης φύσης μας.
Η «Κασσάνδρα….» είναι ένα έργο μοναδικής ομορφιάς, με λογοτεχνική πρωτοτυπία και υπεροχή που επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά πως ο Μάνος Κοντολέων είναι από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς, τηρώντας μία πάντα φρέσκια ματιά, έτοιμος να μας ξαφνιάσει ευχάριστα και να μας οδηγήσει σε μονοπάτια εσωτερικής θεώρησης του κόσμου μας αλλά, κυρίως, του εγώ μας. Στήνει με δεξιοτεχνία ένα δίχτυ με λέξεις και νοήματα, επιλέγει το σύμβολο του απόλυτα τραγικού ανθρώπου για να μιλήσει, να παρακινήσει, να αφυπνίσει τις συνειδήσεις, να καταδικάσει μία κοινωνία που έχει πάψει να στοχάζεται, να παλεύει, να επιμένει. Η μνήμη ξεθωριάζει, η ευθύνη παραγράφεται, η ανωτερότητα και η ηθική θεωρούνται ξεπερασμένες, η ύλη από μέσο γίνεται σκοπός, η βεβήλωση δεν στοχεύει στην ανασύνθεση αλλά στην πλήρη καταστροφή, η συνέπεια ζωής, έννοια ξεχασμένη.
Αξίζει, τέλος, να σημειώσουμε ότι η «Κασσάνδρα» είναι ένα λογοτεχνικό έργο που, παρότι εμπεριέχει ένα βαθύτερο φιλοσοφικό προσανατολισμό, είναι ένα ισχυρό, σύγχρονο μανιφέστο όπου  η έννοια του «εγώ» αναμετράται με την έννοια του «εμείς», υποδηλώνοντας ότι η έννοια της ύπαρξης  είναι στην ουσία συν-ύπαρξη, απηχώντας έννοιες απόλυτα σχετικές με ψυχαναλυτικά, πολιτικά και οικονομικά κριτήρια. Ο συγγραφέας ξαναδιαβάζει το μύθο προσπαθώντας να αναδείξει τη σημασία του ατόμου εντός της κοινωνίας, σε μία εποχή όπου  το όραμα ενός καλύτερου μέλλοντος για την ανθρωπότητα δείχνει να υποχωρεί μπροστά στα αδιέξοδα που δημιούργησε ένας κόσμος που, ικανοποιώντας μία αλόγιστη δίψα για περισσότερες και όχι ποιοτικότερες κατακτήσεις, σε όλα τα επίπεδα, καταστρέφει το ανθρώπινο νόημα της ύπαρξής του. Η Κασσάνδρα τελειώνει το ταξίδι της, ταξίδι πραγματικό και μεταφορικό, καθώς φθάνει στο τέλος της ζωής της.  Όλα όσα βιώνουμε σήμερα, είναι αυτή ακριβώς η αίσθηση του τέλους του ορίζοντα, όπου ότι ήταν να ειπωθεί έχει ήδη ειπωθεί και ο άνθρωπος μένει μετέωρος, ανίκανος να δει την δική του μοναδικότητα ως καταλυτική δύναμη σε μία αλλαγή πορείας. Ως υπεύθυνης για το σύνολο, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα, ως αφετηρία και διέξοδος προς μία πορεία αναστροφής, σε μία προσπάθεια για την ανάκτηση ενός κοινού δρόμου, όπου η ευθύνη και η μνήμη, σε έναν ακριβή συγχρονισμό, είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις της ελευθερίας, τόσο της ατομικής, όσο και της συλλογικής.
«Ό,τι θυμάσαι δεν έχει βάρος. Συνώνυμη της ελευθερίας είναι η ανάμνηση». (σελ. 28)  «Μπορείς - αν θες - να βοηθήσεις τα άτομα…. Ανθρώπους συγκεκριμένους και με όνομα μπορεί ένας άνθρωπος μοναχά να σώσει…. Να προσπαθήσει έστω…». (σελ.133)

Νάντια Τράτα



Πρώτη ανάρτηση: http://fractalart.gr/i-kassandra-sti-mayri-ammo/

22.5.18

Συνέντευξη στο Nakas Group - {σελίδες} για βιβλιόφιλους




Nakas Group - {σελίδες} για βιβλιόφιλους
Μάνος Κοντολέων, Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο, εκδόσεις Πατάκη



1.     Πώς προέκυψε η επιλογή της μάντισσας ως πρωταγωνιστικού προσώπου του νέου σας βιβλίου; Πώς σχετίζεται η δίψα του αρχαίου ανθρώπου να μάθει τα μελλούμενα με τη σύγχρονη ανάγκη για πληροφόρηση σε μια εποχή όπου τίποτα αλλά και ίσως όλα μένουν κρυφά;

Η προσωπικότητα της Κασσάνδρας με απασχολεί εδώ και χρόνια. Στην ουσία δεν ήταν τόσο η προσωπικότητα, όσο αυτό που το όνομα ‘Κασσάνδρα’ συμβολίζει στον καιρό μας. Δηλαδή τον άνθρωπο που λέει πάντα πως κάτι δυσάρεστο θα συμβεί. Μα η Κασσάνδρα ότι είχε προβλέψει συνέβηκε. Κι αυτό γιατί κανείς δεν άκουγε τη φωνή της, που ήταν η φωνή της λογικής. Άρα για μένα η Κασσάνδρα είναι το σύμβολο του ανθρώπου που με λογική βλέπει αυτό που ο παραλογισμός του όποιου φανατισμού των πολλών δεν μπορεί να διακρίνει.
Αυτός ήταν ο λόγος που με έκανε να θελήσω να πλησιάσω τη γυναίκα - σύμβολο με διάθεση να την μετατρέψω σε ηρωίδα μυθιστορήματος.
Άλλωστε σήμερα το μέγιστο πρόβλημα δεν είναι πόσα μένουν κρυφά, αλλά το πόσο έντονα έχει πέσει πάνω στις κρίσεις μας η παραπληροφόρηση.

2.     Αν τελικά «οι άνθρωποι δε θα καταφέρουν ποτέ να διδάσκονται από τα όσα πιο πριν συνέβησαν» (σελ. 23) τι ρόλο μπορεί να διαδραματίσει η Ιστορία και η διδασκαλία της; Επιπλέον, με αυτό το δεδομένο, ποιος μπορεί να είναι ο παιδαγωγικός ρόλος της λογοτεχνικής παράδοσης;

Η Ιστορία αυτό που θέλει να διδάξει το διδάσκει. Η Ιστορία είναι Μνήμη και η Κασσάνδρα λέει πως : «Η Μνήμη δεν είναι καταφύγιο. Είναι τόπος όπου όλα τα λόγια γίνονται σιωπή». Δηλαδή προτείνει την περισυλλογή.
Το ζήτημα, λοιπόν, είναι κατά πόσο έχουμε αληθινή Ιστορία ή μια δήθεν ιστορία. Κι ακόμα υπάρχει και το θέμα του πως πλησιάζουμε την Ιστορία. Ως άτομα και ως ομάδες.
Σε γενικό επίπεδο πιστεύω πως οι λαοί δεν διδάσκονται την Ιστορία που θα τους ωριμάσει, αλλά εκείνη που θα τους κρατά σε ένα έλεγχο εκ μέρους των κατεχόντων την Εξουσία. Αυτό, όμως, δεν πρέπει να το κάνει η λογοτεχνία. Μέσα από την Τέχνη του Λόγου η Ιστορία θα πρέπει να μπορεί να δείξει το γνήσιο πρόσωπό της – χωρίς φτιασίδια παραπλανητικά.

3.     Η επιλογή και επιβολή ρόλου και κατεύθυνσης ζωής από τους γονείς είναι μια σταθερή και διαχρονική άσκηση γονεϊκής εξουσίας. Βλέπετε να έχουν γίνει θετικά βήματα στις μέρες μας και πώς αντιμετωπίζει η ηρωίδα σας την επιβολή της μοίρας της;

Αναφέρεστε στην Κασσάνδρα ως ηρωίδα του μυθιστορήματος μου «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο». Γιατί εδώ θα πρέπει να σημειώσω πως αυτό που συγγραφικά τόλμησα δεν είναι κάτι που συχνά ένας έλληνας συγγραφέας το επιχειρεί. Το να πάρει, δηλαδή, κάποια πρόσωπα που αποτελούν τις βάσεις κλασσικής ελληνικής παιδείας και να τα αντιμετωπίσει με μια ελευθερία, με τη ματιά μιας σύγχρονης ανάγνωσης του παρελθόντος. Αλλά γιατί όχι;  Ας θυμηθούμε τον ίδιο τον Ευριπίδη και το πως το ίδιο μυθικό πρόσωπο –την Ελένη- το σκιαγραφεί στις «Τρωάδες» και πως στην ομώνυμη τραγωδία «Ελένη». Ο συγγραφέας έχει δικαίωμα να ανασκαλεύει τους μύθους και να τους φέρνει μέσα στην εποχή του. 
Έτσι, λοιπόν, μπορεί μέσα στο δικό μου το συγκεκριμένο μυθιστόρημα να αναφέρω πως ήταν απόφαση του Πρίαμου και της Εκάβης να προσφέρουν στον Απόλλωνα την θυγατέρα τους, αλλά τελικά θα είναι η ίδια η Κασσάνδρα που θα πάρει στα χέρια της τη μοίρα της καθώς θα αποφασίσει να παραμείνει ανάμεσα στους θνητούς και να μην μετατραπεί σε ημίθεη αποδεχόμενη την ερωτική πρόταση του Φοίβου. Με άλλα λόγια παίρνει μια καθαρά προσωπική όσο πολιτική απόφαση που θα την υποστηρίξει (αν και με μέγα πόνο) έως το τέλος. Λέει κάπου η ίδια  -«Τις πράξεις των ανθρώπων δεν τις κατανοώ. Απλώς μπορώ να φανταστώ τα αποτελέσματά τους» και ασφαλώς υπονοεί πως μήτε την δικιά της απόφαση κατανόησε, αλλά όμως είχε φανταστεί το που θα την οδηγούσε. Παρέμεινε γυναίκα, ενώ έζησε ως μάντισσα.

4.     Σύμφωνα με τη μάντισσα: «Όχι μόνο να παρακολουθώ λαμπερές πορείες πλασμάτων, αλλά και το πώς θα παρεμβαίνω για να τις οδηγώ πίσω από την προστασία ενός βράχου,…» (σελ. 38-39). Ποια, λοιπόν, τα περιθώρια προσωπικής παρέμβασης, της ίδιας της μάντισσας ή ευρύτερα της ανθρώπινης, στην ανατροπή της ροής των προμηνυόμενων γεγονότων;

Η μαντεία της Κασσάνδρας λειτουργούσε –ή τουλάχιστον εκείνη ήθελε να λειτουργεί-  ως συμβουλή. Έχει μάθει να διακρίνει που οδηγούν τα βήματα των ανθρώπων –σε γκρεμό ή σε ασφαλές καταφύγιο.  Δεν μπορεί να τα αλλάξει. Στην ουσία δε θέλει να τα αλλάξει και γι αυτό άλλωστε δεν δέχτηκε να γίνει ερωμένη του Απόλλωνα και να της χαριστεί η ικανότητα της πειθούς. Αντίθετα ήθελε να βοηθήσει τους άλλους –πιο σωστά τον άλλον στην κατανόηση των πράξεών του. Πάλι θα δανειστώ τα λόγια της: «Μπορείς –αν θες-να βοηθήσεις τα άτομα… Ανθρώπους συγκεκριμένους  και με όνομα μπορεί ένας άνθρωπος να σώσει… Να προσπαθήσει έστω…»


5.     Σταθερή επιλογή η ηρωίδα-γυναίκα στη μυθιστορηματική πορεία σας. Με ποιον τρόπο την προσεγγίζετε;

Ναι, σταθερή επιλογή στα τελευταία μου μυθιστορήματα. Όχι όμως και στα προηγούμενα. Πάντως ομολογώ πως με γυναίκα ηρωίδα ξεκίνησα τα μυθιστορήματά μου – ήταν η Θάλεια στο «Με στοιχεία προσωπικών συνεντεύξεων»- αλλά στη συνέχεια ασχολήθηκα με άνδρες . Ο άνδρας και ο έρωτας, ο άνδρας και η εξουσία, ο άνδρας και η ταυτότητά του  Ήταν τα χρόνια που κι εγώ ο ίδιος αναζητούσα –ως άνδρας- την απάντηση σε όλα αυτά. Μάλλον δε θα τη βρήκα ανάμεσα σε πρόσωπα του ίδιου με μένα φύλου. Κι έτσι πλέον –με την ωρίμανση των ετών- στράφηκα  σε γυναικείες μορφές  και καθώς της έπλαθα αναζητούσα μέσα στη δική τους ματιά να διακρίνω πως εκείνες βλέπανε τους άρρενες. Έτσι τις προσεγγίζω. Ταυτίζομαι μαζί τους –γιατί ο μόνος τρόπος να καταλάβεις τον εαυτό σου είναι να δεις πως σε βλέπουν οι άλλοι και κυρίως όσοι ιδιαιτέρως έχεις ανάγκη την παρουσία τους στη ζωή σου. Ως άνδρας έχω απόλυτη ανάγκη να συνυπάρχω με τη γυναίκα –τη μητέρα, την σύντροφο, την κόρη, την αδελφή, τη φίλη…  Στο τέλος εκείνη που θα μου δείξει τον τρόπο αντικειμενικής  σκέψης είναι μια μάντισσα… Μια Κασσάνδρα, δηλαδή.

6.     Στο επιλογικό σημείωμα εύστοχα επισημαίνετε τη διαχρονικότητα των ηρώων των αρχαϊκών μύθων και της λογοτεχνικής παράδοσης εν γένει. Θα μπορούσε αυτό να αποτελέσει ένα πιο ισχυρό στοιχείο, από αυτό της βιολογικής συνέχειας, σύνδεσης του σύγχρονου Έλληνα με τους αρχαίους προγόνους που τόσο ανακαλεί και θαυμάζει;

Ναι, θα μπορούσε κάτι τέτοιο να λειτουργήσει ως δρόμος κατανόησης της διαχρονικής ουσίας του πολιτισμού των Αρχαίων Ελλήνων. Μόνο αν κατεβάσεις από τα ράφια μιας βιβλιοθήκης τα έργα, μόνο αν προσκαλέσεις στην καθημερινότητά σου τα πρόσωπα του παρελθόντος, μόνο τότε μπορείς να μυηθείς στο δικό τους διαχρονικό ήθος και να κατανοήσεις πως η πολιτιστική κληρονομιά της Δύσης δεν έχει εθνική ταυτότητα, αλλά πανανθρώπινη  διάσταση. Και ασφαλώς διαχρονική.

7.     Γράφετε κάτι αυτό το διάστημα ή σκέφτεστε να γράψετε κάτι; Αν ναι, θα θέλατε να μας πείτε το κεντρικό του θέμα;

Πάντα κάτι γράφω. Για μένα γράφω σημαίνει υπάρχω και υπάρχω σημαίνει γράφω.
Λίγο πριν το μυθιστόρημα της Κασσάνδρας, είχαν κυκλοφορήσει δυο άλλα μου μυθιστορήματα –για μεγάλα παιδιά  αλλά και για κάθε ηλικίας αναγνώστη. Βασισμένα και τα δυο σε κλασικά κείμενα –στον «Γαργαντούα» του Ραμπελαί και στον «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες. Στην ουσία είναι κι αυτά  πολύ κοντά στον συγγραφικό προβληματισμό της Κασσάνδρας. Να ξαναδώ, δηλαδή,  με σύγχρονη ματιά κλασικά κείμενα που διαμόρφωσαν τον λογοτεχνικό κανόνα της Δύσης.
Τώρα, λοιπόν, εργάζομαι πάνω σε ένα τρίτο αυτής της σειράς. Αλλά δε θα ήθελα ακόμα να μιλήσω γι αυτό με περισσότερες λεπτομέρειες.

8.     Πού μπορούμε να σας συναντήσουμε διαδικτυακά αλλά και από κοντά;

Διαδικτυακά στο www.kontoleon.gr και στο http://manoskontoleon2.blogspot.gr/
Από κοντά;… Ας εμπιστευθώ το FB - https://www.facebook.com/manos.d.kontoleon/



Σας ευχαριστούμε

20.5.18

Νι Πι Ο τελευταίος πειρατής του Αιγαίου


Γιώργος Χατζόπουλος
«Νι Πι, ο τελευταίος πειρατής του Αιγαίου και το Νερό της Ζωής»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πατάκη
                       

Τα μυθιστορήματα με έντονη δράση και πλούσιες περιπέτειες ήταν πάντα ιδιαιτέρως αγαπητά σε ένα αναγνωστικό κοινό  νεαρής ηλικίας.
Είναι δε χαρακτηριστικό πως τα πρώτα μυθιστορήματα  του 19ου αιώνα που κατά τη διάρκεια του 20ου θεωρήθηκαν πως μπορούν να απευθύνονται σε παιδιά αν και ήταν γραμμένα για ενήλικες, ήταν  τέτοια περιπετειώδη μυθιστορήματα – «Το νησί των θησαυρών» για παράδειγμα ή «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» κ.α.
Στην Ελλάδα παράδοση τέτοιου είδους μυθιστορημάτων δεν έχουμε. Ασφαλώς και δεν ξεχνώ μήτε τα έργα της Πηνελόπης Δέλτα, μήτε και άλλων νεώτερων συγγραφέων (Τάκης Λάππας, Χάρης Σακελλαρίου κ.α.). Αλλά όλα αυτά,  καθώς στηριζόντουσαν σε ιστορικές στιγμές του πρόσφατου εθνικού παρελθόντος, είχαν γραφτεί με στόχο να μεταφέρουν πρώτιστα τη γνώση της Ιστορίας και δευτερευόντως  την δημιουργία μιας σειράς περιπετειών που θα κρατούσαν αμείωτο το ενδιαφέρον των παιδιών.
Στην ουσία είχαμε μια λογοτεχνία στρατευμένη στη Διδαχή και ήταν πλέον ζήτημα που είχε να κάνει με το πόσο μεγάλο ή όχι ήταν  το ταλέντο των μυθιστοριογράφων, για να αποφασίσει ο χρόνος αν τα έργα  εκείνα διέθεταν επαρκή λογοτεχνική αξία ή μη.
Στα τελευταία χρόνια του 20ου αιώνα πληθύνανε τα μυθιστορήματα  που στηρίχτηκαν σε ιστορικά γεγονότα. Κι ανάμεσά τους, τα παιδιά εκείνων των χρόνων έτυχε να διαβάσουν,  και έργα καλογραμμένα (ας θυμηθώ εδώ την Ελένη Βαλαβάνη, και την Γαλάτεια Σουρέλη), όπως βέβαια και άλλα μυθιστορήματα που ήταν τα ιστορικά γεγονότα μιας πρόσφατης ιστορίας που τα ενεργοποιούσαν, αλλά που αφήναν στην άκρη την περιπέτεια καθώς αναζητούσαν έναν άλλο στόχο –το πώς το χτες επεμβαίνει στην διαμόρφωση του παρόντος (ας θυμηθώ εδώ συγγραφείς όπως την Άλκη Ζέη, τη Ζωρζ Σαρή, τη Λότη Πέτροβιτς).
Σε κάθε περίπτωση ελληνικό μυθιστόρημα με ιστορικό καμβά και έντονη περιπέτεια δεν νομίζω πως μπορώ να θυμηθώ.
Ασφαλώς εξαιρώ εκείνα τα μυθιστορήματα που κυρίως τα τελευταία χρόνια έχουν δει το φως της δημοσιότητας και αναφέρονται στις περιπέτειες μιας ομάδας παιδιών κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών τους,  όπου ανακαλύπτουν το ιστορικό παρελθόν ενός τόπου καθώς άλλοτε βοηθούν στη σύλληψη συμμορίας αρχαιοκάπηλων , άλλοτε στην ανακάλυψη κάποιου αρχαίου αντικειμένου κλπ.  Πρόκειται για έργα που χρησιμοποιούν την περιπέτεια και δεν στηρίζονται σε αυτή.
Όλες αυτές οι σκέψεις μου δημιουργήθηκαν μετά από την ανάγνωση του μυθιστορήματος «Νι Πι, ο τελευταίος πειρατής το Αιγαίου και το Νερό της Ζωής».
Ο συγγραφέας του – ο Γιώργος Χατζόπουλος- είναι πρωτοεμφανιζόμενος στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά, ενώ διαθέτει μια εμπειρία στη συγγραφή θεατρικών κειμένων.
Με το μυθιστόρημα του αυτό, λοιπόν, με κάνει να θεωρώ –στο βαθμό που οι όποιες γνώσεις μου με καλύπτουν-  πως μάλλον πρέπει να είναι ο πρώτος έλληνας συγγραφέας (τουλάχιστον της νεώτερης γενιάς) που αποφάσισε να χρησιμοποιήσει μια περίοδο της πρόσφατης ιστορίας του ελληνικού κράτους (συγκεκριμένα το 1828) χωρίς να θέλει να εξηγήσει τις  όποιες πολιτικές – κοινωνικές  συνθήκες επικρατούσαν εκείνα τα χρόνια. Και ακόμα να έχει την ιδέα να στηρίξει τη δράση του έργου του από τη μια στην ύπαρξη  πειρατών στις ελληνικές θάλασσες και από την άλλη να σμίξει δυο διαφορετικούς τρόπους αφηγηματικών τεχνικών.
Αλλά προτού αναφερθώ σε αυτές τις δυο τεχνικές, θέλω να τονίσω την απόλυτη έλλειψη κάθε διάθεσης εξωραϊσμού των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών που επικρατούσαν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Ο Χατζόπουλος δε θέλει να ‘διδάξει’ ιστορία, αλλά να γράψει ένα βιβλίο με πειρατές, ναυμαχίες, άγριες μάχες, μεγάλους έρωτες, σκληροτράχηλους ναυτικούς και επίορκους δημόσιους λειτουργούς.
Δείχνει να έχει καλά διαβάσει τα κλασικά έργα του είδους. Και –να η πρώτη τεχνική- χρησιμοποιεί μια γλώσσα πλούσια, χωρίς αυτοπεριορισμούς και αυτολογοκρισία  για να περιγράψει συναισθήματα και καταστάσεις. Οι κεντρικοί ήρωες, όπως και τα δεύτερα πρόσωπα περιγράφονται με ρεαλισμό. Όσα έζησαν φωτίζουν την εποχή χωρίς να την εξωραΐζουν.  Και με τη συνταγή των παλιών μυθιστοριογράφων τολμά να αφήνει συχνά τον κεντρικό άξονα της αφήγησης για να περιγράψει στιγμές παρελθόντος από τις ζωές χαρακτήρων που δεν πρόκειται να επηρεάσουν την συνέχεια των γεγονότων. Αλλά έτσι καταφέρνει να φωτίσει πλουραλιστικά αυτό που λίγο πιο πριν σημείωσα –την εποχή και τους ανθρώπους της.
Παράλληλα όμως με αυτήν την τεχνική, χρησιμοποιεί και μια άλλη –όχι περιγραφές, αλλά κοφτούς διαλόγους. Τις περισσότερες φορές διαλόγους αυτοσαρκαστικούς, συχνά χιουμοριστικούς, φερμένους λες από τη σειρά των ταινιών «Οι πειρατές της Καραϊβικής».
Και η δημιουργική μίμηση αυτής της κινηματογραφικής γλώσσας προχωρά και στον τρόπο που σκιαγραφούνται τα πρόσωπα του μυθιστορήματος –τα χαρακτηριστικά τους, τα ονόματά τους, οι συμπεριφορές τους. Συχνά και μικρές δόσεις εξωπραγματικών συνθηκών επιστρατεύονται.
Μια λοιπόν συνύπαρξη παραδοσιακής και νεωτερικής αφήγησης, όπως και επίσης η απόλυτη άρνηση να υποκύψει στην παροχή ιστορικής πληροφόρησης με τη μορφή της προγραμματισμένης εξήγησης και της κατανόησης, είναι τα βασικά συστατικά που κάνουν αυτό το μυθιστόρημα αξιοπρόσεχτο. Και πιστεύω αξιοδιάβαστο.
ΥΓ Ιδιαιτέρως χρήσιμο το γλωσσάρι όλων των ναυτικών και άλλων όρων. Σημαντική ακόμα, στα πλαίσια της ενδοκειμενικότητας, η χρήση μικρών προτάσεων από έργα του Καρκαβίτσα και του Παπαδιαμάντη.
Μια μόνο –ας την πούμε- ένσταση. Η απότομη και χωρίς –θεωρώ- λόγο ύπαρξης αποκάλυψη του πότε γίνεται η όλη αφήγηση της ιστορίας εκ μέρους του πρωταγωνιστή. Ξαφνικά η περιπέτεια από το χώρο συγκατοίκησης ρεαλισμού και φαντασίας, μετακομίζει στα δώματα των ενδοοικογενειακών σχέσεων. Και ο Πι Νι από παράτολμος πειρατής μετατρέπεται σε σεβάσμιο γέροντα και τρυφερό παππού.
Λογική εξέλιξη –εγώ ο ίδιος αντικρούω τον εαυτό μου. Παρόλα αυτά, όμως,  εξακολουθώ να προτιμώ τους πειρατές ως πειρατές και μόνο να τους θυμάμαι.

 Πρώτη ανάρτηση:
 https://diastixo.gr/kritikes/efivika/9892-ni-pi




"στόμαστομαστό" - Ιστορίες - θρίλερ- καθημερινών ανθρώπων



Ροζίτα Σπινάσα
«στόμαστομαστό»
Διηγήματα
Εκδόσεις Κέδρος

        
           

Πρόσφατα έτυχε να διαβάσω  δυο συλλογές διηγημάτων όπου το κεντρικό θέμα όλων των κειμένων ήταν η ενοχή. Και πιο συγκεκριμένα η ατομική ενοχή μέσα σε μια εποχή πολλαπλής και πολυδύναμης κοινωνικής αναταραχής.
Αναφέρομε στο «Ο έτερος εχθρός « της Ελισάβετ Χρονοπούλου  (Πόλις) και στο «Το τέρας στο μετρό» της Βασιλικής Ηλιοπούλου (Πατάκης)
Η Κατοχή στο πρώτο, η σύγχρονη εποχή στο δεύτερο γίνονται η σκηνή όπου ξεδιπλώνονται μη ελεγχόμενες ατομικές παρεκτροπές. Τα άτομα επηρεάζονται από τις συνθήκες  και οδηγούνται σε πράξεις που στο μέλλον θα προτιμήσουν να τις αγνοούν.
Η πρωτοεμφανιζόμενη Ροζίτα Σπινάσα κάποια παρόμοια θεματική έχει χρησιμοποιήσει.
Τα πρόσωπα –ήρωές της είναι επιλεγμένα από ένα πλήθος καθημερινών ατόμων, αλλά η συγγραφέας τα παρακολουθεί  σε στιγμές όπου το καθημερινό μετατρέπεται σε εξαίρεση –συνήθως αρνητική.
Άλλοτε θα είναι ο συλλέκτης δίσκων που το πάθος του θα τον οδηγήσει στην καταπάτηση της φιλίας, άλλοτε θα είναι η ηλικιωμένη άρρωστη όπου η οικονομική ανέχεια θα την μετατρέψει σε άκαρδη δήθεν προστάτιδα περιστεριών, άλλοτε ο αδελφός που προδίδει την ανάπηρη αδελφή για να μην υποστεί τον σχολικό εκφοβισμό, άλλοτε κάποιοι που δε θα διστάσουν μήτε μπροστά σε ένα φόνο αν πρόκειται να κερδίσουν ένα σπίτι, άλλοτε…
Αλλά τελικά δεν είναι οι επιμέρους περιπτώσεις που η Ροζίτα Σπινάσα θα αναζητήσει να τις φωτίσει σε βάθος, όσο ο τρόπος που θα χρησιμοποιεί τον φωτισμό αυτόν.
Η κοινωνική αποξένωση είναι δεδομένη. Και μέσα σε αυτήν  τα άτομα θα οδηγηθούν σε πράξεις πολύ ή λίγο σκληρές ή και αποτρόπαιες ακόμα.
Ενοχές μιας κοινωνίας ή ενοχή κάθε ατόμου;  Το ερώτημα πλανάται, χωρίς να συγκεκριμενοποιείται.
Και στο σημείο αυτό επεμβαίνει η γραφή.  Ξεγελά με κάποιες τρυφερές περιγραφές, αλλά καθώς φλερτάρει λες με τον εφησυχασμό, ξαφνικά οι λέξεις γίνονται σκληρές, οι φράσεις κοφτερές. Και άλλοτε προσφέρουν τον τρόμο κι άλλοτε αναζητούν τον σαρκασμό.
Ιδιότυπα ατομικά θρίλερ –ένας κάπως αδόκιμος,  ίσως, χαρακτηρισμός αυτών των διηγημάτων. Αλλά θεωρώ πως είναι εύστοχος.
Και εν τέλει αποτελεσματικός. Ο σαρκασμός προς τους άλλους, θα συνυπάρξει  με την εγρήγορση του αναγνώστη.
Με δυο λόγια –αυτό που μου κράτησε αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον ήταν η σχεδόν κινηματογραφική αφήγηση και η ευρηματικότητα των περιπτώσεων.
Ο διπλανός –γείτονας ή τυχαίος περαστικός- μπορεί να κρύβει ένα κάποιο αμαρτωλό μυστικό.
Αυτός… Μπορεί κι εγώ.
Η Ροζίτα Σπινάσα δείχνει πως ξέρει να κυκλοφορεί –ως συγγραφέας- ανάμεσά μας. Και να καταγράφει αυτά που θέλουμε να κρύψουμε.

 Πρώτη ανάρτηση:
 https://www.literature.gr/istories-thriler-kathimerinon-anthropon-grafei-o-manos-kontoleon-stomastomasto-rozita-spinasa/






14.5.18

Στη Μαύρη Άμμο της αναπόδραστης μοίρας




Του Μιχάλη Μακρόπουλου

https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/kontoleon-manos-patakis-i-kassandra-sti-mauri-ammo-makropoulos

Στο επίμετρο του μυθιστορήματός του Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο, ο Μάνος Κοντολέων λέει πως σκέφτηκε για πρώτη φορά να πλάσει μια ιστορία με πρωταγωνίστρια την τραγική μάντισσα το 1965, όταν παρακολούθησε στο Ηρώδειο μια παράσταση του «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου σκηνοθετημένη από τον Αλέξη Μινωτή, όπου ερμήνευε την Κασσάνδρα η Ελένη Χατζηαργύρη – την «ενσάρκωνε», γράφει ο Κοντολέων, και το ρήμα μοιάζει να μην είναι τυχαίο, γιατί η Κασσάνδρα στο μυθιστόρημά του έχει φύση λιγότερο πνευματική και περισσότερο σαρκική, είναι μάντισσα παρά τη θέλησή της, ενώ παλεύει ενάντια στη μοίρα που της ορίστηκε, ώστε να καταχτήσει τη γυναικεία πληρότητα που άθελά της στερήθηκε.
Η Μαύρη Άμμος του τίτλου είναι σύμβολο αφενός της μαντικής τέχνης της, ο τόπος όπου κατοικούν οι τρομερές εικόνες που βλέπει η Κασσάνδρα δίχως να μπορεί να τις αλλάξει, κι αφετέρου της στειρότητας που της επιβλήθηκε ενώ η ίδια λαχταρούσε τη μητρότητα και τη θνητότητα.
Και τούτη η Μαύρη Άμμος του τίτλου είναι σύμβολο αφενός της μαντικής τέχνης της, ο τόπος όπου κατοικούν οι τρομερές εικόνες που βλέπει η Κασσάνδρα δίχως να μπορεί να τις αλλάξει, κι αφετέρου της στειρότητας που της επιβλήθηκε ενώ η ίδια λαχταρούσε τη μητρότητα και τη θνητότητα, αρνούμενη την πρόταση του θεού να τον ακολουθήσει και τιμωρούμενη γι’ αυτό με το να μη γίνονται πιστευτές οι προρρήσεις της. Είναι η Μαύρη Άμμος ταυτόχρονα μια μεταφορά για το τραγικό πεπρωμένο της Κασσάνδρας και για την ολέθρια μοίρα της πόλης της και του γένους του Πριάμου. Και τούτη η πολυσήμαντη Μαύρη Άμμος εντέλει είναι η μοιραία κατάληξη όσων θέλησαν κατά πρώτον να μάθουν τι τους έμελλε και κατά δεύτερον να πάρουν αυτή τη μοίρα στα χέρια τους και να την ορίσουν οι ίδιοι, αλλάζοντάς την.
«Γεμάτος ο τόπος ολόγυρα από σημεία –τρίστρατα, μικροί τύμβοι, θάμνοι αειθαλών φυτών– όπου κάποτε σκορπίστηκαν οι στάχτες ανώνυμων νεκρών», λέγεται κάπου. «Στα ίδια σημεία και στις γύρω περιοχές, άλλοι περιπατούν, κάποιοι φιλοσοφούν, άλλοι σπέρνουν, ενίοτε και κάποιοι αφοδεύουν, υπάρχουν και εκείνοι που τυχόν αναζητούν πέτρες να χτίσουν τα σπίτια τους.
»Πεθαίνουν –και ο θάνατός τους εγγράφεται στη ζωή που συνεχίζεται– μόνο όσοι επωνύμως επισκέπτονται τόπους όπως η Μαύρη Άμμος μου – οι υπερφίαλοι, οι αλαζόνες, οι ποιητές και… Οι ηγεμόνες».
Η αλαζονεία της επωνυμίας, του ξεχωρίσματος από το ανώνυμο πλήθος, καθρεφτίζεται σαν σε σκοτεινό καθρέφτη στη Μαύρη Άμμο της μάντισσας που δεν ήθελε κανείς ν’ ακούσει, της Κασσάνδρας.

Την ιστορία της την αφηγείται η ίδια, με ένθετα εδώ κι εκεί στο λόγο της μικρά ή μεγαλύτερα αποσπάσματα από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου στις μεταφράσεις του Τάσου Ρούσσου και του Γρυπάρη, από τις Τρωάδες του Ευριπίδη στις μεταφράσεις του Ρούσσου και του Θρασύβουλου Σταύρου, από την Εκάβη του Ευριπίδη, πρωτίστως από την Ιλιάδα στις μεταφράσεις του Μαρωνίτη και του Πολυλά.
Ο Κοντολέων δίνει τον πρωτοπρόσωπο λόγο της με σύντομες ως επί το πλείστον προτάσεις συχνά αντεστραμμένες με το ρήμα στο τέλος, με απουσία των αορίστων άρθρων, με συχνή χρήση αποσιωπητικών, επιδιώκοντας κάπως να μεταφέρει την ποιητική φωνή της τραγωδίας στην πιο πεζή του μυθιστορήματος· κι αλλού ακολουθεί σε γενικές γραμμές τα συμβάντα του μύθου κι αλλού αυθαιρετεί, όπως στο επεισόδιο όπου η Θέτις οδηγεί την Κασσάνδρα στη σκηνή του Αχιλλέα. Παρουσιάζει την Κασσάνδρα διχασμένη και σ’ ένα δίπολο πάντα. «Με κάτι τέτοια τερτίπια εμπόδιζα τους λυγμούς της άλλης, της μισητής μάντισσας», λέει η ίδια για τον εαυτό της, μοιρασμένη ανάμεσα στις δυο φύσεις της: τη μαντική στην υπηρεσία του θεού και τη γυναικεία, και οι θλιβερές της διαπιστώσεις αντανακλούν τούτο το διχασμό. «Εικόνες ή προαισθήματα;» αναρωτιέται. «Δεν τα ταξινομώ… Κι άλλωστε η αιωνιότητα δε συμπίπτει με τον παρόντα χρόνο». Κι αλλού: «…θα προσπαθούσα να κατανοήσω τα κίνητρα –πάει να πει τα μελλούμενα– των ανθρώπων». Η ίδια της η κατάρα, να μη γίνεται πιστευτή, τη διχάζει κάνοντάς την να είναι κάτι που στην ουσία δεν είναι, γιατί το χάρισμά της είναι ανώφελο. «Άλλο να μαντεύεις κι άλλο να πείθεις», λέει και, ακόμα περισσότερο: «Άλλο να μαντεύεις κι άλλο να κατανοείς».
Το δίπολο της ύπαρξής της υπάρχει κατά πρώτον απέναντι στον εαυτό της τον ίδιο, μα σ’ όλες τις σκηνές στο μυθιστόρημα παρουσιάζεται επίσης ως το ένα σκέλος ενός διπόλου, αντιμέτωπη με τον Έκτορα, που τον ποθεί κρυφά κι ας είναι αδερφός της, με τον άλλο της αδερφό τον Έλενο, μάντη επίσης αλλά ήσσονα, και προδότη της πατρίδας του όπως παρουσιάζεται στη Μαύρη Άμμο, με τη μητέρα της την Εκάβη, που η Κασσάνδρα μοιάζει να τη ζηλεύει γιατί έγινε ό,τι η ίδια δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει.
Η μαντική της τέχνη δεν της χαρίζει καμία ανακουφιστική εξαΰλωση σε αντιστάθμισμα για τη θυσιασμένη γυναικεία της πληρότητα. “Μια πικρή γεύση μούλιασε τη γλώσσα μου κι έφτυσα πάνω στο σανίδι. Σάλιο που μύριζε μούχλα. Σάπια τα σπλάχνα μου”.
«Δεν έχω τους μαστούς της μάνας μου», λέει. «Τα δικά μου στήθη είναι μικρά. Δε φτιάχτηκαν για να θηλάσουν. Και τα λαγόνια μου στενά – αν κάποιος θελήσει να τα αναγκάσει να αποδεχτούν μια κυοφορία, εκείνα θα αδιαφορήσουν. Θα τον περιγελάσουν».
Και στη μοίρα της Κασσάνδρας αποτυπώνονται τα δεινά του πολέμου, γεννημένα από την αυθαιρεσία και τη φενάκη της εξουσίας. «Ο Πρίαμος σφαγιάστηκε, η Εκάβη ξεσχίστηκε από τα αγριόσκυλα, ο μικρός Αστυάναξ ρίχτηκε στον γκρεμό, η Πολυξένη θυσιάστηκε…» λέει η Κασσάνδρα. «Μουλιάσανε στο αίμα οι δρόμοι της Τροίας».
Τούτο το αίμα, μαζί με το σάλιο των πληγωμένων, το σπέρμα του Αγαμέμνονα όταν έχει πάρει παλλακίδα του την Κασσάνδρα, τον ιδρώτα των κορμιών, όλα βαραίνουν εδώ με την υλικότητά τους την Κασσάνδρα και την ιστορία της όπως αυτή την αφηγείται. Η μαντική της τέχνη δεν της χαρίζει καμία ανακουφιστική εξαΰλωση σε αντιστάθμισμα για τη θυσιασμένη γυναικεία της πληρότητα. «Μια πικρή γεύση μούλιασε τη γλώσσα μου κι έφτυσα πάνω στο σανίδι», λέει. «Σάλιο που μύριζε μούχλα. Σάπια τα σπλάχνα μου».
Δεν είναι τυχαίο πως σ’ όλη τη Μαύρη Άμμο επανέρχονται οι λέξεις «υγρός», «υγρό», «υγρασία», εννοώντας πάντα την ακαταπράυντη ύλη που τελικά προοιωνίζεται το θάνατο. Η Κασσάνδρα έχει το «χάρισμα» να προμαντεύει τον δικό της – μόνη αυτή, ανάμεσα σ’ όλους τους ανθρώπους, που δίνει βάση στις βέβαιες προρρήσεις της.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Μεσημέρι πλέον.
Μέρα με ήλιο. Πού πήγανε οι βοριάδες και οι νεροποντές των προηγούμενων ημερών;
Λουσμένη, καθαρή, μυρωμένη εγώ… Με ετοιμάσανε για την τελική θυσία.
Και η γριά σκλάβα ρίχνει σκούρα πανιά στα παράθυρα να κρατήσει έξω την κάψα του μεσημεριού.
Να μην ιδρώσω.
Τελευταία νύχτα αυτή πριν πατήσουμε στις Μυκήνες.
Σίγουρα ο Αγαμέμνων θα με αναζητήσει.
Ως λάφυρο θα με θεωρεί.
Το κτέρισμά του θα είμαι».