17.6.26

Μάνος Κοντολέων: «Το ανθρώπινο σώμα έλκεται από ανθρώπινο σώμα» Συνέντευξη στη Γεωργία Χάρδα //fractal

«Το Pride είναι μια έκφραση που θέλει με ένα τρόπο μαζικό και εντυπωσιακό να κάνει γνωστό στους άλλους πως υπάρχει το διαφορετικό και αυτό το διαφορετικό πρέπει να γίνεται αποδεχτό. Η λογοτεχνία από τη φύση της δεν έχει μαζικότητα και απεχθάνεται τον εντυπωσιασμό. Αναζητά υπόγειους δρόμους ανακάλυψης και χρησιμοποιεί διακριτικούς -αν και πολύχρωμους- φωτισμούς για να αφαιρέσει σκοτεινές κηλίδες, μα και να χρωματίσει άλλες με διαφορετικό τρόπο» Με αφορμή το νέο του εφηβικό μυθιστόρημα «Τρίποντο και Πιρουέτα» (Εκδόσεις Πατάκη), ο Μάνος Κοντολέων μιλά για την αναζήτηση της ταυτότητας, τον πρώτο έρωτα, τον φόβο της αποκάλυψης και τη δύναμη της αποδοχής. Σε μια περίοδο όπου η συζήτηση γύρω από το Pride και την ορατότητα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων παραμένει πιο επίκαιρη από ποτέ, ο πολυβραβευμένος συγγραφέας εξηγεί γιατί οι ιστορίες που μιλούν για τη διαφορετικότητα δεν έχουν στόχο να προκαλέσουν, αλλά να φωτίσουν ανθρώπινες εμπειρίες που για χρόνια έμεναν στο περιθώριο. Μέσα από τους ήρωες του βιβλίου του, δύο εφήβους που ανακαλύπτουν τον εαυτό τους και τον πρώτο τους έρωτα, καταθέτει σκέψεις για την ελευθερία της έκφρασης, τη σημασία της λογοτεχνίας και το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να είναι αυτό που πραγματικά είναι. -Κύριε Κοντολέων, διαβάζοντας το νέο σας βιβλίο «Τρίποντο και πιρουέτα», έχει κανείς την αίσθηση ότι το μεγαλύτερο βάρος για τους ήρωες δεν είναι ο έρωτας αλλά ο φόβος της αποκάλυψης. Πιστεύετε ότι σήμερα οι νέοι άνθρωποι φοβούνται λιγότερο να είναι ο εαυτός τους σε σχέση με παλαιότερες γενιές; Νομίζω πως οι σημερινοί νέοι άνθρωποι έχουν από τη μια τη δυνατότητα να εκφράσουν την ιδιαιτερότητά τους, αλλά και από την άλλη πάντα υπάρχει η κυρίαρχη άποψη που όχι απλώς αντιστέκεται, αλλά και συχνά επιτίθεται. Κάτω από αυτό το πρίσμα μπορεί κανείς να ερμηνεύσει τη βία μεταξύ των εφήβων. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω πως αν και πολλά έχουν αλλάξει από την εποχή της δικιάς μας εφηβείας, πάντα η απόφαση ενός ατόμου να υπερασπιστεί την ιδιαιτερότητά του μέσα στο προσωπικό του κύκλο παραμένει δύσκολη στην πλήρη εφαρμογής της. Ας πούμε -έτσι για να γίνω πιο σαφής- πόσα πιστεύετε θα είναι τα σχολεία που θα έχουν το θάρρος να προτείνουν αυτό το μυθιστόρημα στους μαθητές τους στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο; Κι όμως μαθητές σαν τους ήρωές μου πολλοί υπάρχουν μέσα στις τάξεις. Και επίσης, ας μην ξεχνάμε πως αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας δεν είναι παρόμοια με ότι μπορεί να συμβαίνει σε άλλες χώρες και όχι μόνο της Ανατολής, αλλά και της ευρύτερης Ευρώπης. -Η σχέση των δύο αγοριών παρουσιάζεται ως μέρος της ενηλικίωσής τους και όχι ως «θέμα» που χρειάζεται να εξηγηθεί ή να δικαιολογηθεί. Πόσο σημαντικό θεωρείτε να υπάρχουν στην ελληνική εφηβική λογοτεχνία ιστορίες όπου οι ΛΟΑΤΚΙ+ χαρακτήρες απλώς ζουν, αγαπούν και μεγαλώνουν όπως όλοι οι άλλοι; Γιατί θα πρέπει κανείς να εξηγήσει, να υπερασπιστεί κανείς μια σχέση με ερωτική χροιά ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου; Η ίδια η δημιουργία ενός λογοτεχνικού έργου σαν και το «Τρίποντο και πιρουέτα» είναι μια στάση υποστήριξης της άποψης πως ερωτική (συναισθηματική και σεξουαλική) έλξη μπορεί να υπάρξει και μεταξύ δυο αγοριών όπως και μεταξύ δυο κοριτσιών. Το ανθρώπινο σώμα έλκεται από ανθρώπινο σώμα. Οι όποιοι διαχωρισμοί αυτής της έλξης, νομίζω πως είναι κοινωνικά δημιουργήματα. Άρα -για να απαντήσω στην ερώτησή σας -θεωρώ σημαντικό το να γράφονται και να κυκλοφορούν τέτοια έργα όχι γιατί θα κομίσουν κάτι το νέο, αλλά γιατί με τον τρόπο τους θα βοηθήσουν να κατανοήσουμε τον άλλον, τον όποιον άλλον που δεν είναι σαν κι εμάς… Ή που εμείς θα θέλαμε να είμαστε σαν κι αυτόν. –Με αφορμή το γεγονός ότι κάθε χρόνο ανοίγει η συζήτηση γύρω από το Pride και την ορατότητα, πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να βοηθήσει τους νέους ανθρώπους να αισθανθούν λιγότερο μόνοι και πιο ελεύθεροι να εκφράσουν αυτό που πραγματικά είναι; Το Pride είναι μια έκφραση που θέλει με ένα τρόπο μαζικό και εντυπωσιακό να κάνει γνωστό στους άλλους πως υπάρχει το διαφορετικό και αυτό το διαφορετικό πρέπει να γίνεται αποδεχτό. Η λογοτεχνία από τη φύση της δεν έχει μαζικότητα και απεχθάνεται τον εντυπωσιασμό. Αναζητά υπόγειους δρόμους ανακάλυψης και χρησιμοποιεί διακριτικούς -αν και πολύχρωμους- φωτισμούς για να αφαιρέσει σκοτεινές κηλίδες, μα και να χρωματίσει άλλες με διαφορετικό τρόπο. -Οι πρωταγωνιστές σας, ο Άλεκ και ο Κλείτος, μοιάζουν εκ πρώτης όψεως να ανήκουν σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Πότε γεννήθηκαν μέσα σας αυτοί οι δύο ήρωες και τι ήταν αυτό που θέλατε να τους φέρει κοντά; Θα μπορούσα να σας απαντούσα με μια μόνο φράση: Το δικαίωμα σε μια ταυτότητα. Αλλά θα γίνω πιο αναλυτικός. Από πολύ νωρίς συνειδητοποίησα και στη συνέχεια εδραίωσα την άποψη πως ένα από τα βασικότερα στοιχεία της ταυτότητας του καθένας μας, είναι η σεξουαλικότητά του. Και αυτό το στοιχείο αναζητούμε -μα και μας καλλιεργείται- από τα παιδικά μας χρόνια. Οπότε ήταν λογικό να το χρησιμοποιήσω και σε ένα από τα πρώτα μου παιδικά βιβλία. Στη συλλογή διηγημάτων «Γάντι σε ξύλινο χέρι» (1986) υπάρχουν δυο διηγήματα που με πολύ διακριτικό τρόπο θέτουν το θέμα της ταυτότητας και από την πλευρά ενός αγοριού και από την πλευρά ενός κοριτσιού. Στη συνέχεια στο cross over μυθιστόρημά μου «Μάσκα στο φεγγάρι» (Κρατικό Βραβείο 1997) ο κεντρικό ήρωας είναι ένας ομοφυλόφιλος ηθοποιός, ενώ η ηρωίδα στο μυθιστόρημα μου «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της» (2015) έχει λεσβιακές σχέσεις. Και σε άλλα έργα μου υπάρχουν χαρακτήρες με ιδιαίτερη σεξουαλική συμπεριφορά –«Ερωτική αγωγή» (2003), «Αμαρτωλή πόλη» (2016). Τώρα -και με την πείρα που έχω μετά από κοντά 50 χρόνια συγγραφικής παρουσίας- θέλησα να γράψω ένα μυθιστόρημα για τον πρώτο έρωτα δυο εφήβων. Γιατί περί αυτού πρόκειται -ένα πρώτο ερωτικό και σεξουαλικό ξύπνημα περιγράφω. Απλώς και μόνο αυτό το ξύπνημα αφορά δυο νεαρά αγόρια. Θα το έγραφα πιο πριν;… Αναζητήστε της απάντηση στην πρώτη σας ερώτηση. -Το μπάσκετ και ο χορός λειτουργούν σχεδόν σαν δύο διαφορετικές γλώσσες στο βιβλίο. Γιατί επιλέξατε αυτές τις δύο μορφές σωματικής έκφρασης για τους ήρωές σας; Δε θα τις χαρακτήριζα εντελώς διαφορετικές γλώσσες. Και οι δυο, γλώσσες του σώματος είναι. Και με τις δυο αυτές δραστηριότητές, ο καθένας από τους ήρωές μου αναζητά να βρει τη θέση του στον κόσμο και να εκφράσει την δική του προσωπικότητα. Αλλά και γι’ αυτό ερωτεύεται ο ένας τον άλλον -επειδή έχουν κάτι κοινό να στηρίζουν τα όνειρά τους. Το σώμα τους. Και τελικά οι δυνατότητες των σωμάτων τους σχεδόν ταυτίζονται. Για παρατηρείστε ένα μπασκετμπολίστα κι ένα χορευτή… Και οι δυο με τα σώματά τους αμφισβητούν την βαρύτητα. -Η ιστορία τοποθετείται σε μια μικρή επαρχιακή κοινωνία. Τι σας προσφέρει αφηγηματικά αυτό το περιβάλλον σε σχέση με μια μεγάλη πόλη; Α, απλώς μου αρέσει το κλίμα που επικρατεί στις μικρές πόλεις. Εκεί η Φύση έχει ένα πιο ουσιαστικό λόγο. Και στο «Τρίποντο και πιρουέτα» η Φύση δίνει έντονα το παρόν της και προσπάθησα να δείξω πως επηρεάζει και τον ψυχισμό των ηρώων μου. Ακόμα η κοινωνία μιας μικρής πόλης καθώς είναι πλέον συγκεκριμένη, μου άφησε χώρο να αναπτύξω τις συναισθηματικές και ψυχολογικές διακυμάνσεις των ηρώων μου. Σε μια μεγάλη πόλη -στην Αθήνα, ας πούμε- θα κινδύνευαν να χαθούνε μέσα στο πλήθος. -Ο Κλείτος μεγαλώνει βιώνοντας αρχικά τον αποκλεισμό λόγω της διαφορετικότητάς του και στη συνέχεια λόγω της αγάπης του για τον χορό. Θεωρείτε ότι η κοινωνία συχνά βρίσκει διαφορετικές αφορμές για να στοχοποιεί όποιον ξεφεύγει από την «κανονικότητα»; Η κοινωνία και κυρίως τα παιδιά και οι νέοι. Από την παιδική και εφηβική ηλικία ξεκινά να εκφράζεται αυτή η επιθετικότητα απέναντι στο κάθε τι που ξεφεύγει ή θέλει να διαφοροποιηθεί από ένα γενικό πλαίσιο. Είναι το άγνωστο που μας κάνει να αισθανόμαστε ανασφαλείς. Στην ουσία όλα είναι εκφράσεις ρατσισμού. Στην περίπτωση του Κλείτου -του έφηβου που ντύνεται με ιδιαίτερα ρούχα, που έχει ιδιαίτερα γούστα- οι συμμαθητές του βλέπουν κάποιον που αμφισβητεί ότι οι ίδιοι προσπαθούν να εντάξουν στην συμπεριφορά τους -το κατεστημένο αντρικό πρότυπο. -Οι σκηνές με τον Μάνθο είναι ιδιαίτερα σκληρές και δείχνουν πώς το πείραγμα μπορεί να μετατραπεί σε χρόνια ψυχολογική πίεση. Θέλατε να αναδείξετε ότι το bullying δεν αφήνει μόνο στιγμιαία τραύματα αλλά συνοδεύει έναν άνθρωπο για χρόνια; Μα ασφαλώς. Και όχι μόνο για χρόνια, αλλά και για όλη του τη ζωή, αν δεν μπορέσει να διαπραγματευθεί με τον εαυτό του το ότι έχει υποστεί. Και -ας το θυμόμαστε και αυτό- την ίδια ψυχολογική πίεση θα υφίσταται σε όλη του τη ζωή κι αυτός που εξασκεί τον εκφοβισμό. Μπορεί ο θύτης να είναι ένας, αλλά τα θύματά του είναι δυο. -Στο βιβλίο υπάρχουν ενήλικες που στηρίζουν τον Κλείτο – οι γονείς του, ο παππούς και η καθηγήτρια μουσικής. Πόσο καθοριστική μπορεί να είναι η παρουσία ενός ενήλικα που «βλέπει» πραγματικά ένα παιδί; Ιδιαιτέρως σημαντική. Αλλά στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα δεν θέλησα να μείνω τόσο σε αυτό το σημείο -της υποστήριξης εκ μέρους τρίτων- όσο στο πως οι ίδιοι οι δυο έφηβοι βιώνουν συναισθήματα και έλξεις. Άλλωστε έπρεπε και για λόγους μυθιστορηματικής ισορροπίας να περιγράψω, έστω και περιληπτικά, τη σχέση καθενός από τα δυο αυτά αγόρια με την οικογένειά τους. Και όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης μεγαλύτερο ‘πρόβλημα’ αντιμετωπίζει ο Αλέξανδρος από ότι ο Κλείτος. Γιατί υπάρχουν κοινωνικά στρώματα που δεν είναι μόνο πως δεν αποδέχονται την παρεκτροπή από το αρσενικό πρότυπο, αλλά απαιτούν αυτό το πρότυπο να συμπεριφέρεται με ένα πολύ συγκεκριμένο τρόπο. -Στα πρώτα κεφάλαια η έλξη ανάμεσα στους δύο ήρωες εμφανίζεται διακριτικά, μέσα από βλέμματα και μικρές χειρονομίες. Σας ενδιέφερε περισσότερο να αποδώσετε το συναίσθημα παρά να το ονομάσετε; Ο πρώτος έρωτας, το πρώτο ξύπνημα της σάρκας… Όλοι -έτσι νομίζω- πως περισσότερο το έχουμε βιώσει ως συναίσθημα και λιγότερο το έχουμε ονοματίσει. -Ο Κλείτος εκφράζεται μέσα από τον χορό και την αφήγηση ιστοριών, ενώ ο Άλεκ μέσα από τον αθλητισμό. Πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της τέχνης και της σωματικής έκφρασης στην ανακάλυψη του εαυτού κατά την εφηβεία; Και με τα δυο εκφραζόμαστε. Αλλά αυτό που με απασχολεί είναι πως πολύ συχνά μας πιέζουν οι άλλοι -ή μας μαθαίνουν να πιεζόμαστε από μόνοι μας- πως δεν έχει τόση σημασία η ελεύθερη έκφρασή μας, αλλά εκείνη που θα μας οδηγήσει σε μια πρώτη θέση. Στην ουσία καθώς μεγαλώνουμε ξεχνάμε να παίζουμε το όποιας μορφής παιχνίδι και οδηγούμαστε στο να ανταγωνιζόμαστε. Με τον ανταγωνισμό ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας;… Ίσως… Αλλά με κάπως επικίνδυνο τρόπο. -Μια τελευταία σκέψη: μου άρεσε ιδιαίτερα η φράση «να βρεις το θάρρος να πλησιάσεις εκείνον που σου αποκαλύπτει ποιος είσαι». Τελικά η ενηλικίωση είναι περισσότερο μια συνάντηση με τον άλλον ή με τον ίδιο μας τον εαυτό; Νομίζω πως είναι ο Ρεμπώ που είχε πει: ‘Εγώ είναι ένας άλλος’, ενώ ο Σατρ ξεκαθάρισε πως ‘Η κόλαση είναι οι άλλοι’. Εγώ, χρησιμοποιώντας περισσότερες λέξεις λέω: ’ο άλλος σου αποκαλύπτει ποιος είσαι’. Και νομίζω με αυτή τη φράση ως οδηγό έγραψα όλο το μυθιστόρημα… Ίσως και όλα τα προηγούμενα έργα μου. frackalart.gr / 17/6/2026

15.6.26

Τρίποτνο και πιρουετα στο axios.gr

Το «Τρίποντο και Πιρουέτα» του Κοντολέων εξερευνά τη συνείδηση Πριν ακόμη αποκτήσει όνομα, ο άνθρωπος μαθαίνει να διαβάζει τα πρόσωπα των άλλων, αντιλαμβανόμενος τι εγκρίνεται ή αποδοκιμάζεται. Αυτή η αρχέγονη γνώση, ότι η αγάπη συχνά συνοδεύεται από όρους, συνιστά την πρώτη τραγωδία της κοινωνικής ζωής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όπου η αποδοχή δεν είναι πάντοτε άνευ όρων και ορισμένες επιθυμίες αναγκάζονται να ζουν στις παρυφές του κοινού λόγου, γεννιέται η μεγάλη λογοτεχνία. Δεν αναπτύσσεται στο κέντρο, αλλά στο περιθώριο και στις ρωγμές των βεβαιοτήτων. Ένα τέτοιο λογοτεχνικό έργο, ιδιαίτερης σημασίας κατά τον σχολιαστή, είναι το «Τρίποντο και Πιρουέτα» του Μάνου Κοντολέων. Ενώ εκ πρώτης όψεως φαντάζει ως μια ιστορία ενηλικίωσης σε μια ελληνική επαρχιακή πόλη, περιγράφοντας τη σχέση του Κλείτου και του Αλέξανδρου, το βιβλίο αναπτύσσεται κάτω από την επιφάνεια των γεγονότων. Ο συγγραφέας εστιάζει στις αόρατες δυνάμεις που κινούν τα γεγονότα, αναδεικνύοντας τη γέννηση της συνείδησης. Δεν αποτελεί, στην ουσία του, μυθιστόρημα αποκλειστικά για τη σεξουαλική ταυτότητα, τον σχολικό εκφοβισμό ή την ομοφοβία, παρότι αυτά τα στοιχεία υπάρχουν στον ορίζοντά του. Το έργο εμβαθύνει στην ανεπαίσθητη διαδικασία κατά την οποία δύο νέοι προσπαθούν να κατανοήσουν τι τους συμβαίνει, πριν ακόμη βρουν τις λέξεις να το ονομάσουν. Ο άνθρωπος, σύμφωνα με την ψυχαναλυτική προσέγγιση που διατρέχει το κείμενο, αισθάνεται και υποφέρει πολύ πριν κατανοήσει ή μπορέσει να εξηγήσει. Η ενηλικίωση δεν είναι ένα βιολογικό γεγονός, αλλά η στιγμή που κάποιος τολμά να αναρωτηθεί «Κι αν δεν είμαι αυτό που περίμεναν;». Αυτό το ερώτημα δεν περιορίζεται στη σεξουαλική ταυτότητα, αλλά αφορά κάθε μορφή ανθρώπινης ύπαρξης που διαφοροποιείται από τις κοινωνικές προσδοκίες και την παράδοση. Η ελληνική επαρχία στο βιβλίο δεν είναι απλώς τόπος, αλλά ένας ψυχισμός, όπου η κοινωνική ταυτότητα προηγείται του προσώπου και η διαφορετικότητα αντιμετωπίζεται με μια ασφυκτική αμηχανία, αποτελώντας μια ύπουλη μορφή αποκλεισμού. Οι κοινωνίες, υπογραμμίζεται, τραυματίζουν όχι μόνο με όσα λένε, αλλά και με όσα αρνούνται να δουν. Τέτοιες θεματικές συνδέονται άμεσα με τις σύγχρονες συζητήσεις περί Lifestyle και κοινωνικής αποδοχής. Ο Μάνος Κοντολέων, με περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες παρουσίας στα ελληνικά γράμματα, χαρακτηρίζεται ως συγγραφέας που αρνήθηκε τις ευκολίες, γράφοντας για τις πιο σύνθετες και εύθραυστες πτυχές της ανθρώπινης εμπειρίας. Θεωρείται πρωτοπόρος, καθώς αναζήτησε την αλήθεια και διαισθάνθηκε κοινωνικές μεταβολές πριν αυτές αποκτήσουν όνομα, στρέφοντας το βλέμμα σε ανθρώπους που παρέμεναν αόρατοι. Το «Τρίποντο και Πιρουέτα» δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη μυθιστόρημα της διαδρομής του, αλλά μια βαθιά λογοτεχνική υπενθύμιση ότι η λογοτεχνία δεν υπάρχει για να επιβεβαιώνει τις βεβαιότητές μας, αλλά για να διευρύνει τα όρια της ανθρώπινης αναγνώρισης, να αποκαθιστά την πολυπλοκότητα και να χαρίζει φωνή στους ανθρώπους, πέρα από κατηγορίες και στερεότυπα. Το βιβλίο, τελικά, υπερβαίνει τα όριά του, γίνεται υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη ελευθερία αρχίζει πάντοτε από μια μικρή, σχεδόν αόρατη πράξη αντίστασης: τη στιγμή που κάποιος παύει να ζητά άδεια για να υπάρξει. Ο Μάνος Κοντολέων, ακούγοντας προσεκτικά τον ήχο που κάνει μια ψυχή όταν παύει να κρύβεται, μιλά για τον πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας. Το έργο του αποτελεί μια ηρωική προσπάθεια κάθε ανθρώπου να εμφανιστεί ενώπιον του κόσμου χωρίς μεταμφίεση, ανακαλύπτοντας την αξία της αγάπης για τον εαυτό του, χωρίς να τον απαρνηθεί. Αυτές οι προσεγγίσεις είναι θεμελιώδεις για την κατανόηση της ανθρώπινης συνθήκης και τις επιλογές στον σύγχρονο Lifestyle. 12 Ιουνίου | 2026 | 4:58 https://www.iaxia.gr/lifestyle/to-triponto-kai-piroueta-tou-kontoleon-exerevna-ti-syneidisi/

12.6.26

Διαβάζοντας το «Τρίποντο και πιρουέτα» του Μάνου Κοντολέων Της Ελίτας Φώκιαλη

Το δικαίωμα να είσαι ο εαυτός σου. Διαβάζοντας το «Τρίποντο και πιρουέτα» του Μάνου Κοντολέων Της Ελίτας Φώκιαλη https://www.patakis.gr/news/to-dikaioma-na-eisai-o-eaftos-sou-diavazontas-to-triponto-kai-piroueta-tou-manou-kontoleon/ Η εφηβεία είναι μια ηλικία γεμάτη ερωτήματα. Κάποια αφορούν τους άλλους. Τα πιο σημαντικά, όμως, αφορούν τον ίδιο μας τον εαυτό. Το «Τρίποντο και πιρουέτα» του Μάνου Κοντολέων προσεγγίζει αυτά τα ερωτήματα με ειλικρίνεια και ευαισθησία. Ρεαλιστικό, σύγχρονο και βαθιά ανθρώπινο, το μυθιστόρημα σκιαγραφεί μια εφηβεία γεμάτη αμφιβολίες, φόβους, προσδοκίες και εσωτερικές συγκρούσεις. Έχει πολλά να πει για την αναζήτηση, την απόκρυψη και κάποτε την άρνηση της ταυτότητας, έτσι όπως διαθλάται μέσα από τα βλέμματα των άλλων. Για το πώς προσπαθεί κανείς να χωρέσει, να κρυφτεί, να ομολογήσει ή να μάθει ποιος είναι, απέναντι σε έναν κόσμο-καθρέφτη που άλλοτε αποκαλύπτει ανασφάλειες και εσωτερικές ταλαντεύσεις κι άλλοτε απλώς πληγώνει. Έναν κόσμο όπου η επιθυμία να ανήκεις διαπλέκεται συνεχώς με την ανάγκη να είσαι ο εαυτός σου. Τι σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου στα δεκαπέντε; Οι ήρωες του βιβλίου δε δηλώνουν τι είναι. Το ανακαλύπτουν. Η ταυτότητά τους χτίζεται σιγά σιγά, σε διαδοχικά επίπεδα: το πολιτισμικό, το προσωπικό, το ερωτικό. Και αυτή η αργή, διστακτική διαδικασία αυτογνωσίας είναι ένας μόνο από τους πολλούς λόγους που κάνουν την ιστορία τους να μοιάζει τόσο αληθινή. Ο Άλεκ, ο αθλητής, ο μπερδεμένος έφηβος, έχει μάθει να φοβάται την ευαισθησία (προπαντός τη δική του). Συνεχώς παλεύει ανάμεσα στο ποιος είναι (Άλεκ ή Αλέξανδρος;), στο πώς τον βλέπουν οι άλλοι και στο πώς θα ήθελε να τον βλέπουν. Η σχέση με τον Κλείτο εντάσσεται οργανικά σε αυτή την αναζήτηση. Δε λειτουργεί ως μια πτυχή της πλοκής που περιμένει το «πότε θα φιληθούν», αλλά ως μέρος της διαδικασίας διαμόρφωσης της ταυτότητάς του. Ο Κλείτος, ο καλλιτέχνης, ο «διαφορετικός», το παιδί που βρίσκεται συχνά στο στόχαστρο του μπούλινγκ, στέκεται εξαρχής εκεί που ο Άλεκ φοβάται να πάει. Νιώθει άνετα με την τρυφερότητα, αλλά έχει κι εκείνη τη στωικότητα που τον κρατά όρθιο. Η διχρωμία των ματιών του, ένα χαρακτηριστικό που συχνά προκαλεί την περιέργεια ή ακόμη και την αποστροφή των συμμαθητών του, λειτουργεί σχεδόν συμβολικά για τη θέση που κατέχει μέσα στον κόσμο του βιβλίου. Φανατικός αναγνώστης και αφοσιωμένος στον χορό, θα βρει συμμάχους εκεί όπου ο Άλεκ βρίσκει αντιστάσεις. Η Ντοφασόλ θα αναγνωρίσει το ταλέντο του και θα τον φέρει ένα βήμα πιο κοντά στο όνειρό του. Η αντίθεση ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές τροφοδοτεί την ένταση της αφήγησης. Παρά τις διαφορές τους, από την πρώτη τους συνάντηση, ένα απόγευμα στα τέλη Αυγούστου, σε μια παραλία στην άκρη ενός προσφυγικού συνοικισμού, χτίζουν μια βαθιά σχέση εμπιστοσύνης που θα τους οδηγήσει να αναμετρηθούν με όσα φοβούνται περισσότερο. Στην πορεία, ο Κλείτος θα παρακολουθήσει τον δικό του Αλέξανδρο να δίνει τη θέση του στον Άλεκ των άλλων. Και ο Άλεκ θα αποφεύγει τον Κλείτο, αν και κάθε μέρα που περνά θα συνειδητοποιεί όλο και περισσότερο ότι του είναι απαραίτητος. Το βλέμμα του ενός θα δείχνει ότι φοβάται να φανερωθεί στο βλέμμα του άλλου. Στο επίκεντρο αυτής της διαδρομής βρίσκονται τα στερεότυπα που επιμένουν, οι ανισότητες που αναπαράγονται, αλλά και οι αόρατοι σεξισμοί που διαπερνούν την καθημερινότητα. Οι οικογένειες των δύο παιδιών, με τις διαφορές τους στο κοινωνικό υπόβαθρο, την κουλτούρα και τους συναισθηματικούς τους κώδικες, διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό την ατμόσφαιρα του βιβλίου. Η σύγκριση ανάμεσά τους αποτελεί ένα εύστοχο σχόλιο πάνω στο πώς μεγαλώνουν τα αγόρια και πόσο διαφορετικές διαδρομές μπορούν να χαράξουν ανάλογα με το περιβάλλον τους. Τόσο στην οικογένεια όσο και στο σχολείο και την ομάδα, αναδύονται κοινωνικές συγκρούσεις και ψυχολογικές εντάσεις. Όλα αυτά, όμως, αποτελούν κυρίως το φόντο πάνω στο οποίο εκτυλίσσεται η βαθύτερη σύγκρουση του έργου: η σύγκρουση με τον εαυτό. Το βιβλίο δεν αντιμετωπίζει τη σεξουαλικότητα σαν ετικέτα της προσωπικότητας, αλλά σαν εξελικτική διαδικασία: ένα μείγμα φόβων, επιθυμιών, σιωπών και στιγμών που σταδιακά διαμορφώνουν την προσωπική γλώσσα της έλξης και της σύνδεσης με τους άλλους. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η παρουσία του κοριτσιού που θέτει σε δοκιμασία την ταυτότητα του Άλεκ, τη στιγμή που το ίδιο το σεξ παραμένει κάτι άγνωστο, μπερδεμένο και αμήχανο. Όλα αυτά αποδίδονται μέσα από μια γραφή που, όπως και σε όλα τα βιβλία του συγγραφέα, παραμένει ξεχωριστή: ιδιότυπα ποιητική, ελλειπτική και πυκνή ταυτόχρονα. Η αφήγηση εξελίσσεται χωρίς περιττούς διαλόγους και περιγραφές, αξιοποιώντας τεχνικές εσωτερικού μονολόγου που σε οδηγούν κατευθείαν στον πυρήνα των σκέψεων των ηρώων. Επιλέγοντας την τριτοπρόσωπη αφήγηση, ο συγγραφέας αποφεύγει τις γενικεύσεις γύρω από την εφηβεία και φωτίζει συγκεκριμένα πρόσωπα που τη βιώνουν, το καθένα με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Τα σχόλια του αφηγητή λειτουργούν ως μικρά παράθυρα που ανοίγουν για λίγο και «αλλάζουν τον αέρα» στην ιστορία. Οι παρεμβολές του δημιουργούν την αίσθηση πως αποκτά υπόσταση ως χαρακτήρας και σου εκμυστηρεύεται όσα σκέφτεται. Μέσα από αυτές τις αφηγηματικές επιλογές οι ήρωες αποκτούν βάθος και αμεσότητα. Δεν αντιμετωπίζονται ως φορείς ιδεών ή μηνυμάτων, αλλά ως έφηβοι που αμφιβάλλουν, φοβούνται, κάνουν λάθη και προσπαθούν να καταλάβουν ποιοι είναι. Γι’ αυτό μοιάζουν τόσο οικείοι και είναι εύκολο να αναγνωρίσει κανείς κομμάτια του εαυτού του μέσα τους. Ένα βιβλίο που προσεγγίζει το θέμα της εξερεύνησης της σεξουαλικότητας με ευαισθησία, σεβασμό και ειλικρίνεια και μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμο για τον έφηβο αναγνώστη. Μπορεί να του δείξει πως δεν είναι ο μόνος που έχει φόβους και απορίες, πως δεν είναι υποχρεωτικό να γνωρίζει τα πάντα για τον εαυτό του στα δεκαπέντε του, πως όλες οι μορφές αγάπης πρέπει να είναι ανοιχτές, ελεύθερες και να βιώνονται χωρίς ντροπή. Και, ακόμη, μπορεί να προσφέρει υγιή πρότυπα συναίνεσης, επικοινωνίας και αυτοσεβασμού. Με άλλα λόγια, όλα όσα χρειάζονται για να χτιστεί μια σχέση αυτογνωσίας και ασφάλειας με τον εαυτό. Συνομιλία με τη λογοτεχνία των ενηλίκων Παρακολουθώντας την πορεία δύο νέων ανθρώπων προς τον κόσμο των ενηλίκων, μέσα από τη διαδικασία της εξερεύνησης της σεξουαλικής τους ταυτότητας, το «Τρίποντο και πιρουέτα» συνομιλεί με βασικά χαρακτηριστικά του εφηβικού Bildungsroman χωρίς να ταυτίζεται απόλυτα με αυτό. Το κείμενο αγγίζει δύσκολα θέματα, τα οποία διαχειρίζεται με λεπτότητα και σεβασμό απέναντι στο συναίσθημα του νεαρού αναγνώστη. Η σεξουαλική αφύπνιση παρουσιάζεται με ευαισθησία και ειλικρίνεια, παραμένοντας μέσα στα όρια της εφηβικής λογοτεχνίας. Η εξερεύνηση της ταυτότητας αποδίδεται με ρεαλισμό και τρυφερότητα, χωρίς περιγραφές και λεπτομέρειες «δύσκολες» για μικρότερες ηλικίες αναγνωστών. Το ίδιο ισχύει και για τη θεματική του μπούλινγκ, η οποία, με τον τρόπο που αποδίδεται, συνδέεται άμεσα με ένα ευαίσθητο κομμάτι της εφηβικής εμπειρίας. Το μυθιστόρημα προσεγγίζει επίσης την απώλεια, την ενηλικίωση μέσα σε δύσκολα οικογενειακά περιβάλλοντα, τη μονογονεϊκότητα, την παρουσία της τρίτης ηλικίας στην ελληνική κοινωνία, τη φιλία, αλλά και την επιτυχία και την αποτυχία ως επισφαλή μέτρα μιας ζωής που δε χωρά πάντα σε κουτάκια. Το σχολικό και το οικογενειακό περιβάλλον, όπως παρουσιάζονται στην αφήγηση, αποτελούν το φυσικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ξεδιπλώνονται αυτά τα ζητήματα. Εκεί αναδεικνύονται σημαντικές κοινωνικές και ψυχολογικές διαστάσεις της εφηβείας, με ρεαλισμό αλλά χωρίς ωμότητα ή υπερβολές. Η ένταση της αφήγησης δεν προκύπτει από σκληρές περιγραφές, αλλά από συναισθήματα, παρεξηγήσεις, βλέμματα, αβεβαιότητες και εσωτερικές συγκρούσεις. Αντίθετα με τη λογοτεχνία ενηλίκων, όπου ο συγγραφέας απλώς εκθέτει, χωρίς καμία υποχρέωση προστασίας, εδώ λειτουργεί ως ένας αόρατος ενήλικας που κρατά το πλαίσιο ασφαλές. Ωστόσο, η αξία του έργου δεν περιορίζεται μόνο στην επιτυχημένη αξιοποίηση αυτών των ειδολογικών χαρακτηριστικών. Η ειλικρίνεια και ο τρόπος με τον οποίο φωτίζει εμπειρίες που, παρότι εφηβικές, παραμένουν βαθιά ανθρώπινες, προσδίδουν στο μυθιστόρημα μια ποιότητα που συναντάται σε ορισμένα από τα σημαντικότερα έργα της εφηβικής λογοτεχνίας: την ικανότητα να συνομιλεί με αναγνώστες διαφορετικών ηλικιών. Η crossover αναγνωσιμότητα αφορά ακριβώς αυτή την εγγενή ικανότητα ορισμένων ιστοριών να απευθύνονται ουσιαστικά σε περισσότερες από μία ηλικιακές ομάδες. Αν και το πιο πιθανό είναι πως ο συγγραφέας είχε κατά νου το εφηβικό κοινό, το «Τρίποντο και πιρουέτα» διαθέτει στοιχεία που το κάνουν να αφορά και ενήλικες αναγνώστες. Ανάμεσα σε αυτά είναι η πολυσημαντικότητα της αφήγησης, η διακειμενικότητα, ο πάντα απολαυστικός διάλογος του συγγραφέα με τραγούδια, μιούζικαλ, μπαλέτο και άλλους πολιτισμικούς κώδικες. Για να είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα για ενήλικες η ιστορία δύο αγοριών που εξερευνούν τη σεξουαλική τους ταυτότητα, δε χρειάζεται να γίνει πιο τολμηρή· χρειάζεται πολυπλοκότητα και θεματικό βάθος. Χρειάζεται να μιλήσει για τον τρόπο με τον οποίο μια παιδική ανασφάλεια γίνεται φόβος, μια οικογενειακή προσδοκία μετατρέπεται σε βάρος ή μια κοινωνική προκατάληψη διαμορφώνει τις επιλογές ενός ανθρώπου. Το «Τρίποντο και πιρουέτα» διαθέτει αυτές τις ποιότητες. Μιλά για την εφηβεία, αλλά δε μένει εκεί. Μιλά για την αναζήτηση του εαυτού, για την ανάγκη να ανήκεις και για το θάρρος να είσαι αυτό που είσαι. Γι’ αυτό αγγίζει τους νέους. Γι’ αυτό αγγίζει και τους ενήλικες. Και γι’ αυτό είναι καλή λογοτεχνία για νέους – από εκείνη που οι ενήλικες δε θέλουν να χάσουν. Η Ελίτα Φώκιαλη είναι Δρ. ΕΚΠΑ, με ειδίκευση στη Διαμεσική Αφήγηση

'Τρίποντο και πιρουέτα" - η Νάντια Τράτα στα Νέα

Πριν αποκτήσει όνομα, το παιδί αποκτά βλέμμα. Πριν μάθει να συλλαβίζει τον εαυτό του, έχει ήδη αρχίσει να διαβάζει τα πρόσωπα των άλλων. Τι εγκρίνουν. Τι αποδοκιμάζουν. Τι φοβούνται. Τι επιτρέπουν. Πολύ πριν συγκροτηθεί ως προσωπικότητα, έχει ήδη μυηθεί στην πρώτη και αρχαιότερη ανθρώπινη γνώση: ότι η αγάπη συχνά συνοδεύεται από όρους. Αυτή είναι ίσως η πρώτη τραγωδία της κοινωνικής ζωής. Ότι ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο με την ανάγκη να αγαπηθεί και μαθαίνει σταδιακά πως η αποδοχή δεν είναι πάντοτε άνευ όρων. Πως υπάρχουν χειρονομίες που επιβραβεύονται και άλλες που προκαλούν αμηχανία. Υπάρχουν επιθυμίες που χωρούν στον κοινό λόγο και άλλες που υποχρεώνονται να ζουν στις παρυφές του. Υπάρχουν τρόποι να είσαι παιδί, αγόρι, κορίτσι, άντρας, γυναίκα. Και υπάρχουν τρόποι που δεν έχουν ακόμη αποκτήσει δικαίωμα ύπαρξης. Κάθε πολιτισμός οικοδομείται πάνω σε αφηγήσεις. Και κάθε αφήγηση γεννά ταυτόχρονα μια σκιά. Ό,τι μένει απ’ έξω. Ό,τι περισσεύει. Ό,τι δεν χωρά. Η μεγάλη λογοτεχνία γεννιέται ακριβώς εκεί. Όχι στο κέντρο. Στο περιθώριο. Όχι μέσα στις βεβαιότητες. Μέσα στις ρωγμές της. ∞∞∞ Γι’ αυτό και το Τρίποντο και Πιρουέτα του Μάνου Κοντολέων είναι πολύ σημαντικότερο βιβλίο από όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά. Εκ πρώτης όψεως πρόκειται για μια ιστορία ενηλικίωσης. Μια σχολική χρονιά σε μια πόλη της ελληνικής επαρχίας. Ο Κλείτος, παιδί μιας οικογένειας όπου η μουσική λειτουργεί σχεδόν ως δεύτερη γλώσσα, μεγαλώνει με την απουσία ενός πατέρα που χάθηκε νωρίς. Ο Αλεκ —που σταδιακά θα γίνει Αλέξανδρος— κουβαλά μια διαφορετική απώλεια: όχι τον θάνατο αλλά την εγκατάλειψη. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται μια σχέση που αρχικά μοιάζει να κινείται στον χώρο της συντροφικότητας, της φιλίας, της αμοιβαίας περιέργειας, της αναγνώρισης. Καθώς όμως η χρονιά προχωρά, κάτι βαθύτερο αρχίζει να διαμορφώνεται κάτω από την επιφάνεια των γεγονότων. Αυτή είναι η ιστορία. Αλλά το βιβλίο δεν βρίσκεται εκεί. Το βιβλίο βρίσκεται κάτω από αυτήν. Το βιβλίο βρίσκεται στο αόρατο. Όπως το υπόγειο ρεύμα βρίσκεται κάτω από το ποτάμι. Όπως το ασυνείδητο βρίσκεται κάτω από τον λόγο. Όπως ο φόβος βρίσκεται κάτω από την επιθυμία. Η μεγάλη λογοτεχνία δεν ενδιαφέρεται για τα γεγονότα. Τα γεγονότα είναι απλώς η επιφάνεια. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι οι αόρατες δυνάμεις που κινούν τα γεγονότα. Και ο Κοντολέων, ύστερα από δεκαετίες παρουσίας στα ελληνικά γράμματα, εξακολουθεί να αποδεικνύει ότι γνωρίζει καλά αυτή τη διάκριση. Το Τρίποντο και Πιρουέτα δεν είναι στην ουσία του ένα μυθιστόρημα για τη σεξουαλική ταυτότητα. Ούτε για τον σχολικό εκφοβισμό. Ούτε για την ομοφοβία, όσο κι αν όλα αυτά υπάρχουν στον ορίζοντά του. Είναι ένα μυθιστόρημα για τη γέννηση της συνείδησης. ∞∞∞ Βρίσκεται σε εκείνη τη σχεδόν ανεπαίσθητη διαδικασία κατά την οποία δύο νέοι άνθρωποι προσπαθούν να καταλάβουν τι ακριβώς τους συμβαίνει προτού βρουν τις λέξεις για να το ονομάσουν. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο, διαχρονικά, λογοτεχνικό επίτευγμα του Μάνου Κοντολέων. Κατανοεί ότι η ανθρώπινη ζωή δεν εξελίσσεται σύμφωνα με τις έννοιες. Οι έννοιες έρχονται αργότερα. Πρώτα έρχεται η αίσθηση. Το σκίρτημα. Η αμηχανία. Η έλξη. Η ανεξήγητη προσκόλληση. Η σιωπή. Η απώλεια. Η ντροπή. Η ανάγκη. Ο άνθρωπος αισθάνεται πολύ πριν καταλάβει. Και υποφέρει πολύ πριν μπορέσει να εξηγήσει γιατί. Εδώ βρίσκεται και η ψυχαναλυτική καρδιά του βιβλίου. Γιατί το πραγματικό δράμα δεν αφορά την επιθυμία. Αφορά την αναγνώρισή της. Δεν είναι η αγάπη που φοβίζει τους ήρωες. Είναι η γνώση της. Είναι η στιγμή κατά την οποία μια εσωτερική αλήθεια ζητά να γίνει συνείδηση. Η ψυχανάλυση μάς δίδαξε ότι το ανθρώπινο υποκείμενο συγκροτείται μέσα από το βλέμμα του Άλλου. Μαθαίνουμε ποιοι είμαστε επειδή κάποιος μας κοιτάζει. Επειδή κάποιος μας ονομάζει. Επειδή κάποιος μάς εντάσσει σε μια αφήγηση. Αλλά υπάρχει μια στιγμή —σπάνια, οδυνηρή, αποφασιστική— κατά την οποία ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι η αφήγηση που έχει γραφτεί γι’ αυτόν δεν συμπίπτει πλήρως με αυτό που είναι. Και τότε αρχίζει η πραγματική ζωή. ∞∞∞ Η ενηλικίωση δεν είναι βιολογικό γεγονός. Δεν έχει σχέση με την ηλικία. Είναι η στιγμή που κάποιος στρέφεται προς τον εαυτό του και τολμά να ρωτήσει: Κι αν δεν είμαι αυτό που περίμεναν; Πρόκειται για ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο τη σεξουαλική ταυτότητα. Αφορά κάθε μορφή ανθρώπινης ύπαρξης. Τον καλλιτέχνη μέσα σε μια οικογένεια λογιστών. Τη γυναίκα που αρνείται τον ρόλο που της ανατέθηκε. Το παιδί που νιώθει ξένο μέσα στην ίδια του την κοινότητα. Τον άνθρωπο που επιλέγει να ζήσει διαφορετικά από ό,τι ορίζει η παράδοση. Η ιστορία αλλάζει μορφές. Το ερώτημα παραμένει το ίδιο. Πόσο κοστίζει να είσαι ο εαυτός σου; Η ελληνική επαρχία του βιβλίου δεν είναι τόπος. Είναι ψυχισμός. Είναι ένας τρόπος θέασης του κόσμου. Εκεί όπου όλοι γνωρίζουν όλους. Εκεί όπου η κοινωνική ταυτότητα προηγείται του προσώπου. Εκεί όπου η φήμη λειτουργεί ως παράλληλο σύστημα εξουσίας. Εκεί όπου η διαφορετικότητα δεν αντιμετωπίζεται πάντα με μίσος — κάτι τέτοιο θα ήταν απλούστερο — αλλά με μία αμηχανία που προξενεί μία δυσφορία ασφυκτική. Και η αμηχανία είναι ίσως η πιο ύπουλη μορφή αποκλεισμού. Γιατί δεν χρειάζεται να φωνάξει. Δεν χρειάζεται να χτυπήσει. Αρκεί να κοιτάξει αλλού. Ο Μάνος Κοντολέων γνωρίζει ότι οι κοινωνίες δεν τραυματίζουν μόνο με όσα λένε. Τραυματίζουν και με όσα αρνούνται να δουν. Γι’ αυτό και το σημαντικότερο αφηγηματικό εύρημα του βιβλίου είναι, κατά τη γνώμη μου, η πλάγια φωνή που διατρέχει το κείμενο. Αυτές οι παρεμβολές δεν λειτουργούν ως σχόλιο. Λειτουργούν ως αποκάλυψη. Είναι η φωνή του συλλογικού ασυνείδητου. Η φωνή των βεβαιοτήτων που έχουν εγκατασταθεί τόσο βαθιά μέσα στην κοινωνία ώστε κανείς δεν τις αμφισβητεί πια. Ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ακούει όχι έναν αφηγητή αλλά τον ίδιο τον πολιτισμό να σκέφτεται. Και ξαφνικά το βιβλίο διευρύνεται. Παύει να αφορά δύο εφήβους. Αφορά όλους μας. Γιατί όλοι έχουμε υπάρξει κάποτε αιχμάλωτοι μιας αφήγησης. Όλοι έχουμε επιχειρήσει να χωρέσουμε σε μια εικόνα που δεν μας ταίριαζε. Όλοι έχουμε φοβηθεί μήπως η αλήθεια μας αποδειχθεί λιγότερο αγαπητή από τη μάσκα μας. Αυτός είναι ο λόγος που το Τρίποντο και Πιρουέτα δεν διαβάζεται τελικά ως βιβλίο για την εφηβεία. Διαβάζεται ως βιβλίο για την ανθρώπινη συνθήκη. Για εκείνη τη βαθιά υπαρξιακή μοναξιά που προηγείται κάθε αυτογνωσίας. Για εκείνη τη σκοτεινή περιοχή όπου ο άνθρωπος δεν γνωρίζει ακόμη ποιος είναι, αλλά γνωρίζει ήδη ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι αυτό που υπήρξε. Εδώ συναντά κανείς και τη μοναδικότητα του Μάνου Κοντολέων. Για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες υπηρετεί ένα λογοτεχνικό έργο που αρνήθηκε πεισματικά τις ευκολίες. Σε μια χώρα όπου η λογοτεχνία για νέους συχνά αντιμετωπίστηκε είτε ως διδακτικό εργαλείο είτε ως δευτερεύουσα τέχνη, εκείνος επιμένει να γράφει για τις πιο σύνθετες και πιο εύθραυστες περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας. Υπήρξε πρωτοπόρος όχι επειδή αναζήτησε την πρόκληση. Αλλά επειδή αναζήτησε την αλήθεια. Και η αλήθεια συχνά προηγείται της εποχής της. Οι σημαντικοί συγγραφείς δεν είναι εκείνοι που ακολουθούν τις κοινωνικές μεταβολές. Είναι εκείνοι που τις διαισθάνονται πριν ακόμη αποκτήσουν όνομα. Που στρέφουν το βλέμμα τους προς ανθρώπους που παραμένουν αόρατοι. Που αναγνωρίζουν την ανθρώπινη πολυπλοκότητα σε εποχές που προτιμούν τις απλουστεύσεις. Αυτό ακριβώς έκανε ο Μάνος Κοντολέων. Και αυτό ακριβώς συνεχίζει να κάνει. Γι’ αυτό το Τρίποντο και Πιρουέτα δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη cross over μυθιστόρημα στην πλούσια διαδρομή του. Αποτελεί μια βαθιά λογοτεχνική υπενθύμιση. Ότι η λογοτεχνία δεν υπάρχει για να επιβεβαιώνει τις βεβαιότητές μας. Υπάρχει για να διευρύνει τα όρια της ανθρώπινης αναγνώρισης. Να προσθέτει πρόσωπα εκεί όπου υπήρχαν μόνο κατηγορίες. Να αποκαθιστά την πολυπλοκότητα εκεί όπου κυριαρχούν τα στερεότυπα. Να χαρίζει φωνή όχι στους αθώους ή στους ενόχους, αλλά στους ανθρώπους. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγάλο, σχεδόν ηθικό, χρέος της λογοτεχνίας. Να υπενθυμίζει ξανά και ξανά ότι κανένας άνθρωπος δεν εξαντλείται σε μία λέξη. Σε μία ταυτότητα. Σε μία επιθυμία. Σε μία κοινωνική θέση. Ότι μέσα σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα υπάρχει ένας κόσμος μεγαλύτερος από τα ονόματα που του αποδόθηκαν. Κλείνοντας το βιβλίο, δεν μένει στη μνήμη μια σκηνή. Μένει κάτι πολύ πιο σπάνιο. Μένει η αίσθηση ότι παρακολουθήσαμε τη γέννηση μιας συνείδησης. Όχι τη στιγμή που ένας άνθρωπος ανακαλύπτει ποιον αγαπά. Αλλά τη στιγμή που αρχίζει να καταλαβαίνει ότι αξίζει να αγαπηθεί χωρίς να απαρνηθεί τον εαυτό του. Και τότε το μυθιστόρημα υπερβαίνει οριστικά τα όριά του. Γίνεται κάτι περισσότερο από λογοτεχνία για νέους. Κάτι περισσότερο από μια ιστορία ενηλικίωσης. Κάτι περισσότερο ακόμη και από μια ιστορία αγάπης. Γίνεται μια υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη ελευθερία αρχίζει πάντοτε από μια μικρή, σχεδόν αόρατη πράξη αντίστασης. Τη στιγμή που κάποιος παύει να ζητά άδεια για να υπάρξει. Και αν υπάρχει ένας λόγος που τα βιβλία του Μάνου Κοντολέων θα συνεχίσουν να διαβάζονται όταν οι θόρυβοι της εποχής μας θα έχουν προ πολλού σβήσει, είναι ακριβώς αυτός: Επειδή δεν μίλησαν για τις μόδες της ανθρώπινης εμπειρίας. Μίλησαν για τον πυρήνα της. Επειδή ακούει προσεκτικά τον ήχο που κάνει μια ψυχή τη στιγμή που παύει να κρύβεται. Για εκείνη τη σιωπηλή, εύθραυστη και ταυτόχρονα ηρωική προσπάθεια κάθε ανθρώπου να εμφανιστεί ενώπιον του κόσμου χωρίς μεταμφίεση και να πει, έστω μόνο στον εαυτό του: «Αυτός είμαι. Και δεν θα φύγω.» Και λίγοι ήχοι στη λογοτεχνία είναι πιο σπαρακτικοί από αυτόν. ∞∞∞ Νάντια Τράτα Ιούνιος 2026 https://www.tanea.gr/2026/06/12/lifearts/i-logotexnia-ton-rogmon-kai-tou-perithoriou/

2.6.26

Κώστας Παρορίτης: Κοινωνική κριτική χωρίς αφήγημα λύτρωσης

Ο πεζογράφος (στενός συνεργάτης του περιοδικού Νουμάς) και μεταφραστής πολλών αποσπασμάτων έργων των Ζολά, Γκόρκι και Γκαίτε) Κώστας Παρορίτης (1878-1931), με την πρώτη κιόλας συλλογή διηγημάτων ―Οι νεκροί περιμένουν (1907)― προκαλεί το κατεστημένο καθώς οι ήρωές του προέρχονται από τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, αλλά η γραφή του τους παρουσιάζει στην «εύπλαστον ελληνικήν κοινωνίαν με τρόπον λίαν επικίνδυνον, διότι δημιουργεί αυταπάτας και θίγει τας πατροπαραδότους ελληνικάς συνθήκας και η ελληνική κοινωνία ενδέχεται να παρασυρθεί εις αγώνας οίτινες θα καταλήξωσιν εις συμφοράς» (απόσπασμα από την αιτιολόγηση του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου για την ενός μηνός παύσης του από τα καθήκοντά εκπαιδευτικού). Στις μέρες μας ο συγκεκριμένος συγγραφέας ―που στην εποχή του υπήρξε ένας από τους πλέον δραστήριους ανθρώπους των Γραμμάτων― είναι σχεδόν ολότελα ξεχασμένος. Αλλά εάν διαβάσει κανείς σήμερα τη συλλογή Οι νεκροί της ζωής, νομίζω πως θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως Κ. Π. ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία συγγραφέων που δεν ξεχάστηκαν επειδή ξεπεράστηκαν, αλλά επειδή δεν υπάκουσαν στις αφηγήσεις που, σε διαφορετικές ιστορικές στιγμές, ζητήθηκαν από τη λογοτεχνία. Οι Νεκροί της ζωής, ίσως η πιο πυκνή και αποκαλυπτική συλλογή διηγημάτων του, παραμένει έως σήμερα ένα σώμα κειμένων που αντιστέκεται τόσο στην αισιοδοξία της προόδου όσο και στη βεβαιότητα της ιδεολογικής λύτρωσης. Την εποχή της πρώτης τους κυκλοφορίας, τα διηγήματα του Παρορίτη γνώρισαν απήχηση και προκάλεσαν ενόχληση. Η κοινωνική κριτική τους ήταν σαφής, άμεση, σχεδόν αμείλικτη. Δεν στόχευε σε μεμονωμένες αδικίες ή «κακούς χαρακτήρες», αλλά αποκάλυπτε έναν μηχανισμό κοινωνικού αποκλεισμού που λειτουργούσε αθόρυβα και αποτελεσματικά. Οι ήρωές του δεν είναι τραγικοί με την κλασική έννοια, δεν αγωνίζονται για ανατροπή, ούτε διεκδικούν δικαίωση. Είναι άνθρωποι που έχουν ήδη αποκοπεί από την ίδια τη δυνατότητα μιας πλήρους ζωής, που υπάρχουν στο περιθώριο όχι ως εξαίρεση αλλά ως κανονικότητα. Αυτή ακριβώς η στάση εξηγεί γιατί ο Παρορίτης δεν ενσωματώθηκε ποτέ πλήρως ούτε στον μεταγενέστερο λογοτεχνικό κανόνα ούτε, κυρίως, στο οργανωμένο αριστερό κίνημα της εποχής του. Παρότι η θεματολογία του είναι αναμφίβολα κοινωνική και βαθιά κριτική απέναντι στις ανισότητες, η γραφή του δεν προσφέρει εκείνο που η Αριστερά – ιδίως στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα – θεωρούσε αναγκαίο: προοπτική, συλλογικότητα, ιστορικό ορίζοντα αλλαγής. Το οργανωμένο αριστερό κίνημα αναζητούσε στη λογοτεχνία συμμάχους. Έργα που θα προβάλανε την ταξική σύγκρουση, που θα έδιναν φωνή στο υποκείμενο της αλλαγής, που – έστω έμμεσα – θα υποσχόταν μια έξοδο από την αδικία. Ο Παρορίτης δεν προσφέρει τίποτε από αυτά. Οι «νεκροί» του δεν εξεγείρονται, δεν οργανώνονται, δεν μετατρέπονται σε φορείς ιστορικής αναγκαιότητας. Δεν είναι προλετάριοι με την ιδεολογική έννοια· είναι άνθρωποι εξαντλημένοι πριν καν φτάσουν στη δυνατότητα της σύγκρουσης. Αυτή η απουσία προοπτικής τον καθιστά δύσκολο και για την Αριστερά και για τον μεταγενέστερο νεοελληνικό λογοτεχνικό κανόνα. Η κοινωνική του κριτική είναι βαθιά, αλλά αρνείται να μετατραπεί σε πολιτικό μήνυμα. Δεν υπάρχει στον Παρορίτη ούτε καταγγελτικός τόνος ούτε ρητορική ελπίδας. Η αδικία παρουσιάζεται ως συνθήκη ζωής, όχι ως ιστορικό στάδιο που οδεύει προς υπέρβαση. Και αυτό, για ένα κίνημα που πίστευε ―και έπρεπε να πιστεύει― στην αναγκαιότητα της αλλαγής, ήταν σχεδόν αβάσταχτο. Αν μεταφερθούμε στο σήμερα, αυτή ακριβώς η «έλλειψη» γίνεται το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο του έργου του. Σε μια εποχή όπου η κοινωνική λογοτεχνία συχνά επιδιώκει την ορατότητα, τη φωνή, την αφήγηση του τραύματος ως πράξη χειραφέτησης, ο Παρορίτης επιμένει στη σιωπή. Οι ήρωές του δεν αφηγούνται τον εαυτό τους. Δεν ζητούν αναγνώριση. Υπάρχουν ως απόδειξη ενός κόσμου που λειτουργεί χωρίς να τους χρειάζεται. Γι’ αυτό και ο Παρορίτης δεν μπορεί εύκολα να ενταχθεί στον κανόνα. Ο κανόνας ―ακόμη και όταν αυτοχαρακτηρίζεται κριτικός ή προοδευτικός― χρειάζεται συγγραφείς που επιβεβαιώνουν ότι η λογοτεχνία μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση του κόσμου. Ο Παρορίτης δεν το επιβεβαιώνει. Μας υποχρεώνει, αντίθετα, να αναρωτηθούμε αν η βελτίωση αυτή υπήρξε ποτέ για όλους.Και όμως, ακριβώς γι’ αυτό θα μπορούσε σήμερα να διαβαστεί ξανά. Όχι ως πρόδρομος, ούτε ως παραγνωρισμένος κοινωνικός συγγραφέας, αλλά ως συγγραφέας της ματαίωσης κάθε ελπίδας. Η ανάγνωσή του δεν μας καλεί σε δράση ούτε σε συμπόνια. Μας καλεί σε επίγνωση. Να αναγνωρίσουμε ότι, παρά τις αλλαγές στο λεξιλόγιο και στις ιδεολογίες, οι «νεκροί της ζωής» εξακολουθούν να υπάρχουν. Ίσως ο Παρορίτης να μην ανήκει τελικά σε κανένα στρατόπεδο. Και ίσως αυτή να είναι η πιο τίμια θέση για έναν συγγραφέα που αρνήθηκε να παρηγορήσει τόσο την εξουσία όσο και τους αντιπάλους της. Η λογοτεχνία του δεν υπόσχεται λύση. Υπόσχεται μόνο ότι δεν θα μας αφήσει να ξεχάσουμε. Περιοδικό Χάρτης – Ιούνιος 2026 (716 λέξεις)

19.5.26

Η λεσβιακή επιθυμία στη νεοελληνική πεζογραφία: μια δισταχτική παρουσία

Η λεσβιακή επιθυμία στη νεοελληνική πεζογραφία: μια δισταχτική παρουσία Το 1928 εκδίδεται στην Αγγλία το μυθιστόρημα της Radclyffe Hall «The Well of Loneliness» που θέτει με τρόπο ξεκάθαρο τα συναισθηματικά και κοινωνικά τραύματα μιας γυναίκας που αποδέχεται την λεσβιακή της ταυτότητα. Μετά από ένα ακριβώς χρόνο, το 1929, έχουμε και στην Ελλάδα το πρώτο μυθιστόρημα που στηρίζεται στο ίδιο θέμα. Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Η ερωμένης της» της Ντόρα Ρωζέττη (ψευδώνυμο που ποτέ δεν έγινε γνωστό ποιο πρόσωπο πίσω από αυτό κρυβότανε). Αλλά η σχεδόν ταυτόχρονη κυκλοφορία -και μάλιστα στην καρδιά του Μεσοπόλεμου- δυο μυθιστορημάτων με θέμα τον λεσβιακό έρωτα τόσο στην Αγγλία όσο και στην Ελλάδα, ασφαλώς και προκαλεί μια έκπληξη. Βέβαια το έργο της αγγλίδας συγγραφέα γίνεται σχεδόν αμέσως βιβλίο αναφοράς σε αυτήν την θεματική κατηγορία, μιας διεκδικεί την αναγνώριση της λεσβιακής ταυτότητας και γι αυτό δημιουργεί ένα -και όχι μόνο λογοτεχνικό- σκάνδαλο. Αντίθετα το έργο της Ρωζέττη στέκεται περισσότερο στην επιθυμία κι έτσι η συντηρητική ελληνική κοινωνία της εποχής καταφέρνει να το αγνοήσει. Από εκεί και πέρα και σε ότι αφορά την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή, θα πρέπει να έρθει ο 21ος αιώνας για να δούνε το φως της δημοσιότητας τέσσερα λογοτεχνικά έργα με λεσβιακό θέμα. Με την σειρά έκδοσής τους, πρόκειται για τα: «Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν κι εσένα» (Εκδόσεις Εστία, 2009) της Άντζελας Δημητρακάκη, το «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της» (Πατάκης, 2015) —που το υπογράφω εγώ, το «Λεσβία» (Κέδρος, 2016) του Βαγγέλη Ραπτόπουλου και τέλος το «Σωματογραφία» (Αρμός, 2024) της Εύας Στάμου. (Ίσως να έχει υπάρξει και κάποιο ακόμα, κάποιες παλαιότερες έρευνές μου, κάτι είχαν εντοπίσει, αλλά σήμερα δεν μπόρεσα να τις επιβεβαιώσω). Σε κάθε περίπτωση από το 1929 έως το 2009 το διάστημα είναι τόσο μεγάλο, αλλά και τα έργα που ασχολήθηκαν με αυτό το θέμα τόσο λίγα, ώστε μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η λεσβιακή ταυτότητα ως βασικός άξονας μυθιστορηματικής στήριξης στη νεοελληνική πεζογραφία, μπορεί να μην είναι απούσα, μα σίγουρα παρουσιάζει μια ιδιαιτέρως δισταχτική παρουσία. Θα έλεγε κανείς πως δεν έχει συγκροτήσει ένα αναγνωρίσιμο ρεύμα, ενώ και τα ίδια τα έργα που εντάσσονται σε αυτήν την κατηγορία λες και κάνουν κυκλικές κινήσεις -δεν προχωρούν προς τα εμπρός, αλλά επανέρχονται στους ίδιους λίγο πολύ προβληματισμούς. Παράλληλα, στις προηγμένες λογοτεχνικά και κοινωνικά χώρες του εξωτερικού μπορεί κανείς να επισημάνει κάπως παρόμοιες τάσεις, αλλά και από την άλλη να διαπιστώσει και την ύπαρξη πολλών λαϊκών μυθιστορημάτων με κέντρο τη λεσβιακή επιθυμία. Με τον ένα ή τον άλλον τρόπο η παρουσία της θηλυκής έλξης από το γυναικείο σώμα δίνει το παρόν της. Αλλά αν ελάχιστα υπήρξαν τα λαϊκά μυθιστορήματα που μεταφράστηκαν στα ελληνικά ,αντίθετα αρκετά είναι εκείνα που με λογοτεχνική αρτιότητα και γραμμένα από συγγραφείς που στις χώρες τους έχουν αναγνωριστεί ως εκπρόσωποι της (ή και της) λεσβιακής λογοτεχνίας, έχουν βρει θέση στα ράφια των βιβλιοπωλείων μας. Αναφέρω μερικά ονόματα συγγραφέων: Sarah Waters, Patricia Highsmith, Jeanette Winterson, Pauline Delabroy-Allard, Nina Bouraoui, κ.α. Η απουσία, πάντως σημαντικής ποσοτικά εκπροσώπησης εκ μέρους ανδρών ξένων συγγραφέων είναι άξια προσοχής και την στιγμή μάλιστα που στη δική μας γλώσσα από τα τέσσερα μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί, τα δυο τα υπογράφουν άνδρες. Αλλά ας πλησιάσουμε αυτά τα ελληνικά έργα και ας δούμε τις όποιες διαφορές, αλλά ομοιότητές τους. Στο έργο της Δημητρακάκη, η λεσβιακή επιθυμία εντάσσεται σε ένα σαφές πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο. Η αφήγηση συνδέει το προσωπικό με το συλλογικό, αντιμετωπίζοντας την ταυτότητα ως θέση μέσα σε ένα δίκτυο σχέσεων, ιδεολογιών και ιστορικών συμφραζομένων. Το σώμα δεν είναι μόνο φορέας εμπειρίας, αλλά και φορέας λόγου. Στο «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της», η δική μου προσέγγιση κινήθηκε προς μια διαφορετική κατεύθυνση. Με ενδιέφερε να παραμείνω στο ίδιο το βίωμα, στη σωματικότητα της εμπειρίας πριν από τη διατύπωσή της. Η επιθυμία δεν δηλώνεται, αλλά αναδύεται μέσα από τις κινήσεις, τις αποστάσεις, τις σιωπές. Η ταυτότητα δεν προϋπάρχει ως έννοια· διαμορφώνεται μέσα από την αφή. Στο «Λεσβία» του Ραπτόπουλου, η επιθυμία τίθεται εξαρχής στο κέντρο της αφήγησης, ήδη από τον τίτλο. Η προσέγγιση μετακινείται προς τη δημόσια σφαίρα, εξετάζοντας όχι μόνο τη σχέση, αλλά και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή εκδηλώνεται. Οι κοινωνικές αντιλήψεις, οι ρόλοι και οι παρερμηνείες λειτουργούν ως ενεργοί παράγοντες της αφήγησης. Στο «Σωματογραφία» της Στάμου, η αφήγηση αποκτά εξομολογητικό χαρακτήρα. Το σώμα επανέρχεται ως κεντρικός άξονας, αλλά όχι ως σταθερό σημείο. Η επιθυμία εντάσσεται σε μια διαδικασία αυτογνωσίας που παραμένει ανοιχτή και συχνά αντιφατική. Η ταυτότητα δεν παγιώνεται· μετατοπίζεται. Αν διαβαστούν αυτά τα έργα μαζί, προκύπτει ένα πεδίο διαφοροποιήσεων χωρίς εμφανή συνέχεια. Η λεσβιακή εμπειρία άλλοτε πολιτικοποιείται, άλλοτε εσωτερικεύεται, άλλοτε εντάσσεται σε κοινωνικά συμφραζόμενα, άλλοτε λειτουργεί ως διεργασία αυτογνωσίας. Η ποικιλία αυτή είναι ουσιαστική, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει την απουσία ενός διαλόγου που θα επέτρεπε τη συστηματική της ανάπτυξη και εμβάθυνση. Οι λόγοι αυτής της ασυνέχειας είναι πολλαπλοί. Η κοινωνική αμηχανία απέναντι στη γυναικεία επιθυμία —και ιδιαίτερα όταν αυτή δεν κατευθύνεται προς τον άνδρα— εξακολουθεί να λειτουργεί, συχνά υπόγεια. Παράλληλα, η περιορισμένη παρουσία των συγγραφικών φωνών που θα μπορούσαν να επεξεργαστούν το θέμα δεν επιτρέπει τη δημιουργία μιας ευρύτερης παράδοσης. Ας προσέξουμε και το φεμινιστικό κίνημα στη χώρα μας, όπου για τους δικούς του λόγους και σε μια προσπάθεια αποδοχής του από την ακόμα φαλλοκρατούμενη κοινωνία μας, δεν δείχνει μια μαχητική -έστω- διάθεση φωτισμού της λεσβιακής ταυτότητας. Υπάρχει, τέλος, και μια δυσκολία που αφορά την ίδια τη γραφή. Η απόδοση του σώματος και της επιθυμίας χωρίς την προσφυγή σε στερεότυπα ή προκατασκευασμένα σχήματα απαιτεί συνεχή αναζήτηση νέων εκφραστικών τρόπων. Τα έργα που αναφέρθηκαν επιχειρούν, το καθένα με τον τρόπο του, να απαντήσουν σε αυτή τη δυσκολία, αλλά δεν συγκρότησαν έναν αφηγηματικό κανόνα. Βέβαια το ουσιαστικό ζητούμενο δεν είναι η αύξηση των σχετικών έργων, αλλά η δημιουργία των συνθηκών που θα επιτρέψουν σε αυτή την εμπειρία να εκφραστεί με φυσικότητα. Η ύπαρξη του μυθιστορήματος της Ρωζέττη ήδη από το 1929 υπενθυμίζει ότι η αρχή έχει γίνει εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Το γεγονός πως από τα τέσσερα ελληνικά μυθιστορήματα τα δύο έχουν γραφτεί από άντρες συγγραφείς (αναλογία που δεν νομίζω πως θα τη συναντήσουμε στα σοβαρά λεσβιακά μυθιστορήματα άλλων χωρών) δείχνει πως υπάρχει στη χώρα μας μια συγγραφική ανησυχία που ξεπερνά φυλετικούς διαχωρισμούς στον τομέα της σεξουαλικής συμπεριφοράς. Όμως το ερώτημα παραμένει: γιατί αυτή η αρχή δεν απέκτησε ακόμη συνέχεια; Μέσα στα πλαίσια των κοινωνικών αντιδράσεων των τελευταίων ετών που με ένταση καταγγέλλουν τη βία απέναντι των γυναικών, αλλά και της αύξησης των γυναικοκτονιών, η μειωμένη συγγραφική παραγωγή λογοτεχνικών έργων με θέμα τις λεσβιακές σχέσεις ίσως μπορεί να φωτίσει τις υποφωτισμένες, μα πάντα ενεργές δυσκαμψίες της ελληνικής κοινωνίας ως προς την αποδοχή της διαφορετικότητας στην σεξουαλική επιθυμία. Σημείωση Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή μια πρόσκληση που έλαβα, δεκαέξι χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της», να διαβάσω απόσπασμα του μυθιστορήματος στο πρώτο Φεστιβάλ Τέχνης και Μνήμης «Δύναμή μας η κοινότητα», στον Ελεύθερο Κοινωνικό Χώρο «Αλτάι», στις 25 Απριλίου του 2026. www.oanagnostis.gr 19/5/2026 (1129 λέξεις)

16.5.26

Annie Ernaux «Κοίτα τα φώτα, αγάπη μου»

Annie Ernaux «Κοίτα τα φώτα, αγάπη μου» Μετάφραση: Ρίτα Κολαϊτη Εκδόσεις Μεταίχμιο = Η Annie Ernaux (Βραβείο Νόμπελ 2022 ) έχει γίνει γνωστή και έχει εκτιμηθεί για τη γραφή της μέσω της οποίας καταφέρνει να μετατρέψει το ‘εγώ’ σε αφετηρία καταγραφής μιας συλλογικής εμπειρίας. Άλλοτε μετατρέπει την προσωπική μνήμη σε μνήμη και γνώση μιας ολόκληρης γενιάς και άλλοτε επιχειρεί στο ιδιωτικό περιστατικό (όπως για παράδειγμα μια άμβλωση) να τπροσδώσει πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις. Κάτω από αυτή τη συγγραφική τεχνική θα έλεγε κανείς και πως το «Κοίτα τα φώτα, αγάπη μου» κατορθώνει να απλώσει το προσωπικό κοίταγμα προς τον δημόσιο χώρο. Ως δημόσιο χώρο η Annie Ernaux έχει επιλέξει το σούπερ μάρκετ και το αντιμετωπίζει ως τον τόπο όπου καταγράφονται οι κοινωνικές δομές. Κι αυτή τη φορά δεν ανατρέχει στις αναμνήσεις, αλλά χρησιμοποιεί τις παρατηρήσεις. Τις χρησιμοποιεί, όμως και τις καταγράφει με ακρίβεια, με μια κάποια απόσταση και σίγουρα χωρίς τη διάθεση να τις μετατρέψει σε μυθοπλασία. Δεν θα βρούμε αναζήτηση του χρόνου, αλλά λεπτομερή ανίχνευση του χώρου. Και όπως σε άλλα της έργα επιχειρεί να σκιαγραφήσει και πάλι τις καθημερινές συνήθειες των ανθρώπων. Αυτές που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως είναι συνήθειες χωρίς κάποια ιδιαίτερη αξία. Αλλά υλοποιούνται μέσα σε ένα συγκεκριμένο χώρο -και μάλιστα χώρο σύμβολο της εποχής μας, όπως είναι ο χώρος μιας υπεραγοράς που εκφράζει και αντιστοιχείται με την υπερκατανάλωση. Άρα το συγγραφικό εύρημα είναι αυτό που εντάσσει το άτομο μέσα σε συγκεκριμένο χώρο και αναζητά τους τρόπους όπου αυτός ο χώρος διαμορφώνει τις ατομικές συμπεριφορές. Με άλλα λόγια είναι η αυτή η ίδια η παρατήρηση -πράξεων, κινήσεων, βλεμμάτων που συνήθως κανείς δεν τους δίνει ιδιαίτερη σημασία- που διεκδικεί την λογοτεχνική της ενσάρκωση. Αλλά σε αυτή την πορεία από την παρατήρηση στην καταγραφή, η ίδια η συγγραφέας μάλλον αποσύρει τη δική της φωνή. Δεν αναφέρεται σε εσωτερικές αντιδράσεις της, μα και δεν αποσιωπά την εμπειρία της από την ένταξή της στο πλήθος που παρατηρεί. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως έχει την πρόθεση να γίνει η συνείδηση των άλλων, του πλήθους, ένα μέρος του. Και ως τέτοιο να επιστρέψει στην ατομική της μοναχικότητα. Η συγγραφική μαεστρία της Ernaux καταφέρνει να αποδείξει πως η σπηλιά από την οποία ένας λογοτέχνης αντλεί τις εμπνεύσεις του έχει βάθος απύθμενο. Αξίζει δε κάποιος να σταθεί και στην επιλογή του τίτλου -κατά λέξη μεταφρασμένος ο γαλλικός τίτλος στα ελληνικά: Regarde les lumieres mon amour. Τα ‘φώτα’ -ο άπλετος φωτισμός του σούπερ μάρκετ- λειτουργούν ως μεταφορά: είναι τα φώτα της κατανάλωσης, της αφθονίας, αλλά και της ψευδαίσθησης. Κάτω από αυτά, τα προϊόντα αποκτούν μια σχεδόν τεχνητή λάμψη, όπως ακριβώς και οι επιθυμίες που τα συνοδεύουν. Αλλά το βλέμμα της συγγραφέως, ωστόσο, δεν μαγεύεται· παραμένει σταθερά κριτικό, χωρίς ποτέ να γίνεται καταγγελτικό. Μάλλον επεξηγεί… Προστατεύει… Προειδοποιεί, πιο σωστά. «Πυρκαγιά κατέστρεψε ολοσχερώς μια κλωστοϋφαντουργία στο Μπαγκλαντές, 112 νεκροί, κυρίως γυναίκες, οι οποίες δούλευαν για 29,50 ευρώ τον μήνα. Το κτίριο είχε εννιά ορόφους, δεν θα έπρεπε να είχε πάνω από τρεις. Οι εργάτες παγιδεύτηκαν στο εσωτερικό, χωρίς καμμιά έξοδο διαφυγής. Το εργοστάσιο, Tazreen λεγόταν, έφτιαχνε μπλουζάκια πόλο, τισέρτ, κ.α, για τις αλυσίδες Auchan, Carrefour, Pimkie, Go Sport, Cora, C&A, H&M. Ασφαλώς, πέρα από τα κροκοδείλια δάκρυα, εμείς που, ελαφρά τη καρδία, δρέπουμε τα οφέλη αυτής της εξοντωτικής, κακοπληρωμένης εργασίας, δεν θα συμβάλλουμε στην παραμικρή αλλαγή. Η εξέγερση θα έρθει μόνο από τα ίδια τα θύματα της εκμετάλλευσης, από την άλλη άκρη του κόσμου. Ακόμα και οι Γαλλοι άνεργοι, θύματα των μετεγκαταστάσεων επιχειρήσεων, είναι ευτυχείς που μπορούν ν’ αγοράσουν ένα τισέρτ για 7 ευρώ» (σελ. 42) (Σημ. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στη Γαλλία του 2014) Συνετή, ελεγχόμενη και ακριβής η μετάφραση της Ρίτας Κολαϊτη. Βιβλιοδρόμιο, 16/5/2026 (660 λέξεις)

7.5.26

Ελένη Γκίκα «Sans Voir»

Ελένη Γκίκα «Sans Voir» Μυθιστόρημα Εκδόσεις Αρμός Το νέο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα «Sans voir» είναι ένα έργο ερωτικό, μα βαθιά εσωτερικό, που ισορροπεί ανάμεσα στην αυτοβιογραφική εξομολόγηση και τη μυθοπλαστική επεξεργασία της εμπειρίας. Χωρίς να ενδιαφέρεται να ορίσει με σαφήνεια τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το επινοημένο, δημιουργεί ένα αφήγημα όπου η αλήθεια δεν βρίσκεται στα γεγονότα, αλλά στον τρόπο που αυτά βιώνονται και επανερμηνεύονται. Αυτόν το σκοπό εξυπηρετεί και η δομή του μυθιστορήματος η οποία απομακρύνεται από τη γραμμική αφήγηση. Η ιστορία της σχέσης των δυο εραστών ξετυλίγεται μέσα από επαναλήψεις, επιστροφές και μετατοπίσεις, σαν η μνήμη να λειτουργεί κυκλικά και όχι ευθύγραμμα. Σκηνές καθοριστικές επανέρχονται, κάθε φορά όμως με διαφορετικό συναισθηματικό βάρος ή φωτισμό, αποκαλύπτοντας νέες πτυχές. Η πρώτη συνάντηση, η ένταση της έλξης, οι στιγμές ρήξης, αλλά και η απώλεια, δεν παρουσιάζονται ως σταθερά σημεία, αλλά ως ζωντανά στοιχεία που μεταβάλλονται μέσα στον χρόνο της συνείδησης. Στον πυρήνα της αφήγησης βρίσκεται μια ερωτική σχέση που ξεπερνά τα όρια της ισορροπίας. Η ηρωίδα και ο σύντροφός της συνδέονται με έναν δεσμό σχεδόν μοιραίο, όπου η επιθυμία συνυπάρχει με την καταστροφή. Η αδυναμία τους να απομακρυνθούν ο ένας από τον άλλο, αλλά και να συνυπάρξουν χωρίς εντάσεις, δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο επαναλαμβανόμενων συγκρούσεων. Ο έρωτας παρουσιάζεται ως δύναμη που αποκαλύπτει, αλλά ταυτόχρονα φθείρει, ως ανάγκη που δύσκολα διαχωρίζεται από τον εθισμό. Ο εθισμός, άλλωστε, διατρέχει υπόγεια ολόκληρο το έργο — είτε αφορά το αλκοόλ είτε την ίδια τη σχέση. Δεν λειτουργεί απλώς ως χαρακτηριστικό ενός προσώπου, αλλά ως μηχανισμός που καθορίζει τη δυναμική των δύο ηρώων. Η εξάρτηση από τον άλλον αποκτά σχεδόν υπαρξιακές διαστάσεις, μετατρέποντας τον έρωτα σε πεδίο δοκιμασίας και οριακής εμπειρίας. Καθοριστικός είναι και ο ρόλος της μνήμης. Η αφήγηση δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει το παρελθόν με ακρίβεια, αλλά να το επεξεργαστεί. Τα γεγονότα μετασχηματίζονται μέσα από την αναδρομή, αποκτώντας νόημα εκ των υστέρων. Έτσι, η κατανόηση εμφανίζεται ως μια καθυστερημένη διαδικασία, που ακολουθεί το βίωμα. Οπότε η μνήμη γίνεται δημιουργική δύναμη, ένα εργαλείο που δεν ανακαλεί απλώς, αλλά ανασυνθέτει. Η απώλεια του αγαπημένου προσώπου λειτουργεί ως καταλύτης σε αυτήν τη διαδικασία. Η φυσική απουσία δεν συνεπάγεται εξαφάνιση -αντίθετα, ο απόν άλλος συνεχίζει να υπάρχει μέσα από τις αναμνήσεις, τις σκέψεις, ακόμη και μέσα από τη γραφή. Η ηρωίδα μοιάζει να συνομιλεί μαζί του σε έναν εσωτερικό χώρο όπου ο χρόνος έχει πάψει να είναι απόλυτος. Έτσι, ο έρωτας μετασχηματίζεται, αλλά δεν σβήνει. Η Ελένη Γκίκα μας έχει συνηθίσει σε ένα λόγο λιτό, μα και έντονα φορτισμένο. Αυτήν την τεχνική εξιστόρησης έχει και πάλι επιλέξει. Ο λυρισμός συνυπάρχει με μια σχεδόν στοχαστική αποστασιοποίηση, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα εξομολόγησης. Οι φράσεις, αν και συχνά απλές, φέρουν βάθος και πυκνότητα, ενώ η αφήγηση αφήνει σκόπιμα κενά, καλώντας τον αναγνώστη να συμμετάσχει ενεργά. Η έμφαση δεν δίνεται στην πλοκή, αλλά στην ατμόσφαιρα και στην εσωτερική κίνηση των προσώπων. Το «Sans voir» μπορεί να διαβαστεί και ως μια προσπάθεια κατανόησης της ίδιας της ανθρώπινης επιλογής: γιατί αγαπάμε αυτούς που αγαπάμε, γιατί επιστρέφουμε σε ό,τι μας πληγώνει, και αν τελικά ο έρωτας είναι επιλογή ή πεπρωμένο. Τα ερωτήματα αυτά δεν απαντώνται ρητά, μα παραμένουν ανοιχτά, εντείνοντας τη στοχαστική διάσταση του έργου. Συνολικά, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που δεν στηρίζεται στη δράση, αλλά στην ένταση της εμπειρίας και στη δύναμη της ανασύνθεσης. Η γραφή λειτουργεί ως τρόπος διάσωσης του παρελθόντος, μετατρέποντας την προσωπική ιστορία σε κάτι ευρύτερα αναγνωρίσιμο. Ένα έργο που δεν επιδιώκει να καθησυχάσει, αλλά να ταράξει διακριτικά, αφήνοντας τον αναγνώστη με την αίσθηση ότι η κατανόηση της ζωής έρχεται πάντα λίγο αργά — αλλά ίσως ακριβώς γι’ αυτό έχει αξία. (594 λέξεις) Literature.gr 8/5/2026

21.4.26

Ελένη Πριοβόλου «Η βίβλος της Ιωβ»

Ελένη Πριοβόλου «Η βίβλος της Ιωβ» Μυθιστόρημα Εκδόσεις Καστανιώτη Η Ελένη Πριοβόλου είναι μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες, όσο και ανήσυχες συγγραφικές παρουσίες της εποχής μας. Γράφει μυθιστορήματα για ενήλικες (κάποια από αυτά ιστορικά, κάποια με σύγχρονη θεματική που φωτίζεται με έντονο κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό), μυθιστορήματα για εφήβους και νέους, βιβλία για παιδιά. Παράλληλα έχει μια έντονη δράση γύρω από το φεμινιστικό κίνημα και συμμετέχει ενεργά και καθοριστικά σε σχετικές ομάδες. Οπότε θα έλεγε κανείς πως είναι δύσκολο να καταταγεί σε ένα είδος συγγραφικού προφίλ, αν και τελικά τόσο με την ‘Τριλογία των Αθηνών’ όσο και με δυο ή τρία ακόμα μυθιστορήματά της (ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τον αμέσως προηγούμενο μυθιστόρημά της «Βαθύ σκοτάδι πριν την αυγή») θα τολμήσω να τη θεωρήσω ως έναν από τους πλέον συνεπείς σύγχρονους δημιουργούς ιστορικού μυθιστορήματος. Τα έργα της που ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία έχουν στηριχθεί σε μια βαθιά και υπεύθυνη έρευνα γεγονότων, συνθηκών, τόπων και ηθών και έχουν υλοποιηθεί με μια δομή που προέρχεται από τους παλιούς μάστορες του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Η γλώσσα στα έργα αυτά ‘φλερτάρει’ (ας μου επιτραπεί η έκφραση) με τον τρόπο ομιλίας και σκέψης της εποχής που περιγράφεται και έτσι ο σημερινός αναγνώστης σχεδόν αβίαστα από τη μια πληροφορείται για τα συμβάντα του παρελθόντος και από την άλλη εισέρχεται στο κλίμα της εποχής που οι ήρωες αυτών των έργων έζησαν και έπραξαν. Με την ευκαιρία αυτού του σημειώματος ίσως θα έπρεπε να επισημάνω τη συγγραφική σχέση που διακρίνω ανάμεσα στα ιστορικά μυθιστορήματα της Πριοβόλου και στα αντίστοιχα του Ισίδωρου Ζουργού. Υπενθυμίζω την διακριτή παρουσία και των δυο τους στον τομέα του ιστορικού μυθιστορήματος. Και αν υπάρχει -που σίγουρα υπάρχει- μια διαφορά στον τρόπο γραφής αυτών των δυο πεζογράφων, αυτή έχει να κάνει κυρίως με το φύλο τους και τις ευκαιρίες προσαρμογής ως προς τη γραφή τους που η φυλετική τους ταυτότητα προσφέρει. Ο Ζουργός σαφέστατα διαθέτει την αταλάντευτη θέση του αρσενικού, ενώ η Πριοβόλου δείχνει πως η δική θηλυκή οντότητα της χαρίζει μια ευελιξία. Έχοντας διαβάσει σχεδόν όλα τα έργα της Πριοβόλου, είχα αναρωτηθεί πως η γενικότερη φεμινιστική της δράση δεν είχε οδηγήσει τη συγγραφική της έμπνευση προς ένα θέμα στο οποίο η γυναικεία χειραφέτηση θα ήταν η βάση του. Με το πλέον πρόσφατο μυθιστόρημά της «Η βίβλος της Ιωβ», η Ελένη Πριοβόλου μου απαντά κατά κάποιον τρόπο. Κεντρικό πρόσωπο το ιστορικού αυτού έργου η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου. Αλλά ποια ήταν η γυναίκα αυτή που το όνομά της και το πεζογραφικό της έργο μόνο σε ορισμένους βιβλιοφιλικούς κύκλους ήταν μέχρι σήμερα γνωστό; Αντιγραφώ από την https://el.wikipedia.org/: ‘Η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, (Κωνσταντινούπολη, Ιανουάριος 1867 - 8 Μαρτίου 1906) ήταν Ελληνίδα διηγηματογράφος, αρθρογράφος, δασκάλα και δημοτικίστρια. Το έργο της, κυρίως αποτελούμενο από μικρά διηγήματα, κατατάσσεται -σύμφωνα με τη διαπίστωση του Τέλλου Άγρα- στη γυναικεία αστική ηθογραφία του καιρού της και, μολονότι άνισο ποιοτικά, διακρίνεται για τη ζωντάνια των διαλόγων και τη χρήση του δημώδους ιδιώματος, που η συγγραφέας ήταν «μεταξύ των πρώτων» που το καλλιέργησαν στην οθωμανική πρωτεύουσα. Αναγνωρίζεται ως η πρώτη Ελληνίδα πεζογράφος, ενώ είχε συλλάβει και ορισμένες φεμινιστικές ιδέες. Υπήρξε, επίσης, πρωτοπόρος Ελληνίδα εκδότρια λογοτεχνικών εντύπων, ως γυναίκα σε έναν επαγγελματικό χώρα ανδροκρατούμενο’. Η Ελένη Πριοβόλου, λοιπόν, έρχεται με αυτό το πρόσφατο μυθιστόρημά της να συνδυάσει από τη μια τη διάθεσή της να φωτίζει σημαντικά, μα άγνωστα εν πολλοίς στις μέρες μας, πρόσωπα του ελληνικού πολιτιστικού, κοινωνικού και πολιτικού παρελθόντος, και από την άλλη την πρόθεσή της να προωθήσει ουσιαστικά το φεμινιστικό κίνημα στις ελληνίδες και τους έλληνες του σήμερα. Θα μπορούσε βέβαια να είχε επιλέξει την Καλλιρόη Παρρέν ή την Σαπφώ Λεοντιάς ή την Θεανώ Καλλιγά, μα και την Θάλεια Φλωρά-Καραβία. Προτίμησε την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου και πιστεύω όχι τυχαία μιας και έχει κατοχυρωθεί ως η πρώτη ελληνικά πεζογράφος. Φόρος τιμής, σίγουρα, μα και από την άλλη η Παπαδοπούλου προσφέρει στη σύγχρονη βιογράφο της ένα πλούσια σε γεγονότα και συναισθήματα βίο, όπως και πολλές ευκαιρίες να σκιαγραφηθεί η πολιτική, εκπαιδευτική και πολιτιστική κατάσταση των τελευταίων χρόνων του 19ου αιώνα και των πρώτων του 20ου στη χώρα μας. Έτσι , λοιπόν, με μια εμπεριστατωμένη έρευνα τόσο σε αρχεία όσο και σε λογοτεχνικά κείμενα της εποχής εκείνης, η Ελένη Πριοβόλου, έρχεται να μας γνωρίσει μια γυναίκα που αγωνίστηκε για να μείνει σταθερή στις απόψεις της και να κρατήσει τη αξιοπρέπειά της ως πνευματικό άτομα και ως γυναίκεια οντότητα. Αφήνει την ίδια την Παπαδοπούλου να μας συστηθεί, λίγο πριν το τέλος του βίου της και μέσα από το εύρημα η Ελληνίδα συγγραφέας να απευθύνεται νοερά σε μια άλλη πρωτοπόρο και ευρωπαϊκής εμβέλειας συγγραφέα της εποχή εκείνης, τη Γεωργία Σάνδη. Η γραφή της Πριοβόλου έχει έντονα στοιχεία του τρόπου γραφής της ίδιας της Παπαδοπούλου, συνδυάζει την προφορικότητα της αφήγησης με την γραπτή εξιστόρηση που απαιτεί η μυθιστορηματική σύνθεση, δείχνει πως ακολουθεί τις προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις της πρωταγωνίστριάς της και μέσα από τις αφηγήσεις της από την μια -και για μια ακόμα φορά-μας μυεί στην καθημερινότητα τόπων του χτες και από την άλλη μας γνωρίζει πρόσωπα που κάποτε συνέβαλαν στο να υπάρχει αυτό που σήμερα θεωρούμε ως δεδομένο -την ταυτότητα της ελληνικής λογοτεχνίας. (835 λέξεις) (www.diastixo.gr -21/4/2026)

11.4.26

Julian Barnes ««Αναχωρήσεις»»

Julian Barnes ««Αναχωρήσεις»» Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά Εκδόσεις Μεταίχμιο
Ο Julian Barnes είναι ένας από τους πλέον σημαντικούς και γνωστούς συγγραφείς σε διεθνές επίπεδο. Η θέση του στη σύγχρονη αγγλική λογοτεχνία δεν χτίστηκε πάνω σε αφηγηματικούς αιφνιδιασμούς, αλλά στη συνέπεια μιας σκέψης που επανέρχεται στα ίδια ερωτήματα με όλο και μεγαλύτερη λιτότητα. Κεντρικά ζητήματα που τον έχουν απασχολήσει είναι η δυσπιστία απέναντι στη μνήμη και η επιμονή ότι η αφήγηση του παρελθόντος δεν λύνει αλλά περιπλέκει το παρόν. Τα βιβλία του κινούνται συχνά στο όριο μεταξύ μυθοπλασίας και στοχασμού, οι προσωπικές νύξεις δεν γίνονται εξομολογήσεις και τα συναισθήματα απλώς καταγράφονται. Το μυθιστόρημα «Αναχωρήσεις» από τον ίδιο δηλώνεται ως το τελευταίο βιβλίο της πεζογραφικής του διαδρομής. Δεν μοιάζει όμως με απολογισμό, ούτε έχει στοιχεία μια τελετουργίας αποχώρησης. Είναι ένα υβριδικό μυθιστόρημα αποδοχής του βιολογικού τέλους. Ο Barnes δεν επιχειρεί να συνοψίσει όσα έκανε, αλλά να σταθεί σε όσα επιμένουν όταν η αφήγηση παύει να έχει τη φιλοδοξία μετατροπής της σε μυθιστορία. Η παρουσία του γήρατος και της ασθένειας διατρέχει το βιβλίο με υπόγεια διαδρομή. Ο καρκίνος αν και κατονομάζεται, στην ουσία αντιμετωπίζεται ως συνθήκη τρόπου ζωής. Όχι με δραματικούς όρους, αλλά ως μετατόπιση της όποιας χρονικής διάρκειας σε μια ασαφή εξέλιξη της καθημερινότητας . Το μέλλον μικραίνει, το παρελθόν επιστρέφει αποσπασματικά και το παρόν μοιάζει περισσότερο χώρος παρατήρησης παρά δράσης. Το «Αναχωρήσεις» δεν μιλά για το σώμα που υποφέρει, αλλά για τη συνείδηση που μαθαίνει να ζει με το τέλος ως δεδομένο. Χαρακτήρισα το μυθιστόρημα αυτό ως υβριδικό. Κι αυτό γιατί δεν έχει έναν σταθερό άξονα μυθιστορηματικής πλοκής. Πέρα από τον ίδιο τον Barnes που θυμάται και σχολιάζει, μόνο δυο ακόμα πρόσωπα παρουσιάζονται κάπου στις πρώτες σελίδες και κάπου λίγο πριν από τις τελευταίες. Δυο παλιοί του συμφοιτητές -ο Στήβεν και η Τζιν- που η ερωτική τους σχέση θα έλεγα πως είναι και η προσχηματική μυθιστορηματική νότα του έργου. Δεν πρόκειται για μια κλασικών προδιαγραφών ερωτική αφήγηση . Είναι μια σχέση που εμφανίζεται, αποσύρεται και επιστρέφει αλλοιωμένη, χωρίς να ζητά λύση. Ο Στήβεν, μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως λειτουργεί ως μετατοπισμένος εαυτός του συγγραφέα, όχι για να τον κρύψει αλλά για να του επιτρέψει να μιλήσει προσωπικά χωρίς να εγκλωβιστεί στην αυτοβιογραφία. Η Τζιν, αντίστοιχα, παραμένει μορφή μνήμης: κάτι που υπήρξε και δεν ολοκληρώθηκε. Η επιλογή αυτής της ‘ερωτικής’ ιστορίας δεν εξυπηρετεί την πλοκή. Εξυπηρετεί τη σκέψη. Ο Barnes δεν ενδιαφέρεται να μιλήσει για τον έρωτα, αλλά για τον τρόπο που οι ανολοκλήρωτες σχέσεις επιμένουν μέσα στον χρόνο. Δεν είναι οι μεγάλες απώλειες που μας συνοδεύουν ως το τέλος, αλλά εκείνες οι αποφάσεις μας που δεν βρήκαν ποτέ τον δρόμο πραγμάτωσης τους. Ο Στήβεν και η Τζιν υπάρχουν στο βιβλίο για να δώσουν μορφή σε αυτή την επιμονή. Και να αποδείξουν το αδιέξοδό της. Τα θέματα της μνήμης, της απώλειας και του χρόνου δεν είναι καινούργια στο έργο του Barnes. Έχουν ήδη αναπτυχθεί σε βιβλία όπως το «Ένα κάποιο τέλος», το σχεδόν δοκιμιακό «Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια» και «Τα τρία επίπεδα της ζωής» (όλα τα έργα του συγγραφέα κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο). Στο «Αναχωρήσεις» όμως, επιστρέφουν πιο γυμνά: με λιγότερη αφήγηση και περισσότερη καθαρή σκέψη. Είναι σαν ο συγγραφέας να έχει αφαιρέσει ό,τι λειτουργούσε ως μυθιστορηματικό στήριγμα. Μα αυτό ακριβώς εγείρει και τις επιφυλάξεις που γεννά το βιβλίο. Το «Αναχωρήσεις» αρνείται να λειτουργήσει ως μυθιστόρημα με την κλασική έννοια. Η πλοκή είναι χαλαρή, οι χαρακτήρες περισσότερο φορείς στοχασμού παρά δρώντα πρόσωπα, και η αφήγηση συχνά διακόπτεται. Για ορισμένους αναγνώστες, το κείμενο θα μοιάζει περισσότερο με προσωπικό σημειωματάριο παρά με οργανωμένη μυθοπλασία. Υπάρχει επίσης το θέμα της επανάληψης. Ο Barnes δεν ρισκάρει μορφικά ούτε αφηγηματικά. Τα θέματα είναι γνώριμα και εδώ δεν ανανεώνονται -ίσως όμως να ολοκληρώνονται; Το βιβλίο δεν αιφνιδιάζει· μοιάζει περισσότερο με ήρεμο κλείσιμο κύκλου παρά με νέα αρχή. Συγγραφική συνέπεια ή έλλειψη τόλμης; Η γλώσσα παραμένει λιτή και αποστασιοποιημένη. Με αγγλικό αυτοσαρκασμό και ίχνη ανδρικής κυριαρχίας (ο Barnes έχει γεννηθεί το1946). Υπάρχει ακόμα μια άμεση συνομιλία με τον αναγνώστη στις περισσότερες σελίδες, αλλά και συχνοί διάλογοι με τα ισχνά μυθιστορηματική πρόσωπα. Αυτό χαρίζει αξιοπρέπεια προθέσεων, αλλά κρατά τον αναγνώστη σε απόσταση. Το «Αναχωρήσεις» δεν επιδιώκει τη συγκίνηση· επιδιώκει τη διαύγεια. Και αυτή η επιλογή καθορίζει τα όριά του. Δεν διεκδικεί να μείνει ως μεγάλο μυθιστόρημα. Είναι ένα βιβλίο αποχώρησης, όχι αποχαιρετισμού. Ο Barnes δεν κλείνει με μια δήλωση, αλλά με μια σιωπή. Και ίσως αυτή η σιωπή να είναι η πιο συνεπής τελευταία πράξη ενός συγγραφέα που δεν εμπιστεύτηκε ποτέ τις εύκολες ιστορίες. Νομίζω πως είναι περιττό να τονίσω πως για μια ακόμα φορά η μεταφραστική ικανότητα της Κατερίνας Σχινά υποστηρίζει με πληρότητα το ύφος του συγγραφέα. Βιβλιοδρόμιο (9/4/2026) (765 λέξεις)

4.4.26

‘Παραμύθια που δεν παρηγορούν, αλλά αποκαλύπτουν’

‘Παραμύθια που δεν παρηγορούν, αλλά αποκαλύπτουν’ Το 1888 ο Όσκαρ Ουάιλντ κυκλοφορεί τη συλλογή παραμυθιών «Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας και άλλες ιστορίες». Είναι το πρώτο του πεζογραφικό έργο — είχε προηγηθεί το 1881 μια ποιητική συλλογή. Λίγα χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα το 1891, δίνει στη δημοσιότητα τη δεύτερη συλλογή παραμυθιών του με τίτλο «Το Σπίτι με τις Ροδιές», καθώς και το μυθιστόρημά του «Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ». Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα σφραγιστούν από τις μεγάλες του θεατρικές επιτυχίες, και θα είναι εκείνα τα έργα που θα του χαρίσουν τη φήμη που μέχρι τις μέρες μας τον συνοδεύει. Σε μια πρώτη ματιά, λοιπόν, τα εννιά παραμύθια των δύο συλλογών του —πέντε στην πρώτη και τέσσερα στη δεύτερη— μοιάζουν να αποτελούν μια ιδιότυπη παρέκκλιση μέσα στο έργο ενός συγγραφέα που καθιερώθηκε ως ο κατεξοχήν αντισυμβατικός, ίσως και προκλητικός, εστέτ. Κι όμως, συμβαίνει μάλλον το αντίθετο. Τα παραμύθια αυτά αποτελούν ίσως το βασικότερο θεμέλιο της αισθητικής και της ηθικής σκέψης του Όσκαρ Ουάιλντ. Η ιδιότυπη σάτιρα και ο ευφάνταστος σαρκασμός απέναντι σε κάθε μορφή κατεστημένου, από τη μια, και από την άλλη το έντονο συναίσθημα, καθώς και η λατρεία της ακραίας ομορφιάς, κυριαρχούν και στα εννιά αυτά παραμύθια όπως και στα επόμενα έργα του. Και ίσως έτσι μπορεί να ερμηνευθεί και το γεγονός ότι τα εννιά αυτά παραμύθια, μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν, δεν ενσωματώθηκαν στον παιδικό κανόνα με τον τρόπο που συνέβη με πολλά από τα παραμύθια του Άντερσεν, των αδελφών Γκριμμ ή του Περό. Με εξαίρεση ίσως τον «Ευτυχισμένο Πρίγκιπα», δεν υπέστησαν τις αλλεπάλληλες διασκευές και μεταλλάξεις που γνώρισαν άλλα κλασικά παραμύθια — μεταλλάξεις που τα κράτησαν μεν σε επικαιρότητα μέχρι τις μέρες μας, αλλά συχνά τους στέρησαν ένα μεγάλο μέρος της αρχικής τους ανατρεπτικής δυναμικής. Τη δική τους, λοιπόν, αυτόνομη πορεία μέσα στον χρόνο έχουν ακολουθήσει τα παραμύθια του Ουάιλντ. Και όχι τόσο χάρη στη φήμη που συνοδεύει μέχρι σήμερα τον δημιουργό τους, αλλά κυρίως χάρη στην ίδια την υπόστασή τους — στον τρόπο με τον οποίο αποδεικνύουν ότι η παραμυθιακή αφήγηση μπορεί να λειτουργήσει ως μια πλήρως αυτόνομη λογοτεχνική μορφή κοινωνικής κριτικής και ταυτόχρονα ως πεδίο ανάπτυξης συχνά αντιφατικών συναισθημάτων και φιλοσοφικών ή υπαρξιακών αναζητήσεων. Στα παραμύθια των Άντερσεν, των Γκριμμ και του Περό οι ήρωες είναι πρόσωπα —φανταστικά ή συμβολικά— των οποίων οι περιπέτειες περιγράφονται ως δοκιμασίες μέσα από αρνητικές καταστάσεις. Οι εξελίξεις του μύθου όμως τελικά τους δικαιώνουν. Δεν υπερισχύει μόνο το καλό ως γενική αξία, αλλά και η δική τους νίκη ως ανταπόδοση είτε για την ηθική τους συνέπεια είτε για την αδικία που είχαν υποστεί. Ως παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν από τα έργα του Άντερσεν —μια μόλις γενιά παλαιότερου του Ουάιλντ— «Η Βασίλισσα του Χιονιού» και «Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα», αλλά και η «Σταχτοπούτα» του Περό ή το «Χάνσελ και Γκρέτελ» των αδελφών Γκριμμ. Αντίθετα, στα παραμύθια του Ουάιλντ οι πρωταγωνιστές σπάνια είναι αθώα θύματα που οδηγούνται σε μια τελική δικαίωση. Συχνότερα είναι πρόσωπα αντιφατικά, που είτε οδεύουν προς μια οδυνηρή αυτογνωσία των πράξεών τους, είτε γίνονται σύμβολα μιας τραγικής θυσίας. Η όποια κάθαρση προκύπτει όχι τόσο από την τιμωρία του θύτη όσο από τη συνειδητοποίηση των λαθών του ή από την ηθική ακτινοβολία της θυσίας. Έτσι, στον «Νεαρό Βασιλιά» η αυτογνωσία οδηγεί στην ανατροπή της ίδιας της εξουσίας, ενώ στον «Πιστό Φίλο» η ηθική δικαίωση του θύματος λειτουργεί ως μια οξύτατη σάτιρα της κοινωνικής υποκρισίας. Κάτι ακόμη που διαφοροποιεί τα εννιά παραμύθια του Ουάιλντ από τα άλλα κλασικά είναι η περιγραφή του περιβάλλοντος χώρου. Ακόμη και όταν η φαντασία καθοδηγεί τη δράση, το ρεαλιστικό —συχνά και πολιτικό— στοιχείο κοινωνικής κριτικής είναι έντονα παρόν. Αυτό γίνεται εμφανές σε παραμύθια όπως «Το Αστερόπαιδο» ή «Τα Γενέθλια της Ινφάντα». Κάτι παρόμοιο ισχύει και όσον αφορά το θρησκευτικό στοιχείο. Ορισμένα παραμύθια φαίνεται να διαπνέονται από έντονη θρησκευτικότητα —όπως «Ο Ψαράς και η Ψυχή του». Ωστόσο, μέσα από μια προσεκτικότερη ανάγνωση, που θα ακολουθεί την καλυμμένα αντισυμβατική ματιά του Ουάιλντ, γίνεται φανερό ότι συχνά υποβόσκει μια διακριτική αλλά σαφής κριτική προς την Εκκλησία και κυρίως προς τους εκπροσώπους της. Αντίθετα υπονοεί πως η θυσία και η οδύνη του Ιησού αποκτούν μια ανθρώπινη ηθική λάμψη («Ο εγωιστής γίγαντας»). Άλλωστε ο ίδιος ο Ουάιλντ θα σημειώσει χρόνια αργότερα : The Christ who is to be found in art is the Christ who understands sorrow («De Profundis»). Το στοιχείο της κοινωνικής κριτικής γίνεται θεμελιακός άξονας της δράσης στο πλέον γνωστό από τα εννιά παραμύθια, τον «Ευτυχισμένο Πρίγκιπα». Στο παραμύθι αυτό είναι το άγαλμα του πρίγκιπα που συμπονάει και στην ουσία επιζητεί να εξιλεωθεί για όσα, όσο ζούσε ως άρχοντας, δεν πρόσφερε στους υπηκόους του. Το χελιδόνι συμβολίζει τον ταπεινό άνθρωπο που ανιδιοτελώς προσφέρει ακόμη και την ίδια τη ζωή του για την καλυτέρευση της ζωής του άλλου. Αλλά και τον έρωτα διαφορετικά προσεγγίζει ο Ουάιλντ. Στη θέση του πρίγκιπα που με ένα φιλί θα ξυπνήσει την κοιμισμένη βασιλοπούλα, σκιαγραφείται ο εγωκεντρικός φοιτητής που θα αδιαφορήσει για την αηδόνα που πρόσφερε τη ζωή της για να αποκτήσει εκείνος το δώρο που λαχταρά η επίσης εγωκεντρική αγαπημένη του (Η Αηδόνα και το Ρόδο). Σκληρή και ευρηματική σάτιρα της ματαιοδοξίας συναντά ο αναγνώστης στο «Η Διαπρεπής Ρουκέτα», ενώ στον «Εγωιστή Γίγαντα» η αναγνώριση της λανθασμένης συμπεριφοράς συμπίπτει με την έλευση του θανάτου. Όλα αυτά μοιάζουν να ολοκληρώνονται στο ίσως πιο φιλοσοφικό από τα παραμύθια, στον «Ψαρά και την Ψυχή του», όπου το πάθος της σάρκας και το όραμα του πνεύματος μπορούν τελικά να συνυπάρξουν μόνο μέσα από μια υπέρβαση του κόσμου των ζωντανών. Ίσως μάλιστα δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι πολλά από τα παραμύθια του Ουάιλντ διαθέτουν τη δομή μιας μικρής τραγωδίας. Η θυσία, η αυτογνωσία και η οδυνηρή κατάληξη των ηρώων τους θυμίζουν περισσότερο τραγική αφήγηση παρά το παραδοσιακό παρηγορητικό τέλος του παραμυθιού. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τον Αντρέ Ζιντ στο βιβλίο του «Ο Όσκαρ Ουάιλντ κι εγώ», ο Ουάιλντ μετά την αποφυλάκισή του, σε μια περίοδο όπου προσπαθούσε να ανακάμψει και να επανέλθει στη λογοτεχνική δημιουργία, είχε εκφράσει την πρόθεση να γράψει ένα ακόμη παραμύθι — αυτή τη φορά με κεντρικό πρόσωπο τον Ιούδα. Η σκέψη αυτή δείχνει ότι ακόμη και στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Ουάιλντ συνέχιζε να βλέπει το παραμύθι ως έναν χώρο όπου μπορούσε να εξερευνήσει τα πιο σκοτεινά και αντιφατικά ζητήματα της ανθρώπινης ηθικής. Όλα αυτά —που, έτσι κι αλλιώς, θα τα συναντήσουμε και σχεδόν σε κάθε άλλο έργο του Όσκαρ Ουάιλντ και σίγουρα στο κορυφαίο «Σαλώμη» — ενσαρκώνονται στα εννιά αυτά παραμύθια, αποδεικνύοντας ότι ο τρόπος αφήγησης του παραμυθιού μπορεί να είναι απολύτως αυτάρκης και ολοκληρωμένος και να χρησιμοποιηθεί για να ερμηνεύσει τα μυστήρια, τα πάθη και τις αντιφάσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ωστόσο, από τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι τις μέρες μας, όλο και εντονότερα διαμορφώθηκε η αντίληψη ότι τα κλασικά παραμύθια οφείλουν να απευθύνονται κυρίως —και τελικά σχεδόν αποκλειστικά— στα παιδιά. Και, ως εκ τούτου, να υφίστανται μια ολοένα και αυστηρότερη λείανση. Με έναν εντελώς υποκριτικό τρόπο η κοινωνία των ενηλίκων, καθώς προχωρεί όλο και βαθύτερα σε μια ηθική αποστέγνωση, επιχειρεί να καλύψει τη δυσάρεστη οσμή των πράξεών της από τους ανήλικους που διαπαιδαγωγεί. Ίσως λοιπόν το ερώτημα να μην είναι γιατί τα παραμύθια του Ουάιλντ δεν ενσωματώθηκαν πλήρως στον κανόνα της παιδικής λογοτεχνίας, αλλά αν θα μπορούσαν ποτέ να ενσωματωθούν χωρίς να χάσουν την ουσία τους. Γιατί τα παραμύθια αυτά δεν είναι απλώς προστατευτικές αφηγήσεις· είναι μικρές αλληγορίες μιας κοινωνίας όπου η αδικία, η ματαιοδοξία και η υποκρισία παραμένουν κυρίαρχες. Και μια τέτοια ματιά δύσκολα μπορεί να λειανθεί χωρίς να αλλοιωθεί. Και περισσότερο από έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, αυτός ο επίμονος αντιρρησίας της υποκρισίας και της συμβατικής ηθικής εξακολουθεί —τολμώ να πω ίσως κυρίως μέσα από τα παραμύθια του— να δηλώνει την παρουσία του. Ίσως γιατί εκεί όπου άλλα παραμύθια παρηγορούν, τα δικά του εξακολουθούν να αποκαλύπτουν. (1290 λέξεις) Βιβλιοδρόμιο, 4/4/2026

1.4.26

Colm Tóibín «Ο Μάγος», μτφρ, Αθηνά Δημητριάδου, Ίκαρος 2023

Colm Tóibín «Ο Μάγος», μτφρ, Αθηνά Δημητριάδου, Ίκαρος 2023 Το πεζογραφικό έργο του Colm Tóibín έχει διαμορφώσει, εδώ και δεκαετίες, ένα διακριτό αφηγηματικό ύφος: χαμηλόφωνη ένταση, προσεκτική παρατήρηση, ενδιαφέρον για τις ζωές που καθορίζονται όχι τόσο από τις πράξεις όσο από τις αποσιωπήσεις τους. Από τα ιρλανδικά μυθιστορήματα της ενδοχώρας μέχρι το ‘Brooklyn’ και το ‘The Master’ (μια μυθιστοριογραφία για τον Χένρι Τζέιμς), ο Τόιμπιν επιστρέφει διαρκώς σε μορφές ανθρώπων που μαθαίνουν να ζουν μέσα σε ρήγματα — ανάμεσα στην επιθυμία και στο καθήκον, στην ταυτότητα και στη δημόσια εικόνα. Αυτή τη μακρά συγγραφική διαδρομή, ‘Ο Μάγος’ μοιάζει να έρχεται να την ολοκληρώσει. Το μυθιστόρημα αποτελεί μια μυθιστορηματική βιογραφία του Τόμας Μαν, χωρίς όμως να επιδιώκει ούτε την εξαντλητική βιογραφική πληρότητα ούτε την ψυχολογική απογύμνωση. Ο Τόιμπιν δεν γράφει για να αποκαλύψει «το μυστικό» του Μαν, αλλά για να δείξει πώς μια ζωή οργανώνεται γύρω από τη σιωπή - πώς η απόκρυψη γίνεται τρόπος ύπαρξης, η πειθαρχία αισθητική στάση, η επιθυμία πρώτη ύλη λογοτεχνικής μορφής. Ο Μαν του ‘Μάγου’ δεν εμφανίζεται ως αδιαμφισβήτητο μνημείο της ευρωπαϊκής γραμματείας, αλλά ως άνθρωπος σε διαρκή διχασμό. Δημόσια αυστηρός, ιδιωτικά εύθραυστος, υπερασπιστής της ηθικής τάξης, αλλά και φορέας μιας επιθυμίας που δεν μπορεί να κατονομαστεί. Ο Τόιμπιν αποφεύγει να μετατρέψει αυτή τη διπλότητα σε ψυχολογικό σχήμα. Αντίθετα, την αφήνει να διαχυθεί στη δομή του μυθιστορήματος, στον ρυθμό, στις παύσεις, στον τρόπο που ο ήρωας κινείται ανάμεσα στους άλλους. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται από τον Τόιμπιν στον χειρισμό της σεξουαλικότητας του Μαν. Ο Τόιμπιν δεν την προβάλλει ως σκάνδαλο, ούτε τη χρησιμοποιεί ως ερμηνευτικό κλειδί για το έργο του γερμανού συγγραφέα. Τη μετατρέπει σε μια υπόγεια και μόνιμη ένταση, σε κάτι που δεν εκφράζεται αλλά διαμορφώνει βλέμματα, αποστάσεις, σιωπές. Η επιθυμία δεν γίνεται αφήγηση επεισοδίων, αλλά στάση σώματος και ύφους. Έτσι, ο Μαν εμφανίζεται ως συγγραφέας που έμαθε να μεταπλάθει το ανείπωτο σε μορφή και πειθαρχία. Ανάλογα μετρημένος είναι και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η οικογενειακή ζωή. Η Κάτια Μαν, τα παιδιά τους, ο αδελφός του και κάποιοι φίλοι του δεν λειτουργούν ως διακοσμητικά στοιχεία, αλλά ως πεδία όπου δοκιμάζεται καθημερινά η ηθική αυτοεικόνα του ήρωα. Ο Μαν είναι στοργικός αλλά απόμακρος, γενναιόδωρος αλλά αυστηρός όσο και συχνά ιδιοτελής — ένας πατέρας που αγαπά βαθιά, χωρίς πάντοτε να μπορεί να ακούσει* ένα αδελφός που αφήνεται σε μικρές αντιπαλότητες* ένας άνθρωπος των ιδεών που συχνά θα αποφασίσει να τις αφήνει στο περιθώριο. Ο Τόιμπιν δεν αποδίδει ετυμηγορίες, μα εγκαθιστά μια διακριτική δραματική ειρωνεία ανάμεσα στις προθέσεις και στις συναισθηματικές τους συνέπειες. Ως προς το συγγραφικό ύφος, ‘Ο Μάγος’ είναι υπόδειγμα αφηγηματικής εγκράτειας. Ο Τόιμπιν αποφεύγει κάθε μίμηση τρόπου έκφρασης του Μαν και επιλέγει μια καθαρή, λιτή, σχεδόν διάφανη γλώσσα. Είναι ένα ύφος που εμπιστεύεται την παύση περισσότερο από τη ρητορική, την υπαινικτικότητα περισσότερο από τη δήλωση. Η ένταση γεννιέται όχι από τις κορυφώσεις, αλλά από όσα παραμένουν μισοειπωμένα. Τα ιστορικά γεγονότα —η άνοδος του ναζισμού, η εξορία, η πολιτική στάση του Μαν— δεν στολίζονται με μελοδραματικό φόντο. Ενσωματώνονται οργανικά στη ζωή του ήρωα ως ηθικές δοκιμασίες. Η πολιτική ωρίμανση δεν παρουσιάζεται ως στιγμιαία αποκάλυψη, αλλά ως αργή, συχνά διστακτική διαδικασία. Θα έλεγα πως ο τίτλος ‘Ο Μάγος’ αν και ξεκινά από ένα οικογενειακό παιχνίδι της οικογένειας του Μαν, αποδεικνύεται τελικά ειρωνικός μα και ακριβής. Ο Τόμας Μαν είναι μάγος όχι επειδή εξαπατά, αλλά επειδή μεταμορφώνει την επιθυμία σε λόγο, την αμηχανία σε κύρος, τη σιωπή σε λογοτεχνική μορφή. Ο Τόιμπιν, με τη σειρά του, επιτελεί μια δεύτερη μαγεία- μετατρέπει μια ζωή γεμάτη αντιφάσεις σε μυθιστόρημα υψηλής ηθικής και αισθητικής συνοχής. Το μυθιστόρημα δεν υπόσχεται αποκαλύψεις. Προσφέρει, όμως, την κατανόηση χωρίς εξωραϊσμό της πραγματικότητας. Και ο αναγνώστης ίσως να μην συμπαθεί τον άνθρωπο Μαν, αλλά μπορεί να κατανοήσει το πως και το γιατί έστησε τις άμυνές του. Νομίζω πως και γι’ αυτό συγκαταλέγεται στα πιο ώριμα μυθιστορήματα-βιογραφίες της σύγχρονης πεζογραφίας, φωτίζοντας όχι μόνο τον Τόμας Μαν, αλλά και τη διαχρονική ένταση ανάμεσα στη ζωή, τη σιωπή και τη λογοτεχνία. (650 λέξεις) https://www.hartismag.gr/hartis-88/biblia/o-maghos

Εννιά παραμύθια, Όσκαρ Ουάιλντ, Μετάφραση: Μάνος Κοντολέων, εκδόσεις Ευρασία-Στιγμός

Εννιά παραμύθια, Όσκαρ Ουάιλντ, Μετάφραση: Μάνος Κοντολέων, εκδόσεις Ευρασία-Στιγμός Μια ανάγνωση στον παραμυθιακό (όχι παραμυθητικό) κόσμο του Ουάιλντ Γράφει η Διώνη Δημητριάδου Μιλώντας για τα παραμύθια του Όσκαρ Ουάιλντ, δεν μπορώ να μη σκεφθώ αν πρόκειται για μια «παιδική» ματιά στον κόσμο, βοηθούσης φυσικά της συγγραφικής τέχνης, άρα με τη συνακόλουθη κατάργηση της αμεσότητας και της παιδικής αθωότητας, η οποία θα καταγραφόταν μόνον αν το ίδιο το παιδί έγραφε ό,τι έβλεπε και ένιωθε από τον κόσμο γύρω του. Δύσκολα κάποιος θα κατέτασσε τα εννιά αυτά παραμύθια στην αμιγώς παιδική λογοτεχνία, καθώς η θεματική τους αλλά και ο ιδιαίτερος τρόπος που ο μοναδικός αυτός συγγραφέας ξετυλίγει την πλοκή τους, επιμένοντας στην αισθητική του λόγου, προτάσσοντας άρα τη μορφή σε σχέση με το περιεχόμενο (βασική αρχή την οποία κάποτε θα πρέπει να εμπιστευθούμε), μοιάζει περισσότερο να απευθύνεται στον ενήλικα αναγνώστη. Μια τέτοια, φυσικά, θέση προϋποθέτει την αρχική συγγραφική πρόθεση, όχι πάντα ξεκάθαρη και ίσως όχι και αναγκαία στην ερμηνεία της. Αν, παράλληλα, λάβουμε υπόψη μας τον αισθητισμό του Ουάιλντ, κρατώντας ικανή απόσταση από τον όποιο διδακτισμό ή ηθικό ωφελιμισμό, φαίνεται πως ένας ενήλικας αναγνώστης αναγνωρίζει μέσα στις ιστορίες αυτές κάποια εκδοχή του εαυτού του ή των γύρω του, βλέπει μια κοινωνία όπου δεσπόζει η αδικία, ο εγωισμός, η αλαζονεία, η επιδίωξη του κέρδους, η σκληρότητα, η ανισότητα, μια εικόνα που του είναι τόσο πολύ γνωστή. Ένα παιδί, όμως, ειδικά αν έχει μάθει τη ζωή όπως του την προσφέρουν τα συμβατικά παραμύθια ως τρόπο εισχώρησής του στον κόσμο των ενηλίκων ως πιστό τους αντίγραφο, παραμύθια όπου πάντα υπάρχει ένα καλό τέλος, όπου οι ανισότητες λειαίνονται με μαγικό τρόπο, ή ακόμα και η σκληρότητα εξαλείφεται και ο κακός μεταποιείται σε αγαθό ον, θα ξαφνιαστεί από την ιδιοτυπία αυτών των παραμυθιών. Το ξάφνιασμα, όμως, είναι ένα βήμα προς τη βαθύτερη κατανόηση των ρυθμών της κοινωνίας. Έχει, νομίζω, εδώ σημασία να επισημανθεί η λειτουργία του αισθητισμού, που μπορεί, μέσω της υπηρέτησης του ωραίου και χωρίς μια προφανή διάθεση κοινωνικής κριτικής, να προσελκύσει το ενδιαφέρον, ιδίως στα παιδιά, για τα κοινωνικά προβλήματα. Ή, να το πούμε αλλιώς, η απόλυτη θέση «Η Τέχνη για την Τέχνη», αν είναι όντως τέχνη άξια, χάνει τον απόλυτο χαρακτήρα της θέλοντας και μη. Άλλωστε, η αισθητική είναι ένας τρόπος να φανεί μέσα της το προσωπικό ήθος του δημιουργού, όπως και ο ιδεολογικός του κόσμος. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά πόρρω απέχουν από τον ηθικό διδακτισμό που, σε καμία περίπτωση, δεν επεδίωκε ο Ουάιλντ. Παραμυθιακός ο κόσμος αυτών των ιστοριών, με τα μαγικά στοιχεία να αντιμάχονται την πραγματικότητα, άλλοτε να εμφανίζονται ως καθημερινότητα, αγγίζοντας τον μαγικό ρεαλισμό, άλλοτε να εξαφανίζουν τον πραγματικό κόσμο, να επιβάλλονται, να κυριαρχούν. Παραμυθιακός κόσμος αλλά όχι παραμυθητικός, καθώς δεν στοχεύουν την παραμυθία, δηλαδή την παρηγοριά· εδώ ο κόσμος παραμένει άδικος, η ανισότητα κερδίζει στα σημεία, το τέλος προκαλεί θλίψη, ακόμα κι όταν αποκαθίσταται μια αδικία. Ο αντισυμβατικός συγγραφέας, που ήξερε να φθάνει ώς τα άκρα την άρνησή του για τις στερεότυπες αντιλήψεις, μοιάζει σ’ αυτές τις ιστορίες να απευθύνεται στα παιδιά περισσότερο και όχι στους ενήλικες – άσχετα αν απολαμβάνουμε κι εμείς την τέχνη τους, με επίγνωση της ευστοχίας τους. Η «Διαπρεπής ρουκέτα» είναι μια τόσο αυθεντική εικόνα (προφητική ως προς την εξέλιξη των μεγεθών) του σημερινού μας κόσμου. Το «Αστερόπαιδο» καταδεικνύει τη διάρκεια και τη ισχύ των μηχανισμών της εξουσίας, ακόμα κι όταν κάποια φωτεινά διαλείμματα δικαιοσύνης αναφαίνονται. Ευχής έργο που έχουμε στα χέρια μας μια φρέσκια μετάφραση των παραμυθιών από τον Μάνο Κοντολέων, που ένα μεγάλο μέρος της γραφής του αφορά τα παιδιά, και έχει ασκηθεί εύστοχα στο είδος της παιδικής λογοτεχνίας, με μια θεματική ουσίας, που την αναβαθμίζει. Μετάφραση με αβίαστη ροή λόγου, γεγονός που αποδεικνύει την πιστότητα όχι μόνον του πρωτοτύπου αλλά και του σύγχρονου λόγου. Το ίδιο συμβαίνει και με την ένατη ιστορία, «Ο ψαράς και η ψυχή του», την οποία μεταφράζει η επίσης έμπειρη, και με λογοτεχνική ευαισθησία, Κώστια Κοντολέων. Καμία ευφάνταστη περιγραφή δεν χάνει την αξία της, η κάθε λέξη εμπλουτίζει τη σύνθεση του όλου. Ο Μάνος Κοντολέων μάς χαρίζει και μια σύντομη μεν, όμως ουσιαστική, εισαγωγή στον παραμυθιακό κόσμο του Ουάιλντ, συνδέοντας τη θεματική και τον τρόπο των ιστοριών αυτών με το υπόλοιπο έργο του, αποδεικνύοντας έτσι πως η γραφή μία είναι, ασχέτως της μορφής που κάθε τόσο παίρνει, απηχώντας δημιουργικά τη συγγραφική ταυτότητα. Απόσπασμα […] Και τότε κατάλαβε. Και έβγαλε κραυγή απόγνωσης και σωριάστηκε στο πάτωμα κλαίγοντας γοερά. Αυτό το σιχαμερό τέρας, αυτός ο αηδιαστικός καμπούρης, ήταν αυτός ίδιος! Και με αυτό το τέρας γελούσαν τα παιδιά και η μικρή Πριγκίπισσα. Κι εκείνος τόλμησε να πιστέψει πως τον είχε αγαπήσει. Ενώ κι εκείνη, μαζί με τους άλλους, κορόιδευε την ασχήμια του και ξεκαρδιζότανε με τα στραβά του πόδια. Γιατί δεν είχαν αφήσει στο δάσος, εκ/ει όπου δεν υπήρχαν καθρέφτες να του δείχνουν την ασχήμια του; Γιατί δεν τον είχε σκοτώσει ο πατέρας του, παρά τον είχε αφήσει να ζήσει αυτή την ντροπή; Καυτά δάκρυα κύλησαν στα μαγουλά του και με λύσσα μάδησε το τριαντάφυλλο. Μαζί του, το ίδιο έκανε και το τέρας. Τα πέταλα του λουλουδιού σκορπιζόντουσαν ολόγυρα. Το τέρας, όπως και ο ίδιος, κυλιόταν στο πάτωμα και ο ένας κοιτούσε το παραμορφωμένο από τον πόνο πρόσωπο του άλλου. («Τα γενέθλια της Ινφάντα», σ. 136). https://www.fractalart.gr/ennia-paramythia/

20.3.26

Όσκαρ Ουάιλντ "Εννιά Παραμύθια" σε μετάφραση Μάνου Κοντολέων (η εκδήλωση παρουσίασης στο youtube)

https://stage7.gr/video/%ce%b5%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%ac-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bc%cf%8d%ce%b8%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%af%ce%b1%cf%83%ce%b7-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%af%ce%bf%cf%85/ https://www.youtube.com/watch?v=JthUhXYCRm4&list=TLGG0llc-j2STQEyMDAzMjAyNg Τη Δευτέρα 16 Μαρτίου, στις 19:30, ο Πολιτιστικός χώρος Stage7 και οι εκδόσεις ΕΥΡΑΣΙΑ - SΤΙΓΜΟΣ παρουσίασαν το βιβλίο του Όσκαρ Ουάιλντ με τίτλο: «Εννιά Παραμύθια», σε μετάφραση του Μάνου Κοντολέων . Στο πάνελ εκτός από τον μεταφραστή ήταν και οι συγγραφείς Θανάσης Τριαρίδης και Βασιλική Πέτσα. Πρώτος τον λόγο πήρε ο μεταφραστής Μάνος Κοντολέων χαρακτηρίζοντας τα παραμύθια αυτά σαν μια ιδιότυπη παρέκκλιση μέσα στο έργο του συγγραφέα που καθιερώθηκε στην παγκόσμια λογοτεχνία ως ένας αντισυμβατικός και προκλητικός εστέτ. Εδώ όμως συνέβη το αντίθετο, τα παραμύθια αυτά είναι το θεμέλιο της σκέψης του Όσκαρ Ουάιλντ. Ο Ιρλανδός συγγραφέας έγραψε συνολικά εννιά παραμύθια, που κυκλοφόρησαν σε δύο τόμους – The Happy Prince and Other Tales (Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας και άλλα παραμύθια) το 1888 και A House of Pomegranates (Το σπίτι με τις ροδιές) το 1891. Τα εννιά παραμύθια της συλλογής, αν και δεν κέρδισαν την προσοχή του κοινού με τον τρόπο που το πέτυχε Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ ή τα θεατρικά έργα που ακολούθησαν, ήταν και παραμένουν μικρά λογοτεχνικά αριστουργήματα. Με τον τρόπο τους αποδεικνύουν πόσο κοντά είναι ο λόγος του παραμυθιού με αυτόν του μαγικού ρεαλισμού, όπως βέβαια και πώς, μέσα από την εξιστόρηση μιας ιστορίας που κρατά όλα τα στοιχεία της παραμυθιακής αφήγησης, μπορεί κανείς να ασκήσει κοινωνική κριτική, να καταθέσει ιδεολογικές απόψεις και να περιγράψει ανθρώπινους τύπους. Ο Μάνος Κοντολέων υπογράμμισε επίσης το γεγονός της διαφοροποίησης των κειμένων του Όσκαρ Ουάιλντ από αυτά των άλλων παραμυθάδων. Στη συνέχεια το λόγο πήρε η συγγραφέας Βασιλική Πέτσα και είπε ότι ο συγγραφέας είναι βαθιά επηρεασμένος από τη μητέρα του και την ιρλανδική παράδοση. Τα παραμύθια αυτά ανήκουν στην κατηγορία του λογοτεχνικού παραμυθιού. Επίσης στη σύντομη ομιλία της υπογράμμισε ότι το βιβλίο αυτό δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά, αλλά και στο «παιδί που κρύβει ο καθένας μέσα του». Αμέσως μετά ο συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης είπε ξεκινώντας την τοποθέτησή του ότι ο Ουάιλντ είναι σαν την ηρωίνη που που προκαλεί εθισμό. Αναφέρθηκε στο σπουδαίο έργο του συγγραφέα με τον εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο του και κλείνοντας χαρακτήρισε τις μεταφράσεις αυτών των 9 παραμυθιών ως θεσπέσιες, που δεν υποτιμούν τους αναγνώστες τους. Τέλος τον λόγο πήρε και η σύζυγος του μεταφραστή , Κώστια Κοντολέων η οποία έχει μεταφράσει ένα από τα 9 αυτά παραμύθια και στη σύντομη παρέμβασή της μίλησε για τον τρόπο που εργάζεται όταν η ίδια μεταφράζει. Τον τελευταίο λόγο είχε ο Μάνος Κοντολέων για τις ευχαριστίες.

Όσκαρ Ουάιλντ (Oscar Wilde) «Εννιά παραμύθια» (μτφρ. Μάνος Κοντολέων, εκδ. Στιγμός)

Για τη συλλογή παραμυθιών του Όσκαρ Ουάιλντ (Oscar Wilde) «Εννιά παραμύθια» (μτφρ. Μάνος Κοντολέων, εκδ. Στιγμός). © Wikimedia Commons
Γράφει η Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου Ο Όσκαρ Ουάιλντ, Ιρλανδός συγγραφέας γνωστός για το χιούμορ και τη σαρκαστική-κριτική ματιά του στην κοινωνία, ευφυής και αντισυμβατικός, έχει συμβάλει με το ιδιότυπο ύφος και τη γραφή του στην υφολογική ανανέωση της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, τόσο στο μυθιστορηματικό είδος, με την ενδοσκόπηση και την εξομολογητική διάθεση, όσο και στο θέατρο, αναδεικνύοντας την εστετίστικη θέαση της ζωής. Το μυθιστόρημά του Το προρτρέτο του Ντόριαν Γκρέι (1891), ο σπαρακτικός αυτοβιογραφικός επιστολικός μονόλογος De profundis (1905), που γράφτηκε στη φυλακή, καθώς και τα θεατρικά του έργα χαρακτηρίζονται από το λεπτό και ευθύβολο πνεύμα του. Παράλληλα, είχε ασχοληθεί με το παραμύθι. Tα παραμύθια του έχουν γίνει διάσημα, έχουν μεταφραστεί, έχουν διασκευασθεί και κυκλοφορούν σε πολλές γλώσσες. Το παιδικό αναγνωστικό κοινό παγκοσμίως τα έχει αγαπήσει και έχει ανατραφεί με αυτά. Η παρούσα έκδοση, Εννιά παραμύθια, μας προσφέρει και τα εννιά παραμύθια στην πλήρη τους μορφή, όπως μας έχει παραδοθεί σε δύο τόμους, The happy prince and other tales και A house of pomegranates, που εκδόθηκαν το 1888 και το 1891 αντίστοιχα. Παρά το γεγονός ότι έχουν γραφτεί τον 19ο αι., με τα διαχρονικά τους νοήματα, το κριτικό πνεύμα τους, την πνευματική σπιρτάδα που αποπνέουν και την αμεσότητα των συναισθημάτων προκαλούν το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων αναγνωστών. Η κυρίαρχη αντίληψη για την τέχνη ως προϊόντος κυρίως της δημιουργικής φαντασίας του καλλιτέχνη, η σημασία του φανταστικού, το στοιχείο της μαγείας, καθώς και εμπνεύσεις από την προσωπική ή οικογενειακή ζωή του Ουάιλντ, πολύ πιθανόν να αποτελούν λόγους συγγραφής αυτών των παραμυθιών. Και στα παραμύθια του κυριαρχεί ο αισθητισμός, ενώ έννοιες όπως η αγάπη, η ανιδιοτέλεια, η φιλία, η εμπιστοσύνη, η αφοσίωση, η γενναιοδωρία εναλλάσσονται με έννοιες όπως η αλαζονεία, η εκμετάλλευση, ο εγωισμός, η υποκρισία, η διαφθορά. Επιπρόσθετα, με την ανατροπή συμβόλων, συναισθημάτων και αξιών, ο Ουάιλντ προβάλλει άλλοτε τη μεγαλειότητα και σπουδαιότητα των μυθοπλαστικών ηρώων του και άλλοτε τον ξεπεσμό και την περιθωριοποίησή τους, γεγονός που οφείλεται στις ανατροπές της τύχης. Σε κάθε περίπτωση, ο κοινωνικός χαρακτήρας, με έμφαση στην κοινωνική ανισότητα και τη διαφορετικότητα, είναι εμφανής μέσα σ’ αυτές τις αλληγορικές ιστορίες. Στο βιβλίο αυτό σημαντικό ρόλο παίζει η εισαγωγή του Μάνου Κοντολέων, ο οποίος, σε αντιδιαστολή με άλλους κριτικούς των παραμυθιών που θεωρούν ότι τα μηνύματά τους είναι εντελώς απομακρυσμένα από αυτά των άλλων κειμένων του Ουάιλντ, έχει βρει και συσχετίσει τις αξίες, καταστάσεις, χαρακτηριστικά των ηρώων και ηρωίδων των παραμυθικών κειμένων με αυτές που κυριαρχούν στο υπόλοιπο έργο του. Ενδεικτικά, αναφέρω τη σκληρότητα και εγωπάθεια του Ντόριαν Γκρέι που αναγνωρίζει στο «Νεαρό βασιλιά», τον αυταρχισμό της άρχουσας τάξης στα «Γενέθλια της Ινφάντα», την αδιαφορία του Κράτους προς όσους υποφέρουν στον «Ευτυχισμένο Πρίγκιπα» κ.ά. Είναι γεγονός ότι με απλό και άμεσο λόγο, ο Ουάιλντ σχολιάζει επικριτικά, κατακεραυνώνει, θα έλεγα, και στα παραμύθια την εξουσία της Βικτωριανής Αγγλίας. Μια μικρογραφία μελέτης Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι σχολιασμοί του Κοντολέων για τις απόψεις του Ουάιλντ περί τέχνης, Εκκλησίας ή φιλοσοφίας, που κατατίθενται στον παραμυθικό του λόγο. Οι διαπιστώσεις αυτές προσδίδουν άλλη διάσταση στην ανάγνωση των παραμυθιών από τον ενήλικα αναγνώστη, καθώς αποτελούν οργανικό μέρος του λοιπού λογοτεχνικού και θεατρικού του έργου. Αν λάβει δε κανείς υπόψη του τις υφολογικές παρατηρήσεις του Κοντολέων για τη θεατρικότητα της πεζογραφικής γραφής του Ουάιλντ, όπως είναι ο παραλληλισμός των περιγραφών με τα σκηνικά, η θεατρική δομή των παραμυθιών, η ανάδειξη των χαρακτήρων μέσα από τους διαλόγους, η κριτική αυτή εισαγωγή αποτελεί μια μικρογραφία μελέτης που ολοκληρώνεται με τον ρόλο του αναγνώστη. Με αναφορές σε μαρτυρίες για τις προσωπικές απόψεις του Ουάιλντ, καταδεικνύεται ότι ο ίδιος δεν είχε αποκλείσει καμιά ηλικιακή ομάδα. Το εισαγωγικό σημείωμα δεν παραλείπει να προβάλει την παιδική ματιά στη θέαση του κόσμου από έναν «ταλαντούχο» συγγραφέα ήδη τον 19ο αι. Η έκδοση αυτή προσφέρει μια νέα ματιά ανάγνωσης των γνωστών σε όλους μας παραμυθικών ιστοριών και αυτό συμβάλλει στην ανανέωση της σχέσης μας με τον Ιρλανδό συγγραφέα. Ολοκληρώνοντας τη σύντομη παρουσίαση του βιβλίου, δεν μπορεί να μην αναφερθούμε στην ιδιαίτερα εκφραστική μετάφραση του Κοντολέων, η οποία σέβεται το πρωτότυπο, αποτελώντας συγχρόνως ένα λογοτεχνικό προσωπικό έργο. Το ίδιο ισχύει και για τη μετάφραση του τελευταίου και ιδιαίτερου παραμυθιού «Ο ψαράς και η ψυχή του», που έγινε απ’ τη πολύπειρη και διακεκριμένη μεταφράστρια Κώστια Κοντολέων, σύντροφο ζωής του Μάνου Κοντολέων, σηματοδοτώντας τη γοητεία που έχει ασκήσει και στους δυο ο Ιρλανδός συγγραφέας. Η έκδοση αυτή προσφέρει μια νέα ματιά ανάγνωσης των γνωστών σε όλους μας παραμυθικών ιστοριών και αυτό συμβάλλει στην ανανέωση της σχέσης μας με τον Ιρλανδό συγγραφέα. Η ιδιαίτερα τυποτεχνικά φροντισμένη έκδοση από τις εκδόσεις Ευρασία-Στιγμός συμβάλλει καθοριστικά στην αισθητική του βιβλίου. *Η ΑΝΤΑ ΚΑΤΣΙΚΗ-ΓΚΙΒΑΛΟΥ είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Ελληνικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ. https://018.bookpress.gr/kritikes/vivlia-gia-paidia/17168-ennia-paramythia-tou-oskar-ouailnt-kritiki-mia-nea-matia-stis-gnostes-kai-agapites-istories-tou-megalou-estet-gia-paidia?fbclid=IwY2xjawQqCtNleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeCfn1jQ03MSHLqxxeiGxC2IvgBF0s-7fEt9iz-LBk0eAE_9epHoFlRHPo4TE_aem_A94AloAfcw4npSID7vhzIw