3.1.26

Ευάρεστος Πιμπλής «Πέρα από τη συναίνεση»

Ευάρεστος Πιμπλής «Πέρα από τη συναίνεση» Μυθιστόρημα Εκδόσεις Πόλις
Ο Ευάρεστος Πιπλής γεννήθηκε το 1999 στην Αθήνα. Σπούδασε στη Σορβόννη και ζει και εργάζεται στο Παρίσι. Η πληροφορία -που παρέχεται στο ‘αφτί’ της έκδοσης- πως οι σπουδές του εξειδικεύτηκαν στον ψηφιακό μετασχηματισμό της πολιτιστικής πολιτικής, βοηθά τον αναγνώστη να προσεγγίσει με μεγαλύτερη αναγνωστική αποτελεσματικότητα το πρώτο του αυτό μυθιστόρημα που το έγραψε και στα ελληνικά και στα γαλλικά. Επίσης χρήσιμη είναι η λεξιλογική σημείωση, στις πρώτες σελίδες του βιβλίου και προτού αρχίσει η ανάπτυξη της μυθιστορίας : η μετάφραση της λέξης της αγγλικής λέξης intimacy (ο πιο μέσα, αυτός που βρίσκεται στην καρδιά του όντος), με τον ελληνικό όρο ‘μυχιότητα’. Ο όρος αυτός εκφράζει το σύνολο των εμπειριών, σκέψεων, συναισθημάτων και σχέσεων που ανήκουν στη σφαίρα του πιο εσωτερικού, προσωπικού και προστατευμένου χώρου του ατόμου, που διαφεύγει από το δημόσιο βλέμμα και την κοινωνική έκθεση (σελ. 11) Το έργο χαρακτηρίζεται ως μυθιστόρημα. Αλλά προσωπικά θα το χαρακτήριζα ως υβριδικό μυθιστόρημα, καθώς αποτελείται από δύο διαφορετικά είδη λόγου: πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις και δημοσιεύματα από ποικίλα ΜΜΕ (εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνα, Instagram κ.α.). Η ιστορία διαδραματίζεται το 2032, δεκαπέντε χρόνια μετά το #Me Too. Η συναίνεση στις σεξουαλικές σχέσεις έχει πλήρως παγιωθεί, αλλά αυτό δε σημαίνει πως το θέμα του πως διαχειρίζεται κάποιος τον σταθερό ή περιστασιακό ερωτικό του σύντροφο μετά την σεξουαλική επαφή είναι ξεκάθαρο. Αυτό το ασαφές, αυτή η πιθανή διαφοροποίηση της ερωτικής συμπεριφοράς από την αντίστοιχη κοινωνική σε κάποιους έχει δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα. Είναι όσοι -κυρίως, αν και όχι μόνο, άντρες- έχουν μεγαλώσει με στερεοτυπικά πρότυπα του αρσενικού μέσα στη δυτική κοινωνία. Δηλαδή με το πρότυπο του άντρα που είναι γυμνασμένος, επαγγελματικά επιτυχημένος, ανταγωνιστικός και βίαιος (μιας και η βιαιότητα είναι κλασική ένδειξη αρρενωπότητας) στην ερωτική συμπεριφορά του. Οι άντρες αυτοί αισθάνονται πως το κίνημα του #Me Too, έτσι όπως έχει πλήρως καθιερωθεί τους στερεί την ανδρική τους ταυτότητα. Ένας τέτοιου τύπου άντρας είναι και ο Ενζό Πανεκέν που έχοντας απολύτως ενστερνισθεί τους κανόνες ανατροφής του από τον καταπιεστικό πατέρα του και την υποχωρητική μητέρα του, βιώνει υπόγεια, αλλά σαφή, μη αποδοχή από τις γυναίκες. Αυτές έχοντας ενστερνισθεί τους κανόνες του #Me Too δεν αποδέχονται να χρησιμοποιούνται με τον τρόπο που ο παλιός και κλασικός τύπος του βίαιου άντρα θέλει. Εντάσσεται σε κάποιες διαδικτυακές αντρικές ομάδες που έχουν παρόμοια αδιέξοδα στις σεξουαλικές σχέσεις τους, και κάποια στιγμή υποκύπτει στην ανάγκη να συνεχίσει την βίαιη σεξουαλική συμπεριφορά του με άτομα του ίδιου φύλου, που όμως αν και ανήκουν στο αρσενικό γένος, θέλουν να έχουν ένα ρόλο υποταγής στη σεξουαλική τους ζωή. Και στρέφεται στο χώρο των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων. Εκεί -πιστεύει μέσα από την κλασική αρσενική του άποψη- πως θα συναντήσει άτομα που αρέσκονται στην σεξουαλική υποταγή και δεν πρόκειται να απαιτούν ανεξάρτητο κοινωνικό ρόλο. Οπότε και θα βρεθεί στο δρόμο του ο Εμίλ Πετρικόρ. Νεότερος αυτός του Ενζό, έχει από τα πρώτα του παιδικά χρόνια εκφράσει μια συμπεριφορά που δεν μοιάζει με την αντίστοιχη των συμμαθητών του. Αυτοί θα αρχίζουν να τον κοροϊδεύουν κι εκείνος όσο περισσότερο τους αντιπαθεί τόσο και περισσότερο θα αναζητά εκφράσεις περισσότερο διαφορετικές από τις δικές τους. Αλλά δεν θα πάψει και να θέλει να τους μοιάσει. Και αυτή η υπόγεια έλξη προς μίμηση αρσενικών τρόπων έκφρασης θα τον οδηγήσει στο να εκφράζεται σεξουαλικά μόνο με άτομα του ίδιου φύλου και με όσο περισσότερη εκ μέρους τους βίαιη συμπεριφορά προς αυτόν. Αλλά στην καθημερινότητά του παραμένει ένας νέος άντρας που θέλει να τον σέβονται και να τον εκτιμούν. Αυτό θα ζητήσει και από τον περιστασιακό εραστή του και η συζήτησή τους αυτή θα φέρει τον Ενζό να εκφράσει με βίαιο τρόπο την απόλυτη αντίθεσή του ως προς την πρόταση αυτή. Γι αυτόν η συναίνεση αρχίζει και τελειώνει μόνο όσο διαρκεί η σεξουαλική πράξη. Από εκεί και πέρα ο ομοφυλόφιλος είναι ένας π@@@ και αξίζει την απόλυτη περιφρόνηση ενός γνήσιου αρσενικού. Η βίαιη συμπεριφορά λαμβάνει χώρα σε δημόσιο χώρο, βιντεοσκοπείται, μεταδίδεται στα μέσα μαζικής δικτύωσης, ο Ενζό θα κατηγορηθεί, θα χάσει τη δουλειά του, θα βρεθεί κατηγορούμενος, ενώ ένα νέο κίνημα θα έχει αρχίσει να διαμορφώνεται ως συνέχεια του #Me Too. Αυτό του #BeyondConsent (του πέρα από τη συναίνεση, δηλαδή). Και στο σημείο αυτό κάνουν τις εμφάνισή τους οι σελίδες που καταγράφουν τις αντιδράσεις από τον τύπο και τα διάφορα άλλα μέσα ενημέρωσης. Εντός, δηλαδή, στην υβριδική πλοκή, εισχωρεί η κοινή γνώμη, οι απόψεις των ειδικών, οι υποστηριχτές της μιας ή της άλλης θέσης. Σε κάθε περίπτωση το όλο έργο φωτίζει με μια ιδιαιτέρως εύστοχη καταγραφή το κατά πόσο η κοινωνίας μας είναι έτοιμη να αποδεχτεί τις δικές της κατακτήσεις, το κατά πόσο οι κανόνες του παρελθόντος εξακολουθούν να ισχύσουν και τελικά αν όλοι μας – καθένας από τη θέση του και με τις δικές του επιλογές- είμαστε αποφασισμένοι να αναγνωρίσουμε τους νέους ηθικούς κανόνες και να αποφασίσουμε να εναρμονιστούμε με αυτές. Η έννοια της μυχιότητας γίνεται ο ακρογωνιαίος λίθος του μυθιστορήματος. Η γραφή του Ευάρεστου Πιμπλή έχει μια αξιοπρόσεχτη ευελιξία -μπορεί και μιμείται τους λόγους των δυο κεντρικών προσώπων, μπορεί να προσαρμόζεται άλλοτε σε κανόνες δημοσιογραφικής ενημέρωσης, άλλοτε σε επιστημονικές επισημάνσεις. Η προφορικότητα συνυπάρχει με τον έντυπο λόγο. Μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα και ως προς το θέμα και ως προς τους προβληματισμούς και ως προς την μυθιστορηματική δόμηση, πρώτη -και σαφώς πολλά υποσχόμενη- συγγραφική παρουσία. (870 λέξεις) Βιβλιοδρόμιο 3/1/2026

2.1.26

Βασίλης Γκουρογιάννης «Τα κιάλια του Βασίλη Τσουικόφ»

Βασίλης Γκουρογιάννης «Τα κιάλια του Βασίλη Τσουικόφ» Μυθιστόρημα Εκδόσεις Μεταίχμιο Με μια σταθερή προσήλωση στη λογοτεχνία πολιτικού περιεχομένου μας έχει συνηθίσει ο Βασίλης Γκουρογιάννης. Γεννημένος το 1951 σε χωριό των Ιωαννίνων, σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως δικηγόρος. Την πρώτη του εμφάνιση στο χώρο του βιβλίου την κάνει το 1985 με μια ποιητική συλλογή, αλλά θα είναι το 1992 που με το μυθιστόρημά του «Το ασημόχορτο ανθίζει» θα καθιερώσει την εντελώς δική του ταυτότητα στο χώρο της πεζογραφίας μας. Μια ταυτότητα όπου κυριαρχεί η σχέση -θέση και αντίθεση- του ατόμου με το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον. Παράλληλα καλλιεργεί και τα εντελώς δικά του εκφραστικά μέσα -φράσεις αδρές, ματιές ΄λοξές΄ που συχνά ακόμα και την ίδια την υπόσταση της αφηγούμενης ιστορίας επιδιώκουν να ναρκοθετήσουν. Κάτι τέτοιο συμβαίνει -στην ουσία είναι το βασικό στοιχείο δόμησης- και στο τελευταίο του αυτό μυθιστόρημα. Εδώ η αφήγηση εστιάζεται στον τρόπο με τον οποίο ένας ηλικιωμένος έλληνας κομουνιστής περιγράφει όσα γεγονότα σημάδεψαν τη ζωή τη δική του αλλά και της χώρας του, την πορεία του κόμματος του, την μετεξέλιξη της Σοβιετικής Ένωσης σε μια σύγχρονη όσο και ιδιότυπη καπιταλιστική χώρα. Μα ο τρόπος αυτής της συνειδητής συγγραφικά αφήγησής είναι ένας ‘λοξός’ τρόπος εξιστόρησης που κάνει τα γεγονότα να αποκτούν μια υπόσταση ειδώλου. Όλα όσα συνέβησαν -ως ιδωμένα μέσα από ένα ζευγάρι κιάλια -παρατηρούνται και βιώνονται αλλοιωμένα από την ψεύτικη απόσταση, για αυτό και καθόλου εν τέλει αντικειμενικά. Αν στο προηγούμενο μυθιστόρημά του – ‘Αναψηλάφηση’ (2019) - ο Γκουρογιάννης θέλησε να καταγράψει την πλήρη αλλοτρίωση της ελληνικής κοινωνίας, τώρα σκιαγραφεί την αδυναμία μιας μερίδας αριστερών να κατανοήσουν όχι μόνο τα δικά τους λάθη, όχι μόνο τους λόγους αποτυχίας ενός πολιτικού συστήματος, αλλά και το πως όλη αυτή η σύγχυση ανάμεσα στο επιδιωκόμενο όνειρο ενός μέλλοντος και στο τελικά υλοποιημένο παρόν έχει προκαλέσει μια αναταραχή σε επίπεδο κοινωνίας και πολιτικών εκπροσωπήσεων, μια γενικευμένη υστέρηση της αριστερής πολιτικής σκέψης στη χώρα μας. Οι περιγραφές των απόψεων και των συναισθημάτων του κεντρικού προσώπου -μια γνήσια ενσάρκωση κωμικοτραγικής περσόνας- γίνονται με μια υπόγεια διάθεση σαρκασμού, αλλά και παράλληλα μιας κατανόησης του δράματος ενός ανθρώπου που δεν θέλησε να αποδεχτεί όχι μόνο τη διάψευση των προσδοκιών του, αλλά ούτε και τον μαρασμό των προσωπικών σου σχέσεων. Όλα ιδωμένα -όπως και προαναφέρθηκε- μέσα από τους φακούς κιαλιών που υποτίθεται ότι ήταν του στρατηγού Βασίλι Τσουικόφ, νικητή της μάχης του Στάλινγκραντ και τα οποία κιάλια ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος δεν θέλει να αποχωριστεί. Μόνο που η πόλη πλέον έχει αλλάξει όνομα -Βόλγκογκραντ, όλοι την ονομάζουν. Μα και ο ίδιος ο πρωταγωνιστής αν και παρέμεινε πιστός σε ότι στα νιάτα του είχε πιστέψει, η πίστη του αυτή έμεινε μόνο ως θεωρία. Στην πράξη έζησε ως μεγαλοδικηγόρος, έγραψε βιβλία που πιστεύει πως δεν αναγνωρίστηκε η αξία τους και φτιάχνει μόνος του το μαυσωλείο του, μιας και βαθιά μέσα του γνωρίζει πως έχει βγει -αυτοβούλως;- από τις σελίδες μιας Ιστορίας που ο ίδιος αν και θα μπορούσε να είχε συμμετάσχει στη γραφή της, προτίμησε να παραμείνει εγκιβωτισμένος σε διαψευσμένα όνειρα. «Τις φωτογραφίες των γονέων του τις έχει από καιρό αποσύρει από το οπτικό του πεδίο, δεν θέλει να αισθάνεται ότι τον βλέπουν, παρότι αυτό είναι μια ψυχολογική φοβία, αντιμαρξιαστική. Έχει επίσης κάποια ενοχλητικά βιβλία σκορπισμένα όπου τύχει, μεταξύ αυτών και το ‘Κιβώτιο’* χρόνια τώρα το έχει μισοδιαβασμένο, το πηγαίνει πολύ αργά, επιφυλακτικά σαν ευαίσθητο πυρομαχικό. Το περιεργάζεται επιφυλακτικά όπως ο πυροτεχνουργός και μετά, για ασφάλεια, το κρύβει μέσα σε μεταλλικό κιβώτιο. Έτσι που πάει, αμφιβάλλει αν ποτέ θα το διαβάσει ολόκληρο.» (σελ. 148) «Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ» είναι ένα μυθιστόρημα απεικόνισης μιας σημαντικής πλευράς των εξελίξεων στον χώρο της αριστεράς που καθορίζουν το παρόν, σίγουρα και το μέλλον, αυτού του τόπου. (610 λέξεις) https://www.hartismag.gr/hartis-85/biblia/ena-mithistorima-apeikonisis-mias-simantikis-pleiras-ton-ekselikseon-ston-khwro-tis-aristeras

28.12.25

Αντώνης Ζαϊρης "Παράδρομος"

Αντώνης Ζαϊρης ‘Παράδρομος’ Αφήγημα Εκδόσεις Στιγμός Το βιβλίο *Παράδρομος – Ο Ηρακλής μου έγινε άντρας* του Αντώνη Ζαΐρη αποτελεί ένα ιδιότυπο υβρίδιο ανάμεσα στην αυτοβιογραφική αφήγηση και το κοινωνικό χρονικό. Δεν επιδιώκει την κλασική μυθιστορηματική πλοκή, ούτε την επιστημονική αντικειμενικότητα ενός ιστορικού δοκιμίου. Αντιθέτως, οργανώνεται ως μια εκτεταμένη, απολύτως προσωπική, προφορικού τύπου εξομολόγηση που αξιοποιεί την ατομική μνήμη για να φωτίσει όψεις μιας ολόκληρης εποχής. Η αφήγηση, καθώς ξετυλίγεται, λειτουργεί σαν ένα χωνευτήρι όπου οι εμπειρίες ενός παιδιού και εφήβου φιλτράρονται μέσα από την ωριμότητα ενός ενήλικα που επανεξετάζει το παρελθόν του—όχι για να το εξωραΐσει, αλλά για να το κατανοήσει. Έτσι, το έργο προσφέρει μια εξαιρετική βάση για ερμηνευτική ανάγνωση, καθώς τοποθετείται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, στο βιωματικό και το κοινωνικά σημασιολογημένο. Το κείμενο κινείται διαρκώς ανάμεσα σε δύο άξονες: (α) την πορεία ενηλικίωσης του ήρωα-αφηγητή και (β) τη μνημονική ανασύσταση της λαϊκής ελληνικής πραγματικότητας των δεκαετιών 1960–1980. Το σημείο τομής αυτών των δύο δεν είναι άλλο από τη συγκρότηση της ανδρικής ταυτότητας—όχι ως βιολογικό γεγονός, αλλά ως κοινωνική και ηθική διαδικασία. Το περιστατικό που εγκαινιάζει το αφήγημα—η συνάντηση του Ηρακλή με τον φίλο του Ηφαιστίωνα σε μια ταβέρνα στο Μεταξουργείο το 2025—είναι φαινομενικά ασήμαντο. Ωστόσο, αποτελεί κρίσιμο δομικό στοιχείο: λειτουργεί ως «πύλη μνήμης», ως συμβολικός τόπος όπου το παρόν ακουμπάει το παρελθόν. Και στη συνέχεια η ιστορία των ηλικιωμένων πρώην εργαζομένων σε οίκο ανοχής, όπως την αφηγείται ο σερβιτόρος Δαρείος, ανασύρει από τον πυρήνα της μνήμης του αφηγητή ένα δικό του μυστικό: την πρώτη του απόπειρα να «γίνει άντρας». Αυτή η ανάκληση δεν είναι απλώς επιλεκτική. Διαθέτει τη δύναμη της αφήγησης όχι μόνο να αναπαριστά, αλλά και να *διαμορφώνει* τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος κατανοεί την ίδια του τη ζωή. Ο ώριμος Ηρακλής ανασυνθέτει το παρελθόν του όχι όπως το έζησε το παιδί, αλλά όπως το κατανοεί ο ενήλικος που στοχάζεται πάνω του. Το κείμενο, έτσι, δεν αποσκοπεί σε μια «πιστή» απεικόνιση της πραγματικότητας, αλλά σε μια ερμηνευτική. Η μνήμη, ευμετάβλητη και διαμορφωτική, καθίσταται ταυτόχρονα πηγή γνώσης και πεδίο αυτοστοχασμού. Η πιο εκτεταμένη επεισοδιακή ενότητα του βιβλίου αφορά τη μύηση του Ηρακλή στον κόσμο της σεξουαλικότητας μέσω των μπουρδελότσαρκων στη Νίκαια και στην περιοχή της Κουμουνδούρου. Η εμπειρία αυτή, ενταγμένη απολύτως στην κουλτούρα των λαϊκών συνοικιών της εποχής, λειτουργεί ως άτυπο «τεστ ανδρισμού». Η παρέα των Πολυκατοικιωτών—με τα εύγλωττα παρατσούκλια, τις υπερβολές και την ταραχώδη ζωντάνια της—εκπροσωπεί ένα άγραφο κοινωνικό σύστημα όπου η αξία του άντρα καθορίζεται από την ερωτική του επάρκεια και τη δυνατότητα να συμμετάσχει στις κοινές τελετουργίες του φύλου. Η αποτυχία του Ηρακλή να ολοκληρώσει την ερωτική πράξη, εξαιτίας του άγχους, αποδομεί εκ των έσω το κυρίαρχο ανδρικό στερεότυπο. Μέσα σε λίγες σελίδες, ο αναγνώστης βλέπει να συμπυκνώνονται: – η πίεση της «πρώτης φοράς», – η ανάγκη για κοινωνική επιβεβαίωση, – ο φόβος της έκθεσης και της ανεπάρκειας, – το ψυχικό βάρος της προσδοκίας. Η αφήγηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι δεν εξωραΐζει τον έφηβο· τον παρουσιάζει αγχωμένο, αδέξιο, φοβισμένο. Η κοινωνική επιταγή του ανδρισμού, η οποία απαιτεί από το αγόρι να σταθεί στο ύψος μιας τελετουργίας για την οποία κανείς δεν το έχει προετοιμάσει, αναδεικνύεται εδώ ως βίαιη σύγκρουση ανάμεσα στο σώμα του και στο βλέμμα των άλλων. Η λέξη «άντρας» δεν είναι βιολογική· είναι κοινωνική επιταγή, ένα κανονιστικό πλαίσιο που επιβάλλεται μέσα από το βλέμμα της παρέας, της οικογένειας, της ίδιας της μητέρας («χάρηκε τόσο πολύ που ήθελε να το διαλαλήσει στις γειτόνισσες»). Έτσι, η «μύηση» δεν γίνεται με την πράξη, αλλά με την εσωτερική κατάρρευση της ψευδαίσθησης και τη μετέπειτα κατανόηση. Ένα από τα πιο συνεκτικά στοιχεία του βιβλίου είναι η λεπτομερής χαρτογράφηση της Νίκαιας. Οι εργατικές πολυκατοικίες, τα ισόγεια σπίτια με τις αυλές, οι γυρολόγοι που διαλαλούσαν τις πραμάτειές τους, τα χωμάτινα δρομάκια, τα παιχνίδια των παιδιών, οι βεγγέρες των νοικοκυριών, οι φιγούρες των μικροκοινωνικών «μύθων»—όλα αυτά περιγράφονται με μοναδική ακρίβεια. Δεν πρόκειται όμως για απλή νοσταλγία. Ο συγγραφέας δεν ανακαλεί την παιδική του ηλικία για να την εξιδανικεύσει, αλλά για να δείξει πώς ένα ολόκληρο κοινωνικό σύστημα λειτουργούσε με άγραφους κανόνες, συλλογικές συμπεριφορές και κοινή ηθική. Η Νίκαια λειτουργεί, επομένως, ως κοινωνιολογικό υπόβαθρο του βιβλίου. Στο έργο, η γειτονιά παρουσιάζεται ως: – ένα σύστημα κοινωνικής αλληλεγγύης, – ένας τόπος αντίστασης στη φτώχεια, – ένας χώρος όπου η παιδική ηλικία είναι «συλλογική» και όχι ατομική, – ένας πυρήνας πολιτισμού ο οποίος καθορίζει βαθιά τις αντιλήψεις των παιδιών. Η παρουσία χαρακτήρων όπως ο «Γαλατάς», ο «Χορταράς», ο «Τσίμπλης», ο «Νικολάκης που ρωτά αν είναι όμορφος» ή ο μπαρμπα-Τόλης ο χειροπράκτης δεν αποτελούν απλώς χρωματική πινελιά. Η αφήγηση τους εντάσσει ως λειτουργικά στοιχεία ενός μικρόκοσμου όπου οι ρόλοι είναι αναγνωρίσιμοι, οι σχέσεις προβλέψιμες και η κοινωνική συνοχή ισχυρή. Η γειτονιά είναι η μήτρα της ταυτότητας. Και το βιβλίο το υπενθυμίζει σε κάθε σελίδα. Οι γονείς του Ηρακλή αποτελούν δύο από τις σημαντικότερες φιγούρες του βιβλίου. Ο πατέρας, Σπύρος, είναι άνθρωπος των αντιφάσεων: μεγαλόψυχος, ηθικός, εργατικός, αλλά και παγιδευμένος στο πάθος της χαρτοπαιξίας. Η προσωπικότητά του σκιαγραφείται με αγάπη αλλά και με απογοήτευση—καθώς ο μικρός Ηρακλής τον βλέπει να «χάνεται» σε μια συνήθεια που απειλεί την οικογένεια. Η μητέρα, Θάλεια, είναι ο σταθερός άξονας του σπιτιού: τρυφερή και αυστηρή, εύστροφη, κοινωνική, φύλακας του νοικοκυριού αλλά και φορέας μιας σοφίας που διαμορφώνει βαθιά τον αφηγητή. Η φράση της «Γιατί όχι και σ’ εμένα;» συνιστά φιλοσοφικό πυρήνα του βιβλίου, μια υπενθύμιση ότι η ζωή δεν είναι δίκαιη ή άδικη «κατ’ επιλογήν»—είναι απλώς κοινή για όλους. Οι δύο αυτοί γονείς λειτουργούν ως διπλή ηθική κληρονομιά: – από τη μία, το μάθημα της αξιοπρέπειας, της εργατικότητας και της αγάπης· – από την άλλη, η πληγή της απώλειας, της αδυναμίας και της ενοχής. Ο ενήλικος Ηρακλής, κοιτάζοντας πίσω, δεν τους αγιοποιεί. Τους αποδέχεται με την πληρότητα της ανθρώπινης φύσης τους. Αυτή η ωριμότητα αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της ερμηνευτικής αξίας του κειμένου. Η ιστορία του Σωκράτη και της Ζιζέλ είναι ίσως η πιο εντυπωσιακή και κοινωνικά επαναστατική ενότητα του έργου. Ο Σωκράτης, ένα «φτωχόπαιδο» της Νίκαιας, συνάπτει σχέση με μια τρανς γυναίκα, τη Ζιζέλ, η οποία εργάζεται στον χώρο της πορνείας. Η σχέση αυτή δεν είναι περιθωριακή, ούτε υπόγεια· αντιθέτως, εξελίσσεται σε συντροφικότητα, κοινωνικότητα, ακόμη και γάμο. Η ισχύς της συγκεκριμένης ιστορίας είναι διπλή: 1. Ανατρέπει τα στερεότυπα: παρουσιάζει έναν άνδρα της λαϊκής τάξης να συνδέεται συναισθηματικά με μια τρανς γυναίκα σε εποχές όπου τέτοια σχέση θα θεωρούνταν κοινωνικά αδιανόητη. 2. Υπονομεύει την ηθική ιεραρχία της εποχής, σύμφωνα με την οποία τα μπουρδέλα ήταν χώροι ντροπής και κοινωνικής αορατότητας. Εδώ γίνονται χώροι συναισθημάτων, επιλογών και ζωών με πληρότητα. Η Ζιζέλ δεν παρουσιάζεται ως «εξωτική» φιγούρα, αλλά ως γυναίκα δυνατή, ευγενική, με ισχυρή προσωπικότητα και κοινωνική επιρροή. Η αποκάλυψη του φύλου της στη σκηνή του γάμου δεν λειτουργεί ως «σοκ», αλλά ως υπενθύμιση του πόσο περιοριστικές είναι οι κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις. Η ιστορία αυτή προσδίδει στο βιβλίο μια σύγχρονη, προοδευτική διάσταση, δείχνοντας ότι η αγάπη και η συντροφικότητα μπορούν να ανθίσουν σε όποιο περιβάλλον κι αν βρεθούν. Η προφορικότητα του κειμένου δεν είναι απλώς αισθητική επιλογή· είναι ερμηνευτικό εργαλείο. Το βιβλίο φτιάχνει την εντύπωση ζωντανής αφήγησης, σαν να μιλά ο αφηγητής σε φίλους, με χιούμορ, παύσεις, επιφωνήματα, λαϊκές λέξεις και ιδιωματικούς όρους. Με αυτόν τον τρόπο: – αποκαθίσταται η αμεσότητα της μνήμης, – ενισχύεται η αυθεντικότητα, – δημιουργείται συναισθηματική εγγύτητα με τον αναγνώστη. Η γλώσσα, επομένως, γίνεται φορέας ταυτότητας. Η ανάμειξη τρυφερότητας, τραχύτητας, αθυροστομίας και ποιητικότητας αντανακλά το ίδιο το μωσαϊκό της λαϊκής ζωής που περιγράφεται. Η αφήγηση γίνεται όχι απλώς φορέας ιστοριών, αλλά φορέας πολιτισμού. Στο τέλος της ανάγνωσης, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι ο τίτλος ‘Παράδρομος’ δεν είναι τυχαίος. Ο παράδρομος είναι ο μικρός δρόμος δίπλα στον κεντρικό· ο δρόμος των παιδιών, των φτωχών, των καθημερινών ανθρώπων—εκείνων που δεν έζησαν μεγάλες ιστορικές στιγμές, αλλά συνέθεσαν τη συλλογική εμπειρία μιας εποχής. Για τον Ηρακλή, ο παράδρομος είναι η μεταφορά της δικής του ζωής: ένας δρόμος χωρίς επιτήδευση, γεμάτος μικρά επεισόδια που όμως διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα του. Η ενηλικίωση, έτσι όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο, δεν είναι γραμμική εξέλιξη. Είναι η συσσώρευση εμπειριών, η μάχη με τις αδυναμίες, η συνάντηση με την πραγματικότητα, η απώλεια και η διατήρηση των αξιών. Ο ενήλικος αφηγητής, ανατρέχοντας στο παρελθόν, δεν αναζητά ηρωισμό. Αναζητά νόημα. Και τελικά βρίσκει ότι η αληθινή ανδρική ταυτότητα δεν βρίσκεται ούτε στην ερωτική επιτυχία ούτε στην κοινωνική επιβεβαίωση, αλλά στη βαθιά συναισθηματική ωρίμανση και στην ηθική συνέπεια. Ο *Παράδρομος* δεν είναι απλώς αφήγημα ενηλικίωσης. Είναι μια εντατική άσκηση μνήμης και αυτογνωσίας. Είναι ένα βιβλίο που, χωρίς να κάνει ηθικολογίες, αναδεικνύει τη σημασία της οικογένειας, της γειτονιάς, της συλλογικότητας, των ορίων, της αποδοχής. Με άμεσο, ανθρώπινο λόγο, μεταφέρει μια εποχή που έφυγε, αλλά που συνεχίζει να καθορίζει τους ανθρώπους που μεγάλωσαν μέσα της. Το έργο του Ζαΐρη έχει κάτι από το υλικό της παράδοσης και κάτι από την τόλμη της σύγχρονης εμπειρίας. Αποτυπώνει τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας σε μετάβαση και τις μεταποιεί σε προσωπικό στοχασμό. Ο αναγνώστης φεύγει από το βιβλίο όχι μόνο γνωρίζοντας καλύτερα μια εποχή, αλλά έχοντας κοιτάξει και λίγο βαθύτερα μέσα του· γιατί κάθε παιδική ιστορία που ανασκαλεύεται με ειλικρίνεια είναι τελικά μια ιστορία για τον άνθρωπο. (1490 λέξεις) https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/25863-paradromos

4.12.25

Ο Κώστας Λογαράς για το 'Κόντρα ρόλος'

Το καυτο θέμα του γήρατος, τον παραγκωνισμο του ογδονταχρονου ήρωα Λάμπρου Αρνή απο την εργασιακή δραστηριότητα, την μη συμμετοχή πια στο "γίγνεσθαι" του κόσμου , την απώλεια της σεξουαλικης του ικανότητας είναι το θέμα του πρόσφατου μυθιστορηματος του Μάνου Κοντολεων ( Μάνος Κοντολέων Εκδόσεις Πατάκη-Patakis Publishers, Ιούνιος 2025). Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορηματος φέρει βαρέως τον παροπλισμό στον οποίο έχει περιπεσει εξαιτίας ακριβώς των γηρατειών τη στιγμή που σε όλη του τη ζωή ήταν μάχιμος θεατρικός κριτικος και κριτικός Λογοτεχνίας. Οι παρεμβάσεις του καθόριζαν την τύχη πολλών καλλιτεχνών. Τωρα , στα 80 του, αναστοχαζεται το παρελθόν του καθώς και τις σχέσεις του με την νεώτερη κατά 40 χρόνια σύζυγό του Αντρίνα , ηθοποιό στο επάγγελμα. Ο Κοντολεων βρίσκει τον τρόπο να παρουσιάσει μια ενδιαφέρουσα πλοκή στο μυθιστόρημά του ( τα έργα τού Μάνου Κοντολεων , ειρήσθω εν παρόδω, διακρίνονται για την ευφανταστη πλοκή τους χάρη στην οποία ο συγγραφέας καταφερνει να πετυχαινει την εύλογη, "κατά το εικός και αναγκαίο", τροπή των πραγμάτων, την "εις τουναντίον των πραττομενων μεταβολή"). Πώς τα καταφέρνει αυτή τη φορα; Στο μυθιστόρημα "Κόντρα ρόλος" βάζει σαν σφήνα στη ζωή του ζευγαριού -του Λάμπρου Αρνή και της γυναίκας του Αντρίνας-, έναν γιο του Λαμπρου Αρνή, τον εξώγαμο Πασχάλη , την ύπαρξη του οποίου αγνοούσε έως τώρα ο γηραλέος ήρωας. Το μυθιστόρημα παίρνει άλλη τροπή και συγχρόνως πυροδοτει το ενδιαφέρον του αναγνώστη δεδομένου ότι η ηθοποιος Αντρίνα προετοιμαζεται να ανεβασει στο θέατρο τη "Φαίδρα" του Ρακίνα οπου θα παίξει τον ομώνυμο ρόλο. Θα γίνει άραγε και στη ζωή ό,τι γίνεται και στο έργο μεταξύ του Ιπολλυτου και της μητερας του -μητριάς Φαιδρας; Ο αναγνωστης παρακολουθεί με πολύ ενδιαφέρον την εξέλιξη των σχέσεων καθώς και τις ψυχικές διακυμάνσεις των ηρώων τού μυθιστορηματος.

23.11.25

Θεματοφύλακες λόγω Τεχνών

Υπάρχουν στιγμές που η ζωή μοιάζει με θεατρική σκηνή: άλλος φοράει το κοστούμι του πρωταγωνιστή, άλλος μένει σιωπηλός στο παρασκήνιο, ενώ όλοι μαζί δοκιμάζουν τις αντοχές τους στο φως και στη σκιά. Έτσι ένιωσα διαβάζοντας το «Κόντρα ρόλος» του Μάνου Κοντολέοντος, ένα μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκης και σε φέρνει αντιμέτωπο με τον χρόνο, το πάθος και την ανάγκη για αυτογνωσία. Κεντρικός ήρωας είναι ο Λάμπρος Αρνής, κριτικός θεάτρου που για χρόνια όριζε με τις λέξεις του τις κατευθύνσεις μιας ολόκληρης σκηνής. Τώρα, κουρασμένος από το σώμα και την εποχή του, μοιάζει να αποσύρεται, κουβαλώντας όμως μαζί του μνήμες και αμφιβολίες. Στο πλευρό του βρίσκεται η νεότερη σύζυγός του, Αντρίνα, ηθοποιός με φιλοδοξίες που δεν θα έπαιρναν σάρκα και οστά χωρίς την καθοδήγησή του. Στη ζωή του επανεμφανίζεται και η Σιμπέλ, μια παλιά αγαπημένη, μαζί με τον γιο της, τον φωτογράφο Πασκάλ. Αυτές οι συναντήσεις φέρνουν ταραχή σε έναν άνθρωπο που νόμιζε ότι είχε κλείσει τους λογαριασμούς του με το πάθος. Εξάλλου η θνητότητα κι η μνήμη σε παγιδεύουν κατά τη συμφιλίωση με το παρελθόν και την αποδοχή της φθοράς. Το θέατρο διατρέχει όλο το βιβλίο, άλλοτε σαν σκηνικό κι άλλοτε σαν εσωτερικός καθρέφτης. Η «Φαίδρα» του Ρακίνα λειτουργεί σαν πρόπλασμα-υπόμνηση του απαγορευμένου πόθου που μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφές, μα και σαν σημείο εκκίνησης για να δούμε πώς ο αντάρτης έρωτας, εκείνος ο απελευθερωτικός μα και αυτοκαταστροφικός, και η επιθυμία δεν γνωρίζουν ηλικία. Ο κύριος Κοντολέων στήνει με μαεστρία τόσες αντιθέσεις: από τη μια το βάρος της φθοράς και του γήρατος, από την άλλη η ακατέργαστη δύναμη των νέων που παρασύρονται από την επιθυμία και το ανίκητο πάθος. Η γραφή είναι γεμάτη εσωτερικούς μονόλογους, σαν οι ήρωες να στέκονται μόνοι πάνω στη σκηνή και να μιλούν κατευθείαν στον αναγνώστη. Ο συγγραφέας δεν τους λυπάται, ούτε τους εξιδανικεύει· τους κοιτάζει με κατανόηση, αποτυπώνοντας τις αδυναμίες και τις σιωπές τους με εσωτερικούς κραδασμούς. Δίπλα στους ήρωες παρελαύνουν μορφές της λογοτεχνίας και της τέχνης –από τον Προυστ και τον Κάφκα μέχρι τον Μπαλζάκ και τον Τσίρκα–, σαν να συμμετέχουν κι αυτοί στο έργο, θυμίζοντας ότι η δημιουργία δεν παύει ποτέ να συνομιλεί με τη ζωή. Αυτό που μένει στο τέλος είναι ένα μυθιστόρημα που μιλά για τη φθορά, τον έρωτα, τις γονεϊκές σχέσεις, αλλά και για την ανάγκη να συνεχίσει κανείς να επιθυμεί. Το «Κόντρα ρόλος» δεν περιορίζεται σε μια ιστορία σχέσεων· είναι μια στοχαστική ματιά στον τρόπο που ο έρωτας, η τέχνη και ο χρόνος υφαίνουν μαζί τον ρόλο που καλείται να παίξει ο καθένας μας. Είναι η τολμηρή τέχνη της θνητότητας. Κλείνοντας το «Κόντρα ρόλος», αναρωτήθηκα: μήπως όλοι μας, κάποια στιγμή, χρειάζεται να παίξουμε τον πιο δύσκολο ρόλο, αυτόν που δεν γράφτηκε ποτέ για μας, αλλά τον απαιτεί η ίδια η ζωή; Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη https://www.thematofylakes.gr/kontra-rolos/

15.11.25

Τρία εικονογραφημένα βιβλία που αναφέρονται στη συνύπαρξη, στη μοναδικότητα και στη μοναχικότητα

Το εικονογραφημένο βιβλίο για παιδιά παρουσιάζει μια εκδοτική άνθηση στις μέρες μας. Οι εικονογραφήσεις είναι πολύ υψηλού επιπέδου και αποτελούν το πρώτο ερέθισμα για να προσέξει τα βιβλία ο μελλοντικός τους αναγνώστης. Αλλά το καλό εικονογραφημένο βιβλίο πρέπει πρωτίστως να διαθέτει ένα καλό κείμενο -έστω κι αν είναι ελάχιστο, λίγες φράσεις. Γιατί όταν αναφερόμαστε σε βιβλίο και εφόσον λόγος και εικόνα συνυπάρχουν, θα πρέπει πρώτιστα να το αντιμετωπίζουμε ως λογοτεχνικό έργο. Το γιατί τα εικονογραφημένα βιβλία παρουσιάζουν και στο εξωτερικό και στη χώρα μας μια άνθηση είναι θέμα που αξίζει να μελετηθεί. Μια πρώτη -και σαφώς πρόχειρη-ερμηνεία είναι αυτή που έχει να κάνει με το γεγονός πως τα σημερινά παιδιά είναι ιδιαιτέρως εξαρτημένα από την εικόνα, άρα το εικονογραφημένο βιβλίο θεωρείται πως κάπως πιο εύκολα μπορεί να τα πλησιάσει. Αλλά όταν δίνουμε στο παιδί ένα βιβλίο θα πρέπει να έχουμε κατά νου πως στην ουσία προσπαθούμε να το μυήσουμε στην φιλαναγνωσία. Άρα πρώτη φροντίδα είναι η γλώσσα και το μήνυμα που εκείνη στέλνει. Με αυτό το κριτήριο, έγινε η επιλογή των τριών βιβλίων του σημειώματος αυτού.
Μισέλ Φλαις «Το ντροπαλό βιβλίο» Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη Εκδόσεις Πατάκη Ο Μισέλ Φάις είναι ένας από τους πλέον δραστήριους σύγχρονους ανθρώπους των γραμμάτων μας -συγγραφέας με πλούσιο έργο, υπεύθυνος σελίδων βιβλίου σε εφημερίδες και περιοδικά, διδάσκει δημιουργική γραφή, έχει επιμεληθεί λογοτεχνικές σειρές. Το 2004 κυκλοφόρησε και το πρώτο του παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο, ενώ μετά από ένα χρόνο δίνει στο φως της δημοσιότητας και το δεύτερο. Η ‘ενήλικη’ λογοτεχνική γραφή του έχει μια εντελώς δική της ταυτότητα -πρόκειται για συγγραφέα που με τις λέξεις φωτίζει απρόσμενες πλευρές σκέψεων και συναισθημάτων, ενώ οι αφηγήσεις του δεν ακολουθούν μια γραμμική πορεία. Τελικά μπορεί κανείς να πει πως ο Φάις φωτίζει μια αθέατη ως ένα βαθμό υπόσταση των εσωτερικών συνθηκών που καθορίζουν την ζωή των ανθρώπων. Αυτή του η ικανότητα, βρήκε ένα νέο τρόπο να υλοποιείται μέσα από μια γραφή που η απλότητα η οποία την διακρίνει της επιτρέπει να ξεσκεπάζει το βαθύτερο και ουσιαστικότερο νόημα της παιδικότητας -δηλαδή, μιας απελευθερωμένης από συμβάσεις όρασης του κόσμου. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και στο δεύτερο παιδικό του βιβλίο -που όπως κάθε γνήσια παιδικό αξίζει να διαβαστεί και από ενήλικες-.’Έχετε δει ποτέ βιβλίο να κρύβεται πίσω από άλλα βιβλία σε βιβλιοθήκες;’ Με αυτό το ερώτημα ξεκινά η αφήγηση και στη συνέχεια θα μας περιγράψει τις ‘συμπεριφορές’ όσων βιβλίων ντρέπονται να παρουσιαστούν και που κάποια στιγμή ίσως καταφέρουν να ξεθαρρέψουν. Κι αυτό θα συμβεί όταν κάποιο επίσης ντροπαλό χέρι ανακαλύψει τις κρυψώνες τους και κερδίσει την εμπιστοσύνη τους. Με όχημα την παιδική ματιά ο Φάις μας μιλά για την μοναδικότητα της σχέσης αναγνώστη και κειμένου και παράλληλα υποστηρίζει την ιδέα πως αυτή η σχέση δεν μπορεί να είναι μια σχέση που κραυγάζει, αλλά μια σχέση απολύτως μοναδική και ασφαλώς υποκειμενική. Το τόσο πρωτότυπο κείμενο το έχει εικονογραφήσει η έμπειρη και ταλαντούχος εικονογράφος Ντανιέλα Σταματιάδη
Ελένη Πριοβόλου «Η Ραμού και η φάλαινα Μπελού» Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη Εκδόσεις Καστανιώτη Η ίδια εικονογράφος -η Ντανιέλα Σταματιάδη- εικονογράφησε και αυτό το βιβλίο. Το έχει γράψει η Ελένη Πριοβόλου, μια συγγραφέας ιδιαιτέρως γνωστή για τα ιστορικά και κοινωνικά της μυθιστορήματα, που όμως έχει μια επίσης σημαντική και αξιόλογη παρουσία στην παιδική λογοτεχνία και στις εικονογραφημένες ιστορίες. Η Πριοβόλου είναι συγγραφέας με πολιτικό αποτύπωμα. Και βέβαια το πλέον πολιτικό αποτύπωμα ενός συγγραφέα που απευθύνει ένα έργο του σε αναγνώστες μικρής ηλικίας έχει οικολογικό προβληματισμό. Στη συγκεκριμένη ιστορία τα δυο στοιχεία που κυριαρχούν στον πλανήτης μας -το χώμα με ο αέρας από τη μια, το νερό από την άλλη- εκπροσωπούνται από ένα μικρός κορίτσι και μια μικρή φάλαινα αντίστοιχα, που γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Το γεγονός αυτό -μέσα στα πλαίσια μιας φανταστικής αφήγησης- επιτρέπει στις δυο ηρωίδες να επικοινωνούν μεταξύ τους και να μυεί η μια την άλλη στα μυστικά των κόσμων τους. Η επικοινωνία αυτή θα ξαφνιάσει στην αρχή τους εκπροσώπους των δύο κόσμων, αλλά θα είναι η επιστημονική γνώση που θα αποδείξει πως μια τέτοια επικοινωνία και εφικτή είναι και χρήσιμη. Ευρηματικό κείμενο γραμμένο με μια βαθιά προσέγγιση του τρόπου με τον οποίο μπορεί ένας μικρός αναγνώστης να κατανοήσει την ολότητα της φυσικού συστήματος και το πως και ο άνθρωπος μέρος αυτού του συστήματος είναι.
Μαρία Λυκάρτση «Το μόνο παιδί» Εικονογράφηση: Zafouko Yamamoto Εκδόσεις Παπαδόπουλος Μια νέα φωνή στο χώρο του εικονογραφημένου βιβλίου είναι η Μαρία Λυκάρτση. Τρία έως τώρα τα βιβλία που υπογράφει, αλλά δείχνουν να είναι αρκετά για να σκιαγραφήσουν τις θεματικές και το συγγραφικό ύφος της. Ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο της Φύσης, αλλά και μέσα στην κοινωνία -η περιοχή όπου κινείται η έμπνευσή της. Με μια γλώσσα λιτή, απλή, μα και με υπόγεια στοιχεία ποιητικότητας -κάπως έτσι υλοποιείται η γραφή της. ‘Τον αέρα τον ένιωθε πριν φτάσει στο τζάμι του το γέλιο της Μαίρης, δεν θα το μπέρδευε ποτέ με της Λένας. Πιο πολύ από τις λέξεις άκουγε καμιά φορά τη σιωπή’ Ένα αγόρι -που πολύ εύστοχα η εικονογράφος θα μας δείξει το πρόσωπό του μόνο στην τελευταία ζωγραφιά, τότε που η συγγραφέας θα παρατηρήσει πως: Ήταν ίσως, το μόνο παιδί που δεν θα ‘νιωθε μόνο του τελικά ποτέ- είναι ο κεντρικός χαρακτήρας της αφήγησης. Ένα παιδί που μπορεί και διαισθάνεται και δεν φοβάται την ιδιαιτερότητα των συναισθημάτων του. Κι αυτό όσο κι αν ιδιαιτερότητα μπορεί να σημαίνει μοναχικότητα και όχι μοναξιά, μια καθημερινότητα χωρίς ‘φίλους’ και’ ακολούθους’ αλλά συντρόφους όπως το γέλιο, το κλάμα, η μυρωδιές, τα χρώματα, οι εκφράσεις στα πρόσωπα των άλλων. Μια ιδιαίτερα εύστοχη εξιστόρηση του διαφορετικού μέσα στις προδιαγραφές ενός εικονογραφημένου βιβλίου που ασφαλώς και όχι μόνο μπορεί, αλλά και αξίζει να διαβαστεί από αναγνώστες κάθε ηλικίας. Η εικονογράφηση της Zafouko Yamamoto (ψευδώνυμο της Ζαφειρούλας Σιμοπούλου) διατηρεί το ύφος μιας παιδικής σύνθεσης καθώς περιγράφει την καθημερινότητα ενός παιδιού σε αστικό περιβάλλον. Βιβλιοδρόμιο , 15/11/2025

4.11.25

Συνέντευξη στην Βασιλική Παππά για το Culture Magazine

Μιλήσαμε με τον Μάνο Κοντολέων, έναν από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, με μια πορεία δεκαετιών που έχει αφήσει έντονο αποτύπωμα στη νεοελληνική λογοτεχνία. Η συζήτησή μας κινήθηκε γύρω από τη γραφή, τον ρόλο του συγγραφέα, τη νέα εποχή, τους αναγνώστες και τη διαρκή αναζήτηση του νοήματος μέσα από τις λέξεις. Από την πρώτη μας επικοινωνία ήταν φανερό πως πρόκειται για έναν άνθρωπο που αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία όχι μόνο ως πράξη δημιουργίας, αλλά και ως τρόπο ζωής — μια μακρά συνομιλία ανάμεσα στον εαυτό και τον κόσμο. Β.Π.: Κύριε Κοντολέων, κοιτάζοντας πίσω στη μακρά λογοτεχνική σας πορεία, τι θεωρείτε ότι παραμένει σταθερό μέσα σας ως κίνητρο για τη γραφή; Μ.Κ.: Ξεκίνησα να γράφω λίγο μετά τα δέκα μου χρόνια. Και από τότε είχα αποφασίσει πως θα γινόμουν συγγραφέας. Τι ήταν αυτό που με ώθησε να πάρω μια τέτοια απόφαση; Φαντάζομαι το ίδιο με αυτό που με κάνει να συνεχίζω να γράφω. Ποιο όμως είναι; Θα το έλεγα —έτσι κάπως γενικόλογα— ταλέντο. Αλλά πρέπει να είναι κάτι περισσότερο. Δεν το έχω μάθει και δεν περιμένω —μήτε και στην ουσία θέλω— να το μάθω. Η όλη διαδικασία της συγγραφής έχει και μια μαγική διάσταση. Ας την κρατήσω… Β.Π.: Υπάρχουν έργα ή ήρωές σας που αισθάνεστε πως σας συντρόφεψαν στη ζωή σας περισσότερο απ' ό,τι περιμένατε; Ο συγγραφέας μιλά στο κοινό, μεταδίδοντας τον ενθουσιασμό και τη σκέψη του για το έργο του. Μ.Κ.: Σίγουρα όλους τους ήρωές μου τους αγάπησα όταν τους έπλαθα. Κάποιους μπορεί και να τους έχω πλέον ξεχάσει. Άλλους τους θυμάμαι με μια διάθεση νοσταλγίας — κάτι σαν παλιούς συντρόφους. Υπάρχουν κι εκείνοι που πάντα είναι δίπλα μου. Και το ήξερα πως θα ήταν… γιατί μου πήρανε —ή τους έδωσα— ένα μεγάλο μέρος του εαυτού μου. Ίσως το πλέον κρυφό για τον όποιον άλλον. Β.Π.: Πόσο πιστεύετε ότι η κοινωνία που ζούμε επηρεάζει τη φωνή του συγγραφέα; Μπορεί η λογοτεχνία να σταθεί απέναντι στην ταχύτητα και τη φευγαλέα φύση της εποχής; Μ.Κ.: Ο συγγραφέας είναι πάντα παιδί της εποχής του. Την εποχή του καταγράφει, ακόμα κι όταν γράφει για παλαιότερες ή μελλοντικές εποχές. Τώρα αν αυτή η λογοτεχνία που έως τώρα γνωρίζουμε μπορεί να σταθεί απέναντι στην ταχύτητα και την επιδερμικότητα της εποχής μας, αυτό ας περιμένουμε να το δούμε. Προσωπικά έχω κάποιες ανησυχίες… Αλλά είναι πολύ νωρίς ακόμα για να δούμε αν η αφήγηση έτσι όπως την ξέραμε θα συνεχίσει να υπάρχει ή θα πάρει μιαν άλλη μορφή ή και να εξαφανιστεί. Β.Π.: Σας απασχολεί ο ρόλος του συγγραφέα ως «παρατηρητή» ή ως «συμμετέχοντα» στα γεγονότα; Μ.Κ.: Και τα δυο. Πρώτα παρατηρώ και στη συνέχεια συμμετέχω μέσω της γραφής. Β.Π.: Αν η λογοτεχνία είχε μια ευθύνη σήμερα, ποια θα λέγατε ότι είναι αυτή; Μ.Κ.: Δε θέλω να βαρύνω κάτι τόσο εσωτερικό όσο και προσωπικό —τόσο ως δημιουργία όσο και ως απόλαυση— όπως είναι η λογοτεχνία και η ανάγνωσή της με κάποια ευθύνη. Ευθύνη έχει ο συγγραφέας —αυτός ναι. Ευθύνη έχει ο αναγνώστης. Αλλά άλλο ο συγγραφέας και ο αναγνώστης, κι άλλο η λογοτεχνία. Β.Π.: Παρακολουθείτε τους νέους συγγραφείς; Τι σας εντυπωσιάζει ή σας προβληματίζει στη γραφή τους; Μ.Κ.: Προσπαθώ. Είναι πάρα πολλά τα νέα βιβλία που κυκλοφορούν, έτσι ώστε να μην θεωρώ τον εαυτό μου απόλυτο γνώστη της νεότερης λογοτεχνίας μας. Αλλά είμαι σίγουρος —απ' όσα έργα έχω καταφέρει να διαβάσω— πως οι νέοι συγγραφείς αναζητούν μέσα από αυτή τη μορφή έκφρασης να μορφοποιήσουν την εποχή που θα ζήσουν και τη θέση τους μέσα σε αυτή. Β.Π.: Πιστεύετε πως οι νέοι αναγνώστες προσεγγίζουν διαφορετικά τη λογοτεχνία σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές; Μ.Κ.: Δεν μου αρέσει να ομαδοποιώ ανθρώπους που έχουν παρόμοιες συνήθειες. Υπάρχουν διάφορες κατηγορίες αναγνωστών. Πάντως πιστεύω πως όλοι τους —με διαφορετικά ποιοτικά κριτήρια— σήμερα επηρεάζονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και γενικότερα από τον σύγχρονο τρόπο marketing. Β.Π.: Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η θέση του βιβλίου μέσα στην κοινωνία των εικόνων; Μ.Κ.: Αυτό που προτείνει το λογοτεχνικό βιβλίο είναι μια περισυλλογή, μια αναζήτηση του αναγνώστη στις πορείες ζωής άλλων ανθρώπων. Και βέβαια ζητά να ενεργοποιήσει ο καθένας μόνος του τη σκηνοθεσία της ιστορίας που διαβάζει. Β.Π.: Τι σας συγκινεί περισσότερο στην καθημερινότητα; Πώς βρίσκετε χώρο για προσωπική σιωπή και σκέψη; Μ.Κ.: Κάθε συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος με θετικά και αρνητικά γνωρίσματα. Με καθημερινές ανάγκες. Με σχέσεις που απαιτούν την προσοχή του και που κι ο ίδιος ζητά τη δική τους προσοχή. Ανάμεσα σε όλα αυτά κάπου υπάρχουν και αναπνέουν οι στιγμές προσωπικής περισυλλογής και δημιουργίας ενός άλλου κόσμου — της ιστορίας που κάθε περίοδο τυχαίνει να γράφει. Β.Π.: Και τέλος, τι εύχεστε να μείνει από το έργο σας όταν πια δεν θα είστε παρών να το υπερασπιστείτε; Μ.Κ.: Ξέρετε, κάποτε θα σας απαντούσα για την αγωνία της αθανασίας που διακατέχει τον κάθε δημιουργό. Αλλά πλέον ξέρω πως… ο θάνατός μου αφορά τους άλλους. Μια στιγμή στοχασμού: ο συγγραφέας μας κοιτά, σαν να μας καλεί να ακούσουμε τις λέξεις πίσω από το βλέμμα του. Επίλογος Η συνομιλία με τον Μάνο Κοντολέων ήταν μια ήρεμη υπενθύμιση ότι η λογοτεχνία δεν είναι μόνο η τέχνη των λέξεων, αλλά και μια στάση απέναντι στον κόσμο. Μέσα από την απλότητα του λόγου του διαφαίνεται μια βαθιά συνείδηση της εποχής και μια διαρκής πίστη στη δύναμη της αφήγησης. Σε έναν κόσμο που αλλάζει με ιλιγγιώδη ρυθμό, ο Μάνος Κοντολέων εξακολουθεί να υπερασπίζεται τη σιωπή, τη σκέψη και την ευθύνη του συγγραφέα — σαν παιδί μιας εποχής που ακόμα πιστεύει στις ιστορίες. Βασιλική Παππά, https://www.cultmagz.com/l/manos-kontoleon-o-syggrafeas-einai-panta-paidi-tis-epochis-toy/?fbclid=IwY2xjawN29BRleHRuA2FlbQIxMQABHqBJnGbZ9JIWSLc8xU42HNQ425Fl_w2OAwEsGTvAuFmuUbt0xbw03Ddf3N8F_aem_bWOGzHpKMNZiI0eU_DiUew