Μάνος Κοντολέων
Ημερολόγιο συγγραφικών περιπλανήσεων
23.11.25
Θεματοφύλακες λόγω Τεχνών
Υπάρχουν στιγμές που η ζωή μοιάζει με θεατρική σκηνή: άλλος φοράει το κοστούμι του πρωταγωνιστή, άλλος μένει σιωπηλός στο παρασκήνιο, ενώ όλοι μαζί δοκιμάζουν τις αντοχές τους στο φως και στη σκιά. Έτσι ένιωσα διαβάζοντας το «Κόντρα ρόλος» του Μάνου Κοντολέοντος, ένα μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκης και σε φέρνει αντιμέτωπο με τον χρόνο, το πάθος και την ανάγκη για αυτογνωσία.
Κεντρικός ήρωας είναι ο Λάμπρος Αρνής, κριτικός θεάτρου που για χρόνια όριζε με τις λέξεις του τις κατευθύνσεις μιας ολόκληρης σκηνής. Τώρα, κουρασμένος από το σώμα και την εποχή του, μοιάζει να αποσύρεται, κουβαλώντας όμως μαζί του μνήμες και αμφιβολίες. Στο πλευρό του βρίσκεται η νεότερη σύζυγός του, Αντρίνα, ηθοποιός με φιλοδοξίες που δεν θα έπαιρναν σάρκα και οστά χωρίς την καθοδήγησή του. Στη ζωή του επανεμφανίζεται και η Σιμπέλ, μια παλιά αγαπημένη, μαζί με τον γιο της, τον φωτογράφο Πασκάλ. Αυτές οι συναντήσεις φέρνουν ταραχή σε έναν άνθρωπο που νόμιζε ότι είχε κλείσει τους λογαριασμούς του με το πάθος. Εξάλλου η θνητότητα κι η μνήμη σε παγιδεύουν κατά τη συμφιλίωση με το παρελθόν και την αποδοχή της φθοράς.
Το θέατρο διατρέχει όλο το βιβλίο, άλλοτε σαν σκηνικό κι άλλοτε σαν εσωτερικός καθρέφτης. Η «Φαίδρα» του Ρακίνα λειτουργεί σαν πρόπλασμα-υπόμνηση του απαγορευμένου πόθου που μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφές, μα και σαν σημείο εκκίνησης για να δούμε πώς ο αντάρτης έρωτας, εκείνος ο απελευθερωτικός μα και αυτοκαταστροφικός, και η επιθυμία δεν γνωρίζουν ηλικία. Ο κύριος Κοντολέων στήνει με μαεστρία τόσες αντιθέσεις: από τη μια το βάρος της φθοράς και του γήρατος, από την άλλη η ακατέργαστη δύναμη των νέων που παρασύρονται από την επιθυμία και το ανίκητο πάθος.
Η γραφή είναι γεμάτη εσωτερικούς μονόλογους, σαν οι ήρωες να στέκονται μόνοι πάνω στη σκηνή και να μιλούν κατευθείαν στον αναγνώστη. Ο συγγραφέας δεν τους λυπάται, ούτε τους εξιδανικεύει· τους κοιτάζει με κατανόηση, αποτυπώνοντας τις αδυναμίες και τις σιωπές τους με εσωτερικούς κραδασμούς. Δίπλα στους ήρωες παρελαύνουν μορφές της λογοτεχνίας και της τέχνης –από τον Προυστ και τον Κάφκα μέχρι τον Μπαλζάκ και τον Τσίρκα–, σαν να συμμετέχουν κι αυτοί στο έργο, θυμίζοντας ότι η δημιουργία δεν παύει ποτέ να συνομιλεί με τη ζωή.
Αυτό που μένει στο τέλος είναι ένα μυθιστόρημα που μιλά για τη φθορά, τον έρωτα, τις γονεϊκές σχέσεις, αλλά και για την ανάγκη να συνεχίσει κανείς να επιθυμεί. Το «Κόντρα ρόλος» δεν περιορίζεται σε μια ιστορία σχέσεων· είναι μια στοχαστική ματιά στον τρόπο που ο έρωτας, η τέχνη και ο χρόνος υφαίνουν μαζί τον ρόλο που καλείται να παίξει ο καθένας μας. Είναι η τολμηρή τέχνη της θνητότητας.
Κλείνοντας το «Κόντρα ρόλος», αναρωτήθηκα: μήπως όλοι μας, κάποια στιγμή, χρειάζεται να παίξουμε τον πιο δύσκολο ρόλο, αυτόν που δεν γράφτηκε ποτέ για μας, αλλά τον απαιτεί η ίδια η ζωή;
Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
https://www.thematofylakes.gr/kontra-rolos/
15.11.25
Τρία εικονογραφημένα βιβλία που αναφέρονται στη συνύπαρξη, στη μοναδικότητα και στη μοναχικότητα
Το εικονογραφημένο βιβλίο για παιδιά παρουσιάζει μια εκδοτική άνθηση στις μέρες μας.
Οι εικονογραφήσεις είναι πολύ υψηλού επιπέδου και αποτελούν το πρώτο ερέθισμα για να προσέξει τα βιβλία ο μελλοντικός τους αναγνώστης.
Αλλά το καλό εικονογραφημένο βιβλίο πρέπει πρωτίστως να διαθέτει ένα καλό κείμενο -έστω κι αν είναι ελάχιστο, λίγες φράσεις.
Γιατί όταν αναφερόμαστε σε βιβλίο και εφόσον λόγος και εικόνα συνυπάρχουν, θα πρέπει πρώτιστα να το αντιμετωπίζουμε ως λογοτεχνικό έργο.
Το γιατί τα εικονογραφημένα βιβλία παρουσιάζουν και στο εξωτερικό και στη χώρα μας μια άνθηση είναι θέμα που αξίζει να μελετηθεί. Μια πρώτη -και σαφώς πρόχειρη-ερμηνεία είναι αυτή που έχει να κάνει με το γεγονός πως τα σημερινά παιδιά είναι ιδιαιτέρως εξαρτημένα από την εικόνα, άρα το εικονογραφημένο βιβλίο θεωρείται πως κάπως πιο εύκολα μπορεί να τα πλησιάσει.
Αλλά όταν δίνουμε στο παιδί ένα βιβλίο θα πρέπει να έχουμε κατά νου πως στην ουσία προσπαθούμε να το μυήσουμε στην φιλαναγνωσία. Άρα πρώτη φροντίδα είναι η γλώσσα και το μήνυμα που εκείνη στέλνει.
Με αυτό το κριτήριο, έγινε η επιλογή των τριών βιβλίων του σημειώματος αυτού.
Μισέλ Φλαις
«Το ντροπαλό βιβλίο»
Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη
Εκδόσεις Πατάκη
Ο Μισέλ Φάις είναι ένας από τους πλέον δραστήριους σύγχρονους ανθρώπους των γραμμάτων μας -συγγραφέας με πλούσιο έργο, υπεύθυνος σελίδων βιβλίου σε εφημερίδες και περιοδικά, διδάσκει δημιουργική γραφή, έχει επιμεληθεί λογοτεχνικές σειρές.
Το 2004 κυκλοφόρησε και το πρώτο του παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο, ενώ μετά από ένα χρόνο δίνει στο φως της δημοσιότητας και το δεύτερο.
Η ‘ενήλικη’ λογοτεχνική γραφή του έχει μια εντελώς δική της ταυτότητα -πρόκειται για συγγραφέα που με τις λέξεις φωτίζει απρόσμενες πλευρές σκέψεων και συναισθημάτων, ενώ οι αφηγήσεις του δεν ακολουθούν μια γραμμική πορεία.
Τελικά μπορεί κανείς να πει πως ο Φάις φωτίζει μια αθέατη ως ένα βαθμό υπόσταση των εσωτερικών συνθηκών που καθορίζουν την ζωή των ανθρώπων.
Αυτή του η ικανότητα, βρήκε ένα νέο τρόπο να υλοποιείται μέσα από μια γραφή που η απλότητα η οποία την διακρίνει της επιτρέπει να ξεσκεπάζει το βαθύτερο και ουσιαστικότερο νόημα της παιδικότητας -δηλαδή, μιας απελευθερωμένης από συμβάσεις όρασης του κόσμου.
Κάτι τέτοιο συμβαίνει και στο δεύτερο παιδικό του βιβλίο -που όπως κάθε γνήσια παιδικό αξίζει να διαβαστεί και από ενήλικες-.’Έχετε δει ποτέ βιβλίο να κρύβεται πίσω από άλλα βιβλία σε βιβλιοθήκες;’
Με αυτό το ερώτημα ξεκινά η αφήγηση και στη συνέχεια θα μας περιγράψει τις ‘συμπεριφορές’ όσων βιβλίων ντρέπονται να παρουσιαστούν και που κάποια στιγμή ίσως καταφέρουν να ξεθαρρέψουν. Κι αυτό θα συμβεί όταν κάποιο επίσης ντροπαλό χέρι ανακαλύψει τις κρυψώνες τους και κερδίσει την εμπιστοσύνη τους.
Με όχημα την παιδική ματιά ο Φάις μας μιλά για την μοναδικότητα της σχέσης αναγνώστη και κειμένου και παράλληλα υποστηρίζει την ιδέα πως αυτή η σχέση δεν μπορεί να είναι μια σχέση που κραυγάζει, αλλά μια σχέση απολύτως μοναδική και ασφαλώς υποκειμενική.
Το τόσο πρωτότυπο κείμενο το έχει εικονογραφήσει η έμπειρη και ταλαντούχος εικονογράφος Ντανιέλα Σταματιάδη
Ελένη Πριοβόλου
«Η Ραμού και η φάλαινα Μπελού»
Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη
Εκδόσεις Καστανιώτη
Η ίδια εικονογράφος -η Ντανιέλα Σταματιάδη- εικονογράφησε και αυτό το βιβλίο.
Το έχει γράψει η Ελένη Πριοβόλου, μια συγγραφέας ιδιαιτέρως γνωστή για τα ιστορικά και κοινωνικά της μυθιστορήματα, που όμως έχει μια επίσης σημαντική και αξιόλογη παρουσία στην παιδική λογοτεχνία και στις εικονογραφημένες ιστορίες.
Η Πριοβόλου είναι συγγραφέας με πολιτικό αποτύπωμα. Και βέβαια το πλέον πολιτικό αποτύπωμα ενός συγγραφέα που απευθύνει ένα έργο του σε αναγνώστες μικρής ηλικίας έχει οικολογικό προβληματισμό.
Στη συγκεκριμένη ιστορία τα δυο στοιχεία που κυριαρχούν στον πλανήτης μας -το χώμα με ο αέρας από τη μια, το νερό από την άλλη- εκπροσωπούνται από ένα μικρός κορίτσι και μια μικρή φάλαινα αντίστοιχα, που γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Το γεγονός αυτό -μέσα στα πλαίσια μιας φανταστικής αφήγησης- επιτρέπει στις δυο ηρωίδες να επικοινωνούν μεταξύ τους και να μυεί η μια την άλλη στα μυστικά των κόσμων τους. Η επικοινωνία αυτή θα ξαφνιάσει στην αρχή τους εκπροσώπους των δύο κόσμων, αλλά θα είναι η επιστημονική γνώση που θα αποδείξει πως μια τέτοια επικοινωνία και εφικτή είναι και χρήσιμη.
Ευρηματικό κείμενο γραμμένο με μια βαθιά προσέγγιση του τρόπου με τον οποίο μπορεί ένας μικρός αναγνώστης να κατανοήσει την ολότητα της φυσικού συστήματος και το πως και ο άνθρωπος μέρος αυτού του συστήματος είναι.
Μαρία Λυκάρτση
«Το μόνο παιδί»
Εικονογράφηση: Zafouko Yamamoto
Εκδόσεις Παπαδόπουλος
Μια νέα φωνή στο χώρο του εικονογραφημένου βιβλίου είναι η Μαρία Λυκάρτση.
Τρία έως τώρα τα βιβλία που υπογράφει, αλλά δείχνουν να είναι αρκετά για να σκιαγραφήσουν τις θεματικές και το συγγραφικό ύφος της.
Ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο της Φύσης, αλλά και μέσα στην κοινωνία -η περιοχή όπου κινείται η έμπνευσή της.
Με μια γλώσσα λιτή, απλή, μα και με υπόγεια στοιχεία ποιητικότητας -κάπως έτσι υλοποιείται η γραφή της.
‘Τον αέρα τον ένιωθε πριν φτάσει στο τζάμι του το γέλιο της Μαίρης, δεν θα το μπέρδευε ποτέ με της Λένας. Πιο πολύ από τις λέξεις άκουγε καμιά φορά τη σιωπή’
Ένα αγόρι -που πολύ εύστοχα η εικονογράφος θα μας δείξει το πρόσωπό του μόνο στην τελευταία ζωγραφιά, τότε που η συγγραφέας θα παρατηρήσει πως: Ήταν ίσως, το μόνο παιδί που δεν θα ‘νιωθε μόνο του τελικά ποτέ- είναι ο κεντρικός χαρακτήρας της αφήγησης.
Ένα παιδί που μπορεί και διαισθάνεται και δεν φοβάται την ιδιαιτερότητα των συναισθημάτων του.
Κι αυτό όσο κι αν ιδιαιτερότητα μπορεί να σημαίνει μοναχικότητα και όχι μοναξιά, μια καθημερινότητα χωρίς ‘φίλους’ και’ ακολούθους’ αλλά συντρόφους όπως το γέλιο, το κλάμα, η μυρωδιές, τα χρώματα, οι εκφράσεις στα πρόσωπα των άλλων.
Μια ιδιαίτερα εύστοχη εξιστόρηση του διαφορετικού μέσα στις προδιαγραφές ενός εικονογραφημένου βιβλίου που ασφαλώς και όχι μόνο μπορεί, αλλά και αξίζει να διαβαστεί από αναγνώστες κάθε ηλικίας.
Η εικονογράφηση της Zafouko Yamamoto (ψευδώνυμο της Ζαφειρούλας Σιμοπούλου) διατηρεί το ύφος μιας παιδικής σύνθεσης καθώς περιγράφει την καθημερινότητα ενός παιδιού σε αστικό περιβάλλον.
Βιβλιοδρόμιο , 15/11/2025
4.11.25
Συνέντευξη στην Βασιλική Παππά για το Culture Magazine
Μιλήσαμε με τον Μάνο Κοντολέων, έναν από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, με μια πορεία δεκαετιών που έχει αφήσει έντονο αποτύπωμα στη νεοελληνική λογοτεχνία. Η συζήτησή μας κινήθηκε γύρω από τη γραφή, τον ρόλο του συγγραφέα, τη νέα εποχή, τους αναγνώστες και τη διαρκή αναζήτηση του νοήματος μέσα από τις λέξεις. Από την πρώτη μας επικοινωνία ήταν φανερό πως πρόκειται για έναν άνθρωπο που αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία όχι μόνο ως πράξη δημιουργίας, αλλά και ως τρόπο ζωής — μια μακρά συνομιλία ανάμεσα στον εαυτό και τον κόσμο.
Β.Π.: Κύριε Κοντολέων, κοιτάζοντας πίσω στη μακρά λογοτεχνική σας πορεία, τι θεωρείτε ότι παραμένει σταθερό μέσα σας ως κίνητρο για τη γραφή;
Μ.Κ.: Ξεκίνησα να γράφω λίγο μετά τα δέκα μου χρόνια. Και από τότε είχα αποφασίσει πως θα γινόμουν συγγραφέας. Τι ήταν αυτό που με ώθησε να πάρω μια τέτοια απόφαση; Φαντάζομαι το ίδιο με αυτό που με κάνει να συνεχίζω να γράφω. Ποιο όμως είναι; Θα το έλεγα —έτσι κάπως γενικόλογα— ταλέντο. Αλλά πρέπει να είναι κάτι περισσότερο. Δεν το έχω μάθει και δεν περιμένω —μήτε και στην ουσία θέλω— να το μάθω. Η όλη διαδικασία της συγγραφής έχει και μια μαγική διάσταση. Ας την κρατήσω…
Β.Π.: Υπάρχουν έργα ή ήρωές σας που αισθάνεστε πως σας συντρόφεψαν στη ζωή σας περισσότερο απ' ό,τι περιμένατε;
Ο συγγραφέας μιλά στο κοινό, μεταδίδοντας τον ενθουσιασμό και τη σκέψη του για το έργο του.
Μ.Κ.: Σίγουρα όλους τους ήρωές μου τους αγάπησα όταν τους έπλαθα. Κάποιους μπορεί και να τους έχω πλέον ξεχάσει. Άλλους τους θυμάμαι με μια διάθεση νοσταλγίας — κάτι σαν παλιούς συντρόφους. Υπάρχουν κι εκείνοι που πάντα είναι δίπλα μου. Και το ήξερα πως θα ήταν… γιατί μου πήρανε —ή τους έδωσα— ένα μεγάλο μέρος του εαυτού μου. Ίσως το πλέον κρυφό για τον όποιον άλλον.
Β.Π.: Πόσο πιστεύετε ότι η κοινωνία που ζούμε επηρεάζει τη φωνή του συγγραφέα; Μπορεί η λογοτεχνία να σταθεί απέναντι στην ταχύτητα και τη φευγαλέα φύση της εποχής;
Μ.Κ.: Ο συγγραφέας είναι πάντα παιδί της εποχής του. Την εποχή του καταγράφει, ακόμα κι όταν γράφει για παλαιότερες ή μελλοντικές εποχές. Τώρα αν αυτή η λογοτεχνία που έως τώρα γνωρίζουμε μπορεί να σταθεί απέναντι στην ταχύτητα και την επιδερμικότητα της εποχής μας, αυτό ας περιμένουμε να το δούμε. Προσωπικά έχω κάποιες ανησυχίες… Αλλά είναι πολύ νωρίς ακόμα για να δούμε αν η αφήγηση έτσι όπως την ξέραμε θα συνεχίσει να υπάρχει ή θα πάρει μιαν άλλη μορφή ή και να εξαφανιστεί.
Β.Π.: Σας απασχολεί ο ρόλος του συγγραφέα ως «παρατηρητή» ή ως «συμμετέχοντα» στα γεγονότα;
Μ.Κ.: Και τα δυο. Πρώτα παρατηρώ και στη συνέχεια συμμετέχω μέσω της γραφής.
Β.Π.: Αν η λογοτεχνία είχε μια ευθύνη σήμερα, ποια θα λέγατε ότι είναι αυτή;
Μ.Κ.: Δε θέλω να βαρύνω κάτι τόσο εσωτερικό όσο και προσωπικό —τόσο ως δημιουργία όσο και ως απόλαυση— όπως είναι η λογοτεχνία και η ανάγνωσή της με κάποια ευθύνη. Ευθύνη έχει ο συγγραφέας —αυτός ναι. Ευθύνη έχει ο αναγνώστης. Αλλά άλλο ο συγγραφέας και ο αναγνώστης, κι άλλο η λογοτεχνία.
Β.Π.: Παρακολουθείτε τους νέους συγγραφείς; Τι σας εντυπωσιάζει ή σας προβληματίζει στη γραφή τους;
Μ.Κ.: Προσπαθώ. Είναι πάρα πολλά τα νέα βιβλία που κυκλοφορούν, έτσι ώστε να μην θεωρώ τον εαυτό μου απόλυτο γνώστη της νεότερης λογοτεχνίας μας. Αλλά είμαι σίγουρος —απ' όσα έργα έχω καταφέρει να διαβάσω— πως οι νέοι συγγραφείς αναζητούν μέσα από αυτή τη μορφή έκφρασης να μορφοποιήσουν την εποχή που θα ζήσουν και τη θέση τους μέσα σε αυτή.
Β.Π.: Πιστεύετε πως οι νέοι αναγνώστες προσεγγίζουν διαφορετικά τη λογοτεχνία σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές;
Μ.Κ.: Δεν μου αρέσει να ομαδοποιώ ανθρώπους που έχουν παρόμοιες συνήθειες. Υπάρχουν διάφορες κατηγορίες αναγνωστών. Πάντως πιστεύω πως όλοι τους —με διαφορετικά ποιοτικά κριτήρια— σήμερα επηρεάζονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και γενικότερα από τον σύγχρονο τρόπο marketing.
Β.Π.: Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η θέση του βιβλίου μέσα στην κοινωνία των εικόνων;
Μ.Κ.: Αυτό που προτείνει το λογοτεχνικό βιβλίο είναι μια περισυλλογή, μια αναζήτηση του αναγνώστη στις πορείες ζωής άλλων ανθρώπων. Και βέβαια ζητά να ενεργοποιήσει ο καθένας μόνος του τη σκηνοθεσία της ιστορίας που διαβάζει.
Β.Π.: Τι σας συγκινεί περισσότερο στην καθημερινότητα; Πώς βρίσκετε χώρο για προσωπική σιωπή και σκέψη;
Μ.Κ.: Κάθε συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος με θετικά και αρνητικά γνωρίσματα. Με καθημερινές ανάγκες. Με σχέσεις που απαιτούν την προσοχή του και που κι ο ίδιος ζητά τη δική τους προσοχή. Ανάμεσα σε όλα αυτά κάπου υπάρχουν και αναπνέουν οι στιγμές προσωπικής περισυλλογής και δημιουργίας ενός άλλου κόσμου — της ιστορίας που κάθε περίοδο τυχαίνει να γράφει.
Β.Π.: Και τέλος, τι εύχεστε να μείνει από το έργο σας όταν πια δεν θα είστε παρών να το υπερασπιστείτε;
Μ.Κ.: Ξέρετε, κάποτε θα σας απαντούσα για την αγωνία της αθανασίας που διακατέχει τον κάθε δημιουργό. Αλλά πλέον ξέρω πως… ο θάνατός μου αφορά τους άλλους.
Μια στιγμή στοχασμού: ο συγγραφέας μας κοιτά, σαν να μας καλεί να ακούσουμε τις λέξεις πίσω από το βλέμμα του.
Επίλογος
Η συνομιλία με τον Μάνο Κοντολέων ήταν μια ήρεμη υπενθύμιση ότι η λογοτεχνία δεν είναι μόνο η τέχνη των λέξεων, αλλά και μια στάση απέναντι στον κόσμο. Μέσα από την απλότητα του λόγου του διαφαίνεται μια βαθιά συνείδηση της εποχής και μια διαρκής πίστη στη δύναμη της αφήγησης. Σε έναν κόσμο που αλλάζει με ιλιγγιώδη ρυθμό, ο Μάνος Κοντολέων εξακολουθεί να υπερασπίζεται τη σιωπή, τη σκέψη και την ευθύνη του συγγραφέα — σαν παιδί μιας εποχής που ακόμα πιστεύει στις ιστορίες.
Βασιλική Παππά, https://www.cultmagz.com/l/manos-kontoleon-o-syggrafeas-einai-panta-paidi-tis-epochis-toy/?fbclid=IwY2xjawN29BRleHRuA2FlbQIxMQABHqBJnGbZ9JIWSLc8xU42HNQ425Fl_w2OAwEsGTvAuFmuUbt0xbw03Ddf3N8F_aem_bWOGzHpKMNZiI0eU_DiUew
3.11.25
Η Νάντια Τράτα στον Χάρτη
Δεν θα μπορούσα να ήμουν καλός, αν ποτέ ήμουν καλός, παρά μόνο μέσα από αυτό που αντλούσα από την καρδιά μου.
Stendhal
O J.J. Rousseau ανήκει στη χορεία των μεγάλων υποκειμενικών στοχαστών για τον οποίο η αναζήτηση της αλήθειας είναι συνώνυμη μίας αυθεντικής στάσης και προσήλωσης σε αυτήν. Η αυθεντική εαυτότητα είναι το αποτέλεσμα της αβίαστης και αυθεντικής έκφρασης των ικανοτήτων, κλίσεων και επιθυμιών του υποκειμένου, όπως έγραψε ο Σωτ. Βανδώρος στο έργο του «Σιωπηλό βλέμμα: Για την πολιτική θεωρία του Ρουσσώ». Μία συνεχής διαλεκτική εξέλιξη στα βιώματα του γάλλου φιλοσόφου είναι εκείνη που στις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του θα τον κάνει να διαμορφώσει ένα τόσο σημαντικό αυτοβιογραφικό έργο, αναδεικνύοντας την ουσιαστική σημασία που αποκτά για εκείνον η ζωή και τη θεμελιώδη αξία που αυτή δίνει στη φιλοσοφία. Μέσα από τις καίριες απαντήσεις του στις αμέτρητες κριτικές που δέχθηκε αλλά και μέσα από τα αυτοβιογραφικά του κείμενα όπου επιχείρησε να μην αφήσει κανένα ουσιώδες κομμάτι της ύπαρξής του στο σκοτάδι, θα επαληθεύσει αυτό που για τον Charles Taylor (σύγχρονο πολιτικό φιλόσοφο και συγγραφέα, ανάμεσα σε άλλα, του έργου : Sources of the Self) τρεις αιώνες αργότερα θα αποτελέσει την ουσία της ανθρώπινης προσωπικότητας καθώς ως «ον που ωριμάζω και γίνομαι μπορώ να γνωρίσω τον εαυτό μου μόνο μέσα από την ιστορία των ωριμάνσεων και των παλινδρομήσεών μου, των ξεπερασμάτων και των ηττών μου. Η κατανόηση του εαυτού μου έχει αναγκαστικά χρονικό βάθος και ενσωματώνει μία αφήγηση».
Σε τούτη ακριβώς την τομή της συναισθηματικής διάνοιας, ο Μάνος Κοντολέων, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους έλληνες συγγραφείς του οποίου το λογοτεχνικό έργο συνομιλεί με τα θεμελιώδη συστατικά στοιχεία της φιλοσοφίας, της ψυχολογίας της πολιτικής σκέψης, έρχεται με το τελευταίο του έργο Κόντρα Ρόλος (εκδ. Πατάκη) να μετουσιώσει την αφήγηση αυτή καθώς μεταμορφώνει το quasi βιωματικό υλικό που τόσο επιδέξια γνωρίζει πώς να το μεταπλάθει, να το ανυψώνει, να το στολίζει και, εν τέλει, να το παραδίδει με ατόφια ομορφιά στους αναγνώστες του.
Το υλικό του συγγραφέα ανεξάντλητο, βαθαίνει ολοένα με τα χρόνια η ματιά του καθώς κάθε λέξη , κάθε φράση που ξεφεύγει από την καρδιά, σκαρφαλώνει στο νου και αφήνεται να ξεγλιστρήσει ωθούμενη από μία βαθύτερη επιθυμία να μεταμορφωθεί σε τραγούδι, σε εικόνα, σε θύμηση, ξεδιπλώνεται με χάρη στο χαρτί. Αυτό είναι μόνο η κορυφή. Σημαίνουσας σημασίας, τα υλικά με τα οποία θα απευθυνθεί στους αναγνώστες του ενώ μοιράζεται τις πιο μύχιες σκέψεις του, αφήνοντας τον καθένα από εμάς να αφουγκραστεί όχι μόνο τις αδιαμόρφωτες επιθυμίες, τους αδιευκρίνιστους φόβους, τη χλιαρή ελπίδα, την τρομερή βεβαιότητα, την αναζήτηση δηλαδή του ουσιώδους συστατικού της ανθρώπινης φύσης, της ευθραυστότητας και του φευγαλέου.
Στο έργο του Μάνου Κοντολέων Κόντρα Ρόλος, θα πρωταγωνιστήσουν ορισμένες από τις σταθερές του συγγραφέα : οι σχέσεις των ανθρώπων, η ταυτότητα, ο έρωτας και η ατέρμονη νεότητα της ψυχής που ποτέ δεν θα μάθει να συγχρονίζει τον βηματισμό της με τη βιολογική ηλικία μας. Η χάρη της γραφής και η τρυφερότητα με την οποία συνομιλεί με τους ήρωές του είναι τα πλέον άμεσα δεδομένα, το συναίσθημα που τελικά δημιουργεί στο αναγνωστικό κοινό και έχει πρωταρχική σημασία στην εξέλιξη της πλοκής δεν θέλει να διδάξει αλλά ο συγγραφέας το «εκθέτει», το κατευθύνει και το κάνει να έχει τη ζωντάνια και την επιρροή που έχει πλέον αποκτήσει εδώ και χρόνια λογοτεχνικής δημιουργίας.
Τέσσερα πρόσωπα σχετίζονται μεταξύ τους με δεσμούς οριζόντιους, κάθετους και διαγώνιους : Ο Λάμπρος Αρνής, επιφανής κριτικός, πετυχημένος θεατρολόγος και ισχυρός καλλιτεχνικός παράγοντας κάποτε, πλέον βρίσκεται στην ηλικία των ογδόντα χρόνων, παντρεμένος με την κατά αρκετές δεκαετίες νεότερή του Αντρίνα Λεμονή, διάσημη ηθοποιό στην κρίσιμη καμπή της ηλικίας που παύει να παίζει ρόλους ενζενύ, καθώς παραθερίζουν στο εξοχικό τους σπίτι (κληρονομιά από την οικογένεια του Λάμπρου Αρνή) δέχονται την επίσκεψη του Πασκάλ Ομάν, άγνωστου έως εκείνη τη στιγμή, το μυστικό της προέλευσης του οποίου κρατά μία γυναίκα, η Σιμπέλ, που κάποτε χάριζε στιγμές ευφροσύνης σε μία παρισινή σοφίτα και πλέον κάποια απόμερη ακτή της Κρήτης είναι η μόνιμη κατοικία της.
Ασφαλώς η αφήγηση δεν θα μπορούσε ακόμη να αφήσει ανέγγιχτο το πλούσιο υλικό της αρχαίας ελληνικής γραμματείας: νωπές ακόμη στο θυμικό των αναγνωστών οι εντυπώσεις από τα τρία τελευταία έργα του συγγραφέα βασισμένα στο μύθο της Κασσάνδρας (Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο), της Κλυταιμνήστρας (Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας), της Μήδειας (Σαν Μήδεια), η Αντρίνα Λεμονή ετοιμάζεται να υποδυθεί τον ομώνυμο ρόλο στην τραγωδία Φαίδρα του Ρακίνα και ο συγγραφέας συνταιριάζοντας παρελθόν και παρόν, χρόνο και άχρονο, πρόσωπα μυθικά, πρόσωπα αληθινά, χαρακτήρες που υποδύονται τόσο επάνω στη σκηνή όσο και κάτω από αυτή, θα ανεβάσει μία παράσταση με κόντρα ρόλους.
Στο εξώφυλλο, δύο παπαρούνες συντροφεύουν η μία την άλλη καθώς τα πέταλά τους τρεμοπαίζουν στο ημίφως του εφήμερου, του φευγαλέου….. Θεωρώ πως δεν είναι καθόλου τυχαία η χρήση των λόγων του J.J. Rousseau στο επίγραμμα του έργου, λίγο πριν ο συγγραφέας σηκώσει την αυλαία για να παρακολουθήσουμε την ιστορία που επιθυμεί να αφηγηθεί. Ο γάλλος φιλόσοφος μίλησε για την αυθεντικότητα του υποκειμένου ως πολιτικό αίτημα : η ανάπτυξη της εξατομίκευσης και της εσωτερικότητας των ανθρώπινων υποκειμένων, η απάντηση στο ερώτημα «ποιος είμαι» αποτελεί τη βάση για τα αυτοβιογραφικά κείμενά του τα οποία καταπιάνονται επιπλέον με ερωτήσεις όπως «ποιος υπήρξα στη ζωή μου», «ήμουν πιστός, δηλαδή σε συμφωνία, προς τον βαθύτερο εαυτό μου» και «να γίνω ο εαυτός μου», θεμελιώνοντας τον προβληματισμό περί αυθεντικότητας.
Ομοίως, η αφιέρωση στο παρόν έργο -‘στην Κώστια’, σύντροφο στη ζωή του- μετατρέπει όσα θα ακολουθήσουν σε ένα μυστικό ημερολόγιο, κρυμμένο κάτω από επίπεδα δράσης, συγκίνησης, συναισθημάτων και εμπλουτισμένο με τραγούδια, ποίηση, αποσπάσματα από τη Φαίδρα του Ρακίνα και λέξεις που σημαίνουν πολλά περισσότερα από όσα αρχικά θα φανούν.
Ασφαλώς οι ήρωες του τελευταίου έργου του Μάνου Κοντολέων, κρυφοκοιτάζοντας τους αναγνώστες πίσω από τα 36 κεφάλαια που συνοψίζονται σε πέντε μέρη, έχουν και αυτοί πολλά να πουν για τους ρόλους που καλούμαστε να παίξουμε στη σκακιέρα της ζωής: άλλοτε υποδυόμαστε ακέραια τον ρόλο που αναλάβαμε να φέρουμε εις πέρας, άλλοτε πάλι αναζητούμε κόντρα ρόλους που θα βάλουν το μυαλό μας σε δίλημμα, την καρδιά μας σε σιωπηλή αγωνία, τις σχέσεις μας σε ισορροπία πάνω σε τεντωμένο σχοινί καθώς κάποτε μια ερωμένη θα ζηλέψει την τρυφερότητα του ρόλου της μητέρας, ένας σύζυγος θα αποζητήσει την πληρότητα του ρόλου του πατέρα, ένας γιος θα ορμήσει να κυριεύσει ένα ηδύπνοο κορμί, μία αφοσιωμένη σύζυγος θα ξεκλέψει ματιές και αγγίγματα καθώς θα ανακαλύπτει νέες διαδρομές απόλαυσης καθώς θα ταξιδεύει σε πρωτόγνωρο πέλαγος αισθησιασμού.
Ο Μάνος Κοντολέων στο τελευταίο του έργο φαίνεται πως αναζητά μία νέα μορφή γνώσης, η έντονα δημιουργική του φύση θα συσχετιστεί με την περιγραφή μίας αυθεντικότητας κόντρα σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο φαινομένων. Ίσως πολύ περισσότερο με το έργο Κόντρα Ρόλος αποζητά να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα βαθιά ανθρώπινα, όπως είναι η αγωνία μπροστά στο πεπρωμένο ή πώς μπορούμε να μην γίνουμε έρμαιό του. Σωματικότητα, συναισθήματα, ταυτότητες, σχέσεις, όλα υπηρετούν το κείμενο και το τέλος έρχεται ως αντίσταση…. Η γεωγραφία των σωμάτων κάθε ηλικίας, και πάλι, γεφυρώνει τη νομοτέλεια με το χάος. Όρη και βάραθρα, πεδιάδες και ωκεανοί, χείμαρροι, δίνες, υπόγεια ρεύματα και ηφαίστεια, Οι ρωγμές προαιώνιες, οι ουλές τους μνήμη : σκισίματα που αντιστέκονται στην αναπλαστική επίδραση του χρόνου. Τα στόματα σιωπούν, τα σώματα θυμούνται μέσα από κάθε άγγιγμα, κάθε άρνηση, κάθε μοναχικό γογγυσμό.
Μέσα από τις ξεχωριστές και την ίδια στιγμή συνταιριασμένες ιστορίες του έργου αυτού, η σπονδυλωτή δομή του οποίου θυμίζει έντονα ζώντα οργανισμό, ποίηση, πρόζα, τραγούδια αραδιασμένα στη σειρά, οι ήρωες αγωνίζονται να καταγράψουν τη δική τους πραγματικότητα, μέσα από θραύσματα, ασυνέχειες και σκοτεινά σημεία. Η εικόνα που σχηματίζεται, ξεπροβάλλει ημιτελής, όπως ακριβώς αν κοίταζε κανείς μέσα από ανοίγματα σε ερειπωμένη κατοικία. Οι μεμονωμένες ιστορίες, αν και αβάσταχτα αληθινές μέσα στον κόσμο της λογοτεχνικής δημιουργίας, αποκαλύπτουν σιωπηλά σκέψεις οικουμενικές που λιμνάζουν στο υποσυνείδητο. Το σημάδι του χρόνου, κοινό ιερογλυφικό όλων των χαρακτήρων, νεότερων και γηραιότερων, θηλυκών και αρσενικών, καίει ανεξίτηλα την ψυχή τους, συναισθήματα πρωτόγνωρα, που συχνά αρνούμαστε να αποδεχθούμε ότι μας κρατούν άγρυπνους τα βράδια, πάλλονται υπόγεια.
Ξεδιπλώνοντας μια μεγαλειώδη πρόζα, που με τον ρυθμό της μας προσκαλεί σε προσωπικές αναζητήσεις, ο Μάνος Κοντολέων θα καταγράψει στοχαστικά, πάντα βαθιά καλλιεργημένος, την αγωνία του γήρατος και την αβάσταχτη ομορφιά της ζωής. Ένας ύμνος στην αισθητική έκσταση, το τελευταίο αυτό έργο του συγγραφέα συνομιλεί με μία ζεν διαύγεια η οποία επικεντρώνεται, ανάμεσα σε άλλα, και σε έναν λόγο – αντίλογο καθώς ο ήρωας Λάμπρος Αρνής συζητά με τον φίλο και συνομήλικό του γιατρό Εσκενάζυ, ρόλος που δεν είναι παρά η φωνή της «λογικής» της «κοινής γνώσης» της κοινωνίας μας.
Μεθοδικά, συγκινητικά και την ίδια στιγμή ρεαλιστικά, με νοσταλγία και ξάφνιασμα, ο βασικός ήρωας θα περάσει από την καθησυχαστική ασφάλεια μίας συγκαταβατικά ήρεμης ζωής στο απροσδόκητο, ανακαλύπτοντας τον κενό χώρο μεταξύ του παρόντος χρόνου και του μέλλοντος, που αποτελεί και το βασικό διακύβευμα κατά τη γνώμη μου του έργου αυτού. Ένας γάμος ανολοκλήρωτος σε χρόνο ενεστώτα, ένας απειλητικός άγνωστος που κουβαλάει όμως ένα απωθημένο μυστικό, μια στιγμιαία εκδήλωση ζήλιας, ένα τραυματικό οικογενειακό παρελθόν. Αλλά το δράμα εκτυλίσσεται βουβά σ’ αυτό το εύθραυστο λογοτεχνικό κομψοτέχνημα, στο οποίο οι στιγμές αυτογνωσίας σφιχταγκαλιάζουν τις βαθιές ή φευγαλέες απογοητεύσεις, προσθέτοντας "ποιότητες" (σοφία, συναίσθημα, απροσδόκητη τρυφερότητα, πείσμα να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε) σε μια ζωή που το μεγαλύτερο μέρος της είναι μνήμες, ρυθμοί, τραγούδια, ποίηση, παρελθόν παρά μέλλον. Ο Μάνος Κοντολέων συνδέει με μινιμαλιστική αρχοντιά και ποιητική μεγαλοπρέπεια τη μελαγχολική αύρα του έργου του Κόντρα Ρόλος με το πέρασμα του χρόνου, προσδίδοντας όμως ποιότητα και χαρακτηριστικά που μπορούν να κάνουν αυτόν το γερασμένο κόσμο να γεμίσει καλοσύνη, συντροφικότητα, συγχώρεση και αποδοχή.
Ο Μάνος Κοντολέων θεωρώ ότι περισσότερο από κάθε άλλο δραματουργό του καιρού μας είναι ο συγγραφέας του αναστοχασμού του εαυτού. Καθιστώντας τον αναγνώστη του παρατηρητή του εαυτού του μέσα από τις σχέσεις του με τον άλλο, τα πρόσωπα μιλούν με μία εσωτερική άφωνη ηχώ σαν να έχουν ήδη αντιληφθεί τα μεγαλύτερα απόκρυφα του κόσμου τούτου και κουβαλούν μία ήσυχη επίγνωση του μέλλοντος, μία ηρεμία σχεδόν απόκοσμη, μία παλινδρόμηση προς χρόνους νεότερους, προς τόπους αλλοτινούς μόνο ως σηματοδοσία για όσα έπονται. Οι ήρωές του συχνά δεν ανήκουν στη δράση αλλά στο ίχνος της δράσης, σε εκείνο το απροσδιόριστο σημείο όπου το σώμα παραμένει αλλά η βούληση έχει ματαιωθεί.
Ο ήχος της πτώσης προβλέπεται εκκωφαντικός, μα μόνο λίγοι θα τον ακούσουν. Ο Μάνος Κοντολέων με το κουαρτέτο των ηρώων του στο έργο Κόντρα Ρόλος θα παρουσιάσει μία σύνθεση που θα αντιστοιχίσει την τρυφερότητα της ωριμότητας με την περηφάνια της νεότητας και μπολιάζει μία θεσπέσια ιστορία σχέσεων όχι μόνο με τους άλλους αλλά, κυρίως, με τον εαυτό σε ένα έργο ανεξάντλητων ερμηνειών. Αποτέλεσμα υψηλής λογοτεχνικής αισθητικής λαξεμένης με αφοσίωση και μαεστρία που αποκαλύπτει, για μία ακόμη φορά, την έκδηλα λυρική ευαισθησία του δημιουργού του που υπογραμμίζει εδώ τους ποικίλους ρόλους του αρσενικού (εραστή, συζύγου, πατέρα) καθώς, χωρίς να ηθικολογεί ή να εξιδανικεύει, γράφει ψυχωμένα αλλά και με γνήσια ανθρωπιά για ενθύμια αγάπης.
Ασφαλώς, υπάρχει κάτι βαθιά πολιτικό και σε αυτό το έργο, άλλωστε όλα τα βιβλία του Μάνου Κοντολέων είναι πολιτικά : το να μιλάς για την ανθρώπινη κατάσταση, το φευγαλέο, τον σταδιακό κατακερματισμό του ανθρώπου, την ήπια απόδραση, τη χαλαρότητα της μνήμης και την ανυπακοή του κορμιού ενώ η καρδιά χάνει τον ρυθμό της και η ματιά θολώνει, μέσα σε έναν κόσμο που υμνεί την αιωνιότητα, την άμεση ικανοποίηση, την δύναμη, τον υλικό πλούτο, το φαίνεσθαι, είναι ήδη μία πράξη αντίστασης. Κάθε ήρωάς του υπερασπίζεται με λεπτότητα την αλήθεια, την αξιοπρέπεια του ευάλωτου, τη δύναμη της προσφοράς στον άλλο, την αποδοχή της αληθινής ταυτότητας καθώς αποσύρεται, κινούμενος νωχελικά, στο αυθεντικό υποκείμενο. Μέσα σε κάθε του έργο μία προσμονή: να αναζητήσουμε τον εαυτό μας, ακριβώς όπως ο Προυστ στον «χαμένο χρόνο», όχι για να τον ανακτήσουμε αλλά για να αντιληφθούμε πως δεν χάθηκε άδικα.
https://www.hartismag.gr/hartis-83/biblia/se-anazitisi-neas-morfis-ghnwsis
8.10.25
Η Έρικα Αθανασίου για το 'Κόντρα ρόλος' στο fractal
Με όμορφες εικόνες ξεκινάει o Μάνος Κοντολέων το τελευταίο του μυθιστόρημα «Κόντρα Ρόλος» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πατάκη». Και οι ωραίες εικόνες συνεχίζουν να ακολουθούν την αφήγηση, καθώς η ιστορία ξεδιπλώνεται και αυτό που φαίνεται αρχικά να είναι ένας αποχαιρετισμός ενός ηλικιωμένου στον έρωτα, καταλήγει σε μια ιστορία όπου ο έρωτας κυριαρχεί.
«Ο ίσκιος από τα φύλλα της μανόλιας σε παραπλανά, σαν τις απρόσμενες στάλες μιας βρύσης που νόμιζες πως καλά την έχεις σφίξει». Ένα δέντρο «που ποτέ δεν επέλεξε να φυτέψει, μα που έχει βρεθεί να τον συντροφεύει... Πλέον. Αλήθεια, πόσων χρονών να είναι αυτή η μανόλια;»
Η αρχή της αφήγησης αποπνέει τη μελαγχολία του ηλικιωμένου άντρα που νιώθει ότι η ζωή τον αφήνει στο περιθώριο και είναι θέμα αξιοπρέπειας να αποσυρθεί από μόνος του. Ακόμα και η προσπάθεια να ανατρέξει στη ζωή του και να γράψει για αυτήν τον κάνει να μετανιώνει «που αθέτησε ότι εδώ και αρκετό καιρό τώρα έχει αποφασίσει - να μην ασχολείται με τις λέξεις που μετράνε τον χρόνο».
Δυο ηλικιωμένοι, αποτραβηγμένοι σε μια παραθαλάσσια κωμόπολη, συζητάνε για τον έρωτα με αναφορές και στην παγκόσμια λογοτεχνία. «Ανάλαφρες όσο και ανιαρές συζητήσεις αντρών τρίτης ηλικίας». Ανάλαφρες, όχι όμως και τόσο ανιαρές, καθώς μέσα από τη συζήτηση με τον φίλο του γιατρό αναδεικνύεται ο χαρακτήρας του Λάμπρου Αρνή, επιτυχημένου κριτικού θεάτρου και θεατρικού παραγωγού, που παρέδωσε όμως τη σκυτάλη, θεωρώντας ότι είναι καλύτερο να γερνάει κανείς με αξιοπρέπεια.
Ο συγγραφέας παρασύρει τον αναγνώστη σε μια ιστορία που εμπλέκει στις γραμμές της την ποίηση αλλά και τον θεατρικό λόγο, καθώς οι ήρωες δανείζονται χαρακτηριστικά από τους πρωταγωνιστές της Φαίδρας του Ρακίνα. «Ακόμα και με την απαγγελία ενός μενού μπορείς να φλερτάρεις. Δε χρειάζεσαι ποιήματα…»
Τους βασικούς ρόλους μοιράζονται ο Λάμπρος Αρνής, ο οποίος βαδίζει προς τη δεκαετία των 80 χρόνων του, έχοντας δίπλα του την κατά τριάντα χρόνια νεότερη σύντροφό του, Αντρίνα Λεμονή, διάσημη ταλαντούχα ηθοποιό. Δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι η Αντρίνα οφείλει την καριέρα της στη σχέση της με τον ήδη πετυχημένο Λάμπρο Αρνή. Μια καριέρα όμως που στηρίχτηκε στο δικό της ταλέντο, ενώ ξεφεύγει από το πρότυπο της γυναίκας που αδιαφορεί για τον σύντροφο, καθώς η διαφορά ηλικίας γίνεται όλο και περισσότερο εμφανής «…τις γυναίκες τις συναρπάζουν περισσότερο οι άντρες με πνευματικό σφρίγος παρά εκείνοι με σφρίγος στους κοιλιακούς και σε άλλους μυς….».
Πρωταγωνιστικό ρόλο κρατάει και ο Πασκάλ Ομάν, ένας γοητευτικός άντρας, τυχοδιώκτης φωτογράφος, που εμφανίζεται ξαφνικά στις ζωές του ζευγαριού, διαταράσσοντας τις δύσκολα κερδισμένες ισορροπίες. «Ότι φωτογράφιζε ήταν αυτό που υπήρχε και που οι άλλοι δεν το βλέπανε...τα κλαριά της μανόλιας έτσι όπως δραπετεύουν από την αγκαλιά της μάντρας τον προκαλούν να τα προσέξει κι αυτά. Οικία οικογένειας με ριζικό σύστημα». Ο συγγραφέας παίζει με το διπλό νόημα των λέξεων αλλά και με το όνομα του Πασκάλ ή Πασχάλη, ο οποίος αναζητώντας την ταυτότητά του θα καταλήξει στο Πασχάλ. Και τελευταία πρωταγωνίστρια η Σιμόν, που έχει ήδη αποσυρθεί από την ιστορία όταν αυτή ξεκινάει, παραμένοντας όμως πάντα παρούσα, μέσα από τα ίχνη της. Ίχνη στην άμμο, όπως το υλικό που χρησιμοποιούσε συχνά για τα κεραμικά της. Όπως ένα ξεχωριστό πρες παπιέ που έφτιαξε, ένα αντικείμενο που θα καταλήξει αμφίβολο δώρο.
Γύρω από τους βασικούς ήρωες υπάρχουν και οι δευτεραγωνιστές που βρίσκονται όμως στη σκηνή μόνο για να αναδειχτεί καλύτερα ο χαρακτήρας των πρωταγωνιστών.
Η ιστορία εκτυλίσσεται καθώς η Αντρίνα προετοιμάζεται για τον ρόλο της Φαίδρας και συνεχίζει μέχρι την πρεμιέρα και το τέλος των παραστάσεων που θα φέρει αλλαγές στις ζωές όλων, ενώ μια παλιά ιστορία επαναλαμβάνεται αλλάζοντας τους ρόλους των πρωταγωνιστών. «Θα είμαι κι εγώ στην πρεμιέρα», θα στείλει μήνυμα στην Αντρίνα, ο Λάμπρος Αρνής, που έχει επιλέξει να παραμείνει και μετά το πέρας του καλοκαιριού στην εξοχική κατοικία. «Οι ηλικιωμένοι άνθρωποι καλό είναι να προφυλάσσονται. Ποικιλοτρόπως».
Μια ιστορία που έχει επαναληφθεί πολλές φορές στην παγκόσμια λογοτεχνία, στο θέατρο αλλά μπορεί πάντα να δώσει νέες ερμηνείες, καθώς οι πρωταγωνιστές αλλάζουν και μπορεί να αναγκαστούν σε κάποιον «Κόντρα Ρόλο». Κι ο Μάνος Κοντολέων, παίρνει μια ιστορία πολυπαιγμένη στους αιώνες και της δίνει μια νέα πνοή, καθώς οι ήρωές του με φόντο την Ακρόπολη κάνουν τις δικές τους επιλογές.
Έναν αισθησιακό ερωτισμό αποπνέει το μυθιστόρημα και μένουν μετά το διάβασμα εικόνες που δεν το περιμένεις. «Δάχτυλα που αλώβητα είχαν διανύσει πεδιάδες, ασφαλτοστρωμένες οδούς και βρεγμένα ακρογιάλια. Μπορούσε να εμπιστευθείς την αρρενωπή πείρα τους».
Αργόσυρτο το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, καθώς θέτονται οι βάσεις της ιστορίας, αποκτά έναν ρυθμό όλο και πιο γρήγορο στα δεύτερο, τρίτο και τέταρτο μέρος και φτάνοντας στο πέμπτο η ιστορία καθυστερεί και πάλι βαδίζοντας προς το τέλος.
Ο Λάμπρος Αρνής θα προσπαθήσει να κατανοήσει παλιά και νέα γεγονότα που επηρεάζουν τη ζωή του, μπαίνοντας αυθόρμητα σε ένα καράβι, παραμονή Χριστουγέννων. «Μα ταξιδεύει κανείς προς προορισμό που πλέον δεν υπάρχει;»
7.10.25
Κόντρα ρόλος -στην Καθημερινή της Κυριακής
Στη θεατρική μεταφορά του μυθιστορήματος, ο σκηνογράφος θα χρησιμοποιήσει μανόλιες. Η μισερή σκιά του φυτού, που ενδημεί στην αυλή του πετρόκτιστου αρχοντικού, στην κωμόπολη όπου έχει βρει καταφύγιο ο ογδοντάχρονος θεατρικός κριτικός Λάμπρος Αρνής, θα αναδείξει την «υπενθύμιση πως η απόλυτη προστασία δεν προσφέρεται, μιας και μήτε υπάρχει». «Αυτό, στα χέρια του οποίου βρισκόμαστε, είναι η μη προστασία» (μτφρ. Α. Βαχλιώτης, Πόλις, 2013) δηλώνει ο Μίκι Σάμπαθ, στο εμβληματικό έργο του Φίλιπ Ροθ.
Το μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων συνδιαλέγεται όμως, πρωτίστως, με τη «Φαίδρα» του Ρακίνα. Ο Αρνής, ως άλλος Θησέας, αναμετριέται με το γήρας και τη μνήμη. Στην πορεία θα κάνει την εμφάνισή του και ο Ιππόλυτος του έργου, ο Πασκάλ, γιος του Αρνή από έναν έρωτα της νιότης του, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσε. Η Αντρίνα Αρνή, η κατά σαράντα χρόνια νεότερη σύζυγός του, θα παίξει, ούσα ηθοποιός, κυριολεκτικά και μεταφορικά, τον ρόλο της Φαίδρας.
Μελοδραματισμοί
Η αφετηρία του βιβλίου είναι ομολογουμένως γοητευτική: η απόσυρση του καταξιωμένου κριτικού σκιαγραφείται όχι απλώς ως βιολογική φθορά, αλλά ως πάλη απέναντι στις αναπόδραστες μεταμορφώσεις τέχνης και ζωής. Ωστόσο, η αφήγηση γρήγορα διολισθαίνει στον μελοδραματισμό. Αντί να πειθαρχήσει στο υλικό του, ο συγγραφέας εγκλωβίζεται σε μια λυρική αυταπάτη. Το συναίσθημα κυριεύει τον ρυθμό, υποσκάπτοντας σε ένα δεύτερο επίπεδο και την αξιοπιστία του εγνωσμένου κύρους ήρωα. Το κείμενο στερείται έτσι τη δύναμη της ειρωνείας, που θα υπογράμμιζε την απόσταση ανάμεσα στο είναι και στο φαίνεσθαι του βίου.
σοβαροφανές-προσωπείο
«Ο Λάμπρος Αρνής τις μέρες με έντονη ομίχλη θα επιχειρεί να μεταφέρει στη γαλλική γλώσσα στίχους του Καρούζου». Οπως και «άσκοπα περπατώντας ανάμεσα στους δρόμους της αριστερής όχθης και καπνίζοντας Gitanes στα μπιστρό, αναζητώντας συνεχώς νέες υπόγειες διαδρομές του μετρό». Ή ακόμη: «Αναζητώντας παλιές εκδόσεις στα κιόσκια εκεί στις όχθες του Σηκουάνα». Και ποιος δεν θα ζήλευε έναν Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε για το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.
Η «παριζιάνικη αύρα», το «μπλε μπερεδάκι» που γίνεται «πάντα μονόχρωμη τραγιάσκα», οι αναφορές στον Ταρκόφσκι και στη «γοητεία της ανέμελης επιμόρφωσης» των θερινών σινεμά, μετά την επιστροφή στην Αθήνα. Επιφανειακές πινελιές που προσδίδουν στον ήρωα επίπλαστο πολιτισμικό κύρος αντί στιβαρότητα χαρακτήρα.
Αντίστοιχα, οι λυρικές εξάρσεις («η σκιά μου θα είναι το μόνο από μένα που θα μείνει») ή οι σπαραξικάρδιες αποκηρύξεις της παλιάς ερωμένης του Αρνή («γιατί δεν ήθελα να ακούσω ποτέ πια το Ne me quitte pas σε γωνιές του Παρισιού…») επιτείνουν το μελοδραματικό βάρος, αμαυρώνοντας το όποιο ουσιαστικό εσωτερικό δράμα αφήνουν να φανεί κάποια εύτακτα διαλογικά σημεία. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο ασύμμετρο, που δύσκολα αντέχει δεύτερη ανάγνωση. Οι εικόνες μοιάζουν παράταιρες, δάνειες· η σύνθεση υποβιβάζεται σε παραλλαγή γνώριμων μοτίβων.
Το μυθιστόρημα παγιδεύεται σε ένα σοβαροφανές προσωπείο. Ο Κοντολέων επιχειρεί να παρουσιάσει έναν ώριμο ήρωα με υπαρξιακές αγωνίες που συναντά κανείς σε αντίστοιχους πρωταγωνιστές του Ροθ. Ομως, αντί να ψηλαφήσει το κωμικό που στοιχειοθετεί την τραγωδία προτάσσει έναν κίβδηλο στωικισμό, διάστικτο από αποφθέγματα του συρμού: «Παγίδα για το σώμα της νεότητας ο έρωτας· παγίδα για το σώμα του γήρατος ο θάνατος». Ο Αρνής καταλήγει χωλό αντίγραφο, νόθα ατομικότητα, και το έργο συρρικνώνεται σε μια διεκπεραιωτική προφάνεια του ορατού· στην πράξη, διαβάζεται σαν ήδη χιλιοειπωμένο.
Κορύφωση και κατάρρευση
Το «Κόντρα ρόλος» είναι το κατεξοχήν έργο που θα κέρδιζε τα μάλα εάν ισορροπούσε ανάμεσα στη στοχαστικότητα και στην εξιλεωτική σαγήνη του ιλαροτραγικού. Δυστυχώς, η μειλίχια αισθηματικότητα ακυρώνει κάθε ίχνος του αναγκαίου για τον συγκεκριμένο μύθο αυτοσαρκασμού. Μετά τη μέση, όταν η πλοκή πλησιάζει την κορύφωσή της, οι χονδροειδείς προοικονομίες του έρωτα της Αντρίνας για τον Πασκάλ, όπως και η άκαιρη επιλογή «ο ερμηνευτής να γίνει υποχείριο του ερμηνευόμενου» –η μοιχαλίδα ερωτοτροπεί με ατάκες της Φαίδρας–, δυναμιτίζουν και τα τελευταία υποστυλώματα μυθοπλαστικής συνέπειας. Αντί για μια δόκιμη αναμέτρηση με το γήρας, τον έρωτα και την τέχνη, ο αναγνώστης βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ψιμυθιωμένη κατασκευή.
Και αυτό, τελικά, είναι το μεγαλύτερο μειονέκτημα ενός έργου που αποπειράται να μιλήσει για την αυλαία της ζωής, αλλά δεν καταφέρνει να την υψώσει πέρα από το προσωπείο της.
Δημήτρης Ζωγραφάκης
Καθημερινή της Κυριακής, 5/10/2026
4.10.25
Patrick Modiano «Η χορεύτρια»
Patrick Modiano
«Η χορεύτρια»
Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Πόλις
‘Ωστόσο κάποιες λεπτομέρειες παραμένουν ζωντανές. Θα ‘πρεπε να τις καταγράψει κανείς, αν και θα ‘ταν πολύ δύσκολο να τηρηθεί η χρονολογική σειρά. Ο χρόνος που θόλωσε τα πρόσωπα, έσβησε και τα σημάδια αναφοράς. Μένουν κάποια κομμάτια του παζλ που δε θα ενωθούν ποτέ’. (σελ. 7)
Ο Patrick Modiano (Nobel Λογοτεχνίας 2014) για μια ακόμα φορά και με αυτή την τελευταία του νουβέλα αναζητά τη σύνδεση της μνήμης με το παρελθόν, όσο και το παρόν, αλλά και το πως αυτό που θυμάται -όπως και όσο το θυμάται- καθορίζει το μέλλον του.
Πολυγραφότατος πεζογράφος -περίπου 32 είναι τα βιβλία που έχει εκδώσει- είχε τιμηθεί στην πατρίδα του με σημαντικά βραβεία, αλλά στο παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό έγινε γνωστός μετά την βράβευσή του με το Noble Λογοτεχνίας.
Και είναι γεγονός πως η βράβευση αυτή ξάφνιασε μιας και το έργο του ακολουθεί μια εντελώς δική του πορεία ανίχνευσης της σχέσης ατομικής μνήμης με τον χρόνο, στο χώρο όχι μόνο των προσωπικών βιωμάτων αλλά και των κοινωνικών / πολιτικών συνθηκών.
Οι μνήμες είναι ρευστές, αποσπασματικές -αυτή είναι η γοητεία της ατομικότητας, αλλά και το δράμα της. Το ρευστό δημιουργεί τη μοναδικότητα του ατόμου, αλλά παράλληλα αυτό το άτομο έχει ανάγκη και να στηρίζεται κάπου.
Για τον Modiano στήριγμα είναι ο τόπος* οι δρόμοι, τα πάρκα, τα οικοδομήματα. Σε αυτό, όσο μένουν αναλλοίωτα, πάνω τους μπορεί να ανασυνθέσει το παρελθόν του- ‘Στο τέλος πείστηκα κι εγώ πως είμαστε εμείς, γιατί οι ίδιες περιστάσεις, τα ίδια βήματα, οι ίδιες κινήσεις επαναλαμβάνονται εσαεί. Και δεν χάνονται, αλλά είναι γραμμένα ανεξίτηλα στα πεζοδρόμια, στους τοίχους και στις εισόδους των σταθμών αυτής της πόλης. Η αιώνια επιστροφή του ίδιου’. (σελ.83)
Μα και αυτό το στήριγμα κινδυνεύει πλέον – ‘Μια πόλη ξένη. Έμοιαζε μ΄ ένα μεγάλο λούνα παρκ ή με το χώρο duty free ενός αεροδρομίου. Πολύ κόσμος στους δρόμους, όπως δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Οι περαστικοί περπατούσαν κατά ομάδες των δέκα, σέρνοντας τροχήλατες βαλίτσες και , οι περισσότεροι, με σακίδιο στην πλάτη. Από πού έρχονταν αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες τουρίστες που μας έκαναν ν΄ αναρωτιόμαστε μήπως αυτούς και μόνο θα βλέπαμε πια στους δρόμους του Παρισιού;’.(σελ. 12-13)
Στο ογδόντα του χρόνια, λοιπόν, ο Modiano γράφει ένα ιδιόμορφο κείμενο -μια μείξη ρεαλισμού και ποιητικότητας- και μας ξεναγεί στις ασαφείς, άλλοτε μισοξεχασμένες κι άλλοτε ολοζώντανες αναμνήσεις της εφηβείας του και της πρώτης νεότητάς του -ο αφηγητής χωρίς να δηλώνεται κάλλιστα μπορεί να ταυτιστεί με τον ίδιο τον συγγραφέα. Επιστρέφει σε μια περίοδο όπου στη ζωή του κυριαρχούσε η προσωπικότητα μιας γυναίκας, μιας χορεύτριας που τον μυεί στους τρόπους ανάγνωσης του κόσμου. Η ίδια άλλοτε χορεύει, άλλοτε παίρνει μαθήματα χορού, τον παίρνει μαζί της σε μακρινές βόλτες σε δρόμους του Παρισιού, του ζητά να φροντίζει τον Πιερ, το μικρό γιο της, αλλά ποτέ δεν του αποκαλύπτει ποιος ήταν ο πατέρας του, ενώ παράλληλα του γνωρίζει ανθρώπους με ασαφές παρελθόν, όσο και άλλους με στοχευμένες και συγκεκριμένες προθέσεις.
Κι έπειτα και καθώς τα χρόνια περνάνε όλα αυτά τα πρόσωπα χάνονται, μαζί τους εξαφανίζονται τα στέκια της νεότητας, οι άνθρωποι που τη σφραγίσανε. Κι αυτό γιατί… «Εγώ ζούσα μέρα τη μέρα χωρίς να νοιάζομαι και πολύ να μάθω πώς λέγονταν οι άνθρωποι με τους οποίους συναναστρεφόμουν. Σαν να΄ μουν ακίνητος στην επιφάνεια του νερού κι όπου με πήγαινε το ρεύμα» (σελ. 53)
Κι αν κάποια στιγμή, ένα ή περισσότερα από αυτά τα πρόσωπα του παρελθόντος ίσως περνάνε φευγαλέα από τις σκάλες ενός σταθμού, ήταν αληθινά ή ‘ένα όνειρο που είχα δει την παραμονή της συνάντησης και που το άφησα να διαρκέσει όλη τη μέρα, ώστε να ξεχάσω το παρόν;’ (σελ. 1110
Το συγκεκριμένο βιβλίο κυκλοφόρησε στη Γαλλία του 2023. Και κάπου μέσα στις τελευταίες σελίδες του, εκεί δηλαδή που ο συγγραφέας πλησιάζει στο τέλος της καταγραφής του, ο αναγνώστης θα διαβάσει: ‘Τί είχε απογίνει η χορεύτρια και ο Πιερ και όλοι όσους είχα γνωρίσει εκείνη την εποχή; Να κάτι που αναρωτιόμουν συχνά όλα αυτά τα πενήντα χρόνια και που ‘χε μείνει ως τότε αναπάντητο. Και ξαφνικά στις 8 Ιανουαρίου 2023, αισθάνθηκα ότι όλο αυτό δεν είχε πια καμία σημασία. Η χορεύτρια και ο Πιερ δεν ανήκαν στο παρελθόν, αλλά σε ένα αιώνιο παρόν’(σελ. 111)
Με τον δικό του τρόπο ο Modiano φιλοσοφεί πάνω στον χρόνο και στην σχέση της με τη μνήμη. Σαφέστατα συγγραφέας ιδιόμορφος και με ένα δικό του τρόπο τρυφερός όσο και σκληρός.
Η γραφή του υπηρετεί θαυμαστά τις απόψεις του, ενώ αφήνει ελεύθερο τον αναγνώστη να ανασυνθέσει σύμφωνα με τις δικές του προσλαμβάνουσες την πορεία του ατόμου ανάμεσα στον χρόνο και στον χώρο.
Η λογοτεχνική απόδοση αυτής της γραφής στα ελληνικά από τον δόκιμο Αχιλλέα Κυριακίδη είναι απολύτως επιτυχημένη.
Βιβλιοδρόμιο, 4/10/2025
Subscribe to:
Comments (Atom)








