19.5.26
Η λεσβιακή επιθυμία στη νεοελληνική πεζογραφία: μια δισταχτική παρουσία
Η λεσβιακή επιθυμία στη νεοελληνική πεζογραφία: μια δισταχτική παρουσία
Το 1928 εκδίδεται στην Αγγλία το μυθιστόρημα της Radclyffe Hall «The Well of Loneliness» που θέτει με τρόπο ξεκάθαρο τα συναισθηματικά και κοινωνικά τραύματα μιας γυναίκας που αποδέχεται την λεσβιακή της ταυτότητα.
Μετά από ένα ακριβώς χρόνο, το 1929, έχουμε και στην Ελλάδα το πρώτο μυθιστόρημα που στηρίζεται στο ίδιο θέμα. Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Η ερωμένης της» της Ντόρα Ρωζέττη (ψευδώνυμο που ποτέ δεν έγινε γνωστό ποιο πρόσωπο πίσω από αυτό κρυβότανε).
Αλλά η σχεδόν ταυτόχρονη κυκλοφορία -και μάλιστα στην καρδιά του Μεσοπόλεμου- δυο μυθιστορημάτων με θέμα τον λεσβιακό έρωτα τόσο στην Αγγλία όσο και στην Ελλάδα, ασφαλώς και προκαλεί μια έκπληξη.
Βέβαια το έργο της αγγλίδας συγγραφέα γίνεται σχεδόν αμέσως βιβλίο αναφοράς σε αυτήν την θεματική κατηγορία, μιας διεκδικεί την αναγνώριση της λεσβιακής ταυτότητας και γι αυτό δημιουργεί ένα -και όχι μόνο λογοτεχνικό- σκάνδαλο. Αντίθετα το έργο της Ρωζέττη στέκεται περισσότερο στην επιθυμία κι έτσι η συντηρητική ελληνική κοινωνία της εποχής καταφέρνει να το αγνοήσει.
Από εκεί και πέρα και σε ότι αφορά την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή, θα πρέπει να έρθει ο 21ος αιώνας για να δούνε το φως της δημοσιότητας τέσσερα λογοτεχνικά έργα με λεσβιακό θέμα.
Με την σειρά έκδοσής τους, πρόκειται για τα: «Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν κι εσένα» (Εκδόσεις Εστία, 2009) της Άντζελας Δημητρακάκη, το «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της» (Πατάκης, 2015) —που το υπογράφω εγώ, το «Λεσβία» (Κέδρος, 2016) του Βαγγέλη Ραπτόπουλου και τέλος το «Σωματογραφία» (Αρμός, 2024) της Εύας Στάμου.
(Ίσως να έχει υπάρξει και κάποιο ακόμα, κάποιες παλαιότερες έρευνές μου, κάτι είχαν εντοπίσει, αλλά σήμερα δεν μπόρεσα να τις επιβεβαιώσω).
Σε κάθε περίπτωση από το 1929 έως το 2009 το διάστημα είναι τόσο μεγάλο, αλλά και τα έργα που ασχολήθηκαν με αυτό το θέμα τόσο λίγα, ώστε μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η λεσβιακή ταυτότητα ως βασικός άξονας μυθιστορηματικής στήριξης στη νεοελληνική πεζογραφία, μπορεί να μην είναι απούσα, μα σίγουρα παρουσιάζει μια ιδιαιτέρως δισταχτική παρουσία.
Θα έλεγε κανείς πως δεν έχει συγκροτήσει ένα αναγνωρίσιμο ρεύμα, ενώ και τα ίδια τα έργα που εντάσσονται σε αυτήν την κατηγορία λες και κάνουν κυκλικές κινήσεις -δεν προχωρούν προς τα εμπρός, αλλά επανέρχονται στους ίδιους λίγο πολύ προβληματισμούς.
Παράλληλα, στις προηγμένες λογοτεχνικά και κοινωνικά χώρες του εξωτερικού μπορεί κανείς να επισημάνει κάπως παρόμοιες τάσεις, αλλά και από την άλλη να διαπιστώσει και την ύπαρξη πολλών λαϊκών μυθιστορημάτων με κέντρο τη λεσβιακή επιθυμία. Με τον ένα ή τον άλλον τρόπο η παρουσία της θηλυκής έλξης από το γυναικείο σώμα δίνει το παρόν της.
Αλλά αν ελάχιστα υπήρξαν τα λαϊκά μυθιστορήματα που μεταφράστηκαν στα ελληνικά ,αντίθετα αρκετά είναι εκείνα που με λογοτεχνική αρτιότητα και γραμμένα από συγγραφείς που στις χώρες τους έχουν αναγνωριστεί ως εκπρόσωποι της (ή και της) λεσβιακής λογοτεχνίας, έχουν βρει θέση στα ράφια των βιβλιοπωλείων μας.
Αναφέρω μερικά ονόματα συγγραφέων: Sarah Waters, Patricia Highsmith, Jeanette Winterson, Pauline Delabroy-Allard, Nina Bouraoui, κ.α.
Η απουσία, πάντως σημαντικής ποσοτικά εκπροσώπησης εκ μέρους ανδρών ξένων συγγραφέων είναι άξια προσοχής και την στιγμή μάλιστα που στη δική μας γλώσσα από τα τέσσερα μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί, τα δυο τα υπογράφουν άνδρες.
Αλλά ας πλησιάσουμε αυτά τα ελληνικά έργα και ας δούμε τις όποιες διαφορές, αλλά ομοιότητές τους.
Στο έργο της Δημητρακάκη, η λεσβιακή επιθυμία εντάσσεται σε ένα σαφές πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο. Η αφήγηση συνδέει το προσωπικό με το συλλογικό, αντιμετωπίζοντας την ταυτότητα ως θέση μέσα σε ένα δίκτυο σχέσεων, ιδεολογιών και ιστορικών συμφραζομένων. Το σώμα δεν είναι μόνο φορέας εμπειρίας, αλλά και φορέας λόγου.
Στο «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της», η δική μου προσέγγιση κινήθηκε προς μια διαφορετική κατεύθυνση. Με ενδιέφερε να παραμείνω στο ίδιο το βίωμα, στη σωματικότητα της εμπειρίας πριν από τη διατύπωσή της. Η επιθυμία δεν δηλώνεται, αλλά αναδύεται μέσα από τις κινήσεις, τις αποστάσεις, τις σιωπές. Η ταυτότητα δεν προϋπάρχει ως έννοια· διαμορφώνεται μέσα από την αφή.
Στο «Λεσβία» του Ραπτόπουλου, η επιθυμία τίθεται εξαρχής στο κέντρο της αφήγησης, ήδη από τον τίτλο. Η προσέγγιση μετακινείται προς τη δημόσια σφαίρα, εξετάζοντας όχι μόνο τη σχέση, αλλά και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή εκδηλώνεται. Οι κοινωνικές αντιλήψεις, οι ρόλοι και οι παρερμηνείες λειτουργούν ως ενεργοί παράγοντες της αφήγησης.
Στο «Σωματογραφία» της Στάμου, η αφήγηση αποκτά εξομολογητικό χαρακτήρα. Το σώμα επανέρχεται ως κεντρικός άξονας, αλλά όχι ως σταθερό σημείο. Η επιθυμία εντάσσεται σε μια διαδικασία αυτογνωσίας που παραμένει ανοιχτή και συχνά αντιφατική. Η ταυτότητα δεν παγιώνεται· μετατοπίζεται.
Αν διαβαστούν αυτά τα έργα μαζί, προκύπτει ένα πεδίο διαφοροποιήσεων χωρίς εμφανή συνέχεια. Η λεσβιακή εμπειρία άλλοτε πολιτικοποιείται, άλλοτε εσωτερικεύεται, άλλοτε εντάσσεται σε κοινωνικά συμφραζόμενα, άλλοτε λειτουργεί ως διεργασία αυτογνωσίας. Η ποικιλία αυτή είναι ουσιαστική, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει την απουσία ενός διαλόγου που θα επέτρεπε τη συστηματική της ανάπτυξη και εμβάθυνση.
Οι λόγοι αυτής της ασυνέχειας είναι πολλαπλοί. Η κοινωνική αμηχανία απέναντι στη γυναικεία επιθυμία —και ιδιαίτερα όταν αυτή δεν κατευθύνεται προς τον άνδρα— εξακολουθεί να λειτουργεί, συχνά υπόγεια. Παράλληλα, η περιορισμένη παρουσία των συγγραφικών φωνών που θα μπορούσαν να επεξεργαστούν το θέμα δεν επιτρέπει τη δημιουργία μιας ευρύτερης παράδοσης.
Ας προσέξουμε και το φεμινιστικό κίνημα στη χώρα μας, όπου για τους δικούς του λόγους και σε μια προσπάθεια αποδοχής του από την ακόμα φαλλοκρατούμενη κοινωνία μας, δεν δείχνει μια μαχητική -έστω- διάθεση φωτισμού της λεσβιακής ταυτότητας.
Υπάρχει, τέλος, και μια δυσκολία που αφορά την ίδια τη γραφή. Η απόδοση του σώματος και της επιθυμίας χωρίς την προσφυγή σε στερεότυπα ή προκατασκευασμένα σχήματα απαιτεί συνεχή αναζήτηση νέων εκφραστικών τρόπων. Τα έργα που αναφέρθηκαν επιχειρούν, το καθένα με τον τρόπο του, να απαντήσουν σε αυτή τη δυσκολία, αλλά δεν συγκρότησαν έναν αφηγηματικό κανόνα.
Βέβαια το ουσιαστικό ζητούμενο δεν είναι η αύξηση των σχετικών έργων, αλλά η δημιουργία των συνθηκών που θα επιτρέψουν σε αυτή την εμπειρία να εκφραστεί με φυσικότητα.
Η ύπαρξη του μυθιστορήματος της Ρωζέττη ήδη από το 1929 υπενθυμίζει ότι η αρχή έχει γίνει εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Το γεγονός πως από τα τέσσερα ελληνικά μυθιστορήματα τα δύο έχουν γραφτεί από άντρες συγγραφείς (αναλογία που δεν νομίζω πως θα τη συναντήσουμε στα σοβαρά λεσβιακά μυθιστορήματα άλλων χωρών) δείχνει πως υπάρχει στη χώρα μας μια συγγραφική ανησυχία που ξεπερνά φυλετικούς διαχωρισμούς στον τομέα της σεξουαλικής συμπεριφοράς.
Όμως το ερώτημα παραμένει: γιατί αυτή η αρχή δεν απέκτησε ακόμη συνέχεια;
Μέσα στα πλαίσια των κοινωνικών αντιδράσεων των τελευταίων ετών που με ένταση καταγγέλλουν τη βία απέναντι των γυναικών, αλλά και της αύξησης των γυναικοκτονιών, η μειωμένη συγγραφική παραγωγή λογοτεχνικών έργων με θέμα τις λεσβιακές σχέσεις ίσως μπορεί να φωτίσει τις υποφωτισμένες, μα πάντα ενεργές δυσκαμψίες της ελληνικής κοινωνίας ως προς την αποδοχή της διαφορετικότητας στην σεξουαλική επιθυμία.
Σημείωση
Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή μια πρόσκληση που έλαβα, δεκαέξι χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της», να διαβάσω απόσπασμα του μυθιστορήματος στο πρώτο Φεστιβάλ Τέχνης και Μνήμης «Δύναμή μας η κοινότητα», στον Ελεύθερο Κοινωνικό Χώρο «Αλτάι», στις 25 Απριλίου του 2026.
www.oanagnostis.gr 19/5/2026
(1129 λέξεις)
Subscribe to:
Posts (Atom)
