24.9.18

Λέσχες Ανάγνωσης – Εφαρμογές και Προεκτάσεις



  
Η ανάγνωση είναι για μοναχική πράξη –διαβάζω μόνος μου, συνήθως σε ήσυχο μέρος, συνήθως κάπως αρκούντως απομονωμένος από την παρουσία τρίτων.
Κι όμως τελικά η αναγνωστική πράξη μπορεί να γίνει η αφορμή δημιουργίας σχέσεων.
Το θέμα του βιβλίου που διάβασα, ο τρόπος που ο συγγραφέας το χειρίστηκε, τα πρόσωπα που ξεφύλλισα τις περιπέτειες τους και μοιράστηκα μαζί τους συναισθήματα και ιδέες –όλα αυτά, πολύ συχνά, θέλω να τα συζητήσω με άλλους. Να ακούσω άλλων τη γνώμη, να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω μαζί τους. Κι έτσι επιζητώ να γνωρίσω αναγνώστες που διάβασαν το ίδιο βιβλίο με μένα.
Από μια τέτοια ανάγκη –που στην ουσία δεν είναι παρά μια ακόμα έκφραση επιθυμίας υλοποίησης κοινωνικών και  διαπροσωπικών σχέσεων- έχουν δημιουργηθεί οι Λέσχες Ανάγνωσης.
Ένας θεσμός που ανθεί στις μέρες μας στον τόπο μας και που σε ένα μεγάλο μέρος ίσως και να καθορίζει και το ποια βιβλία εκδίδονται.
Αναφέρομαι κυρίως (αν όχι και μόνο) σε βιβλία λογοτεχνίας, ίσως και σε κάποιο βαθμό σε βιβλία εκλαϊκευμένης ιστορίας. Σε βιβλία, δηλαδή, που μπορούν να ενδιαφέρουν ένα λίγο – πολύ πλατύ κοινό αναγνωστών και τα οποία μπορεί να πυροδοτήσουν μια σειρά συζητήσεων γύρω από τη θεματική τους και  τις ιδέες τους.
Για την ιστορία και μόνο ας μην ξεχνάμε τα Λογοτεχνικά Σαλόνια του Παρισιού, εκεί προς το τέλος του 19ου αιώνα και μέχρι τα χρόνια του Μεσοπόλεμου. Αυτά θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως αποτελούν τους προπάτορες των δικών μας σημερινών Λεσχών Ανάγνωσης.
Ασφαλώς ανάμεσα στο Σαλόνι της Γετρούδης Στάιν και σε μια Λέσχη Ανάγνωσης ενός Δήμου (για παράδειγμα) υπάρχουν μεγάλες διαφορές.
Κυριότερη –το Σαλόνι της Στάιν συγκέντρωνε πρόσωπα της καλλιτεχνικής ζωής εκείνης της εποχής* η Λέσχη η σημερινή αποτελείται από άτομα (γυναίκες κυρίως) που τις περισσότερες φορές η μόνη σχέση που έχουν με τις Τέχνες είναι αυτή του αναγνώστη.
Αλλά ακριβώς αυτός είναι και ο λόγος που έχουν τόσο αυξηθεί και που είναι τόσο δημοφιλείς.
Με οργανωμένο τρόπο η δημιουργία Λεσχών Ανάγνωσης ξεκινά προς τα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν το ΕΚΕΒΙ αρχίζει να υποστηρίζει τη λειτουργία τους και προσφέρει τη σχετική τεχνογνωσία σε όσους θέλουν να αναλάβουν τον συντονισμό τους. Μάλιστα διατηρεί και αρχείο με τις Λέσχες –πόσες είναι, που λειτουργούν, με ποια θέματα ασχολούνται κλπ. Δυστυχώς με το κλείσιμο του ΕΚΕΒΙ όλα αυτά τα στοιχεία δεν ενημερώνονται πλέον κι έτσι αν κάποιος σήμερα θέλει να καταγράψει τη δυναμική της παρουσίας των Λεσχών Ανάγνωσης και το πως μπορεί να παρεμβαίνουν στις αναγνωστικές συνήθειες του μέσου αναγνώστη, δεν έχει τη δυνατότητα να βασιστεί σε τεκμηριωμένα στοιχεία.
                                                     *****************
Τόσο με την ιδιότητα του συγγραφέα, αλλά κυρίως με εκείνη του μανιώδους αναγνώστη λογοτεχνίας, είναι πάνω από δεκαπέντε χρόνια που συσσωρεύω εμπειρίες ως προς τη λειτουργία των Λεσχών Ανάγνωσης. Που έχω μυηθεί τόσο στις εφαρμογές όσο και στις προεκτάσεις τους. Γιατί βέβαια μια Λέσχη Ανάγνωσης πέρα από τις αναγνωστικές εμπειρίες συμβάλει και στη διαμόρφωση σχέσεων διαπροσωπικών όσο και κοινωνικών.
Ας δούμε κάπως πιο αναλυτικά τον τρόπο που λειτουργεί μια Λέσχη Ανάγνωσης.
-Συνήθως τη δημιουργεί ένας φορέας (σύλλογος, δήμος, σχολείο κλπ* αλλά και βιβλιοπωλείο ή εκδότης).  Σπανιότερα μια Λέσχη δημιουργείται γύρω από ένα πρόσωπο που διαθέτει αναγνωρισμένη γνώση των λογοτεχνικών πραγμάτων (πχ συγγραφέας, φιλόλογος κλπ)
-Τα μέλη μιας Λέσχης καλό θα είναι  να μην υπερβαίνουν κατά πολύ τα είκοσι, αλλά και να μην είναι λιγότερα από περίπου δέκα. Η ελεγχόμενη πολυφωνία βασικό αιτούμενο.
-Οι συναντήσεις γίνονται μια ή το πολύ δυο φορές το μήνα. Στη δεύτερη περίπτωση τα μέλη αισθάνονται να δένονται με πλέον σφιχτούς δεσμούς φιλίας, αλλά θα πρέπει να διαβάζουν σχετικά ολιγοσέλιδα βιβλία.
-Οι συναντήσεις γίνονται σε χώρους που διαθέτει ο φορέας που τις διοργανώνει και κρατούν ένα αυστηρό ωράριο –συνήθως δίωρο.  Υπάρχουν και περιπτώσεις Λεσχών όπου τα μέλη συναντιόνται εκ περιτροπής στα σπίτια τους, αλλά και σε δημίους χώρους (πχ ζαχαροπλαστεία). Στη μια περίπτωση οι αναγνωστικές συζητήσεις συνοδοιπορούν με κατανάλωση εδεσμάτων και δεν υπόκεινται σε χρονικούς περιορισμούς* στην άλλη οι συζητήσεις διατηρούνται σε ό,τι μια κοινωνική σύναξη σε δημόσιο χώρο επιβάλει.
-Για τη λειτουργία μιας Λέσχης απαιτείται να υπάρχει ένας συντονιστής. Το δικό του εύρος λογοτεχνικών γνώσεων είναι και αυτό που θα καθορίζει το αντίστοιχο εύρος των αναγνωστικών διαδρομών της Λέσχης που συντονίζει.  Ιδανικό θα είναι ο συντονιστής να αφουγκράζεται τις ανάγκες και τις διαθέσεις των άλλων μελών κι έτσι να επιλέγει τίτλους που και θα ικανοποιούν αυτές τις διαθέσεις, αλλά και θα τις διευρύνουν.
-Στις περισσότερες περιπτώσεις ο συντονιστής είναι και ο μόνος που επίσημα τουλάχιστον επιλέγει τους προς ανάγνωση τίτλους. Αλλά υπάρχουν και Λέσχες όπου η επιλογή γίνεται με περισσότερο… δημοκρατικές διαδικασίες. Κάθε μέλος, με τη σειρά,  προτείνει ένα βιβλίο.
-Συχνά τα μέλη μιας Λέσχης  διαθέτουν ένα κοινό στοιχείο –πχ  είναι όλα εκπαιδευτικοί ή να είναι παιδιά ή να είναι τρόφιμοι ενός Ιδρύματος.
-Σε άλλες Λέσχες όλα τα μέλη παίρνουν με τη σειρά το λόγο και καταθέτουν την άποψή τους. Σε άλλες ο συντονιστής ή και κάποιος ειδικός προσκεκλημένος (αν όχι ο συγγραφέας του βιβλίου, τότε κάποιος ειδικός επί του θέματος) αφού κάνουν μια ανάλυση, προχωρούν σε ένα διάλογο με τα μέλη.
- Με κάποιο γενικό τρόπο κατάταξης, μπορούμε να ισχυριστούμε πως υπάρχουν Λέσχες που είναι ανοιχτές στις προσεγγίσεις τρίτων, όπως και πως υπάρχουν άλλες που θέλουν να κρατήσουν εντελώς μεταξύ των μελών τους τις όποιες θέσεις και απόψεις επί των βιβλίων που διαβαστήκανε.
-Ένας ακόμα χαρακτηριστικό των περισσοτέρων Λεσχών από αυτές που προσκαλούν τους συγγραφείς των βιβλίων που διαβαστήκανε, είναι πως προτιμούν να προσκαλούν συγγραφείς που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουν προβληθεί από τα ΜΜΕ ή συχνά τα βιβλία τους αναφέρονται σε καταλόγους ευπώλητων. Αν και έχει επίσης παρατηρηθεί πως  ο συντονιστής ή και κάποια από τα μέλη συχνά προκαλούν με κριτήρια προσωπικής ή άλλης μορφής γνωριμίας.
                                            ***************
Πέρα όμως από την προώθηση (με τον όποιο ποιοτικό χαρακτήρα) της αναγνωστικής συμπεριφοράς των μελών τους, οι Λέσχες Ανάγνωσης παρεμβαίνουν, υποστηρίζουν και καλύπτουν λίγο πολύ συγκεκριμένες κοινωνικές ανάγκες.
Και όσο κι αν είναι γεγονός πως οι περισσότεροι από τους συγγραφείς θέλουν να προσκαλούνται από διάφορες Λέσχες και όσο κι αν είναι λογικό το ίδιο να επιθυμούν και οι εκδότες για τους τίτλους που έχουν εκδώσει, πιστεύω πως η λειτουργία των Λεσχών Ανάγνωσης έχει ενδιαφέρουσες προεκτάσεις στην καθημερινή συμπεριφορά των μελών τους τόσο ως αναγνώστες όσο και ως κοινωνικά άτομα.
Η λογοτεχνία θεωρήθηκε πάντα πως απευθύνεται σε γυναικείο κυρίως κοινό. Ίσως γιατί η ενδοσκόπηση που απαιτεί η αναγνωστική πράξη ταιριάζει περισσότερο στη γυναικεία ψυχοσύνθεση. Όπως και να το κάνουμε τα μέλη μιας Λέσχης Ανάγνωσης (στην πλειοψηφία  τους  είπαμε πως είναι γυναίκες) αναγνωρίζουν τόσο τις καμπές του δικού της η κάθε μια βίου, όσο και μοιράζονται τις ανάλογες εμπειρίες και των συν-αναγνωστριών τους , αλλά και των ηρωίδων των έργων. Έτσι όμως και καθώς το ατομικό μετατρέπεται σε συλλογικό, η ενδυνάμωση της θέσης της γυναικείας ταυτότητας  αποκτά ουσιαστικότερες βάσεις.  Η νέα γυναίκα (νεαρή μητέρα ή και μεταπτυχιακή φοιτήτρια) συνομιλεί με την ηλικιωμένη (χήρα ή γιαγιά). Οι εμπειρίες περνάνε μέσα από το αισθαντικό αλλά και βαθύ κανάλι της λογοτεχνίας και από τη μια προειδοποιούν και από την άλλη γαληνεύουν.
Όσοι πάλι εκπρόσωποι του άλλου φύλλου συμμετέχουν στις συζητήσεις μιας Λέσχης, μπορεί ίσως να μην ανακαλύπτουν από την αρχή τα συναισθήματα των γυναικών (ο άνδρας που συμμετέχει σε μια Λέσχη είναι ήδη υποψιασμένος για τις διαφορετικές συγκινήσεις που μπορεί να είχε η μητέρα του ή μια σύντροφός του) αλλά σίγουρα από τη μια διευρύνει τις σχετικές γνώσεις του και από την άλλη συμβάλλει στο να γίνουν κατανοητές και οι δικές του, οι ανδρικές ανάγκες,  από τις γυναίκες συν-αναγνώστριες του.
Με διαφορετικό τρόπο ειπωμένο –οι Λέσχες Ανάγνωσης επιτίθενται στη ατομική, στην διαπροσωπική και στην κοινωνική αποξένωση.
Κι όμως… Την ίδια στιγμή –όχι πάντα και όχι σε όλες της Λέσχες- δημιουργείται στα μέλη κάποιων Λεσχών μια τάση, μια διάθεση ίσως, κυριαρχίας του αναγνώστη πάνω στον συγγραφέα.
Αν η μοναχική ανάγνωση αφήνει ευάλωτο τον αναγνώστη στη μαγεία και στη δυναμική της συγγραφικής τεχνικής του συγγραφέα, η ανάγνωση που συνοδοιπορεί με άλλες αναγνώσεις  αποκτά μια ισχύ και ως μια ομάδα που έχει υποστεί για καιρό την καταπίεση  του κυριάρχου των συναισθημάτων της, εξεγείρεται και αμφισβητεί τον συγγραφέα.
Δεν θεωρώ πως μια τέτοια αμφισβήτηση δεν πρέπει πότε να εκφραστεί. Αλλά όποτε  αυτό γίνει θα πρέπει να στηρίζεται σε ουσιαστικές επισημάνσεις πάνω στη χρήση της γλώσσας, πάνω στον τρόπο δόμησης της αφήγησης, πάνω στο σχεδιασμό γεγονότων και χαρακτήρων. Και όχι σε ένα απλό και απόλυτα εγωκεντρικό «Μου αρέσει – Δε μου αρέσει».
Δικαίωμα κάθε αναγνώστη να έχει τις προτιμήσεις του. Αλλά πέρα από το δικαίωμα αυτήν την προσωπική του προτίμηση να ζητά να του την αναγνωρίσουν,  υπάρχει και η υποχρέωση εκ μέρους του να μπορεί να διακρίνει που τελειώνει το υποκειμενικό που αρχίζει το αντικειμενικό. Κι άλλωστε διαφωνώ με κάτι δε σημαίνει πως και το απαξιώνω.
Η τήρηση μιας τέτοιας αναγνωστικής συμπεριφοράς στάσης  είναι έργο που αφορά τις ευθύνες του συντονιστή. Εκείνος είναι που θα πρέπει να φωτίσει όλες τις λεπτομέρειες του έργου και να πείσει τους αναγνώστες της ομάδας του για το γιατί αξίζει να το σεβαστούν –τόσο αυτό όσο και τον δημιουργό του.                                                                                             Και τώρα,  καθώς σκέπτομαι τον ευρύτερο ρόλο που καλείται να παίξει ο συντονιστής μιας Λέσχης Ανάγνωσης, νομίζω πως πρέπει να τονίσω πως καλός συντονιστής είναι εκείνος που και ευρύτερη γνώση έχει του λογοτεχνικού χώρου, αλλά και που διαθέτει ικανότητες χειρισμού των ιδιαιτεροτήτων κάθε μέλους της ομάδας του. Ας μη λησμονούμε πως η ανάγνωση της λογοτεχνίας και στη συνέχεια η συζήτηση από πολλούς των διαφόρων θεμάτων που σε ένα βιβλίο εμφανίζονται, φέρνει συχνά στην επιφάνεια κρυμμένες ψυχολογικές αναστολές, καταπιεσμένα συναισθήματα, ταξικούς φόβους, έντονες ανάγκες αντιμετώπισης του άλλου. Οπότε ο συντονιστής χωρίς να ξεχνά πως είναι ο πρώτος ανάμεσα σε ίσους, δε θα πρέπει και να λησμονά πως καλό είναι να διαθέτει έως και διπλωματικές δεξιότητες στη διαχείριση των συζητήσεων.
Πιο πάνω σημείωσα πως ως ένα βαθμό οι επιλογές των Λεσχών Ανάγνωσης παρεμβαίνουν και στα προγράμματα έκδοσης κάποιων έργων. Νομίζω πως αυτή η παράμετρος θα πρέπει να γίνει περισσότερο αντιληπτή. Μια Λέσχη Ανάγνωσης ως ένα κοινωνικό σώμα  που ασχολείται με την κατ΄ εξοχήν πιο προβληματίζουσα μορφή Τέχνης –τη Λογοτεχνία-  δε θα πρέπει να ξεχνά πως πέρα από την τέρψη ων μελών της, πέρα από την κάλυψη των συναισθηματικών αναγκών τους, εν τέλει παρεμβαίνει και σε μια ουσιαστική διαμόρφωση Ιδεών και Αισθητικής.
Γιατί η Λογοτεχνία –τόσο ως συγγραφή όσο και ως ανάγνωση- είναι πράξη πολιτική.

 Πρώτη ανάρτηση: https://diastixo.gr/epikaira/apopseis/10575-lesxes-anagnwshs-kontolewn

12.9.18

NON OMNIS MORIAR by Literature.gr: Μάνος Κοντολέων





https://www.literature.gr/non-omnis-moriar-by-literature-gr-manos-kontoleon/


https://www.youtube.com/watch?v=_dYYzPEIaCA&t=8s

«Κι όμως, τελικά… Τίποτε από εμένα δε φαίνεται».    γράφει ο Μάνος Κοντολέων δημιουργώντας μια ασαφή αίσθηση μυστηρίου γύρω από τον εαυτό του, που κάνει τον αναγνώστη να θέλει να ανακαλύψει ποιες αλήθειες μπορεί ακόμα να κρύβει ο συγγραφέας περισσότερων από ογδόντα βιβλίων. Άλλωστε και ο ίδιος, οριοθετώντας την προσωπική του πορεία στην αυτογνωσία, έχει πει ότι:   «Τελικά, μετά από κάθε βιβλίο, έχω ανακαλύψει μία ακόμα κρυφή πτυχή του εαυτού μου. Μια επίπονη ανακάλυψη. Αλλά ιδιαίτερα γοητευτική».   Από την άλλη, όλα όσα θέλει ο ίδιος να γνωρίζουμε για τη ζωή του είναι γνωστά. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία λοιπόν ο Μάνος Κοντολέων γεννήθηκε στην Aθήνα από γονείς που κατάγονταν απ’ τη Σμύρνη. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Aθηνών. Η αγάπη του για τη λογοτεχνία τον έστρεψε, από τα παιδικά του κιόλας χρόνια, στη δημοσίευση κειμένων του στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων». Η πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα έγινε το 1969 με την συμμετοχή του σε ανθολογία νέων πεζογράφων. Δέκα χρόνια μετά κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο. O Mάνος Kοντολέων ασχολείται με όλα τα είδη του πεζού λόγου: μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα, παραμύθι και δοκίμιο. Είναι ταχτικός συνεργάτης διαφόρων περιοδικών και εφημερίδων όπου και δημοσιεύει κριτικές, άρθρα και λογοτεχνικά κείμενα. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού «Διαδρομές στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους». Γράφει σενάρια τηλεοπτικών προγραμμάτων για παιδιά με θέματα σχετικά με το βιβλίο και κάνει πολύ συχνά ομιλίες για τα προβλήματα και τους στόχους της Λογοτεχνίας για παιδιά και νέους. Bιβλία του έχουν κατά καιρούς βραβευθεί από την Εταιρεία Eλλήνων Λογοτεχνών και από τον Kύκλο του Eλληνικού Παιδικού Bιβλίου. Kείμενα του έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες ανθολογίες πεζογραφίας και δοκιμίου. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων  και του του Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ, ιδρυτικό μέλος της Λέσχης Έρευνας και Μελέτης της Παιδικής Λογοτεχνίας «Διαδρομές». Έχει διατελέσει  μέλος της επιτροπής κρατικών βραβείων για την παιδική λογοτεχνία, όπως και των βραβείων των  περιοδικών «Διαβάζω» και «Κλεψύδρα» και πρόεδρος της επιτροπής κρατικών βραβείων της Κύπρου. Διδάσκει δημιουργική γραφή και συντονίζει Λέσχες Ανάγνωσης που έχει δημιουργήσει ο ίδιος. Είναι παντρεμένος με τη συγγραφέα και μεταφράστρια Κώστια Κοντολέων και έχει δύο παιδιά κι έναν εγγονό που υπεραγαπάει. Παρόλα αυτά, τις μυστικές εντάσεις των πιο κρυφών του σκέψεων, τις λεπταίσθητες ισορροπίες των προσωπικών του αγωνιών και την αστείρευτη ευαισθησία του μπορούμε να τις διακρίνουμε όσοι ασκηθούμε στη γραφή του. Μια εξαιρετική συναίσθηση ευθύνης καθορίζει τη συνέπειά του απέναντι σε όλα όσα η συνείδησή του δεν αποδέχεται και γι’ αυτό βρίσκει τρόπους να αντιμετωπίσει, κάνοντάς τον τα τελευταία χρόνια να επιλέγει μια τολμηρή θεματογραφία. Εισηγητής του cross over μυθιστορήματος στη ελληνική γραμματεία έθεσε τις λογοτεχνικές γέφυρες που οδηγούν στην ένωση των εφηβικών και ενήλικων ανησυχιών σε ένα έργο που στοχεύει στην αναγνωστική ενηλικίωση την εποχή της χαμένης αθωότητας, των απωλειών και των ανελεύθερων ονείρων. Δηλώνει απαλλαγμένος από το παρελθόν και εστιάζει μόνο στο μέλλον με την πεποίθηση ότι ανήκει στα παιδιά, στα οποία έχει αφιερώσει το έργο του. Όσοι πάλι έχουμε το προνόμιο να τον γνωρίζουμε προσωπικά ξέρουμε ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο προσηνή, φιλικό, γενναιόδωρο απέναντι στους νεότερους λογοτέχνες, χωρίς κανενός είδους έπαρση. Έχει ορίσει τη ζωή του στις προσταγές της λογοτεχνίας και έχει κάνει οίστρο της την ανάγκη να προασπίσει τα ιδανικά και τις αξίες της. Η γλυκιά, βελούδινη, γραφή του που μπορεί την ίδια στιγμή να μετατρέψει την αφηγηματική γλυκύτητα της σε αιχμηρό όργανο τολμηρής κοινωνικής κριτικής είναι πάνω από όλα ειλικρινής και ακριβής. Το Literature.gr εγκαινιάζει τη νέα σειρά βίντεοσυνεντεύξεών του υπό τον τίτλο: «NON OMNIS MORIAR» με τον Μάνο Κοντολέων, ο οποίος δέχτηκε να μας φιλοξενήσει στο σπίτι του για μια εκ βαθέων προσωπική εξομολόγηση και να μας μιλήσει για τη γραφή, τη σχέση του με την παιδική, εφηβική και ενήλικη λογοτεχνία, τους ανθρώπους που έπαιξαν ρόλο στη ζωή του, τα όνειρά του, τα αντικείμενα που από παιδί αγάπησε, για την ίδια του τη ζωή και την απόλυτη μοναξιά του συγγραφέα που τον ενώνει με τους αναγνώστες. Κι έτσι, τελικά, ακούγοντάς τον καταλάβαμε απόλυτα το μότο που χρησιμοποιεί στην προσωπική του ιστοσελίδα: «Όταν είμαι -ή θέλω να είμαι- αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά. Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους. Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες». Και ίσως αυτό μόνο να είναι ό,τι χρειάζεται να ξέρουμε στην πραγματικότητα για τον Μάνο Κοντολέων προτού βυθιστούμε στη γοητεία του έργου του, έχοντας πάντα κατά νου ότι τίποτα από εκείνον δε θα φανεί αν ο ίδιος δεν το φανερώσει. 

 Τέσυ Μπάιλα, Σεπτέμβριος 2018   


Read more at: https://www.literature.gr/

1.8.18

«ΩΣ ΜΙΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ»: ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «Η ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΣΤΗ ΜΑΥΡΗ ΑΜΜΟ» ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ



Ο Μάνος Κοντολέων στο βιβλίο του καταπιάνεται με το θέμα του μύθου. Μύθος και λογοτεχνία, μια σχέση που εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κάποιος, αλλά δύσκολα μπορεί να ορίσει και να αποσαφηνίσει. Δεν αντιμετωπίζει τον λογοτεχνικό μύθο μόνο ως προς τη συγγραφική διαδικασία «πρόσληψης της Αρχαιότητας», αλλά εξετάζει την πολυεπίπεδη ενδοκειμενική παρουσία του ως μίτο της Αριάδνης για την περιπλάνηση από λογοτεχνικό είδος σε λογοτεχνικό είδος και ως καθοριστικό παράγοντα για μια νέα ανάγνωση του λογοτεχνικού έργου, που φωτίζει κρυφές πτυχές του και επηρεάζει την αναγνωστική διαδικασία προς την αξιολόγηση μιας καίριας ετερότητας, μιας γόνιμης δυσαρμονίας «παλαιού»-«νέου».
Ο Μάνος Κοντολέων “φωτίζει” στο κείμενό του την Κασσάνδρα. Την παρολίγο προικισμένη με το χάρισμα της μαντικής την οποία όμως αρνήθηκε. Τότε ο θεός την εκδικήθηκε δίνοντάς της την κατάρα του να μη δίνει κανένας πίστη στις προφητείες της.
Η γλώσσα του βιβλίου έχει ξεχωριστό πλούτο και εκφραστικότητα, ιδίως δε τεχνικές λεπτομέρειες. Η γνωστή σταθερότητα ύφους του Κοντολέων υπάρχει πάντα στο προσκήνιο, που είναι μια από τις σφραγίδες της γραφής του. Σημαντικές είναι επίσης οι αναφορές του σε Ιλιάδα, τον Αγαμέμνονα και τις Τρωάδες.
Στο βιβλίο του Μάνου Κοντολέων βρίσκει κανείς το γνώριμο εκείνο συναίσθημα, τον κόμπο στο στομάχι, όταν διαβλέπει την επερχόμενη αλλαγή στον κόσμο γύρω του. Όταν τα πράγματα αλλάζουν αμετάκλητα και ο χρόνος κινείται μονόφορα.

Ι. Μπελεσιώτης // Booking Forward

https://bookingforward.wordpress.com/2018/07/26/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD/

28.7.18

Η Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου στις Διαδρομές Νο 125





Ο Μάνος Κοντολέων επιτέλεσε έναν άθλο: Διασκευάζοντας ελεύθερα το γνωστό κλασικό έργο του Θερβάντες, δημιούργησε με την ξεχωριστή του πένα ένα τρισχαριτωμένο αφήγημα που διαβάζεται απνευστί από τον σύγχρονο αναγνώστη, και μάλιστα τον νεαρό, κάτι που αμφιβάλλει κανείς αν θα συνέβαινε με το πρωτότυπο, το οποίο, παρότι αριστούργημα, φέρει πια τα ίχνη του χρόνου. Το εξαιρετικό αυτό βιβλίο με την καλαίσθητη έκδοση ευτύχησε και στην εικονογράφηση. Κοσμήματα πραγματικά οι ασπρόμαυρες εικόνες του κορυφαίου ζωγράφου -σκιτσογράφου Βαγγέλη Παυλίδη, «έδεσαν» απόλυτα με το τόσο καλογραμμένο κείμενο.
Λ.Π. –Α

26.7.18

Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο -βίντεο από εκδηλώσεις

Μια περιπέτεια είναι η αναζήτηση της λέξης




 Συνέντευξη: Πιερής Παναγή   
http://www.philenews.com/politismos/anthropoi/article/557312/manos-kontoleon-mia-peripeteia-einai-i-anazitisi-tis-lexis
 26 Ιουλίου 2018, 10:30 πμ 
   
«Είναι φοβερά ενδιαφέρον να αναζητάς τις λέξεις, όσες έρχονται από τα παλιά και όσες μόλις γεννηθήκανε. Να ανασταίνεις όσες έχουν πεθάνει.» Τι σας σπρώχνει να αρχίσετε κάθε φορά το γράψιμο;
Γράφω από τότε που ήμουν έφηβος. Θυμάμαι, λοιπόν, πως ένα χάραμα με είχε βρει άγρυπνο καθώς ήθελα να ολοκληρώσω ένα διήγημα. Η μητέρα μου με ρώτησε γιατί το έκανα αυτό… Την κοίταξα και της απάντησα «Δεν ξέρω… Απλώς το ήθελα». Μέχρι σήμερα δεν έχω άλλη απάντηση να δώσω.

Και αυτή τη φορά με το «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο»; Ποια ήταν η αφορμή;
Μετά από τόσα χρόνια συγγραφής, η ανάγκη μου για γράψιμο στηρίζεται σε πιο συγκεκριμένους λόγους. Θα έλεγα, λοιπόν, πως πάντα υπάρχει μια αφορμή για να ξεκινήσω ένα νέο βιβλίο. Άλλοτε την κατανοώ, άλλοτε πάλι όχι. Αλλά για την Κασσάνδρα την ξέρω την αφορμή. Είναι γιατί ήθελα να ζωντανέψω εκείνη τη γυναίκα που μπορούσε να βλέπει με τη λογική, το πού οδηγούν οι αποφάσεις των άλλων όταν λαμβάνονται ασυλλόγιστα, χωρίς τον όποιο έλεγχο των μαζικών παθών. Ένα διαχρονικό σύμβολο των θυμάτων της μαζικής παράκρουσης είναι η Κασσάνδρα. Διαχρονικό και τόσο, μα τόσο επίκαιρο συγχρόνως.

Είστε αντικειμενικός όταν γράφετε; Δηλαδή, σας επηρεάζουν οι προσωπικές σας αντιλήψεις, απόψεις για την κοινωνία, την πολιτική;
Αντικειμενικός; Μα η λογοτεχνία δεν είναι επιστήμη. Στηρίζεται στην υποκειμενικότητα αυτού που τη δημιουργεί και επικοινωνεί με την υποκειμενικότητα αυτού που τη διαβάζει. Όχι, αντικειμενικός δεν μπορεί να είναι ένας συγγραφέας. Αλλά πρέπει –το τονίζω αυτό το πρέπει- να μην είναι μονόπλευρος. Πρέπει να προσπαθεί να κατανοεί τους άλλους –τον καθένα να τον πλησιάζει με διάθεση να τον γνωρίσει σε βάθος και έτσι με ζωντάνια να τον φέρει να κατοικήσει μέσα στο έργο του. Μα όλα αυτά δεν σημαίνουν πως ο συγγραφέας δεν έχει τις απόψεις του. Και πως θέλοντας και μη, αυτές τις απόψεις υποστηρίζει με τα έργα του. Αλλά πρέπει να τις υποστηρίζει καθώς θα τις αφήνει να αντιμετωπίσουν τις απόψεις των άλλων με ίσους όρους ανταγωνισμού. Και αν νικήσουν, να το κάνουν με επιχειρήματα και όχι με προκατασκευασμένα τερτίπια.

Γράφετε κάποια στιγμή «Έψαχνα πάντα τις λέξεις. Πρώτα εκείνες που θα πείθανε… Τους άλλους. Μετά όσες θα μπορούνε να παρηγορήσουνε… Εμένα. Πάντα λέξεις έψαχνα. Λέξεις που μου κρυβόντουσαν». Το κυνήγι των λέξεων για ένα βιβλίο είναι επώδυνο εγχείρημα;
Χωρίς τις λέξεις δεν υπάρχει λογοτεχνία. Χωρίς τις λέξεις δεν θα υπήρχε ο δυτικός πολιτισμός. Και όλες οι μεγάλες και με ιστορία γλώσσες εξελίσσονται. Είναι φοβερά ενδιαφέρον να αναζητάς τις λέξεις της δικής σου γλώσσας. Όσες έρχονται από τα παλιά κι όσες μόλις πριν από λίγο γεννηθήκανε. Να ανασταίνεις όσες έχουν πεθάνει. Μια περιπέτεια είναι η αναζήτηση της κατάλληλης λέξης. Το κάθε βιβλίο και μια καταγραφή πολλών τέτοιων περιπετειών.

20.7.18

Μια διαχρονική Κασσάνδρα που μας μιλά από το χτες για το σήμερα


Μια διαχρονική Κασσάνδρα που μας μιλά από το χτες για το σήμερα


της Βασιλικής Ρεσβάνη

«Η Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο»
Εκδόσεις Πατάκη, 2018

Ένα νέο μυθιστόρημα το οποίο εμπλουτίζει τη γνώση μας για μια μορφή της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Η Κασσάνδρα, δευτερεύουσα ηρωίδα στο κλασσικό έπος, γίνεται πρωταγωνίστρια και φανερώνεται μπροστά μας, σύγχρονη, ευθύς, αποκαλυπτική χωρίς να φοβάται κανέναν και τίποτε. Διαχρονική και διεκδικητική σε μια εποχή όπου τότε η γυναίκα δεν είχε τόσα δικαιώματα. Κι όμως στο ‘Η Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο’ ο Κοντολέων αφηγείται και πραγματεύεται το αρχαίο δράμα της Τροίας με την Κασσάνδρα να είναι αυτή που με το δυναμισμό της, οδηγεί τον αναγνώστη να θεωρεί ότι είναι εκείνη που τυχόν μπορεί να αλλάξει την υπάρχουσα γνωστή εξέλιξη του αρχαίου δράματος.
Γνώστης τόσο των γεγονότων όπως περιγράφονται στα έργα των αρχαίων τραγικών, μελετητής των αναλύσεων των έργων αυτών και δεξιοτέχνης στην σύνδεση των στοιχείων που συνθέτουν γεγονότα και πρόσωπα, ο Μάνος Κοντολέων μάς μεταφέρει στην τότε εποχή μέσα από την φωνή μίας γυναίκας και μάλιστα δίνοντάς της ένα ύφος που καθηλώνει τους αναγνώστες, αλλά και πιθανούς θεατές μιας θεατρικής μεταφοράς του μυθιστορήματος.
Άλλωστε, κι έτσι όπως είναι γραμμένο το έργο, βοηθά τον  αναγνώστη να φαντάζεται από μόνος του τη μουσική, τα σκηνικά, τους φωτισμούς. Δίνει στον εαυτό του την ευχαρίστηση να σκηνοθετεί ο ίδιος τις εικόνες του λογοτεχνικού κειμένου. Μεταβαίνει από την απόλαυση μιας μορφής Τέχνης σε μια άλλην…. Αν ένα βιβλίο το κατορθώνει αυτό έχει πετύχει έναν από τους βασικούς στόχους της δημιουργικής ανάγνωσης. Ο αναγνώστης ‘ταξιδεύει’ διαβάζοντας την Κασσάνδρα.
Το βιβλίο αυτό εμπνέει κάθε γυναίκα να θέλει να παλέψει για ό,τι θεωρεί σωστό. Η Κασσάνδρα πριγκίπισσα με προκαθορισμένο από άλλους το δικό της μέλλον θέλει να το αλλάξει και εν μέρει το καταφέρνει. Αρνείται την επιβολή του θεού και την πρότασή του, αρνείται να δει το επικείμενο τέλος ενώ το ξέρει ότι θα έρθει. Μάντισσα η ίδια στο ιερό του Απόλλωνα διακατέχεται από το βάρος της ικανότητάς της να βλέπει το μέλλον στην Μαύρη Άμμο –χώρο ενσάρκωσης των εφιαλτικών οραμάτων της. Είναι η ίδια που ξέρει αλλά και η ίδια αυτή που δεν γίνεται πιστευτή. Πόσο τραγικό πρόσωπο αλήθεια!
Η Κασσάνδρα –ως θεατρική ηρωίδα-  έχει ενσαρκωθεί αρκετές φορές στο θέατρο, και ίσως πολλές από αυτές τις φορές οι θεατές να έχουν συγκλονιστεί από το γεγονός ότι αυτή ξέρει -και μαζί της και οι ίδιοι-  ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου οδηγούνται στην πτώση και τελικώς στη γνώση μέσα από την κάθαρση που κάθε έργο αρχαίας τραγωδίας ενέχει. Ο αναγνώστης της Κασσάνδρας στην Μαύρη Άμμο είναι υποψιασμένος περίπου τι θα διαβάσει αλλά…. όταν ο συγγραφέας είναι ο Μάνος Κοντολέων το αποτέλεσμα τον εκπλήσσει για ακόμη μία φορά.
Πριν διαβάσω την Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο έκανα σκέψεις πάνω στον τίτλο. Μπορεί η άμμος να αποτελέσει υλικό να εμπιστευτείς και να στηρίξεις ιδέες ή να δημιουργήσεις; Μπορεί το χρώμα της να προμηνύει το θέμα του βιβλίου; Μπορεί το όνομά της ηρωίδας, αν δεν είχα διαβάσει ποτέ μου τα αριστουργήματα της αρχαίας Ελληνικής γραμματείας, να μου φανέρωνε κάτι; Στη συνέχεια μετά την ανάγνωση έψαχνα να βρω λέξεις για να γράψω τις σκέψεις μου για το βιβλίο «Έψαχνα πάντα τις λέξεις. Πρώτα εκείνες που θα πείθανε… Τους άλλους. Μετά όσες θα μπορούνε να παρηγορήσουνε… Εμένα. Πάντα λέξεις έψαχνα. Λέξεις που μου κρυβόντουσαν… Κι άφηνα τον καιρό να αποφασίζει…» -τα λόγια της ίδιας της Κασσάνδρας γίνανε δικά μου.
Το έργο αυτό μεταφέρει έμμεσα τις ελπίδες μιας εποχής, τις αγωνίες και τα θέλω των δυνατών του τότε. Και με ένα απρόβλεπτο τρόπο ενώνει τις θέσεις του με τις αντίστοιχες θέσεις προηγούμενου έργου του ίδιου του συγγραφέα. «Μετά ήταν που ήρθε η άλλη μέρα. Και η άλλη εποχή.  Η χώρα χωρίστηκε στα δύο, όσοι μένανε στο Εκεί θέλανε να πάρουν το Εδώ, αυτοί που είχαν το Εδώ θέλανε να κάνουν δικό τους και το Εκεί.…. Αυτοί που είχαν το Εκεί βρέθηκαν να είναι οι νικητές. Και αυτούς που μένανε στο Εδώ τους άφησαν με λίγο φαΐ, λίγο νερό λίγα χρήματα». (απόσπασμα από το ‘Δεν με λένε Ρεγγίνα, Άλεχ με λένε’ του Μ. Κοντολέων).
Η Κασσάνδρα ξέρει τι πρόκειται να γίνει, ξέρει τι θέλει αλλά άλλοι έχουν αποφασίσει τόσο για τους ίδιους όσο και για την ίδια, το μέλλον τους και το μέλλον της. Είναι οι θεοί πάντοτε που εμπλέκονται στα μελλούμενα; Πάντοτε; Δεν το νομίζω αυτό. Ακόμη και η ίδια η Κασσάνδρα αν άλλαζε κάποιες από τις επιλογές της ή αν παρουσίαζε διαφορετικά τα γεγονότα και τελικά έπειθε, θα μπορούσε να αλλάξει το τέλος που θα ερχόταν;
Ο Πρίαμος, ο Έκτορας, ο Πάρης άνδρες που ως…. «βασιλίσκοι δεν τολμούν να ρισκάρουν την ασημαντότητά τους». Η Κασσάνδρα ακούει, βλέπει, νιώθει ερμηνεύει τα σημερινά και μαντεύει τα μελλούμενα φτάνοντας στο πιο σημαντικό -«Η ιστορία το έμαθα πλέον και το βλέπω να επιβεβαιώνεται- γράφεται από την αλαζονεία των ηγετών και από τις προσπάθειες να στολίσουν το βίο τους με λάμψεις φθαρτές- ένα κομμάτι γης, κάποια χρυσά νομίσματα, ύμνους που να αναφέρονται στις πράξεις τους και γυναίκες που πριν από το όνομά της καθεμιάς τους θα μπορεί να τοποθετηθεί ένα επίθετο- Μεγάλη, σεβαστή, Θεά…. Ωραία».
Υπήρξαν πολλές φορές που θεώρησα ότι το κείμενο είναι τόσο αριστοτεχνικά δομημένο και προσεγμένο που δεν θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει με ευκολία ένα απόσπασμα με μονόλογο της Κασσάνδρας στο νέο έργο από κάποιο αντίστοιχο του αρχαίου κειμένου. Είναι η πένα του συγγραφέα που συνταιριάζει ύφος, προτάσεις, λέξεις, εποχές και αναδεικνύει ήρωες που πλέον συνομιλούν μαζί του και αλληλεπιδρώντας δημιουργείται τελικά ένα μοναδικό νέο κείμενο. Όταν το τελευταίο έρχεται στα χέρια των αναγνωστών, τότε  αρχίζει μία άλλη συνομιλία…..
Δεν θα το τοποθετούσα αυστηρά στα υπόλοιπα έργα του Μ. Κ. για ενήλικες, διότι θεωρώ ότι θα μπορούσε να αποτελεί ένα υπέροχο παράλληλο βιβλίο για τον φιλόλογο που αναζητά πέραν από το αναλυτικό πρόγραμμα να εμπνεύσει τους μαθητές του. Η Κασσάνδρα της Ιλιάδας και της Ορέστειας πόσο κοντά είναι αλήθεια με την Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο; Γνωρίζει περισσότερα για τις εποχές του τότε και του τώρα η Κασσάνδρα του Μάνου Κοντολέων; Είναι διαχρονική; Η Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο, έχω την αίσθηση ότι θα αποτελεί για καιρό σημείο αναφοράς και βιβλίο με διθυραμβικές κριτικές γιατί πολύ απλά είναι γραμμένο έτσι ώστε να μαγεύει και σε αυτό συνηγορεί η ίδια η ηρωίδα του – η μάντισσα και μάγισσα Κασσάνδρα!

Η  Βασιλική Ρεσβάνη είναι Εκπαιδευτικός  & Υπ. Διδ. του Παν/μίου Πατρών
Πρώτη ανάρτηση:
https://iporta.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF/