2.7.26
Ο Απόστολος Πάππος στο Elniplex
Τρίποντο και πιρουέτα, του Μάνου Κοντολέων
Μια δεξαμενή των ονείρων μας και αυτή των διαψευσμένων σχέσεων.
[…] Όταν επιτρέπεις στον εαυτό σου με κάποιον να συγκριθεί, αυτό ίσως και να σημαίνει πως θες να ανιχνεύσεις μια ενοχή σου
[…] Το όνομα που άλλοι μας δίνουνε γίνεται τελικά και η ταυτότητά μας. Γι’ αυτό και κάποιοι το παραλλάσσουν…
Ο Άλεκ, μαθητής τρίτης γυμνασίου, ζει με τη μητέρα και τη γιαγιά του και θέλει να γίνει αστέρι του μπάσκετ. Στον προσφυγικό συνοικισμό που ζει γνωρίζει τον συνομήλικό του, Κλείτο, που θέλει να γίνει χορευτής και έχει ένα διαφορετικό οικογενειακό υπόβαθρο. Ο Άλεκ του συστήνεται ως Αλέξανδρος, ο Κλείτος έχει ένα μάτι γαλανό και ένα καστανό και τα δυο αγόρια έρχονται κοντά, ως σώματα και ψυχισμοί, υπερβαίνοντας φωνές, στερεότυπα, προσδοκίες άλλων.
Ο συγγραφέας κάνει εναλλασσόμενη αφήγηση από την πλευρά κάθε αγοριού, παρεμβάλλοντας και μια τρίτη αφήγηση σε πλαγιογράμματη γραμματοσειρά, που μπορεί να είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, κάποιος ανώνυμος ετεροδιηγητικός αφηγητής που στοχάζεται, το υπερβατικό πνεύμα της ήβης που μιλά πάνω απ’ όλους ή η συλλογική φωνή ενός αφυπνιστικού χορού που σχολιάζει με διατυπώσεις και λυρισμό χορικού, και εξυψώνει τη σκέψη από μια θέση προνομιακού στοχασμού.
Ο Κοντολέων, πρωτοπόρος πάντα, βρίσκει ξανά έναν τρόπο να μιλήσει στους εφήβους τη γλώσσα της αλήθειας, διατηρώντας τη φλόγα της νιότης που τον οδηγεί να γράφει πάντα με τρόπο σύγχρονο. Η γλώσσα του έχει απλότητα, είναι σχεδόν ασθμαίνουσα, εμπνευσμένη από των μαινόμενων εφήβων τα σωθικά, μιας λίμπιντο σε καταιγίδα. Το Τρίποντο και πιρουέτα, τίτλος ευρηματικά συμπυκνωτικός, είναι ένας νέος, Κοντολεόντειος τόπος ευκαιριών και ταύτισης, τόπος μελέτης των φίλων μας, των εαυτών μας, των παιδιών μας.
Περί τίνος πρόκειται
Ο Άλεκ, μαθητής τρίτης γυμνασίου, βλέπει ένα αγόρι να κάνει πιρουέτες. Τι παράξενο! Τι όμορφο! Γνωρίζονται. Ο Άλεκ μεγαλώνει με τη μητέρα και τη γιαγιά του. Θέλει να γίνει αστέρι του μπάσκετ, παρότι η μάνα του, φυσικοθεραπεύτρια και απείρως πιο ρεαλίστρια, δεν συμμερίζεται τα όνειρά του. Ο τόπος τους είναι ένας παραθαλάσσιος προσφυγικός συνοικισμός σε μια μικρή κωμόπολη. Οι χωρισμένοι γονείς του δεν έχουν και τις καλύτερες σχέσεις. Ο πατέρας του έχει κάνει νέα οικογένεια, ζει σε άλλη πόλη, απουσιάζει γενικώς αλλά στις απαιτήσεις του να ανταποκριθεί ο γιος του στο αντρικό πρότυπο που ξέρει, είναι παρών.
Τέλος Αυγούστου. Σε μια παραλία. Γνωρίζονται. Είναι συνομήλικοι. Ο Κλείτος ζει με τη μητέρα και τον παππού του. Ο πατέρας του, άνθρωπος της τέχνης, μουσικός, βρέθηκε νεκρός σε ένα πάρκινγκ, προδομένος μάλλον από την καρδιά του, ο επί τριάντα έτη σαξοφωνίστας παππούς μετακόμισε μαζί τους, προσφέροντας κάποια ασφάλεια, το ωδείο όπου ήταν διευθυντής ο μπαμπάς έκλεισε και η μαμά αποφάσισε να κάνει ιδιαίτερα κιθάρας. Ε, και άλλαξαν και σπίτι, ένα πιο οικονομικό, στον συνοικισμό.
«Θέλω να γίνω χορευτής!»
Και ο πατέρας τον είχε κοιτάξει ξαφνιασμένος. – «Είσαι βέβαιος;»
Και η μητέρα μισόκλεισε τα μάτια, πήρε βαθιά ανάσα-
«Για όσο το θες, εμείς θα είμαστε δίπλα σου!» είπε.
Ο Άλεκ του συστήνεται ως Αλέξανδρος, παρότι δεν τον φώναζε κανείς έτσι. Ο Κλείτος παραμένει Κλείτος, αυτός έχει ένα μάτι γαλανό και ένα καστανό, έχει μια διπλή ματιά. Τα δυο αγόρια έχουν διαφορετικό οικογενειακό υπόβαθρο, με περισσότερες αποκλίσεις παρά συγκλίσεις, κι αυτό θα εκφραστεί σε διάφορες προσεγγίσεις τους. Ο συγγραφέας επιλέγει να τους μοιράσει στα δύο την αφήγηση, σε μια εναλλασσόμενη εστίαση, πότε κοιτάζοντας την ιστορία από τη ματιά του ενός, πότε του άλλου, καταργώντας έτσι την αλήθεια της μίας οπτικής και συμπληρώνοντας τις ρωγμές του ενός με τις μονωτικές ύλες του άλλου. Αυτή η διπλή εστίαση, λειτουργεί ως ένας καθρεφτισμός του ενός στον άλλο, όπου η διαδοχή συναισθημάτων και πτυχών προωθεί στρατηγικά τη μεταξύ τους γνωριμία, την αυτογνωσία του καθενός και κυρίως την ωρίμανση που κατακτάται, στο μέτρο του καθενός, μέσα από την αναπόφευκτη αναζήτηση της ταυτότητας. Κι αυτή είναι μια αφηγηματική στρατηγική που λειτουργεί άρτια για τον καρδιακό και συναισθηματικό παλμό της ίδιας της ιστορίας.
Εστιάζοντας
Ο Κλείτος παραμένει Κλείτος. Ο Άλεξ γίνεται Αλέξανδρος, ένα όνομα που ήδη αναζητεί την μετέωρη ταυτότητα του κατόχου του, που αποπειράται να αντλήσει ταυτότητα ξεκινώντας από κάπου. Ίσως η έμπνευση της ονοματοδοσίας να έρχεται από τον Μέγα Αλέξανδρο και τον αξιωματικό του, τον Κλείτο, όπου τα αυτά δύο ονόματα των αγοριών έχουν την πιο ιστορική τους συνύπαρξη, σε μια σχέση αφοσίωσης και τελικά ρήξης. Κλείτος εκ του κλέος (δόξα, φήμη), Αλέξανδρος εκ του αλέξω και άνδρας/ανήρ (προστατεύει τους άντρες). Ίσως έτσι ο Κοντολέων να μεταφορτώνει κάποιες προγραμμένες κοινωνικές προσδοκίες που πηγάζουν εκ των ονομάτων, ίσως απλά να παραπέμπει σε δύο εμβληματικούς άντρες.
Πάμε στις φωνές. Μία Άλεκ/Αλέξανδρος που θα γίνει σκέτο Αλέξανδρος, μία Κλείτος. Και εκείνος ο τρίτος, με την πλαγιογράμματη γραμματοσειρά, που παρεμβάλλεται και ξεφυτρώνει παντού, σε μικρές συνήθως προτάσεις, ποιος είναι; Είναι ο ίδιος ο συγγραφέας; Είναι ένας ανώνυμος ετεροδιηγητικός αφηγητής, που παρεμβαίνει για να σχολιάζει, να προσθέτει, να στοχάζεται; Είναι μια εσωτερική φωνή που υπερβαίνει τα δύο παιδιά και ενώνει τους κόσμους τους σαν συγκολλητική ουσία; Είναι το υπερβατικό πνεύμα της ήβης που μιλά πάνω απ’ όλους; Είναι η συλλογική φωνή ενός αφυπνιστικού χορού σαν από τραγωδία ή σατυρικό δράμα, που σχολιάζει με διατυπώσεις και λυρισμό χορικού, και εξυψώνει τη σκέψη από μια θέση προνομιακού στοχασμού; Είναι όλα μαζί και κάτι πέρα από αυτά; Δεν έχει σημασία τι είχε στο μυαλό του ο συγγραφέας (αυτό εκείνος το γνωρίζει μόνο), αλλά τι μπορεί να πάρει και πού μπορεί να οδηγηθεί κάθε αναγνώστης. Σε κάθε περίπτωση, η τυπογραφική διαφοροποίηση με τα italics δείχνει ότι ο συγγραφέας θέλει να την ξεχωρίσει από την υπόλοιπη αφήγηση, σαν ένα παράλληλο κείμενο που άλλοτε συνδιαλέγεται και άλλοτε αυτονομείται.
Οι δυο έφηβοι θα πλησιάσουν ο ένας τον άλλο. Θα κοιτάξουν τον κόσμο του άλλου. Ο ένας στο παρκέ, ο άλλος στον χορό. Οι γύρω, αυτή οι απέξω, η δημοσία γνώμη (κατά Ίψεν), οι μεγάλοι κριτές των πάντων, βρίσκουν ευκαιρίες να πετάξουν τις ανόητες παρόλες τους, να ειρωνευτούν, να εκφοβίσουν, να λογοκρίνουν. Πρέπει να το παλέψεις το στερεότυπο. Να το κοιτάξεις και να το νικήσεις. Η κοινωνία συνεχίζει να χειροκροτά και να αποδοκιμάζει, κατά το δοκούν. Εσύ, ο Κλείτος ή ο Άλεκ/Αλέξανδρος, πρέπει να συνεχίζεις να γλιστράς στο δικό σου όνειρο. Ειδικά ως αγόρια, έχουν μια κοινωνική συνθήκη πολύ σκληρή, ακόμα και σήμερα. Και για να αντέξουν, πρέπει να έχουν στηρίγματα, έστω ο ένας τον άλλον, σαν καθρέφτης που θέλεις επιτέλους να κοιτάξεις κι όχι να αποφύγεις. Τα δυο αγόρια έλκονται. Δεν έλκεται μόνο το σώμα τους, αυτή άλλωστε είναι μια κυρίαρχη ταυτότητα, η σεξουαλική, θα την ψάξεις κάπου, θα αποφασίσουν τα γονίδιά σου για αυτά. Έλκονται και ως ψυχισμοί, ο ένας για τον άλλον, για τον τρόπο που προσπαθεί ο άλλος να αντέξει τους κλυδωνισμούς, τις ηθικές συμπληγάδες και τις βολές.
«Τα προσφυγάκια», τους λένε καθώς είναι οι μόνοι που έρχονται με λεωφορείο από τον συνοικισμό. Ένα ακόμα όνομα με πολλαπλούς συμβολισμούς. Πρόσφυγες σε τόπους, σε σώματα, σε ιδέες, ξένοι και ξενάκια παντού. Οι έφηβοι, ομοφυλόφιλοι ή όχι (τι σημασία έχει) ξένοι παντού, ψάχνουν να βάλουν παπούτσι κάτω να πάρει βήμα και βηματισμό, να βρουν ταυτότητα και πλαίσιο, να ανήκουν, να βρουν αποδοχή.
Κάθε σπίτι κρύβει λίγη αγάπη στη σιωπή / μα ένα αγόρι έχει την αγάπη για ντροπή… (Οδός Ονείρων, Μάνος Χατζιδάκις, αξέχαστη ερμηνεία Γιώργου Μαρίνου)
Ο Κοντολέων, πρωτοπόρος πάντα, βρίσκει ξανά έναν τρόπο να μιλήσει στους εφήβους τη γλώσσα της αλήθειας, κρατώντας αυτήν της αφήγησης στα δικά του χωράφια, στον λυρισμό, στο όνειρο, στην ποίηση, δίχως να την εκποιεί στον προφορικό λόγο της σύγχρονης ή αλλοτινής εφηβείας για να γίνει τάχα μοντέρνος. Καίτοι στην όγδοη δεκαετία της ζωής του, δεν μασκαρεύεται τον έφηβο, καθώς ακόμα διατηρεί μια φλόγα νιότης που τον οδηγεί να γράφει πάντα με τρόπο σύγχρονο για όσα στην κοινωνία συμβαίνουν. Κι αυτό, δεν αποτελεί κάποια ανούσια φιλοφρόνηση, αλλά μια πραγματικότητα, αφού οι συγγραφείς που γράφουν εντός συνόρων για ομοφυλοφιλικούς έρωτες είναι στο μισό χέρι ήδη μετρημένοι. Αυτή η γλώσσα έχει απλότητα, είναι σχεδόν ασθμαίνουσα, εμπνευσμένη από των μαινόμενων εφήβων τα σωθικά, μιας λίμπιντο σε καταιγίδα, και βρίσκει ρυθμό συνεχώς που τον μεταφέρει εγκάρσια σε όλη την ιστορία. Το Τρίποντο και πιρουέτα, τίτλος ευρηματικά συμπυκνωτικός της ουσίας των δύο ηρώων και του τόπου διεκδίκησης των ονείρων τους, είναι ένας νέος, Κοντολεόντειος τόπος ευκαιριών και ταύτισης, θερμού φωτός πάνω στην εφηβεία, τόπος μελέτης των φίλων μας, των εαυτών μας, των παιδιών μας, που οφείλουμε να κατανοούμε, να αποδεχόμαστε και να συμπλέουμε. Τόπος, λοιπόν, σύμπλευσης και με το παρόν.
Τέλος, το ροζ εξώφυλλο λειτουργεί ως ένα δυνατό παρακειμενικό σημείο που ενεργοποιεί τον διάχυτο κοινωνικό συνειρμό περί του χρώματος, την ώρα που ο συγγραφέας εντός χτυπά αυτές τις κοινωνικές κατασκευές. Έτσι, ήδη από το ράφι του βιβλιοπωλείου, το βιβλίο έχει ήδη ξεκινήσει τη λειτουργία της ανάγνωσης, δίχως όμως να υπονοεί τίποτε περισσότερο από ένα στερεότυπο που ο συγγραφέας θα χτυπήσει μετωπικά.
Απόστολος Πάππος
01/07/2026
https://www.elniplex.com/%cf%84%cf%81%ce%af%cf%80%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%bf-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%80%ce%b9%cf%81%ce%bf%cf%85%ce%ad%cf%84%ce%b1-%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ad%cf%89/?fbclid=IwY2xjawSzcXJleHRuA2FlbQIxMABicmlkETFYcHY0RnpmV29oY1Jqa0NSc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHsryBkV5QRCQZZLmMKP-k_keAKnZC99vD8U73WqBRXCGICkcZXjRlYzPXqNG_aem_l-sLOyzClF9kjphko2N89A
Subscribe to:
Post Comments (Atom)

No comments:
Post a Comment