12.8.26

Howard Fast: 'Σύλβια'

Howard Fast «Σύλβια» Μετάφραση: Χρήστος Οικονόμου Εκδόσεις Πόλις
Ο Howard Fast (1914-2003) ανήκει στους πλέον αγαπητούς Αμερικανούς πεζογράφους του εικοστού αιώνα. Για το ευρύ αναγνωστικό κοινό το όνομά του παραμένει συνδεδεμένο κυρίως με τον ιστορικό μυθιστόρημα αντίστασης «Σπάρτακος», όμως η συγγραφική του διαδρομή υπήρξε πολύ ευρύτερη. Έγραψε περισσότερα από ογδόντα βιβλία, κινήθηκε με άνεση ανάμεσα στο ιστορικό, το κοινωνικό και το ψυχολογικό μυθιστόρημα και δεν δίστασε να συγκρουστεί με το πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο της εποχής του. Οι αριστερές πολιτικές του πεποιθήσεις τον οδήγησαν, στα χρόνια του μακαρθισμού, ακόμη και στη φυλακή, ενώ για μεγάλο διάστημα βρέθηκε αποκλεισμένος από τους αμερικανικούς εκδοτικούς κύκλους και αναγκάστηκε να εκδώσει ορισμένα έργα του με ψευδώνυμο -ένα από αυτά και η «Σύλβια», που είναι το έκτο μυθιστόρημά του που μεταφράζεται στη γλώσσα μας. Με μια, λοιπόν, αριστερής προέλευσης ματιά στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην ελευθερία του ατόμου διαπερνά σχεδόν ολόκληρο το έργο του. Κάτι που συμβαίνει και σε αυτό του το μυθιστόρημα. Ξεκινώντας την ανάγνωσή της «Σύλβια», πίστεψα πως κρατούσα στα χέρια μου ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα μυστηρίου. Όσο όμως προχωρούσα στις σελίδες του, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσα πως ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το εύρημα μιας αναζήτησης μόνο ως πρόσχημα. Αυτό που πραγματικά τον ενδιαφέρει είναι να μιλήσει για την ανθρώπινη ταυτότητα, για τις μάσκες που οι άλλοι μάς φορούν και για τη δύσκολη κατάκτηση της προσωπικής ελευθερίας. Η υπόθεση είναι, φαινομενικά, απλή. Ένας ιδιωτικός ερευνητής αναλαμβάνει να εντοπίσει μια γυναίκα, τη Σύλβια. Η διαδρομή του περνά από ανθρώπους που τη γνώρισαν σε διαφορετικές στιγμές της ζωής της. Καθένας θυμάται μια άλλη Σύλβια, αφηγείται μια διαφορετική ιστορία, διατυπώνει μια διαφορετική ερμηνεία για τον χαρακτήρα και τις επιλογές της. Έτσι, από την πρώτη κιόλας στιγμή γίνεται φανερό ότι η αναζήτηση δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο αλλά και την αλήθεια αυτού του προσώπου. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη λογοτεχνική επιτυχία του Howard Fast. Δεν μας παρουσιάζει ποτέ τη Σύλβια ως έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα που αποκαλύπτεται σταδιακά. Αντίθετα, μας αφήνει να τη γνωρίσουμε μέσα από τα βλέμματα των άλλων. Κάθε άνθρωπος που τη συνάντησε κουβαλά τη δική του εκδοχή της. Και κάθε εκδοχή μοιάζει πειστική, μέχρι να εμφανιστεί η επόμενη και να την ανατρέψει. Διαβάζοντας αυτές τις διαδοχικές αφηγήσεις, ένιωθα ολοένα και πιο έντονα ότι ο Fast δεν ενδιαφέρεται να απαντήσει στο ερώτημα «ποια είναι η Σύλβια;». Τον απασχολεί περισσότερο το γιατί κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη να κατασκευάζει τη δική του Σύλβια. Γιατί τελικά οι περισσότεροι από εμάς δεν βλέπουμε τους άλλους όπως πραγματικά είναι, αλλά τους βλέπουμε έτσι όπως έχουμε ανάγκη να είναι. Τους ερμηνεύουμε σύμφωνα με τις επιθυμίες μας, τις προκαταλήψεις μας, τους φόβους και τις εμπειρίες μας. Έτσι, χωρίς ποτέ να γίνεται διδακτικός, ο Fast μετατρέπει μια ιστορία αναζήτησης σε έναν λεπτό στοχασμό πάνω στη σχετικότητα κάθε ανθρώπινης αλήθειας. Αυτό όμως που με κέρδισε περισσότερο είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την ηρωίδα. Είναι εντυπωσιακό ότι ένα μυθιστόρημα γραμμένο στα μέσα του περασμένου αιώνα διατηρεί τόσο σύγχρονη ματιά απέναντι στη θέση της γυναίκας. Οι άνδρες που εμφανίζονται στο βιβλίο επιχειρούν διαρκώς να ορίσουν τη Σύλβια. Τη βλέπουν ως όμορφη γυναίκα, ως αντικείμενο ερωτικής επιθυμίας, ως θύμα, ως αίνιγμα ή ως ευκαιρία. Όμως όλες αυτές οι εικόνες ανήκουν περισσότερο στους ίδιους παρά στη Σύλβια. Αντίθετα οι δυο γυναίκες που κάποτε η Σύλβια έζησε μαζί τους, την περιγράφουν ως ένα άτομο με απόλυτη αυτοτέλεια και σχεδιασμό υλοποίησης των δικών της ‘θέλω’. Ο Howard Fast, λοιπόν, αποδομεί την ανδρική οπτική. Χωρίς ποτέ να υψώνει τον τόνο της φωνής του, δείχνει ότι μια γυναίκα δεν εξαντλείται στις προβολές των άλλων. Η Σύλβια αρνείται να γίνει αυτό που η κοινωνία περιμένει από εκείνη. Μέχρι το τέλος παραμένει ο άνθρωπος που παίρνει στα δικά του χέρια τη ζωή του, αποφασίζει για τον εαυτό του και αποδέχεται το τίμημα των επιλογών του. Δεν πρόκειται για μια ηρωίδα που ζητά δικαίωση. Πρόκειται για μια γυναίκα που διεκδικεί το αυτονόητο δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζεται. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ριζοσπαστική διάσταση του μυθιστορήματος. Μια πορεία εμβάθυνσης της αυτογνωσίας του παρακολουθούμε και στον αφηγητή που είναι και ο άνθρωπος στον οποίο είχε ανατεθεί η αποκάλυψη του παρελθόντος της ηρωίδας. Καθώς ο ίδιος ανακαλύπτει την άγνωστή του , στην αρχή, γυναίκα στα διάφορα στάδια της ζωής της, παράλληλα ανακαλύπτει και τον ίδιο του τον εαυτό. Κάτι που επίσης θέλω να σημειώσω είναι πως , η «Σύλβια» αποτελεί και μια θαυμάσια τοιχογραφία της αμερικανικής κοινωνίας των μέσων του εικοστού αιώνα. Σχεδόν κάθε κεφάλαιο ο συγγραφέας εισάγει ένα νέο πρόσωπο. Θα περίμενε κανείς οι χαρακτήρες αυτοί να υπάρχουν μόνο για να δώσουν μια πληροφορία σχετικά με τη Σύλβια. Συμβαίνει το αντίθετο. Ο καθένας εμφανίζεται ως ολοκληρωμένη ανθρώπινη παρουσία, με τη δική του γλώσσα, τη δική του κοινωνική θέση, τη δική του ιστορία και, κυρίως, με τη δική του αλήθεια. Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο πόσο γρήγορα και με πόση οικονομία μέσων ο Fast κατορθώνει να δώσει ζωή σε αυτούς τους ανθρώπους. Μέσα από αυτούς δεν φωτίζεται μόνο η πορεία της Σύλβια. Φωτίζεται ολόκληρη η αμερικανική κοινωνία: οι ταξικές διαφορές, οι οικονομικές φιλοδοξίες, οι ηθικές αντιφάσεις, η μοναξιά των μεγαλουπόλεων, η δύναμη αλλά και η υποκρισία του αμερικανικού ονείρου. Χωρίς ποτέ να μετατρέπεται σε κοινωνιολογική πραγματεία, το μυθιστόρημα αποκτά μια κοινωνική πυκνότητα. Και ίσως αυτή η πολυφωνία να αποτελεί το μεγαλύτερο επίτευγμα της σύνθεσής του. Κάθε νέο πρόσωπο αλλάζει όχι μόνο όσα γνωρίζουμε για τη Σύλβια αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε όσα έχουν ήδη προηγηθεί. Η αφήγηση δεν προχωρά ευθύγραμμα αλλά κυκλικά, εμπλουτίζοντας συνεχώς το νόημά της. Ο αναγνώστης δεν αισθάνεται ότι ακολουθεί έναν ερευνητή. Αισθάνεται ότι περιπλανιέται μέσα σε μια κοινωνία όπου κάθε άνθρωπος κουβαλά τη δική του ιστορία και τη δική του αλήθεια. Η γλώσσα του Howard Fast υπηρετεί ιδανικά αυτή την αρχιτεκτονική. Είναι καθαρή, απέριττη, ακριβής και η μετάφραση του Χρήστου Οικονόμου ακολουθεί απόλυτα αυτά τα χαρακτηριστικά. Η αφήγηση δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με λυρικές εξάρσεις ούτε να επιβάλει στον αναγνώστη κάποια συγκεκριμένη ερμηνεία. Αντίθετα, αφήνει τους χαρακτήρες να μιλήσουν μόνοι τους. Αυτή η αφηγηματική αυτοσυγκράτηση είναι, πιστεύω, ένας από τους λόγους που η «Σύλβια» εξακολουθεί να διαβάζεται σήμερα χωρίς να μοιάζει παρωχημένη. «Πιστεύετε ότι αν ήταν πόρνη στο Ελ Πάσο θ’ άλλαζε κάτι, κύριες Μάκλιν; Άλλωστε αν το καλοσκεφτούμε, όλοι μας λίγο πολύ δεν εκπορνευόμαστε; Είμαι αρκετά μεγάλος, κύριε Μάκλιν, κι εσείς αρκετά πεπειραμένος ώστε να μην μα ξεγελούν τα κούφια λόγια και η υποκρισία που χαρακτηρίζει αυτές τις καταστάσεις. Όλοι πουλάμε τον εαυτό μας, μόνο που κάποιες φορές δεν είναι ο αγοραστής, αλλά ο πωλητής που καταβάλλει το τίμημα. Σας φαίνονται παράξενα αυτά που λέω; Πασχίζω να καταλάβω τι πραγματικά είναι η αμαρτία, όχι απλώς να την καταδικάσω…» (σελ. 175) Ίσως γι' αυτό, τελειώνοντας το βιβλίο, δεν έμεινα τόσο με την ιστορία της Σύλβια όσο με το ερώτημα που αυτή γεννά. Πόσο εύκολα αποδεχόμαστε ότι γνωρίζουμε έναν άνθρωπο; Και πόσο συχνά τον περιορίζουμε μέσα στις δικές μας ανάγκες και προσδοκίες; Ο Howard Fast δεν προσφέρει απαντήσεις. Προτιμά να αφήσει τον αναγνώστη να τις αναζητήσει μόνος του. Η «Σύλβια» μπορεί να μην είναι το πιο γνωστό μυθιστόρημα του Howard Fast. Είναι όμως, κατά τη γνώμη μου, ένα από απόλυτα ώριμο έργο. Ένα βιβλίο που συνδυάζει τη γοητεία της αφήγησης με έναν βαθύ ανθρωποκεντρικό προβληματισμό. Και, πάνω απ' όλα, ένα βιβλίο που μας θυμίζει πως η μεγαλύτερη κατάκτηση κάθε ανθρώπου –γυναίκας ή άνδρα– είναι να μπορεί να ορίζει ο ίδιος τον εαυτό του και να μη ζει σύμφωνα με τις αφηγήσεις που οι άλλοι έχουν γράψει γι' αυτόν. Bookpress Αύγουστος 2026 (1140 λέξεις)