12.6.17

Θεόδωρος Γρηγοριάδης "Καινούργια πόλη"



Γνωρίζω το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Θεόδωρου Γρηγοριάδη. Και έχω δηλώσει στο παρελθόν την άποψή μου πως ο Γρηγοριάδης είναι ο συγγραφέας εκείνος που αφήνει τον κεντρικό ρόλο στα μυθιστορήματά του να τον έχουν όχι μόνο (ή τόσο) τα κεντρικά πρόσωπα των έργων του όσο ο τόπος στον οποίο τα πρόσωπα αυτά ζούνε.
Επίσης έχω σημειώσει πως πρόκειται για ένα συγγραφέα που πολύ, πάρα πολύ συχνά έχει ως βάση των ιστοριών του περιοχές και πόλεις της Βόρειας Ελλάδας.
Παρόλα αυτά και η Αθήνα διεκδίκησε πρωταγωνιστικό ρόλο στο προτελευταίο του βιβλίο –«Το μυστικό της Έλλης» ήταν- όπως και σε αυτό το τελευταίο επίσης τον διεκδικεί.
Πέρα από την παρουσία ενός τόπου, ο Γρηγοριάδης συνηθίζει –τουλάχιστον σε αυτό το τελευταίο του έργο, αλλά και στο προηγούμενο, στο «Ζωή Μεθόρια»- να αναζητά το πώς μπορεί να περιγραφεί η σύγχρονη κοινωνική ιστορία της Ελλάδας μέσα από τις καθημερινότητες των ηρώων του.
Αφού, λοιπόν, στο προηγούμενο μυθιστόρημα οι μέρες της κεντρικής ηρωίδας του σηματοδότησαν την δεκαετία του ’80 (ήταν η εποχή όπου τα άτομα είχαν την ψευδαίσθηση πως έχουν στα χέρια τους το δικό τους μέλλον μα και το μέλλον ολόκληρης της χώρας), σε αυτό το τελευταίο του έργο  ο συγγραφέας προχωρεί στην επόμενη δεκαετία και κλείνει όλον τον αιώνα. Και βέβαια ο τόπος όπου αυτό το τέλος θα περιγραφεί δεν μπορούσε να ήταν άλλος από την πρωτεύουσα, την Αθήνα.
Το τέλος ενός αιώνα και μαζί το τέλος μιας εποχής. Σ΄ αυτό το τέλος πορεύονται και οι ήρωες του Γρηγοριάδη.
Κλείνει ο συγγραφέας τον αιώνα που τον γέννησε και κάνει προσκλητήριο σε πολλούς  από τους ήρωες προηγούμενων βιβλίων του. Όλοι τους άτομα που γεννήθηκαν μέσα στα χρόνια του 20ου και υπήρξαν θύματά του. Ο καθένας κάπου χάθηκε ή συμβιβάστηκε.
Σίγουρα πάντως η βασική ηρωίδα αυτού του μυθιστορήματος – η Μαργαρίτα- καθώς πλησιάζει το τέλος της βιολογική της ζωής, προλαβαίνει μόνη της να κατηφορίσει προς τη θάλασσα και … Σταδιακά έγινε μια κουκίδα που χάθηκε μέσα σε ένα τεράστιο ασημένιο σύννεφο που κατέβαινε, άπλωνε και έπνιγε τον αττικό ουρανό, μαζί και τη λαμπερή πολιτεία.
Η οικειοθελής αποχώρηση μπορεί  λοιπόν να εκφράζει μια αξιοπρεπή στάση.
Αλλά υπάρχει και μια άλλη τακτική - αυτό που δεν μπόρεσα μήτε να το κάνω δικό μου, μήτε κι εκείνο να με κερδίσει, καλύτερα να το αφήσω να προχωρά στον δικό του σχεδιασμό κι εγώ απλώς να το παρακολουθώ.
Ο Μανώλης –ο γιος της Μαργαρίτας και επίσης βασικό πρόσωπο του έργου- κάπου καθώς θα πλησιάζει στο μέσο του βίου του και καθώς ο αιώνας θα αποχωρεί, θα μας ενημερώσει … αναπτύσσω ταχύτητα και νιώθω ότι πετάω επιτέλους πάνω απ΄ όλους, πάνω από το κακό, εισπνέοντας τον πνιγμό της ατμόσφαιρας ενώ αυτό που αφήνω πίσω μου στα χαμηλά μοιάζει με μια άλλη, μια καινούργια πόλη.
Η καινούργια πόλη σε ποιους θα ανήκει και ποιους θα φιλοξενεί;
Οι ήρωες του Θεόδωρου  Γρηγοριάδη πάντως δεν θα ανήκουν στους πολίτες του 21ου αιώνα. Μείνανε εραστές μια ατομικής ελευθερίας και θιασώτες περιοχών όπου τα αδιέξοδα κυριαρχούσαν.
Η κεντρική πλοκή του μυθιστορήματος  δεν έχει και τόση σημασία. Θα ήταν ανώφελο να προσπαθήσει κάποιος να κάνει την περίληψή της. Και ασφαλώς θα αδικούσε όλο το έργο. Γιατί στην περίπτωση του Γρηγοριάδη ισχύει απόλυτα το αξίωμα που λέει πως λογοτεχνία δεν είναι τόσο  το τι λέγεται, όσο το πως λέγεται.
Μυθιστόρημα τέλους ενός αιώνα –έτσι εγώ διάβασα το «Καινούργια πόλη».
Αυτό το τέλος ο Γρηγοριάδης το περιγράφει με τρόπο ασυνήθιστο. Δεν στέκεται σε κεντρικά λάθη, δεν βροντοφωνάζει   τις παραλήψεις. Μένει στις λεπτομέρειες ή μάλλον αναφέρει τα γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας του 20ου έτσι όπως τα εισέπρατταν οι απλοί άνθρωποι που βρέθηκαν να κατοικούνε  σε μία μεγαλούπολη που αποφάσιζε να υιοθετήσει ευρωπαϊκό προφίλ χωρίς να διαθέτει ευρωπαϊκή ιδιοσυγκρασία.
Πλήθος ασήμαντα γεγονότα, άσκοπές περιπλανήσεις στους δρόμους της πόλης, απρογραμμάτιστο ξόδεμα ονείρων και ταλέντων. Αστοί και μικροαστοί δεν αλλάζουν τον τρόπο σκέψης ούτε κάτι διαφορετικό κάνουν, απλώς μαθαίνουν το θάνατο του Ελύτη και του Χατζιδάκι και μπροστά στη λεηλασία της φούσκας του χρηματιστήριου εκείνοι αντί να διαμαρτυρηθούν θα προστρέξουν  στη βοήθεια της άνοιας.
Όλα αυτά δίπλα σε απλές αναφορές – πινελιές γεγονότων που χαρακτήριζαν την εποχή εκείνη* από την αρρώστια του Παπανδρέου έως τα μπαρ της μόδας και τα περιοδικά που καθορίζανε ένα τρόπο ζωής τυλιγμένης σε σελοφάν.
Και η γραφή του Γρηγοριάδη όλα αυτά να τα περιγράφει με μια διάθεση  απόμακρη, μα που με υπόγειους και ξαφνικούς ελιγμούς και να τα τέμνει σε βάθος.
Μυθιστόρημα που τελειοποιεί ένα συγκεκριμένο είδος αφήγησης –η λεπτομέρεια που ενώ δείχνει ασήμαντη, είναι αυτή που φωτίζει το σημαντικό όλο.
Και ένας συγγραφέας που αφού συγκατοίκησε με τους ήρωές του, τώρα αφήνει πίσω του το σπίτι που ο σεισμός γκρέμισε και τρέχει στους δρόμους να επικοινωνήσει με εκείνον –ήρωα προηγούμενου ή και μελλοντικού έργου;- που για χρόνια δεν του είχε δώσει την πρέπουσα  σημασία.
Έργο –το ομολογώ- αρκούντως κλειστό.  Κι όμως…  Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα, άλλοτε με τους ήρωές του κι άλλοτε ο ίδιος με τη γραφή του, μας μαθαίνει την Τέχνη τόσο του αποχαιρετισμού όσο και του καλωσορίσματος.



Πρώτη δημοσίευση: http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/7209-images-images-book-covers-2017-kainourgia-poli-jpg

2.6.17

"Φεύγει - Έρχεται" - ιστορία οικουμενική διάσταση


Στα βιβλία, πολύ δε περισσότερο σ’ εκείνα που απευθύνονται σε παιδιά, τα περικειμενικά τους στοιχεία  –τίτλος, εξώφυλλο, οπισθόφυλλο– συμβάλλουν είτε στην ελκυστικότητά τους, είτε στην πρόσληψη του εσωτερικού τους μηνύματος. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου βιβλίου επιτυγχάνονται και τα δυο. Το μεν καλαίσθητα φιλοτεχνημένο περίβλημα ελκύει την προσοχή αποτυπώνοντας ένα διπλό σκηνικό από ανθρώπινες φιγούρες εν κινήσει, ο δε τίτλος, τοποθετημένος ανάμεσά τους, λειτουργεί ως πομπός του μηνύματος. Η παρατήρηση θα μπορούσε να διατυπωθεί και αντίστροφα, μιας και «εν αρχή ην ο λόγος», και στα εικονογραφημένα βιβλία που περιέχουν κείμενα οι εικόνες εμπνέονται από αυτόν.



Ο τίτλος Φεύγει έρχεται, με το κεφαλαίο άλφα του δεύτερου ρήματος αντεστραμμένο, παραπέμπει σε μια αμφίδρομη, επαναλαμβανόμενη διαδρομή. Το ίδιο ισχύει και με τις εκατέρωθεν εικόνες, όπου έξι φιγούρες απεικονίζονται να βαδίζουν, άλλες προς τη μια και άλλες προς την αντίθετη κατεύθυνση. Και στη μεν κάτω εικόνα είναι ντυμένες με καλοκαιρινές ενδυμασίες, στη δε επάνω βρίσκονται αντεστραμμένες και φορούν χειμερινά. Από τις έξι φιγούρες μονάχα η μία προβάλλεται ολόσωμη και ξεχωρίζει. Είναι η φιγούρα ενός αγοριού. Οι υπόλοιπες πέντε αναπαρίστανται από τη μέση και κάτω. Στο οπισθόφυλλο, το ίδιο διπλό, παλινδρομικό σκηνικό συνεχίζεται, αυτή τη φορά όμως χωρίς το αγόρι, δίνοντας την εντύπωση –μέσω των ενδεικτικών της εναλλαγής των εποχών ενδυμασιών– πως το συνεχές πηγαινέλα σχετίζεται με εκείνο και, βεβαίως, προτρέποντας το παιδί-αναγνώστη να θέλει να μάθει τι έχει συμβεί και όλοι βρίσκονται επί ποδός.

Ο εξάχρονος Φοίβος ζει στον βροχερό Βορρά μαζί με τους γονείς και τον σκύλο τους. Μα τώρα προετοιμάζεται πυρετωδώς να ταξιδέψει για πρώτη φορά μόνος στον ηλιόλουστο Νότο, τον τόπο που γεννήθηκε. Εκεί τον περιμένουν οι αγαπημένοι του, ο Λέανδρος, η Φοίβη, ο Άρης, η Μέλπω, τα δίδυμα. Αδημονούν για την άφιξή του και στρώνουν το χαλί της υποδοχής του.




«Μια απλή ματιά σε μια συνηθισμένη πια ιστορία μετανάστευσης» πληροφορεί το συνοπτικό κείμενο στο οπισθόφυλλο και πράγματι περί αυτού πρόκειται. Η μετανάστευση, είτε γίνεται από επιλογή είτε για πολιτικούς ή οικονομικούς λόγους, είναι φαινόμενο σύνηθες των καιρών μας. Στις περισσότερες των περιπτώσεων οι μεταναστεύοντες αφήνουν οικογένειες πίσω και, ανάλογα με τις συνθήκες, κάποτε ταξιδεύουν στον γενέθλιο τόπο τους, πρωτίστως γιατί νοσταλγούν τους δικούς τους ανθρώπους. Έτσι κι εδώ. Ο εξάχρονος Φοίβος ζει στον βροχερό Βορρά μαζί με τους γονείς και τον σκύλο τους. Μα τώρα προετοιμάζεται πυρετωδώς να ταξιδέψει για πρώτη φορά μόνος στον ηλιόλουστο Νότο, τον τόπο που γεννήθηκε. Εκεί τον περιμένουν οι αγαπημένοι του, ο Λέανδρος, η Φοίβη, ο Άρης, η Μέλπω, τα δίδυμα. Αδημονούν για την άφιξή του και στρώνουν το χαλί της υποδοχής του. Αγοράζουν δώρα, προγραμματίζουν εξόδους, δραστηριότητες και παιδικές θεατρικές παραστάσεις. Δε βλέπουν την ώρα του καλωσορίσματός του. Αλλά κι ο Φοίβος αδημονεί. Ετοιμάζει βαλίτσες, τις στοιβάζει με αναμνηστικά δωράκια, κοιμάται και ξυπνά έχοντας στον νου το ταξίδι. Η ιστορία ξεκινά τέσσερις ημερολογιακές μέρες πριν την αναχώρηση του Φοίβου, καταγράφει τις εκατέρωθεν προετοιμασίες και, μολονότι τελειώνει με την άφιξή του, μοιάζει να συνεχίζεται και να επαναλαμβάνεται μέσα από ένα διαρκές πηγαινέλα όλων των εμπλεκομένων από τον Βορρά προς τον Νότο, τον Νότο προς τον Βορρά και πάλι ξανά προς τον Νότο.

Ο τόπος του Βορρά δεν κατονομάζεται, μήτε εκείνος του Νότου. Και αυτή η προφανώς σκόπιμη παράλειψη είναι που δίνει στην ιστορία οικουμενική διάσταση. Βεβαίως και οικογενειακή, γιατί εστιάζει στους οικογενειακούς δεσμούς και γιατί οι συγγραφείς της είναι κόρη και πατέρας. Στο τέλος του βιβλίου, αντί κλασικών βιογραφικών, οι συνδημιουργοί παραθέτουν μικρές φράσεις που τους αφορούν, μιλώντας για τους ίδιους με τρόπο πρωτότυπο στον αναγνώστη. «Τα πρώτα μου βιβλία τα έγραψα για την Άννα» ξεκινά ο πολυγραφότατος πατέρας. «Τα πρώτα βιβλία που διάβασα ήταν του Μάνου» παραδέχεται η κόρη. «Μια μέρα» συνεχίζει ο πατέρας «η Άννα μού πρότεινε να γράψουμε μαζί ένα βιβλίο». Και η κόρη, καταλήγοντας, αποκαλύπτει: «Είναι αυτό που κρατάτε στα χέρια σας. Οι ήρωές του ίσως και να μας μοιάζουν λίγο». Τέλος, με την ίδια λιτότητα παρατίθεται αφαιρετικά το προφίλ της εικονογράφου με αναφορές μόνο σε λεπτομέρειες που συνήθως ενδιαφέρουν τα μικρά παιδιά. «Η Φωτεινή ζει και ζωγραφίζει τον χειμώνα στον Βορρά και περνά τα καλοκαίρια της στον Νότο. Και ποιος ξέρει, μια μέρα η κόρη της ίσως συναντήσει τον Φοίβο».


Τα κείμενα των δυο συγγραφέων συμπλέουν αρμονικά με την ίδια θαυμαστή απλότητα, νηφαλιότητα και ειλικρίνεια που αρμόζει σε μια μοντέρνα, ρεαλιστική ιστορία για μικρές ηλικίες. Αξιοθαύμαστο όμως είναι και το στήσιμο των εικόνων από τη Φωτεινή Τίκκου, προπάντων το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλό της. Αν το διαβάσαμε σωστά, είναι αυτό που συμβάλλει στη νοερή επέκταση του επαναλαμβανόμενου αμφίδρομου ταξιδιού, στο οποίο, άλλωστε, παραπέμπει ο τίτλος.

Γεωργία Γαλανοπούλου   Δημοσιεύτηκε 02 Ιουνίου 2017 στο www.diastixo.gr

1.6.17

Συγγραφείς με …διπολικότητα ή διπλό ηλικιακά κοινό;


Μάκης Τσίτας
-«Ο δικός μου ο μπαμπάς» -Εικονογρ.: Λίνα Καλογερή-  Εκδ. Πατάκη
-«Ο μεγάλος μου αδελφός» -Εικονογρ.: Σάντρα Ελευθερίου – Εκδ. Ψυχογιός
-«Ο αδέσποτος Κώστας» - Εικονογρ.: Αιμιλία Κοντέου – Εκδ. Ψυχογιός









Πολύ συχνά με ρωτούν διάφοροι  αναγνώστες , δημοσιογράφοι κλπ, το πώς εγώ ο ίδιος ερμηνεύω τη δυνατότητα που έχω  άλλοτε να γράφω για παιδιά, άλλοτε για εφήβους και άλλοτε για ενήλικες.
Ομολογώ πως μου κάνει εντύπωση αυτή η απορία. Όχι μόνο γιατί δεν είμαι ο μόνος συγγραφέας  που τα βιβλία του κυκλοφορούν σε σειρές οι οποίες απευθύνονται σε διάφορες ηλικιακές ομάδες αναγνωστών, αλλά και γιατί αυτό το ίδιο το γεγονός ξαφνιάζει.
Αλλά ας αναλύσουμε κάπως πιο διεξοδικά το ζήτημα.
Και ασφαλώς μια τέτοια ανάλυση θα πρέπει να ξεκινήσει από το ερώτημα γιατί και πώς ένας συγγραφέας επιλέγει το θέμα που θα γράψει και τον τρόπο που θα το γράψει.
Νομίζω πως σε αυτήν την ερώτηση η απάντηση δεν  μπορεί αν είναι παρά μόνο μία – επιλέγουμε να καταγράψουμε αυτό που μέσα μας υπάρχει και μας απασχολεί και αποφασίζουμε τον τρόπο που θα το υλοποιήσουμε αναζητώντας εκείνον που θεωρούμε  κατά περίπτωση ως τον πλέον αντιπροσωπευτικό. Ο συγγραφέας –έτσι εγώ τον βλέπω- είναι ένας άνθρωπος που θέλει να μοιραστεί τον κόσμο του με τον κόσμο κάποιων άλλων. Κι αυτοί οι άλλοι άλλοτε είναι της δικής του ηλικίας άτομα, άλλοτε όμως και μικρότερα από αυτόν.
Μα να λάβουμε ακόμα στα υπ΄ όψιν μας πως η συγγραφή πέρα από την εξομολόγηση διαθέτει και στοιχεία διδαχής ή αν προτιμάτε και τάσης εξουσίας. Με άλλα λόγια ο συγγραφέας γράφει από τη μια για τον ίδιο του τον εαυτό και από την άλλη γιατί θέλει να καθορίσει (λίγο ή πολύ) τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις απόψεις των άλλων.
Γράφω –εν τέλει- σημαίνει και συνομιλώ με τον εαυτό μου (αυτόν που είμαι τώρα , αλλά και ίσως εκείνον που κάποτε ήμουνα) , αλλά  και με τον άλλον (τον σύγχρονο του ή και τον μελλοντικό… Μερικές φορές και με κάποιον που κάποτε υπήρξε)
Πίσω από αυτές τις απαντήσεις – απόψεις  νομίζω πως θα πρέπει  να αφουγκραστούμε την ελεύθερη αναπνοή του κειμένου. Με διαφορετικό τρόπο ειπωμένο –δεν είναι το κείμενο που θα πάει να συναντήσει τον αναγνώστη του, αλλά ο κάθε αναγνώστης που ανάλογα με τις διαθέσεις του, τις εμπειρίες του, τις ανάγκες του, τις γνώσεις του κλπ θα επιλέξει το κείμενο που θα του ταιριάζει.
Το κάθε κείμενο έχει μια ταυτότητα. Και η ταυτότητα του κάθε κειμένου δεν είναι άλλη από την ταυτότητα του ίδιου του συγγραφέα του.
Ότι έχω γράψει –από παραμύθι έως μυθιστόρημα- εγώ το έχω γράψει και στο κάθε ένα από τα έργα μου έχω αφήσει κάποιο χνάρι της συγγραφικής μου ταυτότητας.
Πριν από μερικές μέρες, κάποιος από τους νεώτερους συγγραφείς μας (με δυο βιβλία στο βιογραφικό του) μου δήλωσε πως δεν μπορεί να κατανοήσει πως γίνεται κάποιος να γράφει και για παιδιά και για μεγάλους. «Για μένα είστε άτομο διπολικό» -μου είπε.
Χαμογέλασα. Και του υπενθύμισα πως τότε διπολικός πρέπει να ήταν και ο Όσκαρ Ουάιλντ, αλλά και η Μάργκαρετ Άτγουντ. Όμως εκείνος όσο κι αν προβληματίστηκε, συνέχισε να επιμένει –«Ναι, αλλά στην Ελλάδα, δεν υπάρχει άλλος…»
Και πάλι τον διόρθωσα. Του θύμισα μερικούς μόνο  από τους σύγχρονους έλληνες συγγραφείς που έγραψαν και γράφουν (συχνά ή λιγότερο συχνά)  για διαφορετικούς ηλικιακά  αναγνώστες.
Άλκη Ζέη, Ζωρζ Σαρή,  Ελένη Πριοβόλου, Παντελής Καλιότσος,  Ελένη Γκίκα, Άννα Γκέρτσου – Σαρρή, Ελένη Σαραντίτη, Ελένη Βαλαβάνη, Λότη Πέτροβις, Μάκης Τσίτας…
Ο νεαρός συγγραφέας (των δύο … ‘ενήλικων’ βιβλίων) απάντησε με ένα αμήχανο «Α, υπάρχουν τόσοι!»
Αλλά εγώ κράτησα εκείνο τον χαρακτηρισμό  -‘είστε άτομο διπολικό’.
Και αποφάσισα κάπως περισσότερο να το ψάξω. Και από όσους συγγραφείς έχουν γράψει  βιβλία άλλοτε για παιδιά κι άλλοτε για μεγάλους, αποφάσισα να μελετήσω το τι συμβαίνει με την περίπτωση του Μάκη Τσίτα.
Όχι τυχαία η επιλογή του συγκεκριμένου συγγραφέα.
Ο Μάκης Τσίτας έχει μέχρι σήμερα δει να κυκλοφορούν   20 βιβλία του, εκ των οποίων δύο είναι για ενήλικο κοινό και όλα τα υπόλοιπα για μικρούς αναγνώστες.
Τα ‘ενήλικα΄ βιβλία  είναι το μεν ένα μια συλλογή διηγημάτων και το άλλο ένα μυθιστόρημα που μάλιστα του χάρισε και το σημαντικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα τα άλλα είναι ολιγοσέλιδες ιστορίες  που έχουν ενταχθεί σε σειρές για μικρούς αναγνώστες.
Κι ενώ το μυθιστόρημα –στο «Μάρτυς μου ο Θεός» αναφέρομαι-  είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο και ο αφηγητής είναι άτομο με διαταραγμένη προσωπικότητα, τα παιδικά είναι γραμμένα άλλοτε με τη χρήση μιας πρωτοπρόσωπης αφήγησης κι άλλοτε τριτοπρόσωπης, πάντα όμως με τη δομή του λόγου και των συναισθημάτων μικρών παιδιών.
Ο ίδιος ο συγγραφέας άλλοτε ενδύεται έναν ψυχολογικά ανώριμο ενήλικα κι άλλοτε μπαίνει μέσα στην σκέψη ενός παιδιού.
Αν πλησιάσουμε πιο κοντά τρία από τα παιδικά βιβλία του Τσίτα, θα διαπιστώσουμε πως στο καθένα τους το θέμα είναι διαφορετικό, όπως επίσης και οι συγγραφικές τεχνικές που εν τέλει έχουν επιλεγεί για να βοηθήσουν την αφηγούμενη ιστορία να πάρει τις διαστάσεις που ο δημιουργός της επιζητά.
Στο «Ο δικός μου μπαμπάς» ο αφηγητής είναι ένα μικρό κορίτσι. Με τρόπο απλό μας εξηγεί γιατί θαυμάζει τον μπαμπά της. Οι λόγοι που επικαλείται είναι μέσα στις σημαντικές αξίες που ένα παιδί αναγνωρίζει. Αλλά η ταυτότητα του φύλου της από πλευράς κειμένου μόνο στην τελευταία πρόταση φανερώνεται.  Είναι η εικονογράφηση που από την πρώτη στιγμή μας δείχνει πως έχουμε ηρωίδα κι όχι ήρωα. Κι ίσως έτσι να μην προσέξει κανείς πως οι φράσεις (μια ή δυο σε κάθε σελίδα) είναι φράσεις που ταιριάζουν σε ένα μικρό κορίτσι –π.χ. Ο δικός μου ο μπαμπάς είναι ο πιο όμορφος απ΄ όλους. Το επίθετο όμορφος θα είχε γίνει ίσως δυνατός αν ο αφηγητής ήταν αγόρι.
Η συγγραφική άποψη λοιπόν δίνει το παρόν της, όπως το ίδιο εμφανής γίνεται και στο «Ο μεγάλος μου αδελφός» Εδώ επίσης ξεκάθαρα η αφήγηση δηλώνει πως εκπροσωπεί όχι μόνο τα συναισθήματα του μικρού αδελφού αλλά και από την δική του σκέψη υλοποιείται.
Ο Τσίτας από το ένα κείμενο στο άλλο ‘ενδύεται’ διαφορετικές προσωπικότητες, ακριβώς όπως μια διαφορετική περσόνα είχε υποδυθεί όταν έδινε φωνή στον Χρυσοβαλάντη, ήρωα του ’ενήλικου΄  μυθιστορήματός του.
Στο τρίτο βιβλίο –‘Ο αδέσποτος Κώστας»- μια νέα κατάσταση περιγράφεται.  Η τριτοπρόσωπη αφήγηση μας φέρνει από την πρώτη κιόλας πρόταση σε ένα αντεστραμμένο κόσμο. Είναι οι σκύλοι που έχουν  ως κατοικίδια ζώα τους ανθρώπους. Κι έτσι το μήνυμα της φιλοζωίας  αποκτά μια απρόσμενη εγκυρότητα. Ο αναγνώστης (όχι κατ΄ ανάγκη και μόνο ο μικρός)  λογικό είναι να ταυτιστεί όχι με τη θέση του ιδιοκτήτη ζώου, αλλά με εκείνη του αδέσποτου μικρού ανθρώπου. Και να κατανοήσει την αγριότητα της μη αποδοχής.
Αλλά ας επανέλθω στον αρχικό μου προβληματισμό. Και πλέον νομίζω πως έχω απαντήσει ότι εκείνοι οι συγγραφείς που γράφουν (όπως  όσοι πιο πάνω έχω αναφέρει και άλλοι ακόμα που μπορεί να μου διέφυγαν) και για παιδιά και για νέους και για μεγάλους δεν είναι παρά λογοτέχνες που διαθέτουν μια μεγάλη γκάμα συγγραφικών δυνατοτήτων. Μπορούν και ταυτίζονται… Πιο σωστά ενεργοποιούν  εμπειρίες που κάποτε είχαν αποκτήσει ή και  επινοούν  νέες και με τη βοήθεια του ταλέντου τους άλλοτε αφηγούνται με την ιδιοσυγκρασία ένας άλλου φύλου  από αυτό που είναι το δικό τους, άλλοτε με άλλη ηλικία από αυτήν που πλέον διανύουν, κάποτε δε φτάνουν και στην ευχέρεια να διαφοροποιήσουν και την ίδια την ανθρώπινη μορφή τους.
Όλα αυτά φανερώνουν διπολικότητα; Μάλλον  πολλαπλότητα –απαντώ εγώ. . Αυτήν την πολλαπλότητα που διέθεταν ο Άντερσεν του Ασχημόπαπου, ο Κάρολ της Αλίκης, ο Εξυπερύ του Μικρού Πρίγκιπα, η Τράβερς της Μαίρη Πόπινς, ο Μπάρι του Πήτερ Πάν.


Πρώτη ανάρτηση: http://fractalart.gr/syggrafeis-me-dipolikotita/

30.5.17

Φεύγει - Έρχεται στο Culture Now




Σε μια ιδιαίτερα καλαίσθητη έκδοση κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο το βιβλίο των Άννας και Μάνου Κοντολέων, σε εικονογράφηση της Φωτεινής Τίκκου.

της  ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ

Ο Φοίβος είναι ένα μικρό αγόρι, το οποίο ζει με τους γονείς του και τον  Χιονάτο, το σκυλάκι του στον μακρινό Βορρά. Οι συγγενείς του, ο παππούς, η γιαγιά, ο θείος και τα ξαδέλφια του ανυπομονούν να πάει κοντά τους για καλοκαιρινές διακοπές. Αυτό που κάνει ξεχωριστό τον Φοίβο όμως είναι το γεγονός πως είναι ένα παιδί από εκείνα που αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν μαζί με την οικογένειά τους. Οι συγγραφείς δεν παρουσιάζουν μόνο την ιστορία του αλλά αποκρυπτογραφούν τα συναισθήματα εκείνα που γεννιούνται στα παιδιά αυτά αλλά και στους συγγενείς που τα περιμένουν, αδημονώντας να τα ξαναδούν και να περάσουν μαζί τους μερικές ευτυχισμένες στιγμές, όταν η μοίρα αποφασίζει ερήμην τους ότι πρέπει να απομακρυνθούν από μια πατρίδα που τόσο βάρβαρα περιορίζει το μέλλον τους.

Ο Φοίβος αγωνιά να δει την οικογένεια της μητέρας του, η οικογένεια ανυπομονεί να τον έχει κοντά της, οι νοοτροπίες και οι συμπεριφορές των τόπων αναδεικνύονται και γίνεται κατανοητό πόσο σκληρός μπορεί να είναι ο νόστος και ο αναγκαστικός αποχωρισμός από τους δικούς σου ανθρώπους όταν η μετανάστευση φαντάζει η μόνη αξιοπρεπής λύση στον αγώνα για την επιβίωση.

Αυτό που κάνει όμως εξαιρετικό το βιβλίο, πέρα από την τόσο καλαίσθητη εικονογράφησή του, είναι το γεγονός πως η Άννα και ο Μάνος Κοντολέων γράφουν ένα βιβλίο για να αποδώσουν τον τρόπο με τον οποίο η μετανάστευση προσδιορίζει, περιορίζει και μεγεθύνει συναισθήματα και αγωνίες και το κάνουν με τρόπο διεισδυτικό και ευθύβολο. Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι το γεγονός ότι αυτοί οι δύο συγγραφείς καταφέρνουν να συγγράψουν το βιβλίο αυτό καταθέτοντας την προσωπική τους ευαισθησία σαν μια αδιαίρετη μονάδα και όλο αυτό γίνεται ισορροπημένα και με απόλυτη αρμονία.

Πραγματικά θα είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον να μαθαίναμε πώς αποφάσισαν αυτό το εγχείρημα, πώς συνεργάστηκαν πατέρας και κόρη, πώς είδαν τους ήρωές τους από κοινού, πώς πέτυχαν να συναρμολογήσουν τις λέξεις τους έτσι ώστε να μοιάζει όλο το βιβλίο πως έχει γραφτεί από ένα και μόνο άτομο, παρά τις δυσκολίες που ενδεχομένως θα είχαν να αντιμετωπίσουν λόγω των πολύ συγκεκριμένων διαφορών τους, όπως αυτή του φύλου, της ηλικίας, των εμπειριών, των αφηγηματικών απόψεων.


Το «Φεύγει έρχεται» είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί από αναγνώστες κάθε ηλικίας, ακριβώς επειδή μέσα στις σελίδες του μπορούν όλοι να διαβάσουν για την αξία της αγάπης που καμιά χιλιομετρική απόσταση δεν μπορεί να περιορίσει και παράλληλα να θαυμάσει το ταλέντο των δύο αυτών συγγραφέων που τόλμησαν να σφιχτοδέσουν τις πένες τους με ένα πραγματικά πρωτότυπο και τόσο αποτελεσματικό τρόπο.



Πρώτη ανάρτηση: http://www.culturenow.gr/nyxterinoi-peripatoi-tsarls-ntikens-kritiki-vivlioy/

28.5.17

Φεύγει Έρχεται - Λεπτές αφηγηματικές γραμμές


Η Ελένη Γεωργοστάθη έγραψε στο:  Μια φορά κι έναν καιρό η μικρή Ελένη


Ο Φοίβος: ένα παιδί που ζει στον μακρινό, βροχερό Βορρά. Μαζί με τον μπαμπά, τη μαμά, τον σκύλο τους τον Χιονιά. Είναι εκείνοι που έφυγαν. Κάποιοι άλλοι έμειναν στον Νότο. Ο παππούς Λέανδρος, η γιαγιά Φοίβη, ο Άρης, η Μέλπω, τα δίδυμα Φρίξος και Έλλη κι ο παπαγάλος Πλάτων. Ο Φοίβος ετοιμάζεται να τους επισκεφτεί. Κι εκείνοι να τον δεχτούν. Τέσσερις μέρες τούς χωρίζουν. Αυτές τις τέσσερις μέρες, γεμάτες ετοιμασίες, ρουτίνες, διαδρομές, αλλά και όνειρα, προσδοκίες, ελπίδες, συναισθήματα αφηγούνται στο Φεύγει Έρχεται ο Μάνος κι η Άννα Κοντολέων κι εικονογραφεί η Φωτεινή Τίκκου.

Τα περισσότερα σαλόνια του βιβλίου είναι χωρισμένα στα δυο – από τη μια ο Φοίβος που ετοιμάζει βαλίτσες, διαλέγει πράγματα, αγωνιά, περιμένει. Από την άλλη παππούδες, θείοι και ξαδέρφια, που κι εκείνοι κάνουν ετοιμασίες, προσπαθούν να μαντέψουν επιθυμίες και να αποτρέψουν ματαιώσεις, συνδέουν νοσταλγικά παρελθόν και παρόν, πασχίζουν να καλύψουν τα κενά που γεννά η απόσταση κι ο χρόνος που έχουν περάσει χωριστά, να δημιουργήσουν κοινές αναμνήσεις που θα κρατήσουν μια ζωή.

Λαχτάρα κι αγωνία, προσδοκίες και φόβοι, σ’ ένα κείμενο που ενώνει δυο κόσμους αλλά και δυο συγγραφικές πένες, που σε κανένα σημείο δεν παρεκκλίνουν από την κοινή αντίληψη και πρακτική τους. Δοσμένο με έναν απρόσκοπτο ρυθμό που δε χάνει τον βηματισμό του ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, δεν παρασύρεται από την εναλλαγή της μονολογικής οπτικής του Φοίβου με την πολλαπλότητα των οπτικών των ανθρώπων του που τον περιμένουν στον Νότο. Οι δυο συγγραφείς κατορθώνουν να επινοήσουν λεπτές αφηγηματικές γραμμές που συνδέουν διαφορετικούς τόπους και ζωές μέσα από αναφορές σε αντικείμενα, χρώματα, συνήθειες: αλλού είναι η επιλογή βιβλίων και δώρων, αλλού το αγαπημένο φρούτο του Φοίβου, αλλού η βροχή, τα δρομολόγια των τρένων κτλ. Όση απόσταση κι αν χωρίζει τους μεν από τους δε, είναι πολλά, ακόμα και τυχαία ή καθημερινά, αυτά που τους ενώνουν.

Η εικονογράφηση της Φωτεινής Τίκκου συνδυάζει χρώμα και λιγοστά στοιχεία κολάζ, άλλοτε χτίζοντας ολοκληρωμένα και ατμοσφαιρικά σκηνικά κι άλλοτε κατακερματίζοντας την πραγματικότητα και ζουμάροντας σε χαρακτηριστικές λεπτομέρειες. Αν και στο βιβλίο δηλώνεται με εικονίδια στις γωνίες των σελίδων ποιες από αυτές απεικονίζουν τον Βορρά και ποιες τον Νότο, η εικονογράφος δε διστάζει σε αρκετές περιπτώσεις να «επιτρέψει» σε ένα αντικείμενο ή μια λεπτομέρεια από το εκεί να εισβάλει στο εδώ, σε ένα χρώμα ή μοτίβο να ανοίξει διάλογο ανάμεσα στους δυο κόσμους, ακόμα και να τους παρουσιάσει ως ενιαίο εικονογραφικά σύνολο σε κάποια σαλόνια.

Αποτέλεσμα: Ένα πανέμορφο εικονογραφημένο βιβλίο όπου μικρές καθημερινές εικόνες χτίζουν προσδοκίες, κάνοντάς σε κι εσένα να ονειρευτείς τις μέρες εκείνες που θα περάσει ο μικρός Φοίβος κοντά στους συγγενείς του, να συμμεριστείς την κοινή αγωνία τους και τη λαχτάρα τους. Με το συναίσθημά σου να απελευθερώνεται λυτρωτικά εκεί ακριβώς που τελειώνουν οι προσδοκίες κι αρχίζουν οι μέρες της κοινής ζωής των ηρώων. Ένα βιβλίο αισιόδοξο, ζωντανό, αληθινό, που σε κάνει να συλλογιστείς όλες τις ιστορίες μετανάστευσης κοντινών και μακρινών σου ανθρώπων που ξέρεις, και που, χωρίς να εκβιάζει το συναίσθημα, μιλά κατευθείαν στην καρδιά σου.  

Πρώτη ανάρτηση: http://miaforakienankairoimikrieleni.blogspot.gr/2017/05/blog-post.html

27.5.17

Φεύγει Έρχεται


Ο Κώστας Στοφόρος έγραψε στο www.literatute.gr

Μάνος Κοντολέων και Άννα Κοντολέων.

Πατέρας και κόρη, αγαπημένοι συγγραφείς κι οι δυο μας χαρίζουν ένα βιβλίο που έγραψαν μαζί. «Φεύγει Έρχεται» ο τίτλος και η εικονογράφηση είναι της Φωτεινής Τίκκου. Οι εκδόσεις Καλειδοσκόπιο μας έχουν πια συνηθίσεις στις ποιοτικές εκδόσεις και στις θαυμάσιες εκπλήξεις. Ο Φοίβος ζει με τη μαμά και τον μπαμπά του (και τον σκύλο Χιονάτο) στον Βορρά. Μόλις κλείσουν τα σχολεία θα πάει στους συγγενείς που τον περιμένουν. Γιαγιά, παππούς, θείος, ξαδέρφια, τον περιμένουν πως και πως. Να τον κάνουν να νιώσει όμορφα, να του πάρουν ωραία δώρα, να ετοιμάσουν πάρτι, εκδρομές και επισκέψεις. Χωρίς να αναφέρεται γίνεται φανερό πως ο Φοίβος είναι ένα από τα χιλιάδες παιδιά που βρέθηκαν με τους γονείς τους στον δρόμο της αναγκαστικής ξενιτιάς. Οι οικογένειες που η «μητριά πατρίδα» έδιωξε από κοντά της. Και πολλές οικογένειες δεν έχουν καν την τύχη να είναι μαζί. Όταν δυο τόσο ταλαντούχοι και ευαίσθητοι άνθρωποι αποφασίζουν να γράψουν καταφέρνουν να μιλήσουν στην καρδιά και στο μυαλό των παιδιών και να μας κάνουν όλους μαζί να σκεφτούμε, να νιώσουμε και να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα. Το χαρήκαμε πραγματικά…


Πρώτη ανάρτηση: http://www.literature.gr/vivlia-apoktimata-gia-mikra-pedia-grafi-o-kostas-stoforos/

Οι Παρασκευές των καλωσορισμάτων




 
Πριν από ένα χρόνο νομίζω, το τμήμα των βιβλίων για παιδιά και νέους των Εκδόσεων  Πατάκη έχει καθιερώσει κάποια Παρασκευή μέσα σε ένα μήνα, να καλωσορίζει τα νέα βιβλία με μια μικρή ‘οικογενειακή’ και απολύτως φιλική μάζωξη στο πατάρι του βιβλιοπωλείου Πατάκης επί της οδού Ακαδημίας.
Η πρώτη τέτοια μικρή γιορτή, θυμάμαι πως ήταν με την ευκαιρία της έκδοσης ενός βιβλίου του Βαγγέλη Ηλιόπουλου. Ακολούθησαν κι άλλες.
Δεν είναι ανοιχτές στο ευρύ κοινό εκδηλώσεις. Μοιάζουν –όχι μόνο μοιάζουν, αλλά στην ουσία είναι- με ολιγομελείς  συναθροίσεις φίλων για να κουβεντιάσουν πάνω στα νέα μέλη – βιβλία που τη μέρα εκείνη εισέρχονται στη συντροφιά και να τους ευχηθούνε το κλασικό ‘καλοτάξιδο’
Οι ίδιοι οι συγγραφείς των βιβλίων είναι παρόντες, μαζί τους και άλλοι συγγραφείς, εικονογράφοι, εκπαιδευτικοί, κι άλλοι άνθρωποι  που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ενδιαφέρονται για το είδος αυτό της λογοτεχνίας.
Ενδιαφέρουσα αυτή η πρωτοβουλία καθώς μέσα στις δυο περίπου ώρες που διαρκεί η συνάντηση, φιλικές κουβεντούλες εξελίσσονται σε ουσιαστικούς διάλογους και ενδιαφέρουσες ανταλλαγές απόψεων πάνω σε ζητήματα που απασχολούν όσους παράγουν ή προωθούν τα βιβλία για παιδιά και νέους.
Ζούμε σε μέρες αποξένωσης και τέτοιες ευκαιρίες μας χαρίζουν την ικανοποίηση να αγγίξουμε το χέρι κάποιου συναδέλφου συγγραφέα, να μοιραστούμε τη χαρά της έκδοσης με εκείνους που θέλουμε να είναι και οι πρώτοι που θα την διαβάσουν.
Έχω  προσωπική εμπειρία αυτών των συναθροίσεων καθώς δυο βιβλία μου κάνανε την … παρθενική τους εμφάνιση κάποιες παρόμοιες  Παρασκευές. Κρατάνε σημαντική θέση στο ημερολόγιο των αναμνήσεών μου.
Η τελευταία από τις συγκεντρώσεις έγινε με την ευκαιρία της κυκλοφορίας  έξι νέων τίτλων παιδικής  λογοτεχνίας.
-«Λέσχη αλλόκοτων πλασμάτων –βιβλίο 1» του Γιώργου Κ. Παναγιωτάκη - (Μια ιστορία περιπέτειας και φαντασίας με παιδιά που διαθέτουν ασυνήθιστες ιδιότητες)
-«Το σκλαβάκι της Κνωσού» της Ελένης Κατσαμά – (Μια ‘λοξή’ ματιά στην εποχή του Μίνωα που τη συνδέει με τα χρόνια που διανύουμε)
-«Νάνσι» του Σπύρου Γιαννακόπουλου - (Ένα μπλέξιμο μοτίβων κλασικών παραμυθιών που συνθέτουν ένα μυθιστόρημα φαντασίας)
-«Διπλό χτύπημα» της Λίνας Λυχναρά – (Αστυνομικής πλοκής μυθιστόρημα που συνδέει μια θεατρική παράσταση με ρατσιστικά μίση)
-«Ο δικός μου ο μπαμπάς» του Μάκη Τσίτα –(εικονογραφημένη ιστορία για το πώς βλέπει κάθε παιδί τον γονιό του)
-«Είμαι σκέτο παιδί» της Ιωάννας Μπαμπέτα – (μια εικονογραφημένη αφήγηση του τρόπου που ένα παιδί κατανοεί τις αντιδράσεις των ενηλίκων)
Και οι έξι συγγραφείς ήσαν παρόντες κι όπως οι περισσότεροι από αυτούς ανήκουν στη νεώτερη γενιά των δημιουργών, δώσανε στο απόγευμα αυτής της  Παρασκευής το  αισιόδοξο μήνυμα για μια ουσιαστική συνέχεια της ελληνικής παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας.
Και τα έξι βιβλία στάθηκαν η αφορμή να ξεκινήσει μια πολύ γόνιμη ανταλλαγή απόψεων πάνω σε ζητήματα δομής ενός έργου, συγγραφικών προθέσεων και διαχωρισμού της εμπειρίας από τον διδακτισμό.

Στέκομαι στο ότι αυτές οι συγκεντρώσεις είναι κλειστές και οι συμμετέχοντες έχουν με προσωπικές προσκλήσεις κληθεί. Είναι σημαντικό όσοι ασχολούμαστε με ένα συγκεκριμένο είδος βιβλίων να έχουμε κάπου, κάπου την ευκαιρία να συναντιόμαστε, να συνομιλούμε και να μοιραζόμαστε έτσι τους προβληματισμούς , τις ανησυχίες μας και τα όνειρά μας.