15.12.07

Το τριαντάφυλλο των Χριστουγέννων

Κείμενο : Μάνος Κοντολέων
Εικονογράφηση: Αλεσσάντρα Τόνι
Εκδόσεις Πατάκη, 2007
Ένα κορίτσι βρίσκεται μέσα στη σπηλιά όπου γεννήθηκε το αγόρι που θα άλλαζε τον κόσμο. Ένα κορίτσι που θέλει να προσφέρει κι αυτό το δώρο του στο νεογέννητο μωρό. Μα είναι ένα φτωχό κορίτσι. Δεν έχει μήτε χρυσάφι μήτε διαμάντι μήτε μύρο. Και έτσι, ψάχνει να βρει ένα λουλούδι... Ένας παλιός μύθος δίνει την ευκαιρία σε ένα σύγχρονο συγγραφέα να γράψει μια ιστορία αγάπης για τη νύχτα των Χριστουγέννων.

9.12.07

Περί θανάτου


Ζοζέ Σαραμάγκου
«Περί θανάτου»
Μετάφραση: Αθηνά Ψύλλια
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007


Η λέξη morte (θάνατος) στα πορτογαλικά είναι θηλυκού γένους. Κι έτσι ο Σαραμάγκου, γυναίκα πλάθει για να ενσαρκώσει το θάνατο στο μυθιστόρημά του αυτό. Και πολύ εύστοχα η μεταφράστρια του έργου τολμά να χρησιμοποιήσει τη λέξη αυτή σε γένος θηλυκό.
Η θάνατος, είναι, λοιπόν, η ηρωίδα αυτού του βιβλίου. Μια οντότητα επιφορτισμένη (από ποιον και γιατί δεν διευκρινίζεται απόλυτα) στο να αφαιρεί τις ζωές των κατοίκων μιας μικρής ευρωπαϊκής χώρας.
Αυτή η οντότητα θέλησε να προσφέρει στους ανθρώπους που ζούσανε στην επικράτειά της, και οι οποίοι την αντιπαθούσαν όσο και την φοβόντουσαν, ένα μικρό δείγμα τι θα σήμαινε να ζούσανε για πάντα.
Για μερικούς μήνες, λοιπόν, κανείς δεν πεθαίνει στη χώρα. Αλλά πολύ σύντομα, την γενικά ευφορία των κατοίκων τη διαδέχεται μια απροσδόκητη αγωνία. Γιατί όλη η δομή της ανθρώπινης κοινωνίας στηρίζεται πάνω σε δυο πόλους –τη γέννηση από τη μια , τον θάνατο από την άλλη. Αν ο ένας από τους δυο αυτούς πόλους καταργηθεί, η ισορροπία της ζωής καταρρέει.
Με τη γνωστή του καυστική σάτιρα ο Σαραμάγκου περιγράφει μια κοινωνία που οδηγείται στην αναρχία και στην τρομοκρατία, γιατί οι άνθρωποι έπαψαν να πεθαίνουν. Μια σαρκαστική ανάλυση της οικονομικής, πολιτικής, θρησκευτικής, συναισθηματικής και ενδοοικογενειακής ταραχής μετά από την απουσία εκείνου του γεγονότος που ενώ τρομάζει, στην ουσία συντηρεί θεσμούς και ιδεολογικά κινήματα.
Τα νοσοκομεία γεμίζουν συνεχώς με ετοιμοθάνατους ασθενείς που δεν πεθαίνουν. Κλάδοι εργαζομένων, όπως όσοι ασχολούνται με τις κηδείες, αντιμετωπίζουν επαγγελματική κρίση. Οικογένειες βλέπουν τους δικούς τους ανθρώπους να ταλαιπωρούνται και να μην μπορούν να αναπαυθούν. Και οι εκκλησιαστικοί άρχοντες προβληματίζονται και δεν ξέρουν ποια στάση να κρατήσουν , γιατί … «Οι θρησκείες, όλες τους, όσο κι αν τις εξετάσουμε, δεν έχουν άλλη δικαιολογία ύπαρξης παρά το θάνατο, τον χρειάζονται όπως χρειάζεται το στομάχι το ψωμί»
Μα οι άνθρωποι έχουν μάθει να ελίσσονται. Κι έτσι τρόπος να πεθαίνουν όσοι πρέπει να πεθάνουν, ανακαλύπτεται –είναι η μετακίνηση των ετοιμοθάνατων στις διπλανές χώρες. Αλλά τότε ξεπροβάλουν προβλήματα εξωτερικών σχέσεων. Ενώ παράλληλα κάποιοι βρίσκουν την ευκαιρία να τρομοκρατούν και να εκβιάζουν ακόμα και την ίδια την κυβέρνηση.
Το απόλυτο χάος. Που θα το διαλύσει το ίδιο πρόσωπο που το δημιούργησε. Η θάνατος, αναστέλλει την απεργία της, επαναφέρει σε ισχύ τη μοίρα κάθε θνητού, μόνο που τώρα προτού πάρει τη ζωή κάποιου, θα φροντίζει να τον ενημερώνει γραπτώς οκτώ μέρες πιο πριν.
Όλα αυτά στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος.
Αμέσως μετά, ο Σαραμάγκου, με τη σιγουριά του μεγάλου τεχνίτη, αδιαφορεί για τη δομή και από το σύνολο, μεταφέρει την εξιστόρησή του στο άτομο.
Και τότε είναι που ο αναγνώστης γνωρίζει ουσιαστικά την ηρωίδα του μυθιστορήματος, τη θάνατο.
Οντότητα καταδικασμένη να ζει μέσα σε ένα παγωμένο υπόγειο, με τη μοναδική συντροφιά ενός σκουριασμένου δρεπανιού που πια δε χρησιμοποιεί. Διαλέγει στην τύχη από τα αρχεία της τα ονόματα εκείνων που πρόκειται να τους αφαιρέσει τη ζωή και τους ειδοποιεί με μια ευγενικά ψυχρή επιστολή πως θα πρέπει να φροντίσουν τις εκκρεμότητες της ζωής του. Οι επιστολές πάντα φτάνουν στον παραλήπτη τους. Αλλά κάποια φορά μια επιστρέφει στην αποστολέα της. Και η παντοδυναμία της θανάτου αμφισβητείται. Η ίδια πλέον αποφασίζει να γνωρίσει προσωπικά το άτομο που η δύναμή της δεν έχει πάνω του ισχύ.
Είναι ένας άντρας καθημερινός, μοναχικός, καλλιτέχνης. Παίζει βιολοντσέλο σε μια ορχήστρα και ζει με τον σκύλο του.
Η θάνατος θα τον επισκεφτεί, θα καταφέρει να γνωριστούνε και ενώ είναι αποφασισμένη να του δώσει η ίδια προσωπικά την επιστολή, τελικά δεν μπορεί να σταματήσει το ερωτικό συναίσθημα που την έχει κατακλείσει και στη δική του πρόταση να της φωνάξει ταξί για να φύγει, εκείνη -«…Όχι. θα μείνω μαζί σου, και πρόσφερε τα χείλη της. Μπήκαν στο δωμάτιο, γδύθηκαν και ό,τι ήταν γραφτό να συμβεί επιτέλους συνέβη, και ξανά, κι άλλη μία.» Η επιστολή θα καεί και -«Την επόμενη μέρα δεν πέθανε κανείς». Είναι η τελευταία φράση του μυθιστορήματος.
Έργο πολλαπλών αναγνώσεων, απεγνωσμένα τραγικό. Ανορθόδοξα αισιόδοξο.
Για μια ακόμα φορά ο Σαραμάγκου στέκεται απέναντι στον άνθρωπο και τη μοίρα του. Και δείχνει να συμπάσχει και με τους δύο. Ίσως, εκεί στα 85 του χρόνια, και να αναζητά τη δική του παρηγορία.
(Δημοσιεύτηκε στο ένθετο για το βιβλίο του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής)

1.11.07

Το νησί


Victoria Hislop
“Το νησί”

Μετάφραση Μιχάλης Δελέγκος
Εκδόσεις Διόπτρα

Είναι απορίας άξιο το ότι η Σπιναλόγκα –το νησί των λεπρών, δεν στάθηκε αφορμή για να στηθεί ένα μυθιστόρημα από έλληνα συγγραφέα.
Από τα όσα γνωρίζω μόνο ο Θέμος Κορνάρος έχει γράψει μια νουβέλα με τίτλο το όνομα του νησιού. Κείμενο σπαραχτικό και απόλυτα εμβαπτισμένο με τις κοινωνικές – πολιτικές του θέσεις.
Αυτό πάντως που δεν επιχειρήθηκε από άλλον έλληνα συγγραφέα (δες ΥΓ), το τόλμησε μια αγγλίδα και μάλιστα –αν κρίνουμε από το ότι και βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα κέρδισε και το μυθιστόρημά της έγινε ένα παγκόσμιο best seller- πρέπει η τόλμη της να ήταν επιτυχής.
Διάβασα το συγκεκριμένο μυθιστόρημα. Και αναγνώρισα όλα εκείνα τα στοιχεία που το έκαναν αγαπητό σε ένα πλατύ και παγκόσμιο κοινό. Εννοώ την εξομάλυνση κάθε ενοχλητικής αλήθειας, την παρουσία μιας βερμπαλιστικής αισιοδοξίας, την αποστειρομένη αναφορά στα συμπτώματα της νόσου του Χάνσεν, τη επιλεκτική ανάμειξη ιστορικών γεγονότων με φανταστικές καταστάσεις, την με τη ματιά του τουρίστα περιγραφή τόπων και ανθρώπων της Κρήτης.
Αναζήτησα στη βιβλιοθήκη μου τη νουβέλα του Κορνάρου. Και με περιέργεια ξεκίνησα την παράλληλη ανάγνωση των δυο κειμένων.
Περιγράφει ο Κορνάρος: <<…Γιώργο! Τ ΄όνομά μου είναι όμορφο… Φτάνει να ξέρεις να το πεις… Να ξέρεις να προφέρεις το «ρ»… Πώς να ΄χω τέτοια απαίτηση από τη λεπρή που κουβεντιάζω τώρα μαζί της, με το σάπιο στόμα που βρωμά και το λουβιασμένο λαρύγγι; Αυτή δεν μπορεί να τα βγάλει όλα τα ψηφία. Μόνο με φωνήεντα μιλάει. Εμένα με λέει «Ι-ω-0»!... Γύρισα και είδα. Σε μια λεπρή πόρτα, μια λεπρή ετοιμόρροπη γυναίκα…. Το κεφάλι της κασιδιασμένο, λέπρα γεμάτο, είχε του χαλασμένου τσίρου το χρώμα. Πρόσωπο δεν ξεχώριζες απ΄ τα πρηξίματα και τις πράσινες κολιτσανισμένες πληγές>>
Μια αντίστοιχη σκηνή, η Hislop την περιγράφει με το δικό της ύφος : <<… Η Ελένη άπλωσε το χέρι της στον άντρα που βγήκε μπροστά για να τους υποδεχτεί. Ήταν μια χειρονομία που έδειχνε την αποδοχή του γεγονότος ότι αυτό ήταν το καινούργιο της σπίτι. Διαπίστωσε ότι θα ερχόταν σε επαφή με ένα χέρι στραβωμένο σαν γκλίτσα βοσκού, τόσο άσχημα παραμορφωμένο πλέον από τη λέπρα, ώστε ο ηλικιωμένος άντρας δεν μπορούσε να πιάσει το τεντωμένο χέρι της Ελένης. Αλλά το χαμόγελό του έλεγε όσα χρειαζόνταν, και η Ελένη ανταποκρίθηκε με μια ευγενική «Καλημέρα»…>>
Ο κρητικός Κορνάρος έγραψε το βιβλίο του το 1933. Η αγγλίδα Hislop το δικό της το 2005. Δεν αλλάζουν μόνο τα καθημερινά ήθη με την πάροδο των χρόνων, αλλά και τα συγγραφικά.
Ότι ενοχλεί πέρα από ένα σημείο πρέπει να απαλείφεται, πιο σωστά να εξωραΐζεται.
Αλλά και καθώς η λογοτεχνία αποκτά ένα πολυπληθές κοινό και μάλιστα παγκόσμιο, η συγγραφή πρέπει να ακολουθεί κάποιους κανόνες, τέτοιους ώστε αν χρειαστεί -για την πλέον συναρπαστική εξέλιξη του μύθου- ακόμα και ιστορικά γεγονότα αλλοιώνονται.
Έτσι ένα μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος της Hislop που αφορά την γερμανική κατοχή του νησιού, αγνοεί το γεγονός πως η Πλάκα (το χωριό απέναντι από τη Σπιναλόγκα) είχε εκκενωθεί από του κατακτητές μιας και θεωρείτο πιθανό σημείο απόβασης των συμμάχων και αντιθέτως γίνεται ο χώρος όπου πολλά από τα πλέον συναρπαστικά πατριωτικά και ερωτικά συμβάντα θα υλοποιηθούνε.
Αγνοούμε την ιστορία αν θέλουμε να τονίσουμε τους χαρακτήρες ;
Ίσως όμως τα αληθινά γεγονότα να είναι και ολίγον ενοχλητικά. Όπως για παράδειγμα ο τριτοετής φοιτητής της Νομικής Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης, που το 1936 εντάσσεται ως λεπρός στο νησί και καταφέρνει με τους κοινωνικούς αγώνες του να αλλάξει ριζικά τις συνθήκες διαβίωσης και περίθαλψης των ασθενών, στο παγκόσμιας αναγνώρισης μυθιστόρημα αγνοείται και τη θέση του , αλλά και το έργο του η Hislop το αναθέτει σε μεγαλοαστό αθηναίο δικηγόρο, θύμα κι αυτός της λέπρας, που με τις γνωριμίες του θα πετύχει τη βελτίωση της ζωής στη Σπιναλόγκα.
Αλλά και επειδή τίποτε δεν είναι τυχαίο, οφείλω να αναγνωρίσω πως η νέα αγγλίδα συγγραφέας έγραψε αυτό το πρώτο της μυθιστόρημα αφού πρώτα και στοιχεία συνέλεξε και τους τόπους επισκέφτηκε. Όπως επίσης της αναγνωρίζω την ικανότητα –γιατί κι αυτό για να το κάνεις καλά χρειάζεται και ταλέντο και κόπος- να δημιουργεί έντονες καταστάσεις που κρατούν αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον ενός κοινού που το μόνο που ζητά από το βιβλίο που διαβάζει είναι να το παρασύρει.
Η μετάφραση πρέπει να σεβάστηκε απόλυτα το ύφος του πρωτοτύπου. Κι έτσι η ελληνική απόδοση του κειμένου δεν αποκρύπτει το γεγονός πως την Κρήτη και τους ανθρώπους της τους περιγράφει ένας μη Κρητικός.
Αλλά η απορία με την οποίο ξεκίνησα αυτό το άρθρο παραμένει. Γιατί οι χανσενικοί της Σπιναλόγκας δεν έχουν αξιοποιηθεί από τους έλληνες συγγραφείς;
Ερώτημα που ίσως να έχει πολλές απαντήσεις. Η κάθε μια τους κάτι θα σηματοδοτεί για τα ενδιαφέροντα και τους στόχους της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, η οποία πάντως τα τελευταία χρόνια με πολύ πάθος προσπαθεί να βρει διέξοδο προς το εξωτερικό.
(Δημοσιεύτηκε στο ένθετο για το βιβλίο του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής -28/10/2007)
ΥΓ (10/10/10) Ανθρώπινα όχι μόνο τα λαθη, αλλά και οι παραλείψεις. Ήδη αναγνώστης του blog μου έχει επισημάνει το μυθιστόρημα του Γ. Άμποτ ώς ένα ακόμα ελληνικό έργο που αναφέρεται στη Σπιναλόγκα. Τώρα, και καθως το μυθιστόρημα της Χίσλοπ βγαίνει στις οθόνες, ήρθε στην επικαιρότητα και ένα ξεχασμένο μυθιστόρημα της Γαλάτειας Καζαντζάκη. Δεν γνώριζα την ύπαρξή του. Ομολογώ πως έγραψα το άρθρο μου χωρίς να κάνω επισταμένη έρευνα. Αλλά και μετά από τη γνώση που έχω αποκτήσει, πάλι τα ίδια θα έγραφα. Ζητώ, πάντως, συγνώμη για την ελλειπή ενημέρωση.

16.10.07

Το τσίμπημα της σφήκας



Μάρω Λοίζου
«Το τσίμπημα της σφήκας»
Διηγήματα
Πατάκης 2007, σελ 89


Ανάμεσα στους εκπροσώπους της παιδικής λογοτεχνίας που παρουσιάζονται στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, η Μάρω Λοίζου (Σεπτέμβριος 1940 – Αύγουστος 2007) κατέχει όχι μόνο μια από τις πλέον εξέχουσες θέσεις, αλλά ίσως και την πλέον ιδιότυπη.
Η ιδιοτυπία της δεν έχει τόσο να κάνει με το ότι ασχολήθηκε με διάφορα λογοτεχνικά είδη πέρα από το παιδικό (όπως νουβέλα, ποίηση, στοίχοι τραγουδιών), όσο με το ύφος της και τη θεματική της.
Το ύφος της στον πεζό λόγο είχε την εσωτερική ένταση μιας ποιητικής σύνθεσης. Και η θεματική της είτε με διαπολιτισμικούς συσχετισμούς είχε να κάνει, είτε με οικολογικές ανησυχίες ασχολιότανε, είτε τέλος κατέθετε προβληματισμούς για την προέλευση της ίδιας της ζωής, πάντα κρατούσε την ταυτότητα του θηλυκού γένους.
Γιατί για τη Λοίζου ήταν η γυναίκα που συμβόλιζε τη δημιουργία.
Από ένα σημείο και μετά, μια τέτοια άποψη μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε παραπλάνηση τον δημιουργό που την ασπάζεται. Γιατί τελικά δεν μπορεί να είναι η φυλετική ιδιότητα εκείνο το στοιχείο που από μόνο του μπορεί να ερμηνεύσει τον κόσμο.
Ερμηνεύω τον κόσμο, ίσως να σημαίνει πως ψάχνω να ανακαλύψω το πότε γίνεται η αποκάλυψη, το πότε συμβαίνει η ανατροπή. Με άλλα λόγια δεν είναι ζήτημα φύλου, αλλά στιγμής, ίσως περιόδου.
Σε μια τέτοια ερμηνεία, μάλλον και η ίδια η Μάρω Λοίζου κατέληξε, λίγο προτού αφήσει την τελευταία της πνοή. Τουλάχιστον κάτι τέτοιο έχουμε δικαίωμα να συμπεράνουμε από τη συλλογή διηγημάτων της για μεγάλα παιδιά και εφήβους, που κυκλοφόρησε ένα περίπου μήνα πριν από τον θάνατό της.
«Το τσίμπημα της σφήκας» περιλαμβάνει έξι διηγήματα. Σε όλα κύρια πρόσωπα είναι έφηβοι, άλλοτε κορίτσια κι άλλοτε αγόρια. Προέρχονται από διάφορα μέρη της Υφηλίου. Και όλα τους ζούνε μια αποκάλυψη που θα σημαδεύσει όλη τους τη ζωή.
Από την Μαρία της Κω που ανακαλύπτει τη μοίρα του σώματός της, έως τον Ταντιζούε της φυλής των Ζουλού που τον ενηλικιώνει η ταξική πάλη. Από τον Γάλλο Ζαν Πιερ που θα πρέπει να αφιερώσει τέσσερα χρόνια της ζωής του για να ξεπεράσει το τραύμα των δώδεκα χρόνων του, έως τον Αμερικάνο Τζόνι που με τρόπο τραγικό βιώνει τη βαρβαρότητα αυτού που είχε ως πρότυπο. Κι ακόμα είναι ο Λιάκος, η Μαρία και ο Γιώργος που χαράζουν τις ζωές του με βάσει το παρελθόν και τους μύθους των τόπων τους.
Η Μάρω Λοίζου διόλου τυχαία επιλέγει πρόσωπα που βρίσκονται στα όρια της προεφηβείας με την εφηβεία. Γιατί τότε είναι που μπορεί να συμβεί η ανατροπή και να εδραιωθεί η ανακάλυψη. Κορίτσια ή αγόρια –δεν έχει σημασία. Είναι ο άνθρωπος απέναντι στη μοίρα του, ο άνθρωπος που επιλέγει τη μελλοντική του πορεία.
Μια νέα, λοιπόν, ιδεολογική πρόταση φέρνει αυτή η συλλογή διηγημάτων στο συνολικό –και πλέον, δυστυχώς, οριστικοποιημένο- έργο της Λοίζου.
Αλλά, παράλληλα, διαθέτει και μια κάπως διαφορετική υφολογική υπόσταση. Εδώ, πλέον, η πεζογραφία δεν θέλει να ζητήσει τη βοήθεια της ποιητικής δομής της φράσης. Κρατά τα ολότελα δικά της εργαλεία και με αυτά και μόνο αποφασίζει πως θέλει να κερδίσει τον αναγνώστη.
Αλλά, όσο και αν «Το τσίμπημα της σφήκας» φωτίζει μια κάπως διαφορετική Μάρω Λοίζου, εντούτοις δεν έχει ολότελα απομακρυνθεί από κάποιους άλλους βασικούς άξονες των προηγούμενων βιβλίων της.
Υπάρχει πάντα η στενή σχέση του παρελθόντος με το παρόν. Υπάρχει πάντα το μαγικό στοιχείο να ενεργοποιεί όσους αστούς θέλουν να το πλησιάσουν.
Και είναι ο έρωτας –αυτός ο πρώτος και τελευταίος έρωτας που από την πρώτη ως την τελευταία του εμφάνιση προκαλεί το ρίγος του θαύματος.
Αλλά είναι ακόμα και η πολιτική στάση –ο συγγραφέας είναι ον πολιτικό* η Μάρω Λοίζου ήταν. Και παρέμεινε μέχρι τέλους.
Εν τέλει η Λοίζου μπορεί κανείς να πει πως με το στερνό της αυτό βιβλίο εμπλούτισε την πινακοθήκη των ηρώων της. Γιατί πέρα από τα ζώα, τα φυτά, τα πλάσματα που κινούνται ανάμεσα στο όνειρο και τη φαντασία, πέρα από τα πρόσωπα που ήξερε να τα κυκλοφορεί στα δώματα των μύθων, έδωσε πνοή και σε άτομα, νεαρά άτομα της σημερινής πραγματικότητας. Πνοή ποιοτική, πνοή φιλόδοξη, πνοή ελεύθερη –ως αυτή που τους αξίζει.


Απόσπασμα

«… Μετά άρχισε να γδύνεται. Με σίγουρες και σταθερές κινήσεις έβγαζε μπροστά μου τα ρούχα της ένα ένα και τα έδενε το ένα κομμάτι με το άλλο με γερούς κόμπους. Είχα μείνει με το στόμα ορθάνοιχτο και σαν παραλυμένος, όχι βέβαια από το φόβο μου για το χαμσίνι που πλησίαζε αλλά γιατί όταν είδα την Ουάρντα να μένει με το τελευταίο εσώρουχο, Θεέ μου συχώρεσέ με, να προσκυνήσω θέλησα, να γονατίσω μπροστά στα πόδια της και να σταυροκοπηθώ. Το πρόσωπό της τα πρόσωπα των αγίων στην εκκλησία μας μου έφερε στο νου, τα μαλλιά της μαύρα κατάμαυρα, μακριά μέχρι τη μέση της, τα φρύδια της ζωγραφιστά και τα μάτια της με το έντονο βλέμμα…» (σελ 36 -37)

(δημοσιεύτηκε στο κυριακάτικο ένθετο για το βιβλίο του Ελεύθερου Τύπου - 15/10/2007)

14.10.07

Θα ήθελα να έμενα στη Θεσσαλονίκη...





Θέματα ευρωπαϊκού πολιτισμού

ΚΥΚΛΟΣ ΣΕΜΙΝΑΡΙΩΝ
από τον Θανάση Τριαρίδη

Θεσσαλονίκη, 2007-2008





Κύκλος Πρώτος (οκτώ δίωρα σεμινάρια):
Νοέμβριος 2007

Ιταλική Αναγέννηση: η επανάκτηση του σώματος

1. Η ανακάλυψη του σώματος: Φραγκίσκος της Ασίζης
2. Τζιότο ντι Μποντόνε: οι ορμές του σώματος
3. Ντάντε Αλιγκιέρι: οι όροι της ανθρωπινότητας
4. Σάντρο Μποτιτσέλι: η αναγέννηση της σάρκας
5. Λεονάρντο Ντα Βίντσι: η αναδιάταξη της primo motore
6. Μιχαήλ Άγγελος Μπουοναρότι: το ζεύμα κλασικού-ιερού
7. Ραφαήλ Σάντσιο: η καθολική ευτοπία
8. Μετά την Ανάγεννηση

***

Κύκλος Δεύτερος (οκτώ δίωρα σεμινάρια):
Ιανουάριος 2008

Σταθμοί του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος

1. Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Ο Δον Κιχώτης
2. Λόρενς Στερν, Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντυ
3. Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Η ανθρώπινη κωμωδία
4. Βίκτωρ Ουγκώ, Οι άθλιοι
5. Λέων Τολστόι, Πόλεμος και Ειρήνη
6. Φίοντορ Ντοστογιέφσκι, Οι αδελφοί Καραμαζόφ
7. Μαρσέλ Προυστ, Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο
8. Τζέιμς Τζόις, Οδυσσέας

***

Κύκλος Τρίτος (οκτώ δίωρα σεμινάρια):
Φεβρουάριος 2008

Από τον ρομαντισμό ως τον αισθητισμό.
Πνευματικές διαδρομές του 19ου αιώνα.

1. Μπάιρον: το νοσηρό ως πολύ ανθρώπινο
2. Εκδοχές του γοτθικού τρόμου:
από τον Φρανκεστάιν της Μαίρης Σέλλευ
μέχρι τον Λάμπρο του Διονύσιου Σολωμού
3. Έντγκαρ Άλαν Πόου: η έλξη του χαμού
4. Η γαλλική συμβολή: Γκοτιέ, Νερβάλ, Μποντλέρ, Φλωμπέρ
5. Όπερα: από τον ρομαντισμό στον βερισμό (Βέρντι, Βάγκνερ, Πουτσίνι)
6. Αγγλικός αισθητισμός: Ο Γουόλτερ Πέιτερ και Προραφαηλίτες
7. Όσκαρ Ουάιλντ: η αισθητιστική αλληγορία
8. Κ.Π. Καβάφης: από τον αισθητισμό στο αλληγορικό μικρόδραμα

***

Κύκλος Τέταρτος (οκτώ δίωρα σεμινάρια):
Μάρτιος 2008

Η νέα ελληνική ποίηση

1. Διονύσιος Σολωμός: η εγκατάσταση του ποιητικού σχεδίου
2. Από τον Ανδρέα Κάλβο μέχρι τον Άγγελο Σικελιανό: αναζητώντας μια «εθνική ιδέα»
3. Κώστας Καρυωτάκης και μεσοπόλεμος: η άρνηση του συλλογικού
4. Γιώργος Σεφέρης: η εγκατάσταση της ελληνικότητας
5. Ανδρέας Εμπειρίκος και υπερρεαλισμός: για μια προσωπική μυθολογία
6. Οδυσσέας Ελύτης: αναζητώντας το «εθνικό ποίημα»
7. Η μεταπολεμική ποίηση: οι προσωπικές ιστορίες
8. Αναζητώντας την μεικτή φόρμα


***


Ο κάθε κύκλος αποτελείται από 8 δίωρα σεμινάρια.

Tιμή συμμετοχής σε κάθε κύκλο: 120 Ευρώ
Ειδική τιμή για φοιτητές-σπουδαστές: 100 Ευρώ

Τα σεμινάρια του Πρώτου Κύκλου (Ιταλική Αναγέννηση)
θα γίνουν στις 5, 7, 12, 14, 19, 21, 26, 28 Νοεμβρίου 2007
(κάθε Δευτέρα και Τετάρτη)
και ώρα 7.00 μμ. με 9.00 μμ
στο βιβλιοπωλείο Σαιξπηρικόν
Εθνικής Αμύνης 14 (απέναντι από το Βρετανικό Συμβούλιο) τηλ. 2310.220.545

Εγγραφές-πληροφορίες: τηλ. 2310.224.833, 2310.224.868

1.10.07

I never saw her again



Τα όσα λέμε δοξολογούν τα δάση των γυναικών

Τα όσα διαβάζουμε έχουν να κάνουν με τις δικές του υγρές πηγές ευτυχίας

Όσα ονειρευόμαστε είναι γύρω από τα μυστικά μυρωδικά τους
Και τις ατόφιες εκρήξεις που κρύβονται στα ανέγγιχτα στολίδια των ματιών τους...


Γι αυτό και τα ασάλευτα καλύμματα των μελών μας
διστάζουν να γευτούν τα προϊόντα ευκαταφρόνητων συνδιαλέξεων


Προτιμούν να ξεσκίζονται

18.9.07

Στάση Ζωής







Στη μνήμη της Μάρως Λοΐζου



Εκατομμύρια έτη φωτός υποστήριζαν τις αποφάσεις της.
Εγώ αναπνέω...
Εντός των ασκών, ο Αίολος κλαίει.