16.11.13

Η Μικρή Ελένη συνάντησε τους Μανόλο και Μανολίτο



Το καινούριο βιβλίο του Μάνου Κοντολέων είναι ένα μυθιστόρημα σε δύο μέρη και με πρωταγωνιστές δυο φίλους πολύ αλλιώτικους μεταξύ τους: τον Μανόλο, ενήλικα, πολυδιαβασμένο συγγραφέα, και τον Μανολίτο, έναν πιτσιρικά γεμάτο απορίες. Οι δυο τους, στις κοινές τους περιπλανήσεις δίπλα στο ποτάμι της γειτονιάς τους παρέα μ’ ένα σκύλο, θα ανταμώσουν ένα πλήθος από θαυμαστά και παράδοξα και θα ανακαλύψουν ιστορίες αγάπης που θα φωτίσουν αλλιώς τόσο τον κόσμο γύρω τους όσο και τη δική τους ζωή.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, τις «4 εποχές», οι ιστορίες αγάπης που θα τους αφηγηθεί η μυστηριακή, αρχετυπική γυναίκα, η Κυρά η Φύση, η οποία θα εμφανιστεί αναπάντεχα μπροστά τους μια μέρα, θα χρωματίσουν με τρόπο απρόσμενο τις τέσσερις εποχές του χρόνου: άλλοτε θα ’ναι οι πεταλούδες της άνοιξης που κουβαλάνε τα όνειρα των παιδιών· ή ο επίπονος μόχθος της επιβίωσης σ’ ένα ξερό και άνυδρο καλοκαιρινό τοπίο· κάποτε η λαχτάρα για περιπέτεια και η ελπίδα του καινούριου που κυοφορείται στην καρδιά του φθινοπώρου· και, τέλος, όλη η ομορφιά του χειμώνα που κουβαλάει σαν ανάμνηση ένα και μόνο δεντράκι.

Βέβαια, η συγγραφή δεν είναι ζήτημα συμμετρίας, αναλογίας, αντιστοιχίας, ούτε καν ισορροπίας. Δεν είναι πρόσθεση, αράδιασμα γεγονότων, αλλά η διαπλοκή τους. Γι' αυτό λοιπον κι εδώ το πρώτο μέρος, φτιαγμένο από απλά υλικά –έναν άντρα, ένα παιδί, ένα σκύλο, μια γυναίκα, μια γειτονιά με ένα ποτάμι–, είναι το γόνιμο έδαφος που, μπολιασμένο από τις αφηγήσεις αγάπης της μυστηριώδους γυναίκας, επιτρέπει να ανθίσει, να απλωθεί, η μία και μοναδική ιστορία αγάπης που θα απασχολήσει εν είδει μυστηρίου τους δυο φίλους στο δεύτερο μέρος.

Εξάλλου, σ’ αυτό το δεύτερο μέρος, με τον τίτλο «36 αμυγδαλιές», τα πάντα επικεντρώνονται με μεγαλύτερη ευκρίνεια σε πρόσωπα και γεγονότα· γίνονται πιο συγκεκριμένα: Ο Μανόλο κι ο Μανολίτο, πρώτα και κύρια, αποκτούν απτά χαρακτηριστικά. Μαθαίνουμε γι’ αυτούς, για τη ζωή τους, για τις συνήθειές τους, για την οικογένεια του Μανολίτο. Ο χώρος δράσης οριοθετείται κι αυτός πιο αυστηρά: Το κέντρο του ενδιαφέροντος είναι ένα έρημο σπίτι με ξεραμένα δέντρα – αυτό το έρημο σπίτι που έχει στοιχειώσει και ξεσηκώσει τη φαντασία κάθε ανθρώπου που υπήρξε κάποτε παιδί. Μια γυναικεία μορφή κυριαρχεί κι εδώ – κι ας μην είναι πια η μυστηριακή θεότητα που, παράδοξα παρούσα, επιβάλλει, ή έστω υποβάλλει, καθοδηγεί το θαύμα, αλλά η θλιβερά απούσα φθαρτή ύπαρξη που θα το κυνηγήσει, έστω και μάταια.

Έπειτα, αν στο πρώτο μέρος ο Μανόλο, ο ενήλικας, ο συγγραφέας, ο –προνομιακός– αφηγητής της ιστορίας, είναι αυτός που –νομίζει, ή μας κάνει να νομίζουμε, ότι– εξηγεί, ερμηνεύει, καθοδηγεί, στο δεύτερο απλώς ακολουθεί ασθμαίνοντας τον Μανολίτο στην αναζήτηση της αλήθειας που κρύβει το ερειπωμένο σπίτι με τα ξερά δέντρα. Όχι, δεν πρόκειται ακριβώς για ανατροπή, αλλά για το ξεσκέπασμα μιας απλής οφθαλμαπάτης: Οι «4 εποχές» κρατούν βαθιά μέσα τους όλα τα μυστικά: Μην ξεχνάμε, στο πρώτο μέρος ο Μανολίτο ήταν εκείνος που άκουσε όλες τις ιστορίες της Φύσης, τη στιγμή που ο Μανόλο τη συνάντησε μονάχα τρεις φορές. Τυχαίο; Μάλλον όχι. Όπως διόλου τυχαία δεν είναι κι η αναφορά που κάνει η Κυρά η Φύση στην πρώτη, την ανοιξιάτικη ιστορία της, στα όνειρα των παιδιών. Γιατί ο Μανολίτο, όπως μαθαίνουμε στις «36 αμυγδαλιές», είναι πλασμένος από το υλικό των ονείρων. Όνειρα που γεννούν οι ζωγραφιές της μαμάς του και που ζωντανεύουν τα ξύλινα κουκλάκια του μπαμπά του.

Όπως και να ’χει, αυτό που θα ανακαλύψουν οι δυο φίλοι ανοιξιάτικα, την εποχή της ανθοφορίας των δέντρων και των ονείρων, είναι μια πικρή ιστορία αγάπης κι ενός θαύματος που δε συντελέστηκε. Ο Μανολίτο θα αντιληφθεί επιπλέον ότι αυτό που τον σπρώχνει επίμονα να φωτίσει το μυστήριο του έρημου σπιτιού δεν είναι μόνο ο παιδικός του ενθουσιασμός, αλλά και η δική του, προσωπική ιστορία, αυτή που κυλά στο αίμα του και ορίζει την ύπαρξή του, αφού στα λείψανα που άφησε πίσω της η ματαιωμένη ιστορία αγάπης που κρύβει το ερειπωμένο σπίτι με τα ξερά δέντρα εδράζεται η δική του ονειρική υπόσταση.

Το βιβλίο δεν τελειώνει εδώ: Όπως μια ιστορία δεν υπάρχει χωρίς αναγνώστη, έτσι κι ένα θαύμα δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς ένα θεματοφύλακα που θα το περιμένει υπομονετικά όσο χρειαστεί. Ο ένας απ’ τους δυο φίλους δε θα εγκαταλείψει την προσπάθεια. Ο ένας απ’ τους δυο φίλους θα πιστέψει. Κι επειδή εκεί που ανταμώνουν οι ιστορίες με τα όνειρα γεννιούνται τα θαύματα, έστω κι ετεροχρονισμένα, ο Μανόλο κι ο Μανολίτο θα δουν τα γυμνά δέντρα του έρημου σπιτιού ν’ ανθίζουν…

Ένα μαγικό βιβλίο, όπου πρόσωπα, γεγονότα και ιστορίες, όμορφα φιλοτεχνημένα από την Ίριδα Σαμαρτζή, θυμίζουν κινούμενες ψηφίδες απ’ το συνδυασμό των οποίων αναδύονται διαρκώς νέες εικόνες κι απρόσμενες διασυνδέσεις. Ένα σχόλιο πάνω στη δύναμη της αγάπης και της φύσης, αλλά και πάνω στη διαδικασία της γραφής, της έμπνευσης και της δημιουργίας. Ένας συγγραφέας-αφηγητής που, αυτοϋπονομευόμενος, απολαμβάνει την ήττα του, η οποία δεν είναι άλλο από τον ολοκληρωτικό θρίαμβο της τέχνης του. Ένας πιτσιρικάς ονειρικός, κινητήριος μοχλός και ταυτόχρονα αποδέκτης της ιστορίας. Κι ένα θαύμα, που, όσο κι αν, στο επίπεδο της μυστηριώδους ιστορίας που βιώνουν Μανόλο και Μανολίτο, φαντάζει μεταφυσικό, στη σφαίρα της καθημερινότητάς τους υλοποιείται με τρόπο ολωσδιόλου φυσικό: στο πρόσωπο του ίδου του Μανολίτο, όπως τον έφτιαξαν από τα ανασυνθεμένα κομμάτια μιας άλλης, κατεστραμμένης ζωής οι υπέροχοι γονείς του, ακολουθώντας την προαιώνια κι αναλλοίωτη συνταγή της Φύσης!

Δημοσιεύθηκε:
http://miaforakienankairoimikrieleni.blogspot.gr/2013/11/blog-post_2222.html

11.11.13

Έχω - πάντα - δικαίωμα



    

       Δέκα διηγήματα
 γραμμένα από δέκα συγγραφείς
                    και
χαρισμένα στα παιδιά του κόσμου                                                                    ------στα παιδιά της Unicef---------        



Φιλομήλα Βακάλη - Συρογιαννοπούλου /  Αγγελική Βαρελά /                                          Γαλάτεια Γρηγοριάδου - Σουρέλη / Ελένη Δικαίου / 
Βαγγέλης Ηλιόπουλος / Σοφία Μαντουβάλου /  
Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου / Ελένη Πριοβόλου /
Ναννίνα Σακκά - Νικολακοπούλου / Λίτσα Ψαραύτη

       Εκδόσεις Έναστρον


Ήταν το 1990.
Το τότε Εκτελεστικό Συμβούλιο της Ελληνικής Επιτροπής Συνεργασίας με τη Unicef,  μου έκανε την τιμή να μου ζητήσει να είμαι ένας από τους δέκα συγγραφείς που θα γράφανε από ένα διήγημα βασισμένο στα δικαιώματα των παιδιών.
Το σχέδιο ήταν να δημιουργηθεί ένας τόμος με διηγήματα γραμμένα από έλληνες λογοτέχνες που το καθένα τους με κάποιον τρόπο θα στηριζότανε στον Χάρτη Δικαιωμάτων των Παιδιών, έτσι όπως τον έχει συντάξει η Unicef.
Μέσα από τη δύναμη της λογοτεχνίας οι αναγνώστες –μικροί και μεγάλοι- θα γνωρίζαν το πόσο σημαντικό είναι για το κάθε παιδί να ζει μέσα σε ένα κόσμο ασφάλειας και αγάπης.
Να, λοιπόν, πως φτιάχτηκε ο τόμος «Έχω Δικαίωμα» και να πως έγινε κι εγώ βρέθηκα να δραστηριοποιούμε μέσα στο ελληνικό τμήμα της Unicef.
Ήταν μια πρόταση που άλλαξε τη ζωή μου –την έκανε πιο μεστή, πιο ουσιαστική, καθώς ένωσε τη μεγάλη μου αγάπη για τη λογοτεχνία με την επίσης μεγάλη μου αγάπη για τα παιδιά.
Και σκέφτομαι πως εκείνος ο τόμος –ακόμα κυκλοφορεί- ίσως να άλλαξε και τον τρόπο σκέψης άλλων ανθρώπων. Παιδιών, γονιών και εκπαιδευτικών  που διάβασαν και διαβάζουν εκείνα τα κείμενα.
Από τότε έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια.
Πολλά έχουν γίνει για να προστατεύονται τα παιδιά. Μα και πολλά ακόμα πρέπει να γίνουν.
Η λογοτεχνία δεν αλλάζει τον κόσμο, αλλά αλλάζει τον άνθρωπο.
Η Unicef δεν μπορεί να εξαλείψει την αδικία από τον παιδικό κόσμο, μπορεί όμως να σώσει κάποια –πολλά, πάρα πολλά- παιδιά.
Κι έτσι σκέφτηκα να προτείνω στην Ελληνική Επιτροπή Συνεργασίας με τη Unicef,που τώρα είμαι μέλος του Δ. Σ. της, να δημιουργηθεί ένας ακόμα τόμος με διηγήματα.
Ο πρώτος είχε τον τίτλο «Έχω Δικαίωμα»
Ο δεύτερος έχει τον τίτλο «Έχω –πάντα- Δικαίωμα»
Στον πρώτο 10 σημαντικοί έλληνες συγγραφείς προσφέραν από ένα διήγημα.
Τώρα, στον δεύτερο αυτόν τόμο, άλλοι 10 το ίδιο σημαντικοί λογοτέχνες μας χάρισαν τα έργα τους.
Όπως και τότε, έτσι –δυστυχώς- και τώρα πολλά, πάρα πολλά παιδιά στον κόσμο δεν θα αξιωθούνε να πιάσουν στα χέρια τους ένα βιβλίο που να μπορούν να το διαβάσουν. Δεν θα έχουν την τύχει κάποιος να τους διδάξει γράμματα.
Αλλά το κάθε δικαίωμα ξεκινά από τη Γνώση κι αυτή πάνω στα βιβλία στηρίζεται και απλώνεται.
Για να προστατευθούν τα Δικαιώματα των Παιδιών όπου καταπατούνται, θα πρέπει η άγνοια να μειωθεί και η ευαισθησία να τονωθεί. Και σε αυτό πολλά έχει να προσφέρει η λογοτεχνία.
Να, λοιπόν, γιατί δημιουργήθηκαν οι δυο αυτές συλλογές  διηγημάτων.
Ο πρώτος τόμος ξεκινούσε με ένα ποίημα του Αντώνη Σαμαράκη –του έλληνα συγγραφέα που ήταν πιο κοντά από κάθε άλλο λογοτέχνη δίπλα στο Ελληνικό Τμήμα της Unicef.
Στον δεύτερο, εγώ προλογίζω με αυτό το σημείωμα, όχι γιατί πιστεύω πως έχω πάρει τη θέση του μεγάλου μας Σαμαράκη, αλλά γιατί εδώ και είκοσι χρόνια η επαφή μου με την Unicef έχει επηρεάσει τη συγγραφική μου ματιά.
Κι έτσι με την ευκαιρία αυτής της έκδοσης θέλησα να εκφράσω και από εδώ το πόσο πολύ πιστεύω σε ένα καλύτερο κόσμο –για παιδιά και μεγάλους- και πόσο για ένα τέτοιο όνειρο αξίζει να στεκόμαστε δίπλα στην Unicef και στο  έργο της.


1.11.13

«Μέλι κόλλησε στα χείλη», στο Liberty




Συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

Η ιστορία σας ξεκινάει από το καλοκαίρι του 1998 και τελειώνει στο καλοκαίρι του 2006 Δεν επιλέξατε τυχαία αυτή την περίοδο;
Καθόλου τυχαία. Η περίοδος αυτή είναι εκείνη που η Ελλάδα έζησε την ψευδαίσθηση  μιας ποικιλόμορφης άνθησης και –κυρίως- θήτευσε στις αρχές μιας ανοργάνωτης κατανάλωσης. Πιστεύω πως τα σημερινά αδιέξοδά μας, σ΄ εκείνα τα χρόνια θεμελιώθηκαν.
Η Μέλω αυτό το ατίθασο κινηματογραφικό κορίτσι που ο κόσμος όλος δεν το χωρά ,αυτό που δεν μπορεί να ξεπεράσει  τελικά μήπως δεν είναι η μικρή ασφυκτική κοινωνία αλλά ο ίδιος  ο εαυτός της;
Αν θελήσουμε να ξεφύγουμε από τη μυθιστορηματική πλοκή και να δούμε τι μπορεί να συμβολίζει το κάθε πρόσωπο του έργου και κυρίως η ηρωίδα του, τότε νομίζω πως είναι καθαρό το ότι η Μέλω εκφράζει το άτομο που αναζητά λάθος πράγματα σε λάθος τόπο και με λάθος τρόπο.
Οι δυο  άντρες γύρω της όμως είναι  λίγοι. Κι ό πρώτος έρωτας ο Αργύρης με τους κλειστούς ορίζοντες και ο Ελληνάρας σύζυγος .Τόσο υπαρκτά πρόσωπα όμως γύρω μας Σαν να τους βλέπεις δίπλα σου .
Χαίρομαι που διαπιστώνετε κάτι τέτοιο. Θέλω πάντα να χαρίζω ζωντάνια στους ήρωες των έργων μου. Να είναι πρόσωπα αναγνωρίσιμα, διπλανά μας. Χαρακτηρίζετε τους δυο αυτούς άντρες ως λίγους. Φαντάζομαι πως εννοείτε ότι δεν ήταν αυτοί που θα μπορούσαν να βοηθήσουν καίρια την ηρωίδα μου. Ναι, έτσι είναι. Όμως ας στραφούμε και προς αυτήν και ας την ρωτήσουμε γιατί με τόση απρονοησία τους επέλεξε; Η Μέλω δεν υπήρξε μόνο θύμα των άλλων, μα και του ίδιου της του εαυτού… Όπως πολλοί από εμάς.
Όσο για τον Λαέρτη Αν κι αυτός δεν είχε ακολουθήσει τη μοίρα της φυλής του και αυτόν δεν θα εγκατέλειπε η Μέλω;
Μπορεί… Ο Λαέρτης είναι ο καλλιτέχνης που δημιουργεί την ομορφιά, την προσφέρει στους άλλους, αλλά κρατά για τον εαυτό του την ίδια του την ψυχή. Λάθος επιλογή της Μέλως κι αυτός; Δεν ξέρω… Και για μένα η σχέση Μέλω – Λαέρτη παραμένει μια σχέση που δεν ξέρω αν θα μπορούσε κάπου να οδηγούσε. Με άλλα λόγια, μέσα από αυτήν τη σχέση θέλω να καταθέσω μια ερώτηση –πόσο τελικά ισχυρή είναι η Τέχνη απέναντι στην ίδια τη Ζωή;
Λίγο πολύ συμπαθείς -αντιπαθείς οι χαρακτήρες σας είναι θύτες και θύματα μαζί Μόνο η μάνα του Σήφη είναι φτιαγμένη από κακή στόφα.
Είναι η κλασική συντηρητική μάνα των αρσενικών. Θύμα όσο και θύτης κι αυτή. Ο καταπιεσμένος που αντί να δημιουργεί τον επαναστάτη, φτιάχνει τον νέο καταπιεστή.
Η μάνα του Σήφη από τη μια και η μάνα της Μέλως από την άλλη. Κι οι δυο γυναίκες κι οι δυο μάνες. Το ότι η μια γέννησε αγόρι και η άλλη κορίτσι, δεν άλλαξε τη μοίρα τους ως γυναίκες.  Άλλαξαν μόνο οι εξωτερικές συνθήκες ζωής τους.
Σε ποιο σημείο του γραψίματος σας αποφασίσατε ότι η μελένια αυτή ιστορία θα μετατρεπόταν σε «θρίλερ»;
Από την αρχή. Προτού ξεκινήσω ένα μυθιστόρημα, φτιάχνω το γενικό πλαίσιο στο οποίο θα κινηθώ. Αλλαγές κάνω, αλλά δεν ξεφεύγω από τον αρχικό σχεδιασμό και στόχο μου. Μια ιστορία αθωότητας που μετατρέπεται σε ιστορία ενοχών. Αυτό έζησα –ζήσαμε- εκείνη την περίοδο. Αυτό θέλησα και να καταγράψω με τη μορφή ενός μυθιστορήματος.
Βάζοντας τελεία στο Μέλι. Η Μέλω βγήκε ολοκληρωτικά από το μυαλό σας;
Είναι πολύ νωρίς ακόμα για να την αποχωριστώ…
Έργα σας κυκλοφορούν  εκτός από ευρωπαϊκές χώρες και στην Ταϊλάνδη. Δεν είναι παράξενο  πχ  πως ένας Ταϊλανδός θα μπορέσει να μπει στον κόσμο ενός πανέμορφου χωριού του Πηλίου και στον ιδιαίτερο κόσμο του;
Μα ένα από τα δώρα της λογοτεχνίας είναι να μας ταξιδεύει. Όχι τουριστικά, αλλά με συναίσθημα και βαθιά γνώση. Γνωρίζουμε λκαούς και τόπους και μέσα από ένα μυθιστόρημα.
Στο κέντρο της Αθήνας βιβλιοπωλεία με μεγάλη ιστορία βάζουν λουκέτο ,εκδοτικοί οίκοι πλέουν τα λοίσθια .Τι  θα γίνει στη χώρα μας όλα θα καταρρεύσουν η υπάρχει μια μικρή ελπίς;
Αν απαντήσω με το κλίμα του μυθιστορήματός μου θα έλεγα πως υπάρχει ελπίδα να βρούμε μια σανίδα σωτηρίας, αφού πρώτα όμως συνειδητοποιήσουμε το τι κάναμε και φτάσαμε ως εδώ. Μα οι απώλειες στο μεταξύ θα είναι –είναι- πολλές και πονάνε.
Κλείνοντας: Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο ;
Θα κυκλοφορήσει ένα ιδιαιτέρως αισθαντικό κείμενό μου – «Μανόλο και Μανολίτο». Θα ανήκει στη παιδική λογοτεχνία, αλλά έτσι όπως εγώ την βλέπω και την υπηρετώ. Ως λογοτεχνία της φανερής αθωότητας και των κρυμμένων ενοχών. Η παιδική ηλικία είναι η καταγωγή όλων μας. Η πατρίδα μας. «Γράφω για παιδιά» σημαίνει «Γράφω για τον τόπο που με έθρεψε»

26.10.13





http://www.youtube.com/watch?v=dWaBL1v7__U


Δελτίο Τύπου για  το «Μανόλο και Μανολίτο»

Με το νέο του μυθιστόρημα –φαντασίας αυτή τη φορά- για μεγάλα παιδιά και εφήβους, ο Μάνος Κοντολέων μας συστήνει τους δυο νέους του ήρωες.
Τον Μανόλο ένα συγγραφέα που του αρέσει να περπατά στην ακροποταμιά και ένα αγόρι –τον Μανολίτο- που όλο θέλει να ρωτά.
Κι ανάμεσα τους υπάρχει ένα λευκό σκυλί που το φωνάζουμε Νύχτα.
Κι οι τρεις, λοιπόν, θα ζήσουν μέσα στη μαγεία μιας ιστορίας που μιλά για 4 Εποχές, θα βρεθούν μπροστά στο μυστήριο ενός κτήματος με 36 Αμυγδαλιές, που… δεν ανθίζουν.
Και θα συνομιλήσουν με μια γυναίκα που ισχυρίζεται πως κάποιοι τη νομίζουν για θεά και κάποιοι για μάγισσα…
Αλλά και θα διαβάσουν το τι πριν χρόνια είχε γραφτεί σε ένα μπλε τετράδιο.
Θα ακούσουν ιστορίες καθημερινού μυστήριου και καθημερινής μαγείας. Θα ζήσουν περιπέτειες από αυτές που μπορεί –ίσως - να συμβούν στον καθένα.

Η σχέση δυο γενεών μέσα σε ένα βιβλίο μυστηρίου, αγάπης και οικολογικής συνείδησης, γραμμένο με τη γνωστή αισθαντικότητα του Μάνου Κοντολέων και εικονογραφημένο με τρόπο μοναδικό από την Ίριδα Σαμαρτζή.



Σύγχρονη Λογοτεχνία για Παιδιά και Νέους
Σειρά: Μυθιστορήματα Φαντασίας


23.10.13

Η Ασημένια Σαράφη για το "Μέλι κόλλησε στα χείλη"

Μάνος Κοντολέων
«Μέλι κόλλησε στα χείλη»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πατάκη
Αθήνα 2013

Γράφει η Ασημένια Σαράφη





«Όταν είμαι – ή θέλω να είμαι – αισιόδοξος», σημειώνει κάπου ο Μάνος Κοντολέων, «τότε γράφω για παιδιά… Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για εφήβους… Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες… Κι επειδή όποιος φοβάται, θυμώνει, αυτό είναι ένα μυθιστόρημα που το διατρέχει ένας θυμός». Και σίγουρα τούτο το τελευταίο μυθιστόρημα απευθύνεται σε ενήλικες και όχι σε εφήβους. Ίσως γιατί οι ενήλικες, ιδίως τα τελευταία χρόνια, αποδείχτηκαν εξόχως ανίκανοι για οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη επανάσταση. Η υποταγή και η αδράνεια δείχνουν να έχουν γίνει αδιαμφισβήτητες και σταθερές επιλογές τους και τούτο μαρτυρείται σαφώς σε κάθε πεδίο της καθημερινής και κοινωνικής ζωής.
            Ο φόβος που οδηγεί στον θυμό αποτελεί και το χνάρι πάνω στο οποίο βαδίζει το μυθιστόρημα. Αλλά επιλογή του συγγραφέα δεν είναι να γράψει θυμωμένα, να φοβίσει ή να κραυγάσει τον θυμό του. Στόχος του είναι να μιλήσει με ύφος μειλίχιο και αποστασιοποιημένο για ανθρώπους που περπάτησαν τους δρόμους του θυμού που τους οπωσδήποτε οδήγησε στον φόβο. Που τους οδήγησε σε ζωές ανελεύθερες και χρεοκοπημένες και ανερμάτιστες. Θύματα της εποχής τους ή διαμορφωτές της εποχής που με μαθηματική ακρίβεια λίγο παρακάτω θα τους θυματοποιήσει, παραδέρνουν σε ένα φαινομενικά ανοιχτό πεδίο, καρκινοβατώντας και επιλέγοντας πάντα το λάθος, το εύκολο, το φανταχτερό, το ρηχό και το καταστροφικό. Γιατί η καταστροφή θα κατασκευαστεί οπωσδήποτε και μάλιστα θα είναι έργο των χειρών τους.
Ο αναγνώστης, προτού βυθιστεί στην ανάγνωση, έχει πριμοδοτηθεί από τον συγγραφέα με κλειδιά για την ευκολότερη διάρρηξη του κειμένου. Εδώ, κλειδί, και μάλιστα τοποθετημένο στην αρχή της αρχής του βιβλίου, αποτελεί η πρώτη προμετωπίδα, παρμένη από τον Μακμπέθ του Σέξπιρ. Διαβάζουμε:
Η ζωή δεν είναι παρά μια περιπλανώμενη σκιά,
ένας ανόητος θεατρίνος
που χωρίς λόγο καμαρώνει πάνω στη σκηνή·
στο τέλος κανείς δεν πρόκειται να μιλά γι’ αυτόν
παρά μονάχα ως παραμύθι
που κάποιος ηλίθιος θα θυμάται και θα λέει
ή ως ιστορία γεμάτη από άναρθρες κραυγές
και χωρίς νόημα κανένα. 
Η έλλειψη νοήματος της ζωής είναι ό,τι ταλανίζει τους ήρωες, και δη τους βασικούς. Απόρροια αυτής της έλλειψης νοήματος είναι και η απεμπόληση από μέρους τους της ζωής καθαυτής.
            Ο αφηγηματικός χρόνος του βιβλίου καταλαμβάνει οχτώ χρόνια και εκτείνεται από το καλοκαίρι του 1998 έως και το καλοκαίρι του 2006. Πρόκειται για την εποχή της μαζικής φρεναπάτης μιας φανταχτερής ευδαιμονίας. Οι Έλληνες είναι στα πάνω τους: οι επιδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση μαθαίνουν στους αγρότες πώς να εγκαταλείπουν τις πατροπαράδοτες καλλιέργειες και να αμείβονται για την καταστροφή και όχι την διάθεση των προϊόντων τους. Τα λάιφ στάιλ περιοδικά επιβάλλουν στα λαμπερά τους εξώφυλλα τα πρότυπα της εποχής, καλογυμνασμένα, μαυρισμένα, καλοντυμένα και στεφανωμένα από την αίγλη του ιλουστρασιόν χαρτιού πάνω στο οποίο απεικονίζονται. Το euro έχει έρθει στην Ελλάδα μετά δόξης και τιμής. Ακόμη και ο μακαρίτης Χριστόδουλος έχει καλέσει στην Αρχιεπισκοπή τους ποδοσφαιριστές να τους συγχαρεί προσωπικώς. Η Ολυμπιάδα οικοδομείται σε κωπηλατοδρόμια και γήπεδα τάε κβο ντο, με τον Καλατράβα να υψώνει αψίδες copy paste από παλαιά αρχιτεκτονικά του σχέδια. Οι μεγαλοαστοί, μετά την επιβεβλημένη αγορά του suv τους, ξαμολιούνται στη γραφική ελληνική επαρχία προς αναζήτηση του εξοχικού των ονείρων τους. Το αγοράζουν σε κακή κατάσταση αλλά χρήματα υπάρχουν και θα το ανακαινίσουν, ή, πιο σωστά, θα το αναπαλαιώσουν, καθώς έχουν γούστο και στυλ και ξέρουν να αποδίδουν φόρο τιμής στην παράδοση του κάθε τόπου. Η οικοδομή γίνεται πεδίο δόξης λαμπρό και οι πετράδες, σκεπάδες και λοιποί οικοδόμοι γεμίζουν τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς με ζεστό χρήμα. Κι όλο και δεν προλαβαίνουν τις προθεσμίες. Έχει πέσει πολλή δουλειά.
            Το χωριό της Μέλως είναι ένα από αυτά τα χωριά που είδαν το οικιστικό – και σε ένα δεύτερο επίπεδο και το κοινωνικό τους – τοπίο να μεταβάλλονται άρδην. Η τοπική κοινωνία, που ανέκαθεν υπήρξε αγροτική, έχει πλέον χάσει τη δυνατότητα ή και την ικανότητα να αναπτύσσεται και να προκόβει μέσω της αγροτικής παραγωγής και οι κάτοικοί της καταφεύγουν σε νέους τρόπους σύμφυτους της νέας εποχής. Τα πατρικά σπίτια, ετοιμόρροπα, πωλούνται ή μετασκευάζονται σε ξενώνες, και τα κτήματα με τις πατροπαράδοτες καλλιέργειες υποβαθμίζονται σε οικόπεδα προς πώληση κι αυτά. Οι ξένοι συρρέουν και επιλέγουν τον εξοχικό τους τόπο κατοικίας, φέρνοντας έναν νέο αέρα που θα αλλάξει όλα τα παραδεδομένα. Εκπρόσωποι αυτών στο μυθιστόρημα είναι η Έμμα, η οποία είναι και η σκηνοθέτρια της θεατρικής ομάδας του χωριού αλλά και ο Λεωνίδας Καμένος, συγγραφέας. Το χωριό του Νεαρού Αγίου γίνεται ο νέος τόπος των καλλιτεχνικών τους αναζητήσεων. Επιπλέον, στο χωριό αρχίζει να διοργανώνεται και ένα μουσικό φεστιβάλ, που αποτελεί πόλο έλξης πολλών νεαρών καλλιτεχνών. Μία νέα κατάσταση διαμορφώνεται, εμπλουτισμένη με μπόλικη, όπως γίνεται αντιληπτό, τέχνη. Είναι αυτό μία ακόμη πολυτέλεια των καιρών.
            Και πώς αντιδρούν οι ντόπιοι σε όλα αυτά; Εκπρόσωποι των ντόπιων, και μάλιστα της νέας γενιάς ντόπιων, σε αυτό το βιβλίο είναι ο Αργύρης, αρχιμάστορας στις αναπαλαιώσεις των παλιών σπιτιών και η Αναστασία και η Μέλω, νεαρά κορίτσια που αναζητούν τον βηματισμό τους στη ζωή. Κυρίως, βέβαια, η Μέλω. Η οποία λιγώνεται από τη γεύση του μελιού στα χείλη και στο εξής θα την αναζητά παντού και πάντα, χωρίς όμως ποτέ να κατορθώνει να τη βρει. Η γεύση του μελιού, ένδειξη και απόδειξη της ερωτικής αλλά και προσωπικής ευτυχίας και ολοκλήρωσης, θα είναι μία γεύση διηνεκώς διαφεύγουσα. Και το μέλι δεν θα κολλήσει στα χείλη της παρά για ελάχιστες στιγμές. Η ηρωίδα πορεύεται στο εξής αναζητώντας την γλυκιά γεύση και εξασφαλίζοντας την πικρή. Η επιλογή της να υποκύψει σε έναν αταίριαστο γάμο από προξενιό, που όμως θα της εξασφαλίσει την υλική ευμάρεια – ζητούμενο της εποχής αυτό, ας μην το ξεχνάμε – θα την καθηλώσει σε μια ζωή ταπεινώσεων και διαρκών διαψεύσεων. Ο Σήφης, όψιμος γκασταρμπάιτερ και νυν ιδιοκτήτης κάβας ποτών στον Βόλο, κυνικός κυνηγός της σαρκικής απόλαυσης με υψηλές δόσεις διαστροφής και θιασώτης της γυναικείας χειραγώγησης και υποταγής, θα επιλεγεί ως ο κατάλληλος σύζυγος. Η Μέλω ευθύς έχει καταδικάσει τον εαυτό της να μην ξαναγευτεί το μέλι που τόσο διακαώς επιθυμεί. Κι όταν ο έρωτας θα έρθει στη ζωή της θα είναι πια αργά και αυτό που θα πυροδοτήσει θα είναι η καταστροφή και ο φόνος.
            Δεν είναι απαραίτητο στο σημείο αυτό να γίνουν περισσότερες αναφορές στην πλοκή. Η ηρωίδα απεμπολεί το σώμα, την αξιοπρέπεια και το μέλι της για ένα διαμέρισμα στο Βόλο, μία ανακαίνιση της πατρικής της οικίας, καινούρια ακριβά ρούχα και τον τίτλο της δήθεν ικανοποιημένης συζύγου ενός εύπορου και καλοδιατηρημένου σαραντάρη. Θεωρεί ότι έχει επιτελέσει το χρέος της απέναντι στους άλλους και στον εαυτό της. Η παταγώδης κατάρρευση και αποτυχία την περιμένουν στη γωνία. Η εποχή αυτή της μετάβασης και σύγχυσης διανύει τα τελευταία της καλοκαίρια. Σύντομα όλα θα καταρρεύσουν, συμπαρασύροντας και τους ήρωες με τις συμβιβασμένες και προσχηματικές ζωές τους.
            Ο Ισίδωρος Ζουργός, σε μια ενδιαφέρουσα κριτική για το μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων, αναζητά τυχόν σχέσεις του με το λαϊκό αισθηματικό μυθιστόρημα. Υπάρχουν ασφαλώς ομοιότητες. Σημειώνει χαρακτηριστικά:
Σ’ αυτό το είδος του μυθιστορήματος νομίζω πως είχαμε να κάνουμε με πραγματικούς, καθημερινούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας, ανθρώπους όμως μιας κοινωνίας η οποία είχε συμπαγή χαρακτηριστικά και ασφαλείς οδοδείκτες. Στο εν λόγω μυθιστόρημα, ο Μάνος Κοντολέων καταφέρνει να επαναπροσδιορίσει τον «λαϊκό άνθρωπο» μέσα σε μια εποχή σύγχυσης και, κυρίως, σε μια εποχή μετάβασης. Οι βασικοί ήρωες, που είναι και συντελεστές της πλοκής, είναι λαϊκοί άνθρωποι με μια λαϊκότητα όμως κλωνοποιημένη και με μια κάποια χυδαιότητα, η οποία πηγάζει από την ορφάνια της κοινοτικής παράδοσης, με μια αδυναμία διαχείρισης ενός λαμπερού καταναλωτικού κόσμου, ο οποίος τους ξεπερνά και τους συνθλίβει. Κι όμως, είναι και αυτοί άνθρωποι της διπλανής πόρτας, άσχετα αν αυτή η πόρτα είναι τώρα πόρτα ασφαλείας, σε σπίτια χτισμένα με ξέφρενα δάνεια χωρίς αντίκρισμα.
Στο λαϊκό αισθηματικό μυθιστόρημα, όμως, κι αυτή είναι διαπίστωση και του Ζουργού, είθισται να λειτουργούν κατά κόρον μανιχαϊστικές αντιθέσεις. Η παρουσία των «κακών» ή «κακόβουλων» χαρακτήρων εξισορροπείται από εκείνη των «καλών». Την κακία, κακοτυχία ή και κακοδαιμονία τείνει σχεδόν πάντα να αντικρούει και εν τέλει να νικά η φωτεινή όψη της πραγματικότητας και των ανθρώπων. Στο λαϊκό αισθηματικό μυθιστόρημα, με άλλα λόγια, η αγάπη θριαμβεύει στο τέλος και οι ταλανισμένοι ήρωες αποχωρούν από την ιστορία αγκαλιασμένοι με φόντο ένα πορφυρό ηλιοβασίλεμα, έχοντας οπωσδήποτε ξορκίσει τους δαίμονες του εαυτού και της εποχής τους. Στο Μέλι κόλλησε στα χείλη κάτι τέτοιο ουδόλως συμβαίνει. Θα αποτελούσε, εξάλλου, κάτι τέτοιο μια μεγάλη ευκολία από τη μεριά του συγγραφέα, στην οποία επιλέγει να μην ενδώσει. Εδώ η καταστροφή θα είναι ακραία και οι ήρωες θα λάβουν τα επίχειρα των συμβατικών επιλογών τους. Η κάθαρση όμως θα συντελεστεί. Κι αυτό είναι το σημαντικό. Με το τέλος της ιστορίας μία κάποια φρικτή μορφή δικαιοσύνης θα αποδοθεί και οι ανοιχτοί λογαριασμοί θα κλείσουν με αίμα.
Και τι απομένει; Όταν η ιστορία ολοκληρωθεί, μόνο το φυσικό τοπίο θα συνεχίσει να θρασομανά, αδιάφορο λες για τις απανωτές αστοχίες και αποτυχίες των ανθρώπων. Τα πλατάνια, οι καστανιές, οι κυματιστές πλαγιές που βάφονται μαβιές το δειλινό, οι ίσκιοι της κεντρικής πλατείας των πανηγυριών, οι φλαμουριές στις περίκτιστες αυλές και τα νερά των ρεμάτων που τρέχουν ορμητικά προς τη θάλασσα. Όλα τούτα τα στοιχεία του τοπίου, και δη του πηλιορείτικου τοπίου, θα παραμείνουν αγνοώντας το ξεφούσκωμα της καταναλωτικής αυταπάτης, την εγκατάλειψη και ερήμωση των ολυμπιακών εγκαταστάσεων, την έλλειψη αναγνωστικού ενδιαφέροντος για τα περιοδικά λάιφ στάιλ, την τραπεζική κρίση, την αήθεια και διαφθορά ή και φθορά των ανθρώπων. Σαν να τους περιγελούν που δεν είχαν την στοιχειώδη ωριμότητα να εστιαστούν στα σημαντικά της ζωής αλλά επέλεξαν να αναλωθούν σε σπασμωδικές κινήσεις απόκτησης και εξασφάλισης της λαμπερής βιτρίνας με την οποία θα εξέθεταν εαυτούς στον κόσμο.
Τα χείλη της Μέλως δεν θα κολλήσουν από το μέλι, γιατί δεν της άξιζε ή δεν άξιζε στην εποχή στην οποία έτυχε να ζήσει. Στην οποία εν μέρει ζούμε ακόμη κι εμείς.


(Παρουσίαση στο Βιβλιοπωλείο Χάρτα, του Βόλου - 18 Οκτ. 2013)

Αναρτήθηκε στο:

20.10.13

Η ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ




«Η ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ»

Συγγραφέας:Λουίς Σεπούλβεδα
Μετάφραση : Αχιλλέας Κυριακίδης
Εικονογράφηση: Ειρήνη Ελευθεριάδη
Εκδόσεις Opera

Πολλές φορές το έχω πει και το έχω γράψει. Δεν είναι τα κείμενα που ταξινομούνται άλλα σε λογοτεχνικά έργα για παιδιά  και άλλα σε λογοτεχνία ενηλίκων. Μα οι αναγνώστες που ανάλογα με τις αναγνωστικές διαθέσεις ή και δυνατότητες τα κατατάσσουν.
Με άλλα λόγια, θέλω να τονίσω πως ένα έργο γνήσιας λογοτεχνικής ταυτότητας δεν γίνεται να διαχωριστεί και να ταξινομηθεί από την ηλικία των αναγνωστών που το διαβάζουν.
Ασφαλώς και δεν ξεχνώ πως οι αναγνώστες μπορεί να κατηγοριοποιηθούν ανάλογα άλλοτε με την μόρφωση τους, άλλοτε με την προηγούμενη λογοτεχνική εμπειρία τους, άλλοτε με τις ψυχικές του διαθέσεις ή και την καταγωγή τους, με οικονομικά κριτήρια,  άλλοτε από το φύλλο τους και βέβαια άλλοτε και από την ηλικία τους.
Μα –το τονίζω- είναι οι αναγνώστες που ανήκουν σε ομάδες. Τα λογοτεχνικά  κείμενα μπορεί να υλοποιούνται μέσα από συγκεκριμένους τρόπους (ρεαλισμό, φαντασία, ρομαντισμό, έντονη πλοκή, ψυχικές αναζητήσεις κλπ) αλλά αν διαθέτουν άρτια λογοτεχνική υπόσταση έχουν τη δυνατότητα να επικοινωνούν και με ένα παιδί και με ένα ενήλικο.
Αναγνωρίζω πως αυτό δεν εφαρμόζεται στην καθημερινότητά  μας. Διάφοροι λόγοι (κυρίως εμπορικοί) και ποικίλες αιτίες  μας έχουν οδηγήσει να ταξινομούμε τα βιβλία που διαβάζουμε και γράφουμε, ανάλογα με την ηλικία του αναγνώστη που στοχεύουμε να φτάσει στα χέρια του.
Αλλά μερικές φορές από αυτόν τον στενοκέφαλο προγραμματισμό, κάποια βιβλία καταφέρνουν να ξεφύγουν.
Όπως, για παράδειγμα το  «Η ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ» του Λουίς Σεπούλβεδα.
Πριν από λίγες εβδομάδες, έτυχε να προσέξω σε κατάλογο ευπώλητων λογοτεχνικών έργων πως αναγραφότανε (και μάλιστα σε πολύ καλή θέση) και το βιβλίο αυτό του Χιλιανού  συγγραφέα.
Μήτε οι βιβλιοπώλες που δίνουν τα στοιχεία με τα οποία συντάσσονται οι κατάλογοι ευπώλητων τίτλων, μήτε ο δημοσιογράφος που είναι υπεύθυνος  για τη δημοσιοποίηση  του καταλόγου, σκεφτήκανε να διαχωρίσουν αυτό τον τίτλο και να μην τον κατατάξουν ανάμεσα στα βιβλία που απευθύνονται σε ενήλικες αναγνώστες. Κάτι που ασφαλώς θα τα έκαναν αν –για παράδειγμα- στη θέση αυτού του συγγραφέα θα ήταν ο Φίλιπ Πούλμαν  ή Λότη Πέτροβιτς.
Κι αυτό γιατί ο Σεπούλβεδα έχει εγγραφεί στη συνείδησή μας ως συγγραφέας με τη γενική έννοια του όρου και όχι ως συγγραφέας παιδικών ιστοριών.
Δεν είναι η πρώτη φορά ο συγκεκριμένος συγγραφέας έχει γράψει βιβλίο που διαθέτει τα λογοτεχνικά εκείνα στοιχεία που χαρακτηρίζουν όσα έργα τα εντάσσουμε στην παιδική λογοτεχνία. Θυμίζω το πολύ επιτυχημένο «Η ιστορία ενός γάτου που έμαθε σε ένα γάτο να πετάει».
Κι αυτό δείχνει πως ο ακτιβιστής και σεναριογράφος και θεατράνθρωπος Σεπούλβεδα δεν διαχωρίζει το κοινό του, απλώς ανάλογα με το θέμα του κάθε βιβλίου του επιλέγει και ένα συγκεκριμένο τρόπο αφήγησης.
Εδώ –στο «Η ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ» - υπάρχει η περιγραφή της σχέσης ενός αγοριού με τον γάτο του. Το αγόρι γίνεται έφηβος, μετά ένας νεαρός άντρας και πάντα έχει δίπλα του το αγαπημένο του γατί. Που όμως κι αυτό μεγαλώνει και όπως είναι αναμενόμενο γερνά πολύ πριν το αγόρι γίνει ένας ηλικιωμένος κύριος. Ο γέρος γάτος θα χάσει την όρασή του, αλλά τότε θα παρουσιαστεί για να του κρατά συντροφιά ένα ποντίκι. Και η ειρηνική συνύπαρξη δυο πλασμάτων που όλοι  θεωρούμε πως εχθρεύονται το ένα το άλλο, θα βοηθήσει και τους δύο, ενώ στον νεαρό θα χαριστεί ένα μεγάλο μάθημα   -οι πραγματικοί φίλοι πάντα μοιράζονται ό,τι καλύτερο έχουν.
Μια ιστορία απλή μα όχι απλοϊκή. Και εδώ μπαίνει το ερώτημα «τι είναι αυτό που την μετατρέπει από ένα απλό αφήγημα σε λογοτεχνικό έργο;»
Νομίζω πως η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στη στάση που κάθε καλό κείμενο, το ποίο φιλοδοξεί να απευθύνεται και σε παιδιά και σε ενήλικες, πρέπει να διαθέτει. Την ματιά εκείνη  με την οποία μπορεί αυτός ο κόσμος μας να αναλυθεί.  Ματιά παιδική –που σημαίνει ξάφνιασμα, ανατροπή, φαντασία και αισιοδοξία.
Αλλά δίπλα σε αυτήν την απάντηση θα πρέπει να τοποθετήσουμε και μια άλλην. Μια που έχει να κάνει με την γραφή του κειμένου. Και ο Σεπούλβεδα ότι κι αν γράφει το γράφει με την ίδια ευθύνη και συνέπεια. Ευθύνη απέναντι του κάθε αναγνώστη του, συνέπεια απέναντι του ίδιου του ταλέντου του.
Κι έτσι να που αυτό το ολιγοσέλιδο βιβλίο με την διακριτική αλλά απόλυτα εναρμονισμένη στο ύφος της γραφής, εικονογράφηση, γίνεται ένα βιβλίο ικανό να ‘μιλήσει’ με αναγνώστες και μικρούς και μεγάλους, αλλά και  με αναγνώστες που διαθέτουν λογοτεχνική αναγνωστική εμπειρία, όσο και με όσους ίσως να μην έχουν πολλά βιβλία διαβάσει.
Σημαντική η βοήθεια του έμπειρου μεταφραστή στα ελληνικά του Χιλιανού συγγραφέα. Ο Αχιλλέας Κυριακίδης μεταφράζει πάντα με ευθύνη και πάθος.
Έγραψα πιο πάνω πως ο Σεπούλβεδα έχει εγγραφεί στη συνείδησή μας ως συγγραφέας με τη γενική έννοια του όρου και όχι ως συγγραφέας παιδικών ιστοριών. Η διαπίστωση αυτή ελπίζω να μην αφορά και όσους ενήλικους ασχολούνται (από διάφορες θέσεις) με την προώθηση της λογοτεχνίας στα παιδιά.
Θα ήταν κρίμα ένα λογοτεχνικό διαμαντάκι να μην υπάρχει σε πολλές βιβλιοθήκες σχολείων, τάξεων αλλά και παιδικών δωματίων.
Δημοσιεύτηκε στο kosvoice.gr
http://kosvoice.gr/%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%85%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%B5%CF%82-%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CF%84%CE%B5%CF%82/item/14913-%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%85%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%B5%CF%82-%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CF%84%CE%B5%CF%82-%CE%B7-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B9%CE%BE,-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CE%BE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B5%CE%BE