14.1.16

Ο θάνατος στα βιβλία για παιδιά




Αργυρώ Πιπίνη                                                                              Benji Davies
«Το δικό τους ταξίδι»                                                                   «Το νησί του παππού»
Εικ. : Μαριλένα Μελισσηνού                                                        Εικ. : του συγγραφέα
Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο                                                               Εκδόσεις Ίκαρος


Είναι πλέον δεδομένο πως όλα τα θέματα μπορεί κανείς να τα βρει να αναπτύσσονται σε μια ιστορία που γράφτηκε με στόχο να διαβαστεί (ή να ακουστεί) από ένα μικρό παιδί.
Οι σύγχρονες αντιλήψεις των ψυχολόγων και των παιδαγωγών από τη μια απελευθέρωσαν τις εμπνεύσεις των συγγραφέων και από την άλλη τους προσφέρανε και μια επιστημονική κάλυψη ως προς το πως μπορεί κανείς να χειριστεί ευαίσθητα ζητήματα χωρίς να υποβιβάζει τη λογοτεχνική τους οντότητα.
Μα όσο και αν όλα πλέον μπορεί να ειπωθούν σε ένα παιδί, υπάρχει ένα θέμα που ακόμα δεν έχει ολότελα πείσει τους γονείς, πρώτιστα, αλλά και τους συγγραφείς σε ένα μεγάλο ποσοστό, ότι  μπορεί κι αυτό να γίνει η βάση μιας ιστορίας.
Ο θάνατος αν δεν παραμένει ακόμα ένα θέμα ταμπού, σίγουρα θεωρείται ένα δύσκολο γνωστικό πεδίο που τα παιδιά θα το ενσωματώσουν στις αναγνωστικές τους εμπειρίες χωρίς να πληγωθούν ή και να τρομάξουν.
Σε ένα βαθμό είναι λογική αυτή η αντιμετώπιση. Η κοινωνία μας στρέφει μακριά το βλέμμα από το βιολογικό τέλος των ανθρώπων. Προτιμά να συζητά το παρόν, να κοιτά το παρελθόν, να ονειρεύεται το μέλλον.
Αλλά ο θάνατος πάντα υπάρχει και δεν θα μπορούσε παρά να δηλώσει το παρόν του και σε κάποια παιδικά βιβλία.
Ο θάνατος με την μορφή της απώλειας κυρίως και όχι τόσο ως βιολογικό γεγονός.
Ο πλέον συνηθισμένος, μα και ο πλέον ελεγχόμενος τρόπος να γράψει κάποιος μια ιστορία για παιδιά με θέμα την απώλεια από ένα θάνατο, είναι να χρησιμοποιηθεί ένα ζώο.
Σκυλάκι, γατάκι κ.α δίνουν την ευκαιρία στον συγγραφέα να περιγράψει το βάθος της απώλειας, χωρίς να διακινδυνεύει να πληγώσει τον άγνωστο του αναγνώστη.
Γιατί αυτό που ο συγγραφέας της παιδικής  λογοτεχνίας συνεχώς έχει μπροστά του άλλοτε ως δίλλημα και άλλοτε ως πρόκληση είναι πως δεν ξέρει το πως θα αντιδράσει ο αναγνώστης του –ένας αναγνώστης που λόγω ηλικίας είναι πολύ περισσότερο ευάλωτος απ΄ ότι κάποιος ενήλικος.
Μα οι συγγραφικές δεσμεύσεις όταν μάλιστα φτάνουν στα όρια της αυτολογοκρισίας, δεν μπορούν να εγγυηθούν ένα λογοτεχνικά άρτιο αποτέλεσμα.
Κι έτσι κάποιοι συγγραφείς έχουν καταφέρει να βρούνε τρόπους να παρουσιάσουν τον θάνατο με τρόπο που ενώ θα είναι ρεαλιστικός δεν θα πληγώνει ή τρομάζει το παιδί που θα διαβάσει (ή ακούσει) την σχετική ιστορία.
Δεδομένο είναι πως για ένα παιδί το πλέον δύσκολο να αποδεχτεί είναι ο πιθανός θάνατος της μητέρας ή του πατέρα του.
Αλλά αν η ιστορία αναφέρεται στην απώλεια των αμέσως πιο κοντινών προσώπων, τότε η όλη κατάσταση είναι αρκούντως αντιμετωπίσιμη.
Κι έτσι οι συγγραφείς επιλέγουν μια γιαγιά ή ένα παππού για να μυήσουν τον αναγνώστη τους στο γεγονός του θανάτου.
Και επειδή ο παππούς συνήθως είναι και ο πλέον ηλικιωμένος στον μικρόκοσμο ενός παιδιού, αλλά και αυτός -σε σχέση τουλάχιστον με τη γιαγιά- που αποτελεί μια γέφυρα ανάμεσα στην κλειστή οικογένεια και τον ανοιχτό περίγυρο, οι συγγραφείς προτιμούν αυτόν να επιλέξουν για να αναλάβει το βάρος της ευαίσθητης αυτής μύησης.
                         ********************************
Οι παραπάνω σκέψεις προήλθαν από την ανάγνωση δυο πολύ καλών παιδικών εικονογραφημένων βιβλίων που αναφέρονται στην απώλεια και στον θάνατο του παππού.
Το πρώτο –αυτό που έχει γραφτεί από την Αργυρώ Πιπίνη- η μορφή του παππού κρατιέται σε μια απόσταση από τα δυο εγγόνια καθώς πριν από το θάνατό του, τα παιδιά ‘βλέπουν’ και τη βιολογική του φθορά.
Ο παππούς ξεχνά, ασθενεί από Αλτσχάιμερ. Μετά πεθαίνει.
Η συγγραφέας χρησιμοποιεί τα δυο εγγόνια για να περιγράψει αυτήν την πορεία προς το τέλος. Η περιγραφές μέσα από τα λόγια των δυο παιδιών, έχουν αμεσότητα και διακριτικότητα. Και μια πολυφωνία, καθώς δύο είναι τα εγγόνια –ένα αγόρι και ένα κορίτσι.
Και αυτή η πολυφωνία είναι νομίζω που δικαιολογεί την παρουσία δυο εγγονιών, μιας και οι παρατηρήσεις και οι  αντιδράσεις τους δεν διαφέρουν ούτε ως προς το φύλλο τους, ούτε ως προς μια διαφοροποιημένη ωριμότητα που μπορεί να τα χαρακτήριζε.
Η εικονογράφηση στην αρχή εστιάζεται στα πρόσωπα των δυο παιδιών. Αποφεύγει να δείξει το πρόσωπο του φθίνοντος παππού και στο τέλος  -καθώς ο παππούς ‘αναχωρεί’- οι εικόνες στρέφονται προς το περιβάλλον της γης αλλά και του σύμπαντος.
Θέση λοιπόν κείμενου και εικόνας είναι αυτό που και στο οπισθόφυλλο, μεταξύ άλλων, σημειώνεται:
Μια ιστορία για τη δύναμη της μνήμης, για όσους μας ακολουθούν στα όνειρά μας…

                 *************************************

Κάτι αντίστοιχο αναγράφεται και στο  οπισθόφυλλο του άλλου βιβλίου «Το νησί του παππού» - οι πολύ αγαπημένοι μας μένουν κοντά μας όσο μακριά κι αν φαίνονται.
Εδώ η αναφορά στην απώλεια του θανάτου γίνεται περισσότερο με τους όρους μιας ιστορίας με δράση. Ο παππούς περνάει μαζί με τον εγγονό του από μια  μαγική πόρτα (στοιχείο από τυχόν παραμύθια που παππούς και εγγονός είχαν κάποτε μοιραστεί) και βρίσκονται και οι δυο σε ένα ερημικό νησί. Εκεί θα περάσουν κάποιες περιπέτειες, εκεί θα είναι που ο παππούς θα αποφασίσει πως θέλει για πάντα να μείνει, αλλά πείθει τον εγγονό μόνος του να κάνει το ταξίδι της επιστροφής.
Από τη σχέση μένει η εμπειρία των όσων βιωθήκαν και η πολύτιμη ανάμνηση μιας ίσως σύντομης, αλλά έντονης περιπέτειας.
Ο παππούς δεν φθείρεται βιολογικά. Ο θάνατος έρχεται με τη μορφή μιας αποχώρησης που ο ενήλικος ήρωας με αξιοπρέπεια αποδέχεται.
Και πάλι ο χώρος όπου ο ηλικιωμένος πηγαίνει είναι ένας χώρος μαγευτικός, ίσως όχι τόσο συμπαντικός όσο στο προηγούμενο βιβλίο, αλλά σίγουρα ένα μέρος όπου το αγαπημένο μας πρόσωπο μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως θα υπάρχει μέσα σε μια διαρκή χαρά.
Αυτή την διάθεση να περιγραφτεί το ταξίδι της ζωής και του θανάτου ως μια περιπέτεια, πέρα από το κείμενο την επιτελεί και η εικονογράφηση. Εικόνες όπου το φως δείχνει να συνυπάρχει με τις σκιές, έτσι όπως ακριβώς συνυπάρχει και μέσα σε ένα τροπικό δάσος.

Δυο βιβλία που με τρόπο επιτυχημένο προσφέρουν την ευκαιρία στον αναγνώστη τους να μπορέσει να αντιμετωπίσει μια πρώτη εξοικείωση με το γεγονός του θανάτου. Και βέβαια δίνουν ακόμα τη δυνατότητα στον ενήλικο που συμπαραστέκεται στις αναγνωστικές αναζητήσεις του παιδιού, να συνομιλήσει μαζί του και να τον βοηθήσει να συμφιλιωθεί με την μεγίστη απώλεια.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.thinkfree.gr/thanatos-paidiki-logotechnia-kontoleon/

30.12.15

Μυστική Γραφή


Σεμπάστιαν Μπάρυ,
«Η μυστική γραφή»
Μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ,
Εκδόσεις Καστανιώτη


Τελικά τι είναι λογοτεχνία; Και τι μυθιστόρημα;

Ερώτηση που αναζητά μια απάντηση πέρα από τις φιλολογικές κατατάξεις και τις κριτικές θεωρίες.

Δεν θα ισχυριστώ πως εγώ έχω την καθολική απάντηση γιατί αν το έκανα  αυτόματα θα αμφισβητούσα αυτό που νομίζω πως έχω να καταθέσω.

Μυθιστόρημα, λοιπόν και κατά την άποψή μου,  είναι η κορύφωση μιας αφήγησης.

Και λογοτεχνία –πάντα κατά την άποψή μου-  είναι το να αφηγούμαστε το ήδη γνωστό  με τέτοιο τρόπο ώστε να το μετατρέπουμε σε μια νέα εμπειρία.

Το πένθος διαρκεί περί τα δύο έτη, έτσι λένε- μια κοινοτοπία που δίδεται στους πενθούντες σαν εγχειρίδιο. Για τις μητέρες μας όμως πενθούμε ακόμα και πριν από τη γέννησή μας.

Πρόχειρα, απλώς ξεφυλλίζοντας το μυθιστόρημα «Η  μυστική γραφή»  του Σεμπάστιαν Μπάρυ, επέλεξα το μικρό αυτό απόσπασμα.

Και συνεχίζω το ξεφύλλισμα και να μερικές ακόμα αράδες:

Πρέπει πάντα να απαριθμούμε τις χαρές μας, υπάρχουν εξάλλου τόσες λύπες στη ζωή που αξίζει τον κόπο, όποτε μπορούμε, να βάζουμε κι ένα μικρό σελιδοδείκτη στις σελίδες της ευτυχίας.

Μα συνεχίζω με πιο σύντομες προτάσεις:

– πατικώνω τον πόνο όπως διπλώνεις τα μαλλιά και κοιμάσαι πάνω τους.

-θαρραλέα σπίτια

-σαν λέξη χαμένη σ΄ ένα κύμα μουσικής

Μικρά παραδείγματα που πιστεύω πως μπορούν να επιβεβαιώσουν αυτό που πιο πάνω ισχυρίστηκα –λογοτεχνία είναι να αφηγούμαστε κάτι ήδη γνωστό με έναν νέο άγνωστο και όμορφο τρόπο.

Αυτά όλα για να καταγράψω τις σκέψεις και τα συναισθήματα μου μετά από την ολοκλήρωση της ανάγνωσης του μυθιστορήματος του Σεμπάστιαν  Μπάρυ  «Η μυστική γραφή».

Η υπόθεση του έργου θυμίζει κάποιο από αυτά τα ‘σενάρια ζωής’ που παρακολουθούμε σε τηλεοπτικές εκπομπές.

Ο χαμένος γιος που ανακαλύπτει η χαμένη μάνα του –μια γυναίκα θύμα κοινωνικών, πολιτικών και θρησκευτικών στρεβλώσεων μιας εποχής, ενός τόπου.

Αλλά –και εκεί είναι η μεγάλη διαφορά στο πως αφηγείται το ίδιο γεγονός μια τηλεοπτική εκπομπή και πως ένας μεγάλος μυθιστοριογράφος- ο Μπάρυ πατά σε μια τέτοια ιστορία και ξεδιπλώνει σκέψεις νέες, φωτίζει συναισθήματα σκοτεινά. Καταγγέλλει, συγχωρεί, σαρκάζει, θρηνεί.

Ένα μυθιστόρημα που από τη μια περιγράφει μια τραγική περίπτωση ανθρώπινου δράματος και από την άλλη καταγράφει την –εξίσου τραγική- ιστορία μιας χώρας.

Κι ενώ ο αναγνώστης στέκεται σκεφτικός και αναρωτιέται κατά πόσο η ατομική μας ζωή  καθορίζεται από εμάς τους ίδιους και κατά πόσο από τους άλλους, την ίδια στιγμή μυείται στη μαγεία  των λέξεων που δεν χάνονται αλλά συνθέτουν κύματα αισθητικών εμπειριών.

Πέρα από αυτά που έχουν να κάνουν με το ύφος και το νόημα, ασφαλώς μεγάλη τεχνική συγγραφής φανερώνει και το πλάσιμο των χαρακτήρων, η δομή της αφήγησης, οι περιγραφές της φύσης και των ανθρώπινων πράξεων.

Βέβαια, ένα σχολαστικό με τις λεπτομέρειες αναγνώστη μπορεί να τον φέρει σε θέση αμηχανίας  το ότι συχνά γίνονται αναφορές σε ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα της Ιρλανδίας κατά τη διάρκεια όλου σχεδόν του 20ου αιώνα, που πιθανόν δεν μας είναι και τόσο γνωστά.

Αλλά ο Μπάρυ με μαεστρία τα χρησιμοποιεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μην εμποδίζουν την κεντρική και ουσιώδη ταύτιση αυτού που τα  διαβάζει με τα συναισθήματα όσων τα ζήσανε. Άλλωστε δεν πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Αντίθετα , θα έλεγα, πως είναι ένα έργο που αμφισβητεί την ίδια την αντικειμενικότητα της μνήμης.

Γι αυτό άλλωστε και The secret scripture και ο αγγλικός τίτλος του. Κάτι ας πούμε Μυστικό Ιερό Κείμενο.

Γιατί τα γεγονότα όλοι μπορεί να τα ζούμε, αλλά ο καθένας μας με τον δικό του τρόπο τα βιώνει.

Ένα σημαντικό λογοτεχνικό έργο που στην γλώσσα μας είχε τη τύχη να πέσει στα χέρια ενός άξιου μεταφραστή* του Αύγουστου Κορτώ.

Για όσους θα θέλανε περισσότερα για την υπόθεση του βιβλίου (αν και ας μην ξεχνάμε πως δεν έχει πάντα την πρώτη σημασία το τι λέγεται, αλλά το πως αυτό λέγεται) αντιγράφω από το οπισθόφυλλο της έκδοσης:

Η Ροσίν ΜακΝάλτι, μειλίχιο πλάσμα κι αιωνόβια τρόφιμος της -προσεχώς υπό κατεδάφιση και μετακίνηση- Ψυχιατρικής Κλινικής του Ροσκόμον, αποφασίζει, κρυφά, αθόρυβα, ν” αφήσει το χνάρι της: μια προσωπική μαρτυρία με την οποία πασχίζει να ιστορήσει τον τραυματικό της βίο και παράλληλα να διαψεύσει τα μυθεύματα που την κράτησαν ισοβίως άνθρωπο του περιθωρίου. Στην αφήγηση της Ροσίν πλέκεται περίτεχνα η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του ψυχιάτρου της, δόκτορος Γκρεν, για χρόνια θεράποντος ιατρού της Ροσίν, ο οποίος βυθίζεται σε μια ολοένα και πιο προσωπική εμμονή όσο περισσότερο ανασκαλεύει το παρελθόν της υπερήλικης ασθενούς του, με την οποία νιώθει να τον συνδέει ένας δεσμός μυστηριώδης, ανεξιχνίαστος.

 Πρώτη δημοσίευση: http://fractalart.gr/mystiki-grafi/

Δημοκρατία






 Αβραάμ Κάουα     
"Δημοκρατία" 
Graphic Novel
Εκδότης Ίκαρος


Το κόμικ ως τρόπος αφήγησης μιας ιστορίας μπορεί κανείς να πει πως ξεκινά από την εποχή των σπηλαίων, τότε που οι άνθρωποι εκείνης της εποχής  πάνω σε βράχια περιγράφανε με σχέδια τις εμπειρίες τους.

Ένας, λοιπόν, τρόπος αφήγησης είναι και το κόμικ, και μάλιστα εντελώς αυτόνομος.

Θέλω να πω πως έχει τους δικούς τους αφηγηματικούς κανόνες –μια συνύπαρξη λόγου και εικόνας που μπορεί να πάρει ποικίλες μορφές.

Στην Ελλάδα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια έχουμε από τη μια τα περίφημα Κλασσικά Εικονογραφημένα και από την άλλη μια σειρά περιοδικών όπου πρωταγωνιστούν ήρωες καρτούν.

Τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης τα κόμικ δεχτήκανε μεγάλη κριτική, θεωρήθηκαν δε πως καταστρέφουν το γλωσσικό αισθητήριο των παιδιών. Λίγοι ήταν εκείνοι που υπερασπιζόντουσαν την αυτονομία του είδους και την αντιμετώπισή του ως μια μορφή τέχνης.

Πλέον κανείς δεν αμφισβητεί πως ο τρόπος αφήγησης αυτός έχει το δικό του ενδιαφέρον και προσφέρει την δική του αναγνωστική απόλαυση.

Το μυθιστόρημα – κόμικ «Δημοκρατία» είναι ένα από τα πιο καλά παραδείγματα για το πως μπορεί να στηθεί μια μυθιστορηματική αφήγηση που ο λόγος κρατά κυρίως τους διαλόγους, ενώ οι περιγραφές και οι ιδέες αναπτύσσονται από την εικόνα.

Με κέντρο τη Μάχη του Μαραθώνα, οι τρεις συγγραφείς (ένας να έχει να κάνει με την δραματοποίηση της υπόθεσης και οι άλλοι δύο με την εικαστική ένδυσή της) επιχειρούν να περιγράψουν την αρχαία Αθήνα, τους τότε πρωταγωνιστές των πολιτικών γεγονότων και με την βασική και πολύτιμη βοήθεια των μυθιστορηματικών ηρώων τους, μας ξεναγούν στους δρόμους που η Δημοκρατία έπρεπε να περάσει έως ότου γίνει το βασικό πολίτευμα του δυτικού πολιτισμού.


Διόλου συμβατικές πολιτικές αναλύσεις, ένα σχέδιο που διαθέτει τη δική του αισθητική, πρόσωπα που από τη μια τα ζωντανεύουν τα χρώματα και από την άλλη τα ‘συννεφάκια’ των διαλόγων –όλα αυτά ολοκληρώνουν ένα ιδιαίτερα επιτυχημένο graphic novel  που φιλοδοξεί να αυξήσει τους φανατικούς αναγνώστες του είδους.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=204453

28.12.15

Ανκόρ... της Πέλα Σουλτάτου




Πέλα Σουλτάτου
"Ανκόρ"
Καστανιώτης

Ένα νοσοκομείο είναι ένας ολόκληρος κόσμος* άτομα ανόμοια μεταξύ τους συνυπάρχουν. Άνθρωποι με διαφορετικές κουλτούρες, από άλλες κοινωνικές ομάδες, με ποικίλες πολιτικές απόψεις, νέοι και ηλικιωμένοι, με σοβαρά  ή όχι προβλήματα υγείας.

Ένας κόσμος εντός του κόσμου μας –να πως θέλησε η νέα συγγραφέας Πέλα Σουλτάτου να δει ένα νοσοκομείο και πάνω στη ζωή που πάλλεται μέσα στους διαδρόμους, στα δωμάτια και στα χειρουργεία του να στήσει το νέο της πεζογράφημα.

Το δεύτερο βιβλίο της είναι αυτό. Και ειδολογικά θα πρέπει να το θεωρήσουμε ως  μυθιστόρημα.

Το πρώτο  της –«Φώτα στο βάθος»- έγερνε περισσότερο προς το είδος του διηγήματος. Κείμενα σύντομα που όμως θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει πως αποτελούσαν βασικά στοιχεία ανάπτυξης  μιας σχέσης ατόμου με την κοινωνία.

Αυτή την ίδια σχέση εξερευνά η Σουλτάτου και με το νέο της βιβλίο.

Μόνο που τώρα αποφάσισε να χρησιμοποιήσει μια πιο ενοποιημένη μορφή αφήγησης που θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε και ως μυθιστόρημα – τοιχογραφία.

Δεν υπάρχει ένα κεντρικό πρόσωπο. Υπάρχει ένας κεντρικός χώρος –το νοσοκομείο.

Και διάφοροι τύποι που συναντά κανείς μέσα σε ένα τέτοιας χρήσης κτήριο.

Γιατροί, νοσηλευτές, παραϊατρικοί επισκέπτες, ασθενείς, συγγενείς.

Ένας κόσμος που τον ενώνει η σχέση με τα δίπολα ζωή και θάνατος, πόνος και ανακούφιση, αρρώστια και θεραπεία.

Η Πέλα Σουλτάτου δείχνει να γνωρίζει πολύ καλά το μέρος και όσους εκεί γύρω κυκλοφορούν. Και με την άνεση μιας ουσιαστικής  γνώσης μπορεί και άλλοτε περιγράφει με ρεαλισμό, άλλοτε με ένα στοιχείο υπερβατικό, κάποτε με χιούμορ, συχνά με συγκρατημένο συναίσθημα.

Τραβάει το κορδόνι της έκτακτης ανάγκης. Κρέμεται από ένα επιτοίχιο πλαστικό κάλυμμα διακόπτη, με αποτυπωμένη τη φιγούρα της αρχετυπικής νοσηλεύτριας. Πάντα γυναίκα, πάντα ευθυτενής, προσηνής, ενίοτε απηνής, ακριβής, συνεπής και προπάντων ολιγόλογη. Οι νοσοκόμες ξέρει πως είναι για να προσφέρουν υπηρεσία, να σερβίρουν φάρμακα και καθετήρες. Δεν είναι για πολλές κουβέντες. Είναι για εντολές και παραινέσεις. Είναι για προτροπές και ευχές. Είναι για σύντομες και σαφείς ερωτήσεις.

Η Πέλα Σουλτάτου εν τέλει αξιοποιεί κάτι που η λογοτεχνία μας μάλλον έχει αγνοήσει.


Τον κόσμο ενός νοσοκομείου –εκεί όπου το άτομα στέκεται απέναντι στη μοίρα του και ο άνθρωπος αναμετράται με τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=205969

20.12.15

Ιστορίες για τα δικά μου Χριστούγεννα στο bookia

Γράφει ο Διονύσης Λεϊμονής

Χριστουγεννιάτικο παραμύθι με ερωτηματικό, ιστορίες ωραίες σαν παραμύθι, ιστορίες ζωής, της ζωής μου, της ζωής του συγγραφέα, που με τη δύναμη της μυθοπλασίας αποκτούν άλλη διάσταση, γίνονται υπεράνθρωπες, δικές μας, οικείες, προσωπικές… ιστορίες που συμβαίνουν την άγια νύχτα των Χριστουγέννων λίγο πριν ή μετά τη γέννηση του Χριστού, που διαβάζοντας τες κάθε αναγνώστης οποιασδήποτε ηλικίας αισθάνεται να ανοίγει η καρδιά του, να αποκτάει ύψος ο νους του, να αποδέχεται, να μην περιαυτολογεί, να προσφέρει, να διαθέτει τον εαυτό του στους άλλους βιώνοντας το πνεύμα των Χριστουγέννων, έτσι όπως ένα έλατο μπορεί να φιλοξενήσει στα κλαδιά του πολλά τρομαγμένα, ασθενικά, αποδιωγμένα πουλιά…

Το πνεύμα των Χριστουγέννων είναι αυτό που προσκαλεί κάθε χρόνο νεράιδες να κατεβάσουν μύρια αστέρια από ψηλά για το στολισμό του ελάτου προκαλώντας συγκίνηση στην Πλάση.

Μα αν καμιά νεράιδα ξεχαστεί; Πώς θα επανορθώσει; Μόνο όποιος ήταν τυχερός να τους στολίσει το δέντρο μια χρονιά κάποια νεράιδα μπορεί να αποκαλύψει σε όλους μας ένα μεγάλο μυστικό πασπαλισμένο με άχνη ζάχαρη οσφραινόμενος μυρωδιές κι αρώματα των ημερών.

Μα οι γιορτές περνούν και τότε; Τι απογίνονται τα ξεστολισμένα δέντρα; Ποιες χαρές μπορεί να απολαύσουν αν οι άνθρωποι δεν πάψουν να τα αγαπούν και τους εξασφαλίσουν μια φιλόξενη γωνιά κοντά τους;

Μα ακόμα κι αν οι άνθρωποι καμιά φορά ξαστοχούν και φέρονται σκληρά στα καημένα τα έλατα, μια νύχτα Χριστουγέννων μπορεί να γίνει ένα μεγάλο θαύμα, ένα θαύμα που ο νους ανθρώπου δεν το χωρά, και μόνο ένα αστέρι μπορεί να αφηγηθεί πως μια φορά κι έναν καιρό ένα πεταμένο στα σκουπίδια δεντράκι στολίστηκε με κάθε είδους πεταμένα υλικά κι έζησε μια μοναδική εμπειρία αγάπης…

Τη νύχτα των Χριστουγέννων μπορεί να απολαύσεις το πιο ωραίο θέαμα, να χαρείς την αγάπη κυνηγώντας ένα μοναδικό τριαντάφυλλο μέσα στη βαρυχειμωνιά. Αρκεί να μην τα παρατήσεις και να βαδίσεις μπροστά αναζητώντας το τριαντάφυλλο των Χριστουγέννων, ένα τριαντάφυλλο λευκό με αχνές κόκκινες κηλίδες σαν δάκρυα χαράς και αίματος.

Μπορεί να το λάβεις απ’ το χέρι ενός αγγέλου, πολύτιμο δώρο έτοιμος να το προσφέρεις κι εσύ στον Δημιουργό, αρκεί να ζήσεις με την ψυχή σου μια νύχτα Χριστουγέννων έτοιμος να τα δεις και να ακούσεις όλα ακόμα κι αν ζεις σε μια πολύβουη πόλη με πολλούς σταυρωτές.

Μια παραμονή Χριστουγέννων αναζητά κανείς ένα ολόκληρο θαύμα κι όχι ένα μισό, ένα ολόκληρο σαν αυτό που μπορεί να ζήσει αν τα πουλιά συμφιλιωθούν με τους φόβους τους, αν οι άνθρωποι επιτέλους καταφέρουν να αναγνωρίσουν τα μηνύματα της ψυχής τους… μια νύχτα μαγική της αγάπης μέσα στην οποία μπορούν να συνυπάρξει το χρυσάφι με το ασήμι…

Όνειρο; Παραμύθι ή ίδια η ζωή; Μια φορά ήμουν εγώ, ήμασταν εμείς, ήμασταν όλοι κι αποφασίσαμε να ζήσουμε το όνειρο ενεργοποιώντας όλες τις αισθήσεις μας ως άνθρωποι και ως θεοί μακριά από εφιάλτες, κακοτοπιές και αρνήσεις… Ιστορίες για τα δικά μας Χριστούγεννα εκφρασμένες από έναν έμπειρο συγγραφέα, που κατάφερε να διατηρήσει την παιδικότητα, τον αυθορμητισμό και τη χαρά ενός μικρού παιδιού ανηφορίζοντας τα σκαλοπάτια της ενήλικης ζωής…

16.12.15

Paul Auster
«Η επινόηση της μοναξιάς»
Μετάφραση: Σταυρούλα Αργυροπούλου
Μεταίχμιο
                                                                          

Δεν μπορώ να ισχυριστώ πως είναι κάτι αν όχι μοναδικό, σίγουρα πάντως σπάνιο, αλλά έτσι και αλλιώς δεν είναι σύνηθες το πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα να είναι και αυτό που θα τοποθετεί τη βάση που πάνω της θα δομηθεί στα μελλούμενα χρόνια όλη η συγγραφική πορεία αυτού του δημιουργού.
Αναφέρομαι στον Πολ Ώστερ και στο βιβλίο του «Η επινόηση της μοναξιάς».
Μέχρι το 1982 όπου κυκλοφορεί αυτό το βιβλίο, ο Ώστερ βασικά έχει εκδόσει κάποιες ποιητικές συλλογές.
Αλλά ο θάνατος του πατέρα του θα τον φέρει σε μια αναζήτηση της έννοιας της μνήμης.
Τη μια μέρα υπάρχει ζωή… Κι έπειτα, ξαφνικά, υπάρχει θάνατος.
Πώς μπορείς να αντιπαραθέσεις τα δικά σου συναισθήματα που στηρίζονται στη ύπαρξη ζωής απέναντι στο γεγονός του θανάτου; Πώς κατανοείς αυτόν που οριστικά έφυγε και με ποιον τρόπο να τον διατηρήσεις δίπλα σου;
Με την μνήμη –απαντά ο Ώστερ και με τη δική της βοήθεια ξεκινά να ιστορεί τη ζωή ενός ανθρώπου που αν και έζησε δίπλα του, ωστόσο παρέμενε αόρατος.
Το πορτραίτο ενός αόρατου ανθρώπου- έτσι τιτλοφορείται το πρώτο μέρος αυτού του βιβλίου.
Και εδώ ας σημειώσουμε πως το «Η επινόηση της μοναξιάς» δεν  περιέχει ένα καθαρόαιμο μυθιστόρημα, μα ούτε είναι και κάποιο ξεκάθαρο κείμενο δοκιμιακής μορφής.
Μια ενδιάμεση κατάσταση βιογραφικών καταγραφών και φιλοσοφικών αναζητήσεων –αυτό είναι στο σύνολό του το «Η επινόηση της μοναξιάς»
Μοναξιάς;  Μα μόλις προ ολίγου ο Ώστερ μας έχει μιλήσει για την αξία της μνήμης και το πώς μέσω αυτής έρχεται κάποιος σε επαφή με έναν άλλον.
Ναι, αλλά η μνήμη για να λειτουργήσει απαιτεί μόνωση. Απομόνωση, πιο σωστά. Και αυτό που θα γεννήσει θα είναι ένα λογοτεχνικό έργο.
Ο Ώστερ –με το πρώτο του αυτό βιβλίο- φανερώνει το πώς θα μορφοποιήσει όλα τα υπόλοιπα του έργα. Μάλλον –και με πιο σωστή έκφραση- καταγράφει τις τεχνικές με τις οποίες το άτομο θα μετατραπεί σε δημιουργό.
Και αν στο πρώτο μέρος ο μελλοντικός δημιουργός δοκιμάζει τις αντοχές του ανασκαλεύοντας το παρελθόν του πατέρα, στο δεύτερο -Το βιβλίο της μνήμης- ανασκαλεύει τον δικό του παρελθόν. Και κυκλοφορεί μέσα σε δωμάτια που έζησε, σε  πόλεις που τον φιλοξενήσανε, δίπλα σε ανθρώπους που τον συντροφεύσανε, καταγράφει σκέψεις που αρπάχτηκαν την τελευταία στιγμή προτού λησμονηθούνε.
Ο συγγραφέας αυτοβιογραφείται την ίδια ώρα που βιογραφεί τις ζωές άλλων.
Εντός σου κατοικούν κι άλλοι, και εσύ υπάρχεις ως άτομα μόνο σε συσχετισμό με τους άλλους.
Έχει πιστεύω ενδιαφέρον να διαβάζει κανείς τις θεωρητικές σκέψεις πάνω στη γραφή δημιουργών που έχουν πλέον καταξιωθεί (σκέφτομαι, για παράδειγμα, αυτή τη στιγμή τον Κούντερα). Αλλά έχει  μπορεί και περισσότερο ενδιαφέρον να παρακολουθείς τις ίδιες αυτές σκέψεις, έτσι όπως είχαν σχηματιστεί στο νου ενός ανθρώπου που επρόκειτο να γίνει πεζογράφος.
Πέρα από τις σκέψεις και τις θεωρητικές προσεγγίσεις και μιας και τούτο το βιβλίο δεν αποποιείται εντελώς μια μυθιστορηματική οντότητα, θα πρέπει να τονίσουμε την δεξιοτεχνία του ‘Ωστερ να συγκινεί χωρίς μελοδραματισμό, να αναλύει με τρόπους ασυνήθιστους, να φέρνει στην επιφάνεια τη λεπτομέρεια και με τη δική της βοήθεια να συνθέτει το όλον.

Όλα όσα ο αναγνώστης των μετέπειτα έργων του θα συναντήσει και θα εκτιμήσει.

Πρώτη δημοσίευση: http://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/4610-epinoisi-monax

10.12.15

Φόβος Κανένας


Γιάννης Φαρσάρης
"Φόβος Κανένας"
Εκδόσεις OpenBook


Μια ανήσυχη παρουσία στο χώρο της λογοτεχνίας μας είναι ο Γιάννη Φαρσάρης.
Με σπουδές στην Επιστήμη των Υπολογιστών, αλλά με ατόφιο πάθος για την λογοτεχνική ενσάρκωση των ανθρώπινων παθών, αναζητά ένα τρόπο κατάθεσης όχι μόνο (και τόσο) προσωπικής του συγγραφικής ταυτότητας, όσο μιας μεθόδου πλησιάσματος  της έκδοσης ενός έργου σε πλατύτερο κοινό.
Και βέβαια γι αυτήν την επιθυμία του, έχει στραφεί στις γνώσεις που οι σπουδές του παρέχουν και να που ίσως να είναι ο πρώτος έλληνας συγγραφέας που με πλήρη τεχνική επάρκεια, αλλά και ιδεολογική συνέπεια εφαρμόζει τις δυνατότητες που το διαδίκτυο προσφέρει στην διακίνηση ενός λογοτεχνικού έργου.
Η συλλογή αυτή μικρών διηγημάτων ενώ διανέμεται ελεύθερα στο διαδίκτυο με τη μορφή ψηφιακού βιβλίου, παράλληλα έχει κυκλοφορήσει και με την ΄παλιά' κλασική μορφή του έντυπου βιβλίου. Το πείραμα έχει κι από άλλους υλοποιηθεί.
Μόνο που στην περίπτωση του "Φόβος Κανένας" ο Φαρσάρης θέλησε να αναζητήσει κάτι πιο νέο, κάτι περισσότερο συλλογικό.
Κι έτσι βρήκε χρηματοδότες της έκδοσης, με τη μέθοδο της συλλογικής μικροχρηματοδότησης. Με λόγια πιο απλά κάποιοι άνθρωποι τον εμπιστεύθηκαν και δώσανε ένα μικρό ποσό ο καθένας, προαγοράζοντας λίγα αντίτυπα. Με το σύνολο αυτών των χρημάτων έγινε η έκδοση.
Στην έντυπη μορφή του το βιβλίο θα διατεθεί δωρεάν σε δανειστικές και ανταλλακτικές βιβλιοθήκες.
Ενδιαφέρον πείραμα που ανιχνεύει κι αυτό πιθανές νέες μορφές έκδοσης και διακίνησης της λογοτεχνίας. Μετατρέπει -τολμώ να υποθέσω- την ατομική πράξη τόσο της συγγραφής, όσο και της ανάγνωσης, σε μια συλλογική υπόθεση.
Ως προς το περιεχόμενο, ο Φαρσάρης έγραψε μικρά διηγήματα, που το καθένα προσπαθεί να φωτίσει με τρόπο παράδοξο καθημερινά γεγονότα.
Η συντομία έρχεται να ταυτιστεί με την ανάγκη ύπαρξης σύντομων κειμένων σε διαδικτυακές αναρτήσεις, αλλά παράλληλα και να αποδείξει πως και μέσα στη συντομία μπορεί να ανακαλύψει ο αναγνώστης λογοτεχνική ποιότητα.
Ο απρόοπτος αυτός φωτισμός υπονομεύει μια κατεστημένη αντίληψη για τις κοινωνικές και διαπροσωπικές σχέσεις. Ο συγγραφέας συχνά σαρκάζει, συχνά θρηνεί. Συνεχώς προσπαθεί να αρπάξει τον αναγνώστη του και να τον μεταφέρει από την μακαριότητα του 'έτσι είναι' στην ανήσυχη κατάσταση του 'ίσως είναι κι έτσι'.
Όλα τα κείμενα  -29 όλα κι όλα- μπορεί κανείς να πει πως δεν έχουν την ίδια ευθυβολία. Μα όλα τους διαθέτουν αυτά τα χαρακτηριστικά  -τον σαρκασμό, την ανατροπή και την επανατοποθέτηση- κι έτσι στο σύνολό της η συλλογή κερδίζει το στοίχημα που έχει βάλει -υποθέτω- με τον εαυτό της. Να θυμίσει πως η ζωή μας άλλοτε είναι ευτράπελη κι άλλοτε τραγική. Και πως πέρα από το πως κυκλοφορεί ένα κείμενο, παραμένει πάντα ένα ευαίσθητο εργαλείο κατανόησης των άλλων, μα και του εαυτού μας.
"Επειδή δεν πίστευα στα όνειρα, το όνειρο δεν πραγματοποιήθηκε..." γράφει ο Φαρσάρης σ' ένα από τα  διηγήματα. Και έτσι μας φανερώνει τις προθέσεις του - "Από εκείνη τη στιγμή άρχισα να πιστεύω στα όνειρα" προσθέτει.