2.9.26
Θωμάς Κοροβίνης -οι τρεις πλευρές μιας ιδιαιτερότητας
Όταν αποφασίζει κανείς να γράψει για τον Θωμά Κοροβίνη και το έργο του, βρίσκεται από την αρχή μπροστά σε μια μικρή δυσκολία, όχι βέβαια γιατί δεν υπάρχουν αρκετά πράγματα για να σημειώσει γι’ αυτόν, αλλά μάλλον για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: επειδή υπάρχουν πολλά και, κυρίως, επειδή αυτά τα πολλά μοιάζουν, με μια πρώτη ματιά τουλάχιστον, να ανήκουν σε διαφορετικές περιοχές, να απαιτούν διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης και, ίσως, να μας προτρέπουν να μιλήσουμε για τρεις διαφορετικούς δημιουργούς.
Γιατί πώς ακριβώς να τον συστήσει κανείς; Ως συγγραφέα, ασφαλώς, με ένα πεζογραφικό έργο που εδώ και χρόνια έχει καταθέσει τη δική του, ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη φωνή στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία· ως τραγουδοποιό και τραγουδιστή, επίσης, έναν άνθρωπο που δεν αγαπά απλώς το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι αλλά το γνωρίζει πολύ καλά και από μέσα, το υπηρετεί και το συνεχίζει· ή, τέλος, ως μελετητή εκείνου του ευρύτερου λαϊκού πολιτισμού —ελληνικού, τουρκικού, μικρασιατικού, οθωμανικού— που επί αιώνες γεννούσε τρόπους ζωής, μουσικές, ιστορίες, παροιμίες και λέξεις, συχνά χωρίς να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα σύνορα που αργότερα κάποιοι θέλησαν να χαράξουν και να διαχωρίσουν ανθρώπους με κοινά βιώματα;
Ναι, έτσι είναι. Κι όμως από την άλλη νομίζω πως αν επιχειρήσουμε να χωρίσουμε τον Θωμά Κοροβίνη σε αυτές τις τρεις ιδιότητες, θα έχουμε κάνει ένα λάθος, γιατί στην περίπτωσή του δεν έχουμε τρεις διαφορετικές δραστηριότητες ενός πολύπλευρου ανθρώπου, αλλά μία και μόνη ιδιότητα που διαθέτει τρία πρόσωπα, τρεις διαφορετικούς τρόπους έκφρασης, τρεις δρόμους που ξεκινούν —ή, ίσως σωστότερα, επιστρέφουν— στο ίδιο πάντα σημείο.
Και αυτό το σημείο είναι ο λαϊκός άνθρωπος και τα έργα του -τα τοτινά, τα σημερινά… Ίσως και τα μελλούμενα.
Ο λαϊκός άνθρωπος όχι ως αφηρημένη κοινωνιολογική κατηγορία, αλλά ως συγκεκριμένη παρουσία, με τη γλώσσα του και τις χειρονομίες του, με τα τραγούδια και τις προκαταλήψεις του, με τις μικρές του σοφίες και τις μεγάλες του πλάνες, με τους έρωτες, τους καημούς, τις ήττες του, με όλα εκείνα, τέλος πάντων, που δεν καταγράφονται συνήθως στην επίσημη Ιστορία αλλά που, αν λείψουν, η Ιστορία παύει να είναι ιστορία ανθρώπων.
Αν διατρέξει κανείς τα ερευνητικά βιβλία του Κοροβίνη —τις *Τουρκικές παροιμίες*, τους *Ασίκηδες*, τους *Ζεϊμπέκους της Μικράς Ασίας*— θα διαπιστώσει πως πίσω από την τεκμηρίωση, πίσω από τη γνώση και την έρευνα, που βεβαίως υπάρχουν και μάλιστα με τη σοβαρότητα του ανθρώπου που ξέρει καλά το αντικείμενό του, υπάρχει και κάτι ακόμη, ίσως περισσότερο προσωπικό και γι’ αυτό περισσότερο ουσιαστικό: μια βαθιά έλξη προς τον άνθρωπο που δεν κατέγραψε ο ίδιος την ιστορία του, που δεν άφησε πίσω του αρχεία και επίσημα τεκμήρια, αλλά άφησε κάτι άλλο, λιγότερο επίσημο και ίσως γι’ αυτό περισσότερο ζωντανό — παροιμίες, τραγούδια, ιστορίες, θρύλους και, πάνω απ’ όλα, λέξεις.
Ιδιαίτερη σημασία, από αυτή την άποψη, νομίζω πως έχει η ενασχόλησή του με χαρακτηριστικές ομάδες ανθρώπων της Ανατολίας, όπως για παράδειγμα με τους ασίκηδες, αυτούς τους περιπλανώμενους λαϊκούς ποιητές και τραγουδιστές της Ανατολίας, ακριβώς γιατί ο ασίκης δεν γνωρίζει —και ίσως δεν έχει καν λόγο να γνωρίζει— τα σύνορα που εμείς αργότερα θελήσαμε να χαράξουμε ανάμεσα στις τέχνες: είναι μαζί ποιητής και μουσικός, δημιουργός και ερμηνευτής, φορέας μιας παράδοσης αλλά ταυτόχρονα και ανανεωτής της, κάποιος δηλαδή που παραλαμβάνει τη μνήμη των προηγούμενων, την περνά μέσα από τη δική του προσωπικότητα και ύστερα την παραδίδει στους επόμενους έχοντας προσθέσει σε αυτήν τη δική του φωνή.
Μα κάτι τέτοιο γίνεται να μη σκεφτώ πως αυτή η λειτουργία του ασίκη υπάρχει και στον ίδιο τον Κοροβίνη;
Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι έζησε επί χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, ούτε ότι ασχολήθηκε τόσο συστηματικά με τον ελληνικό και τον τουρκικό λαϊκό πολιτισμό και, κυρίως, με τις σχέσεις τους, γιατί εκείνο που φαίνεται να τον ενδιαφέρει — ένα από τα ουσιαστικότερα στοιχεία της στάσης του— δεν είναι η υποτιθέμενη καθαρότητα μιας παράδοσης, αλλά ακριβώς το αντίθετο: οι συναντήσεις, οι προσμείξεις, οι μετακινήσεις, οι αμοιβαίοι δανεισμοί, εκείνα τα ασαφή σημεία όπου δυσκολεύεσαι πια να αποφασίσεις πού τελειώνει ο ένας πολιτισμός και πού αρχίζει ο άλλος, επειδή ο ένας έχει αφήσει, μέσα στους αιώνες, κάτι από τον εαυτό του μέσα στον άλλον.
Και κάπου εδώ συναντώ τον τραγουδιστή, ή μάλλον αντιλαμβάνομαι πως οι δυο ιδιότητες ποτέ δεν υπήρξαν πραγματικά χωρισμένοι.
Γιατί ο Κοροβίνης δεν μελετά το λαϊκό τραγούδι σαν ένα αντικείμενο κλεισμένο σε προθήκη μουσείου, κάτι που υπήρξε κάποτε, ολοκλήρωσε τον ιστορικό του κύκλο και τώρα μπορούμε απλώς να το καταγράψουμε και να το ταξινομήσουμε· το τραγουδά ο ίδιος, μπαίνει μέσα του, το αφήνει να περάσει από τη δική του φωνή και, ως συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής —αλλά και ως βαθύς γνώστης του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού— το αντιμετωπίζει όχι ως κάτι τελειωμένο αλλά ως κάτι που εξακολουθεί να συμβαίνει, ακριβώς επειδή εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ανάγκη να πουν μέσα από ένα τραγούδι όσα ο καθημερινός λόγος δεν επαρκεί για να εκφράσει.
Και τότε εμφανίζεται το τρίτο πρόσωπο, ο πεζογράφος, μόνο που κι αυτός, αν το σκεφτούμε καλύτερα, δεν κάνει κάτι ουσιαστικά διαφορετικό.
Στα πεζογραφήματά του ο Κοροβίνης στρέφει επίμονα το βλέμμα του προς ανθρώπους που συνήθως βρίσκονται λίγο έξω από το επίσημο κάδρο, ανθρώπους του περιθωρίου, της πιάτσας, της νύχτας, του λαϊκού τραγουδιού, πρόσφυγες και ξεριζωμένους, ταπεινούς και ιδιόρρυθμους, πληγωμένους ή κάποτε και επικίνδυνους, ανθρώπους πάντως που μπορεί να μη διαθέτουν κοινωνικό κύρος, διαθέτουν όμως κάτι που τον Κοροβίνη φαίνεται να τον ενδιαφέρει πολύ περισσότερο: διαθέτουν μια δική τους φωνή και, μαζί με αυτήν, έναν δικό τους τρόπο να υπάρχουν μέσα στον κόσμο. Αλλά, μαζί με αυτούς τους -ας τους πούμε ανώνυμους- ο Κοροβίνης έχει πλησιάσει -θέλοντας να τους κατανοήσει σε πολύ προσωπικές, ιδιωτικές στιγμές- και κάποιους επώνυμους. Τον Καβάφη, για παράδειγμα, τον Ανδρούτσο, μα και τον Παπαδιαμάντη. Αλλά και από αυτούς ζητά να βγάλουν το επίσημο ένδυμα , το προσωπείο με το οποίο μας είναι γνωστοί και τους πείθει να καθίσουν δίπλα του γυμνοί και να του εξομολογηθούν τις μύχιες σκέψεις και συναισθήματά τους -ακριβώς σαν να είναι απλοί άνθρωποι και όχι ογκόλιθοι της Τέχνης και διαμορφωτές της Ιστορίας.
Κι έτσι φωτίζεται ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της πεζογραφίας του, που είναι βεβαίως η γλώσσα του — μια γλώσσα εξαιρετικά δουλεμένη, κάτι που έχει σημασία να το τονίσουμε, γιατί η έντονη παρουσία του λαϊκού λεξιλογίου, η αμεσότητα και ο προφορικός της ρυθμός μπορούν κάποτε να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση μιας αυθόρμητης γραφής, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Πίσω από αυτή την προφορικότητα υπάρχει μεγάλη επεξεργασία, υπάρχει γνώση της γλώσσας -βαθιά η φιλολογική παιδεία του. Υπάρχει ακόμα η αίσθηση της ιστορίας και της διαδρομής των λέξεων, υπάρχει όμως ταυτόχρονα —και ίσως αυτό είναι κάτι που καμιά φιλολογική κατάρτιση από μόνη της δεν μπορεί να προσφέρει— το αυτί, η ικανότητα δηλαδή να ακούς όχι μόνο τι λένε οι άνθρωποι αλλά και πώς το λένε, ποια λέξη επιλέγουν, πού σταματούν, πώς η κοινωνική τους καταγωγή, η ηλικία, η εμπειρία, κάποτε ακόμη και οι ήττες τους, έχουν εγκατασταθεί μέσα στον τρόπο που μιλούν.
Ο Κοροβίνης ξέρει να ακούει τους ανθρώπους και, κυρίως, ξέρει να μεταφέρει αυτή την ομιλία στη λογοτεχνία χωρίς να τη μετατρέπει σε φολκλόρ, κι έτσι η λαϊκή λέξη μπορεί να σταθεί δίπλα στη λόγια, η παροιμία δίπλα στη φιλολογική αναφορά, η αργκό και το ιδίωμα δίπλα στην τουρκική λέξη που πέρασε στα ελληνικά και έζησε μέσα τους για αιώνες, η λέξη της πιάτσας δίπλα στη λέξη του τραγουδιού, όχι επειδή ο συγγραφέας επιθυμεί να επιδείξει τον γλωσσικό του πλούτο αλλά επειδή γνωρίζει πως οι άνθρωποι που τα πάθη τους αφηγείται έχουν ανάγκη από τη δική τους γλώσσα για να υπάρξουν πραγματικά μέσα στο έργο του.
Οπότε επιστρέφω σε εκείνο από το οποίο ξεκίνησα: δεν μπορώ να δω χωριστά τον Κοροβίνη που μελετά τους ασίκηδες από τον Κοροβίνη που τραγουδά ένα ρεμπέτικο, όπως δεν μπορώ να δω κανέναν από τους δύο χωριστά από τον Κοροβίνη που γράφει ένα μυθιστόρημα, γιατί και οι τρεις σκύβουν πάνω από την ίδια πηγή, που δεν είναι άλλη από τη λαϊκή μνήμη. Όχι όμως ως γραφικότητα, ούτε ως μια νοσταλγική επιστροφή σε έναν κόσμο που χάθηκε —άλλωστε προσωπικά και από όσο τον γνωρίζω κάτι τέτοιο δεν το πιστεύει καθόλου— αλλά ως ζωντανή και επίκαιρη λαϊκότητα, ως έναν τρόπο να αναζητήσει κανείς την καταγωγή του σημερινού ανθρώπου και, μέσα από αυτήν, να αναρωτηθεί από πού έρχονται οι λέξεις μας και τα τραγούδια μας, από πού έρχονται οι φόβοι, οι επιθυμίες και οι προκαταλήψεις μας, οι έρωτες και οι χειρονομίες μας, όλα εκείνα δηλαδή που θεωρούμε τόσο αυτονόητα δικά μας, ενώ συχνά κουβαλούν μέσα τους ζωές ανθρώπων που έζησαν πολύ πριν από εμάς. Που πάσχισαν και μάθανε στον τόπο μας όσο και σε άλλους τόπους.
Ίσως, λοιπόν, αυτό να είναι το νήμα που ενώνει ολόκληρο το έργο του Θωμά Κοροβίνη: ο μελετητής αναζητά από πού ερχόμαστε, ο τραγουδιστής κρατά ζωντανό κάτι από εκείνο που μας έφερε ως εδώ και ο συγγραφέας αναρωτιέται τι απέγινε εκείνος ο παλιός άνθρωπος μέσα στον σημερινό — τρεις διαφορετικές εκφράσεις μιας ενιαίας στάσης, τρία πρόσωπα που, όσο περισσότερο τα παρατηρείς, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι πως ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο.
Γιατί ο άνθρωπος για τον οποίο μιλά ο Κοροβίνης δεν είναι ένας γραφικός τύπος του παρελθόντος, ένα έκθεμα που οφείλουμε να διαφυλάξουμε επειδή μας συγκινεί η παλαιότητά του ή το έργο που μας κληροδοτήθηκε, αλλά είναι, σε μεγάλο βαθμό, η καταγωγή μας· και κάτω από τη σημερινή, περισσότερο ομογενοποιημένη γλώσσα μας, κάτω από τις καινούργιες συνήθειες και τους σύγχρονους τρόπους ζωής, εξακολουθούν να υπάρχουν εκείνες οι παλιές λέξεις, οι παλιές μουσικές και οι παλιές αφηγήσεις, εξακολουθεί να υπάρχει ο άνθρωπος που κάποτε τραγούδησε για να πει τον καημό του, που έφτιαξε μια παροιμία για να συμπυκνώσει την πείρα του, που αφηγήθηκε μια ιστορία επειδή αισθάνθηκε —ίσως χωρίς καν να μπορεί να το διατυπώσει— ότι κάτι θα χανόταν αν δεν την αφηγούνταν.
Αυτόν τον άνθρωπο ο Θωμάς Κοροβίνης αναζητά χρόνια τώρα, άλλοτε συναντώντας τον μέσα στις παραδόσεις και στα ίχνη που εκείνος άφησε πίσω του, άλλοτε δίνοντάς του ή ξαναδίνοντάς του μια μελωδία και άλλοτε προσφέροντάς του μια θέση μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου· και γι’ αυτό ίσως, τελικά, ο συγγραφέας, ο τραγουδιστής και ο μελετητής δεν κάνουν τρία διαφορετικά πράγματα αλλά ένα και μόνο: διασώζουν μια φωνή πριν αυτή σωπάσει — και, διασώζοντάς την, μας θυμίζουν κάτι από τη δική μας καταγωγή.
Fractal 2/9/2026
(1670 λέξεις)
Subscribe to:
Post Comments (Atom)

No comments:
Post a Comment