20.10.12

Χειμωνιάτικη πόλη



Καιρό το είχα το μικρό αυτό βιβλίο -γύρω στις 110 είναι οι σελίδες του- στη βιβλιοθήκη μου.

Θυμάμαι πως το είχα διαλέξει όταν πήγα να αλλάξω ένα λεύκωμα που μου είχαν κάνει δώρο.
Στο βιβλιοπωλείο δεν υπήρχαν οι δυο, τρεις τίτλοι που είχα κατά νου να πάρω κι έτσι άρχισα να ψάχνω στα ράφια του για να ανακαλύψω κάποια άλλα μυθιστορήματα που τυχόν θα με ενδιέφεραν.
Ο τίτλος ήταν το πρώτο στοιχείο που τράβηξε την προσοχή μου -"Χειμωνιάτικη πόλη". Όπως και να το δει κανείς είναι τίτλος που σου δημιουργεί τη διάθεση να αφεθείς σε μια υπόγεια διαδρομή.
Μετά ήταν ο εκδότης του. Οι "Ροές" είναι ένα μικρός εκδοτικός οίκος -και μου αρέσει να υποστηρίζω τους μικρούς σε κάθε κοινωνική, καλλιτεχνική, εμπορική απόφασή μου.
Κι άλλωστε η φίλη και καλή ποιήτρια και συγγραφέας παιδικών ιστοριών Παυλίνα Παμπούδη, κάπου εκεί μέσα στις "Ροές" κατοικοεδρεύει.
Και βέβαια ήταν το θέμα του -η ζήλια μέσα στο γάμο. Έχω κι εγώ ασχοληθεί με αυτό το θέμα. Το τελευταίο μυθιστόρημά μου που, μέχρι τα τώρα, κυκλοφόρησε, το "Λεβάντα της Άτκινσον" με ένα τέτοιο θέμα ασχολείται.
Άρα μου κέντρισε το ενδιαφέρον να δω πως το ίδιο αυτό θέμα το χειρίζεται ένας συγγραφέας από τον μακρινό Ισημερινό (κάποτε αυτή τη χώρα, στα επιτραπέζια παιχνίδια της παιδικής μου ηλικίας, τη λέγανε Εκουαντόρ). Και μάλιστα ένας συγγραφέας σχεδόν συνομήλικός μου.
"Η προέλευση του βιβλίου ενέχει στοιχεία εξωτισμού" σημείωνε ο Νίκος Βατόπουλος στην κριτική που είχε δημοσιεύσει στην Καθημερινή.
Αλλά στο τέλος θα ομολογήσει πως "Είναι μια κανονική ιστορία με κανονικούς ήρωες"
Κι έτσι είναι.
Ό,τι περιγράφεται μέσα στο μυθιστόρημα όχι μόνο έχει μια διαχρονική επικαιρότητα, αλλά παραπέμπει σε αυτά που κι εμείς, εδώ, στον ευρωπαϊκό νότο, ζούμε... Ζούμε ή αν θέτε ζήσαμε. Σκεφτόμαστε ή αν θέτε σκεφτήκαμε. Αντιμετωπίζουμε ή αν θέτε αντιμετωπίσαμε.
Η δεκαετία του '70 στον Ισημερινό, πόσο μοιάζει με τη δική μας δεκαετία του '90.
Κι αν είχε διαβάσει κανείς το τι έγινε μετά το '70 στον Ισημερινό, θα μπορούσε ίσως να μάντευε το τι θα συνέβαινε στην Ελλάδα του 2000.
Ένα από τα πράγματα που με γοητεύουν στη λογοτεχνία, είναι κι αυτό...
Πίσω από μια ιστορία οικογενειακής ζήλιας, να ανακαλύπτεις πολιτικές αποφάσεις και κοινωνικές αναταράξεις.
Το μυθιστόρημα μου άρεσε. Αλλά μου μένει πάντα μια νοσταλγία... Το Εκουαντόρ των επιτραπέζιων παιχνιδιών της παιδικής μου ηλικίας, δεν επιστρέφει πια.
Στη θέση του μια άλλη γοητευτική ονομασία -Χειμωνιάτικη πόλη.
Αλλά - το ξέρω και το αποδέχομαι- όλες οι γοητείες δεν είναι ίδιες.
Τι κρίμα!

14.10.12

Με στοιχεία κοσμοπολιτισμού – η περίπτωση του Δημήτρη Στεφανάκη



Κάθε άνθρωπος έχει μια καταγωγή και μια ταυτότητα.

Κάθε συγγραφέας το ίδιο.
Καταγωγή του είναι η χώρα όπου ζήσανε εκείνοι οι συγγραφείς που τον μεγαλώσανε. Ίσως η ίδια με αυτήν που θα ζήσουν όσοι νέοι συγγραφείς θα μεγαλώσουν από τα δικά του έργα.
Η ταυτότητα ενός συγγραφέα είναι οι εμμονές του.
Ίσως ακουστεί ως μια ρήση αρκούντως περίεργη έως και εξεζητημένη. Αλλά εγώ πιστεύω πως ο κάθε συγγραφέας άσχετα κι αν έχει γράψει πολλά ή λίγα βιβλία, στην ουσία πάντα ένα βιβλίο γράφει, πάντα μια ή έστω δυο είναι οι συγγραφικές εμμονές του.
Οι συγγραφικές εμμονές είναι τα αποτυπώματα των συγγραφέων. Η ταυτότητά τους. Με αυτήν ξεκινά και με αυτήν πεθαίνει.
Κι όμως, την ίδια ώρα που λέω αυτές τις απόψεις, είμαι μπροστά στην πρόκληση να παρουσιάσω το στίγμα, το αποτύπωμα, την ταυτότητα ενός συγγραφέα που δείχνουν να μη φανερώθηκαν από το πρώτο ή και το δεύτερο έστω βιβλίο του.
Για τον Δημήτρη Στεφανάκη, μιλώ.
Επτά μέχρι τώρα τα βιβλία του.
Όλα μυθιστορήματα –να ένα πρώτο στοιχείο του προσωπικού του αποτυπώματος. Μυθιστοριογράφος.
Και μάλιστα, όχι μυθιστοριογράφος γιατί αυτά που γράφει απλώνονται σε πολλές σελίδες. Αλλά κυρίως γιατί πλησιάζουν με σύνθετο τρόπο θέματα και χαρακτήρες.
Στο σύνολο των νέων ελλήνων μυθιστοριογράφων εντάσσεται, λοιπόν, ο Στεφανάκης.
Πριν όμως θελήσουμε να δούμε με ποιους ίσως άλλους συγγραφείς συνδέεται, από ποιους κατάγεται, ας δούμε από λίγο πιο κοντά τα δικά του χαρακτηριστικά.
Ομολογώ πως ο Δημήτρης Στεφανάκης ενώ από το πρώτο του κιόλας μυθιστόρημα έδειξε τη στόφα του μυθιστοριογράφου ότι κατέχει, αν δούμε σήμερα τα πρώτα του έργα –και κυρίως τα τρία πρώτα, θα πρέπει να σημειώσουμε πως το προσωπικό του στίγμα δεν είναι τόσο απτό.
Ναι κυκλοφορεί σε χώρους φορτισμένους –πόλη σαν την Αθήνα, νησί όπως η Μύκονος, γειτονιά σταμπαρισμένη από μνήμες εφηβείας- και –ναι!- κάποιοι από τους χαρακτήρες τους δείχνουν μια έντονη αρρενωπότητα αν είναι άντρες ή μια έντονη θηλυκότητα αν είναι γυναίκες, αλλά…
Λοιπόν, είναι παράξενο και – σε σχέση με το σημερινό εντόνως συγκεκριμένο συγγραφικό προφίλ του Στεφανάκη- μη ερμηνεύσιμο, αλλά τα τρία του πρώτα έργα δεν έχουν μεταξύ τους πολλά κοινά στοιχεία ούτε στη θεματική, μήτε στο χώρο.
Ή μάλλον έχουν κάτι κοινό. Μια δισταχτικότητα… Μια προσπάθεια αναζήτησης –κάπως έτσι προτιμώ να το διατυπώσω- του προσωπικού συγγραφικού αποτυπώματος.
Από το τέταρτο και μετά βιβλίο, το στίγμα αρχίζει να διαφαίνεται. Πιο σωστά θεμελιώνεται. Ακόμα πιο σωστά -επιτίθεται.
Ναι, επτά χρόνια μετά από την κυκλοφορία του πρώτου μυθιστορήματος και μόλις τρία από την εμφάνιση του τρίτου, το τέταρτο μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη, φωτίζει δυνατά μια συγγραφική ταυτότητα –πρόκειται για το «Μέρες Αλεξάνδρειας».
Ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο αυτό.
Η κοσμοπολίτικη ματιά και ο έντονος, συχνά αμοραλιστικός και πάντα ιδιαιτέρως ερωτικός, χαρακτήρας του κεντρικού προσώπου.
Θα ακολουθήσει το «Συλλαβίζοντας το Καλοκαίρι», όπου ο Στεφανάκης λες και θέλει να δει αν μπορεί να πειραματιστεί με ότι θεμελίωσε στις «Μέρες Αλεξάνδρειας», και χρησιμοποιεί ως ήρωά του ένας υπαρκτό πρόσωπο –θρύλο του πρόσφατου λογοτεχνικού παρελθόντος και τον πηγαίνει με ανορθόδοξο τρόπο στη Μύκονο (νησί που και σε προηγούμενο έργο του είχε ο ίδιος καταφύγει). Ο Καμύ και η Μύκονος κυριαρχούν στο έργο –έργο απρόσμενα ευφάνταστο- αλλά προσωπικά πιστεύω πως ο Στεφανάκης πολύ γρήγορα διαπίστωσε το αδιέξοδο που το εγχείρημά του αυτό δημιουργούσε. Ο σουρεαλισμός ή με άλλη διατύπωση ο φανταστικός ρεαλισμός δεν μπορούν να υπηρετήσουν τα οράματά του.
Και κάτω από μια τέτοια διαπίστωση ίσως να ξαφνιάστηκε, θα αποπροσανατολίστηκε και έτσι καταφεύγει σε ένα άλλο εμβόλιμο αρσενικό πρόσωπο της ιστορίας –τον Λεωνίδα- και γράφει ένα υπαρξιακών ανιχνεύσεων και ιδιότυπα αντιηρωικό μυθιστόρημα.
Όμως, το συμπαγές αρρενωπό που εκφράζει η προσωπικότητα του σπαρτιάτη βασιλιά δεν νομίζω πως μπορούσε να βοηθήσει τον Στεφανάκη να εδραιώσει μήτε το κοσμοπολίτικο στοιχείο, μήτε και τον έντονο αρσενικό ερωτισμό που σαφέστατα είχε αρχίσει να στοιχειώνει τη γραφή και τους αναγνώστες του.
Αλλά ο Στεφανάκης είναι ένας έξυπνος συγγραφέας. Μαθαίνει από τις διαδρομές που δεν τον έφεραν στο ποθούμενο αποτέλεσμα. Κι έτσι έρχεται, επανέρχεται πιο σωστά στο δρόμο της Αλεξάνδρειας και μας χαρίζει το «Φιλμ Νουάρ» κι ένα επίσης ιστορικής προέλευσης μυθιστορηματικό χαρακτήρα* τον Βασίλειο Ζαχάρωφ.
Τώρα το κοσμοπολίτικο στοιχείο ξεκινά από τη πόλη – σύμβολό του. Και ο μυθιστορηματικός χρόνος κυλά πάνω στα μονοπάτια του τέλους και της αρχής δυο κοσμοπολίτικων αιώνων.
Με βάση στέρεη της μιας εμμονής μου, μπορεί και βιογραφεί με μυθιστορηματική ελευθερία το τύπο του αρσενικού που τόσο τον ελκύει –η δεύτερη συγγραφική εμμονή συμπρωταγωνιστεί.
Δεν είναι στόχος αυτού του σημειώματος η αναλυτική αναφορά μήτε στο «Μέρες Αλεξάνδρειας», μήτε και στο «Φιλμ Νουάρ».
Εδώ προσπαθώ να ανιχνεύσω το σημείο στο οποίο στέκεται ένας σύγχρονος έλληνας συγγραφέας –ο Δημήτρης Στεφανάκης.
Αν βασιζόμουνα στα επτά μέχρι σήμερα μυθιστορήματά του θα εξέφραζα μια ερώτηση –Ποιο μπορεί να είναι το όγδοο;
Ο Καμύ, ο Λεωνίδας και ο Βασίλειος Ζαχάρωφ είναι πολύ δυνατές προσωπικότητες, αλλά και τόσο διαφορετικές μεταξύ τους που πώς να υποψιαστεί κανείς ποιος από τους τρεις θα είναι εκείνος που θα εξαναγκάσει το συγγραφέα να επιλέξει το μελλοντικό του ήρωα;
Αλλά αν βασιστώ στον τρόπο που ο ίδιος ο συγγραφέας δείχνει την προτίμησή του σε δυο από τα επτά του μυθιστορήματα , τότε αισθάνομαι μια σιγουριά όταν καταθέτω την υπόνοια πως ο Δημήτρης Στεφανάκης μπορεί να είναι ένα νέος Τάσος Αθανασιάδης –οι «Πανθέοι» αυτού του συγγραφέα περιέγραψαν την ελληνική ιστορία και κοινωνία με μια τάση κοσμοπολιτισμού- αλλά και ένας μακρινός, έστω, συνεχιστής της ματιάς του Καραγάτση –αξίζει να σκεφτούμε κάποια στιγμή
τις αναλογίες του Γιούγκερμαν με τον Ζαχάρωφ.
Δεν ξέρω αν το σκέφτηκε κανείς, αλλά εγώ θεωρώ πως με τη δική του Αλεξάνδρεια ο Στεφανάκης δε συνέχισε την ιστορία της πόλης από εκεί που την άφησε ο Τσίρκας. Αλλά ούτε και συγγένειες μπορώ να βρω με την τριλογία του Θέμελη.
Ο δημιουργός της «Λέσχης» έχει διαφορετικές πολιτικές αναζητήσεις και ο συγγραφέας της «Αναζήτησης» γράφει ως βαλκάνιος συγγραφέας. Και βέβαια, απέχει η ματιά του Στεφανάκη από αυτήν του Ισίδωρου Ζουργού.
Ο Ζουργός περιγράφει το ελληνικό πάθος έχοντας επιλέξει να σταθεί σε ελληνικό τόπο. Ο Στεφανάκης το ίδιο αν θέλετε πάθος περιγράφει, αλλά δέστε τον, τόπο εκτός ελληνικής επικράτειας έχει αυτός διαλέξει.
Μα μήπως λέγοντας κοσμοπολίτικη ματιά, κάτι τέτοιο δε θέλουμε να περιγράψουμε;
Η γραφή του Δημήτρη Στεφανάκη –στέρεη και κλασική- δεν προτείνει μια άλλη ανάγνωση της ιστορίας. Προτείνει μια πλέον ανοιχτή προσέγγισή της. Κι αυτό είναι ένα ακόμα στοιχείο κοσμοπολιτισμού.


Τα βιβλία του Δημήτρη Στεφανάκη
Φρούτα εποχής, 2000
Λέγε με Καΐρα, 2002
Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, 2004
Μέρες Αλεξάνδρειας, 2007
Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι, 2009
Θα πολεμάς με τους θεούς, 2010
Φιλμ νουάρ, 2012

11.10.12

Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο




Έχω γράψει πάνω από 60 βιβλία. Και πιστέψτε με, το καθένα από αυτά σηματοδοτεί μια μεγάλη στιγμή της ζωής μου. Στιγμή δημιουργίας.
Αλλά δεν μπορώ παρά να ξεχωρίσω κάποια, για κάποιους πολύ ειδικούς λόγους.
Μιλώ για τα βιβλία μου εκείνα με τα οποία αποχαιρέτησα ή υποδέχτηκα πρόσωπα σημαντικά στη ζωή μου.
Αποχαιρέτησα με βιβλία τον πατέρα και τη μητέρα μου, έναν καλό φίλο.
Υποδέχτηκα στη ζωή μου και πάλι με βιβλία τη σύντροφό μου, τα δυο παιδιά μου... Τον εγγονό μου τώρα.
Με τούτη εδώ την ιστορία που έγραψα, οι ήρωες των βιβλίων μου υποδέχονται ένα νέο τους σύντροφο.
Είναι μια ιστορία απλή, μα και τόσο ασυνήθιστη.
Γιατί -όπως λέω και στην αφιέρωση: Με τις ιστορίες ποτέ δεν πρέπει να είναι κανείς σίγουρος* παίζουν διάφορα παιχνίδια...
Ας είναι...
Όπως και κάποτε, πριν από χρόνια, έτσι και μέσα στο βιβλίο αυτό όλα ξεκινάνε...
Παραμονές Χριστουγέννων και ο επτάχρονος Μάνος στολίζει μαζί με τους γονείς του το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η μητέρα του Μάνου είναι έγκυος και ο Μάνος φοβάται πως ο ερχομός μιας αδελφούλας θα κάνει τους γονείς του να πάψουν να τον αγαπούν. Μα όταν τη μέρα της μεγάλης γιορτής θα επισκεφθεί ένα καταυλισμό προσφύγων, τότε ένα χάρτινο καραβάκι και ένα κόκκινο ποδήλατο θα του μάθουνε πως όσο πιο μεγάλη αγάπη δώσει κάποιος, τόσο πιο πολλή αγάπη θα πάρει.


Δεν είναι βιβλίο για τα Χριστούγεννα και μόνο.
Μιλά για μια στάση ζωής που στις μέρες μας δέχεται πολλές επιθέσεις.
Ίσως γι αυτό οι τόσο τρυφερές ζωγραφιές της Μυρτώς Δεληβοριά να διαθέτουν και ένα στοιχείο κοινωνικής τοποθέτησης.
Ίσως και γι αυτό κι εγώ να θελησα να συνδέσω αυτή την έκδοση με το έργο της Unicef.
Όπως και να είναι, τώρα πια... ένα καραβάκι ταξιδεύει μέσα στο χρόνο.
Καλοτάξιδο!

8.10.12

«Δε με λένε Ρεγγίνα, Άλεχ με λένε» - το mal aime μυθιστόρημα μου


Από το 1979 που κυκλοφόρησαν τα πρώτα μου βιβλία μέχρι σήμερα, έχουν περάσει 33 χρόνια κι εγώ έχω δει πάνω από 60 έργα μου να εκδίδονται.

Παραμύθια, διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά.

Άλλα για παιδιά, άλλα για νέους, άλλα για ενήλικες.

Πιστεύω πως ο κάθε συγγραφέας, ασχέτως αν έχει γράψει λίγα ή πολλά βιβλία, στην ουσία ένα μόνο θέμα συνεχώς τον απασχολεί. Λες και μόνο για ένα θέμα γράφει.

Αυτό είναι κάπως δύσκολο να το κατανοήσει ένας μέσος αναγνώστης. Και είναι ακόμα πιο δύσκολο να το δει και ένας πλέον εξειδικευμένος μελετητής της λογοτεχνίας, αν μένει στην επιφάνεια όσων κάθε φορά ένας συγγραφέας εξιστορεί και δεν προσπαθεί να βρει τον μικρό, συχνά πολύ καλά κρυμμένο πυρήνα του κάθε έργου.

Αλλά ας μην επεκταθώ σε θέματα θεωρητικά.

Μένω σε δικές μου εμπειρίες και μόνο.

Αν κοιτάξω με τάση εμβάθυνσης τα παιδικά μου βιβλία θα διαπιστώσω πως η βασική εμμονή μου που πυροδότησε την ύπαρξή τους ήταν η έννοια της ταυτότητας.

Αν στραφώ στα έργα μου που απευθύνονται σε ενήλικες, θα πρέπει να ομολογήσω πως το ερωτικό στοιχείο ως τρόπος έκφρασης του ανθρώπου υπήρξε η γενεσιουργός αφορμή να γραφούνε.

Αλλά στα μυθιστορήματά μου για νέους, η συγγραφική διάθεσή μου δεν είναι μία και μόνη. Μα δύο.

Μέσα στη δεκαετία του 1990 έγραψα τρία μυθιστορήματα για εφήβους –«Γεύση Πικραμύγδαλου», «Μάσκα στο Φεγγάρι», «Ροκ Ρεφρέν».

Τρία εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους έργα που όμως μπορώ εγώ να διαβεβαιώσω πως αυτό το κοινό που τα διαπερνά και τα έκανε να γεννηθούνε είναι η προσπάθεια του νέου ανθρώπου να εντάξει τον εαυτό του σε μια ομάδα –οικογένεια, φίλους, συναδέλφους. Να κοινωνικοποιηθεί, με άλλα λόγια.

Μέσα στα επόμενα χρόνια –από το 2000 έως σήμερα- έγραψα άλλα τρία νεανικά μυθιστορήματα –«Μια ιστορία του Φιοντόρ», «Ανίσχυρος άγγελος», «Δε με λένε Ρεγγίνα, Άλεχ με λένε»

Αν τα τρία της δεκαετίας του 90 ήταν πολυσέλιδα, αυτά είναι σαφώς ολιγοσέλιδα.

Και κάτι τέτοιο δεν θα είχε ίσως τόση σημασία αν δεν φώτιζε ακόμα πιο έντονα την μετατόπιση από την κοινωνικοποίηση στην πολιτικοποίηση.

Με ωριμότητα συγγραφική ή με ανθρώπινο θυμό, άφησα τις σύνθετες συνθέσεις και προσπάθησα να γράψω ιστορίες που μόνο με μια πολιτική ματιά μπορούν να ερμηνευθούνε.

Στο πρώτο –«Μια ιστορία του Φιοντόρ»- ασχολήθηκα με την οικονομική μετανάστευση… Προσφυγιά, πιο σωστά.

Στο δεύτερο – «Ανίσχυρος άγγελος»- στάθηκα στην ανακάλυψη της έννοιας της ευθύνης, που η ανάληψή της θα μετατρέψει τον νέο άνθρωπο από εγωκεντρικό ον σε υπεύθυνο πολίτη.

Και τα δυο αυτά έργα διακρίθηκαν. Βραβεύτηκαν και συζητήθηκαν. Σχολιάστηκαν.

Δεν έμελλε να συμβεί (προς το παρόν, τουλάχιστον;) κάτι παρόμοιο και με το τρίτο.

Το «Δε με λένε Ρεγγίνα, Άλεχ με λένε» ασχολείται με την σεξουαλική εκμετάλλευση των νέων και τοποθετεί αυτήν την κατάσταση τόσο σε ανελεύθερα καθεστώτα όσο και δημοκρατικά. Ακριβώς γιατί στο ζήτημα αυτό φαίνεται ξεκάθαρα πόσο και η δημοκρατία στην εποχή μας έχει εξασθενήσει και έχει εξαναγκασθεί να απαρνηθεί αρχές και αντιστάσεις της.

Με ένα περίεργο τρόπο, για κάποιους ανεξήγητους λόγους, το μυθιστόρημα αυτό δεν φαίνεται να θέλουν οι αναγνώστες να το αγαπήσουν.

Γιατί όμως με ξαφνιάζει μια τέτοια αντιμετώπιση;

Ξέρω πως αυτή η σιωπηλή αντιμετώπισή του δεν έχει να κάνει με τον τρόπο που το έγραψα.

Κάτι άλλο έχει συμβεί. Κάθε τι που έχει να κάνει με την υπόγεια, την βρώμικη έκφραση της σύνδεσης σεξουαλικότητάς και νέων, ως άτομα αλλά και ως κοινωνική ομάδα δε θέλουμε να το προσεγγίσουμε περισσότερο από μια καταγγελτική είδηση.

Η όποια ανάλυσή του μας κάνει να αισθανθούμε συνυπεύθυνοι περισσότερο από ότι επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να επωμιστούν.

Οι βρώμικες νύχτες στις πλατείες δεν μας αφορούν.

Τα πλάσματα που ένα σύστημα τα μετατρέπει σε εμπορεύματα δεν είναι άτομα που έχουν να κάνουν με τη δική μας ζωή, με τους δικούς μας ανθρώπους.

Κι άλλοτε μου έτυχε να δω να κυκλοφορούν έργα μου που το κοινό δεν ήταν έτοιμο να τα αποδεχτεί κι έπρεπε τόσο εκείνα όσο κι εγώ ο ίδιος να περιμένουμε να φτάσει μια πιο ώριμη στιγμή συνειδητοποίησης εκ μέρους των αναγνωστών όσων περιγράφονταν στα έργα αυτά ή όπως περιγράφονταν (κάποιες φορές και η φόρμα αφήγησης μπορεί να μην γίνεται αποδεχτή από την εποχή όπου πρωτοπαρουσιάζεται).

Με το «Δε με λένε Ρεγγίνα, Άλεχ με λένε» δεν πιστεύω πως κάτι παρόμοιο θα επαναληφθεί.

Η φόρμα του είναι απλή και περιγραφή των γεγονότων τόσο διακριτική που περισσότερη διακριτικότητα αν είχε θα έπαυε να είναι τραγική και θα γινότανε ψεύτικη.

Όχι – τούτο το μυθιστόρημα δεν θα αγαπηθεί.

Όπως δεν αγαπιέται ποτέ η αμαρτία μας. Ακόμα περισσότερο –ότι ξεσκεπάζει την κοινωνική μας υποκρισία και την πολιτική μας ανυποληψία.

23.9.12

Το αγγελόκρουσμα

Θωμάς Κοροβίνης
"Το αγγελόκρουσμα"
Η τελευταία νύχτα του κυρ-Αλέξανδρου

Εκδόσεις Άγρα



Μέσα στο καλοκαίρι που μας πέρασε ήταν όταν ο Θωμάς Κοροβίνης μας χάρισε -σε μια από τις φορές που συναντιόμαστε στην ταβέρνα της Φρόσως, στον Άγιο Λαυρέντιο Πηλίου- ένα από τα αντίτυπα του τελευταίου του βιβλίου, που μόλις του το είχε στείλει ο εκδότης.
Κάτι γι αυτό είχα ακούσει,κάτι περισσότερο μου είχε πει ο ίδιος, καθώς με αγωνία περίμενε να το κρατήσει στα χέρια του. Ήξερα πως είχε να κάνει με την τελευταία νύχτα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Το ίδιο εκείνο βράδυ ξεκίνησα να το διαβάζω. Ολιγοσέλιδο βιβλίο -όλες κι όλες 33 οι σελίδες του.
Αλλά εγώ εκείνο το βράδυ αν και το ξεκίνησα, δεν θέλησα να το τελειώσω.
Μέσα στην μποέμικη ατμόσφαιρα που κυριαρχεί στον Άγιο Λαυρέντιο τα καλοκαίρια, πως ήταν δυνατόν να μπορέσω να επικοινωνησω με τις σκέψεις ενός ετοιμοθάνατου Παπαδιαμάντη;
Το άφησα στο κομοδίνο και αποφάσισα πως στο Πήλιο κάποια στιγμή θα το διάβαζα -άλλωστε από την αυλή μου μπορώ να διακρίνω τα βουνά της Σκιάθου.
Επιστρέψαμε στην Αθήνα, μπλεχτήκαμε στις προετοιμασίες του χειμώνα, αλλά προχτές καταφέραμε να βρούμε τέσσερις μέρες ελεύθερες για να τρέξουμε πίσω, στο βουνό που φλερτάρει με τη θάλασσα και έτσι όπως οι μέρες μικραίνουν, αφήνεται στα νταχνταρντίσματα όσων στ΄ αλήθεια το αγαπούνε.
Το ολιγοσέλιδο βιβλίο πάντα στο κομοδίνο μου και αποφάσισα πως μέσα σε ένα πρωινό θα το τέλειωνα και μετά -το βραδάκι της ίδιας μέρας- καθώς θα συναντούσα το Θωμά, θα του έλεγα τη γνώμη μου, τις απόψεις μου... Πάντα πίνοντας κρασάκι στο ταβερνάκι της Φρόσως.
Και πάλι όμως δεν πρόλαβα.
Το χωριό όλο συγκλονίστηκε από τον ξαφνικό θάνατο ανθρώπου, ιδιαιτέρως αγαπητού και τόσο νέου.
Όταν βλέπεις τον θάνατο, δεν αντέχεις παράλληλα και γι αυτόν να διαβάζεις.
Πρότεινα στο Θωμά σε άλλο χωριό να συναντηθούμε, κι έτσι κι έγινε. Για πολλά άλλα μιλήσαμε -πότε θα βγούνε τα νέα μας βιβλία, αν θα αντέξουμε να ζήσουμε τα νέα μέτρα, κρίναμε και σχολιάσαμε άλλους συγγραφείς... Δεν είπα τίποτε για τις τελευταίες ώρες του κυρ -Αλέξανδρου.
Εκεί στο κομοδίνο μου πάντα μένανε.
Κι έπειτα, την άλλη μέρα, καθώς όλο το χωριό -άνθρωποι, σπίτια και φύση- προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τον άδικο θάνατο, εγώ άρχισα την ανάγνωση.
Και με την Τέχνη ξόρκισα το κακό!
"Το αγγελόκρουσμα" με την ήρεμη γλώσσα του, την βύθισή του στα κείμενα μα και στη σκέψη του Παπαδιαμάντη, λειτούργησε ως μια σύγχρονη λειτουργία αποχαιρετισμού σε έναν άνθρωπο...
Ίσως όμως και σε μια Φύση... Που οδεύει προς το θάνατό της -είναι τόσο υπέροχα θλιμμένα τα φθινοπωρινά ηλιοβασιλέματα στο Πήλιο!
Είναι σκληρός, είναι ασήκωτος για μας ο ντουνιάς ετούτος  -παρατηρεί ο Παπαδιαμάντης μέσα από τη σκέψη του Κοροβίνη.
Αλλά κάποτε, κάποτε η Τέχνη τον απαλύνει.   

19.9.12

Γκασταρμπαίτερ η οδυνηρή φυγή

Έλενα Αρτζανίδου


"Γκασταρμπάιτερ, η οδυνηρή φυγή"


Manus Scripta

ΓΚΑΣΤΑΡΜΠΑΪΤΕΡ, Η ΟΔΥΝΗΡΗ ΦΥΓΗ
Εκπαιδευτικός η Έλενα Αρτζανίδου, με μια αξιόλογη πορεία στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας, δείχνει πως την ενδιαφέρει πλατύτερα η συγγραφή και η όποια παρέμβαση μπορεί μέσω της λογοτεχνίας να υλοποιηθεί, κι έτσι με το βιβλίο της αυτό –δεύτερο στον τομέα της λογοτεχνίας ενηλίκων– έρχεται να αποδείξει πως πίσω από το κάθε λογοτεχνικό πόνημα υπάρχει πάντα μια ιδεολογική –και γι’ αυτό εντέλει και πολιτική– θέση.

Μοιάζει κάπως ετεροχρονισμένη η διάθεση ενός συγγραφέα του σήμερα να γράψει για κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν πριν από 50 περίπου χρόνια. Αναρωτιέται ο σημερινός αναγνώστης τι άραγε θα τον ενδιέφερε να αναζητήσει στην ιστορία κάποιων ανθρώπων της ελληνικής επαρχίας του 1960, που η φτώχεια και τα πολιτικά πάθη τούς οδήγησαν στο να μεταναστεύσουν. Σήμερα που τα χωριά σε τίποτε δε μοιάζουν με αυτό που κάποτε ήταν, που ο χωροφύλακας δεν κρατά στα χέρια του την τύχη κάθε απλού πολίτη που τυχαίνει να έχει διαφορετικά πολιτικά πιστεύω, σήμερα που η ανεργία έχει μπει σχεδόν σε κάθε αστική οικογένεια, γιατί θα πρέπει να διαβάζουμε τα πάθη και τις αγωνίες τεσσάρων-πέντε ανθρώπων –νέων αντρών και γυναικών– που βρέθηκαν να εργάζονται σε γερμανικά εργοστάσια ως ανειδίκευτοι εργάτες;

Κάπως έτσι ήταν οι πρώτες μου σκέψεις όταν ξεκίνησα την ανάγνωση του μυθιστορήματος της Αρτζανίδου.

Εγώ ο ίδιος, ως γνήσιο παιδί και έφηβος της πρωτεύουσας, στην ουσία έμαθα για το κύμα μετανάστευσης από την ελληνική ύπαιθρο στις βιομηχανικές πόλεις της Γερμανίας, εκεί γύρω στη δεκαετία του ’80, μέσα από τις σημαντικές μελέτες του Γιώργου Μαντζουράνη –συγγραφέα και δημοσιογράφου– που μελέτησε και ανέλυσε το φαινόμενο και όσους το ζήσανε. Και είχα σχηματίσει μια λίγο-πολύ συγκεκριμένη ιδέα για το πώς ήταν η ζωή των Ελλήνων εργατών σε πόλεις της κεντρικής Ευρώπης. Μια άποψη βασισμένη σε μια αριστερή ανάλυση και καταγγελία.

Και αυτή την ανάλυση και καταγγελία ήμουνα έτοιμος να αντιμετωπίσω ξανά, καθώς θα διάβαζα το μυθιστόρημα της Έλενας Αρτζανίδου. Αλλά όταν τελείωσα την ανάγνωση, η άποψη αυτή είχε κάπως διαφοροποιηθεί. Κάπως, αλλά σε ουσιαστικό βαθμό.

Γιατί η Έλενα Αρτζανίδου, παιδί η ίδια μεταναστών, καθώς έγραψε το μυθιστόρημά της πενήντα και βάλε χρόνια ύστερα από τότε που συνέβησαν όσα εντός του έργου περιγράφονται, διαθέτει από τη μια την πάντα εν ισχύ θέση των μελετών του Μαντζουράνη, αλλά και από την άλλη έχει τη γνώση όσων μεσολάβησαν και των αλλαγών που από τότε μέχρι σήμερα ζήσανε εκείνοι οι φτωχοί κάτοικοι της ελληνικής υπαίθρου. Κι έτσι, οι ήρωές της πέρα από τη φτώχεια και τη βίαιη αποχώρηση από τον τόπο καταγωγής τους, εκφράζουν και μια καθημερινότητα στον νέο τόπο εργασίας, μια καθημερινότητα που δείχνει να έχει όλα τα στοιχεία μιας μετατόπισης από τον άνθρωπο της υπαίθρου στον άνθρωπο της πόλης.

Η μετανάστευση παραμένει ένα τραύμα, από την άλλη όμως: «Σήμερα κλείνω έντεκα μήνες παραμονής στον ξένο τόπο. Τριακόσιες τριάντα πέντε μέρες είμαι κάτοικος αυτής της νέας χώρας που μας χάρισε δουλειά και μας χόρτασε ψωμί. Το δεύτερο ρούχο το γνώρισα εδώ, μαζί και το γεμάτο πορτοφόλι. Με τις οικονομίες μας καταφέραμε τις πρώτες καταθέσεις, χωρίς να στερούμε τη μηνιαία επιταγή στους γονείς μου». Μια θέση της κεντρικής αφηγήτριας που τελικά όχι μόνο διαπερνά όλο το έργο, αλλά και φωτίζει ένα κοινωνικό γεγονός με το φως μιας άλλης πηγής. Και λίγο πιο πριν, μια περιγραφή –«Ομοιόμορφα, περιποιημένα δίπατα σπίτια στολίζουν κάθε δρόμο που τυχαίνει να είναι στον προορισμό μας. Ψάχνω για την ατέλεια, τη λάσπη, τη σκόνη και τη φτώχεια. Αυτός ο τόπος μοιάζει να συνήλθε τόσο γρήγορα από τη φωτιά του πολέμου»– δίνει ίσως μια απάντηση σε γεγονότα που σήμερα μας ταλανίζουν.

Να λοιπόν που ανιχνεύω το ενδιαφέρον που έχει αυτό το μυθιστόρημα. Δεν αναμασά ό,τι ήδη ξέρουμε, αλλά προτείνει μια νέα μείξη συστατικών οικονομίας, πολιτικής, σχέσεων.

Θα ήθελα ακόμα να σταθώ στον απλό τρόπο με τον οποίο είναι γραμμένο το έργο. Στη γλώσσα που ξέρει με ακρίβεια να περιγράφει και στην έντονη σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Από τον πλέον ηρωικό έως τον πιο αριβίστα, από την πιο προσγειωμένη έως την πλέον ανερμάτιστη, τον κάθε άντρα και την κάθε γυναίκα που η Έλενα Αρτζανίδου έβαλε μέσα στο μυθιστόρημά της, τους είδε όλους και όλες με αγάπη και διάθεση κατανόησης.

15.9.12

Στου Χατζηφράγκου



Κοσμάς Πολίτης
"Στου Χατζηφράγκου"
Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας

Μυθιστόρημα

(Εκδόσεις -τότε- Α. Καραβία - Αθήνα)

Το 1963 κυκλοφορεί το μυθιστόρημα "Στου Χατζηφράγκου"
Νομίζω το τελεταίο που ο Κοσμάς Πολίτης κυκλοφόρησε, όσο ακόμα ζούσε.
Και μάλλον το καλύτερό του. Και μάλλον ένα από τα πιο καλά νεοελληνικά μυθιστορήματα.
Μόλις έχουν κλείσει 40 χρόνια από την καταστροφή της Σμύρνης και ο Κοσμάς Πολίτης που αν και δε γεννήθηκε στη Σμύρνη, έζησε όμως εκεί όλα παιδικά, εφηβικά και πρώτα ώριμα χρόνια του, γράφει από τον Μάιο του 1962 έως τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς (μάλιστα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα!) το έργο του αυτό και οδηγεί την πρωτεύουσα της Μικρασίας μέσα στο πάνθεον των πρωταγωνιστών της ελληνικής λογοτεχνίας.
Γιατί το "Στου Χατζηφράγκου" είναι ένα μυθιστόρημα στο οποίο μια πολιτεία πρωταγωνιστεί. Αλλά όχι η όποια πόλη, μα μια "ντελμπεντέρισα πολιτεία", μιας πολιτεία που ο ουρανός της κάθε Καθαρή Δευτέρα γέμιζε "τσερκένια, που κορωνίζανε, ψηλά, χωμένα μέσα στο γαλάζιο".
Είμαι από πατέρα και μάνα Σμυρνιός.
Μεγάλωσα μέσα στην ανάμνηση αυτής της πόλης, μέσα στον τρόπο με τον οποίο η ίδια και οι κάτοικοί της βλέπανε τη ζωή. Μικρασιατής και δη Σμυρνιός είναι ένα τρόπος ζωής, μια στάση ζωής.
Διάβαζα με μανία κάθε τι που αφορούσε την πόλη - θρύλο.
Και ήταν φυσικό, έτσι καθώς έκλεινα τα 19 μου χρόνια να πάω να αγοράσω το μυθιστόρημα που είχε μάλιστα κερδίσει και το Κρατικό Βραβείο.
Θυμάμαι πάντα το βιβλιοπωλείο Καραβία, εκεί στη γωνία Ακαδημίας και Ιπποκράτους.
Πάντα, όταν με έφερνε από εκεί ο δρόμος μου, σταματούσα στη βιτρίνα του και χάζευα τα βιβλία, ονειρευόμουνα κάποια στιγμή να δω ανάμεσά τους κι ένα δικό μου.
Από εκεί αγόρασα το μυθιστόρημα που αφηγείτο τη λαμπρή περίοδο της πόλης -τη χρονιά του 1902- όχι όμως περιγράφοντας κυρίως τα αρχοντικά τα σπιτικά και τα σαλόνια, αλλά τη ζωή κάποιων απλών,  φτωχών Σμυρνιών που ζούσανε στη λαϊκή συνοικία Χατζηφράγκου.
Ο Κοσμάς Πολίτης χωρίς μεγάλα λόγια έπειθε για τις ιδέες του και έκανε εμένα τον επίδοξο λογοτέχνη να πιστεύω πως μπορεί κανείς να συνδυάσει τη νοσταλγία για το παλιό με την υποστήριξη του νέου.
Το μόνο που θυμάμαι από εκείνη την πρώτη ανάγνωση ήταν μια γενική θετική γνώμη που είχα σχηματίσει. Και βέβαια ποτέ δεν ξέχασα την περιγραφή του ουρανού της Σμύρνης κάθε Καθαρή Δευτέρα, όταν τα τσερκένια λες και πέρνανε μαζί τους, ανάμεσα στα συννεφάκια σπίτια και ανθρώπους. Άλλωστε πάντα κάτι πολύ γλυκό με δένει με τον σμυρναίικο χαρταετό - ο πατέρας κάθε χρόνο μου έφτιαχνε από ένα και μαζί τον αμολούσαμε στα ξέφωτα του Σκοπευτήριου.
Αυτά, λοιπόν, είχαν μείνει στη μνήμη μου από εκείνη την ανάγνωση και άφηνα το βιβλίο πάντα σε περίοπτη θέση στα ράφια της βιβλιοθήκης μου.
Ώσπου εφέτος, καθώς γιορτάζονται τα ενενηντάχρονα της χαμένης πολιτείας, σκέφτηκα να διαβάσω ξανά ότι γράφτηκε  για τα σαραντάχρονά της.
Φοβόμουνα πως ο Πολίτης θα είχε γεράσει. Θα τον είχε ξεπεράσει στην κρίση μου η γραφή πιο σύγχρονων λογοτεχνών -μάλιστα πήρα να τον διαβάζω αμέσως μετά από τη "Γιορτή του τράγου" του Λιόσα.
Και ναι, στις πρώτες σελίδες, κάπου η γλώσσα με απωθούσε. Με κράταγε μακριά της. Κάπου οι περιγραφές... Φλύαρες;...
Αλλά αργά, μα σταθερά η καθαρή λογοτεχνική γραφή του Κοσμά Πολίτη άρχισε να ξεπλένει από πάνω μου τα σημάδια μιας αφήγησης του σήμερα.
Και όταν, στη σελίδα 17, εκεί στο τέλος, διάβασα..."κ'  η λάμπα γίνηκε φεγγάρι στον ουρανό της θάλασσας και μες στο φεγγαρόφωτο γελάει ένα δελφίνι βγάζοντας μπουρμπουλήθρες, κ΄ η κοπέλα σήκωσε τα μπράτσα της να φτιάξει κόστσο τα ξέμπλεκα μαλλιά της, φύσηξε με το στόμα της κι έσβησε το φεγγάρι... και κοριτσίστικες φωνές όξω απ΄ το παράθυρο, στο δρόμο", τότε πια κατάλαβα πως η γραφή και η ματιά και η θέση του Κοσμά Πολίτη παραμένανε σύγχρονες, δυνατές, ολοζώντανες.
Πολλά έχουν γραφτεί και για τον συγγραφέα και για το συγκεκριμένο του μυθιστόρημα. Δεν θέλω έγω τίποτε άλλο να προσθέσω.
Μόνο πως μέσα από τις περιγραφές που αφορούν δυο από τα κεντρικά πρόσωπα του έργου -δυο αγόρια- ο Πολίτης έχει καταγράψει ότι πιο άρτιο, ότι πιο σύγχρονο μπορεί κανείς να διαβάσει κάτω από την ετικέτα 'παιδική λογοτεχνία'.
Αποδεικνύοντας έτσι πως όρια ηλικιακά στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν. Παρά μόνο τα κείμενα από τη μια και οι αναγνώστες από την άλλη.

Και μια προσθήκη:
Οι γραμμές με τις οποίες τελειώνει το μυθιστόρημα
Κάποιες φορές, τη νύχτα, σηκώνεις τη ματιά σου κι αγναντεύεις τ'  'αστρα, περιμένοντας μήπως σταλάξουνε κάποιο βάλσαμο, κάποια παρηγοριά ή ελπίδα. Μα εκείνα λάμπουνε παγερά κι ατσαλένια.
Ωστόσο, κοίτα, να! χάραξε κιόλα η ανατολή κι έρχεται κύματα κύματα το φως για μια παγκόσμια ελπίδα.

Γραφτήκανε τον Σεπτέμβριο του 1962.
Τις αντιγράφω τον Σεπτέμβριο του 2012.
Ποιος λέει πως οι συγγραφείς πεθαίνουν;