7.7.23

Ποτέ πιο πριν -ο Απόστολος Πάππος στο Elniplex

 


«Αυτός που τολμά στο τέλος καταφέρνει να γίνει αυτό που θέλει…»

σελ. 159

Ο Μάνος Κοντολέων είναι ανεξάντλητος. Οικοδομεί υποδειγματικά για ακόμα μια φορά μια άρτια ιστορία για εφήβους, νέους, ενήλικες.

Περί τίνος πρόκειται

Εδώ και δέκα και πλέον χρόνια, η Ανίκα, η θεία της, Ντόνα Νεράν, και ο πατέρας της ζουν σε μια χώρα του Βορρά, όπου οι περισσότεροι είναι ξανθοί, με ανοιχτόχρωμα μάτια και μυρωδιά από τις πεδιάδες της Δύσης. Κάποτε ήταν και η μητέρα της μαζί, η Μόνα. Αλλά όχι πια. Δε ζει πια.

Η Ανίκα και οι γονείς της είχαν γεννηθεί σε μακρινή χώρα της Ανατολής. Αλλά στα δύο της, η οικογένεια αναγκάστηκε να μεταναστεύσει και να μετακομίζει διαρκώς ολοένα και πιο βόρεια, όλο και πιο παγωμένα, όλο και λιγότεροι από εκείνους με την παρόμοια καταγωγή που έπαιρναν τον δρόμο της ξενιτιάς. «Ζητούνται ανειδίκευτοι εργάτες«. Βοηθός μάγειρα στο κυλικείο του εργοστασίου, έπιασε δουλειά ο μπαμπάς της, ο Αγκίπ Ζατάν, ευχή και κατάρα αυτού του μέρους.

Γνωρίζει τη συνομήλική της, Ντάφνη. Προσπαθεί να μπει στον κόσμο του καινούριου τόπου. Μάταια.

«Άλλωστε- σίγουρο αυτό- αν είχε ζητήσει την άδεια του πατέρα της ή της Ντόνα, θα της την είχανε αρνηθεί. Ο πατέρας με μια κίνηση του κεφαλιού, ένα πετάρισμα των ματιών του, θα άφηνε να εννοηθεί πως μια τέτοια έξοδος δεν είναι πρέπουσα για κορίτσι της ηλικίας της, ενώ η Ντόνα Νεράν, με πλέον ξεκάθαρο τρόπο, θα έδειχνε- μα χωρίς και να αποδεικνύει- πως μια τέτοια ελευθερία θα ήταν επικίνδυνη, όχι μόνο τώρα, στα δεκαπέντε της τα χρόνια, μα και αργότερα και πάντα, σύμφωνα με όσα ισχύανε εκεί πέρα στην πατρίδα τους… Έως πότε;…

Κι εκείνο το Ποτέ πιο πριν πέρασε από τη σκέψη της Ανίκα… Και τη θόλωσε.»

Η συχνή αλλαγή τόπων δεν της χαρίζει περιθώρια προσαρμογής, κοινωνικοποίησης. «Κάθε τόπος έχει τους δικούς του κανόνες συμπεριφοράς κι η Ανίκα ποτέ δεν προλάβαινε να τους μάθει… Ώσπου να τους υποψιαστεί φεύγαν γι’ αλλού».

Είναι δεκαπέντε χρονών. Είναι έφηβη. Σε κάθε τόπο κουβαλά τις συνήθειες του τόπου που γεννήθηκε, των ανθρώπων της, της οικογένειάς της. Απαγορεύσεις, επιβεβλημένη τήρηση κανόνων που για εκείνους έχουν σημασία. Καταπιέζεται. «Η γοητεία του απαγορευμένου- είχε έρθει η ώρα η Ανίκα να της αφεθεί«. Αλκοόλ, μουσική, χορός, ερωτικές υποσχέσεις. Προσπαθεί να βρει τον εαυτό της, να τον προσδιορίσει μέσα στο πλαίσιο του νέου τόπου, νέα ξανά σε ένα ακόμη μέρος. Η θεία της είναι ο θεματοφύλακας των παραδόσεων του τόπου καταγωγής. Αποτελεί μια φωνή προσγείωσης, υπενθύμισης από πού προέρχεται προς τα πού πηγαίνει. «Θα πρέπει να της υπενθυμίσεις πως, αν για σένα ο δρόμος της επιστροφής στην πατρίδα έχει κλείσει, για κείνη δεν υπάρχει άλλη επιλογή… Σε δυο τρία χρόνια θα πρέπει να…» (σελ.47). Διαρκώς πιέζει τον αδερφό της να σφίξει τα λουριά της κόρης του. Εκείνος της παίρνει κινητό, όπως του ζήτησε η Ανίκα.

Δεκέμβρης. Χιόνι, παγωνιά. Το λευκό στον τόπο της ήταν χρώμα πένθους. Εδώ, όμως, όχι. Η Ντόνα Νεράν θα κάνει τα πάντα να πείσει τον αδερφό της να συνεφέρει την Ανίκα που αρχίζει να ξεμυαλίζεται κατά την άποψή της, να επιστρέψει στην πατρίδα, στον τόπο τους. «Κανένας τόπος δεν είναι κατάλληλος για να γεννάνε οι γυναίκες της φυλής τους, παρά μόνο η δική τους πατρίδα».

Αλλά η νιότη! Η νιότη! Ο έρωτας της χτυπά την πόρτα. Μια νέα ζωή της χτυπά την πόρτα. Θα βαδίσει μπροστά; Ή θα υπακούσει στα σκληρά κελεύσματα της θείας της και του οικογενειακού τόπου που ουρλιάζει από χιλιόμετρα μακριά μα και ακριβώς δίπλα της;

«Τι αναστενάζεις;» η αδερφή του τον αποπήρε. «Επειδή εσύ δεν άντεξες να κάμεις το χρέος που η τιμή της φαμίλιας μας επέβαλλε, δε σημαίνει πως η γενιά μας θα χαθεί από τη γη των πατεράδων μας. Η Ανίκα πρέπει να επιστρέψει… Αχάλαστη όμως. Το ξέρεις πως όλα είναι κανονισμένα εκεί. Έχεις εσύ ο ίδιος συμφωνήσει- έτσι έχω καταλάβει. Ο δεύτερος γιος των Σαλαμάν θα είναι ο άντρας της. Μέρος των κτημάτων τους θα ενωθούν με τα δικά μας… Νέα παιδιά θα έρθουν… Θα πάρουν το όνομα του πατέρα μας, της μάνας μας… Το δικό σου…» Όσο η Ντόνα Νεράν μιλούσε η φωνή της υψωνότανε.

Εστιάζοντας

Χώρα προέλευσης, χώρες διέλευσης, χώρα παραμονής. Καμία δεν κατανομάζεται, όλες φωτογραφίζονται, όχι ως ονόματα, αλλά ως σαφή πολιτισμικά και κοινωνικά status quo, διευρύνοντας με αυτόν τον τρόπο το γεωγραφικό πλαίσιο που δεν αφορά σε χώρες αλλά σε σε νοοτροπίες, σε ολοκληρωτισμούς κάθε είδους. Κάποια πιθανότατα ισλαμική χώρα της Ασίας, με σκληρούς κώδικες συμπεριφοράς και ατομικών ελευθεριών για τις γυναίκες (κατά κύριο λόγο), η προέλευση, η καταγωγή. Δεν κατονομάζεται Κάθε τέτοια (όχι απαραίτητα ισλαμική) χώρα. Μια κοινωνία βάναυσα πατριαρχική, κυριαρχική πάνω στις γυναίκες, οι οποίες δεν αυτοπροσδιορίζονται, δεν έχουν λόγο, έχουν δοσμένες μοίρες, προδιαγεγραμμένες τροχιές, ζουν μέσα σε επαναλαμβανόμενες δίνες. Κάθε τέτοια κοινωνία. Κάποια βορειοευρωπαϊκή-σκανδιναβική χώρα, με κατοχυρωμένες ατομικές ελευθερίες, όπου η πατριαρχία έχει αποκηρυχθεί ως νοσηρότητα και κυρίαρχο αφήγημα και καταπολεμάται δυναμικά με νομοθετικές και άλλες ανθρώπινες παρεμβάσεις. Μαζί με την εκούσια χρονική απροσδιοριστία, καταφέρνει να διαστείλει τα όρια του χωροχρόνου, ως εκ τούτου και τη θεατρική σκηνή του δράματός του, που καλύπτει κοντά μισό πλανήτη. Ενδιαφέρουσα ιδεοσύναψη είναι ότι η απροσδιοριστία ως αρχή της κβαντομηχανικής δηλώνει (όπως μας ενημερώνει η wikipedia) πως «ένα ζεύγος τιμών-φυσικών ποσοτήτων ενός σωματιδίου, όπως η θέση και η ταχύτητα ή η ορμή του, δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, ακόμα κι αν έχουν καθοριστεί οι αρχικές συνθήκες της κίνησής του· σύμφωνα με την αρχή, το γινόμενο της αβεβαιότητας της θέσης του σωματιδίου με την αβεβαιότητα της ορμής του δεν μπορεί να είναι μικρότερο από μια γενική σταθερά, πράγμα που σημαίνει ότι με όσο μεγαλύτερη ακρίβεια προσδιορίζεται η θέση, τόσο πιο μεγάλο είναι το πιθανό σφάλμα στην πρόβλεψη της ορμής και αντίστροφα». Τώρα τοποθετήστε τη Ανίκα και την αβεβαιότητα της ορμής της εφηβείας στη θέση του σωματιδίου και θα δείτε γιατί οι άνθρωποι υπακούμε σε νόμους φυσικής και πώς τους διασπούμε μόνο εμπίπτοντας σε κάποιους άλλους, νέους, ανατρεπτικούς.

Αυτή η προσφυγική τροχιά, η πορεία από την Ανατολή προς τα βορειοδυτικά, είναι ένας δύσκαμπτος μίτος που σέρνει πίσω τους λαβυρίνθους που οικοδομεί επιδέξια ο Μ. Κοντολέων. Είναι ο λαβύρινθος εκείνου του πολιτισμού που θεωρεί τις γυναίκες προϊόντα σε διατεταγμένη υπηρεσία, με πορεία πυραυλικού συστήματος, από την οποία δεν δύναται να λοξοδρομήσει. Είναι ο πολιτισμός που θέλει τις γυναίκες άσπιλες, ανέγγιχτες, άχραντες, παρθένες, δώρο στον επίδοξο γαμπρό που θα παινευτεί για ένα κόκκινο σεντόνι, για ένα «αδειανό πουκάμισο«, για «μιαν Ελένη» της Ανατολής. Είναι ο πολιτισμός που λιθοβολεί μέχρι να πάρει την τελευταία ανάσα μιας γυναίκας που πρόδωσε τους σκληρούς νόμους της παρθενιάς, της αφοσίωσης στα πατρώα. Είναι ο πολιτισμός που δεν επιτρέπει λάθη, που δεν δέχεται καμία άλλη άποψη, καμία άλλη επιλογή. Υπάρχει μόνο αυτό που μεταφέρουμε ως τοξική σέχτα αιώνες πάνω στην καμπούρα μας και τίποτε άλλο. Μια ζωή που παίζει πάνω σε μια δογματική λούπα η οποία κραδαίνει ρυθμό αταίριαστο στα ανθρώπινα.

Και ακολουθεί ο λαβύρινθος της ταπείνωσης, της φυγής, της προσφυγιάς, της αναζήτησης μιας άλλης ζωής, καινούριας, μιας άλλης πατρίδας∙ δεν έρχεται και όλο τραβάμε και πιο βόρεια, όλο και πιο μακριά από τη ρίζα μας. Και ύστερα, ένας νέος λαβύρινθος, εκείνος της ζωής που πρέπει να χτίσουμε από την αρχή, μια δουλειά, ένα σχολείο, ένας άλλος κόσμος. Ουπς! Έφηβοι. Οι αναδυόμενοι άνθρωποι, οι αναδυόμενοι ενήλικες. Φιλίες. Φλερτ. Έρωτες. Θεατρικές παραστάσεις. Θέλω να ζήσω. Φυσιολογικά πράγματα. Συμβατά με την ατομική και συλλογική μας κβαντομηχανική. Αλλά ο μίτος του λαβυρίνθου καταγωγής φτάνει ως εδώ, κάνει κρότο, εκτινάσσει θραύσματα, θέλει να σε ανατινάξει, να σε γυρίσει πίσω, χωροχρονικά πίσω.

Το θέλω και το απαγορεύεται. Η μοίρα και η επιλογή. Το πάγιο και το νέο συμβόλαιο με τη ζωή. Το οδυνηρό καθήκον, η στεριωμένη αίσθηση του χρέους, το παρελθόν που επιτάσσει και εσύ που πρέπει να εκτελέσεις παρά τη θέλησή σου. Τα οικογενειακά μυστικά που κυνηγούν τη ζωή σου «να την ξεμοναχιάσουν μες τη νύχτα…, σαν ψάρι να σε πιάσουν μες τα δίχτυα«. Για την Ανίκα δεν είναι αργά. Μπορεί η θεία της να χτυπά αλύπητα πάνω στο μαλακό υπογάστριο των αναδυόμενων επιθυμιών της, μη μπορώντας η ίδια να κοιτάξει πέρα από την θεοποιημένη μοίρα που προδιαγράφει τα δοσμένα, υπάρχει όμως ένας πατέρας που αποδεικνύεται ο καλός αγωγός της κάθαρσης και της Εξόδου. Από τον άλλο κόσμο, από την κατάδυση σε έναν Αχέροντα κάποιας Ανατολής σε αυτόν μιας νέας ζωής.

Ο Κοντολέων δεν δοξολογεί τον δυτικό κόσμο, δεν αποκηρύσσει κάποιον ισλαμικό κόσμο. Αντιθέτως, μη κατονομάζοντας τίποτε από τα δύο, προβαίνει, όπου γης, στην ανακήρυξη της ατομικής ελευθερίας και του αυτοπροσδιορισμού ως μεγίστων αρετών και ζητουμένων, ενώ αντιθέτως αποδυναμώνει στο βλέμμα του αναγνώστη οποιονδήποτε φονταμενταλισμό, όπου κι αν αυτός συμβαίνει, όποια κι αν είναι τα ριζά του. Ας μη λησμονούμε, άλλωστε, ότι η ελληνική κοινωνία μέχρι πολύ πρόσφατα ζούσε πόρτα παρά πόρτα τέτοιες ιστορίες ατίμωσης, πεπρωμένου και ετεροπροσδιορισμού, ούσα μια χώρα με ισχυρά στοιχεία συντήρησης και στέρησης της προσωπικής επιλογής. Γράφει, κατά βάση, ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, crossover κατά τον πιο σύγχρονο ορισμό των βιβλίων που υπερβαίνουν το target group κάποιας συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας και γίνονται κατάλληλα για περισσότερα ηλικιακά κοινά (ενήλικες), το οποίο αναπτύσσει μια συστοιχία ιδεών όπου η ατομική ελευθερία, η ισότητα ευκαιριών και δικαιωμάτων και κυρίως η αναζήτηση, το πλησίασμα του εαυτού μας και η διαμόρφωση της ταυτότητάς μας ανακηρύσσονται άτυπα ως ο θεμελιώδης στόχος κάθε εφήβου, καθώς βαδίζει προς την ενηλικίωση, πόσω μάλλον ενός πρόσφυγα εφήβου, ο οποίος δεν ζει απλώς μακριά από τον τόπο καταγωγής του, αλλά ισορροπεί πάνω σε ένα διαρκώς τεντωμένο σχοινί, βλέποντάς τον παλιό κόσμο ακριβώς κάτω από τα πόδια του. Και επιλέγει να μην πέσει ξανά εκεί∙ και ακροβατεί.

Πέρα από τη δύναμη της προσωπικής επιλογής, τη σημασία του πατέρα ο οποίος αποτινάσσει για χάρη της κόρης του το ναρκοπέδιο που τους έχουν φυτέψει, ο συγγραφέας αναδεικνύει, κατά τη γνώμη κάτι ακόμα. Συχνά οι πρόσφυγες, οι βίαια εκτοπισμένοι, αλλά κυρίως οι μετανάστες που επιλέγουν άλλους τόπους για να ζήσουν, δεν απορροφούνται από τον κυρίαρχο τρόπο ζωής της χώρας προορισμού, φτάνοντας στο σημείο όχι μόνο να τον αμφισβητούν αλλά εμμονικά να διαδηλώνουν τις εξτρεμιστικές απόψεις τους ως ορθές για την ανθρωπότητα. Στην ιστορία του Μάνου Κοντολέων, η Ανίκα φαίνεται ότι δεν λειτουργεί εχθρικά απέναντι στη χώρα υποδοχής, αντιθέτως ακολουθεί, δειλά μεν, αρχικά, τη ροή των συνομηλίκων της. Όμως, θεωρώ ότι κατά βάση ακολουθεί τη φυσική ροή του σώματος, της ψυχής, της εφηβείας, κάθε ανθρώπινης ύπαρξης∙ κι αυτό δεν αφορά σε κάποια πολιτισμική αντιπαράθεση δυτικού και κάποιου άλλου κόσμου ή μοντέλου ζωής. Αφορά στην αντιπαράθεση με το σώμα, με τη φύση μας, με το είναι μας, με το εδώ και το τώρα μας κι όχι με κάποιο υποσχόμενο επέκεινα.

Τέλος, θα ήθελα να σταθώ λίγο στον τίτλο. Το Ποτέ Πιο Πριν, αυτά τα τρία Π, σαν τον περίφημο άρρητο αριθμό που δεν παύει ποτέ να επαναλαμβάνει μια μόνιμη παράσταση, προσδιορίζουν ένα χρονικό σύνορο όπου ο άνθρωπος ως δρων υποκείμενο προβαίνει σε πράξεις που δεν έχουν συμβεί ποτέ πιο πριν, διατελεί σε ψυχικές καταστάσεις όπως ποτέ πιο πριν, προχωρά σε σκέψεις όπως ποτέ πιο πριν, προχωρά μπροστά όπως δεν τόλμησε ποτέ πιο πριν, αποκηρύσσει το παρελθόν του και τα δοσμένα του, όπως ποτέ πιο πριν, αλλάζει και φτάνει στην κατάκτηση να ορίζει ο ίδιος τη ζωή του και τον εαυτό του όπως ποτέ πιο πριν. Και πράγματα που δεν έγιναν ποτέ πιο πριν. Και κάποτε έρχεται η ώρα τους να γίνουν. Οι υπερβάσεις θέλουν αυτό το ποτέ πιο πριν. «Αυτός που τολμά στο τέλος καταφέρνει να γίνει αυτό που θέλει…»

Η χρήση του λόγου είναι επιδέξια επιλεγμένη και δομημένη, η διάρθρωση των κεφαλαίων και η αφήγηση in medias res καθώς και οι συνολικές μυθοπλαστικές επιλογές εξασφαλίζουν στην ιστορία το μέγιστο αναγνωστικό ενδιαφέρον ενδυναμώνοντας την πλοκή, την αγωνία και την αναζήτηση του τι έχει συμβεί. Η κάθαρση που επιφέρει στο τέλος, ανοίγει έξοδο στο φως και στη ζωή. «Μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας…»

Σπουδαίο βιβλίο από έναν ανεξάντλητο συγγραφέα που δεν χάνει ποτέ τη σύνδεση με την εποχή του, αντιστέκεται στο σύγχρονο περιζήτητο καταγγελτικό λόγο και σχεδιάζει ένα οικοδόμημα ανθρώπινων συναισθημάτων, σχέσεων και μεταβολών της ζωής με σημεία αναφοράς το παρελθόν και το μέλλον. Και το Ποτέ Πιο Πριν.

Μικρές αναμνήσεις από το ήθος μιας υπουργού Πολιτισμού

 


Μικρές αναμνήσεις από το ήθος μιας υπουργού Πολιτισμού

Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

https://www.efsyn.gr/tehnes/art-nea/387060_diplos-apohairetismos-sti-myrsini-zormpa

24.04.2023

 

Τη Μυρσίνη Ζορμπά τη γνωρίζω από τα χρόνια που είχε, μαζί με τον Τίτο Μυλωνόπουλο, την ευθύνη των εκδόσεων «Οδυσσέας».

 

Μα ουσιαστικά άρχισα να συνεργάζομαι μαζί της όταν ανέλαβε τη γενική διεύθυνση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) – ένα δικό της όραμα που, με τη βοήθεια του τότε υπουργού Πολιτισμού Θάνου Μικρούτσικου, το υλοποίησε.

 

Η πρώτη έδρα του ΕΚΕΒΙ ήταν στη βίλα Μπότση, κάπου στην Κηφισιά, κι εκεί αρχίσαμε όλοι εμείς οι συγγραφείς να συναντιόμαστε και με την καθοδήγηση της Μυρσίνης να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τη συγγραφή όχι μόνο ως μια ατομική απασχόληση και έκφραση των ιδεών μας, αλλά και ως ένα κοινωνικό λειτούργημα που παράλληλα έπρεπε να έχει και τα στοιχεία μιας επαγγελματικής ταυτότητας που θα τη «σκέπαζε» η φροντίδα της Πολιτείας.

 

Πολλές οι πρωτοβουλίες και οι νέες ιδέες -κάποια στιγμή θα πρέπει ένας φορέας του βιβλίου (π.χ. ΟΣΔΕΛ) ή μια ένωση λογοτεχνών (π.χ. Εταιρεία Συγγραφέων) να φροντίσουν να καταγράψουν όλα όσα ξεκίνησαν εκείνα τα χρόνια, όλα εκείνα τα θέματα και τις πρωτοβουλίες που τελικά έχουν διαμορφώσει (ακόμα κι αν κάποιες από αυτές έχουν παραπλανηθεί ή εκφυλιστεί) σ’ ένα μεγάλο μέρος τη σημερινή κατάσταση που επικρατεί στον χώρο του βιβλίου και των δημιουργών του.

 

Κάποια στιγμή η Μυρσίνη αποχώρησε από το ΕΚΕΒΙ, η έντονη προσωπικότητά της και η συνεχής έγνοια της για τον πολιτισμό γενικότερα και το παιδί ειδικότερα την οδήγησε σε νέες υπεύθυνες δραστηριότητας και θέσεις. Στο τέλος ο πολιτισμός της χώρας μας είχε την τύχη να βρεθεί κάτω από τη δική της διεύθυνση, καθώς ανάλαβε τα καθήκοντα της υπουργού Πολιτισμού.

 

Δυστυχώς έμεινε στη θέση αυτή μόνο κάποιους μήνες κι έτσι δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα νέα της οράματα.

 

Από εκείνη την περίοδο της υπουργίας της κρατώ την ανάμνηση δυο μικρών στιγμών -ίσως φαίνονται σχεδόν ασήμαντες, αλλά προσωπικά πιστεύω πως είναι τα μικρά και περιστασιακά που δείχνουν το βάθος και τη σταθερότητα αξιών και ιδεών.

 

Το πρώτο συνέβη στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας.

 

Στην τελετή απονομής των βραβείων ήρθε η Μυρσίνη και με την ιδιότητα της υπουργού Πολιτισμού έδωσε τα βραβεία σε σκηνοθέτες, ηθοποιούς κ.ά.

 

Την άλλη μέρα το πρωί -Κυριακή, θυμάμαι πως ήταν- στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου όλοι σχολιάζαμε τα βραβεία και αναμέναμε την υπουργό να κατεβεί με τον σύντροφό της και να μοιραστεί μαζί μας σχέδια και ιδέες.

 

Αλλά εκείνη δεν κατέβηκε. Μέσω του αξέχαστου Αντώνη Παπαδόπουλου (διευθυντή τότε του φεστιβάλ) μας έστειλε τη συγγνώμη της που δεν θα μας έβλεπε, αλλά είχε προτιμήσει να μείνει στο δωμάτιό της και από το βίντεο να δει τις ταινίες που βραβεύτηκαν και όχι μόνο αυτές.

 

Πράξη που σαφέστατα έδειχνε πως η Μυρσίνη Ζορμπά δεν κρατούσε μόνο τα ηνία του Πολιτισμού, αλλά ήθελε και να γνωρίζει καλά και τους ανθρώπους που τον δημιουργούσαν μέσω του έργου τους.

 

Αυτή είναι η πρώτη μου «μικρή» ανάμνηση που θέλησα δημόσια να την κοινοποιήσω γιατί πιστεύω πως πολλά δείχνει για το πώς κάποιοι με ήθος και συνέπεια προσεγγίζουν τα έργα του πολιτισμού.

 

Η δεύτερη έχει να κάνει με τη σχέση της Μυρσίνης με το βιβλίο και τους δημιουργούς του.

 

Τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας της χρονιάς, που εκείνη ήταν υπουργός Πολιτισμού, αναγγέλθηκαν και τότε η Μυρσίνη σκέφτηκε να προσκαλέσει τους νικητές μαζί με τους πρώτους επιλαχόντες κάθε κατηγορίας στο γραφείο της για να τους συγχαρεί με έναν πιο φιλικό και καθόλου επίσημο τρόπο, να γνωρίσει όσους δεν είχε τύχει να τους έχει γνωρίσει και με όλους να συνομιλήσει για τα βιβλία που είχαν βραβευτεί (ναι, τα είχε όλα διαβάσει)

 

Ημουνα επιλαχών στην κατηγορία του εφηβικού βραβείου και παρευρέθηκα σε εκείνη τη συνάντηση. Μαζί μου, εκτός από τους άλλους βραβευμένους συγγραφείς, ήταν και οι εικονογράφοι των βιβλίων και οι εκδότες τους. Η συζήτηση είχε να κάνει με τα θέματα των έργων μας και απλώθηκε σε γενικότερες ανταλλαγές απόψεων πάνω σε θέματα της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας.

 

Για μια ακόμα φορά, η Μυρσίνη Ζορμπά έδειχνε όχι μόνο την αγάπη της για το βιβλίο και τη διάθεσή της να τιμά όσους το υπηρετούν, αλλά την έγνοια της να ενημερώνεται για θέματα που τους απασχολούν. Και βέβαια με την πράξη της αυτή τιμούσε και τον ίδιο τον θεσμό των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας.

 

Ας σταθούμε για λίγο σε αυτή τη σκέψη, γιατί ενώ από το τέλος Δεκεμβρίου του 2022 οι αρμόδιες επιτροπές έχουν ολοκληρώσει το έργο τους και κοινοποιήσει δημόσια τις βραχείες λίστες όλων των κατηγοριών, η ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού δεν έχει προχωρήσει στην αναγγελία των βραβευμένων έργων και δημιουργών. Και ουδείς γνωρίζει πότε αυτό θα γίνει.

 

Μια στάση που μειώνει τον θεσμό, τις επιτροπές, τους συγγραφείς που τα έργα τους περιέχονται στις βραχείες λίστες και γενικότερα τους ανθρώπους του βιβλίου, από το ίδιο το υπουργείο που υφίσταται για να τους προστατεύει και να τους τιμά.

 

Αλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι. Αλλα ήθη. Δυστυχώς.

 

Μα πάντα θα υπάρχουν τα μέτρα σύγκρισης. Και η Μυρσίνη Ζορμπά υπήρξε ένα από αυτά τα μέτρα. Που θα πρέπει να τα θυμόμαστε και να ζητάμε να συνεχίσουν να έχουν ισχύ και περιεχόμενο.

(820 λεξεις)