22.7.24

Ο Μάρκος τα λέει όλα

 

Εικόνες : Τέτη Σώλου


Ο Μάρκος εδώ και δυο μήνες ξεκίνησε το γυμνάσιο. Ο Νέστορας, ο μικρός του αδελφός, πάει ακόμα στο δημοτικό.Αλλά μπορεί ο Μάρκος να είναι ο μεγάλος αδελφός, μα αυτός που τελικά κάνει ό,τι θέλει και πάντα το δικό του γίνεται είναι ο Νέστορας. «Δεν ξέρω αν πρέπει να τον λέω αδελφάκι-αγγελάκι ή αδελφάκι-διαβολάκι» παραπονιέται ο Μάρκος και αποφασίζει να μοιραστεί με άλλους το τι σημαίνει να είσαι ο αδελφός του Νέστορα. Κι έτσι, τα λέει… όλα! Με ποιον τρόπο το κάνει αυτό; Πάντως όχι κρατώντας ένα ημερολόγιο. Υπάρχουν πιο σύγχρονοι τρόποι για να φανερώσεις όσα σε κάνουν άλλοτε να θυμώνεις κι άλλοτε να γελάς. Και στη συνέχεια όχι μόνο να τα μοιραστείς με άλλους, μα και αυτοί οι άλλοι να σε ακούσουν.
Ένα μυθιστόρημα που λέει –με κάπως ανορθόδοξο τρόπο– πολλά από αυτά που τα παιδιά δεν τολμούν να τα πούνε στους μεγάλους.

8.7.24

Μαρία Μαμαλίγκα «Μερκάντο»

 

Μαρία Μαμαλίγκα

«Μερκάντο»

Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

 

Τη δική της πορεία έχει διανύσει η Μαρία Μαμαλίγκα στο χώρο της λογοτεχνίας μας. Γνωστή μέχρι σήμερα από έξι -αν καλά θυμάμαι- βιβλία για παιδιά που τα χαρακτηρίζει μια ιδιαιτέρως προσωπική άποψη για το πως μπορεί να γράφεται αυτού του είδους λογοτεχνικό κείμενο, τώρα εισέρχεται και στο χώρο της λογοτεχνίας των ενηλίκων.

Και εισέρχεται με τρόπο εντυπωσιακό.

Το τελευταίο της βιβλίο, η νουβέλα «Μερκάντο’  θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ένα κείμενο ενηλικίωσης, αλλά προτιμώ να το θεωρήσω μια κατάθεση για το πως η Ιστορία βιώνεται σε ατομικό επίπεδο.

Ζούμε την Ιστορία. Όταν θα την γράψουν, θα ξέρουν πόσο προσωπικό πόνο κρύβει η κάθε γραμμή; (σελ. 84)

Με τη φράση αυτή μπορεί κανείς να περιγράψει και το βασικό νήμα που διαπερνά τη ζωή όχι μόνο της κεντρικής ηρωίδας, αλλά και όλων των υπολοίπων προσώπων του έργου.

Μια νέα κοπέλα, εβραία που ζει στη Ρόδο τα χρόνια της γερμανοϊταλικής κατοχής όλων των Δωδεκανήσων είναι το πρόσωπο στη ζωή του οποίου ο αναγνώστης θα κληθεί να συμμετάσχει.

Ναι, ακριβώς αυτό -συμμετάσχει. Γιατί η Μαρία Μαμαλίγκα έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια δική της αφηγηματική τεχνική όπου η τριτοπρόσωπη αφήγηση συνεχώς εναλλάσσεται με ημερολογιακές καταγραφές, και όπου ακόμα οι λιτές, σχεδόν ψυχρές περιγραφές συνυπάρχουν με σκιρτήματα ψυχογραφικών και φιλοσοφικών στοχασμών.

Μια νέα, λοιπόν, Εβραία, στη Ρόδο που θα δημιουργήσει δεσμό με τον Τούρκο πολιτιστικό ακόλουθο, που θα μείνει έγκυος, αλλά θα βρεθεί μόνη μετά τον ξαφνικό θάνατο του συντρόφου της. Απέναντι σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να αποδεχτεί την αμφισβήτηση παραδοσιακών αρχών.

Κι ενώ οι ναζί θα μαζεύουν του εβραίους του νησιού για να τους στείλουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, η νεαρά θα φυγαδευτεί από τον Τούρκο Πρόξενο στα παράλια της Τουρκίας με ένα άλλο πλέον όνομα και μια άλλα ταυτότητα -από Ελληνίδα και εβραία, Τουρκάλα και μουσουλμάνα.

Το παιδί της θα γεννηθεί νεκρό, ο δρόμος της θα τη φέρει στην Κωνσταντινούπολη κι ενώ εκείνη να αγωνίζεται να στήσει και πάλι μια εντελώς νέα ζωή, όλοι οι δικοί της θα χαθούν στην κόλαση του Άουσβιτς.

Αλλά η ζωή συνεχίζεται , ό,τι έχασε…  «τα ανακαλύπτω πάλι από την αρχή. Μέσα μου κι έξω. Κτίζω τον κόσμο και τον εαυτό μου ξανά» (σελ.110)

Η νεαρά κοπέλα θα ωριμάσει, θα ζήσει σε άλλες  χώρες. Μα δεν θα έχει ποτέ ξεχάσει, αλλά και με συνεχή δυσκολία θα αποδέχεται πως ήταν πάντα ένας ‘μερκάντο’ -που στα λαντίνο σημαίνει εκείνο/η που εξαγοράστηκε με λύτρα από τον θάνατο.

Μια νουβέλα όπου η χρήση της γλώσσας έχει μια πλαστικότητα, λέξεις και φράσεις ξεχασμένων διαλέκτων εισχωρούν στην αφήγηση. Κι ακόμα ένα κείμενο που έρχεται να φωτίσει μια στιγμή ιστορίας, μια από εκείνες τις στιγμές που η μεγάλη Ιστορική Αφήγηση τις έχει τοποθετήσει ως υποσημειώσεις στις πίσω σελίδες του βιβλίου της.

Η Μαρία Μαμαλίγκα έχει με δημιουργικό τρόπο εμπλουτίσει την μυθιστορηματική της εξιστόρηση  και με πολλές τοπογραφικές λεπτομέρειες, αλλά και -κυρίως αυτό- με τη δημιουργία μια ηρωίδας όπου πείθει ότι μπορεί κάλλιστα να μην είναι μια μυθιστορηματική περσόνα, αλλά μια γυναίκα που έζησε και βίωσε όλη την γκάμα των συναισθημάτων μιας εποχής που βίαια χαράκτηκε από την αναλγησία της Ιστορίας.

 

Απόσπασμα:

Η ιστορία της ποίησης -η εκδίκηση του ανθρώπου απέναντι στην Ιστορία. Τη μία, με το γιώτα μικρό, την επιλέγουμε κι είναι προσωπική. Η άλλη, με το γιώτα κεφαλαίο, μας επιβάλλεται. Αμείλικτα και απρόσωπα. (σελ. 85)

 

https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/20683-merkanto-tis-marias-mamaligka-kritiki-mia-zoi-eksagorasmeni-apo-ton-thanato??utm_source=Newsletter&utm_medium=email

(552 λέξεις)

6.7.24

Ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος για "Το νησί με τις λέξεις που αγαπάνε"

 Δεν έκρυψα ποτέ ότι τα κείμενα του Κοντολέων ήταν που με οδήγησαν στον κόσμο της παιδικής λογοτεχνίας. Εκτιμώ το έργο του απεριόριστα και κάθε του βιβλίο είναι για εμένα γιορτή. Σήμερα βρίσκεται στην πιο ώριμη φάση της καριέρας του και μας χαρίζει βιβλία που πατώντας στέρεα στο παλιό ανοίγουν δρόμους στο νέο. Τέτοιο είναι και «Το νησί με τις λέξεις που αγαπάνε». Διαβάζοντάς το είναι σαν να ακούς να αφηγείται ένας παραδοσιακός αφηγητής, ενώ η τεχνική και η θεματολογία είναι εντελώς σύγχρονη. Το κείμενο αυτό δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένη ηλικία αναγνωστικού κοινού. Σαν το καλό παραδοσιακό παραμύθι μπορεί να διαβαστεί απ’ όλους. Στα μικρότερα παιδιά μπορεί να δραματοποιηθεί και οι έξι ιστορίες να φτάνουν κάθε μέρα σε ανάλογο φάκελο. Κείμενο αλληγορικό, γεμάτο συμβολισμούς, θυμίζει «Παραμύθι χωρίς όνομα». Ο Ηγεμόνας κι η Αρχόντισσα συνειδητοποιούν ότι οι κάτοικοι του νησιού τους έχουν ξεχάσει τις παλιές ιστορίες και δεν δημιουργούν νέες. Ο τόπος σαπίζει και οι λέξεις που αγαπάνε έχουν ξεχαστεί. Κάνουν λοιπόν διαγωνισμό και ζητούν από τους νησιώτες να γράψουν ιστορίες με λέξεις που αγαπάνε. Έτσι θα διαλέξουν τον διάδοχό τους. Λαμβάνουν έξι ιστορίες (τις οποίες διαβάζουμε κι εμείς) και καταλήγουν σε μια απόφαση που … γυρίζει σελίδα στην ιστορία και φέρνει νέα ήθη στην εξουσία. Ένα βιβλίο τόσο κλασικό όσο και σύγχρονο, το οποίο κυκλοφορεί στη σειρά Μυθιστορήματα Φαντασίας, φιλοσοφεί πάνω στο ήθος της εξουσίας και στην αξία της συμμετοχής σε αυτήν όλων των πολιτών με οδηγό την αγάπη, σε μια εποχή που κυριαρχεί η ρητορική του μίσους και η εξουσία στηρίζεται στις ψεύτικες πληροφορίες και στο διχαστικό λόγο.

Β. Ηλιόπουλος


2.7.24

Yasemin Özek: «Δέσποινα, μάτια μου»

 


Γιασεμίν Οζέκ

«Δέσποινα, μάτια μου»

Μετάφραση: Σπύρος Χατζηαναστασίου

Εκδόσεις Πατάκη

 

                                                         Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

 

Η Γιασεμίν Οζέκ (Κωνσταντινούπολη, 1980) προέρχεται από οικογένεια ανταλλαγέντων το 1923 και ασχολείται με τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Το μυθιστόρημα «Δέσποινα, μάτια μου» είναι το πρώτο της λογοτεχνικό έργο και κυκλοφόρησε στην Τουρκία το 2017, ενώ μεταφράστηκε στα ελληνικά το 2022.

Η ανταλλαγή των πληθυσμών μετά την καταστροφή του ’22, είναι το θέμα που πάνω του η Οζέκ στήνει τη μυθιστορηματική της εξιστόρηση.

Η ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας προήλθε από τη Σύμβαση περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τούρκικων πληθυσμών που υπογράφηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας  από τις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας. Αφορούσε τουλάχιστον 1,6 εκατομμύρια ανθρώπους (1.200.000 περίπου  Έλληνες Ορθόδοξους από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη, τον Πόντο και τον Καύκασο, και 400.000 περίπου Μουσουλμάνους από την Ελλάδα), οι περισσότεροι από τους οποίους έγιναν βίαια πρόσφυγες και αποξενώθηκαν από τις πατρίδες τους.

Αυτή η μεγάλη υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών δεν βασίστηκε στη γλώσσα ή την εθνικότητα, αλλά στη θρησκευτική ταυτότητα, και αφορούσε σχεδόν όλους τους γηγενείς ορθόδοξους χριστιανικούς πληθυσμούς της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένων ακόμη και αρμενοφώνων και τουρκόφωνων ορθόδοξων, και από την άλλη πλευρά τους περισσότερους γηγενείς μουσουλμάνους της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων ακόμη και ελληνόφωνων μουσουλμάνων.

Έτσι, λοιπόν, 1.600.000 περίπου άνθρωποι εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα μέρη όπου είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει, να αποχωριστούν φίλους και συχνά ακόμα και στενούς συγγενείς. Στην ουσία υπήρξαν θύματα αποφάσεων που εξυπηρετούσαν πολιτικές εξελίξεις  και που δεν λαμβάνανε υπόψη τους τα ανθρώπινα συναισθήματα.

Αυτά τα ανθρώπινα συναισθήματα η Οζέκ θέλησε να φωτίσει. Ως κεντρικό αφηγητή της ιστορίας της επιλέγει ένα οχτάχρονο αγόρι, τον Εμίν Αλή, που ζει σε χωριό νησιού απέναντι από τα παράλια της Μικράς Ασίας και που ο πατέρας του είναι Μουσουλμάνος ενώ η μητέρα του Χριστιανή.

Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος περιγράφεται η ήρεμη καθημερινότητα των κατοίκων του χωριού που αν και οι περισσότεροι ζούνε σε διαφορετικές συνοικίες, ανάλογα με το θρήσκευμά τους, εντούτοις καμιά ουσιαστική διαφορά δεν τους χωρίζει.

Η όλη κατάσταση θα αρχίσει να αλλάζει όταν στο νησί φτάνουν οι πρώτοι χριστιανοί πρόσφυγες και το δράμα θα κορυφωθεί με την ανταλλαγή των πληθυσμών και την αναγκαστική μετεγκατάσταση της οικογένειας του Εμίν Αλή σε κάποιο χωριό στο Αϊβαλί.

Εκεί πλέον, η χριστιανή μητέρα του θα αναγκαστεί να κρύβει τόσο το θρήσκευμα όσο και την καταγωγή της για να μπορέσει τόσο ή ίδια όσο και η οικογένειά της να γίνουν αποδεχτοί από τους ντόπιους που πολλοί από αυτούς θρηνούν τους δικούς τους νεκρούς από τον πόλεμο που είχε προηγηθεί.

Στην ουσία έχουμε ένα μυθιστόρημα ανθρώπινου πόνου που δημιουργείται από πολιτικές αποφάσεις που δεν υπολογίζουν διαπροσωπικές σχέσεις και ατομικά συναισθήματα.

Μικρές σημειώσεις στο περιθώριο της Ιστορίας -αυτά είναι τα όσα η Γιασεμίν Οζέκ θέλησε να περιγράψει και με μια διακριτικά τρυφερή γραφή μας υπενθυμίζει.

Το δικαίωμα κάθε ανθρώπου σε μια ταυτότητα, μα και η υποχρέωση των άλλων  να σεβαστούν αυτήν την ταυτότητα.

Η αφήγηση χρησιμοποιεί ως βάση της την παιδική ερωτική ματιά του μικρού Εμίν Αλή προς την ελληνοπούλα φίλη του Δέσποινα και μέσα από αυτήν αφήνεται να ξετυλίξει την πορεία των γεγονότων και την ενηλικίωση τόσο του κεντρικού αφηγητή όσο και την νέα κατάσταση που διαμορφώνεται στις δυο χώρες.

Χαμηλόφωνο μυθιστόρημα, με πληθώρα  καλοσχηματισμένων χαρακτήρων, με συνεχή επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα σε αντικρουόμενα συναισθήματα και ήθη. Ίσως και γι αυτό τελικά καταφέρνει -αν και περιγράφει γεγονότα μιας προηγουμένης εποχής- να υπενθυμίσει στον σημερινό αναγνώστη πως το δράμα του ανθρώπου που εξαναγκάζεται να ξεριζώνεται από τον τόπο του παραμένει πάντα μέγιστο και δυσβάσταχτο. Τότε μα και σήμερα.

 

(582 λέξεις)

 https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/22737-despoina-matia-mou