Showing posts with label Απόψεις - Κείμενά μου. Show all posts
Showing posts with label Απόψεις - Κείμενά μου. Show all posts

1.5.25

Αστόχαστη αγάπη (προδημοσίευση από το βιβλίο 'Ο βράχος που δακρύζει')

Όμορφη -χρώμα της αυγής. Τρυφερή -πρωινή αύρα. Χαρούμενη- τιτίβισμα πουλιού το χάραμα. Αγαπούσε -είχε γεννηθεί για να λέει ‘καλημέρα’. Μοσχομύριζε -ανάσα θαλασσινού πρωινού Χείλη ολόδροσα -πάνω τους η πάχνη του τέλους της νύχτας. Ακροδάχτυλα -πέταλα τριαντάφυλλου* μάτια -στάλες ωκεανού* δέρμα -παρειές βρέφους. Με πέπλο αραχνούφαντο καλυμμένη -κεντίδια πάνω του οι πρώτες ηλιαχτίδες. Αγυάλιστο χρυσάφι τα μαλλιά -μέσα τους φωλιάζανε δροσοσταλίδες. Μια μικρή θεά ήταν -αδελφή του Ήλιου και της Σελήνης. Η Ηώς -αυτή που κάθε μέρα έφερνε στη γη την αυγή. Προτού ακόμα χαράξει, στεκότανε πίσω από την μεγάλη πύλη του ανάκτορου του αδελφού της κι ενώ εκείνος, ο Ήλιος, έριχνε τις τελευταίες ματιές στο άρμα του - μήτε ίχνος σκόνης να μην υπάρχει πάνω του- εκείνη, η Ηώς, με τα τρυφερά της δάχτυλα ξεκλείδωνε την ολόχρυση καστρόπορτα και έκανε το πρώτο βήμα προς τις πεδιάδες του ουρανού. Πρώτο βήμα και οι πρώτες πρωινές στάλες από τα μαλλιά της και οι πρώτες τρυφερές, πολύχρωμες ανταύγειες από το αραχνούφαντο χιτώνα της, κατρακυλούσαν στα βουνά, στις θάλασσες, στις πολιτείες. Τα βλέφαρα των ανθρώπων τρεμοπαίζανε, τα σώματά τους αναδεύονταν πάνω στα στρώματα, ενώ στα δάση ξεχύνονταν κελαϊδισμοί και ευωδιές από τα υγρά πέταλα των λουλουδιών. Η Ηώς ξεκίναγε τη μέρα, από πίσω της σε λίγο ο Ήλιος θα ακολουθούσε με το άρμα του που το σέρνανε τα τέσσερα άλογα… Κι εκείνη -διακριτικά, ήσυχα- θα επέστρεφε πίσω στο ανάκτορο του αδελφού της. Ελεύθερη από τα καθήκοντά της, μπορούσε πια να τριγυρνά σε παραλίες, σε ολάνθιστες πλαγιές, σε έρημα νησιά, στις αγορές των πόλεων, στα λημέρια του Ολύμπου. Μια μικρή, μ΄ αστόχαστη θεότητα ανάμεσα άλλοτε σε θνητούς κι άλλοτε σ΄ αθάνατους, να αναζητά τις χαρές του έρωτα. Παλληκάρια, που ακόμα δεν είχαν γένια στα μάγουλά τους, αναζητούσαν ένα της βλέμμα. Γέροντες που πιστεύανε πως θα τους χάριζε ξανά τη νεότητα ακολουθούσαν τα ίχνη της. Θεοί που κατοικούσαν στον Όλυμπο* κάποιοι που δεν εγκαταλείπανε τα πελάγη* όσοι διαφεντεύαν τους ποταμούς ή τις σκοτεινές λίμνες του Άδη -όλοι ελπίζανε να κερδίσουν έστω και για μια μέρα τη συντροφιά της. Κι εκείνη επέλεγε -έτσι αμέριμνα, δίχως άλλον σκοπό παρά μονάχα να χαίρεται τον έρωτα. Κι έτσι αμέριμνα, ένα απομεσήμερο, ακολούθησε την πρόσκληση του θεού του Πολέμου, του Άρη, και μαζί του κλείστηκε στις αποθήκες των όπλων του. Η λάμψη των μαλλιών της, το χρώμα των ματιών της, η απαλότητα του λαιμού της -όλα καθρεφτίστηκαν πάνω στις καλογυαλισμένες ασπίδες, στις μυτερές λόγχες των δοράτων, στις σκαλισμένες λαβές των σπαθιών και όλα τους έτσι πήραν να λάμπουνε για ώρες πολλές, μέχρις ότου το άρμα της Σελήνης ξεκίνησε τη νυχτερινή πορεία του, αλλά τα άλογα με τις γκρίζες χαίτες χάσανε τον βηματισμό τους -ο ουρανός δεν ήταν σκοτεινός όπως τον γνώριζαν, με άλλο γλυκύτατο χρώμα ήταν λουσμένος… Προχωρημένο σούρουπο που θύμιζε αυγούλα. Η τάξη του κόσμου ανασαλεύτηκε. Ο Δίας βρόντηξε – η βροντή του πιο τρανταχτή από την κλαγγή του πολέμου και ο Άρης υπέκυψε ως σώφρων στρατιώτης στη διαταγή ανωτέρου και αποσύρθηκε από το οπλοστάσιο. Μόνη έμεινε η Ηώς και ανασήκωσε τους ώμους, ως νεαρά που έχει χορτάσει από χάδια και φιλιά, πήρε να κατηφορίζει ήρεμα και νωχελικά προς τις πεδιάδες και τους κάμπους και κανείς δεν φρόντισε -μα πάντα και ποτέ κανείς δεν φροντίζει να προστατεύει την αστόχαστη αθωότητα της νιότης- να την ενημερώσει πως όχι μόνο ο Δίας είχε θυμώσει, μα και η ίδια η θεά του Έρωτα, η Αφροδίτη είχε ζηλέψει. Προτού η Ηώς εισέλθει στην αποθήκη του πολέμου, το μόνο άλλο θηλυκό που είχε εκεί μέσα μπει ήταν αυτή και μόνο -η Αφροδίτη. Το νέο γρήγορα διαδόθηκε ανάμεσα στους μεγάλους και στους μικρούς θεούς, αλλά η ίδια η Ηώς δεν το πίστεψε -Μα πώς ήταν δυνατόν να υπάρξει κατάρα που θα νικούσε την αγνότητα της κυράς του πρώτου, πρώτου φωτός; Αλλά τα λόγια της Αφροδίτης ήταν ξεκάθαρα -Ποτέ η Ηώς να μην χαιρότανε την απόλυτη ευτυχία του έρωτα. Κι ότι αποφασίζει η θεά του έρωτα, είναι πάντα πιο πάνω ακόμα και από το πλέον γλυκό ξημέρωμα. Έτσι είναι! Κι έπειτα πέρασε ο καιρός -ας μην τον μετρήσουμε με τον ρυθμό των ανθρώπων. Οι άνθρωποι γερνούν και πεθαίνουν. Οι θεοί ζούνε αναλλοίωτοι και για πάντα. Αυτό όλοι -θνητοί κι αθάνατοι- οφείλουν να το ξέρουν και να το ενθυμούνται. Η Ηώς -δεν μπορεί!- πρέπει να το γνώριζε, αλλά το λησμόνησε εκείνη τη μέρα που σε ακρογιαλιά του Ίλιου συναπαντήθηκε με τον Τιθωνό. Όμορφος νέος, νεότατος άνδρας ο Τιθωνός -ίσα που είχε αρχίσει να φυτρώνει το πρώτο πλούσιο γένι γύρω από τα μαγουλά του. Είχε κατάμαυρα μαλλιά και μελαχρινή επιδερμίδα -γνήσιος απόγονος της φαμίλιας που κυβερνούσε τη φημισμένη Τροία. Αρχοντικό παράστημα, αρρενωπή θωριά, μα και μια γλυκύτητα που ξεπηδούσε από το βλέμμα του και τα γραμμένα του χείλη. Η Ηώς ήταν που πρώτη τον είδε -πάνω σε βραχάκι καθισμένος κοιτούσε τη θάλασσα. «Τι κάνεις εδώ μονάχος;» με το γνωστό της αυθορμητισμό τον πλησίασε. Ο Τιθωνός προτού ακόμα γυρίσει να τη δει, αισθάνθηκε να λούζεται σε απαλό φως και να τον τυλίγει η μυρωδιά ανάσας αγριολούλουδου. Κι έπειτα μέσα στο στήθος του κάτι σα μιαν αύρα λες και τον διαπέρασε -φούσκωσαν τα σπλάχνα του, το αίμα του κύλησε με την ορμή χειμάρρου και αισθάνθηκε να χάνει τη φωνή του «Δεν απαντάς;» η Ηώς χαμογελούσε με το σάστισμά του -τώρα ο Τιθωνός ίδια με σαστισμένο έφηβο έμοιαζε. Έφηβο που κοιτούσε με λαχτάρα κάτι που τον είχε συναρπάσει. «Μετρώ τα κύματα…» ήταν ότι έτσι πρόχειρα σκέφτηκε να της απαντήσει. Κάθισε δίπλα του εκείνη «Ας τα μετρήσουμε μαζί!» είπε κι άπλωσε το χέρι της, «Να, δες!... Ένα… Και δεύτερο… Και τρίτο…» σταμάτησε, στράφηκε προς τη μεριά του… «Μιας κι εσύ δεν μετράς, πες μου τουλάχιστον το όνομα σου…» Και της το είπε… Του είπε και το δικό της. Τα κύματα συνέχιζαν να ξεψυχούνε πάνω στα βραχάκια. Κανείς δεν τα μετρούσε πια. Μια μικρή θεά κι ένας νέος, νεότατος άνδρας κρατιόντουσαν από το χέρι. Για λίγες στιγμές. Κι έπειτα πλησίασαν τα κεφάλια τους* ενώθηκαν τα χείλη τους. Στην αγκαλιά ο ένας του άλλου. Ερωτευμένοι κι ευτυχισμένοι. Μα εκείνη η φράση της Αφροδίτης δεν είχε ξεχαστεί -ότι ξεστομίζουν οι θεοί, δεν το παίρνουν πίσω. ************ Στο αρχοντικό του Ήλιου έμενε η Ηώς και τώρα μαζί της, δίπλα της και Τιθωνός. Μαζί της ξυπνούσε αχάραγα και του άρεσε να την παρακολουθεί να ανοίγει την πύλη απ΄ όπου θα ξεχυνότανε το άρμα του Ήλιου με τα τέσσερα κατάλευκα άλογα που το σέρνανε. Έλουζε με το γλυκό της φως η Ηώς τη γη και τα ουράνια και ήταν κι εκείνη το ίδιο λουσμένη από τις τρυφερές αποχρώσεις του λυκαυγούς. Κι ενώ η Πύλη έκλεινε, ο Τιθωνός την άρπαζε στην αγκαλιά του –«Ο ευτυχέστερος των θνητών είμαι που έχω δική μου την αιώνια γλύκα των χρωμάτων της αυγής» ψιθύριζε και τα χείλη του ακουμπούσαν στα χείλη της καλής του. Ο ευτυχέστερος των θνητών -φράση που έκρυβε μια τραγωδία. Για πόσο μπορούν να είναι μαζί ένας θνητός και μια αθάνατη; Και οι δυο, υπήρχαν ώρες που ανατριχιάζανε καθώς αυτή η σκέψη πλάκωνε τις καρδιές τους «Όταν εγώ πεθάνω, εσύ άλλον θα βρεις να είναι δίπλα σου…»- το δικό του παράπονο «Όταν εσύ πεθάνεις, εγώ θα μισήσω την αθανασία μου» - έλεγε η Ηώς και ανατρίχιαζε. Όχι! Μια θεά ήταν… Έστω μικρή έως ασήμαντη* δεν ήταν από τις άλλες τις αθάνατες θέες που κατοικούσαν στον Όλυμπο. Μα ως θεά κάτι θα μπορούσε να πετύχει. Κι αν η ίδια δεν είχε τη δύναμη να κάνει τον αγαπημένο της αθάνατο, μπορούσε - είχε κάθε δικαίωμα- να το ζητήσει από εκείνον, τον μέγιστο θεό που θα μπορούσε να το κάνει. Στον Δία, λοιπόν, κατέφυγε. Η μικρή θεότητα της πρωινής αύρας στάθηκε μπροστά στον άρχοντα των κεραυνών. «Ώστε αυτό και μόνο θες;» ο Δίας είχε διάθεση να παίξει με τον καημό της αστόχαστης μακρινής συγγένισσάς του -αχ, αυτή η αυγή που ποτέ της δεν σκέφτεται να μάθει ποιο τάχα καλό ή πιο τάχα κακό θα συμβεί στην υπόλοιπη διάρκεια τη μέρας! «Αυτό! Για να είμαστε πάντα μαζί!» η Ηώς με το πάθος του έρωτα που μόνο τον έρωτα σκέφτεται απάντησε. Ο Δίας χαμογέλασε. Πολύ πυκνά τα γένια του, κρύβανε το σατανικό χαμόγελό του. Και το βλέμμα του -κι αυτό το κρύβανε τα πυκνά του φρύδια. Τουλάχιστον η Ηώς δεν πρόσεξε τη ματιά του που ενωνότανε με το βλεφάρισμα της Αφροδίτης… Ναι, λίγο πιο κει η αρχόντισσα του ερωτικού πάθους, παρακολουθούσε -σατανικό και το δικό της χαμόγελο. Πάντως η Ηώς επέστρεψε στην αγκαλιά του καλού της και βούτηξαν μέσα στα ολόδροσα νερά μιας λίμνης. Με απλωτές, υγρά αγγίγματα, φιλάκια στολισμένα με στάλες νερού- με τέτοια κι άλλα παιχνίδια γιορτάσανε την αιωνιότητα και των δύο. Και συνεχίζανε έτσι να ζούνε… Μέρες, μήνες, χρόνια… Ξέγνοιαστοι. «Για πάντα μαζί…» ο Τιθωνός εκείνο το απόγευμα θυμήθηκε και πάλι να συλλαβίσει την ευτυχία του. «Και για πάντα νέοι…» του υπενθύμισε η Ηώς, αλλά ξάφνου, τα δάχτυλά της, έτσι όπως περνούσαν ανάμεσα στα κατάμαυρα μαλλιά του καλού της, ξαφνικά μουδιάσανε. Μια λευκή τρίχα είχε σκαλώσει στην άκρη νυχιού της. Και η Ηώς πάγωσε, χλόμιασε… Βουβάθηκε. Γύρισε ο Τιθωνός να δει τι έχει συμβεί. Είδε ανάμεσα στα δάχτυλα της αγαπημένης του, τη λευκή τρίχα από τα μαλλιά του. Πάγωσε, χλόμιασε κι αυτός… Ούρλιαξε - «Γερνάω!... Δεν είναι δυνατόν!... Γερνάω;» Η Ηώς με παγωμένο βλέμμα, παγωμένη φωνή, επιβεβαίωσε «Γερνάς…» Αλλά αμέσως μετά κι οι δυο σκεφτήκανε πως κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να συμβαίνει. «Ο ίδιος ο Δίας σε διαβεβαίωσε…» ο Τιθωνός θυμότανε Η Ηώς ανασηκώθηκε. Έκλεισε μέσα στη χούφτα της τη λευκή τρίχα – «Μου το υποσχέθηκε…!» σχεδόν θυμωμένη είπε, «Τώρα αμέσως θα πάω και θα του δείξω…» άνοιξε την παλάμη της. Η εικόνα της λευκής τρίχας έκανε και τους δυο να παγώσουν από τη φρίκη. Μα λίγο πιο μετά -έτσι κι αλλιώς οι θεοί γρήγορα μπορεί από τον έναν τόπο να μεταφέρονται σε άλλον- η εικόνα αυτής της λευκής τριχούλας μέσα στην παλάμη της Ηούς, δεν έκανε καμιά εντύπωση στον Δία. «Αθάνατος δεν σημάνει και για πάντα νέος» σχολίασε. Η Ηώς τόλμησε να υψώσει τη φωνή της -ναι, υπάρχουν και φορές που ένα λυκαυγές γίνεται άγριο ως μεσημεριανή μπόρα. «Σου είχα ζητήσει και μου υποσχέθηκες…» η διαμαρτυρία της μαζί με θυμό είχε και ένα παράπονο. «Ότι μου ζήτησες στο έκανα… Η αθανασία του Τιθωνού ίδια με τη δική σου…» Ο αραχνούφαντος χιτώνας που κάλυπτε το σώμα της, ίδια με κουρελιασμένο ύφασμα έδειχνε -έτσι τον είχε μετατρέψει η Ηώς καθώς με τα χέρια της πήρε να τον τραβά, να τον ξεσχίσει λες κι ήθελε. «Μα εγώ μένω και πάντα νέα…» στην κρυμμένη μέσα σε σύννεφα κορυφή του Ολύμπου ακούστηκε ο σπαραγμός της. Μα εκεί που κατοικούνε οι θεοί μόνο παρακλήσεις και ικεσίες γίνονται δεκτές. Όχι παράπονα. «Ας μου ζητούσες και την αιώνια νεότητα…» αδιάφορα απάντησε ο Δίας και στράφηκε προς το θρόνο της Αφροδίτης. Εκείνη πάντα χαμογελούσε. Υπάρχει διαφορά -άλλο να είσαι μεγάλη θεά κι άλλο μικρή θεότητα. Στην πρώτη περίπτωση ότι ξεστομίσεις γίνεται, στη δεύτερη πρέπει να σκέφτεσαι καλά προτού ζητήσεις αυτό που θα ήθελες να γινότανε. Κι έτσι η Ηώς άνοιξε την παλάμη της, τη λευκή τριχούλα την παρέσυρε το βοριαδάκι του βουνού κι έπειτα η ίδια πήρε να επιστρέφει προς το αρχοντικό του Ήλιου. Αργοπόρησε όσο μπορούσε. Μα να αποφύγει να εξηγήσει στον Τυθωνό αυτό που τους περίμενε, δεν γινότανε. Κι έτσι κι έγινε. Και λένε πως υπήρξαν μέρες πολλές στη σειρά που οι αυγές τους ήταν ολοσκότεινες -βροχερές, συννεφιασμένες, καλυμμένες σε στρώματα ομίχλης. Σχεδόν ανύπαρκτες. Μα η τάξη του κόσμου δεν γίνεται να αλλάξει από την απογοήτευση και το κλάμα δυο ερωτευμένων. Όλα, σύντομα, επέστρεψαν στην κανονική τους τη σειρά. Κάθε αυγή η Ηώς άνοιγε τις πύλες για να ξεκινήσει το άρμα του Ήλιου το ταξίδι του. Και τα χρώματα τα τρυφερά και οι γλυκές θωπείες της πρωινής αύρας και όλες οι ανάλαφρες μυρωδιές των νοτισμένων αγρών απλωνόντουσαν στη γη. Κι έπειτα η ίδια η Ηώς επέστρεφε στα δωμάτιά της και εκεί την ανέμενε ο Τιθωνός -κάθε μέρα και πιο γερασμένος. Κάθε μέρα και μια νέα ρυτίδα, κάθε μέρα και μια ακόμα λευκή τρίχα, κάθε μέρα και ολοένα κύρτωνε η πλάτη του, τα γόνατά του δεν τον κρατούσαν, τα χείλη του μαραίνονταν, τα δόντια του κιτρινίζανε… Πέφτανε. Η φωνή του γινότανε ολοένα και πιο βραχνή -το σ΄ αγαπώ του ακουγότανε ως σκληρός ήχος. Για χρόνια όλα αυτά. Και χρόνια πολλά μετά, η Ηώς δεν τον κράταγε μέσα στην αγκαλιά της. Πώς να αγκαλιάσεις πλάσμα που είχε γίνει τόσο μικρό ώστε στη χούφτα σου μέσα να χωρά; Πλάσμα μικρό, συρρικνωμένο που συνέχιζε να λέει σ’ αγαπώ, αλλά που ακουγότανε ως ένα μονότονο, λίγο σκληρό τραγούδι. Και η Ηώς πήρε την απόφαση. Και εκείνη τη μέρα, καθώς είχε πια ανοίξει τις πύλες και το άρμα του Ήλιου είχε ξεχυθεί στον ουρανό, μέσα από τα δάχτυλά της άφησε να ελευθερωθεί το πλασματάκι -τόσο δα έντομο!- που είχε γίνει ο Τιθωνός και το παρακολούθησε να πέφτει έως τη γη, να πάει και να κουρνιάζει πάνω στη φλούδα ενός δέντρου. Και από εκεί πάνω να συνεχίζει το μονότονο, παράταιρο τραγούδι μιας αστόχαστης αγάπης. Το τραγούδι του τζίτζικα. https://www.hartismag.gr/hartis-77/hartaki/astokhasti-aghapi (2176 λέξεις)

1.4.25

Το μυθιστόρημα cross over και η λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες,

Η λογοτεχνία μια αφήγηση είναι. Και σε μια διαχρονικά κεντρική παρουσία, δύο είναι τα βασικά θέματα αφήγησης: ο έρωτας και η ταυτότητα. Και αν με το ερωτικό συναίσθημα το Εγώ επικοινωνεί με το Εσύ, με την ανάγκη αναγνώρισης της ταυτότητας του το Εγώ ανακαλύπτει τη σχέση του με τους άλλους. Ο έρωτας μας έχει χαρίσει μεγάλες ερωτικές αφηγήσεις. Η αναζήτηση της ταυτότητας μας έχει προσφέρει καταγραφές πορείας προς την ενηλικίωση. Μας χάρισε το μυθιστόρημα ενηλικίωσης, το Bildungsroman, όπως διεθνώς αποκαλούμε αυτό το είδος λογοτεχνικής αφήγησης και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μυθιστορηματική καταγραφή της πορείας ενός νεαρού ατόμου προς την ατομική του και συνειδητή του ενσωμάτωση στον κόσμο των ενηλίκων. Μια πορεία συνήθως επώδυνη και συχνά ανατρεπτική ως προς τις κοινωνικές νόρμες. Που όμως τελικά οδηγεί το κεντρικό πρόσωπο του έργου να βρει τη θέση του μέσα σε ένα κόσμο συνεχώς μεταβαλλόμενο. Αν όχι μέχρι τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα, σίγουρα πάντως μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του, η λογοτεχνία γραφότανε για να διαβαστεί από ενήλικες. Στα παιδιά και στους εφήβους προσφέρονται προς ανάγνωση ηθικοπλαστικά κείμενα που στόχο τους –συνειδητό ή όχι- είχαν όχι την αποκάλυψη της ταυτότητας, μα αντίθετα την όσο πιο αργότερα γινότανε ανακάλυψή της. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος θα φέρει μεγάλες ανακατατάξεις και στις απόψεις για το τι πρέπει αν θεωρούμε ως λογοτεχνία για παιδιά και νέους. Το 1953 ιδρύεται η IBBY –Διεθνής Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα- και το ανήλικο άτομο αναγνωρίζεται πως έχει και αυτό δικαίωμα σε μια καθαρή και δίχως παιδαγωγικές στρεβλώσεις λογοτεχνία, που θα το αφορά άμεσα. Το μυθιστόρημα ενηλικίωσης μέσα σε αυτό το κλίμα καλείται να παίξει ένα πλέον συγκεκριμένο ρόλο. Ανάμεσα στο παιδί και τον έφηβο αναγνωρίζονται πλέον συγκεκριμένα όρια και αναζητείται η αφήγηση εκείνη που θα στρέφει κατά κύριο λόγο τη ματιά της άλλοτε στο ένα κι άλλοτε στον άλλον. Το 1974 κυκλοφορεί το βιβλίο του Ρόμπερτ Κόρμιερ «Ο πόλεμος της σοκολάτας» και πιστεύω πως την ίδια στιγμή δημιουργείται μια νέα –εκδοτικών προδιαγραφών- κατηγορία λογοτεχνικών έργων. Αυτή που σήμερα έχει πλέον καθιερωθεί με την ονομασία young adults literature και που με μια ελληνική ελεύθερη μεταφορά της θα μπορούσαμε να την πούμε: λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες. Τα μυθιστορήματα που θα ενταχθούν σε αυτή την κατηγορία, εκδοτικά προωθούνται προς ένα νεανικό κοινό. Ήδη οι ανάγκες της αγοράς από τη μια, αλλά και η εξειδίκευση της σχέσης λογοτεχνίας και παιδαγωγικής από την άλλη, δημιουργούν πρώτα και καλύπτουν αμέσως μετά την ανάγκη να υπάρχουν έργα που θα απευθύνονται σε συγκεκριμένες ηλικιακά ομάδες αναγνωστών. Ανάμεσα στο εικονογραφημένο βιβλίο, στη λογοτεχνία για παιδιά και σε αυτή για ενήλικες, έρχεται να καθιερωθεί η λογοτεχνία για εφήβους και νέους, αυτή που πλέον συγκεκριμένα θα χαρακτηρισθεί ως λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες. Τα μυθιστορήματα, λοιπόν, αυτής της κατηγορίας στην ουσία είναι μυθιστορήματα ενηλικίωσης. Μόνο που πλέον οι νόμοι της αγοράς επιβάλλουν να διαχωρίζονται από όσα άλλα ασχολούνται με διάφορα άλλα θέματα που απασχολούν κυρίως ή και μόνο τους ενήλικες. Για εδώ και πάνω από τριάντα περίπου χρόνια η λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες δημιουργεί σημαντικά λογοτεχνικά κείμενα. Εκτός από τον Κόρμιερ, παρουσιάζονται, και καθιερώνουν την ποιότητα αυτών των έργων, συγγραφείς όπως ο Μέλβιν Μπέρτζες, η Μύριαμ Πρέσσλερ, η Τζόυς Κάρολ Όουτς, ο Έιβι, ο Ντέιβντ Όλμοντ, η Τζούντυ Μπλουμ, ο Πήτερ Ντίκινσον, ο Φίλιπ Πούλμαν, η Σίλια Ρις κ.α. Στην Ελλάδα έχουμε όλα σχεδόν τα μυθιστορήματα της Ζωρζ Σαρρή, και κάποια άλλων σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων (Κοντολέων, Ψαραύτη, Μάστορη, Τίγκα, Παπαθεοδώρου, Μανδηλαράς κ.α). Μα η κοινωνική δυσκαμψία της ελληνικής ζωής δεν επιτρέπει μια ολοκληρωμένη και σε ένα ουσιαστικά γενικευμένο βαθμό ανάπτυξη αυτού του είδους. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα ελληνικά έργα για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες (για αναγνώστες δηλαδή από 13 περίπου χρονών και πάνω) ή ασφυκτιούν ή αυτόβουλα εντάσσονται μέσα στα όρια της εφηβικής / νεανικής λογοτεχνίας (που δείχνει να αυτοπεριορίζεται σε αναγνώστες κάπου εκεί γύρω στα δώδεκα με δεκατρία τους χρόνια) Με την είσοδο του 21ου αιώνα και με τις νέες δομές ανάπτυξης της διακίνησης και προώθησης της λογοτεχνίας τόσο των ενηλίκων όσο και των νέων, επιβάλλονται έξωθεν και άνωθεν νέες κατηγοριοποιήσεις των λογοτεχνικών κειμένων. Αυτές οι νέες συνθήκες στην περιοχή των κειμένων που έχουν να κάνουν με την περίοδο της εφηβικών αναζητήσεων, επανεξετάζουν τη θέση τους εκείνη όπου είχε διαχωρίσει το λογοτέχνημα που απευθύνεται σε ενήλικα αναγνώστη από εκείνο που στρέφεται προς τον αναγνώστη που σχεδόν ολοκληρώνει την εφηβεία του και αποφασίζουν να υπενθυμίσουν πως το καλό λογοτεχνικό έργο μπορεί να ‘συνομιλεί’ και με μικρούς και με μεγάλους. Και παράλληλα βέβαια υπονοούν (μα και ελπίζουν) πως τα μυθιστορήματα αυτά θα ενδιαφέρουν περισσότερες ηλικιακές ομάδες αναγνωστών (άρα και από περισσότερους θα αγοραστούν). Αλλά επειδή η παλιά ονομασία του Bildungsroman (μυθιστόρημα ενηλικίωσης) χρησιμοποιείται πλέον σε μελέτες της λογοτεχνίας και ο ορισμός ‘λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες’ κρατά κάποιους ηλικιακούς διαχωρισμούς, ένας νέος και πλέον ελκυστικός όρος καθιερώνεται στην αγορά –crossover novel. Τα μυθιστορήματα crossover είναι εκείνα τα λογοτεχνικά έργα που αν και στηρίζονται σε θέματα που αφορούν τον έφηβο (μερικές φορές ακόμα και ένα παιδί) εντούτοις με την γλωσσική τους ενσάρκωση και τον εσωτερικό φωτισμό του θέματός τους, μπορούν να κρατήσουν το ενδιαφέρον και ενός ενήλικου αναγνώστη. Με τούτη, λοιπόν, τη νέα ονομασία τα μυθιστορήματα αυτού του είδους μπορούν να βρούνε αναγνώστες από διάφορες ηλικίες. Όλα τα πιο πάνω έχουν στην Ελλάδα φτάσει και με καθυστέρηση και συχνά παραμορφωμένα. Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό εφήβων και ενηλίκων ήταν και παραμένει περιορισμένο. Ανάμεσα στη λογοτεχνία για παιδιά και στη λογοτεχνία των ενηλίκων, τα έργα που ασχολούνται με την εφηβεία – ενηλικίωση ελέγχουν το εύρος των προβληματισμών τους και ή στρέφονται προς τις παιδικές / νεανικές σειρές εκδοτικών οίκων ή ‘βίαια’ ενηλικιώνουν τους έφηβους πρωταγωνιστές τους ώστε να ενταχθούν τα ίδια σε σειρές νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ίσως όμως, να πρέπει και εδώ, στον τόπο μας, να γίνει σαφές πως ανάμεσα στο μυθιστόρημα ενηλικίωσης «Μεγάλες Προσδοκίες», στο μυθιστόρημα για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες «Ο πόλεμος της σοκολάτας» και στο crossover «Η κλέφτρα των βιβλίων», οι μόνες διαφορές που μπορεί κανείς να βρει είναι όσες έχουν να κάνουν με τον χρόνο συγγραφής, μα και κυκλοφορίας τους. Όχι με την ποιότητα της γραφής, μήτε με την ουσιαστική ανάλυση και εμβάθυνση σκέψεων και συναισθημάτων. Ολοκληρώνοντας αυτή την καταγραφή σκέψεων πάνω στην ταυτότητα των έργων cross over, θα ήθελα να συνοψίσω τα βασικά χαρακτηριστικά του είδους αυτού. Α. Πολυσημαντικότητα της αφήγησης Το μυθιστόρημα cross over που θα ζητήσει να συνομιλήσουν μαζί του αναγνώστες διαφορετικών ηλικιών, όσο κι αν είναι ελαφρώς στραμμένο προς τη μεριά του νέου ανθρώπου, θα πρέπει να χρησιμοποιεί μια πολυσήμαντη γλώσσα. Β. ‘Έντονο, ταχύ ύφος. Φράσεις που λες και έχουν τη μυρωδιά νεανικού ιδρώτα. Μέσα σε μια εποχή ταχύτητας και γρήγορης εναλλαγής παραστάσεων, η λογοτεχνική αφήγηση που θέλει να κρατήσει κοντά της και νέους σε ηλικία αναγνώστες, πρέπει κάποιες φορές να δανείζεται κινηματογραφικές τεχνικές. Γ. Η χρήση συχνά ακραίων δομών της γλώσσας. Οι νέοι αμφισβητούν ακόμα και την παραδοσιακή εκφορά του λόγου. Γι αυτό άλλωστε και η προφορική εκφορά του λόγου τους συχνά μας ξαφνιάζει και μας κάνει να την χαρακτηρίζουμε αρνητικά. Μα αξίζει να προσπαθήσουμε να τους πλησιάσουμε όχι μιμούμενοι μια αργκό -που τις περισσότερες φορές είναι και αναλώσιμη και γρήγορα θα χαθεί- αλλά αποδεικνύοντας πόσο ευέλικτη μπορεί να γίνει μια αφήγηση ακολουθώντας το συναίσθημα που εκφράζουν τα περιεχόμενα. Δ. Η ισότιμη -έστω σχεδόν ισότιμη ανάπτυξη χαρακτήρων διαφορετικών ηλικιών Πιστεύω πως είναι σημαντικό ο νέος άνθρωπος να ξεφεύγει από τον εγωκεντρισμό του ‘εγώ’ του και να αφουγκράζεται τους παλμούς των ενηλίκων. Κάπως έτσι μπορεί να γίνει η προσέγγιση των γενεών. Σε ένα μυθιστόρημα cross over συμπρωταγωνιστούν και οι ενήλικες. Ε. Ενδοκειμενικότητα Οι Τέχνες συνομιλούν μεταξύ τους και οι διάφοροι δημιουργοί τις περισσότερες φορές έχουν επηρεαστεί από τα έργα άλλων. Αλλά και στους αναγνώστες -ιδίως στους νεαρούς ενήλικες- αξίζει να τους δίνεται αυτή η ευκαιρία να δούνε το πως τα ποικίλα συναισθήματα -των ηρώων του βιβλίου που διαβάζουν, μα και τα δικά τους – μπορεί με διαφορετικές τεχνικές να έχουν εκφραστεί. Κι ακόμη στο επίπεδο της αναγνωστικής εμπειρίας, οι ενδοκειμενικότητες έχουν πολλά να προσφέρουν. ΣΤ. Η ‘εφηβικότητα’ του κειμένου Ένα μυθιστόρημα cross over -το σημειώσαμε και άλλες φορές- όσο κι αν αναζητά να έχει επικοινωνία με αναγνώστες νεαρούς και μεγαλύτερης ηλικίας, στην ουσία είναι στραμμένο προς τη νεότητα, άλλωστε και γι αυτό σχεδόν ταυτίζεται με το μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Αυτό σημαίνει πως ολόκληρο πρέπει να αποπνέει μια εφηβικότητα. Πώς όμως μπορεί κανείς να πετύχει κάτι τέτοιο; Η πρώτη απάντηση που έρχεται στη σκέψη είναι ‘η γλώσσα’. Αλλά συχνά μια τέτοια διάθεση χρήσης της γλώσσας μας παγιδεύει σε κάτι το ψεύτικο. Γιατί η εφηβικότητα είναι τρόπος όρασης του κόσμου -του εγώ και του άλλου. Είναι μέθοδος κρίσης του περιβάλλοντος. Είναι άποψη. Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε δυο ζευγάρια και τον έρωτα τους. Δυο παγκοσμίως γνωστά ζευγάρια, δυο διαχρονικούς τύπους έρωτα. Από τη μιας εκείνον του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας και από την άλλη του Οθέλλου και της Δεισδαιμόνας. Ζ. Όχι στη γραφή παθητικής μίμησης Πολύ συχνά ένας συγγραφέας που γράφει για νεαρούς ενήλικες προσπαθεί να τους κερδίσει χρησιμοποιώντας τεχνικές που πιστεύει πως δε θα τους ξενίσουν, πως θα τους κάνουν να αισθανθούν πως ο κόσμος που τους παρουσιάζει δεν διαφέρει σε τίποτε από τον δικό τους. Λάθος. Γιατί μπορεί ένα μυθιστόρημα να αναφέρεται σε κάτι ρεαλιστικό, αλλά την ίδια στιγμή δεν θα πρέπει να μιμείται τον ρεαλισμό της καθημερινότητας. Η λογοτεχνία έχει τη δική της δομή και έκφραση. Μπορεί ο Αριστοτέλης να ισχυρίζεται πως η Τέχνη είναι μίμηση πράξης σπουδαίας, αλλά την ίδια στιγμή υπονοεί πως η μίμηση αυτή δεν είναι αντιγραφή. Για να μπορέσει ένα έργο και μάλιστα ένα μυθιστόρημα cross over, να στήσει τις προϋποθέσεις μιας δικής του ρεαλιστικής μορφής χρειάζεται χώρο για να αναπτύξει χαρακτήρες και ιδέες, να παρουσιάσει αντιθέσεις και συνθέσεις. Η. Γνήσια προσέγγιση της ψυχοσύνθεσης του νεαρού ενήλικα Αυτό το χαρακτηριστικό ίσως είναι και το θεμέλιο κάθε καλού cross over μυθιστορήματος. Ο έφηβος -ο νεαρός ενήλικας πιο σωστά- αισθάνεται όλα γύρω του και μέσα του να αλλάζουν. Η σιγουριά που μπορεί να του πρόσφερε η οικογένεια, δεν τον πείθει πλέον. Νέα συναισθήματα, νέες μορφής σχέσεις και ένας κόσμος που απλώνεται μπροστά του έτοιμος να τον κατασπαράξει μα και να υποταχθεί στο εγώ του. Όσα θα αφηγηθεί το μυθιστόρημα αυτήν την ατμόσφαιρα πρέπει να εκπέμπουν. Πώς θα το πετύχει ο συγγραφέας; Οι τρόποι πάρα πολλοί και ολοένα και νέους μπορεί κανείς να συναντήσει. Εκείνο που προσωπικά πιστεύω πως πρέπει να αποφευχθεί είναι να προσπαθήσουμε μέσα από το πρόσωπο του έφηβου ήρωά μας να καταγράψουμε τα γενικά χαρακτηριστικά της εφηβείας. Όλα όσα πιο πάνω ανέφερα είναι γενικές διαπιστώσεις. Αλλά ο ήρωας του βιβλίου μας δεν μπορεί να είναι κάποιος -έτσι γενικά- νεαρός ή νεαρά. Είναι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο που βιώνει την εφηβεία του με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Και έτσι κι εμείς πρέπει να τον καταγράψουμε αν είμαστε οι συγγραφείς του. Έτσι να τον πλησιάσουμε αν είμαστε οι αναγνώστες του. Πολύ συχνά, συγγραφείς που γράφουν έχοντας στο κέντρο του έργου τους εφήβους, χρησιμοποιούν την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Στις εννιά φορές στις δέκα αποτυγχάνουν. Γιατί προσπαθούν να μιμηθούν -στην ουσία να εφεύρουν- μια γενικώς εφηβική φωνή. Αλλά ένα πρόσωπο που πάνω του θα στηριχτεί ένα ολόκληρο μυθιστόρημα, όσο κι αν μπορεί να είναι ένας μέσος έφηβος, εντός του μυθιστορήματος έχει το δικό του όνομα, τη δική του ταυτότητα. Όπως στην πραγματική ζωή κάθε ένας μας είμαστε μοναδικοί, έτσι και το κάθε πρόσωπο του μυθιστορήματος πρέπει να είναι μοναδικό -σαν κι αυτό κανένα άλλο. Προτού αποφασίσουμε να χρησιμοποιηθεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, καλό θα ήταν να σκεφτούμε τη χρήση της τριτοπρόσωπης. Έτσι με άνεση θα μπορέσουμε να φωτίσουμε όχι μόνο την εφηβεία του ήρωα, αλλά και θα αποφύγουμε την απαράδεκτη γενίκευση. Ας θυμηθούμε τον Σάλιντζερ -το μυθιστόρημα του θεωρείται το πρώτο cross over. Ο Φύλακας στη Σίκαλη δεν είναι ο όποιος έφηβος που μας αφηγείται. Έχει μια συγκεκριμένη ταυτότητα. Και αν αυτό το μυθιστόρημα έχει καταγραφεί ως το πρώτο cross over μυθιστόρημα, είναι ακριβώς γι αυτό. Ο ήρωάς του ορά τον κόσμο μέσα από μια εντελώς δική του εφηβική ματιά, την ίδια στιγμή που με μια εντελώς δική του εκφορά λόγου μας την περιγράφει. (1975 λέξεις) https://www.elniplex.com/%cf%84%ce%bf-%ce%bc%cf%85%ce%b8%ce%b9%cf%83%cf%84%cf%8c%cf%81%ce%b7%ce%bc%ce%b1-cross-over-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b7-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%af%ce%b1-%ce%b3%ce%b9%ce%b1/

10.3.25

Εκκωφαντική σιωπή (Μάνος Κοντολέων - Μαρίζα Ντεκάστρο)

Σχόλια και απόψεις σχετικά με το: Επιμορφωτικό Συνέδριο Εκπαιδευτικών με θέμα Η διδασκαλία της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και της Λογοτεχνίας στην Α’/Βάθμια και Β’/Βάθμια εκπαίδευση. Διδακτικές προτάσεις και προσεγγίσεις εν όψει της καθιέρωσης των νέων προγραμμάτων σπουδών και των νέων εγχειριδίων. Καθώς διαβάζαμε το πρόγραμμα του Επιμορφωτικού Συνεδρίου Εκπαιδευτικών με θέμα: Η διδασκαλία της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και της Λογοτεχνίας στην Α’/Βάθμια και Β’/Βάθμια εκπαίδευση - Διδακτικές προτάσεις και προσεγγίσεις εν όψει της καθιέρωσης των νέων προγραμμάτων σπουδών και των νέων εγχειριδίων, που διοργανώθηκε σε τρεις διήμερες συναντήσεις (15 -16/2, 22-23/2 και 8-9/3), με έκπληξη διαπιστώσαμε πως στην ουσία όλο το Συνέδριο είναι αφιερωμένο στη Β’ βάθμια Εκπαίδευση και μάλιστα στα δυο -ίσως και το ένα και τελευταίο χρόνο της. Στην Δευτέρα και κυρίως στην Τρίτη Λυκείου. Και η διαπίστωσή μας αυτή στηρίχτηκε πρώτα απ΄ όλα στο ότι κανείς (εκτός από τους Ελένη Πριοβόλου και του ενός από εμάς που υπογράφει αυτό το κείμενο) άλλος συγγραφέας που με το έργο του έχει απευθυνθεί σε μαθητές του Δημοτικού και του Γυμνασίου δεν είναι ανάμεσα στους ομιλητές. Αλλά μήτε και κανείς από τους πανεπιστημιακούς καθηγητές Παιδικής και Νεανικής Λογοτεχνίας των Παιδαγωγικών Τμημάτων των Πανεπιστήμιων μας δεν είχε προσκληθεί για να καταθέσει τις απόψεις του πάνω στα λογοτεχνικά κείμενα που μπορούν να κρατήσουν το ενδιαφέρον παιδιών και εφήβων και έτσι να τους μεταφέρουν στη συνέχεια προς την ομάδα των μόνιμων αναγνωστών λογοτεχνίας κατά τη διάρκεια όλης τους της ζωής. Για μια ακόμα φορά έγινε φανερό πως πάρα πολλοί –ίσως η πλειοψηφία- από εκείνους που είτε επανδρώνουν είτε έχουν φοιτήσει στις Φιλοσοφικές Σχολές αγνοούν -και στην χειρότερη περίπτωση απαξιώνουν- τα λογοτεχνικά βιβλία που διαβάζουν παιδιά και έφηβοι. Κι όμως το γεγονός ότι διοργανώθηκε αυτό το 6ήμερο Επιμορφωτικό Συνέδριο Εκπαιδευτικών με θέμα Η διδασκαλία της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και της Λογοτεχνίας στην Α’/Βάθμια και Β’/Βάθμια εκπαίδευση, και μάλιστα υπό την Αιγίδα του ΥΠΕΠΘ, των Φιλολογικών Τμημάτων των πανεπιστημίων Αθηνών, Κρήτης, Πελοποννήσου, Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, θα έπρεπε να φανέρωνε την αποφασιστικότητα της πολιτείας να υποστηρίξει ένα σύγχρονο και λειτουργικό πρόγραμμα διδασκαλίας της νέας ελληνικής και της λογοτεχνίας, το οποίο θα υπακούει σε μια κοινή διδακτική γραμμή, εξελικτικά από την α’ τάξη του δημοτικού μέχρι τη γ’ λυκείου, και το οποίο θα συνεπικουρείται από τα νέα εγχειρίδια του γλωσσικού μαθήματος. [Αναλυτικά το αντικείμενο του Συνεδρίου, τις ενότητες, τους εισηγητές και γενικές πληροφορίες στην ανακοίνωση του Πανεπιστημίου Κρήτης. https://www.philology.uoc.gr/uploads/2.-PROGRAMMA-EISHGHSEWN-A.pdf] Το συνέδριο, λοιπόν, αποτελείτο από τρεις ενότητες: Α’, Νέα Ελληνική Γλώσσα: με τη συμμετοχή ακαδημαϊκών (μέλη ΔΕΠ και διδάκτορες του γνωστικού αντικειμένου), οι περισσότεροι από τους οποίους είναι συγγραφείς των νέων σχολικών εγχειριδίων. Β΄: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία: με τη συμμετοχή κριτικών λογοτεχνίας, καθηγητών νεοελληνικής λογοτεχνίας, φιλολόγων, κ.ά. Γ’: Οι λογοτέχνες «διδάσκουν» το έργο τους: με συμμετοχή των πεζογράφων και ποιητών: Ρέας Γαλανάκη, Αγγέλας Καστρινάκη, Ανδρέα Μήτσου, Ιωάννας Καρυστιάννη, Ζυράννας Ζατέλη, Γιώργου Παπαδάκη, Γιώργου Βέη, Στάθη Κουτσούνη, Γιώργου Μαρκόπουλου, Παντελή Μπουκάλα, Ελένη Πριοβόλου, Μάνου Κοντολέων κ.π.ά. Ανάμεσα στις ομιλίες των συγγραφέων παρεμβλήθησαν «ερμηνευτικές αναγνώσεις λογοτεχνίας» από γνωστούς ηθοποιούς: Θέμις Μπαζάκα, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Φιλαρέτη Κομνηνού, Στέλιος Μάινας, Γιάννης Μπέζος, Κατερίνα Λέχου, Κατερίνα Διδασκάλου, Κάρμεν Ρουγγέρη, Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Βασίλης Ασημάκης. Μουσικές ακροάσεις: 10 μουσικά σύνολα, ορχήστρες και χορωδίες από σχολεία της Α΄ Αθήνας σε συνεργασία με διαπρεπείς αοιδούς. Από την ανάγνωση του προγράμματος τίθενται κάποια θέματα προς συζήτηση 1. Ο προσανατολισμός του συνεδρίου είναι σαφέστατο πως αφορά σχεδόν αποκλειστικά τη Β’/Βαθμια εκπαίδευση -και μάλιστα κυρίως με το μέρος της εκείνο που έχει να κάνει με το Λύκειο. Ο προσανατολισμός, υποθέτουμε, ορίστηκε από τα συμμετέχοντα πανεπιστημιακά τμήματα. Ωστόσο, είναι απορίας άξιο ότι κανένας δεν σκέφτηκε ότι απουσιάζουν ηχηρά τα τμήματα της Δημοτικής Εκπαίδευσης των ιδρυμάτων τους. 2. Είναι τουλάχιστον απαράδεκτο να οργανώνεται τέτοιο συνέδριο απ’ όπου απουσιάζει ένα εξαιρετικά ζωντανό κομμάτι λογοτεχνικής δημιουργίας που αφορά την Α’/Βάθμια εκπαίδευση και ένα μέρος της Β’ / Βάθμιας και μάλιστα που αυτές τις ημέρες το ΥΠΕΠΘ στέλνει στα σχολεία όλων των βαθμίδων λογοτεχνικά βιβλία! 3. Μερικά ακόμα ζητήματα που προκύπτουν είναι και τα παρακάτω: -Η λογοτεχνία προσεγγίζεται και διδάσκεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις ηλικίες; -Πώς θα δημιουργηθεί η μαγιά που θα οδηγήσει στην απόλαυση της λογοτεχνίας αν δεν μιλήσουν εκείνοι οι πανεπιστημιακοί και παιδαγωγοί για τις ιδιαιτερότητες (μορφή, έκταση, πλοκή, πληροφορία, γνώσεις, κ.ά.) των λογοτεχνικών βιβλίων για αναγνώστες μικρότερων ηλικιών; -Πώς θα προσλαμβάνουν τον ποιητικό λόγο τα παιδιά; Για το θέμα αυτό θα μπορούσαν να είχαν κληθεί να καταθέσουν τις απόψεις τους έμπειροι πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι. - Η ποικίλων ειδών και τεχνοτροπιών εικονογράφησης στα βιβλία ΠΛ λογοτεχνίας «διαβάζεται» και αποτελεί μέρος του οπτικού γραμματισμού, ο οποίος ούτως ή άλλως καλλιεργείται ιδιαίτερα στην Α’/Βαθμια εκπαίδευση. Κι όμως η απουσία εικονογράφων και μελετητών της εικονογράφησης ανάμεσα στους ομιλητές είναι πλήρης! 3. Οι πεζογράφοι και ποιητές που προσκλήθηκαν, γράφουν λογοτεχνικά κείμενα που απευθύνονται σε ενήλικες αναγνώστες, ενώ συγγραφείς που με τα έργα τους αγγίζουν τα ενδιαφέροντα των παιδιών, εφήβων και νεαρών ενήλικων αναγνωστών απουσιάζουν (η παρουσία δυο μόνο εξ αυτών δεν καλύπτει το κενό). Να σημειωθεί δε πως αυτοί οι ‘απόντες’ συγγραφείς με την πολυετή παρουσία τους ως προσκεκλημένοι σε σχολεία Α’ Βάθμιας και Β΄Βάθμιας Εκπαίδευσης διαθέτουν μεγάλη εμπειρία για τους τρόπους με τους οποίους ένας ανήλικος μπορεί να μυηθεί στη λογοτεχνική μέθεξη. Στην ουσία, λοιπόν, από το Συνέδριο απουσίαζε η προσέγγιση της Π/Ν Λ για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο! Αλλά το να είναι «απούσα και άγνωστη» η παιδική/νεανική λογοτεχνία, τη στιγμή, μάλιστα, που εκπρόσωποι της βραβεύονται από φορείς -παραρτήματα διεθνών οργανώσεων- αλλά και από το ελληνικό κράτος, ενώ τα έργα τους μεταφράζονται (συχνά και με κρατική επιχορήγηση) σε άλλες γλώσσες, και οι ίδιοι με κρατικά έξοδα συμμετέχουν σε διεθνή συνέδρια και διεκδικούν διεθνή βραβεία, αν μη τι άλλο δείχνει μια μονόπλευρη τάση μύησης των μαθητών μας στη λογοτεχνία. Κι όμως το αντικείμενο, οι προσεγγίσεις και οι άξονες του Συνεδρίου έδειχναν πως θα ήθελαν να είναι εξαιρετικά ευρείς. Θα ήταν λοιπόν εύλογο να τεθούν και να συμπεριληφθούν ζητήματα όπως τα παρακάτω: -Τα παιδιά και οι έφηβοι διαβάζουν; Και αν ναι τί είδους λογοτεχνία; Και με ποιους τρόπους μπορεί η αναγνωστική τους συμπεριφορά να ενισχυθεί όχι μόνο ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά; -Τα μέλη της οργανωτικής επιτροπής στάθηκαν πάνω στα πιο πάνω ερωτήματα; Κι αν ναι, γιατί δεν ζήτησαν τη συνδρομή στις εργασίες του Συνεδρίου, εκείνων των συναδέλφων τους, των μελετητών της εφηβικής λογοτεχνίας, που έχουν εδώ και χρόνια ασχοληθεί με τη διδασκαλία της; -Και ακόμα τα μέλη της οργανωτικής επιτροπής γιατί δεν σκέφτηκαν να προσκαλέσουν (εκτός από δύο και μόνο) δόκιμους και πεπειραμένους και βραβευμένους συγγραφείς της λογοτεχνίας που απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους; Καταγράψαμε όλους τους παραπάνω προβληματισμούς και πιστεύουμε πως εκφράζουμε τις σκέψεις πολλών άλλων που εδώ και χρόνια έχουν αφιερώσει τον χρόνο και το έργο τους στην προσπάθεια οι μαθητές όλων των βαθμίδων να γνωρίσουν και να αγαπήσουν τη λογοτεχνία. Και ελπίζουμε πως σύντομα και μέσα στα πλαίσια των νέων προγραμμάτων σπουδών και των νέων εγχειριδίων, αυτές οι σκέψεις και αυτοί οι προβληματισμοί να υιοθετηθούν και από τους επίσημους φορείς της Πολιτείας. Μάνος Κοντολέων & Μαρίζα Ντεκάστρο Μέλη της ΙΒΒΥ και της Εταιρείας Συγγραφέων (1156 λέξεις) https://www.oanagnostis.gr/ekkofantikes-apoysies-se-synesrio-gia-ti-didaskalia-tis-neas-ellinikis-glossas-mariza-ntekastro-manos-kontoleon/ https://www.elniplex.com/%ce%b5%ce%ba%ce%ba%cf%89%cf%86.../ https://018.bookpress.gr/teleutaia-nea/16567-enstaseis-gia-to-epimorfotiko-synedrio-ekpaideftikon-i-ekkofantiki-apousia-tis-paidikis-kai-neanikis-logotexnias%20??utm_source=Newsletter&utm_medium=email https://www.periou.gr/mariza-ntekastro-manos-kontoleon.../ https://slpress.gr/.../ena-endiaferon-epimorfotiko.../ https://www.elniplex.com/%ce%b5%ce%ba%ce%ba%cf%89%cf%86.../ https://diastixo.gr/epikaira/eidiseis/24184-keimeno-diamartirias-tou-manou-kondoleon-kai-tis-marizas-decastro-gia-synedrio-me-thema-ti-didaskalia-tis-logotexnias-sto-sxoleio https://www.literature.gr/provlimatismoi-se-schesi-me-to.../

13.12.24

«Το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον στη διαμόρφωση της υστεροφημίας των έργων της Πηνελόπης Δέλτα και των επιγόνων της -Ζέη και Σαρή»

«Το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον στη διαμόρφωση της υστεροφημίας των έργων της Πηνελόπης Δέλτα και των επιγόνων της -Ζέη και Σαρή» https://diastixo.gr/epikaira/pinelopi-delta Η πρώτη μου επαφή με το έργο της Δέλτα έγινε όταν ήμουν στην Ε΄ Δημοτικού, μετά από σύσταση του δασκάλου μου. Ήταν το μυθιστόρημά της Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου. Αν και το μυθιστόρημα αυτό μου άρεσε, εντούτοις δεν συνέχισα να διαβάζω άλλα έργα της Δέλτα. Σε μεγάλη πια ηλικία και για λόγους ενημέρωσης γνώρισα το υπόλοιπο έργο της. Και τότε πια κατάλαβα γιατί ως παιδί δεν είχα θελήσει να ζητήσω από τους γονείς μου να μου αγοράσουν τα άλλα βιβλία της. Από την ηλικία εκείνη κρατούσα μια απόμακρη στάση προς κάθε τι το ακραιφνώς εθνικιστικό. Και μπορεί η πλοκή στο μυθιστόρημα Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου να μου κράτησε το αναγνωστικό ενδιαφέρον, αλλά κάτι παράλληλα πρέπει να με κρατούσε και σε μια αναγνωστική απόσταση. Ως ενήλικος πλέον κατάλαβα πως ήταν ο έντονος εθνικισμός της συγκεκριμένης συγγραφέως. Αλλά και ως ενήλικος θαύμασα και θαυμάζω την άψογη, εκ μέρους της, χρήση της γλώσσας, όπως και την ικανότητά της να δημιουργεί δυνατούς χαρακτήρες. Δυνατούς μα όχι πολυπρισματικούς. Όπως επίσης και όλα της τα ιστορικά μυθιστορήματα (αυτά θεωρώ άλλωστε πως κυρίως εδραίωσαν τη φήμη της ως εθνικής συγγραφέως) δεν διαθέτουν μια πολυπρισματική προσέγγιση των θεμάτων τους. Αναφέρομαι στα δύο από τα τρία πρώτα της βιβλία: Για την πατρίδα (1909) και Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου (1911). Ενδιάμεσα, και συγκεκριμένα στα 1910, θα κυκλοφορήσει το αλληγορικό μυθιστόρημα Παραμύθι χωρίς όνομα, στο οποίο οι δομές μιας παραμυθιακής αφήγησης υπηρετούν μια αρκετά απλοϊκή άποψη βασιλευόμενης δημοκρατίας. Αλλά στα δυο ιστορικά της μυθιστορήματα οι περιγραφές είναι απολύτως ρεαλιστικές και τα πρόσωπα που κινούνται στο προσκήνιο της υπόθεσης είναι όλα τους εκπρόσωποι της βυζαντινής άρχουσας τάξης, και είναι για την τάξη αυτή και μόνο που ο αναγνώστης μαθαίνει τα πάθη και τα δεινά όσων σε αυτήν ανήκουν, από τις επιθέσεις των Βουλγάρων. Εκπρόσωποι μεσαίας τάξης, ή και κατώτερης, μάλλον διακοσμητικό ρόλο παίζουν. Οι αντίπαλοι, δε, μονοσήμαντοι παρουσιάζονται. Τα δικά τους πάθη, μόνο όσα ως μίσος προς τους Βυζαντινούς γνωρίζουμε. Δεν έχω τον απαιτούμενο χώρο (στο πλαίσιο αυτού του άρθρου) να επεκταθώ περισσότερο, αλλά θα πρέπει να σημειώσω τη βεβαιότητά μου πως η Δέλτα έχει γράψει αυτά τα δύο έργα της απόλυτα επηρεασμένη από τις απόψεις του Ίωνα Δραγούμη. Η ερωτική αυτή και καθοριστική για εκείνη σχέση κράτησε από το 1905 έως το 1908, όσο δηλαδή σχεδόν είχε διαρκέσει ο Μακεδονικός Αγώνας. Με το τέλος αυτού του αγώνα, μα και της σχέσης της με τον Δραγούμη, η Δέλτα εκδίδει τα δυο πρώτα της έργα. Τα υπόλοιπα σημαντικά, τουλάχιστον, έργα που θα ακολουθήσουν θα έχουν να κάνουν κυρίως με τις παιδικές και οικογενειακές της αναμνήσεις. Και θα είναι πολύ αργότερα, το 1937, που θα επιστρέψει στο ιστορικό μυθιστόρημα και θα γράψει Τα μυστικά του βάλτου, που και σε αυτό τα αφηγούμενα γεγονότα στην περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα διαδραματίζονται. Κι όμως στο ενδιάμεσο διάστημα είχε συμβεί η Μικρασιατική Καταστροφή, για την οποία η Δέλτα συγγραφικά δεν έχει γράψει τίποτε, αν και η κοινωφελής δράση της προς τους πρόσφυγες υπήρξε ιδιαιτέρως σημαντική. Να σημειωθεί πως εκείνη ακριβώς την περίοδο η Δέλτα γράφει το ανολοκλήρωτο τελικό μυθιστόρημα Το γκρέμισμα, που και πάλι με την εποχή του Βυζαντίου ασχολείται. Όπως επίσης δεν φαίνεται –συγγραφικά τουλάχιστον– να ασχολήθηκε με την εξάπλωση του Ναζισμού. Κι όμως, ως άτομο με έντονο πολιτικό ενδιαφέρον και στενή φίλη πολιτικών προσώπων εκείνης της εποχής, θα περίμενε κανείς πως η μυθιστορηματική της φλέβα θα την έκανε να στρέψει την προσοχή της σε γεγονότα που έδειχναν πως θα ήθελαν να υποδουλώσουν και τη χώρα της, μα και να αμφισβητήσουν τα δημοκρατικά ιδεώδη. Γιατί δεν ασχολήθηκε λοιπόν με τα δυο αυτά θέματα; Η απάντηση –εντελώς προσωπική– που δίνω έχει να κάνει με το γεγονός πως η Δέλτα δεν θέλησε να μιλήσει για μια ήττα των Ελλήνων ούτε και για την αποτυχία των σχεδίων του φίλου της Βενιζέλου – στην ουσία την αποτυχία του οράματος της Μεγάλης Ελλάδας. Παράλληλα παρέμενε τόσο αφοσιωμένη στις απόψεις του Δραγούμη που η συγγραφική της έμπνευση μέχρι τέλους από αυτές επηρεάζεται. Η Δέλτα πεθαίνει λίγες μέρες μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα. Στην ουσία ο θάνατός της ήταν αποτέλεσμα μιας ακόμα αποτυχημένης προσπάθειάς της να αυτοκτονήσει. Στον τάφο της χαράζεται η λέξη ΣΙΩΠΗ – μια λέξη που ήταν και η τελευταία στο τελευταίο γράμμα που ο μεγάλος της έρωτας της είχε στείλει. Η Δέλτα δημιούργησε το έργο της κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Σε εκείνη την περίοδο η Οθωμανική Αυτοκρατορία έδειχνε με σαφήνεια πως διαλυόταν. Άρα, κίνδυνος για το μέλλον της Ελλάδας δεν ήταν τόσο αυτή όσο η Βουλγαρία, που έδιωχνε κι αυτή από τα εδάφη της τον οθωμανικό ζυγό. Κάπως έτσι ήταν και οι απόψεις του Δραγούμη. Που η Δέλτα τις ενστερνίστηκε και μέχρι την τελευταία στιγμή τις υπερασπίστηκε. Κι όταν πλέον μετά την απελευθέρωση και το τέλος του Εμφυλίου η χώρα βημάτιζε δίπλα στους δυτικούς της συμμάχους, το έργο της Δέλτα και η αυτοκτονία της, καθώς στην Αθήνα ακουγόταν ο ναζιστικός βηματισμός, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως βασικό λογοτεχνικό εργαλείο διάπλασης εθνικής συνείδησης των νέων γενεών. Άλλωστε η Δέλτα ανήκε στην άρχουσα τάξη. Η οικογένεια Μπενάκη ήταν από τις οικογένειες εκείνες που ποικιλοτρόπως επηρέαζαν την πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας. Στο πρόσωπο, μα και στο άρτια γλωσσικά δομημένο έργο της Πηνελόπης Δέλτα, η φιλοπατρία θα ενωνόταν με τον αντικομμουνισμό, ακόμα και με την όποια αντιαριστερή ιδεολογία. Κι όπως ομολογουμένως υπήρχαν ελάχιστες γυναίκες συγγραφείς για να διεκδικήσουν τον ρόλο του ιδρυτή της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας, το έργο της Δέλτα –με τη σαφέστατη, επαναλαμβάνω, ενδιαφέρουσα γλωσσική υπόστασή του– μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί ως αρχή της ποιοτικής λογοτεχνίας για παιδιά. Κάπως έτσι και με μια κάπως, ομολογώ, ανορθόδοξη προσέγγιση, επανατοποθετώ την Πηνελόπη Δέλτα στη θέση που ήδη –αλλά για τους λόγους που προανέφερα– κατέχει. Και αυτές οι σκέψεις μου αυτομάτως με οδηγούν σε ένα άλλο συμπέρασμα: στο πόσο τελικά μπορεί η Παιδική και Νεανική Λογοτεχνία να χρησιμοποιηθεί από το κυρίαρχο κοινωνικό και πολιτιστικό ρεύμα. Έγραψα –και όχι τυχαία– κυρίαρχο κοινωνικό και πολιτιστικό ρεύμα. Αλλά θα πρέπει να δεχτούμε πως ένα τέτοιο ρεύμα δεν είναι πάντα και αυτό που διοικεί τη χώρα. Στο δεύτερο τουλάχιστον μισό του 20ού αιώνα και κυρίως στα τελευταία είκοσι πέντε με τριάντα χρόνια του, ως κυρίαρχο κοινωνικό και πολιτιστικό ρεύμα νομίζω ότι είναι εκείνο που μπορεί να το χαρακτηρίσει κανείς ως ρεύμα μιας πλατύτερης αστικής προοδευτικής σκέψης που συχνά εισερχόταν και εντός του χώρου της ανανεωτικής Αριστεράς. Δεν χρειάζεται παρά να θυμηθούμε την Άνοιξη του ’60, που, αν και βίαια ακρωτηριάστηκε από τη Χούντα των Συνταγματαρχών, μετά τη σκοτεινή επταετία επανέρχεται με την εμφάνιση νέων κομμάτων, την απελευθέρωση της παρουσίας αριστερών πολιτικών ομάδων, την άνοδο των Σοσιαλιστών και τις σκέψεις και τα έργα που μέσα σε αυτά τα χρόνια γεννήθηκαν – από κάποιους αμφισβητήθηκαν, από άλλους υποστηρίχθηκαν, τελικά άνθισαν και έδωσαν καρπούς. Να φέρουμε π.χ. στον νου τις μελοποιήσεις στίχων του Ρίτσου και του Λειβαδίτη, τις ιδιόμορφα ανατρεπτικές συνθέσεις του Χατζιδάκι σε στίχους του Γκάτσου, αλλά και γενικότερα τα τραγούδια που στηρίχτηκαν σε ποιήματα μεγάλων ποιητών, Ελλήνων και ξένων, κι ακόμα τις καινοτόμες θεατρικές παραστάσεις, τους ναύτες του Τσαρούχη, τις ταινίες του νέου ελληνικού κινηματογράφου, το πολιτικά βιβλία που εκδόθηκαν, τα ποικίλα νέα περιοδικά που διαμόρφωναν νέες αντιλήψεις, τα Φεστιβάλ Νεολαίων στα διάφορα άλση της πρωτεύουσας, και διάφορα άλλα παρόμοια. Κι αν θυμηθούμε έτσι γρήγορα αυτά όλα, αμέσως μπορούμε να επιβεβαιώσουμε τη θέση που πιο πάνω σημείωσα: στο πόσο δηλαδή μπορεί η Παιδική και Νεανική Λογοτεχνία να χρησιμοποιηθεί από το κυρίαρχο κοινωνικό και πολιτιστικό ρεύμα. Οπότε και κατανοούμε το πώς τη θέση της Πηνελόπης Δέλτα καταλαμβάνουν –χωρίς να την εκδιώκουν από αυτήν– η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρή. Όπως η Δέλτα, έτσι κι αυτές γράφουν σε πολύ καλή γλώσσα, περιγράφουν ζωντανά την πολιτική κατάσταση των ημερών τους, συνθέτουν μυθιστορήματα στα οποία μια νέα μορφωμένη μεσοαστική και με στοιχεία προοδευτικών και αστικά αριστερών απόψεων τάξη πρωταγωνιστεί. Κι όπως η Δέλτα είχε στενές σχέσεις με πρόσωπα θρύλους της εποχής της, έτσι η Ζέη και η Σαρή έχουν στενές σχέσεις με πολιτικά και πνευματικά –με την ευρύτερη αλλά και όχι μόνο– πρόσωπα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Μα ας μη μείνει ασχολίαστο και το γεγονός πως στα μυθιστορήματα των Ζέη και Σαρή δεν επισημαίνει κανείς όσα παρατηρήσαμε στα έργα της Δέλτα. Στο Το καπλάνι της βιτρίνας, για παράδειγμα, όπως και στο Όταν ο ήλιος –και σε όλα τα άλλα μυθιστορήματα των δυο συγγραφέων– ο εθνικισμός απουσιάζει και οι ήρωες ζούνε την εποχή στην οποία τα έργα γράφτηκαν και με αξιοσημείωτο πλουραλισμό την εκφράζουν. Θα έλεγα πως μια τέτοια συγγραφική στάση ήταν αναμενόμενη, μιας και από τον μονοσήμαντο εθνικισμό του πρώτου μισού του 20ού αιώνα έχουμε πλέον φτάσει στην εμφάνιση προοδευτικών κοινωνικών και πολιτικών αντιλήψεων. Μα ας σταθούμε στην αφορμή συγγραφής αυτού του άρθρου και τελικά ας παραδεχτούμε πως κατά τη διάρκεια της δημιουργικής ζωής τους και οι τρεις αυτές γυναίκες συγγραφείς επίδρασαν στη διαμόρφωση των πολιτιστικών και πολιτικών απόψεων της μέσης κοινής γνώμης πολύ περισσότερο από τον όποιον άλλον Έλληνα συγγραφέα δημιούργησε στις αντίστοιχες χρονικές περιόδους. Γεγονός που φωτίζει και μια άλλη δυναμική των κειμένων για παιδιά και νέους, όταν αυτά γράφονται από επαρκέστατους λογοτέχνες. Καθώς ολοκληρώνω αυτή τη σίγουρα σύντομη και –επαναλαμβάνω– εντελώς προσωπική άποψή μου πάνω στη σχέση κοινωνικού και πολιτικού περιβάλλοντος με την προβολή/επίδραση έργων και δημιουργών της Παιδικής και Νεανικής Λογοτεχνίας, θέλω να τονίσω και να υπογραμμίσω πως με τίποτε δεν επιχειρώ να μειώσω το κύρος των βιβλίων αυτών των τριών συγγραφέων. Κι αν ως παιδί με κράτησε απόμακρα η Δέλτα, αργότερα χάρηκα όταν διέκρινα πίσω από την εθνική στράτευσή της να σιγοκαίει ένα ερωτικό πάθος. Ως νέος, δε, συγγραφέας θήτευσα, διδάχτηκα, θαύμασα και θαυμάζω τις γραφές των Ζέη και Σαρή. Αλλά από ένα σημείο και μετά αναζητώ υπόγειες διαδρομές σκέψεων, ακόμα κι αν κινδυνεύω να βρεθώ σε αδιέξοδα. Γιατί βέβαια τα λογοτεχνικά έργα και οι δημιουργοί τους διεκδικούν τη διαχρονικότητά τους όταν αποδέχονται τις επαναγνώσεις τους. Μα και μια ακόμα σκέψη οφείλω να καταθέσω – έναν προβληματισμό, πιο σωστά. Καθώς έχουμε ήδη μπει σε εποχές που το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο οι νέοι συγγραφείς γράφουν έχει πάψει να έχει πολιτική ταυτότητα, ποιες ή ποιοι τάχα μπορεί να είναι εκείνοι που θα έρθουν να συγκατοικήσουν με την Πηνελόπη Δέλτα, την Άλκη Ζέη και τη Ζωρζ Σαρή; Θέλω, δηλαδή, να καταθέσω τον προβληματισμό μου στο κατά πόσο οι σημερινοί Έλληνες συγγραφείς παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας, που ανάμεσά τους υπάρχουν ιδιαίτερα σημαντικά ταλέντα, θα μπορέσουν να βρεθούν δίπλα στις Δέλτα, Ζέη και Σαρή και το έργο τους να έχει –και να αναγνωριστεί πως έχει– μια δυναμική και πολυδύναμη σχέση με το σύγχρονό του κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον. Μάλλον δεν θα μπορέσουν, μιας και η εποχή μας δεν καλλιεργεί πολιτικές και ιδεολογικές ταυτότητες. Οπότε, από τη σημερινή γενιά των καλών συγγραφέων, είναι πιστεύω κάπως δύσκολο κάποια ή κάποιος να αναδειχθεί σε εκφραστή της εποχής τους. Κι αυτό δεν είναι θέμα ταλέντου. Καθόλου μάλιστα. Απλούστατα οι σημερινοί συγγραφείς –κάθε κατηγορίας– έχουν μια υπαρξιακή μοναχικότητα. Επομένως, αν κάποιος ή κάποια αναρριχηθεί σε αυτή τη θέση, το πιθανότερο είναι πως θα το πετύχει επειδή θα προέρχεται και θα υποστηρίζεται από τον χώρο της επικοινωνίας. Στην εποχή των Μέσων Μαζικής Δικτύωσης και της Τεχνητής Νοημοσύνης, που ήδη έχει ανατείλει, δεν υπάρχουν συγκεκριμένες ιδεολογίες, μα ούτε και άτομα που να διαθέτουν, πέρα από ένα σημαντικό πολιτικό προφίλ, και μια καλώς εμπεδωμένη κουλτούρα για να συμπορευθούν και να υποστηρίξουν τους δημιουργούς. Θα υπάρχουν –υπάρχουν ήδη– άτομα απλώς ικανά να διαχειρίζονται με επάρκεια την αυτοπροβολή τους. Και από αυτά, λοιπόν, θα προέλθει εκείνο που θα μετατρέψει –ψευτίζοντάς το;– το υπάρχον συγγραφικό τρίγωνο σε τετράγωνο; Ας ελπίσουμε και ας ευχηθούμε, τουλάχιστον, να χειρίζονται καλά την ελληνική γλώσσα… Αν και μάλλον ουτοπικό κάτι τέτοιο θα πρέπει να θεωρηθεί, μιας και η ίδια αυτή γλώσσα υποτιμάται από τον διεθνή χαρακτήρα της σχέσης τεχνολογίας και νέων μορφών αφηγήσεων.

2.10.24

To καινούργιο μου βιβλίο ( "Αυγή της Κυριακής" -22/9/2024)

«Το καινούργιο μου βιβλίο» Πάνω από τέσσερα χρόνια έχουν περάσει από τότε που είχε κυκλοφορήσει ένα δικό μου καθαρόαιμα παιδικό βιβλίο. Αυτό, λοιπόν το καλοκαίρι επανέρχομαι στην ίσως πλέον αγαπημένη μου μορφή λογοτεχνίας, αυτή μου με βοηθά να επικοινωνώ με παιδιά αναγνώστες, μα και με όσους, αν και ενήλικοι πλέον, δεν έχουν ξεχάσει να χρησιμοποιούν την Παιδικότητα για να συνομιλούν με τον εαυτό τους και με τους άλλους. Ο δωδεκάχρονος Μάρκος και ο μικρότερος αδελφός του Νέστωρας, που σίγουρα μέσα στα ράφια της βιβλιοθήκης τους υπάρχουν τα τρία -προηγουμένων ετών- βιβλία μου της σειράς «Ο αδελφός της Ασπασίας», με πείσανε για μια ακόμα φορά να αφήσω τα δάχτυλά μου να πληκτρολογούν αφηγήσεις καθημερινών καταστάσεων έτσι όπως τις ζούνε και τις σχολιάζουν άτομα που διαθέτουν το παιδικό χιούμορ, μα και την επίσης παιδική ικανότητα να επισημαίνουν ότι εμείς οι ενήλικες δεν του δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή. Δίπλα μου για μια ακόμα φορά οι εικόνες της Τέτης Σώλου -γνήσια χιουμοριστικές και με τις δικές τους σκανταλιάρικες νότες. Αλλά καθώς πλέον ετοιμάζομαι να τοποθετήσω και αυτό το βιβλίο μου στο ράφι εκείνης της βιβλιοθήκης μου που είναι αφιερωμένη σε δικούς μου και μόνο τίτλους (κοντεύουν τα 100 τα βιβλία που κυκλοφόρησαν με τη δικιά μου υπογραφή), αναλογίζομαι για πολλοστή φορά πως έχει γίνει και εγώ άλλοτε γράφω για παιδιά, άλλοτε για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες και άλλοτε για ενήλικες. Συγγραφικό φαινόμενο είμαι ή μήπως ένας τσαρλατάνος της λογοτεχνίας; Εντάξει, αστειεύομαι -το ξέρω πόσο μικροί και μεγάλοι αναγνώστες, όπως και εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων, αλλά και ένα μεγάλο μέρος γενικά των ανθρώπων του βιβλίου με αγαπούν και εκτιμούν το έργο μου. Αλλά υπάρχουν κι άλλοι -κυρίως σοβαροφανείς φιλολογούντες κριτικοί μα και γενικότεροι αυτοχριζόμενοι ειδικοί επί της λογοτεχνίας- που δεν μπορούν να ανιχνεύσουν ποιότητα στα έργα κάποιου που άλλοτε γράφει παραμύθια όπως αυτά που υπάρχουν στο «Χιονάνθρωπο που δεν ήθελε να λιώσει», άλλοτε ιστορίες για πρόσφυγες όπως στο «Δε με λένε Ρεγγίνα, Άλεχ με λένε» κι άλλοτε πάλι μυθιστορήματα όπως ας πούμε το «Ερωτική Αγωγή» ή το «Σαν Μήδεια». Οφείλω πάντως να παραδεχτώ πως η διττή παρουσία μου στα λογοτεχνικά δρώμενα της χώρας μας είναι μάλλον μοναδική. Σαφέστατα υπάρχουν κι άλλοι συγγραφείς με βιβλία και στη μια και στην άλλη κατηγορία, αλλά εγώ προσωπικά υλοποιώ με μεγαλύτερη ένταση αυτήν την διπλή συγγραφική προσωπικότητα. Τέτοιες, λοιπόν, δύσπιστες αντιδράσεις συχνά αντιμετωπίζω. Αλλά εγώ απλώς χαμογελώ… Τί άλλο να κάνω αφού για αυτούς τους ‘επικριτές’ μου δεν είναι κατανοητό πως όπως όλοι μας, έτσι κι εγώ κάποτε υπήρξα και παιδί και έφηβος και σαραντάρης και τώρα πια ένας ηλικιωμένος άντρας. Με μια όμως διαφορά από τους περισσότερους άλλους. Πως όχι μόνο δεν έχω ξεχάσει τα γεγονότα και τα συναισθήματα που κατά τη διάρκεια αυτών την ηλικιών μου βίωνα, αλλά κυρίως πως όλα αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν ολοζώντανα μέσα μου όχι τόσο ως μνήμη, μα κυρίως ως εμπειρία ζωής. Και γι αυτό και έχω την ανάγκη να συνομιλώ μαζί τους -μαζί με το παιδί και τον έφηβο και τον σαραντάρη που κάποτε ήμουνα. Μαζί και με τον ηλικιωμένο που τώρα είμαι. Στον Μάρκο μου, λοιπόν -αυτόν τον δωδεκάχρονο νέο μου ήρωα- είχα κάτι να του πω… Μα κι αυτός είχε πολλά περισσότερα να πει σε μένα… Γιατί η Παιδικότητα είναι στάση ζωής… Ίσως μια ολόκληρη φιλοσοφική πρακτική κι εγώ αισθάνομαι τυχερός που αποτελεί βασική πηγή των συγγραφικών εμπνεύσεών μου.

1.10.24

Μια μέρα που του πονούσε το αυτάκι του

«Μη φεύγεις…», έκλαιγε, παρακαλούσε το μικρό αγόρι τη μητέρα του. Εκείνη είχε σκύψει από πάνω του, η παλάμη της στο ιδρωμένο του κούτελο. Και μετά, ένα απαλό φιλί στα στόμα του παιδιού και άλλο ένα στο δεξί το αυτάκι. «Έχει λίγο πυρετό» στράφηκε και είπε η μητέρα στην Ιωάννα. «Μη φύγεις!» το αγόρι βούρκωσε. «Μα θα είναι μαζί σου η Ιωάννα. Την φώναξα να έρθει να σου κρατά συντροφιά όσο θα λείπω» Η παλάμη της μανούλας του χάιδεψε το μάγουλο. «Μη φύγεις…» εκείνο αναζήτησε ξανά το φιλί της. Κι αυτή του το χάρισε… Ένα ακόμα απαλό φιλί στα στόμα του παιδιού και μετά πάλι άλλο ένα στο δεξί το αυτάκι. «Μάκια!... Να, τώρα θα γιάνει!» χαμογέλασε η μανούλα και το αγόρι πίσω από τις υγρές βλεφαρίδες του την είδε να βγαίνει από το δωμάτιο. Περασμένες δέκα το πρωί και η Ιωάννα κάθισε πάνω στο κρεβάτι του αγοριού· δίπλα του «Σου έφτιαξα την κρέμα που αγαπάς… Φράουλα!» του είπε και η φωνή της αν και σιγανή έκανε το αγόρι να ξυπνήσει. «Γιατί έφυγε η μαμά;» πάντα το ίδιο παράπονο. Χαμογέλασε η Ιωάννα. «Μα έπρεπε να πάει στη δουλειά της!» είπε και άφησε την πρώτη κουταλιά της κρέμας να πέσει μέσα στο μικρό μισάνοιχτο στόμα. «Να πήγαινες εσύ στη δουλειά της…» είπε το αγόρι και καθώς προσπάθησε να καταπιεί την κρέμα, αισθάνθηκε τον πόνο στο αυτί του να μεγαλώνει. Και δάκρυσε. Ναι, η Ιωάννα έπρεπε να πάει στη δουλειά της μαμάς και η μαμά να ήταν τώρα αυτή που θα τον τάιζε με την κρέμα. «Έλα τώρα μη κλαις!...» η Ιωάννα με την πετσέτα σκούπισε το δάκρυ από την άκρη του ματιού και τη στάλα κρέμας από την άκρη των χειλιών, «Η δικιά μου η δουλειά αυτή είναι… Να σε προσέχω όταν η μαμά πηγαίνει στο γραφείο…» Όχι, δεν του αρέσει αυτή η δουλειά της μαμάς! –σκέφτηκε το αγόρι κι όσο πιο πολύ αποφάσιζε πως δεν του άρεσε να λείπει η μαμά από το σπίτι, τόσο και πιο πολύ λες και το αυτάκι του πονούσε. Η Ιωάννα προσπάθησε να τον πείσει να την αφήσει να του στάξει μέσα στο αυτί κάτι στάλες ενός φάρμακου. «Να δεις που αμέσως ο πόνος θα σου περάσει!» του υποσχέθηκε. Αλλά –μπα! – δεν πέρασε ο πόνος… Λιγουλάκι μόνο έγινε πιο μικρός. «Να, τώρα με αυτό το πανάκι που το έχω ζεσταίνει, ο πόνος θα μικρύνει…», η Ιωάννα σκέπασε το αυτί του αγοριού με ένα χνουδωτό πανί. Αλλά –μπα! – δεν πέρασε ο πόνος… Λιγουλάκι μόνο έγινε πιο μικρός. «Πονώ!» πήρε και πάλι να κλαίει το αγόρι. «Κάνε υπομονή!» τον χάιδευε η Ιωάννα. «Θέλω τη μαμά μου!» ανάμεσα σε δάκρυα και λυγμούς, το παράπονο. Η Ιωάννα τον χάιδευε. Ανάμεσα σε δάκρυα και λυγμούς το μικρό αγόρι και πάλι αποκοιμήθηκε. Αλλά ακόμα και μέσα στον ύπνο του, ο πόνος στο αυτάκι ήταν πάντα δυνατός! Ακόμα και μέσα στον ύπνο του… Το ίδιο παράπονο. Θέλω τη μαμά μου! «Αχ!» μισοξυπνά από την ίδια του την κραυγούλα και η Ιωάννα, τρέχει δίπλα του μα όσο κι αν τον παίρνει μέσα στην αγκαλιά της, δεν καταφέρνει να κάνει πιο μικρό τον πόνο. «Έλα να παίξουμε…» ψάχνει να βρει η Ιωάννα ένα παιχνίδι που θα κάνει το αυτάκι να μην πονά. Πάνω στην κουβέρτα με τις πολύχρωμες ρίγες, απλώνονται πολύχρωμα αυτοκινητάκια. Ο πόνος πάντα μέσα στο αυτάκι μένει –«Αχ!» Πίσω στο κουτάκι που τα φυλάνε μπαίνουνε τα αυτοκινητάκια και τώρα πάνω στις κουβέρτα… Το μπλοκ της ζωγραφικής και κίτρινοι, κόκκινοι, μπλε, πράσινοι, καφέ μαρκαδόροι. Ζωγραφίζει το αγόρι λουλούδια σε κήπους και λουλούδια σε γλάστρες. Μα ο πόνος πάντα μέσα στο αυτάκι μένει – «Αχ!» Ζωγραφίζει σπιτάκια και τραίνα και ζωγραφίζει όλους τους φίλους και τις φιλενάδες του–τον Αντρίκο, το Μαράκι, την Αννούσκα και τον Μήτια. Ο πόνος πάντα μέσα στο αυτάκι μένει -«Αχ!». Θύμωσε το αγόρι με τα παιχνίδια που δεν διώχνουνε τον πόνο. «Θέλω τη μαμά μου!» παραπονιέται και η Ιωάννα ψάχνει να βρει τρόπους να τον παρηγορήσει. Μέσα σε γλυκόλογα και χαδάκια το αγόρι καταφέρνει να ξεχάσει λιγάκι εκείνο το «Αχ!» και να 'τος πάλι ο ύπνος που από την αγκαλιά της Ιωάννας τον χώνει στη δικιά του αγκαλιά. Τον ξυπνά η μυρωδιά τηγανιτής πατάτας. Μπροστά του η Ιωάννα έχει το πιάτο με το αγαπημένο του φαγητό. Μα πώς μπορεί το αγόρι να χαρεί τις τραγανές πατάτες όταν αυτός ο πόνος στο αυτάκι του πάλι μεγάλωσε… Πόνος που με ένα «Αχ!» μετριέται… Όχι, πιο μεγάλος τώρα έγινε… Με ένα «Αχ!» και άλλο ένα «Αχ!» μετριέται. «Φάε καλό μου!» παρακαλά η Ιωάννα. Αλλά το αγόρι δεν τολμά μήτε το στόμα του να ανοίξει… Ανοίγει όμως η πόρτα και… Τα δυο «Αχ!» πάνε!… Έφυγαν τρομαγμένα. Χώνεται το αγόρι στην αγκαλιά της μανούλας. «Πώς είναι ο λεβέντης μου;» ρωτά εκείνη. Τον χαϊδεύει. «Πονά!» της εξηγεί η Ιωάννα και τα μάτια της μανούλας σκοτεινιάζουνε. «Τώρα όμως πιο λίγο!» το αγόρι βιάζεται να προσθέσει Και η μανούλα γελά. Τα χείλη της στο μέτωπό του και η ματιά της πάντα σκοτεινή. «Έχει πυρετό» σιγανά ενημερώνει την Ιωάννα, αλλά στο γιόκα της , άλλα λέει. «Λοιπόν, να δεις που έφερα κάτι που θα κάνει το πόνο στο αυτάκι να φύγει για πάντα μακριά και ποτέ να μην ξανάρθει… » «Πώς;» ρωτά το αγόρι. «Με μια μόνο μικρή κουταλιά από αυτό το σιρόπι!» η μανούλα εξηγεί. Στο αγόρι δεν του αρέσουν τα σιρόπια· έχουν άσχημη γεύση. «Δεν θέλω!» βάζει και πάλι τις φωνές. Μα η μανούλα του δίνει ένα ακόμα φιλί. «Έλα! Ώσπου να ανοίξουν τα χεράκια σου το δώρο που σου πήρα, το κουταλάκι θα έχει αδειάσει μέσα στη γλωσσίτσα σου» Κι έτσι γίνεται. Και το αγόρι ξεδιπλώνει το πακέτο. Ένα βιβλίο ανάμεσα στα χέρια του και τα μικρά του δάχτυλα ξεφυλλίζουν τις σελίδες. Πίσω από τα υγρά ματοτσίνορα οι εικόνες ξεχωρίζουν με τα όμορφα χρώματά τους και υπάρχει ένα μικρό αγόρι μέσα στις εικόνες, ένα μικρό αγόρι και η μαμά του και… «Είδες που στο έλεγα! Άδειασε το κουταλάκι!» δίπλα του κάθεται η μανούλα. Και ο το αγόρι χώνεται μέσα στην αγκαλιά της. «Πώς το λένε το βιβλίο;» ρωτά γιατί ο ίδιος ακόμα δεν έχει μάθει να διαβάζει. «Μια μέρα που πονούσε το αυτάκι του» η μητέρα λέει και με το δάχτυλο της του δείχνει ένα, ένα τα γράμματα του τίτλου. Κι αυτό χώνεται πιο βαθιά στην αγκαλιά της. Μέσα από εκεί κοιτά την πρώτη εικόνα… Ένα μικρό αγόρι πάνω σε ένα κρεβάτι, πάνω στο κρεβάτι μια πολύχρωμη κουβέρτα και πάνω από το αγόρι και την κουβέρτα η μανούλα του αγοριού –αυτή πρέπει να είναι! – έχει σκύψει και ετοιμάζεται να το φιλήσει. «Έλα να σου διαβάσω την ιστορία!» προτείνει η μανούλα. «Μη φεύγεις…», έκλαιγε, παρακαλούσε το μικρό αγόρι τη μητέρα του. Εκείνη είχε σκύψει από πάνω του, η παλάμη της στο ιδρωμένο του κούτελο. Μετά, ένα απαλό φιλί στα στόμα του παιδιού και άλλο ένα στο δεξί το αυτάκι. Η φωνή της μανούλας μπαίνει μέσα στο αυτάκι που… πονούσε. Και μετά… Δεν πονά, πια το αυτάκι. Πονά όμως το αυτάκι του μικρού αγοριού της εικόνας μέσα στο βιβλίο. Και το αγόρι απλώνει τη δική του παλάμη, χαϊδεύει τη ζωγραφιά «Κάνε υπομονή!» παρηγορεί τώρα το αγόρι της ιστορίας. «Μόλις και η δική σου η μανούλα θα γυρίσει, να δεις που θα σου διαβάσει μια ιστορία και ο πόνος στο αυτάκι σου θα περάσει!» Θα περάσει… Όπως πέρασε ο δικός του. Μήτε μ’ ένα «Αχ!» μετριέται , μήτε με δύο. Και έπειτα η Ιωάννα έφερε νέες πατάτες, φρεσκοτηγανισμένες. Και το μικρό αγόρι έφαγε μια, έφαγε δυο… Την τρίτη της έδωσε στη μανούλα. Μαζί με ένα πλατύ χαμόγελο. Πάνω στην πολύχρωμη κουβέρτα, το βιβλίο με τις πολύχρωμες ζωγραφιές. Και τα δάχτυλα της μανούλας ανάμεσα στα δάχτυλα του αγοριού. https://www.hartismag.gr/ Οκτ. 2024 (1260 λέξεις)

12.12.23

Μια ευχή που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε (Αφιέρωμα στο ηλεκτ. περιοδικό 'Αναγνώστης')

 


Μια από τις τελευταίες μέρες εκείνου του Ιουλίου, η Κώστια κι εγώ παντρευτήκαμε. Απόφαση δίχως λογική αν σκεφτεί κανείς πως ακόμα δεν είχα πάρει το πτυχίο μου και πως στο τέλος  Οκτώβριου θα παρουσιαζόμουνα στην Κόρινθο για να κάνω τη στρατιωτική μου θητεία.

Αλλά είχαμε με τόσο κέφι φτιάξει το σπιτικό μας που θέλαμε να το χαρούμε χωρίς κάποια άλλη απασχόληση να μας κρατά μακριά από αυτό.

Κι έτσι έγινε. Για τρεις μήνες γλεντούσαμε -άλλοτε οι δυο μας, άλλοτε με φίλους, άλλοτε με συγγενείς. Κάτι σαν τα παραμύθια που συχνά ισχυρίζονται πως μετά τους γάμους του βασιλόπουλου και της βασιλοπούλας τα γλέντια κράτησαν για μήνες πολλούς.

Αλλά το τέλος του Οκτώβρη κάποια στιγμή έφτασε κι εγώ θέλησα μόνος μου να ανέβω στο λεωφορείο που θα με μετέφερε έξω από την πύλη του στρατοπέδου.

Πέρασα τις σαράντα μέρες μέχρι το πρώτο επισκεπτήριο, αναζητώντας  απομονωμένους ευκαλύπτους και -ακουμπώντας την πλάτη στον κορμό τους- γέμιζα μπλοκάκια με εντυπώσεις και περιγραφές της νέας μου καθημερινότητας.

Μπλοκάκια που τα έδινα στην Κώστια όταν πια οι επισκέψεις επετράπησαν και εκείνη ερχότανε τις Κυριακές να με δει μαζί με τα δικά της μπλοκάκια.

Μεσολάβησαν και μερικές άδειες δύο ημερών. Και στην τελευταία από αυτές -έχοντας τη διαβεβαίωση ‘υψηλά ιστάμενου’ προσώπου πως παρά το ότι ήμουνα σχεδόν πτυχιούχος Πανεπιστημίου θα φρόντιζε εκείνος να με κρατήσει στην Αθήνα ως απλό στρατιώτη- μαζί με την Κώστια αγοράσαμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο μας, διαλέξαμε και τις μπάλες με τις οποίες θα το στολίζαμε και περιμέναμε την επόμενη άδεια μου (τριήμερη μιας και θα ήταν μέσα στα Χριστούγεννα) για να περάσουμε μαζί οι δυο μας τα πρώτα ολότελα δικά μας Χριστούγεννα στο σπιτικό μας.

Είχα πλέον επιστρέψει στο στρατόπεδο όταν λίγες μέρες πριν από τις Γιορτές βγήκαν τα αποτελέσματα και μας μαζέψανε όλους τους νεοσύλλεκτους για να ακούσουμε ποιοι από εμάς θα γινόντουσαν αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί και άμεσα θα αναχωρούσαν, ποιοι θα έμεναν  απλοί στρατιώτες και θα εξακολουθούσαν για κάποιες μέρες ακόμα να παραμένουν στην Κόρινθο.

Αδιάφορος άκουγα τα ονόματα και τις Σχολές. Αδιάφορος μιας και ήμουνα σίγουρος για το ότι θα παρέμενα απλός στρατιώτης. Κι όμως… Κάποια στιγμή, μέσα στο παγωμένο απόγευμα, άκουσα και το δικό μου όνομα και ακόμα άκουσα πως την επόμενη μέρα θα έφευγα για την ΣΕΑΠ (Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού) που ήταν στο Ηράκλειο της Κρήτης.

Είμαι σίγουρος πως κάποιο κλαρί ευκάλυπτου έπεσε στο κεφάλι μου! Ολότελα ζαλισμένος δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω πως εκεί που περίμενα να κάνω Χριστούγεννα μαζί με την αγαπημένη μου, τώρα έμελλε να τα περάσω μέσα σε ένα θάλαμο μαζί με άλλους δύστυχους νεοσύλλεκτους σαν και του λόγου μου και μάλιστα σε θάλαμο κτηρίου εντός της πλέον αυστηρής Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών, της περιβόητης ΣΕΑΠ (Σήμερα Έρχεσαι Αύριο Πεθαίνεις).

Κάποια στιγμή σύρθηκα και μπήκα στη σειρά για να βρω μια θέση να τηλεφωνήσω τα νέα σε όλη την οικογένεια. Κι αμέσως μετά ξεκίνησα να μαζεύω μέσα στον στρατιωτικό σάκο όλα τα υπάρχοντα ενός στρατιώτη.

Πρωί μας βάλανε στο τραίνο και προς το μεσημέρι φτάσαμε στον Πειραιά. Εκεί στο λιμάνι με περίμενε η Κώστια μαζί με άλλες ακόμα νέες ή μεγαλύτερες γυναίκες που είχαν μαζευτεί να αποχαιρετήσουν τα δικά τους η καθεμιά …μελλοθάνατα παιδιά ή συντρόφους.

Λίγα λόγια προφτάσαμε να ανταλλάξουμε.  Μας χώσανε στο καράβι και οι πιο τυχεροί (ένας από αυτούς κι εγώ) βρήκαμε καμπίνα, οι υπόλοιπο στο σαλόνι-  περιμέναμε τον απόπλου… Που όμως λόγω έντονης θαλασσοταραχής καθυστερούσε.

Η νύχτα βρήκε το καράβι πάντα αραγμένο και το ξημέρωμα εγώ καθώς από το φιλιστρίνι είδα τα κτήρια του Πειραιά, σκέφτηκα πως κάποιο θαύμα έχει γίνει και η μετάθεση με κάποιον τρόπο ακυρώθηκε… Μπορεί ακόμα κι ένας σεισμός να είχε γκρεμίσει τα κτήρια της Σχολής.

Αλλά όλες οι ελπίδες μου τρέξανε να κρυφτούνε καθώς οι σειρήνα του καραβιού σήμανε την αναχώρησή του.

Πιάσαμε το λιμάνι του Ηρακλείου προχωρημένο δεκεμβριάτικο -για αυτό και αρκούντως σκοτεινό- απόγευμα. Μας υποδέχτηκαν οι Βητάδες (οι μαθητές της προηγούμενης ΕΣΟ) και μέσα σε μια παγωμένη ατμόσφαιρα -κάτι ανάμεσα σε επερχόμενη κακοκαιρία και τρόμο για το άγνωστο- ανεβήκαμε σε φορτηγά, κάποια στιγμή φτάσαμε στην Σχολή, μας χώρισαν σε λόχους και διμοιρίες, μας δείξανε τους θαλάμους μας… Κοιμηθήκαμε.

Δεν θυμάμαι αν είδα κάποιο σημαδιακό όνειρο.

Πάντως, μετά το εγερτήριο κι ενώ καθισμένοι γύρω από στενόμακρα  τραπέζια πίναμε τσάι και μασουλούσαμε φέτες ψωμιού με μαρμελάδα, από τα μεγάφωνα ακούστηκε το όνομά μου. Να πάω έπρεπε από το Α’ Γραφείο.

Ψαρωμένος (κατά τη συνήθη στρατιωτική έκφραση) βιάστηκα να παρουσιαστώ σε κάποιον λοχαγό ο οποίος, με θαυμασμό στο βλέμμα, μου ανακοίνωσε πως μπορούσα να φορέσω τη στολή εξόδου και να φύγω με διανυκτέρευση.

«Η γυναίκα σου έχει έρθει και ο Διοικητής της Σχολής σου δίνει άδεια με διανυκτέρευση, να περάσει το Χριστούγεννα μαζί της…» ο λοχαγός τώρα χαμογέλασε πονηρά και κατέληξε «Α, ρε τυχερέ… Όμορφη Νύχτα Χριστουγέννων σε περιμένει!»

Χαιρέτησα, βγήκα από το γραφείο και σε λίγο κι από την πύλη του στρατοπέδου κρατώντας την άδεια στο ένα χέρι. Στο άλλο τη διεύθυνση του σπιτιού που μου είχαν δώσει λέγοντάς  μου πως εκεί θα με περίμενα η Κώστια.

Αναγνώρισα που θα πήγαινε –ήταν το σπίτι όπου έμενε η Χρύσα, παλιά συμμαθήτρια της γυναίκας μου. Και πράγματι, η Χρύσα μαζί τον Τάκη, τον άντρα της με περίμεναν για να μου δώσουν στο χέρι το ακουστικό  για να μιλήσω με την Κώστια.

Κι έμαθα πως εκείνο το ‘υψηλά ιστάμενο’ πρόσωπο για να εξιλεωθεί από την αποτυχία της μετάθεσης είχε κανονίσει να πάρω άδεια με το που είχα πατήσει το πόδι του στη Σχολή.

Μα και κάτι ακόμα μου είπε -μέσα σε γοερούς λυγμούς- η Κώστια. Πως μιας και λόγω μεγάλης κακοκαιρίας τα πλοία παρέμεναν δεμένα στο λιμάνι, θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει αεροπλάνο… Αλλά αυτό το μέσο μεταφοράς η Κώστια δεν τολμούσε να το χρησιμοποιήσει.

«Δεν αντέχω…» σπάραζε εκείνη και εγώ με τη σειρά μου  δεν άντεχα να την ακούω τόσο δυστυχισμένη και πήρα να την παρηγορώ.

Αργότερα, η Χρύσα και ο Τάκης  πρότειναν να με πάρουν μαζί τους στο ρεβεγιόν που οι ίδιοι θα πηγαίνανε.

Αρνήθηκα. Προτίμησα να μείνω μέσα στην χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα του σπιτικού τους και αντί για χριστουγεννιάτικα τραγούδια, εκεί δίπλα στο φωτισμένο δέντρο, άρχισα να ακούω τον «Μεγάλο Ερωτικό» του Χατζιδάκι.

Ήταν η πρώτη φορά που θα άκουγα αυτά τα τραγούδια.

Πήρα τηλέφωνο την Κώστια. Τα ακούγαμε μαζί

Και το,  Απ’ όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού ένα είναι που σου μοιάζει, έγινε για μας, εκείνη την παραμονή των Χριστουγέννων,  το πιο προσωπικό μας χριστουγεννιάτικο τραγούδι.

Και είναι ακόμα!

(1051 λέξεις)

https://www.oanagnostis.gr/manos-kontoleon/




13.8.23

Διακοπές στο Ουέσσεξ

 


Διακοπές στο Ουέσσεξ

 

Καλοκαίρι του 2023, μήνας Ιούλιος και με δυσκολία ανασαίνω. Καπνοί από τις φωτιές στο Βελεστίνο έχουν φτάσει στις πλαγιές του Πηλίου και την άλλη μέρα ολόκληρο το πέτρινο σπίτι τραντάζεται από τις εκρήξεις στα πυρομαχικά του στρατοπέδου στην Νέα Αγχίαλο.

Ο καύσωνας έχει εγκατασταθεί μόνιμα εδώ και μέρες και ο τρόμος πως αυτό θα συνεχιστεί και στα χρόνια του μέλλοντός μου, με κάνει να νοιώθω ανασφαλής.

Και το ξέρω πως δεν είμαι ο μόνος. Στην παραλία του Βόλου τα γκαρσόνια δείχνουν θυμωμένα, τα βήματα των περιπατητών φανερώνουν συναισθηματική ανασφάλεια και οι αδειούχοι υπάλληλοι οδηγούν με ασαφή επιθετικότητα τα αυτοκίνητά τους. Στο roof garden του ξενοδοχείου οι νέες κοπέλες έχουν στρέψει τις ράχες τους στα παλικάρια που τις συνοδεύουν, μα κι αυτά μεταξύ τους συνομιλούν για θέματα που αφορούν οτιδήποτε άλλο εκτός από τον έρωτα.

Πνίγομαι και καταφεύγω σε τόπο γαλήνιο, τόπο υγρό, τόπο μιας άλλης εποχής. Κι εκεί θα αναζητήσω τη συντροφιά της ατάλαντης ποιήτριας που θα γεννήσει το παιδί το οποίο θα μοιάζει με τον ποιητή που ποτέ της δεν συνάντησε αλλά πάντα της τον θαύμαζε. Μα και την άλλη τη γυναίκα, την πρωτοπόρο χρήστρια (ακόμα το διαδίκτυο δεν έχει ανακαλυφθεί) της τεχνικής να χρησιμοποιείς την ταυτότητα τρίτου και μέσω αυτής να εκφράζεσαι και να βιώνεις τον έρωτα που έκλεψες από μιαν άλλη.

Λοιπόν, επέλεξα να κάνω τις δικές μου διακοπές σε τόπο τόσο μακρινό όσο και μη υπάρχοντα πλέον. Και το κέντρο της Αγγλίας γίνεται κέντρο του δικού μου κόσμου. Έχω αφήσει πίσω μου τις παραλίες του Αιγαίου και τις πλαγιές του Πηλίου. Τώρα βρίσκομαι στην ηρεμία της αγροτικής αγγλικής επαρχίας μιας δεδομένα περασμένης εποχής -στις μεγάλες, καταπράσινες, θαμνώδεις πλαγιές, τις στενές κοιλάδες, τα βοσκοτόπια με τα ψηλά χορτάρια που απλώνονται σε μεγάλες εκτάσεις, το διακριτικό ανθρώπινο στοιχείο που παίρνει συνήθως τη μορφή μιας μοναχικής αγροικίας ενός βοσκού.

Και βυθίζομαι στις… Ιστορίες από το Ουέσσεξ, που έγραψε ο Τόμας Χάρντυ.

 

Βιβλιοδρόμιο, 12/8/2023

 

(310 λέξεις)

7.7.23

Μικρές αναμνήσεις από το ήθος μιας υπουργού Πολιτισμού

 


Μικρές αναμνήσεις από το ήθος μιας υπουργού Πολιτισμού

Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

https://www.efsyn.gr/tehnes/art-nea/387060_diplos-apohairetismos-sti-myrsini-zormpa

24.04.2023

 

Τη Μυρσίνη Ζορμπά τη γνωρίζω από τα χρόνια που είχε, μαζί με τον Τίτο Μυλωνόπουλο, την ευθύνη των εκδόσεων «Οδυσσέας».

 

Μα ουσιαστικά άρχισα να συνεργάζομαι μαζί της όταν ανέλαβε τη γενική διεύθυνση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) – ένα δικό της όραμα που, με τη βοήθεια του τότε υπουργού Πολιτισμού Θάνου Μικρούτσικου, το υλοποίησε.

 

Η πρώτη έδρα του ΕΚΕΒΙ ήταν στη βίλα Μπότση, κάπου στην Κηφισιά, κι εκεί αρχίσαμε όλοι εμείς οι συγγραφείς να συναντιόμαστε και με την καθοδήγηση της Μυρσίνης να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τη συγγραφή όχι μόνο ως μια ατομική απασχόληση και έκφραση των ιδεών μας, αλλά και ως ένα κοινωνικό λειτούργημα που παράλληλα έπρεπε να έχει και τα στοιχεία μιας επαγγελματικής ταυτότητας που θα τη «σκέπαζε» η φροντίδα της Πολιτείας.

 

Πολλές οι πρωτοβουλίες και οι νέες ιδέες -κάποια στιγμή θα πρέπει ένας φορέας του βιβλίου (π.χ. ΟΣΔΕΛ) ή μια ένωση λογοτεχνών (π.χ. Εταιρεία Συγγραφέων) να φροντίσουν να καταγράψουν όλα όσα ξεκίνησαν εκείνα τα χρόνια, όλα εκείνα τα θέματα και τις πρωτοβουλίες που τελικά έχουν διαμορφώσει (ακόμα κι αν κάποιες από αυτές έχουν παραπλανηθεί ή εκφυλιστεί) σ’ ένα μεγάλο μέρος τη σημερινή κατάσταση που επικρατεί στον χώρο του βιβλίου και των δημιουργών του.

 

Κάποια στιγμή η Μυρσίνη αποχώρησε από το ΕΚΕΒΙ, η έντονη προσωπικότητά της και η συνεχής έγνοια της για τον πολιτισμό γενικότερα και το παιδί ειδικότερα την οδήγησε σε νέες υπεύθυνες δραστηριότητας και θέσεις. Στο τέλος ο πολιτισμός της χώρας μας είχε την τύχη να βρεθεί κάτω από τη δική της διεύθυνση, καθώς ανάλαβε τα καθήκοντα της υπουργού Πολιτισμού.

 

Δυστυχώς έμεινε στη θέση αυτή μόνο κάποιους μήνες κι έτσι δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα νέα της οράματα.

 

Από εκείνη την περίοδο της υπουργίας της κρατώ την ανάμνηση δυο μικρών στιγμών -ίσως φαίνονται σχεδόν ασήμαντες, αλλά προσωπικά πιστεύω πως είναι τα μικρά και περιστασιακά που δείχνουν το βάθος και τη σταθερότητα αξιών και ιδεών.

 

Το πρώτο συνέβη στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας.

 

Στην τελετή απονομής των βραβείων ήρθε η Μυρσίνη και με την ιδιότητα της υπουργού Πολιτισμού έδωσε τα βραβεία σε σκηνοθέτες, ηθοποιούς κ.ά.

 

Την άλλη μέρα το πρωί -Κυριακή, θυμάμαι πως ήταν- στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου όλοι σχολιάζαμε τα βραβεία και αναμέναμε την υπουργό να κατεβεί με τον σύντροφό της και να μοιραστεί μαζί μας σχέδια και ιδέες.

 

Αλλά εκείνη δεν κατέβηκε. Μέσω του αξέχαστου Αντώνη Παπαδόπουλου (διευθυντή τότε του φεστιβάλ) μας έστειλε τη συγγνώμη της που δεν θα μας έβλεπε, αλλά είχε προτιμήσει να μείνει στο δωμάτιό της και από το βίντεο να δει τις ταινίες που βραβεύτηκαν και όχι μόνο αυτές.

 

Πράξη που σαφέστατα έδειχνε πως η Μυρσίνη Ζορμπά δεν κρατούσε μόνο τα ηνία του Πολιτισμού, αλλά ήθελε και να γνωρίζει καλά και τους ανθρώπους που τον δημιουργούσαν μέσω του έργου τους.

 

Αυτή είναι η πρώτη μου «μικρή» ανάμνηση που θέλησα δημόσια να την κοινοποιήσω γιατί πιστεύω πως πολλά δείχνει για το πώς κάποιοι με ήθος και συνέπεια προσεγγίζουν τα έργα του πολιτισμού.

 

Η δεύτερη έχει να κάνει με τη σχέση της Μυρσίνης με το βιβλίο και τους δημιουργούς του.

 

Τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας της χρονιάς, που εκείνη ήταν υπουργός Πολιτισμού, αναγγέλθηκαν και τότε η Μυρσίνη σκέφτηκε να προσκαλέσει τους νικητές μαζί με τους πρώτους επιλαχόντες κάθε κατηγορίας στο γραφείο της για να τους συγχαρεί με έναν πιο φιλικό και καθόλου επίσημο τρόπο, να γνωρίσει όσους δεν είχε τύχει να τους έχει γνωρίσει και με όλους να συνομιλήσει για τα βιβλία που είχαν βραβευτεί (ναι, τα είχε όλα διαβάσει)

 

Ημουνα επιλαχών στην κατηγορία του εφηβικού βραβείου και παρευρέθηκα σε εκείνη τη συνάντηση. Μαζί μου, εκτός από τους άλλους βραβευμένους συγγραφείς, ήταν και οι εικονογράφοι των βιβλίων και οι εκδότες τους. Η συζήτηση είχε να κάνει με τα θέματα των έργων μας και απλώθηκε σε γενικότερες ανταλλαγές απόψεων πάνω σε θέματα της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας.

 

Για μια ακόμα φορά, η Μυρσίνη Ζορμπά έδειχνε όχι μόνο την αγάπη της για το βιβλίο και τη διάθεσή της να τιμά όσους το υπηρετούν, αλλά την έγνοια της να ενημερώνεται για θέματα που τους απασχολούν. Και βέβαια με την πράξη της αυτή τιμούσε και τον ίδιο τον θεσμό των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας.

 

Ας σταθούμε για λίγο σε αυτή τη σκέψη, γιατί ενώ από το τέλος Δεκεμβρίου του 2022 οι αρμόδιες επιτροπές έχουν ολοκληρώσει το έργο τους και κοινοποιήσει δημόσια τις βραχείες λίστες όλων των κατηγοριών, η ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού δεν έχει προχωρήσει στην αναγγελία των βραβευμένων έργων και δημιουργών. Και ουδείς γνωρίζει πότε αυτό θα γίνει.

 

Μια στάση που μειώνει τον θεσμό, τις επιτροπές, τους συγγραφείς που τα έργα τους περιέχονται στις βραχείες λίστες και γενικότερα τους ανθρώπους του βιβλίου, από το ίδιο το υπουργείο που υφίσταται για να τους προστατεύει και να τους τιμά.

 

Αλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι. Αλλα ήθη. Δυστυχώς.

 

Μα πάντα θα υπάρχουν τα μέτρα σύγκρισης. Και η Μυρσίνη Ζορμπά υπήρξε ένα από αυτά τα μέτρα. Που θα πρέπει να τα θυμόμαστε και να ζητάμε να συνεχίσουν να έχουν ισχύ και περιεχόμενο.

(820 λεξεις)

9.5.23

Χρήστος Οικονόμου «Πες της»

 

Χρήστος Οικονόμου

«Πες της»

Εκδόσεις Πόλις

 

 

Ο Χρήστος Οικονόμου μας έχει συνηθίσει σε απρόσμενες οπτικά συγγραφικές συνθέσεις.

Βασικά χρησιμοποιεί μικρές φόρμες αφήγησης -τα πλέον εκτενή κείμενά του φτάνουν στα όρια του διηγήματος.

Αλλά αυτή τη φορά έδωσε στη δημοσιότητα ένα έργο που απλώνεται σε 142 σελίδες, μα που και πάλι αρνείται την ένταξη του τόσο στο χώρο του μυθιστορήματος όσο και της νουβέλας. Μια άρνηση που προκύπτει από την ίδια τη δόμηση του κειμένου.

Στην ουσία έχουμε μια εκρηκτικής γλωσσικής υπόστασης πρωτοπρόσωπη αφήγηση από μια γυναίκα για την οποία το μόνο που μαθαίνουμε είναι πως το επάγγελμά της είναι να μεταφέρει γράμματα και πακέτα, δηλαδή είναι ένας θηλυκού γένους κούριερ.

Και μπορεί ο αναγνώστης να μη  μάθει μήτε το όνομά της, μήτε και κάποιο άλλο ουσιαστικό στοιχείο για τη ζωή της, πέρα από το ότι έχει ένα στενό φιλικό δεσμό με μια άλλη γυναίκα, αλλά μέσα από τις δικές  της αφηγήσεις γνωρίζει ένα ολόκληρο πλήθος ανθρώπων -όλων, σχεδόν, εκείνων που η κούριερ συναντά κατά τη διάρκεια που παραδίδει ή παραλαμβάνει πακέτα ή γράμματα σε διάφορες περιοχές, κυρίως γύρω από τον Πειραιά ή σε μέρη της Κρήτης.

Δεν έχουμε, λοιπόν, μια κλασική φόρμα εξιστόρησης συμβάντων με συνέχεια. Αλλά κυρίως περιγραφές που μπορεί να θεωρηθούν και ως κοινωνικοί σχολιασμοί.

Οι περιγραφές αυτές  είναι συνήθως κοφτές και σε ξαφνιάζουν καθώς σε ενημερώνουν για το ποια είναι η σχέση που συνδέει αποστολέα και παραλήπτη:

Στη Γρανικού πήγα φάκελο σ΄έναν πιτσιρικά με μισοξυρισμένο κεφάλι -απ΄τον κωλόγερο είναι; Με ρώτησε, ύστερα τον άρπαξε και τον έκανε κομμάτια.

‘Άλλοτε πάλι μπορεί τα όσα η κούριερ περιγράφει να είναι περισσότερα, αλλά πάντα οι αφηγήσεις γίνονται με μια γλώσσα κοφτή, αγχωμένη και τα περιγραφόμενα ξεφεύγουν από το συνηθισμένο, αγγίζουν τα όρια μιας σουρεαλιστικής κατάστασης:

Πέραμα, μάντρα με φορτηγά. Ζητάω το αφεντικό, μου δείχνουν το κοντέϊνερ, μπαίνω, βλέπω ένα γεροντάκι μια σταλιά, γλαρωμένο στην πολυθρόνα. Καλημέρα, καλημέρα, ευγενικός ήσυχος, την ώρα που υπέγραφε -ήταν μεγάλη παραγγελία- ακούγεται απέξω φασαρία, φρεναρίσματα, φωνές. Ρίχνει ο γέρος μια ματιά απ΄ το το παράθυρο, στάσου μια στιγμή κοπέλα μου, βγα΄νει έξω. Τον βλέπω να στέκεται μπροστά σ΄ ένα φορτηγό και να φωνάζει στον οδηγό -πόσες φορές σου ‘χω πει ρε να μην τρέχεις εδώ μέσα; Ύστερα κάνει έτσι, βγάζει ένα κουμπούρι από τη ζώνη κι αρχίζει να πυροβολάει τα λάστιχα του φορτηγού -τρεις, τέσσερις, πέντε φορές. Ύστερα ξαναβάζει το κουμπούρι στη ζώνη, έρχεται, υπογράφει τα υπόλοιπα, ήρεμος, σα να μην τρέχει τίποτε, μου δίνει κι ένα εικοσάρικο –«για τη φασαρία».

Κάπως έτσι η μια σελίδα ακολουθεί την προηγούμενη, αλλά στο ενδιάμεσο υπεισέρχεται μια φράση -Πες της σ’ αγαπώ πολύ και δεν θα το ξανακάνω.

Από αυτή τη φράση και ο τίτλος του έργου, αλλά το τι μπορεί αυτή η φράση να σηματοδοτεί, κάπου στο τέλος θα γίνει φανερό, όταν πλέον και η αφήγηση θα αποκτήσει άλλο ρυθμό… Ας τον χαρακτηρίσω πιο εσωτερικό, σίγουρο λιγότερο αποστασιοποιημένο : Μη φοβάσαι, εντάξει; Μη φοβάσαι.

Κείμενο που σε παρασύρει ο γρήγορος ρυθμός του και συχνά σταματάς για να αφήσεις το χρόνο να το καταλαγιάσει μέσα στη σκέψη σου, να ηρεμήσει τον συναισθηματικό φόρτο σου.

Ο Χρήστος Οικονόμου είναι -αυτό προσωπικά πιστεύω- ένας ρεαλιστής μα και ιδιότυπα αισιόδοξος συγγραφέας.

Και σκέφτομαι πως αν κάποτε, εκεί στις δεκαετίες των ’50 ή των ’60, προτού δηλαδή να μπούνε μέσα στη καθημερινότητά μας τα σούπερ μάρκετ, υπήρχε ο παντοπώλης της γειτονιάς όπου μέσα στο παντοπωλείο του ερχόντουσαν οι γειτόνοι και μαζί με τα ψώνια τους αφήναν και τις πίκρες ή τα όνειρά τους, μαθαίνανε τα αντίστοιχα των άλλων, τώρα δεν πάμε εμείς όλοι κάπου για να μοιράσουμε και να μοιραστούμε συναισθήματα και μυστικά, αλλά αποκομμένοι, ολοένα και περισσότερο αποκομμένοι πιάνουμε στα χέρια μας τα όσα χρειαζόμαστε καθώς μας τα παραδίδει ένα κούριερ. Αυτός είναι που υποδέχεται τους καημούς μας και τα όνειρά μας και εν τέλει μετατρέπεται από ένα μεταφορά αγαθών σε συλλέκτη συναισθημάτων. Από τη συλλογικότητα των πολιτών, στην ατομικότητα της είδησης -μια περιγραφή της μετάλλαξης.

Ο κόσμος μας αλλάζει. Άλλαξε. Αλλά ο Οικονόμου μέσα στο κείμενό του έσπειρε μια διαπίστωση και μια ερώτηση -Τί θα κάνουμε τώρα, μου λέτε; Μαθαίνεται η αγάπη ή όχι; Κι αν μαθαίνεις ν΄ αγαπάς κάποιον γι αυτό που είναι, πώς μαθαίνεις να τον αγαπάς γι αυτό που θα γίνει; Φοβερό πράγμα δεν είναι, που είναι τέτοιος πόλεμος ατέλειωτος η αγάπη;

Το ‘Πες της’ δεν είναι μυθιστόρημα -κάτι τέτοιο θα απαιτούσε εξέλιξη χαρακτήρων. Θα το χαρακτήριζα -τολμηρός χαρακτηρισμός- ως χρονογράφημα.

Και ως τέτοιο το θεωρώ ιδιαίτερης ποιότητας λογοτεχνικό έργο.

 «Πες της» του Χρήστου Οικονόμου (κριτική) – Ένα «ιδιαίτερης ποιότητας χρονογράφημα» (bookpress.gr)

(739 λέξεις)

 

 

24.4.23

Μυρσίνη Ζορμπά -μικρές αναμνήσεις από το ήθος μια Υπουργού Πολιτισμού

 



 

Τη Μυρσίνη Ζορμπά τη γνωρίζω από τα χρόνια που είχε, μαζί με τον Τίτο Μυλωνόπουλο, την ευθύνη των Εκδόσεων Οδυσσέας.

Μα ουσιαστικά άρχισα να συνεργάζομαι μαζί της όταν ανέβαλε τη Γενική Διεύθυνση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου – ένα δικό της όραμα που με τη βοήθεια του τότε Υπουργού Πολιτισμού Θάνου Μικρούτσικου, το υλοποίησε.

Η πρώτη έδρα του ΕΚΕΒΙ ήταν στη βίλα Μπότση, κάπου στην Κηφισιά, κι εκεί αρχίσαμε όλοι εμείς οι συγγραφείς να συναντιόμαστε και με την καθοδήγηση της Μυρσίνης να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τη συγγραφή όχι μόνο  ως μια ατομική απασχόληση και έκφραση των ιδεών μας, αλλά και ως ένα κοινωνικό λειτούργημα που παράλληλα έπρεπε να έχει και τα στοιχεία μιας επαγγελματικής ταυτότητας που θα την ‘σκέπαζε’ η φροντίδα της Πολιτείας.

Πολλές οι πρωτοβουλίες και οι νέες ιδέες -κάποια στιγμή θα πρέπει ένας φορέας του βιβλίου (πχ ΟΣΔΕΛ) ή μια ένωση λογοτεχνών (πχ Εταιρεία Συγγραφέων) να φροντίσουν να καταγράψουν όλα όσα ξεκίνησαν εκείνα τα χρόνια, όλα εκείνα τα θέματα και τις πρωτοβουλίες που τελικά έχουν διαμορφώσει (ακόμα κι αν κάποιες από αυτές έχουν παραπλανηθεί ή εκφυλισθεί) σ’ ένα μεγάλο μέρος τη σημερινή κατάσταση που επικρατεί στο χώρο του βιβλίου και των δημιουργών του.

Κάποια στιγμή η Μυρσίνη αποχώρησε από το ΕΚΕΒΙ, η έντονη προσωπικότητά της και η συνεχής έγνοια της για τον Πολιτισμό γενικότερα και το παιδί ειδικότερα, την οδήγησε σε νέες υπεύθυνες δραστηριότητας και θέσεις. Στο τέλος ο Πολιτισμός της χώρας μας είχε την τύχη να βρεθεί κάτω από τη δική της διεύθυνση, καθώς ανάλαβε τα καθήκοντα της Υπουργού Πολιτισμού.

Δυστυχώς έμεινε στη θέση αυτή μόνο κάποιους μήνες κι έτσι δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα νέα της οράματα.

Από εκείνη την περίοδο της υπουργίας της κρατώ την ανάμνηση δυο μικρών στιγμών -ίσως φαίνονται σχεδόν ασήμαντες, αλλά προσωπικά πιστεύω πως είναι τα μικρά και περιστασιακά που δείχνουν το βάθος και τη σταθερότητα αξιών και ιδεών.

Το πρώτο συνέβη στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας.

Στην τελετή απονομής των βραβείων ήρθε η Μυρσίνη και με την ιδιότητα της Υπουργού Πολιτισμού έδωσε τα βραβεία σε σκηνοθέτες, ηθοποιούς κ.α.

Την άλλη μέρα το πρωί -Κυριακή, θυμάμαι πως ήταν- στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου όλοι σχολιάζαμε τα βραβεία και αναμέναμε την Υπουργό να κατέβει με τον σύντροφό της και να μοιραστεί μαζί μας σχέδια και ιδέες.

Αλλά εκείνη δεν κατέβηκε. Μέσω του αξέχαστου Αντώνη Παπαδόπουλου (δντη τότε του Φεστιβάλ) μας έστειλε τη συγνώμη της που δεν θα μας έβλεπε, αλλά είχε προτιμήσει να μείνει στο δωμάτιό της και από το βίντεο να δει τις ταινίες που βραβεύτηκαν και όχι μόνο αυτές.

Πράξη που σαφέστατα έδειχνε πως η Μυρσίνη Ζορμπά δεν κρατούσε μόνο τα ηνία του Πολιτισμού, αλλά ήθελε και να γνωρίζει καλά και τους ανθρώπους που τον δημιουργούσαν μέσω του έργου τους.

Αυτή είναι η πρώτη μου ‘μικρή’ ανάμνηση που θέλησα δημόσια να την  κοινοποιήσω γιατί πιστεύω πως πολλά δείχνει για το πως κάποιοι με ήθος και συνέπεια προσεγγίζουν τα έργα του Πολιτισμού.

Η δεύτερη έχει να κάνει με την σχέση της Μυρσίνης με το βιβλίο και τους δημιουργούς του.

Τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας της χρονιάς που εκείνη ήταν Υπουργός Πολιτισμού, αναγγέλθηκαν και τότε η Μυρσίνη σκέφτηκε να προσκαλέσει τους νικητές μαζί με τους πρώτους επιλαχόντες κάθε κατηγορίας στο γραφείο της για να τους συγχαρεί με ένα πιο φιλικό και καθόλου επίσημο τρόπο, να γνωρίσει όσους δεν είχε τύχει να τους έχει γνωρίσει και με όλους να  συνομιλήσει για τα βιβλία που είχαν βραβευτεί (ναι, τα είχε όλα διαβάσει)

Ήμουνα επιλαχών στην κατηγορία του εφηβικού βραβείου και παρευρέθηκα σε εκείνη τη συνάντηση. Μαζί μου εκτός από τους άλλους βραβευμένους συγγραφείς, ήταν και οι εικονογράφοι των βιβλίων και οι εκδότες τους. Η συζήτηση είχε να κάνει με τα θέματα των έργων μας και απλώθηκε σε γενικότερες ανταλλαγές απόψεων πάνω σε θέματα της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας.

Για μια ακόμα φορά, η Μυρσίνη Ζορμπά έδειχνε όχι μόνο την αγάπη της για το βιβλίο και την διάθεσή της να τιμά όσους το υπηρετούν, αλλά την έγνοια της να ενημερώνεται για θέματα που τους απασχολούν. Και βέβαια με την πράξη της αυτή τιμούσε και τον ίδιο το θεσμό των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας.

Ας σταθούμε για λίγο σε αυτή τη σκέψη, γιατί  ενώ από το τέλος Δεκεμβρίου του 2022  οι αρμόδιες επιτροπές έχουν ολοκληρώσει το έργο τους και κοινοποιήσει δημόσια της βραχείες λίστες όλων των κατηγοριών, η ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού  δεν έχει προχωρήσει στην αναγγελία των βραβευμένων έργων και δημιουργών. Και ουδείς γνωρίζει πότε αυτό θα γίνει.

Μια στάση που μειώνει τον θεσμό, τις επιτροπές, τους συγγραφείς που τα έργα τους περιέχονται στις βραχείες λίστες και γενικότερα  τους ανθρώπους του βιβλίου,  από το ίδιο το Υπουργείο που υφίσταται για να τους προστατεύει και να τους τιμά.

Άλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι. Άλλα ήθη. Δυστυχώς.

Μα πάντα θα υπάρχουν τα μέτρα σύγκρισης. Και η Μυρσίνη Ζορμπά υπήρξε ένα από αυτά τα μέτρα. Που θα πρέπει να τα θυμόμαστε και να ζητάμε να συνεχίσουν να έχουν ισχύ και περιεχόμενο.

(Εφημερίδα των Συντακτών, 24/4/2023)

(820 λέξεις)

7.12.22

Η … κάπως περίεργη Παυλίνα



Η ελληνική λογοτεχνία που απευθύνεται προς ένα ανήλικο κοινό, αυτή που έχει επικρατήσει να ονομάζεται Παιδική Λογοτεχνία, έχει κατά καιρούς παρουσιαστεί με διάφορα ιδεολογικά πρόσωπα.
Μέχρι περίπου το τέλος της δεκαετία του ’70, βασικός στόχος της ήταν να διδάξει στα παιδιά βασικές αξίες -την αγάπη προς την πατρίδα, την εργατικότητα, το σεβασμό προς τους μεγαλύτερους, την υπακοή στους κοινωνικούς νόμους, την φιλαλήθεια κ.α.
Η συγγραφή ανήκε κυρίως στις γυναίκες μιας και ο ρόλος της γενικότερης διαπαιδαγώγησης των παιδιών σε αυτές είχε καταχωρηθεί.
Οπότε καθόλου τυχαίο δεν μπορεί να θεωρηθεί πως μια ομάδα γυναικών που γράφανε, αποφάσισαν να ιδρύσουν τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά (1955) με στόχο την ανάπτυξη της αγάπης εκ μέρους των παιδιών προς το καλό λογοτεχνικό βιβλίο.
Η ιδιότητα του ‘καλού’ περιλάμβανε τις πιο πάνω αξίες, μαζί βέβαια με την έγνοια για μια γλώσσα δημοτική και προσεγμένη.
Ασφαλώς είχαν προηγηθεί τα μυθιστορήματα της Δέλτα, το έργο του Ξενόπουλου μέσα από την έκδοση του περιοδικού «Η διάπλασις των παίδων», τα ιστορικά έργα του Τάκη Λάππα και μερικών ακόμα άλλων συγγραφέων που γράφανε με στόχο να απευθυνθούν στο παιδί και όχι μόνο.
Λίγο πριν τη δικτατορία, εμφανίζεται και η πολιτική διάσταση σε μυθιστόρημα για παιδιά -αναφέρομαι στο «Καπλάνι της βιτρίνας» της Άλκη Ζέη (1963)
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας θα κυκλοφορήσουν και τα πρώρα έργα της Ζωρζ Σαρρή και της Λότης Πέτροβιτς -συγγραφέων που με τα βιβλία τους θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό το νέο πρόσωπο της ελληνικής λογοτεχνίας για παιδιά.
Αλλά αυτό το πρόσωπο θα πάρει την ολοκληρωμένη του μορφή μέσα στα χρόνια της Μεταπολίτευσης και παράλληλα θα αναγνωριστεί πως είναι ένα πρόσωπο ολότελα διαφορετικό από τα προηγούμενα.
Ο διδακτισμός απουσιάζει, η θεματολογία διευρύνεται, οι τεχνικές αφήγησης εμπλουτίζονται, οι χαρακτήρες αποκτούν αληθοφάνεια, οι ιδεολογίες των νέων συγγραφέων μπορούν να εκφράζονται με ποικίλους τρόπους.
Μέσα σε αυτό το κλίμα της απόλυτης ανανέωσης, κυκλοφορεί το 1975 η συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη «Δεκαπεντέμισι κάπως περίεργα παραμύθια» (Εκδόσεις Ερμείας, με εικονογράφηση της ίδιας)
Η ίδια λίγα χρόνια πιο πριν είχε κυκλοφορήσει δυο ποιητικές συλλογές που την είχαν κάνει ήδη γνωστή στο αντίστοιχο χώρο και το γεγονός αυτό, κάνει ακόμα πιο έντονη την εμφάνιση του τρίτου της βιβλίου που αν και η εκδοτική μορφή του το κάνει να μοιάζει με έκδοση εικονογραφημένου παιδικού βιβλίου, η ίδια η συγγραφέας του πάντα θα το θεωρεί ως το πρώτο από μια σειρά μελλοντικών της έργων που η ίδια τα κατατάσσει κάτω από τον τίτλο «Δήθεν για παιδιά».
Μια φορά ήταν ένας μεγάλος σκύλος που τον έλεγαν Γάου, κι είχε ένα μικρό ανθρωπάκι για να του κάνει συντροφιά και να τον φυλάει -εναρκτήριος πρόταση ενός από τα παραμύθια της συλλογής, που δείχνει με σαφήνεια όλο το κλίμα που θα διαπερνά και τα υπόλοιπα.
Η ανατροπή -αυτή είναι η αξία που η Παυλίνα Παμπούδη βάζει στο κέντρο των εμπνεύσεών της καθώς συνθέτει αυτά τα κείμενα της. Η ανατροπή, το απρόοπτο, το ξάφνιασμα, το χιούμορ… Εν τέλει η επανάσταση ως προς κάθε μορφής κατεστημένο.
Μια επανάσταση που ενδύεται τη μορφή παραμυθιού.
Μα αυτό τελικά δε συμβαίνει και με την ίδια την παιδική ηλικία;
Το παιδί αναζητώντας τρόπους να εκφράσει το εγώ του μέσα σε ένα κόσμο ενηλίκων αισθάνεται την ανάγκη να επαναστατήσει. Να διαφοροποιηθεί.
Μα έρχεται αμέσως μετά η αντίδραση των ενηλίκων και καταφέρνει αυτή την επανάσταση να την μετατρέψει σε συμβιβασμό.
Αυτός ο συμβιβασμός είναι που απουσιάζει από τα ‘δήθεν για παιδιά’ κείμενα της Παυλίνας Παμπούδη.
Και για αυτό η κυκλοφορία της συλλογής «Δεκαπεντέμισι κάπως περίεργα παραμύθια» θεωρώ πως αποτελεί στην ιστορία της ελληνικής Παιδικής Λογοτεχνίας ένα βασικό ορόσημο καθώς είναι η απόλυτη διαφοροποίηση από τη θέση κάθε προηγούμενου έργου αυτής της κατηγορίας.
Χαρακτηριστικά θα πρέπει να αναφέρω πως αυτήν την οπτική πολύ σύντομα την χρησιμοποίησαν και άλλοι συγγραφείς που εκείνα τα χρόνια πρωτοπαρουσιάστηκαν (Τριβιζάς, Μαντουβάλου κ.α)
Αλλά κανείς τους δεν κράτησε την καθαρότητα της ανατροπής της Παμπούδη. Θα έλεγα, μάλιστα, πως τα κείμενα αυτής της κατηγορίας στράφηκαν περισσότερο προς τις συνταγές του Ροντάρι -συνταγές όπου και πάλι υποστηρίζεται η ανατροπή, αλλά με τρόπους περισσότερο αποδεχτούς από το κατεστημένο των ενηλίκων.
Η Παυλίνα Παμπούδη κρατά τον δικό της ύφος. Και επαναστατεί όχι τόσο παίζοντας, όσο αμφισβητώντας.
Τα έργα της αυτής της κατηγορίας έχουν τους φανατικούς υποστηρικτές τους. Κυρίως από τον χώρο της λογοτεχνίας των ενηλίκων.
Είναι -προσωπική θέση καταθέτω- απορίας άξιον που στο βαθμό που γνωρίζω η Παμπούδη δεν έχει ποτέ τιμηθεί με κάποιο βραβείο φορέα που ασχολείται με το βιβλίο για παιδιά και νέους.
Αλλά κι αυτή τη στάση, η ίδια την έχει από τότε υποψιαστεί. Κι έτσι ένα από τα παραμύθια εκείνης της συλλογής, ξεκινά:
Μια φορά, ήταν ένας εξαιρετικός γάτος που νόμιζε πως ήταν κότα κι ήξερε και να γαυγίζει. Τ΄ αφεντικά του όμως ήταν στριμμένοι άνθρωποι και δεν το χώνευαν, παρ΄ όλο που τους έκανε ένα μεγάλο δίκροκο αυγό κάθε μέρα και φύλαγε κι όλη τη νύχτα το σπίτι από τους κλέφτες.
*Μια ακόμα σημείωση θα ήθελα να προσθέσω πριν ολοκληρώσω αυτό το κείμενο.
Σήμερα -σαράντα τόσα χρόνια μετά από την ανανέωση της λογοτεχνίας για παιδιά- έχει επανακάμψει ένας νεοδιδακτισμός και όλη εκείνη η ευφορία και η ζωντάνια των κειμένων για παιδιά μάλλον έχει μπει σε ασφυκτικά καλούπια.
Από αυτήν τη σκοπιά τα κάπως αλλόκοτα και ‘δήθεν παιδικά’ έργα της Παυλίνας Παμπούδη αποκτούν μια ακόμα επαναστατική διάσταση. Και επικαιρότητα. Γιατί η ανάγκη για ανατροπή κάθε μορφής κατεστημένου δεν είναι μόνο ανάγκη ενός παιδιού, αλλά και ενός ενήλικα.
(Κείμενο μου δημοσιευμένο στο τεύχος 20/ Δεκ. 2022, του περιοδικού 'Ο Σίσυφος' -αφιέρωμα στην Παυλίνα Παμπούδη)