1.5.25
Αστόχαστη αγάπη (προδημοσίευση από το βιβλίο 'Ο βράχος που δακρύζει')
1.4.25
Το μυθιστόρημα cross over και η λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες,
10.3.25
Εκκωφαντική σιωπή (Μάνος Κοντολέων - Μαρίζα Ντεκάστρο)
13.12.24
«Το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον στη διαμόρφωση της υστεροφημίας των έργων της Πηνελόπης Δέλτα και των επιγόνων της -Ζέη και Σαρή»
2.10.24
To καινούργιο μου βιβλίο ( "Αυγή της Κυριακής" -22/9/2024)
1.10.24
Μια μέρα που του πονούσε το αυτάκι του
12.12.23
Μια ευχή που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε (Αφιέρωμα στο ηλεκτ. περιοδικό 'Αναγνώστης')
Μια από τις τελευταίες μέρες εκείνου του Ιουλίου, η Κώστια
κι εγώ παντρευτήκαμε. Απόφαση δίχως λογική αν σκεφτεί κανείς πως ακόμα δεν είχα
πάρει το πτυχίο μου και πως στο τέλος
Οκτώβριου θα παρουσιαζόμουνα στην Κόρινθο για να κάνω τη στρατιωτική μου
θητεία.
Αλλά είχαμε με τόσο κέφι φτιάξει το σπιτικό μας που θέλαμε
να το χαρούμε χωρίς κάποια άλλη απασχόληση να μας κρατά μακριά από αυτό.
Κι έτσι έγινε. Για τρεις μήνες γλεντούσαμε -άλλοτε οι δυο
μας, άλλοτε με φίλους, άλλοτε με συγγενείς. Κάτι σαν τα παραμύθια που συχνά
ισχυρίζονται πως μετά τους γάμους του βασιλόπουλου και της βασιλοπούλας τα
γλέντια κράτησαν για μήνες πολλούς.
Αλλά το τέλος του Οκτώβρη κάποια στιγμή έφτασε κι εγώ θέλησα
μόνος μου να ανέβω στο λεωφορείο που θα με μετέφερε έξω από την πύλη του
στρατοπέδου.
Πέρασα τις σαράντα μέρες μέχρι το πρώτο επισκεπτήριο,
αναζητώντας απομονωμένους ευκαλύπτους
και -ακουμπώντας την πλάτη στον κορμό τους- γέμιζα μπλοκάκια με εντυπώσεις και
περιγραφές της νέας μου καθημερινότητας.
Μπλοκάκια που τα έδινα στην Κώστια όταν πια οι επισκέψεις
επετράπησαν και εκείνη ερχότανε τις Κυριακές να με δει μαζί με τα δικά της
μπλοκάκια.
Μεσολάβησαν και μερικές άδειες δύο ημερών. Και στην
τελευταία από αυτές -έχοντας τη διαβεβαίωση ‘υψηλά ιστάμενου’ προσώπου πως παρά
το ότι ήμουνα σχεδόν πτυχιούχος Πανεπιστημίου θα φρόντιζε εκείνος να με
κρατήσει στην Αθήνα ως απλό στρατιώτη- μαζί με την Κώστια αγοράσαμε το
χριστουγεννιάτικο δέντρο μας, διαλέξαμε και τις μπάλες με τις οποίες θα το
στολίζαμε και περιμέναμε την επόμενη άδεια μου (τριήμερη μιας και θα ήταν μέσα
στα Χριστούγεννα) για να περάσουμε μαζί οι δυο μας τα πρώτα ολότελα δικά μας Χριστούγεννα
στο σπιτικό μας.
Είχα πλέον επιστρέψει στο στρατόπεδο όταν λίγες μέρες πριν
από τις Γιορτές βγήκαν τα αποτελέσματα και μας μαζέψανε όλους τους
νεοσύλλεκτους για να ακούσουμε ποιοι από εμάς θα γινόντουσαν αξιωματικοί ή
υπαξιωματικοί και άμεσα θα αναχωρούσαν, ποιοι θα έμεναν απλοί στρατιώτες και θα εξακολουθούσαν για
κάποιες μέρες ακόμα να παραμένουν στην Κόρινθο.
Αδιάφορος άκουγα τα ονόματα και τις Σχολές. Αδιάφορος μιας
και ήμουνα σίγουρος για το ότι θα παρέμενα απλός στρατιώτης. Κι όμως… Κάποια
στιγμή, μέσα στο παγωμένο απόγευμα, άκουσα και το δικό μου όνομα και ακόμα
άκουσα πως την επόμενη μέρα θα έφευγα για την ΣΕΑΠ (Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών
Πεζικού) που ήταν στο Ηράκλειο της Κρήτης.
Είμαι σίγουρος πως κάποιο κλαρί ευκάλυπτου έπεσε στο κεφάλι
μου! Ολότελα ζαλισμένος δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω πως εκεί που περίμενα
να κάνω Χριστούγεννα μαζί με την αγαπημένη μου, τώρα έμελλε να τα περάσω μέσα
σε ένα θάλαμο μαζί με άλλους δύστυχους νεοσύλλεκτους σαν και του λόγου μου και
μάλιστα σε θάλαμο κτηρίου εντός της πλέον αυστηρής Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών,
της περιβόητης ΣΕΑΠ (Σήμερα Έρχεσαι Αύριο Πεθαίνεις).
Κάποια στιγμή σύρθηκα και μπήκα στη σειρά για να βρω μια
θέση να τηλεφωνήσω τα νέα σε όλη την οικογένεια. Κι αμέσως μετά ξεκίνησα να
μαζεύω μέσα στον στρατιωτικό σάκο όλα τα υπάρχοντα ενός στρατιώτη.
Πρωί μας βάλανε στο τραίνο και προς το μεσημέρι φτάσαμε στον
Πειραιά. Εκεί στο λιμάνι με περίμενε η Κώστια μαζί με άλλες ακόμα νέες ή
μεγαλύτερες γυναίκες που είχαν μαζευτεί να αποχαιρετήσουν τα δικά τους η
καθεμιά …μελλοθάνατα παιδιά ή συντρόφους.
Λίγα λόγια προφτάσαμε να ανταλλάξουμε. Μας χώσανε στο καράβι και οι πιο τυχεροί
(ένας από αυτούς κι εγώ) βρήκαμε καμπίνα, οι υπόλοιπο στο σαλόνι- περιμέναμε τον απόπλου… Που όμως λόγω έντονης
θαλασσοταραχής καθυστερούσε.
Η νύχτα βρήκε το καράβι πάντα αραγμένο και το ξημέρωμα εγώ
καθώς από το φιλιστρίνι είδα τα κτήρια του Πειραιά, σκέφτηκα πως κάποιο θαύμα
έχει γίνει και η μετάθεση με κάποιον τρόπο ακυρώθηκε… Μπορεί ακόμα κι ένας
σεισμός να είχε γκρεμίσει τα κτήρια της Σχολής.
Αλλά όλες οι ελπίδες μου τρέξανε να κρυφτούνε καθώς οι
σειρήνα του καραβιού σήμανε την αναχώρησή του.
Πιάσαμε το λιμάνι του Ηρακλείου προχωρημένο δεκεμβριάτικο
-για αυτό και αρκούντως σκοτεινό- απόγευμα. Μας υποδέχτηκαν οι Βητάδες (οι
μαθητές της προηγούμενης ΕΣΟ) και μέσα σε μια παγωμένη ατμόσφαιρα -κάτι ανάμεσα
σε επερχόμενη κακοκαιρία και τρόμο για το άγνωστο- ανεβήκαμε σε φορτηγά, κάποια
στιγμή φτάσαμε στην Σχολή, μας χώρισαν σε λόχους και διμοιρίες, μας δείξανε
τους θαλάμους μας… Κοιμηθήκαμε.
Δεν θυμάμαι αν είδα κάποιο σημαδιακό όνειρο.
Πάντως, μετά το εγερτήριο κι ενώ καθισμένοι γύρω από
στενόμακρα τραπέζια πίναμε τσάι και
μασουλούσαμε φέτες ψωμιού με μαρμελάδα, από τα μεγάφωνα ακούστηκε το όνομά μου.
Να πάω έπρεπε από το Α’ Γραφείο.
Ψαρωμένος (κατά τη συνήθη στρατιωτική έκφραση) βιάστηκα να
παρουσιαστώ σε κάποιον λοχαγό ο οποίος, με θαυμασμό στο βλέμμα, μου ανακοίνωσε
πως μπορούσα να φορέσω τη στολή εξόδου και να φύγω με διανυκτέρευση.
«Η γυναίκα σου έχει έρθει και ο Διοικητής της Σχολής σου
δίνει άδεια με διανυκτέρευση, να περάσει το Χριστούγεννα μαζί της…» ο λοχαγός
τώρα χαμογέλασε πονηρά και κατέληξε «Α, ρε τυχερέ… Όμορφη Νύχτα Χριστουγέννων
σε περιμένει!»
Χαιρέτησα, βγήκα από το γραφείο και σε λίγο κι από την πύλη
του στρατοπέδου κρατώντας την άδεια στο ένα χέρι. Στο άλλο τη διεύθυνση του
σπιτιού που μου είχαν δώσει λέγοντάς μου
πως εκεί θα με περίμενα η Κώστια.
Αναγνώρισα που θα πήγαινε –ήταν το σπίτι όπου έμενε η Χρύσα,
παλιά συμμαθήτρια της γυναίκας μου. Και πράγματι, η Χρύσα μαζί τον Τάκη, τον
άντρα της με περίμεναν για να μου δώσουν στο χέρι το ακουστικό για να μιλήσω με την Κώστια.
Κι έμαθα πως εκείνο το ‘υψηλά ιστάμενο’ πρόσωπο για να
εξιλεωθεί από την αποτυχία της μετάθεσης είχε κανονίσει να πάρω άδεια με το που
είχα πατήσει το πόδι του στη Σχολή.
Μα και κάτι ακόμα μου είπε -μέσα σε γοερούς λυγμούς- η
Κώστια. Πως μιας και λόγω μεγάλης κακοκαιρίας τα πλοία παρέμεναν δεμένα στο
λιμάνι, θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει αεροπλάνο… Αλλά αυτό το μέσο μεταφοράς η
Κώστια δεν τολμούσε να το χρησιμοποιήσει.
«Δεν αντέχω…» σπάραζε εκείνη και εγώ με τη σειρά μου δεν άντεχα να την ακούω τόσο δυστυχισμένη και
πήρα να την παρηγορώ.
Αργότερα, η Χρύσα και ο Τάκης πρότειναν να με πάρουν μαζί τους στο ρεβεγιόν
που οι ίδιοι θα πηγαίνανε.
Αρνήθηκα. Προτίμησα να μείνω μέσα στην χριστουγεννιάτικη
ατμόσφαιρα του σπιτικού τους και αντί για χριστουγεννιάτικα τραγούδια, εκεί
δίπλα στο φωτισμένο δέντρο, άρχισα να ακούω τον «Μεγάλο Ερωτικό» του Χατζιδάκι.
Ήταν η πρώτη φορά που θα άκουγα αυτά τα τραγούδια.
Πήρα τηλέφωνο την Κώστια. Τα ακούγαμε μαζί
Και το, Απ’ όλα τ’
άστρα τ’ ουρανού ένα είναι που σου μοιάζει, έγινε για μας, εκείνη την παραμονή
των Χριστουγέννων, το πιο προσωπικό μας
χριστουγεννιάτικο τραγούδι.
Και είναι ακόμα!
(1051 λέξεις)
https://www.oanagnostis.gr/manos-kontoleon/
13.8.23
Διακοπές στο Ουέσσεξ
Διακοπές στο Ουέσσεξ
Καλοκαίρι του 2023, μήνας Ιούλιος και με δυσκολία ανασαίνω.
Καπνοί από τις φωτιές στο Βελεστίνο έχουν φτάσει στις πλαγιές του Πηλίου και
την άλλη μέρα ολόκληρο το πέτρινο σπίτι τραντάζεται από τις εκρήξεις στα
πυρομαχικά του στρατοπέδου στην Νέα Αγχίαλο.
Ο καύσωνας έχει εγκατασταθεί μόνιμα εδώ και μέρες και ο
τρόμος πως αυτό θα συνεχιστεί και στα χρόνια του μέλλοντός μου, με κάνει να
νοιώθω ανασφαλής.
Και το ξέρω πως δεν είμαι ο μόνος. Στην παραλία του Βόλου τα
γκαρσόνια δείχνουν θυμωμένα, τα βήματα των περιπατητών φανερώνουν
συναισθηματική ανασφάλεια και οι αδειούχοι υπάλληλοι οδηγούν με ασαφή
επιθετικότητα τα αυτοκίνητά τους. Στο roof garden του ξενοδοχείου οι νέες κοπέλες
έχουν στρέψει τις ράχες τους στα παλικάρια που τις συνοδεύουν, μα κι αυτά
μεταξύ τους συνομιλούν για θέματα που αφορούν οτιδήποτε άλλο εκτός από τον
έρωτα.
Πνίγομαι και καταφεύγω σε τόπο γαλήνιο, τόπο υγρό, τόπο μιας
άλλης εποχής. Κι εκεί θα αναζητήσω τη συντροφιά της ατάλαντης ποιήτριας που θα
γεννήσει το παιδί το οποίο θα μοιάζει με τον ποιητή που ποτέ της δεν συνάντησε
αλλά πάντα της τον θαύμαζε. Μα και την άλλη τη γυναίκα, την πρωτοπόρο χρήστρια
(ακόμα το διαδίκτυο δεν έχει ανακαλυφθεί) της τεχνικής να χρησιμοποιείς την
ταυτότητα τρίτου και μέσω αυτής να εκφράζεσαι και να βιώνεις τον έρωτα που
έκλεψες από μιαν άλλη.
Λοιπόν, επέλεξα να κάνω τις δικές μου διακοπές σε τόπο τόσο
μακρινό όσο και μη υπάρχοντα πλέον. Και το κέντρο της Αγγλίας γίνεται κέντρο
του δικού μου κόσμου. Έχω αφήσει πίσω μου τις παραλίες του Αιγαίου και τις
πλαγιές του Πηλίου. Τώρα βρίσκομαι στην ηρεμία της αγροτικής αγγλικής επαρχίας
μιας δεδομένα περασμένης εποχής -στις μεγάλες, καταπράσινες, θαμνώδεις
πλαγιές, τις στενές κοιλάδες, τα βοσκοτόπια με τα ψηλά χορτάρια που απλώνονται
σε μεγάλες εκτάσεις, το διακριτικό ανθρώπινο στοιχείο που παίρνει συνήθως τη
μορφή μιας μοναχικής αγροικίας ενός βοσκού.
Και βυθίζομαι στις… Ιστορίες από το Ουέσσεξ, που έγραψε ο
Τόμας Χάρντυ.
Βιβλιοδρόμιο, 12/8/2023
(310 λέξεις)
7.7.23
Μικρές αναμνήσεις από το ήθος μιας υπουργού Πολιτισμού
Μικρές αναμνήσεις από το ήθος μιας υπουργού Πολιτισμού
Γράφει ο Μάνος Κοντολέων
https://www.efsyn.gr/tehnes/art-nea/387060_diplos-apohairetismos-sti-myrsini-zormpa
24.04.2023
Τη Μυρσίνη Ζορμπά τη γνωρίζω από τα χρόνια που είχε, μαζί με
τον Τίτο Μυλωνόπουλο, την ευθύνη των εκδόσεων «Οδυσσέας».
Μα ουσιαστικά άρχισα να συνεργάζομαι μαζί της όταν ανέλαβε
τη γενική διεύθυνση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) – ένα δικό της όραμα που,
με τη βοήθεια του τότε υπουργού Πολιτισμού Θάνου Μικρούτσικου, το υλοποίησε.
Η πρώτη έδρα του ΕΚΕΒΙ ήταν στη βίλα Μπότση, κάπου στην
Κηφισιά, κι εκεί αρχίσαμε όλοι εμείς οι συγγραφείς να συναντιόμαστε και με την
καθοδήγηση της Μυρσίνης να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τη συγγραφή όχι μόνο ως
μια ατομική απασχόληση και έκφραση των ιδεών μας, αλλά και ως ένα κοινωνικό
λειτούργημα που παράλληλα έπρεπε να έχει και τα στοιχεία μιας επαγγελματικής
ταυτότητας που θα τη «σκέπαζε» η φροντίδα της Πολιτείας.
Πολλές οι πρωτοβουλίες και οι νέες ιδέες -κάποια στιγμή θα
πρέπει ένας φορέας του βιβλίου (π.χ. ΟΣΔΕΛ) ή μια ένωση λογοτεχνών (π.χ.
Εταιρεία Συγγραφέων) να φροντίσουν να καταγράψουν όλα όσα ξεκίνησαν εκείνα τα
χρόνια, όλα εκείνα τα θέματα και τις πρωτοβουλίες που τελικά έχουν διαμορφώσει
(ακόμα κι αν κάποιες από αυτές έχουν παραπλανηθεί ή εκφυλιστεί) σ’ ένα μεγάλο
μέρος τη σημερινή κατάσταση που επικρατεί στον χώρο του βιβλίου και των
δημιουργών του.
Κάποια στιγμή η Μυρσίνη αποχώρησε από το ΕΚΕΒΙ, η έντονη προσωπικότητά
της και η συνεχής έγνοια της για τον πολιτισμό γενικότερα και το παιδί
ειδικότερα την οδήγησε σε νέες υπεύθυνες δραστηριότητας και θέσεις. Στο τέλος ο
πολιτισμός της χώρας μας είχε την τύχη να βρεθεί κάτω από τη δική της
διεύθυνση, καθώς ανάλαβε τα καθήκοντα της υπουργού Πολιτισμού.
Δυστυχώς έμεινε στη θέση αυτή μόνο κάποιους μήνες κι έτσι
δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα νέα της οράματα.
Από εκείνη την περίοδο της υπουργίας της κρατώ την ανάμνηση
δυο μικρών στιγμών -ίσως φαίνονται σχεδόν ασήμαντες, αλλά προσωπικά πιστεύω πως
είναι τα μικρά και περιστασιακά που δείχνουν το βάθος και τη σταθερότητα αξιών
και ιδεών.
Το πρώτο συνέβη στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της
Δράμας.
Στην τελετή απονομής των βραβείων ήρθε η Μυρσίνη και με την
ιδιότητα της υπουργού Πολιτισμού έδωσε τα βραβεία σε σκηνοθέτες, ηθοποιούς κ.ά.
Την άλλη μέρα το πρωί -Κυριακή, θυμάμαι πως ήταν- στην
τραπεζαρία του ξενοδοχείου όλοι σχολιάζαμε τα βραβεία και αναμέναμε την υπουργό
να κατεβεί με τον σύντροφό της και να μοιραστεί μαζί μας σχέδια και ιδέες.
Αλλά εκείνη δεν κατέβηκε. Μέσω του αξέχαστου Αντώνη
Παπαδόπουλου (διευθυντή τότε του φεστιβάλ) μας έστειλε τη συγγνώμη της που δεν
θα μας έβλεπε, αλλά είχε προτιμήσει να μείνει στο δωμάτιό της και από το βίντεο
να δει τις ταινίες που βραβεύτηκαν και όχι μόνο αυτές.
Πράξη που σαφέστατα έδειχνε πως η Μυρσίνη Ζορμπά δεν
κρατούσε μόνο τα ηνία του Πολιτισμού, αλλά ήθελε και να γνωρίζει καλά και τους
ανθρώπους που τον δημιουργούσαν μέσω του έργου τους.
Αυτή είναι η πρώτη μου «μικρή» ανάμνηση που θέλησα δημόσια
να την κοινοποιήσω γιατί πιστεύω πως πολλά δείχνει για το πώς κάποιοι με ήθος
και συνέπεια προσεγγίζουν τα έργα του πολιτισμού.
Η δεύτερη έχει να κάνει με τη σχέση της Μυρσίνης με το
βιβλίο και τους δημιουργούς του.
Τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας της χρονιάς, που εκείνη ήταν
υπουργός Πολιτισμού, αναγγέλθηκαν και τότε η Μυρσίνη σκέφτηκε να προσκαλέσει
τους νικητές μαζί με τους πρώτους επιλαχόντες κάθε κατηγορίας στο γραφείο της
για να τους συγχαρεί με έναν πιο φιλικό και καθόλου επίσημο τρόπο, να γνωρίσει
όσους δεν είχε τύχει να τους έχει γνωρίσει και με όλους να συνομιλήσει για τα
βιβλία που είχαν βραβευτεί (ναι, τα είχε όλα διαβάσει)
Ημουνα επιλαχών στην κατηγορία του εφηβικού βραβείου και
παρευρέθηκα σε εκείνη τη συνάντηση. Μαζί μου, εκτός από τους άλλους
βραβευμένους συγγραφείς, ήταν και οι εικονογράφοι των βιβλίων και οι εκδότες
τους. Η συζήτηση είχε να κάνει με τα θέματα των έργων μας και απλώθηκε σε
γενικότερες ανταλλαγές απόψεων πάνω σε θέματα της παιδικής και εφηβικής
λογοτεχνίας.
Για μια ακόμα φορά, η Μυρσίνη Ζορμπά έδειχνε όχι μόνο την
αγάπη της για το βιβλίο και τη διάθεσή της να τιμά όσους το υπηρετούν, αλλά την
έγνοια της να ενημερώνεται για θέματα που τους απασχολούν. Και βέβαια με την
πράξη της αυτή τιμούσε και τον ίδιο τον θεσμό των Κρατικών Βραβείων
Λογοτεχνίας.
Ας σταθούμε για λίγο σε αυτή τη σκέψη, γιατί ενώ από το
τέλος Δεκεμβρίου του 2022 οι αρμόδιες επιτροπές έχουν ολοκληρώσει το έργο τους
και κοινοποιήσει δημόσια τις βραχείες λίστες όλων των κατηγοριών, η ηγεσία του
υπουργείου Πολιτισμού δεν έχει προχωρήσει στην αναγγελία των βραβευμένων έργων
και δημιουργών. Και ουδείς γνωρίζει πότε αυτό θα γίνει.
Μια στάση που μειώνει τον θεσμό, τις επιτροπές, τους
συγγραφείς που τα έργα τους περιέχονται στις βραχείες λίστες και γενικότερα
τους ανθρώπους του βιβλίου, από το ίδιο το υπουργείο που υφίσταται για να τους
προστατεύει και να τους τιμά.
Αλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι. Αλλα ήθη. Δυστυχώς.
Μα πάντα θα υπάρχουν τα μέτρα σύγκρισης. Και η Μυρσίνη
Ζορμπά υπήρξε ένα από αυτά τα μέτρα. Που θα πρέπει να τα θυμόμαστε και να
ζητάμε να συνεχίσουν να έχουν ισχύ και περιεχόμενο.
(820 λεξεις)
9.5.23
Χρήστος Οικονόμου «Πες της»
Χρήστος Οικονόμου
«Πες της»
Εκδόσεις Πόλις
Ο Χρήστος Οικονόμου μας έχει συνηθίσει σε απρόσμενες οπτικά συγγραφικές
συνθέσεις.
Βασικά χρησιμοποιεί μικρές φόρμες αφήγησης -τα πλέον εκτενή
κείμενά του φτάνουν στα όρια του διηγήματος.
Αλλά αυτή τη φορά έδωσε στη δημοσιότητα ένα έργο που
απλώνεται σε 142 σελίδες, μα που και πάλι αρνείται την ένταξη του τόσο στο χώρο
του μυθιστορήματος όσο και της νουβέλας. Μια άρνηση που προκύπτει από την ίδια
τη δόμηση του κειμένου.
Στην ουσία έχουμε μια εκρηκτικής γλωσσικής υπόστασης
πρωτοπρόσωπη αφήγηση από μια γυναίκα για την οποία το μόνο που μαθαίνουμε είναι
πως το επάγγελμά της είναι να μεταφέρει γράμματα και πακέτα, δηλαδή είναι ένας θηλυκού
γένους κούριερ.
Και μπορεί ο αναγνώστης να μη μάθει μήτε το όνομά της, μήτε και κάποιο άλλο
ουσιαστικό στοιχείο για τη ζωή της, πέρα από το ότι έχει ένα στενό φιλικό δεσμό
με μια άλλη γυναίκα, αλλά μέσα από τις δικές
της αφηγήσεις γνωρίζει ένα ολόκληρο πλήθος ανθρώπων -όλων, σχεδόν, εκείνων
που η κούριερ συναντά κατά τη διάρκεια που παραδίδει ή παραλαμβάνει πακέτα ή
γράμματα σε διάφορες περιοχές, κυρίως γύρω από τον Πειραιά ή σε μέρη της
Κρήτης.
Δεν έχουμε, λοιπόν, μια κλασική φόρμα εξιστόρησης συμβάντων
με συνέχεια. Αλλά κυρίως περιγραφές που μπορεί να θεωρηθούν και ως κοινωνικοί
σχολιασμοί.
Οι περιγραφές αυτές είναι συνήθως κοφτές και σε ξαφνιάζουν καθώς
σε ενημερώνουν για το ποια είναι η σχέση που συνδέει αποστολέα και παραλήπτη:
Στη Γρανικού πήγα φάκελο σ΄έναν πιτσιρικά με
μισοξυρισμένο κεφάλι -απ΄τον κωλόγερο είναι; Με ρώτησε, ύστερα τον άρπαξε και
τον έκανε κομμάτια.
‘Άλλοτε πάλι μπορεί τα όσα η κούριερ περιγράφει να είναι
περισσότερα, αλλά πάντα οι αφηγήσεις γίνονται με μια γλώσσα κοφτή, αγχωμένη και
τα περιγραφόμενα ξεφεύγουν από το συνηθισμένο, αγγίζουν τα όρια μιας
σουρεαλιστικής κατάστασης:
Πέραμα, μάντρα με φορτηγά. Ζητάω το αφεντικό, μου
δείχνουν το κοντέϊνερ, μπαίνω, βλέπω ένα γεροντάκι μια σταλιά, γλαρωμένο στην
πολυθρόνα. Καλημέρα, καλημέρα, ευγενικός ήσυχος, την ώρα που υπέγραφε -ήταν
μεγάλη παραγγελία- ακούγεται απέξω φασαρία, φρεναρίσματα, φωνές. Ρίχνει ο γέρος
μια ματιά απ΄ το το παράθυρο, στάσου μια στιγμή κοπέλα μου, βγα΄νει έξω. Τον
βλέπω να στέκεται μπροστά σ΄ ένα φορτηγό και να φωνάζει στον οδηγό -πόσες φορές
σου ‘χω πει ρε να μην τρέχεις εδώ μέσα; Ύστερα κάνει έτσι, βγάζει ένα κουμπούρι
από τη ζώνη κι αρχίζει να πυροβολάει τα λάστιχα του φορτηγού -τρεις, τέσσερις,
πέντε φορές. Ύστερα ξαναβάζει το κουμπούρι στη ζώνη, έρχεται, υπογράφει τα
υπόλοιπα, ήρεμος, σα να μην τρέχει τίποτε, μου δίνει κι ένα εικοσάρικο –«για τη
φασαρία».
Κάπως έτσι η μια σελίδα ακολουθεί την προηγούμενη, αλλά στο
ενδιάμεσο υπεισέρχεται μια φράση -Πες της σ’ αγαπώ πολύ και δεν θα το
ξανακάνω.
Από αυτή τη φράση και ο τίτλος του έργου, αλλά το τι μπορεί
αυτή η φράση να σηματοδοτεί, κάπου στο τέλος θα γίνει φανερό, όταν πλέον και η
αφήγηση θα αποκτήσει άλλο ρυθμό… Ας τον χαρακτηρίσω πιο εσωτερικό, σίγουρο
λιγότερο αποστασιοποιημένο : Μη φοβάσαι, εντάξει; Μη φοβάσαι.
Κείμενο που σε παρασύρει ο γρήγορος ρυθμός του και συχνά
σταματάς για να αφήσεις το χρόνο να το καταλαγιάσει μέσα στη σκέψη σου, να
ηρεμήσει τον συναισθηματικό φόρτο σου.
Ο Χρήστος Οικονόμου είναι -αυτό προσωπικά πιστεύω- ένας
ρεαλιστής μα και ιδιότυπα αισιόδοξος συγγραφέας.
Και σκέφτομαι πως αν κάποτε, εκεί στις δεκαετίες των ’50 ή
των ’60, προτού δηλαδή να μπούνε μέσα στη καθημερινότητά μας τα σούπερ μάρκετ,
υπήρχε ο παντοπώλης της γειτονιάς όπου μέσα στο παντοπωλείο του ερχόντουσαν οι
γειτόνοι και μαζί με τα ψώνια τους αφήναν και τις πίκρες ή τα όνειρά τους,
μαθαίνανε τα αντίστοιχα των άλλων, τώρα δεν πάμε εμείς όλοι κάπου για να
μοιράσουμε και να μοιραστούμε συναισθήματα και μυστικά, αλλά αποκομμένοι,
ολοένα και περισσότερο αποκομμένοι πιάνουμε στα χέρια μας τα όσα χρειαζόμαστε
καθώς μας τα παραδίδει ένα κούριερ. Αυτός είναι που υποδέχεται τους καημούς μας
και τα όνειρά μας και εν τέλει μετατρέπεται από ένα μεταφορά αγαθών σε συλλέκτη
συναισθημάτων. Από τη συλλογικότητα των πολιτών, στην ατομικότητα της είδησης
-μια περιγραφή της μετάλλαξης.
Ο κόσμος μας αλλάζει. Άλλαξε. Αλλά ο Οικονόμου μέσα στο
κείμενό του έσπειρε μια διαπίστωση και μια ερώτηση -Τί θα κάνουμε τώρα, μου
λέτε; Μαθαίνεται η αγάπη ή όχι; Κι αν μαθαίνεις ν΄ αγαπάς κάποιον γι αυτό που
είναι, πώς μαθαίνεις να τον αγαπάς γι αυτό που θα γίνει; Φοβερό πράγμα δεν
είναι, που είναι τέτοιος πόλεμος ατέλειωτος η αγάπη;
Το ‘Πες της’ δεν είναι μυθιστόρημα -κάτι τέτοιο θα απαιτούσε
εξέλιξη χαρακτήρων. Θα το χαρακτήριζα -τολμηρός χαρακτηρισμός- ως χρονογράφημα.
Και ως τέτοιο το θεωρώ ιδιαίτερης ποιότητας λογοτεχνικό
έργο.
(739 λέξεις)
24.4.23
Μυρσίνη Ζορμπά -μικρές αναμνήσεις από το ήθος μια Υπουργού Πολιτισμού
Τη Μυρσίνη Ζορμπά τη γνωρίζω από τα χρόνια που είχε, μαζί με
τον Τίτο Μυλωνόπουλο, την ευθύνη των Εκδόσεων Οδυσσέας.
Μα ουσιαστικά άρχισα να συνεργάζομαι μαζί της όταν ανέβαλε
τη Γενική Διεύθυνση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου – ένα δικό της όραμα που με τη
βοήθεια του τότε Υπουργού Πολιτισμού Θάνου Μικρούτσικου, το υλοποίησε.
Η πρώτη έδρα του ΕΚΕΒΙ ήταν στη βίλα Μπότση, κάπου στην Κηφισιά,
κι εκεί αρχίσαμε όλοι εμείς οι συγγραφείς να συναντιόμαστε και με την
καθοδήγηση της Μυρσίνης να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τη συγγραφή όχι μόνο ως μια ατομική απασχόληση και έκφραση των
ιδεών μας, αλλά και ως ένα κοινωνικό λειτούργημα που παράλληλα έπρεπε να έχει
και τα στοιχεία μιας επαγγελματικής ταυτότητας που θα την ‘σκέπαζε’ η φροντίδα
της Πολιτείας.
Πολλές οι πρωτοβουλίες και οι νέες ιδέες -κάποια στιγμή θα
πρέπει ένας φορέας του βιβλίου (πχ ΟΣΔΕΛ) ή μια ένωση λογοτεχνών (πχ Εταιρεία
Συγγραφέων) να φροντίσουν να καταγράψουν όλα όσα ξεκίνησαν εκείνα τα χρόνια,
όλα εκείνα τα θέματα και τις πρωτοβουλίες που τελικά έχουν διαμορφώσει (ακόμα
κι αν κάποιες από αυτές έχουν παραπλανηθεί ή εκφυλισθεί) σ’ ένα μεγάλο μέρος τη
σημερινή κατάσταση που επικρατεί στο χώρο του βιβλίου και των δημιουργών του.
Κάποια στιγμή η Μυρσίνη αποχώρησε από το ΕΚΕΒΙ, η έντονη
προσωπικότητά της και η συνεχής έγνοια της για τον Πολιτισμό γενικότερα και το
παιδί ειδικότερα, την οδήγησε σε νέες υπεύθυνες δραστηριότητας και θέσεις. Στο
τέλος ο Πολιτισμός της χώρας μας είχε την τύχη να βρεθεί κάτω από τη δική της
διεύθυνση, καθώς ανάλαβε τα καθήκοντα της Υπουργού Πολιτισμού.
Δυστυχώς έμεινε στη θέση αυτή μόνο κάποιους μήνες κι έτσι
δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα νέα της οράματα.
Από εκείνη την περίοδο της υπουργίας της κρατώ την ανάμνηση
δυο μικρών στιγμών -ίσως φαίνονται σχεδόν ασήμαντες, αλλά προσωπικά πιστεύω πως
είναι τα μικρά και περιστασιακά που δείχνουν το βάθος και τη σταθερότητα αξιών
και ιδεών.
Το πρώτο συνέβη στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της
Δράμας.
Στην τελετή απονομής των βραβείων ήρθε η Μυρσίνη και με την
ιδιότητα της Υπουργού Πολιτισμού έδωσε τα βραβεία σε σκηνοθέτες, ηθοποιούς κ.α.
Την άλλη μέρα το πρωί -Κυριακή, θυμάμαι πως ήταν- στην
τραπεζαρία του ξενοδοχείου όλοι σχολιάζαμε τα βραβεία και αναμέναμε την Υπουργό
να κατέβει με τον σύντροφό της και να μοιραστεί μαζί μας σχέδια και ιδέες.
Αλλά εκείνη δεν κατέβηκε. Μέσω του αξέχαστου Αντώνη
Παπαδόπουλου (δντη τότε του Φεστιβάλ) μας έστειλε τη συγνώμη της που δεν θα μας
έβλεπε, αλλά είχε προτιμήσει να μείνει στο δωμάτιό της και από το βίντεο να δει
τις ταινίες που βραβεύτηκαν και όχι μόνο αυτές.
Πράξη που σαφέστατα έδειχνε πως η Μυρσίνη Ζορμπά δεν
κρατούσε μόνο τα ηνία του Πολιτισμού, αλλά ήθελε και να γνωρίζει καλά και τους
ανθρώπους που τον δημιουργούσαν μέσω του έργου τους.
Αυτή είναι η πρώτη μου ‘μικρή’ ανάμνηση που θέλησα δημόσια
να την κοινοποιήσω γιατί πιστεύω πως
πολλά δείχνει για το πως κάποιοι με ήθος και συνέπεια προσεγγίζουν τα έργα του
Πολιτισμού.
Η δεύτερη έχει να κάνει με την σχέση της Μυρσίνης με το
βιβλίο και τους δημιουργούς του.
Τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας της χρονιάς που εκείνη ήταν
Υπουργός Πολιτισμού, αναγγέλθηκαν και τότε η Μυρσίνη σκέφτηκε να προσκαλέσει
τους νικητές μαζί με τους πρώτους επιλαχόντες κάθε κατηγορίας στο γραφείο της
για να τους συγχαρεί με ένα πιο φιλικό και καθόλου επίσημο τρόπο, να γνωρίσει
όσους δεν είχε τύχει να τους έχει γνωρίσει και με όλους να συνομιλήσει για τα βιβλία που είχαν βραβευτεί
(ναι, τα είχε όλα διαβάσει)
Ήμουνα επιλαχών στην κατηγορία του εφηβικού βραβείου και
παρευρέθηκα σε εκείνη τη συνάντηση. Μαζί μου εκτός από τους άλλους βραβευμένους
συγγραφείς, ήταν και οι εικονογράφοι των βιβλίων και οι εκδότες τους. Η
συζήτηση είχε να κάνει με τα θέματα των έργων μας και απλώθηκε σε γενικότερες
ανταλλαγές απόψεων πάνω σε θέματα της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας.
Για μια ακόμα φορά, η Μυρσίνη Ζορμπά έδειχνε όχι μόνο την
αγάπη της για το βιβλίο και την διάθεσή της να τιμά όσους το υπηρετούν, αλλά την
έγνοια της να ενημερώνεται για θέματα που τους απασχολούν. Και βέβαια με την
πράξη της αυτή τιμούσε και τον ίδιο το θεσμό των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας.
Ας σταθούμε για λίγο σε αυτή τη σκέψη, γιατί ενώ από το τέλος Δεκεμβρίου του 2022 οι αρμόδιες επιτροπές έχουν ολοκληρώσει το
έργο τους και κοινοποιήσει δημόσια της βραχείες λίστες όλων των κατηγοριών, η
ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού δεν
έχει προχωρήσει στην αναγγελία των βραβευμένων έργων και δημιουργών. Και ουδείς
γνωρίζει πότε αυτό θα γίνει.
Μια στάση που μειώνει τον θεσμό, τις επιτροπές, τους
συγγραφείς που τα έργα τους περιέχονται στις βραχείες λίστες και γενικότερα τους ανθρώπους του βιβλίου, από το ίδιο το Υπουργείο που υφίσταται για να
τους προστατεύει και να τους τιμά.
Άλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι. Άλλα ήθη. Δυστυχώς.
Μα πάντα θα υπάρχουν τα μέτρα σύγκρισης. Και η Μυρσίνη
Ζορμπά υπήρξε ένα από αυτά τα μέτρα. Που θα πρέπει να τα θυμόμαστε και να
ζητάμε να συνεχίσουν να έχουν ισχύ και περιεχόμενο.
(Εφημερίδα των Συντακτών, 24/4/2023)
(820 λέξεις)