20.10.24
Λέσχη Ανάγνωσης Νεανικής και Cross Over Λογοτεχνίας
7.4.24
«Μάσκα στο φεγγάρι» – Η προϊστορία της συγγραφής του πρώτου μας ελληνικού μυθιστορήματος crossover
Μάνος Κοντολέων, «Μάσκα στο φεγγάρι» – Η προϊστορία της συγγραφής του πρώτου μας ελληνικού μυθιστορήματος crossover
Γράφει ο Μάνος Κοντολέων
Όπως κάθε βιβλίο έχει την ιστορία της έμπνευσης και συγγραφής του, έτσι και το μυθιστόρημά μου «Μάσκα στο φεγγάρι» έχει τη δική του. Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 1997 και εντάχθηκε στη σειρά «Παρουσίες», μια σειρά λογοτεχνίας για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες που εγώ διηύθυνα. Μα ήταν δύο χρόνια περίπου πιο πριν που η έμπνευση και η συγγραφή του είχε ξεκινήσει.
Κάπου στο 1995, κάποιο γεγονός που συνέβη με είχε κάνει να αισθανθώ ιδιαίτερα απογοητευμένος από το όλο κλίμα που υπόγεια καθόριζε την επιτυχία και την αναγνώριση εκ μέρους της κριτικής ενός έργου. Η απογοήτευσή μου είχε να κάνει με το πώς αντιμετωπίστηκε εκ μέρους μερίδας ειδικών αναγνωστών το προηγούμενο έργο μου για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες, το «Γεύση πικραμύγδαλου».
Απογοητευμένος… Πιο σωστά πικραμένος ήμουνα και έτοιμος να πάρω την απόφαση να μη συνεχίσω να γράφω μυθιστορήματα αυτής της κατηγορίας. Αλλά δεν υπολόγιζα στην βοήθεια που θα μου πρόσφερε ένα από τα κεντρικά πρόσωπα προηγούμενου μυθιστορήματός μου. Στην ουσία δεν είχα υποψιαστεί τη βαθιά και ολοζώντανη σχέση που συνδέει τον δημιουργό με τα δημιουργήματά του.
Κι όμως… Ένα βράδυ, καθώς είχα ξαπλώνει για να προσπαθήσω να κοιμηθώ, μα που η πίκρα που πιο πριν ανέφερα με κρατούσε άγρυπνο, ήρθε και ακούμπησε το κεφάλι του στο μαξιλάρι μου, ο Λουκάς Αλεξίου. Ο Λουκάς Αλεξίου ήταν ένα από τα κεντρικά πρόσωπα σε προηγούμενο έργο μου – συγκεκριμένα στο μυθιστόρημα «Με στοιχεία προσωπικών συνεντεύξεων» που είχε κυκλοφορήσει το 1984 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη και επρόκειτο να επανακυκλοφορήσει το 1996 από τις Εκδόσεις Πατάκη στη σειρά νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Στο μυθιστόρημα εκείνο η δράση εξελίσσεται κάπου στα πρώτα είκοσι χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και η βασική ηρωίδα ήταν η μητέρα του Λουκά, η Θάλεια Αλεξίου, και εκείνης τη ζωή είχα περιγράψει. Τον Λουκά τον άφηνα κάπου προς το τέλος της εφηβείας του και απλώς στις τελευταίες σελίδες έδινα την πληροφορία πως επρόκειτο να γίνει ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του.
Μέχρι εκείνο το βράδυ δε με είχε καθόλου απασχολήσει το τι μπορεί να είχε συμβεί στον Λουκά Αλεξίου, μήτε και μου είχε καν περάσει από τον νου η ιδέα κάποια στιγμή να έγραφα ένα μυθιστόρημα βασισμένο στα όσα εκείνος είχε ζήσει από τη μέρα που τον είχα αφήσει έφηβο στην Αθήνα των αρχών του 1970.
Κι όμως ήταν εκείνος που ήρθε να ξαπλώσει δίπλα μου και να μου ψιθυρίσει πως θα μου αφηγούνταν τη ζωή του όλη για να τη γράψω και να αποκτήσω την εμπιστοσύνη στον εαυτό μου και να ξεπεράσω την πίκρα μου. Αυτό μου ψιθύρισε και αυτό έκανε – όλη του τη ζωή, τους ρόλους που ερμήνευσε, τις σχέσεις που είχε, τα μυστικά που έκρυβε, το πώς και το γιατί ο ίδιος έδωσε τέλος στη ζωή του.
Το επόμενο πρωινό αφηγήθηκα στην Κώστια, τη σύντροφό μου, το γεγονός αυτό και ακόμα της εξιστόρησα τα όσα είχα ακούσει τον Λουκά Αλεξίου να μου αφηγείται. Η Κώστια εξέφρασε τον θαυμασμό της, μα και την απορία της αν θα μπορούσε όλα αυτά να τα διαχειριστώ και τελικά να τα μετατρέψω σε ένα μυθιστόρημα.
Όταν μετά από έναν περίπου χρόνο τής έδωσα να διαβάσει ό,τι είχα ολοκληρώσει, η Κώστια έκπληκτη δήλωσε πως όσα της είχα πριν από έναν χρόνο αφηγηθεί υπήρχαν μέσα στο έργο με κάθε λεπτομέρεια. Και δε γινόταν να μην υπάρχουν μιας και κατά τη διάρκεια όλης της συγγραφής ο Λουκάς Αλεξίου καθότανε δίπλα μου και μου υπαγόρευε κάθε φράση, κάθε γεγονός.
Μάνος και Κώστια στον καιρό της «Μάσκας»
Ό,τι μόλις τώρα έχω αφηγηθεί και που για πρώτη φορά δημόσια το καταγράφω, δείχνει να έχει στοιχεία… υπερφυσικά. Αλλά ίσως να μην είναι έτσι. Φτάνει να σκεφτεί κανείς και να κατανοήσει τη στενή, ιδιαίτερα στενή σχέση που μπορεί να έχει ένας συγγραφέας με τον ήρωά ενός έργου του.
Η όλη διαδικασία της συγγραφής, πέρα από την απόλυτη προσήλωσή της στις τεχνικές γραφής, διαθέτει και ένα συναισθηματικό φορτίο που κάλλιστα προσφέρει τη δυναμική υπέρβασης μιας λογικής εξήγησης. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που νομίζω αξίζει να κρατήσει κανείς από την αφήγηση αυτή είναι πως το μυθιστόρημα «Μάσκα στο φεγγάρι» κυκλοφόρησε το 1997, πως ήταν το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα crossover και πως μου χάρισε και το πρώτο μου Κρατικό Βραβείο.
Με άλλα λόγια, ο Λουκάς Αλεξίου είχε κρατήσει την υπόσχεσή του. Το δημιούργημα είχε στηρίξει τον δημιουργό του.
https://www.patakis.gr/blog/post/21590/Manos-Kontoleon-Maska-sto-feggari--H-proistoria-ths-suggrafh/?ref_tim=1712472392&ref_a=103876783&ref_b=1713519&fbclid=IwAR3T0OLJpAGeyx2LXg01k3RvrRE-aOuraJjy5BvxScQuecTdFGi2cGHnYck_aem_AUlYXuVYiLRHxg1MOkMrkcUrQmydR-6FnPVtvnUPcOfE95dlHMfw_ppdibs5PNs3w4twDm-4zasWmdgI_ej0ve0F
12.12.23
Μια ευχή που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε (Αφιέρωμα στο ηλεκτ. περιοδικό 'Αναγνώστης')
Μια από τις τελευταίες μέρες εκείνου του Ιουλίου, η Κώστια
κι εγώ παντρευτήκαμε. Απόφαση δίχως λογική αν σκεφτεί κανείς πως ακόμα δεν είχα
πάρει το πτυχίο μου και πως στο τέλος
Οκτώβριου θα παρουσιαζόμουνα στην Κόρινθο για να κάνω τη στρατιωτική μου
θητεία.
Αλλά είχαμε με τόσο κέφι φτιάξει το σπιτικό μας που θέλαμε
να το χαρούμε χωρίς κάποια άλλη απασχόληση να μας κρατά μακριά από αυτό.
Κι έτσι έγινε. Για τρεις μήνες γλεντούσαμε -άλλοτε οι δυο
μας, άλλοτε με φίλους, άλλοτε με συγγενείς. Κάτι σαν τα παραμύθια που συχνά
ισχυρίζονται πως μετά τους γάμους του βασιλόπουλου και της βασιλοπούλας τα
γλέντια κράτησαν για μήνες πολλούς.
Αλλά το τέλος του Οκτώβρη κάποια στιγμή έφτασε κι εγώ θέλησα
μόνος μου να ανέβω στο λεωφορείο που θα με μετέφερε έξω από την πύλη του
στρατοπέδου.
Πέρασα τις σαράντα μέρες μέχρι το πρώτο επισκεπτήριο,
αναζητώντας απομονωμένους ευκαλύπτους
και -ακουμπώντας την πλάτη στον κορμό τους- γέμιζα μπλοκάκια με εντυπώσεις και
περιγραφές της νέας μου καθημερινότητας.
Μπλοκάκια που τα έδινα στην Κώστια όταν πια οι επισκέψεις
επετράπησαν και εκείνη ερχότανε τις Κυριακές να με δει μαζί με τα δικά της
μπλοκάκια.
Μεσολάβησαν και μερικές άδειες δύο ημερών. Και στην
τελευταία από αυτές -έχοντας τη διαβεβαίωση ‘υψηλά ιστάμενου’ προσώπου πως παρά
το ότι ήμουνα σχεδόν πτυχιούχος Πανεπιστημίου θα φρόντιζε εκείνος να με
κρατήσει στην Αθήνα ως απλό στρατιώτη- μαζί με την Κώστια αγοράσαμε το
χριστουγεννιάτικο δέντρο μας, διαλέξαμε και τις μπάλες με τις οποίες θα το
στολίζαμε και περιμέναμε την επόμενη άδεια μου (τριήμερη μιας και θα ήταν μέσα
στα Χριστούγεννα) για να περάσουμε μαζί οι δυο μας τα πρώτα ολότελα δικά μας Χριστούγεννα
στο σπιτικό μας.
Είχα πλέον επιστρέψει στο στρατόπεδο όταν λίγες μέρες πριν
από τις Γιορτές βγήκαν τα αποτελέσματα και μας μαζέψανε όλους τους
νεοσύλλεκτους για να ακούσουμε ποιοι από εμάς θα γινόντουσαν αξιωματικοί ή
υπαξιωματικοί και άμεσα θα αναχωρούσαν, ποιοι θα έμεναν απλοί στρατιώτες και θα εξακολουθούσαν για
κάποιες μέρες ακόμα να παραμένουν στην Κόρινθο.
Αδιάφορος άκουγα τα ονόματα και τις Σχολές. Αδιάφορος μιας
και ήμουνα σίγουρος για το ότι θα παρέμενα απλός στρατιώτης. Κι όμως… Κάποια
στιγμή, μέσα στο παγωμένο απόγευμα, άκουσα και το δικό μου όνομα και ακόμα
άκουσα πως την επόμενη μέρα θα έφευγα για την ΣΕΑΠ (Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών
Πεζικού) που ήταν στο Ηράκλειο της Κρήτης.
Είμαι σίγουρος πως κάποιο κλαρί ευκάλυπτου έπεσε στο κεφάλι
μου! Ολότελα ζαλισμένος δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω πως εκεί που περίμενα
να κάνω Χριστούγεννα μαζί με την αγαπημένη μου, τώρα έμελλε να τα περάσω μέσα
σε ένα θάλαμο μαζί με άλλους δύστυχους νεοσύλλεκτους σαν και του λόγου μου και
μάλιστα σε θάλαμο κτηρίου εντός της πλέον αυστηρής Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών,
της περιβόητης ΣΕΑΠ (Σήμερα Έρχεσαι Αύριο Πεθαίνεις).
Κάποια στιγμή σύρθηκα και μπήκα στη σειρά για να βρω μια
θέση να τηλεφωνήσω τα νέα σε όλη την οικογένεια. Κι αμέσως μετά ξεκίνησα να
μαζεύω μέσα στον στρατιωτικό σάκο όλα τα υπάρχοντα ενός στρατιώτη.
Πρωί μας βάλανε στο τραίνο και προς το μεσημέρι φτάσαμε στον
Πειραιά. Εκεί στο λιμάνι με περίμενε η Κώστια μαζί με άλλες ακόμα νέες ή
μεγαλύτερες γυναίκες που είχαν μαζευτεί να αποχαιρετήσουν τα δικά τους η
καθεμιά …μελλοθάνατα παιδιά ή συντρόφους.
Λίγα λόγια προφτάσαμε να ανταλλάξουμε. Μας χώσανε στο καράβι και οι πιο τυχεροί
(ένας από αυτούς κι εγώ) βρήκαμε καμπίνα, οι υπόλοιπο στο σαλόνι- περιμέναμε τον απόπλου… Που όμως λόγω έντονης
θαλασσοταραχής καθυστερούσε.
Η νύχτα βρήκε το καράβι πάντα αραγμένο και το ξημέρωμα εγώ
καθώς από το φιλιστρίνι είδα τα κτήρια του Πειραιά, σκέφτηκα πως κάποιο θαύμα
έχει γίνει και η μετάθεση με κάποιον τρόπο ακυρώθηκε… Μπορεί ακόμα κι ένας
σεισμός να είχε γκρεμίσει τα κτήρια της Σχολής.
Αλλά όλες οι ελπίδες μου τρέξανε να κρυφτούνε καθώς οι
σειρήνα του καραβιού σήμανε την αναχώρησή του.
Πιάσαμε το λιμάνι του Ηρακλείου προχωρημένο δεκεμβριάτικο
-για αυτό και αρκούντως σκοτεινό- απόγευμα. Μας υποδέχτηκαν οι Βητάδες (οι
μαθητές της προηγούμενης ΕΣΟ) και μέσα σε μια παγωμένη ατμόσφαιρα -κάτι ανάμεσα
σε επερχόμενη κακοκαιρία και τρόμο για το άγνωστο- ανεβήκαμε σε φορτηγά, κάποια
στιγμή φτάσαμε στην Σχολή, μας χώρισαν σε λόχους και διμοιρίες, μας δείξανε
τους θαλάμους μας… Κοιμηθήκαμε.
Δεν θυμάμαι αν είδα κάποιο σημαδιακό όνειρο.
Πάντως, μετά το εγερτήριο κι ενώ καθισμένοι γύρω από
στενόμακρα τραπέζια πίναμε τσάι και
μασουλούσαμε φέτες ψωμιού με μαρμελάδα, από τα μεγάφωνα ακούστηκε το όνομά μου.
Να πάω έπρεπε από το Α’ Γραφείο.
Ψαρωμένος (κατά τη συνήθη στρατιωτική έκφραση) βιάστηκα να
παρουσιαστώ σε κάποιον λοχαγό ο οποίος, με θαυμασμό στο βλέμμα, μου ανακοίνωσε
πως μπορούσα να φορέσω τη στολή εξόδου και να φύγω με διανυκτέρευση.
«Η γυναίκα σου έχει έρθει και ο Διοικητής της Σχολής σου
δίνει άδεια με διανυκτέρευση, να περάσει το Χριστούγεννα μαζί της…» ο λοχαγός
τώρα χαμογέλασε πονηρά και κατέληξε «Α, ρε τυχερέ… Όμορφη Νύχτα Χριστουγέννων
σε περιμένει!»
Χαιρέτησα, βγήκα από το γραφείο και σε λίγο κι από την πύλη
του στρατοπέδου κρατώντας την άδεια στο ένα χέρι. Στο άλλο τη διεύθυνση του
σπιτιού που μου είχαν δώσει λέγοντάς μου
πως εκεί θα με περίμενα η Κώστια.
Αναγνώρισα που θα πήγαινε –ήταν το σπίτι όπου έμενε η Χρύσα,
παλιά συμμαθήτρια της γυναίκας μου. Και πράγματι, η Χρύσα μαζί τον Τάκη, τον
άντρα της με περίμεναν για να μου δώσουν στο χέρι το ακουστικό για να μιλήσω με την Κώστια.
Κι έμαθα πως εκείνο το ‘υψηλά ιστάμενο’ πρόσωπο για να
εξιλεωθεί από την αποτυχία της μετάθεσης είχε κανονίσει να πάρω άδεια με το που
είχα πατήσει το πόδι του στη Σχολή.
Μα και κάτι ακόμα μου είπε -μέσα σε γοερούς λυγμούς- η
Κώστια. Πως μιας και λόγω μεγάλης κακοκαιρίας τα πλοία παρέμεναν δεμένα στο
λιμάνι, θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει αεροπλάνο… Αλλά αυτό το μέσο μεταφοράς η
Κώστια δεν τολμούσε να το χρησιμοποιήσει.
«Δεν αντέχω…» σπάραζε εκείνη και εγώ με τη σειρά μου δεν άντεχα να την ακούω τόσο δυστυχισμένη και
πήρα να την παρηγορώ.
Αργότερα, η Χρύσα και ο Τάκης πρότειναν να με πάρουν μαζί τους στο ρεβεγιόν
που οι ίδιοι θα πηγαίνανε.
Αρνήθηκα. Προτίμησα να μείνω μέσα στην χριστουγεννιάτικη
ατμόσφαιρα του σπιτικού τους και αντί για χριστουγεννιάτικα τραγούδια, εκεί
δίπλα στο φωτισμένο δέντρο, άρχισα να ακούω τον «Μεγάλο Ερωτικό» του Χατζιδάκι.
Ήταν η πρώτη φορά που θα άκουγα αυτά τα τραγούδια.
Πήρα τηλέφωνο την Κώστια. Τα ακούγαμε μαζί
Και το, Απ’ όλα τ’
άστρα τ’ ουρανού ένα είναι που σου μοιάζει, έγινε για μας, εκείνη την παραμονή
των Χριστουγέννων, το πιο προσωπικό μας
χριστουγεννιάτικο τραγούδι.
Και είναι ακόμα!
(1051 λέξεις)
https://www.oanagnostis.gr/manos-kontoleon/
2.10.23
Όσκαρ Ουάιλντ "Ο εγωιστής γίγαντας' (Μετάφραση Μάνος Κοντολέων) στον 'Χάρτη'
24.6.23
Κώστια Κοντολέων: Από τον Ακροκόρινθο στους αμπελώνες κάποιου Παραδείσου
Θυμάσαι;
Τα ματάκια σου γεμάτα απορία κοίταζαν τα πόδια εκείνων που πατούσαν το νοτισμένο χώμα από το πέρασμα μιας απογευματινής ανοιξιάτικης μπόρας. Κούνησες χαρούμενο την ουρά σου, ‘είμαι κι εγώ εδώ’ ήθελες να φωνάξεις, μα τα πόδια εκείνων των άγνωστων σου ανθρώπων συνέχισαν αδιάφορα το πέρασμα τους, αγνοώντας την παρουσία σου.
Γαύγισες-αδύναμη η φωνούλα-την παράσυρε ο άνεμος. Κι εκείνοι οι άνθρωποι που τα βήματά τους ακολουθούσες, έστριβαν τώρα στην καμπή του δρόμου. ‘Αν όχι τώρα, πότε;’ σκέφτηκες και τους πήρες τρέχοντας στο κατόπι. Πρόλαβες τον τελευταίο της παρέας, γαύγισες πάλι και μπλέχτηκες ανάμεσα στα βήματα των ποδιών του. Μα εκείνος είχε και χέρια που σε χάιδεψαν, μια φορά μόνο, κι έπειτα απομακρύνθηκε για να ενωθεί με τους άλλους της συντροφιάς του.
‘Αν όχι τώρα, πότε;’ σκέφτηκες πάλι κι έτρεξες ξοπίσω του.
Μεγάλη η βόλτα και κουράστηκες πολύ, μα συνέχισες να τρέχεις, μέχρι που όλη η συντροφιά μπήκε στον κήπο κάποιου σπιτιού, μπήκες κι εσύ και πήγες και κρύφτηκες κάτω από το μεγάλο τραπέζι, κοντά στα πόδια εκείνου που είχε πιο πριν σταματήσει για να σε χαϊδέψει .
Λοιπόν… Εκείνος εκτός από χέρια που χαϊδεύουν, είχε και κεφάλι που έσκυψε να σε δει… Τον είδες κι εσύ, τότε δεν ήξερες ακόμα πως ήταν μεν κάποιος που λάτρευε τα σκυλιά, μα που είχε μόλις αποχαιρετήσει το δικό του κι είχε ορκιστεί να μην ξαναπάρει άλλο ποτέ. Σε λυπήθηκε – εσύ πίστεψες πως σε συμπάθησε- κι άρχισε να σου βγάζει προσεκτικά τα αγκάθια που είχαν μπλεχτεί στο βρεφικό τρίχωμα σου. Όλο το βράδυ αυτό έκανε, ‘Το λυπήθηκα το καημένο’ είχε ψιθυρίσει στην σύντροφο του κι ύστερα ανέβηκε να κοιμηθεί βέβαιος πως το πρωί θα είχες γυρίσει στο χωράφι κοντά στη μάνα σου.
Μα το επόμενο πρωί, εσύ ήσουν εκεί στην ίδια θέση και τον περίμενες.
Θυμάσαι;
Υπάρχει το κάρμα στα σκυλιά;… Μάλλον, αφού…
Στην επιστροφή του προς την Αθήνα, εσύ μέσα σ’ ένα πρόχειρο χαρτόκουτο ταξίδευες μαζί του.
Ναι υπάρχει!
Κι άφησες πίσω σου αμπέλια και γονικά και υιοθετήθηκες από αστούς καινούργιους γονείς -τον άντρα και τη σύντροφό του. Όσο μεγάλωνες εκείνο το άσχημο σκυλάκι που ήσουν -όπως το άσχημο παπάκι του παραμυθιού- γινόσουν όλο και πιο όμορφο, απόκτησες και όνομα ‘Σοκολάτα’ σε είπανε κι έκανες ταξίδια με το αυτοκίνητο και διακοπές στο Πήλιο. Είχες δικό σου αφράτο κρεβάτι να κοιμάσαι, κι έγινες παραχαϊδευμένη αρχόντισσα σ’ εκείνο το σπίτι.
Και πέρναγαν τα χρόνια, κι ήρθαν κι άλλα χρόνια, κι άλλα… Μεγάλωνε το ζευγάρι και μαζί τους κι εσύ ‘Σοκολάτα’.
Δεκατρία χρόνια μαζί.
Ήταν πολλά;
Ήταν λίγα;
Ποιος ξέρει.
Μαθημένη στα ταξίδια ‘Σοκολάτα’ ξεκίνησες για ένα ακόμη μεγάλο ταξίδι. Το τελευταίο σου. Αυτή τη φορά για τους αμπελώνες του Παραδείσου…
Είσαι κι εκεί, είσαι κι εδώ…
Πάντα θα είσαι.
Ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα στο πόδι από αόρατη μουσούδα.
Ένα αγέρι από το κούνημα κάποιας ουράς.
Κάποιο θλιμμένο βλέμμα στα σκοτάδια της νύχτας.
Κάποιο γδάρσιμο της πόρτας στη σιγαλιά του απόβραδου.
Το ανεξήγητα ζεστό κρεβάτι σου.
Όλα σε θυμίζουν.
6.12.22
Τρεις σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς «επανάφεραν» στο λογοτεχνικό προσκήνιο κάποιες από τις μεγάλες κυρίες του Τρωικού Πολέμου
Σκέψεις μου, πιο σωστά μια περιήγηση σε πρόσφατα πεζογραφικά έργα με ηρωίδες βγαλμένες από την Ιλιάδα. «Τρεις σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς «επανάφεραν» στο λογοτεχνικό προσκήνιο κάποιες από τις μεγάλες κυρίες του Τρωικού Πολέμου».
29.5.22
Συνέντευξη στο Book Press
Συνέντευξη εφ' όλης της ύλης με τον πολυβραβευμένο συγγραφέα Μάνο Κοντολέων.
Του Κ.Β. Κατσουλάρη
Πάνε κιόλας, Μάνο, τρία χρόνια απ’ όταν έκλεισες 40 χρόνια δημιουργικής πορείας στον χώρο της λογοτεχνίας, κι έγινε μάλιστα μια ημερίδα προς τιμήν σου με αυτήν την αφορμή. Σήμερα, τρία χρόνια μετά, πώς αισθάνεσαι για αυτήν την πορεία τεσσάρων και βάλε δεκαετιών μέσα στον χώρο του βιβλίου; Αν ξεκινούσες από την αρχή, θα έκανες κάτι διαφορετικά;
Ομολογώ πως συχνά έχω κάνει μια τέτοια σκέψη. Αλλά πάντα καταλήγω στο ότι δεν έχει σημασία τι θα μπορούσα να είχα κάνει που δεν το έκανα, όσο τελικά αυτά που έχω κάνει. Οι πράξεις μας, οι αποφάσεις μας, οι δισταγμοί μας πάνε δίπλα δίπλα με το τυχαίο, το απρόβλεπτο, το ξαφνικό.
Από μικρός ήθελα να γίνω συγγραφέας, ήθελα –να το πω πιο σωστά– να ασχοληθώ με τη λογοτεχνία, αλλά και με την κριτική λογοτεχνίας και θεάτρου. Λογικά θα έπρεπε να είχα σπουδάσει όχι Φυσική, αλλά κάτι άλλο, Φιλολογία, ας πούμε. Μα μέσα σε ένα συγκεκριμένο κλίμα εποχής και οικογένειας, βρέθηκα εγκλωβισμένος μέσα σε μια θετική επιστήμη. Δεν τολμούσα να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου. Αλλά αυτά υπήρχαν, ζούσανε. Δεν τα σκότωνα. Και στο τέλος κατάφερα να «αρμέξω» την ψυχή μιας σημαντικής επιστήμης όπως η Φυσική και με αυτή να ποτίσω το όνειρό μου. Με άλλα λόγια, μπορώ τώρα να αναγνωρίσω πως τόσο η όλη μου προσωπικότητα, όσο και όλο μου το έργο αποτελούν μια μείξη θετικής σκέψης και άναρχης διάθεσης.
Μα μέσα σε ένα συγκεκριμένο κλίμα εποχής και οικογένειας, βρέθηκα εγκλωβισμένος μέσα σε μια θετική επιστήμη. Δεν τολμούσα να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου. Αλλά αυτά υπήρχαν, ζούσανε.
Θα μπορούσα άλλες αποφάσεις να είχα πάρει; Ασφαλώς και ναι! Ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα; Δεν το γνωρίζω. Αυτό που ξέρω είναι εκείνο που υπάρχει. Και πίστεψέ με, Κώστα, χωρίς να ωραιοποιώ, αισθάνομαι ικανοποιημένος. Αν μη τι άλλο έχω πλέον σχηματίσει ένα ολότελα δικό μου αποτύπωμα.
Είσαι από τους ελάχιστους, αν όχι ο μοναδικός, Έλληνες συγγραφείς που έχουν γράψει βιβλία για όλες τις ηλικίες αναγνωστών, κι όχι μόνο ένα ή ανά κατηγορία. Από βιβλία για μικρά παιδιά, μέχρι βιβλία για εφήβους και νέους, καθώς και πολλά βιβλία για ενήλικες. Έχοντας κάνει αυτήν τη διαδρομή, σε τι διαφέρει ένας συγγραφέας βιβλίων για παιδιά με έναν συγγραφέα για ενήλικες; Είναι άλλη στόφα; Άλλες επιθυμίες;
Κι αυτό συχνά το αναρωτιέμαι – το πώς, δηλαδή, δημιουργώ τόσο διαφορετικά κείμενα. Απάντηση τεκμηριωμένη δεν έχω βρει. Υποθέσεις κάνω. Συχνά καταλήγω στην πιθανή εξήγηση πως ακριβώς επειδή δεν τόλμησα στην εφηβεία μου να στραφώ ολοκληρωτικά προς την Τέχνη, όταν ενηλικιώθηκα και μπόρεσα να υλοποιήσω το όνειρό μου, ζητούσα συχνά να ακούω το παράπονο του παιδιού και του νέου και να παρηγοριέμαι στρεφόμενος προς αυτές τις ηλικίες.
Αλλά από την άλλη είναι κι αυτή η καλυμμένα ατίθαση, η διαρκής πλευρά μιας εφηβικής προσωπικότητας που δεν θέλει μόνο να ωριμάζει, αλλά και να επαναστατεί και να αμφισβητεί. Να ερωτεύεται, αν θέλεις… Ως έφηβος. Να ψηλαφεί τον έρωτα, αν θέλεις… Ως παιδί. Μα και με αυτόν τον τρόπο να συνοδοιπορεί με τον έρωτα και ως ενήλικος.
![]() | ![]() | ![]() |
Η συγγραφή τόσο διαφορετικών ειδών ασφαλώς κάτι σημαίνει. Όπως κάτι επίσης σημαίνει το ότι σπάνια συναντά κανείς έναν τέτοιο συγγραφέα. Πάντως, αν θυμηθούμε τους παλαιότερους ομοτέχνους μας, ας σταθούμε στον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Κάτι παρόμοιο έκανε κι αυτός. Κι όσο κι αν εγώ δεν τον θεωρώ από τους συγγραφείς που με επηρεάσανε (όπως ο Καραγάτσης και ο Κοσμάς Πολίτης, για παράδειγμα) εντούτοις ξέρω πως τα δικά του πατήματα έχω ακολουθήσει. Κι όπως εκείνος έγραψε και «ενήλικα» έργα γεμάτα έρωτα και κοινωνική κριτική, αλλά και «παιδικά» όλο χιούμορ και παιδική τσαχπινιά, ενώ για χρόνια πρόσφερε καλλιτεχνική παιδεία μέσα από τη «Διάπλαση», έτσι κι εγώ τολμώ να μετακινούμαι από τον πολύχρωμο χώρο του παραμυθιού στον όλο μυστήρια κόσμο ενός δεκάχρονου και από εκεί στις ευαίσθητες ανασφάλειες της εφηβείας, για να τριγυρίζω κατά καιρούς στις ενήλικες συνοικίες ανιχνεύοντας φυλετικές ταυτότητες, σεξουαλικές αναζητήσεις και αντιστάσεις απέναντι σε κάθε μορφής εξουσία.
Σε συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης: Πιστεύεις ότι το γεγονός πως έγινες περισσότερο γνωστός ως συγγραφέας βιβλίων για εφήβους και παιδιά, επηρεάζει ακόμη και σήμερα την πρόσληψη των βιβλίων σου για ενηλίκους; Διακρίνεις, με άλλα λόγια, κάποια προκατάληψη;
Μα ασφαλώς και ναι! Και μάλιστα μεγάλη. Όσο και ακατανόητη. Μπορώ, ως ένα βαθμό, να ερμηνεύσω την παρουσία της σε ένα πλατύ αναγνωστικό κοινό. Ζούμε σε εποχές τυποποίησης και γρήγορης μα και επιφανειακής ενημέρωσης. Αυτό που έχουμε μάθει να ξεχωρίζουμε σε ένα διάδρομο σούπερ μάρκετ, σχεδόν δεν το βλέπουμε αν ξαφνικά το συναντάμε σε ένα άλλο. Ακόμα αυτή τη στάση μπορώ να την ερμηνεύσω (πάντα αναφέρομαι στο πλατύ κοινό) ως μια διστακτικότητα του ενήλικα να επανασυνδεθεί με κάτι που τον είχε γοητεύσει στην παιδική ή εφηβική του περίοδο – ας αποδεχτούμε πως οι ενήλικες συνήθως φοβούνται να αφήσουν την εφηβεία τους να συνεχίσει να τους συντροφεύει. Μια τέτοια συντροφιά συνεχώς θα γκρίνιαζε με τις αποφάσεις συμβιβασμού ενός ενήλικου τρόπου ζωής.
Τη χρονιά που η Ελλάδα ήταν τιμώμενη χώρα στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Φρανκφούρτη. Με είχαν επιλέξει ανάμεσα στους συγγραφείς που θα είμαστε παρόντες. Μα μόνο ως συγγραφέα της παιδικής λογοτεχνίας. Το «ενήλικο» έργο μου αγνοήθηκε...
Αλλά αυτή την αμφισβήτηση που αναφέρεις, όταν τη συναντώ να υπάρχει σε άλλους –λίγους ή πολλούς, αδιάφορο– συγγραφείς, κριτικούς και δημοσιογράφους που ασχολούνται με τη λογοτεχνία των ενηλίκων, τότε ομολογώ πως δεν μπορώ να την κατανοήσω. Φοβούνται τη διαφορετικότητα; Ενοχλούνται από το ότι κάποιος εκφράζεται και αναγνωρίζεται σε χώρο που οι ίδιοι μιας και δεν τον ξέρουν, προτιμούν ή να τον αγνοούν η και να τον περιφρονούν;
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ότι σε μια –ας την πούμε– ιστορία της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας γραμμένη από έγκριτο και πλήρως ενημερωμένο βιβλιοκριτικό μας, αναφέρομαι μόνο ως συγγραφέας που (μάλιστα σε συνεργασία) είχε γράψει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα στις αρχές της δεκαετίας του ’80.
Θυμήθηκα τώρα και τη χρονιά που η Ελλάδα ήταν τιμώμενη χώρα στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Φρανκφούρτη. Με είχαν επιλέξει ανάμεσα στους συγγραφείς που θα είμαστε παρόντες. Μα μόνο ως συγγραφέα της παιδικής λογοτεχνίας. Το «ενήλικο» έργο μου αγνοήθηκε και όταν μάλιστα ένα μεγάλο γερμανικό έντυπο κυκλοφόρησε στο εξώφυλλο με φωτογραφία μου, αυτό το τεύχος ποτέ δεν εντάχθηκε στο φάκελο με τις δημοσιεύσεις του γερμανικού τύπου που αφορούσαν την ελληνική συμμετοχή… Και να φανταστείς πως εκείνη την περίοδο ήμουνα και μέλος του Δ.Σ. του ΕΚΕΒΙ. Αλλά δεν έκανα την παραμικρή παρέμβαση – τι νόημα θα είχε η εκ των υστέρων όποια διόρθωση;
![]() | ![]() |
Δεν ξέρω, λοιπόν, αν αυτή η στάση είναι προκατάληψη, σίγουρα πάντως αποτελεί μια αδικία. Με στεναχωρεί; Θα σου έλεγα ψέματα αν το αρνιόμουνα. Μάλλον με πληγώνει. Όπως κάθε υγιές άτομο θα τον πλήγωνε μια αδικία. Βέβαια, αναγνωρίζω κι εγώ κάποια λάθη που έχω κάνει – εννοώ πως δεν συχνάζω σε στέκια, ζω οικογενειακά και με την παρέα λίγων στενών φίλων. Προτιμώ να δίνω το «παρών» μου μέσα από τα έργα μου… Που όπως είναι και πολλά, αρκετοί αυθαίρετα θεωρούν πως είναι και προχείρως γραμμένα. Αλλά αν κάποιος μετρήσει όλες τις λέξεις που έχω γράψει, δεν θα φτάσει ο αριθμός τους τις λέξεις που έγραψε ένας Ουγκώ ή ένας Μπαλζάκ. Πράγμα που σημαίνει όχι βέβαια πως συγκρίνω το ταλέντο μου με το ταλέντο εκείνων, αλλά συγκρίνω την άνεση που η τεχνολογία δίνει σε έναν σημερινό συγγραφέα, συγκριτικά με τον κάματο της γραφής με κάποια πένα και με το φως λάμπας ασετιλίνης. Να τα θυμόμαστε όλα αυτά, όταν θέλουμε τη ραθυμία μας να την ονομάζουμε τελειοθηρία.
Αναγνωρίζω κι εγώ κάποια λάθη που έχω κάνει – εννοώ πως δεν συχνάζω σε στέκια, ζω οικογενειακά και με την παρέα λίγων στενών φίλων. Προτιμώ να δίνω το «παρών» μου μέσα από τα έργα μου…
Μα από την άλλη έχω όλη αυτή την αγάπη και την αναγνώριση εκείνων που διαβάζουν και κρίνουν χωρίς παρωπίδες, που όχι μόνο παρηγοριέμαι, αλλά και σαρκάζω τον κοντόφθαλμο τρόπο που κάποιοι αντιμετωπίζουν το έργο μου.
Τα δύο τελευταία σου βιβλία για ενήλικες αντλούν από την αρχαιοελληνική γραμματεία, έχοντας στο κέντρο του δύο σημαντικές γυναικείες μορφές, την Κασσάνδρα και την Κλυταιμνήστρα αντίστοιχα. Συνιστά κάποιου είδους στροφή για σένα η τριβή με αυτό το υλικό;
Στροφή; Ίσως. Αλλά είχε παρουσιαστεί και πιο πριν. Όταν είχα μεταγράψει με ένα σύγχρονο τρόπο τα κείμενα που αφορούν θεμελιώδεις λογοτεχνικούς ήρωες – Γαργαντούα, Δον Κιχώτη, Τριστάνο και Ιζόλδη. Εκείνα κυκλοφορούν ως βιβλία για νέους, αλλά άνετα μπορούν να διαβαστούν και από ενήλικες που θα ήθελαν να γνωρίσουν αυτά τα πρόσωπα, φωτισμένα με μια νέα ματιά.
Με μια νέα ματιά φώτισα και τα πάθη της Κασσάνδρας και τα έργα της Κλυταιμνήστρας. Κι αυτό γιατί πιστεύω πως όλα αυτά τα πρόσωπα του μύθου και της διαχρονικής λογοτεχνικής αξίας παραμένουν ζωντανά και ικανά να μας συνεπαίρνουν ακριβώς γιατί έχουν προικιστεί με την δυνατότητα πολλαπλών αναγνώσεων και νέων προβληματισμών.
![]() | ![]() | ![]() |
Και αν εκείνα τα τρία πρώτα τα είχα γράψει για νέους, αλλά μπορούν να διαβαστούν και από ενήλικες, τα δύο μου τελευταία μυθιστορήματα –Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο και Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας–, αν και σαφώς είχα στον νου μου όταν τα έγραφα ένα ενήλικο αναγνώστη, κάλλιστα μπορούν να διαβαστούν και από εφήβους. Θα έλεγα μάλιστα πως σε ένα εφηβικό κοινό έχουν πολλά να προσφέρουν για την κατανόηση της αρχαίας μας γραμματείας. Θα άξιζε έτσι να τα δούνε και να τα χρησιμοποιήσουν οι φιλόλογοι μας. Αλλά –ας το επισημάνω κι αυτό– πολλοί φιλόλογοι είναι εγκλωβισμένοι σε μια συντηρητικά, αν θες, ακαδημαϊκή προσέγγιση των αρχαίων κειμένων. Γι’ αυτό και τελικά σε λίγους μαθητές τους καταφέρνουν να περάσουν την αξία του Όμηρου, των αρχαίων τραγικών… Κι αυτό ίσως να είναι μια έκφραση της συντηρητικής νεοελληνικής παιδείας. Αλλά, ας μην μπούμε και σε αυτό το θέμα.
Οι γονείς σου κατάγονταν από τη Σμύρνη, όμως παρατηρώ πως έχεις γράψει μόνο ένα βιβλίο, εδώ και χρόνια μάλιστα, που με κάποιον τρόπο, αναφέρεται στην πόλη, «Ο χαρταετός της Σμύρνης» (εκδ. Άγκυρα). Ποια είναι η σχέση σου με αυτό τον καταγωγικό τόπο και πώς έχει περάσει στα βιβλία σου;
Μεγάλωσα σε ένα όχι απλώς μικρασιάτικο περιβάλλον, αλλά σμυρναίικο. Και τονίζω αυτή τη διαφορά, γιατί η Σμύρνη υπήρξε μια από τις τρεις κοσμοπολίτισσες πόλεις της Μεσογείου, μαζί με την Αλεξάνδρεια και την Κωνσταντινούπολη, αλλά είναι η μόνη που πλέον δεν έχει τίποτε από εκείνον τον τρόπο σκέψης και ζωής. Μια πόλη-σύμβολο, που πλέον δεν υπάρχει. Αυτή η αίσθηση καταγωγής από μια πολιτεία που λίγα χρόνια πριν εγώ γεννηθώ, εξαφανίστηκε (ναι, για μένα έτσι είναι και το λέω φανερά όσο κι αν πολλοί θα διαφωνήσουν μαζί μου) με έχει κάνει να αισθάνομαι πως έχω τον τρόπο να κινούμαι περισσότερο στοχαστικά και παράλληλα να έχω την ικανότητα να βλέπω τα πράγματα χωρίς δεσμεύσεις. Σίγουρα μια τέτοια οπτική έχει επέμβει και στη γραφή μου. Νομίζω πως τη χαρακτηρίζει.
Μεγάλωσα σε ένα όχι απλώς μικρασιάτικο περιβάλλον, αλλά σμυρναίικο. Και τονίζω αυτή τη διαφορά, γιατί η Σμύρνη υπήρξε μια από τις τρεις κοσμοπολίτισσες πόλεις της Μεσογείου, μαζί με την Αλεξάνδρεια και την Κωνσταντινούπολη, αλλά είναι η μόνη που πλέον δεν έχει τίποτε από εκείνον τον τρόπο σκέψης και ζωής.
Το τελευταίο σου βιβλίο για εφήβους και νέους έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο άλλος» (εκδ. Πατάκη), και μας μιλάει για δύο εφήβους που μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό, χωρίς να είναι αδέλφια. Τελευταία μιλάμε πολύ για τον «άλλο», ως τον διαφορετικό, τον ξένο, τον «έξω από εμάς». Εδώ, σαν να επιχειρείς μια αντιστροφή. Πώς το σκέφτηκες;
Ναι, έχεις δίκιο. Επιχειρώ να σκιαγραφήσω τον δικό μας «άλλον». Αυτόν που λογικά θα έπρεπε να είναι ίδιος με εμάς, αλλά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Γιατί όμως; Γιατί ακόμα και μέσα στην ίδια οικογένεια, υπάρχουν τόσοι «άλλοι»; Γιατί μέσα στον καθένα μας κρύβεται ένας τουλάχιστον «άλλος»;
Πολλοί οι λόγοι και έχουν να κάνουν με πολλούς παράγοντες. Από αυτούς τους πάμπολλους, εγώ στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα επέλεξα να σταθώ κυρίως στους κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτιστικούς λόγους που διαμορφώνουν τον καθένα μας. Κι ακόμα να αναζητήσω ποιος μπορεί να είναι ένας τρόπος αναγνώρισης του άλλου, αλλά και μέσα από μια τέτοια πορεία να αναγνωρίσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Μέσα από μια τυχαία συζήτηση με τον δεκάχρονο εγγονό μου, βγήκε στην επιφάνεια αυτός ο προβληματισμός.
Και για να επανέλθω σε κάτι που προηγουμένως συζητήσαμε, να πώς ενώνονται οι ηλικίες και πώς μπορεί ο καθένας μας μέσα από την παρατήρηση ενός παιδιού να φέρει στο φως ενήλικους προβληματισμούς και να τους ενσαρκώσει λογοτεχνικά σε ένα μυθιστόρημα εφηβείας, που σημαίνει μυθιστόρημα ενηλικίωσης, που με ένα πλέον σύγχρονο τρόπο μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε ως ένα cross over μυθιστόρημα. Ας το αποδεχτούμε, Κώστα μου, η καθαρή λογοτεχνία δεν έχει ηλικιακά όρια μήτε δημιουργίας μήτε και πρόσληψης.
Είσαι από τους ελάχιστους συγγραφείς που βρίσκουν τον χρόνο και την όρεξη και γράφουν κριτικά κείμενα για νέους Έλληνες συγγραφείς, κι όχι μόνο για καταξιωμένους, ούτε μονάχα για φίλους, απλώς για βιβλία που σου κεντρίζουν το ενδιαφέρον. Πες μου τι σου προσφέρει αυτή η ενασχόληση με την βιβλιοκριτική κι αν βασίζεται σε κάποιες αρχές.
Από την εφηβεία μου αναζητούσα να εκφραστώ και μέσω ενός κριτικού λόγου. Θυμάμαι πως άκουγα κάποιο θεατρικό έργο στην εκπομπή «Το θέατρο της Τετάρτης» και μετά καθόμουνα και κατέγραφα τις απόψεις μου. Διάβαζα με πάθος τις κριτικές του Μάριου Πλωρίτη και έχω ακόμα στη βιβλιοθήκη μου τεύχη του περιοδικού «Θέατρο» που εξέδιδε ο Κώστας Νίτσος. Αργότερα, στο φροντιστήριο για τις εισαγωγικές στο πανεπιστήμιο, μας δίδασκε λογοτεχνία ένας χαρισματικός φιλόλογος, ο Νικήτας Παρίσης και έτσι πλέον άρχισα και μόνος μου να διαβάζω διάφορα θεωρητικά λογοτεχνικά δοκίμια.
Αυτό που προσπαθώ να καταγράψω με τα κριτικά μου σημειώματα είναι η δική μου προσέγγιση και επαφή με το κάθε κείμενο. Γράφω ό,τι αισθάνομαι, αλλά παράλληλα και κρίνω το έργο σύμφωνα με το κατά πόσο ο δημιουργός του ολοκλήρωσε αυτό που είχε στο μυαλό του. Θέλω να βοηθήσω τους αναγνώστες των κειμένων μου να προσεγγίσουν με μια άνεση το μυθιστόρημα ή τη συλλογή διηγημάτων που εκείνοι έτυχε να επιλέξουν κι εγώ έχω ήδη καταθέσει την άποψή μου.
Γράφω και για βιβλία Ελλήνων συγγραφέων, όσο και για ξένων. Δεν θέλω να χρησιμοποιώ το βήμα που κάποιο έντυπο ή ιστοσελίδα μου προσφέρει για να προωθήσω φίλους και πόσο μάλλον για να υποχρεώσω και να κανακέψω. Για μένα ο κριτικός λόγος, αν και δευτερογενής, έχει αξία γιατί με βοηθά να τακτοποιήσω σκέψεις, να ανακαλύψω τεχνικές αφήγησης και να διευρύνω τις δικές μου δυνατότητες.
![]() | ![]() | ![]() |
Στα βιβλία σου, όπως και στα κριτικά σου κείμενα, διακρίνει κανείς το χάρισμα της απλότητας: Λες αυτά που θες να πεις, χωρίς φιοριτούρες, χωρίς περίτεχνες εκφράσεις (όχι όμως άτεχνες), χωρίς υπερβολικά πολλές αναφορές. Είναι κάτι δικό σου, θεωρείς, εγγενές; Ή κάτι που το κατακτά κανείς μέσα από πολλή δουλειά, με τα χρόνια. Δεν σου κρύβω, ότι το ζηλεύω λιγάκι…
Χαίρομαι που το ακούω αυτό. Γιατί για μένα η απλότητα στη γραφή έχει την αξία της αρχοντιάς και της ντομπροσύνης. Με λογοτεχνικά σκέρτσα μπορείς εύκολα να εντυπωσιάσεις. Αλλά εγώ δεν θέλω εντυπωσιασμένους αναγνώστες, μα συνειδητούς συνομιλητές.
Θεωρώ πως αυτό το έχω επιτύχει γιατί γράφω και για παιδιά. Με τα παιδιά δεν γίνεται να είσαι επηρμένος λογοτέχνης. Όπως ασφαλώς και δεν πρέπει να καταφεύγεις στην αφέλεια. Η ενήλικη παιδικότητα είναι στάση ζωής. Νομίζω πως τη διαθέτω…
Η απλότητα στη γραφή έχει την αξία της αρχοντιάς και της ντομπροσύνης. Με λογοτεχνικά σκέρτσα μπορείς εύκολα να εντυπωσιάσεις. Αλλά εγώ δεν θέλω εντυπωσιασμένους αναγνώστες, μα συνειδητούς συνομιλητές.
Ναι, την έχω κατακτήσει την απλότητα γιατί δεν μου αρέσει μόνο να γράφω για διαφορετικές ηλικίες, αλλά και να συνομιλώ με άτομα κάθε ηλικίας.
Μη με ζηλεύεις… Κολακεύομαι, βέβαια, αλλά σε συμβουλεύω να προσπαθήσεις κι εσύ να το εφαρμόσεις. Τα κέρδη πολλά θα είναι – πολλά και πολύπλευρα.
Μετά από τόσα χρόνια, τι είναι για σένα η καταξίωση. Τι πρόσωπο έχει;
Σίγουρα έχει το πρόσωπο της ικανοποίησης. Αλλά αξίζει να προέρχεται όχι μόνο από το πώς σε βλέπουν οι άλλοι, αλλά και από το πόσο εσύ ο ίδιος στέκεσαι με ειλικρίνεια μπροστά στον καθρέφτη.
Μια ευχή; (εκτός από την υγεία)
Μόνο μία; Θα έλεγα: Ισορροπία.